← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Κυριάκου Νικολάου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8995/2021, 30/8/2024

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Κυριάκου Νικολάου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8995/2021, 30/8/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8995/2021 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας εναντίον

  1. Κυριάκου Νικολάου
  2. Παύλου Αλεξανδράκη Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 30.8.2024 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Δ. Μαντζούρας Για τον Κατηγορούμενο αρ. 1: κ. Βρ. Χατζηχάννας Κατηγορούμενος αρ. 1: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Στο κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης περιλαμβάνονται 2 κατηγορίες. Η 1η κατηγορία αφορά από κοινού και τους 2 κατηγορούμενους ενώ η 2η μόνο τον 1ο κατηγορούμενο. Οι κατηγορούμενοι δήλωσαν μη παραδοχή. Ο 2ος κατηγορούμενος αθωώθηκε και απαλλάχθηκε από το στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Οι κατηγορίες τις οποίες ο 1ος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει είναι οι ακόλουθες: ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 1 Κοινή επίθεση, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3

(1), 4
(1)
(2)(ι β) του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119
(1)/2000 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 212
(1)/2004 και άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Οι κατηγορούμενοι στις 5/9/2021 και περί ώρα 0830 στην Οδού της Επαρχίας Λάρνακας επιτέθηκαν στην Ελένη Χριστοφή από την Οδού. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 2 Απειλή κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 όπως προστέθηκε από το Νόμο 56
(1)/
  1. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο 1ος κατηγορούμενος στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία προκάλεσε τρόμο στην πρώην νύμφη του Ελένη Χριστοφή από την Οδού, απειλώντας την ότι με παράνομη πράξη θα της κάνει κακό λέγοντας της «Τώρα κακομάζαλη μου, εννά δεις τι να σου κάνω». Η κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη των κατηγοριών παρουσίασε μόνο 1 μάρτυρα και στη συνέχεια κατατέθηκαν από κοινού διάφορα έγγραφα. Ως Μ.Κ.1 παρουσιάστηκε η Ελένη Χριστοφή η οποία κατά την κυρίως εξέτασή της υιοθέτησε τη γραπτή της κατάθεση ημερ. 5.9.2021, η οποία σημειώθηκε ως τεκμήριο 1, στην οποία περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: κατάγεται και διαμένει στο χωριό Οδού. Το 1987 παντρεύτηκε τον Νίκο Νικολάου από την Οδού και πριν από 2 χρόνια εκδόθηκε το διαζύγιό τους. Από τον γάμο τους απέκτησαν 3 παιδιά τα οποία είναι ενήλικες. Κατά τη διάρκεια του γάμου τους διέμεναν σε διώροφη κατοικία στην Οδού την οποία έκτισαν με έξοδα του πατέρα της σε οικόπεδο το οποίο ανήκει στον πρώην σύζυγό της. Επειδή συνέβαλε και η ίδια στην απόκτηση της εν λόγω οικίας καταχώρησε αίτηση περιουσιακών διαφορών με την οποία διεκδικεί τη συνεισφορά της. Στην εν λόγω οικία στην οποία βρίσκεται μέρος των προσωπικών της αντικειμένων δεν διαμένει πλέον κανένας και κλειδιά για αυτή έχουν η ίδια και τα 3 της παιδιά. Στις 5.9.2021 περί ώρα 08:30 μετέβηκε στην ως