← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Χρίστου Ανθία, Αρ. Υπόθεσης: 8845/2020, 28/8/2024

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Χρίστου Ανθία, Αρ. Υπόθεσης: 8845/2020, 28/8/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8845/2020 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας εναντίον Χρίστου Ανθία Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 28.8.2024 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ελ. Γιακουμεττή Για τον Κατηγορούμενο: κ. Α. Αναστασίου Κατηγορούμενος: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος απάντησε μη παραδοχή στην κατηγορία της Δημόσιας Βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 115 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 την οποία αντιμετωπίζει. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της εν λόγω κατηγορίας ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 17.3.2020 και ώρα 14:05 στον Περιφερειακό Αστυνομικό Σταθμό Κοφίνου στην Κοφίνου της Επαρχίας Λάρνακας εν γνώσει του έδωσε στην Αστυνομία ψευδή κατάθεση σε συνάφεια με κατά φαντασία ποινικό αδίκημα δηλαδή ότι έξω από περίπτερο στον Κόρνο δύο αλλοδαποί του έκλεψαν το χρηματικό ποσό των €2.000 το οποίο βρισκόταν σε τσαντάκι μέσα στο όχημά του ενώ στην πραγματικότητα γνώριζε ότι η καταγγελία ήταν ψευδής. Η κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη της υπόθεσής της παρουσίασε μόνο 1 μάρτυρα τον Αναπληρωτή Λοχία 2008 Η. Παπαλλή. Πριν την ένορκη μαρτυρία του μοναδικού μάρτυρα κατηγορίας κατατέθηκαν τα τεκμήρια 1 έως

  1. Το τεκμήριο 1 το οποίο κατατέθηκε ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του είναι η γραπτή κατάθεση του Α. Αντωνίου ημερ. 18.3.2020 στην οποία περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: εργάζεται ως τεχνικός συστημάτων ασφαλείας στην εταιρεία A. ANTONIOU PROTECTA SECURITY SYSTEM LTD. Το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης στο περίπτερο με την ονομασία «ΒΡΥΣΗ» στη Λεωφ. Ομονοίας 3 στον Κόρνο τοποθετήθηκε πριν 3 χρόνια περίπου. Στο περίπτερο υπάρχουν εγκατεστημένες 6 βιντεοκάμερες οι οποίες δουλεύουν κανονικά. Οι βιντεοκάμερες με αρ. 5 και 6 καλύπτουν εξωτερικά μόνο την πρόσοψη του περιπτέρου και οι υπόλοιπες είναι εσωτερικές και καλύπτουν όλο τον εσωτερικό χώρο. Οι εικόνες μεταφέρονται από τις κάμερες και καταγράφονται στον σκληρό δίσκο που βρίσκεται μέσα στον ψηφιακό καταγραφέα DVR. Το DVR τη δεδομένη στιγμή δούλευε σωστά. Μαζί με την εγγραφή της εικόνας καταγράφονται η ημέρα και η ώρα. Η ημέρα και η ώρα που αναγράφονται στις κάμερες είναι η πραγματική. Στις 18.3.2020 κλήθηκε από τον Α/Αστ. 2011 Χ. Αριστοδήμου να αντιγράψει σε DVD τις εικόνες που κατέγραψαν οι βιντεοκάμερες του περιπτέρου. Την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 10:00 - 11:30 αντέγραψε σε DVD τις εικόνες που κατέγραψε η βιντεοκάμερα 5 η οποία καλύπτει εξωτερικά του περιπτέρου και οι βιντεοκάμερες 1, 2 και 4 οι οποίες καλύπτουν εσωτερικά. Τα στιγμιότυπα - εικόνες που κατέγραψε στο DVD από τον ψηφιακό καταγραφέα αναφέρονται στην ημερομηνία 17.3.2020 και μεταξύ των ωρών 11:46 - 11:
  2. Την ίδια ημέρα και η ώρα 12:00 παρέδωσε το DVD στον Α/Αστ. 2008 Η. Παπαλλή αφού προηγουμένως υπέγραψε σε αυτό. Στη συνέχεια κατατέθηκαν ως τεκμήρια 2 και 3 οι καταθέσεις του κατηγορούμενου ημερ. 17.3.2020 και 13.10.2020 αντίστοιχα. Στην κατάθεση τεκμήριο 2, η οποία είναι αντίγραφο, περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: στις 17.3.2020 και γύρω στις 09:30 πήγε στο Κίτι από το Παραλίμνι για να πάρει τη φίλη του Βικτώρια Μιχαήλ και κατάλαβε ότι δεν είχε λεφτά. Πήγαν στο Παραλίμνι και πήρε το μαύρο τσαντάκι ώμου στο οποίο είχε περίπου €1.900 με €2.000 σε χαρτονομίσματα των είκοσι, πενήντα και εκατό ευρώ το οποίο έβαλε δίπλα στο χειρόφρενο του οχήματός του που είναι όχημα ενοικίασης. Είχε σκοπό να πάει στον Κόρνο και στον αυτοκινητόδρομο Αγ. Νάπας - Λάρνακας στην έξοδο Ξυλοφάγου έκαναν ωτοστόπ 2 Πακιστανοί τους οποίους λυπήθηκε και τους έβαλε να τους πάρει στη Λευκωσία. Έκαμε στάση στο περίπτερο του Κόρνου στη Βρύση, άνοιξε το τσαντάκι του και έδωσε στη Βικτώρια €50,00 να πάει στο περίπτερο για να πάρει κάτι να πιουν. Ρώτησε τους Πακιστανούς στα αγγλικά εάν ήθελαν κάτι και του απάντησαν αρνητικά. Κατέβηκαν όλοι μαζί από το αυτοκίνητο και μιλούσαν. Καθώς η Βικτώρια επέστρεφε από το περίπτερο μπήκε ο ίδιος σε αυτό για να πάρει σοκολάτα. Όπως μπήκε βγήκε επειδή του φώναξε η Βικτώρια ότι του πήρε εκείνη. Γύρισε προς αυτή και του είπε ότι πήραν την τσάντα του. Γύρισε προς αυτούς και τους είδε που έτρεχαν. Ο ένας από αυτούς είχε πάνω στον ώμο του το τσαντάκι του. Αμέσως ξεκίνησε το αυτοκίνητο και τους ακολούθησε. Φώναξε σε κάποιον με ένα μαύρο διπλοκάμπινο πως τον έκλεψαν γιατί τους είδε που μιλούσαν μαζί τους και ήρθε και αυτός να τον βοηθήσει για να τους «κόψουν» αλλά αυτοί χάθηκαν μέσα στα δέντρα. Το αυτοκίνητό του δεν μπορούσε να πάει. Η Βικτώρια όπως γύρισε πίσω στις θέσεις που κάθονταν πρόσεξε πως άφησαν μέσα στο αυτοκίνητο έναν πράσινο διαφανή φάκελο στον οποίο φαίνονταν κάτι χαρτιά και ένα «άλιεν μπουκ». Τον εν λόγω φάκελο τον παρέδωσε στην Αστυνομία. Όταν τον άνοιξε είδε πως το πρόσωπο που φαίνεται στη φωτογραφία είναι αυτός που είχε κρεμασμένο το τσαντάκι του στο ώμο του. Ήταν παστός, ψηλός, κοντοκουρεμένος με μαύρα μαλλιά και φορούσε τζιν παντελόνι, πράσινη φανέλα και μαύρο μπουφάν και είχε ένα τεράστιο μωβ δακτυλίδι και μια χοντρή χρυσή καδένα στον λαιμό του. Ο άλλος ήταν παστός με κοντά μαύρα μαλλιά, όχι πολύ ψηλός και φορούσε άσπρο πουκάμισο, τζιν παντελόνι και σακάκι δερμάτινο μαύρο λεπτό. Το αυτοκίνητο το πάρκαρε ακριβώς μπροστά από το περίπτερο στην πόρτα της εισόδου και δεν είναι σίγουρος αν το εν λόγω περίπτερο έχει κάμερες. Για την κλοπή έχει παράπονο και θέλει οι 2 Πακιστανοί που του έκλεψαν το τσαντάκι και τα λεφτά του να παν Δικαστήριο. Στο τεκμήριο 3 ο κατηγορούμενος, όταν κατηγορήθηκε γραπτώς ότι στις 17.3.2020 στον Π.