άνω οικία για να παραλάβει προσωπικά είδη ένδυσης και άνοιξε την κύρια είσοδο της κατοικίας με το κλειδί της. Διαπίστωσε ότι στην κουζίνα βρίσκονταν 2 πρόσωπα τα οποία αναγνώρισε ως τον πρώην πεθερό της και τον ξάδελφο του πρώην άντρα της Παύλο (Λάκη) Αλεξανδράκη. Η μεσόπορτα που χώριζε το σαλόνι από την κουζίνα ήταν κλειδωμένη για αυτό και προσπάθησε να εισέλθει στην κουζίνα από την εξωτερική πόρτα η οποία όμως ήταν κλειδωμένη και το κλειδί που είχε δεν ταίριαζε. Τους ζήτησε να της ανοίξουν την πόρτα αλλά αυτοί δεν της απαντούσαν και ξαναμπήκε στο σαλόνι. Πήγε από την άλλη πόρτα της κουζίνας εξωτερικά της οικίας και αφού πρόλαβε να την ανοίξει με το κλειδί της διαπίστωσε ότι τα πιο πάνω πρόσωπα προσπαθούσαν να σφραγίσουν την πόρτα από μέσα για να μην μπορεί να εισέλθει στο σπίτι της. Ζήτησε από τον Λάκη να σταματήσει αλλά ο πεθερός της την έσπρωχνε προς τα έξω από την κουζίνα για να ασφαλίσει την πόρτα. Με τον τρόπο του ο πεθερός της προσπαθούσε να τη διώξει και την εξύβρισε με τη φράση «πουτάνα» που μπορεί να ακούστηκε και στα γύρω σπίτια. Η ίδια προσπάθησε να τους σταματήσει να συνεχίσουν τις δουλειές τους και ο πρώην πεθερός της συνέχισε τα δικά του, ως αναγράφεται επί λέξει στην κατάθεση της Μ.Κ.1, αναφέροντάς της πως το σπίτι είναι δικό του. Στη συνέχεια την άφησαν να μπει στην κουζίνα και πήγαν να ανοίξουν την κεντρική πόρτα της κουζίνας που οδηγεί με σκάλα προς τον δρόμο. Ανοίγοντας την πόρτα ο πρώην πεθερός της προσπάθησε να την κλειδώσει μέσα κάτι που η ίδια δεν δέχθηκε και τους απέτρεπε συνεχώς. Εκεί ο πρώην πεθερός της την απείλησε με τη φράση «τώρα κακομάζαλή μου εννά δεις τι να σου κάνω» με τρόπο που την έκανε να φοβηθεί και να τρομοκρατηθεί ότι θα της κάνει κακό. Στη συνέχεια έφυγαν και οι 2 και ενημέρωσε την Αστυνομία Λευκάρων. Από τα σπρωξίματα που της έκαμνε ο πρώην πεθερός της δεν την τραυμάτισε αλλά την έσπρωχνε. Σε ερωτήσεις που της τέθηκαν στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής της η Μ.Κ.1 ισχυρίστηκε ότι ο πρώην πεθερός της την έσπρωξε με τα χέρια του και πως οι κατηγορούμενοι γελούσαν και την κορόιδευαν. Κατά την αντεξέτασή της η Μ.Κ.1, όταν ρωτήθηκε για ποιο λόγο πήγε στο σπίτι του πρώην συζύγου της, ως της τέθηκε από τον δικηγόρο του, απάντησε ότι πήγε για να πάρει ρούχα επειδή ήταν Σεπτέμβριος και ξεκινούσε το κρύο. Ισχυρίστηκε επίσης ότι επέλεξε να πάει εκείνη την ημέρα επειδή ήταν Κυριακή πρωί και γνώριζε πως ο πρώην πεθερός της βρισκόταν στην εκκλησία. Όταν της υποβλήθηκε ότι ήταν πρόκληση εκ μέρους της να μπει στο σπίτι ενώ σε αυτό βρισκόταν ο πρώην πεθερός της ισχυρίστηκε πως αυτό δεν το γνώριζε και το διαπίστωσε μόνο μετά που εισήλθε στο σπίτι. Όταν ρωτήθηκε εάν γνωρίζει σε ποιον ανήκει το σπίτι ισχυρίστηκε ότι το οικόπεδο είναι στον πρώην σύζυγό της και πως το σπίτι το έκτισε ο πατέρας της. Όταν ρωτήθηκε τι επίθεση έκαναν οι κατηγορούμενοι απάντησε επί λέξει ως ακολούθως: «Άνοιξαν το σπίτι, παραβίασαν τα παράθυρα, άνοιξαν το σπίτι και προσπαθούσαν να με κλειδώσουν έξω από το μισό σπίτι, να απομονώσουν το σπίτι. Ο ίδιος με απειλά «τώρα κακομάζαλη και θα δεις τι θα σου κάνω» και το έλεγε πολλά τούτο και έλεγε «δωσ' της το να δούμε αν την αφήκω να έρτει δαμέ στο σπίτι». Το σπίτι που κτίσαμε και ήταν συζυγική εστία δεν δικαιούμαι τίποτε; Έβαλα μέσα έξοδα. Δεν μπορούσα να πάω στο σπίτι μου;». Όταν ρωτήθηκε τι επίθεση της έκανε ο Παύλος Αλεξανδράκης απάντησε «εγώ τον βρήκα στο σπίτι να ασφαλίζει το σπίτι μου. Καταλαβαίνετε;» και αμέσως μετά για το ίδιο θέμα απάντησε «επίθεση, με κορόιδευε, με γιουχάιζε». Στη συνέχεια όταν της υποβλήθηκε ότι δεν της επιτέθηκε απάντησε επί λέξει με τις φράσεις «δεν είπα ότι μου επιτέθηκε, απλά γελούσε και ήταν μέσα στο σπίτι μου» και «όχι, δεν μου επιτέθηκε». Στη συνέχεια όταν της υποβλήθηκε πως δεν της επιτέθηκε ούτε ο πρώην πεθερός της απάντησε λέγοντας «προσπαθούσε να με σπρώξει, να με βγάλει από την κουζίνα για να την ασφαλίσει και λέξεις και φράσεις που ανέφερα εδώ και ακόμα και περισσότερο». Όταν στο τέλος της υποβλήθηκε πως δεν έγινε καμία επίθεση απάντησε λέγοντας «βεβαίως και έγινε επίθεση. Πως δεν έγινε; Να μπουν στο σπίτι μου δεν είναι επίθεση;». Στη συνέχεια κατατέθηκε ως τεκμήριο 2 ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της η κατάθεση του Αστ. 2644 Λ. Μολέσκη ημερ. 18.9.2021 στην οποία περιλαμβάνονται τα ακόλουθα: υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Επαρχίας Λάρνακας και είναι τοποθετημένος στο Κλιμάκιο Βίας στην Οικογένεια (Κ.Β.Σ.Ο.) του Τ.Α.Ε. Λάρνακας. Στις 5.9.2021 προσήλθε στα γραφεία του Κ.Β.Σ.Ο. του Τ.Α.Ε. Λάρνακας η Ελένη Χριστοφή από την Οδού και κατήγγειλε ότι την ίδια ημέρα της επιτέθηκε ο πρώην πεθερός της Κυριάκος Νικολάου από την Οδού. Συγκεκριμένα όπως κατήγγειλε η Χριστοφή στις 5.9.2021 και περί ώρα 08:30 μετέβηκε στην οικία της στην Οδού με σκοπό να παραλάβει κάποια προσωπικά της αντικείμενα και σε αυτή βρισκόταν ο πρώην πεθερός της και ο συγγενής του Παύλος Αλεξανδράκης και άλλαζαν τις κλειδαριές στις πόρτες για να την αποτρέψουν να εισέρχεται σε αυτό. Μετά από φιλονικία μεταξύ του Νικολάου και της Χριστοφή ο Νικολάου έσπρωξε τη Χριστοφή με τα χέρια του, την εξύβρισε με τη λέξη «πουτάνα» και την απείλησε με τη φράση «τώρα κακομάζαλή μου, εννά δεις τι να σου κάνω» με αποτέλεσμα η ίδια να φοβηθεί και να τρομοκρατηθεί με αυτό. Την ίδια ημέρα στα γραφεία του Κ.Β.Σ.Ο. του Τ.Α.Ε. Λάρνακας έλαβε ανακριτική κατάθεση από τους Νικολάου και Αλεξανδράκη αφού τους πληροφόρησε για την υπόθεση που διερευνούσε και στη συνέχεια τους κατηγόρησε γραπτώς αφού προηγουμένως τους επέστησε την προσοχή τους στον νόμο. Αυτοί έδωσαν κάποια απάντηση την οποία κατέγραψε, τους τη διάβασε και ως ορθή την υπέγραψαν στην παρουσία του. Ως τεκμήριο 3 κατατέθηκε το ημερολόγιο ενεργείας του Τ.Α.Ε. Λάρνακας ημερ. 11.9.2021 και ως τεκμήριο 4 η κατάθεση του Κυριάκου Νικολάου ημερ. 11.9.
  2. Στο τεκμήριο 4 ο Νικολάου στις 9 ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν έδωσε την ίδια απάντηση ήτοι «Δεν έχω να πω τίποτε. Ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο». Ως τεκμήριο 5 κατατέθηκε η κατάθεση του Παύλου Αλεξανδράκη ημερ. 11.9.2021 στην οποία και αυτός στις 9 ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν έδωσε την ίδια απάντηση ήτοι «Δεν έχω να πω τίποτε. Ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο». Ως τεκμήρια 6 και 7 κατατέθηκαν οι γραπτές καταθέσεις του Νικολάου και του Αλεξανδράκη αντίστοιχα επίσης ημερ. 11.9.
  3. Οι πιο πάνω όταν κατηγορήθηκαν γραπτώς έδωσαν την ίδια απάντηση ήτοι «Ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο». Όταν το Δικαστήριο έκρινε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του 1ου κατηγορούμενου και του εξήγησε τα δικαιώματά του αυτός επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Κατά την κυρίως εξέτασή του ο 1ος κατηγορούμενος κατέθεσε γραπτή του δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α στην οποία περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: κατάγεται από την Οδού και είναι ο πρώην πεθερός της Ελένης Χριστοφή η οποία ήταν σύζυγος του γιου του Νίκου. Το σπίτι που κατοικούσε η Χριστοφή στην Οδού ανήκει στον γιο του Νίκο. Ο ίδιος έδωσε το οικόπεδο και βοήθησε τον γιο του να κτίσει το σπίτι. Ουδέποτε επιτέθηκε στην Ελένη Χριστοφή η οποία ήρθε στο σπίτι του γιου του και άρχισε να τους παρενοχλεί. Ο γιος του τού ζήτησε να διευθετήσει την αλλαγή της κλειδαριάς της κουζίνας επειδή όταν η Χριστοφή εγκατέλειψε το σπίτι πήρε και τα δικά του κλειδιά και για αυτό δεν μπορούσε να εισέλθει στο σπίτι του. Κάλεσε πελεκάνο για να αλλάξει την κλειδαριά και την ημέρα που πήγαν μαζί στο σπίτι για την εν λόγω εργασία εκεί πήγε και η Χριστοφή η οποία άρχισε να τους παρενοχλεί και να τους φωνάζει να φύγουν λέγοντας ότι το σπίτι είναι δικό της. Η Χριστοφή έσπρωχνε βίαια την πόρτα για να μπει στην κουζίνα και ο ίδιος της έλεγε να τους αφήσει ήσυχους αλλά μάταια. Επειδή η Χριστοφή είχε προβλήματα με τον άντρα της έβγαλε τα απωθημένα της πάνω του καταγγέλλοντάς τον ψευδώς. Η Χριστοφή είχε εγκαταλείψει το σπίτι του γιου του από το 2016 και ήρθε στο σπίτι την επίδικη ημέρα σκοπίμως επειδή τους είχε δει για να δημιουργήσει πρόβλημα και επιζητούσε μανιωδώς τον καβγά. Κατά την αντεξέτασή του ο 1ος κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε άγγιξε ούτε εξύβρισε την παραπονούμενη η οποία τον έσπρωξε για να πιάσει τα κλειδιά της πόρτας τα οποία είχαν αλλάξει. Στη συνέχεια όταν η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις ο κ. Μαντζούρας εισηγήθηκε ότι από την αξιόπιστη μαρτυρία που παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή αποδείχθηκαν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα επίδικα αδικήματα ενώ αντίθετη ήταν η εισήγηση του κ. Χατζηχάννα. Έχω μελετήσει τις θέσεις και εισηγήσεις τους, τις έχω υπόψη μου και θα κάνω αναφορά σε αυτές όπου είναι αναγκαίο. Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδείχθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Έχω επίσης υπόψη μου ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Σχετική, επίσης, είναι η απόφαση Πιριλλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, Ποινική Έφεση Αρ. 331/2015, ημερ. 11.12.2017, ECLI:CY:AD:2017:B454, όπου επαναλήφθηκε η αρχή πως η παράλειψη αντεξέτασης γενικά θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που θέτει ο μάρτυρας. Επιπλέον, είναι καλά νομολογημένο ότι η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νου στους μάρτυρες κατηγορίας, ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Σχετική είναι απόφαση Pal Tekinder κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551. Οι υποβολές όμως των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλώς μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετική είναι η απόφαση Ησαΐας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640. Τέλος, στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιόμυλου ν. Έλλης Μιχαήλ Κτωρίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 204, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο καταλήγει στην απόφασή του λαμβάνοντας υπόψη του το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας ανεξαρτήτως της προέλευσής της. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Κρίνω πως η μαρτυρία της Μ.Κ.1 σχετικά με τον κρίσιμο για την παρούσα υπόθεση ισχυρισμό της ότι ο 1ος κατηγορούμενος κατά την επίδικη ημέρα την έσπρωξε δεν ήταν σταθερή, δεν πείθει για τη βασιμότητά του εν λόγω ισχυρισμού και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Καταλήγω στο ως άνω συμπέρασμα έχοντας υπόψη μου ότι κατά την αντεξέτασή της, όταν της υποβλήθηκε πως ο πρώην πεθερός της δεν της επιτέθηκε, απάντησε λέγοντας «προσπαθούσε να με σπρώξει, να με βγάλει από την κουζίνα για να την ασφαλίσει .» ενώ στη συνέχεια ισχυρίστηκε πως «βεβαίως και έγινε επίθεση. Πως δεν έγινε; Να μπουν στο σπίτι μου δεν είναι επίθεση;». Οι υπόλοιποι ισχυρισμοί της ήτοι ότι την επίδικη ημέρα πήγε στην οικία στην οποία κατοικούσε κατά τη διάρκεια του γάμου της με τον γιο του 1ου κατηγορούμενου, ότι στην εν λόγω κατοικία συνάντησε τους κατηγορούμενους οι οποίοι προσπαθούσαν να αλλάξουν την κλειδαριά της κουζίνας και ότι ο 1ος κατηγορούμενος της είπε «τώρα κακομάζαλή μου, εννά δεις τι να σου κάνω» δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση κατά την αντεξέτασή της και ως εκ τούτου γίνονται αποδεκτοί. Η μαρτυρία του 1ου κατηγορούμενου σε μεγάλο μέρος της αφορούσε στο θέμα της ιδιοκτησίας της επίδικης κατοικίας και με τίνος τα έξοδα αυτή κτίστηκε τα οποία είναι παντελώς άσχετα με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης όπως αυτά προκύπτουν από τις 2 κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει. Σε σχέση όμως με τον ισχυρισμό του ότι ουδέποτε επιτέθηκε στην παραπονούμενη κρίνω ότι αυτός είναι αληθής και συνεπώς γίνεται αποδεκτός αφού για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός της παραπονούμενης απορρίφθηκε. Έχοντας υπόψη μου την αξιολόγηση της μαρτυρίας στην οποία αναφέρθηκα πιο πάνω καθώς επίσης όσα δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα και τη μαρτυρία η οποία δεν αμφισβητήθηκε καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα αναφορικά με την παρούσα υπόθεση: η Μ.Κ.1 ήταν παντρεμένη με τον γιο του 1ου κατηγορούμενου και για όσα χρονικό διάστημα συμβίωναν κάτω από την ίδια στέγη διέμεναν σε κατοικία στην Οδού η οποία κτίστηκε σε οικόπεδο το οποίο ανήκει στον πρώην σύζυγό της. Το θέμα με τίνος τα έξοδα κτίστηκε η εν λόγω οικία είναι άσχετο με την παρούσα υπόθεση. Όταν επήλθε διάσταση στην έγγαμη συμβίωσή τους τόσο η Μ.Κ.1 όσο και ο πρώην σύζυγός έφυγαν από την εν λόγω κατοικία στην οποία, κατά τον επίδικο για την παρούσα υπόθεση χρόνο, ουδείς εξ αυτών διέμενε. Στις 5.9.2021 και περί ώρα 08:30 όταν η Μ.Κ.1 μετέβηκε στην εν λόγω οικία διαπίστωσε ότι στην κουζίνα βρίσκονταν 2 πρόσωπα τα οποία αναγνώρισε ως τον πρώην πεθερό της (1ος κατηγορούμενος) και τον ξάδελφο του πρώην άντρα της Παύλο (Λάκη) Αλεξανδράκη (2ος κατηγορούμενος). Η μεσόπορτα που χώριζε το σαλόνι από την κουζίνα ήταν κλειδωμένη για αυτό και προσπάθησε να εισέλθει στην κουζίνα από την εξωτερική πόρτα η οποία όμως ήταν κλειδωμένη και το κλειδί που είχε δεν ταίριαζε. Τους ζήτησε να της ανοίξουν την πόρτα αλλά αυτοί δεν της απαντούσαν και ξαναμπήκε στο σαλόνι. Πήγε από την άλλη πόρτα της κουζίνας εξωτερικά της οικίας και αφού πρόλαβε να την ανοίξει με το κλειδί της διαπίστωσε ότι τα πιο πάνω πρόσωπα προσπαθούσαν να σφραγίσουν την πόρτα από μέσα για να μην μπορεί να εισέλθει στο σπίτι της. Η ίδια προσπάθησε να τους σταματήσει να συνεχίσουν τις δουλειές τους και ο 1ος κατηγορούμενος της ανέφερε πως το σπίτι είναι δικό του. Στη συνέχεια την άφησαν να μπει στην κουζίνα και πήγαν να ανοίξουν την κεντρική πόρτα της κουζίνας που οδηγεί με σκάλα προς τον δρόμο. Ανοίγοντας την πόρτα ο πρώην πεθερός της προσπάθησε την κλειδώσει μέσα αλλά αυτή δεν το δέχθηκε και τους απέτρεπε συνεχώς. Τότε ο 1ος κατηγορούμενος της είπε τη φράση «τώρα κακομάζαλή μου εννά δεις τι να σου κάνω». Στη συνέχεια τα 2 πιο πάνω πρόσωπα έφυγαν από την επίδικη κατοικία και η Μ.Κ.1 μετέβηκε αρχικά στον Αστυνομικό Σταθμό Λευκάρων και ακολούθως στα γραφεία του Κ.Β.Σ.Ο. του Τ.Α.Ε. Λάρνακας στη Λάρνακα όπου προέβηκε σε σχετική καταγγελία εναντίον των πιο πάνω προσώπων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης της σωρευτικής ύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και να είναι (Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ. 246) «οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Όπως καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί και αθωωθεί από την κατηγορία. Η 1η κατηγορία εδράζεται στα άρθρα 2, 3
(1)4
(1)
(2)(ι β) του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/2000. Το αδίκημα της εν λόγω κατηγορίας ενσωματώνει τις πρόνοιες του άρθρου 242 του Κεφ. 154 (βλ. A.G. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 119/2020, ημερ. 16.4.2021, ECLI:CY:AD:2021:B147). Το αδίκημα της κοινής επίθεσης ορίζεται από το άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα ως ακολούθως: «Όποιος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα, είναι ένοχος πλημμελήματος, αν όμως η επίθεση δεν διαπράχτηκε κάτω από περιστάσεις για τις οποίες σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό προνοείται βαρύτερη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές». Για τη στοιχειοθέτηση αυτού του αδικήματος θα πρέπει να αποδειχθούν δύο στοιχεία ως ακολούθως: α) ότι υπήρξε επίθεση εναντίον άλλου προσώπου και β) ότι η εν λόγω επίθεση ήταν παράνομη. Στο άρθρο 2 του Νόμου 119(Ι)/2000 ορίζεται ότι «μέλος της οικογένειας» σημαίνει: «(α) άντρα και γυναίκα που (i) έχουν συνάψει νόμιμο γάμο ανεξάρτητα αν ο γάμος υφίσταται ή όχι, ή (ii) συζούν ή συζούσαν ως αντρόγυνο· (β) γονείς των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο (α) (γ) τέκνα των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο (α) ανεξάρτητα αν αυτά είναι φυσικά ή υιοθετημένα τέκνα του ενός ή και των δύο εν λόγω προσώπων καθώς και τα εγγόνια των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο (α)». Στο άρθρο 3
(1)του Νόμου 119(Ι)/2000 ορίζεται ότι «Βία, για τους σκοπούς του Νόμου αυτού, σημαίνει οποιαδήποτε πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία προκαλείται σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας και περιλαμβάνει και τη βία που ασκείται με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος, καθώς επίσης και τον περιορισμό της ελευθερίας του». Στο άρθρο 3
(4)του Νόμου 119(Ι)/2000 ορίζεται ότι «Οποιοσδήποτε ασκεί βία με βάση το εδάφιο
(1)διαπράττει αδίκημα δυνάμει του Νόμου αυτού, που τιμωρείται, εκτός από την περίπτωση της κοινής επίθεσης που τιμωρείται με δύο χρόνια φυλάκιση και στην περίπτωση που σε άλλο ή στον παρόντα Νόμο προβλέπεται αυστηρότερη ποινή, με ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι τρεις χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο ποινές». Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή με μεγάλη αδιαφορία (recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο, τον φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεσή του. Η μεγάλη αδιαφορία στην οποία μπορεί να στοιχειοθετηθεί εναλλακτικά το συστατικό στοιχείο της πρόθεσης στο αδίκημα, έχει περιγραφεί στη νομολογία του κοινοδικαίου ότι καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, αφού συνειδητοποιήσει την ύπαρξη του κινδύνου, παρά ταύτα προβαίνει στις ενέργειες του (R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974 και R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 964). Η 2η κατηγορία εδράζεται στο άρθρο 91A του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 το οποίο έχει ως ακολούθως: «Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη». Στην υπόθεση Ιωσήφ ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 41/2021, ημερ. 28.9.2022, ECLI:CY:AD:2022:B369, λέχθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με το αδίκημα της απειλής κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα: «Προκύπτει συνεπώς ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι α) η απειλή (άσκησης) βίας ή (τέλεσης) παράνομης πράξης ή παράλειψης κατά προσώπου β) που του προκαλεί τρόμο ή ανησυχία. Το τι συνιστά απειλή, είναι ζήτημα πραγματικό, το οποίο κρίνεται σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Ειδικότερα, κρίνεται αντικειμενικά, από το περιεχόμενο των όσων εκστομίζονται, ως και το αποτέλεσμα που αυτά προκαλούν στο πρόσωπο που απευθύνονται. Κενή απειλή, δηλαδή απειλή λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε, δεν στοιχειοθετεί πρόθεση εκφοβισμού (βλ. Ν. Νετζίηπ ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 1). Το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Κούσουλος ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 119/2021, ημερομηνίας 20.1.2022, ECLI:CY:AD:2022:B13, η οποία αφορούσε το αδίκημα της απειλής κατά παράβαση του Άρθρου 91Α του ΚΕΦ. 154 είναι σχετικό: «Στη Νετζιήπ ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 1, όπου εξετάστηκαν οι πρόνοιες του Άρθρου 91(γ) του Κεφ. 154, αναφέρθηκε ότι η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ αντικειμένου τη δυνατότητα εκφοβισμού του θύματος. Τα αποφασισθέντα σ΄ εκείνη την υπόθεση εφαρμόζονται κατ΄ αναλογία και στην παρούσα. Ως προς την πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στον απειλούμενο αυτό εξετάζεται με βάση την υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου. Σχετική είναι η αγγλική υπόθεση DPP v. Ramos [2000] All E.R. (D) 544, όπου εξετάστηκε το Άρθρο 4 του αγγλικού Public Order Act 1986, που αφορά το αδίκημα «fear or provocation of violence» όπου τονίστηκε ότι αυτό που έχει σημασία είναι η υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου, παρά τη στατιστική πιθανότητα άσκησης βίας σε σύντομο χρόνο. Ο κατηγορούμενος πρέπει να είχε πρόθεση εκφοβισμού του παραπονούμενου, έστω και αν δεν είχε σκοπό να διενεργήσει πράξη βίας ή παράνομη πράξη. Αυτή είναι η ένοχη διάνοια για τη διάπραξη του αδικήματος.» Σ' ό,τι αφορά την ένοχη διάνοια παραθέτουμε το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Sweet v. Parsley [1970] A.C. 132 σελίδα 148: «Ι dealt with this matter at some length in Warner's case [1969] 2 A.C. 256. On reconsideration I see no reason to alter anything which I there said. But I thing that some amplification is necessary. Our first duty is to consider the words of the Act: if they show a clear intention to create an absolute offence that is an end of the matter. But such cases are very rare. Sometimes the words of the section which creates a particular offence make it clear that mens rea is required in one form or another. Such cases are quite frequent. But in a very large number of cases there is no clear indication either way. In such cases there has for centuries been a presumption that Parliament did not intend to make criminals of persons who were in no way blameworthy in what they did. That means that whenever a section is silent as to mens rea there is a presumption that, in order to give effect to the will of Parliament, we must read in words appropriate to require mens rea."». Στην υπόθεση A.G. ν. Αστυνομίας (πιο πάνω) που αφορούσε το αδίκημα της κοινής επίθεσης κατά παράβαση των προνοιών του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/2000, ως είναι η 1η κατηγορία στην παρούσα υπόθεση, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όταν ο νόμος προνοεί αυστηρότερη ποινή όταν περιγραφόμενο αδίκημα διαπράττεται κάτω από συγκεκριμένες περιστάσεις που θεωρούνται επιβαρυντικές, ουσιαστικά, έστω και αν δεν είναι νομοτελειακά ακριβές, δημιουργείται ένα νέο αδίκημα, που στοιχειοθετείται με την απόδειξη όλων των συστατικών στοιχείων του περιγραφόμενου αδικήματος, πλέον των επιβαρυντικών περιστάσεων. Έτσι, το άρθρο 4 του Ν.119(Ι)/2000, διαβάζεται με κάθε άλλο άρθρο που ξεχωριστά αναφέρεται στις παραγράφους (α) μέχρι (ιβ) του εδαφίου
(2)και ο συνδυασμός τους δημιουργεί ανάλογο, «επαυξημένης σοβαρότητας» («aggravated»), αδίκημα. (Charalambous v. The Republic
(1962)C.L.R. 188, 196-7). Για το αδίκημα της κοινής επίθεσης το άρθρο 242 του Κεφ.154 προβλέπει ποινή φυλάκισης μέχρι ένα χρόνο. Μπορεί να επιβληθεί φυλάκιση μέχρι και δύο χρόνια για το αδίκημα της κοινής επίθεσης εναντίον μέλους της οικογένειας του δράστη, γιατί αυτό προβλέπεται με το άρθρο 4
(1)και
(2)(ιβ) του Ν.119(Ι)/2000. Και σε αυτή την επαυξημένη ποινή υπόκειτο ο Εφεσείων μετά την καταδίκη του, όπως επιβεβαιώνεται από την αναφορά σε σχέση με τη σοβαρότητα του αδικήματος, κατά την επιμέτρηση της ποινής, ότι: «αφορά βία στην οικογένεια και εξού και ο νομοθέτης έχει προνοήσει μεγαλύτερες ποινές. . Για να τον καταδικάσει για το αδίκημα της κατηγορίας, δυνάμει του άρθρου 4
(1)και
(2)(ιβ) του Ν.119(Ι)/2000 σε συνδυασμό με το άρθρο 242 του Κεφ. 154, θα έπρεπε να είχε λάβει υπόψη τις πρόνοιες του άρθρου 16 του Νόμου αυτού, που εφαρμόζονται για κάθε καταδίκη δυνάμει του Νόμου και να προβεί σε σχετικές διαπιστώσεις». Στην υπόθεση Κούσουλος ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 119/2021, ημερ. 20.1.2022, ECLI:CY:AD:2022:B13, η οποία αφορούσε το αδίκημα της απειλής κατά παράβαση του Άρθρου 91Α του Κεφ. 154 ο εφεσείων ο οποίος κρίθηκε ένοχος από το πρωτόδικο Δικαστήριο και η καταδίκη του επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο είχε εκστομίσει τη φράση «θα σε σκοτώσω εσένα και το γιο σου». Στις υποθέσεις A.G. ν. Αστυνομίας (πιο πάνω) και Μ. Γιώρκας ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 27/2021, ημερ. 16.3.2022, έγινε αναφορά στο άρθρο 16 του Ν.119(Ι)/2000 το οποίο προνοεί πως, «Το Δικαστήριο δύναται να κρίνει ένοχο τον κατηγορούμενο με μόνη την κατάθεση του θύματος εφόσον δεν ήταν δυνατόν υπό τις περιστάσεις να εξασφαλιστεί ενισχυτική μαρτυρία». Λέχθηκε στις πιο πάνω υποθέσεις πως σε τέτοιου είδους αδικήματα απαιτείται καταρχάς το Δικαστήριο να αναζητήσει ενισχυτική μαρτυρία. Έχοντας υπόψη μου αφενός τα ευρήματα του Δικαστηρίου και τη νομική πτυχή του θέματος ως τα ανέφερα πιο πάνω και αφετέρου τους λόγους για τους οποίους ως ανέφερα πιο πάνω απέρριψα τον ισχυρισμό της Μ.Κ.1 ότι ο 1ος κατηγορούμενος την έσπρωξε διαπιστώνω πως ελλείπει συστατικό στοιχείο του αδικήματος της 1ης κατηγορίας ήτοι αυτό της επίθεσης. Λόγω τούτου αναπόφευκτα ο 1ος κατηγορούμενος αθωώνεται στην 1η κατηγορία. Έχοντας περαιτέρω υπόψη μου ότι ο 1ος κατηγορούμενος στις 5.9.2021 και ώρα 08:30 είπε στη Μ.Κ.1 τη φράση «τώρα κακομάζαλή μου, εννά δεις τι να σου κάνω» κρίνω ότι η εν λόγω φράση δεν περιέχει απειλή άσκησης βίας ούτε τέλεσης οποιασδήποτε παράνομης πράξης ή παράλειψης κατά του εν λόγω προσώπου. Κρίνω περαιτέρω ότι η εκστόμιση της πιο πάνω φράσης λόγω του αόριστου περιεχομένου της ήταν κενή απειλή η οποία δεν στοιχειοθετεί τη δυνατότητα εκφοβισμού αφού δεν μπορούσε αντικειμενικά να προκαλέσει στη Μ.Κ.1 τρόμο ή ανησυχία. Συνακόλουθα κρίνω ότι δεν αποδείχθηκε ούτε το αδίκημα της απειλής που αφορά η 2η κατηγορία. Λόγω των πιο πάνω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία καθενός από τα αδικήματα των κατηγοριών 1 και 2 και συνακόλουθα ο κατηγορούμενος αθωώνεται σε αυτές. (Υπ.) ........... Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.