Α.Σ. Κοφίνου έδωσε ψευδή κατάθεση σχετικά με κατά φαντασία ποινικό αδίκημα κλοπής που έγινε στις 17.3.2020 και περί ώρα 12:00 έξω από το περίπτερο «Η Βρύση» στον Κόρνο από 2 αλλοδαπούς, ένα εκ των οποίων κατονόμασε ως MOHAMMAD AFZAAL από το Πακιστάν, απάντησε με τη φράση «ότι έδωσα στην κατάθεση μου είναι η αλήθεια». Ο Μ.Κ.1 κατά την κυρίως εξέτασή του υιοθέτησε τη γραπτή του κατάθεση ημερ. 18.3.2020 η οποία σημειώθηκε ως τεκμήριο
  3. Σε αυτή περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λάρνακας και είναι τοποθετημένος στον Π.Α.Σ. Κοφίνου. Στις 18.3.2020 και ώρα 12:00 παρέλαβε από τον Αντώνη Αντωνίου τεχνικό ασφαλείας της εταιρείας A. ANTONIOU PROTECTA SECURITY SYSTEM LTD ένα DVD με εικόνες που κατέγραψαν οι βιντεοκάμερες 5, 1, 2 και 4 του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης του περιπτέρου «Η ΒΡΥΣΗ» στη Λεωφ. Ομονοίας 3 στον Κόρνο στις 17.3.2020 μεταξύ των ωρών 11:46 - 11:59 και αφορούν υπόθεση κλοπής από όχημα. Το εν λόγω τεκμήριο υπογράφηκε από τον Αντωνίου και τον ίδιο και την ίδια ημέρα και ώρα 12:30 το μετέφερε στον Π.Α.Σ. Κοφίνου, το σφράγισε σε χακί φάκελο στον οποίο έθεσε τα αρχικά του Η.Π.1 και το τοποθέτησε με ασφάλεια στην αποθήκη τεκμηρίων του Π.Α.Σ. Κοφίνου. Σε ερωτήσεις που τέθηκαν στον Μ.Κ.1 στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής του κατέθεσε ως τεκμήριο 5 την πρωτότυπη γραπτή κατάθεση του κατηγορούμενου ημερ. 17.3.
  4. Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 6 ένα ψηφιακό δίσκο. Στο τεκμήριο 6 το οποίο προβλήθηκε στον υπολογιστή του Δικαστηρίου παρουσιάζονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα τα οποία καταγράφηκαν από την κάμερα 5 η οποία λάμβανε πλάνα εξωτερικά του περιπτέρου «Η Βρύση»: η λήψη ξεκινά η ώρα 11:50:15 στις 17.3.2020 και τελειώνει η ώρα 11:59:59 της ίδιας ημέρας. Σε σχέση με τα κρίσιμα θέματα της παρούσας υπόθεσης παρουσιάζονται τα ακόλουθα: η ώρα 11:51:42 όχημα ενοικιάσεως χρώματος μπλε σταθμεύει στο ασφάλτινο παγκέτο αριστερά του δρόμου που βρίσκεται μπροστά από το περίπτερο και σχεδόν αμέσως ανοίγει αρχικά η πίσω αριστερή του πόρτα από την οποία κατεβαίνει ένας υψηλόσωμος άντρας με άσπρα παπούτσια ο οποίος στο κεφάλι του φοράει στρατιωτικό πηλήκιο και έχει στον αριστερό του ώμο μια αθλητική τσάντα. Στη συνέχεια και σχεδόν ταυτόχρονα μεταξύ τους ανοίγουν οι 2 πόρτες που βρίσκονται στη δεξιά πλευρά του οχήματος. Πρώτος κατεβαίνει από την πίσω πόρτα ένας ακόμα άντρας και στη συνέχεια ο κατηγορούμενος ο οποίος φορά μια κοντομάνικη μπλούζα. Ο κατηγορούμενος μόλις κατέβηκε από το αυτοκίνητο έκλεισε τη πόρτα του. Ο άλλος άντρας είναι στραμμένος μπροστά προς την κατεύθυνση που είναι ο κατηγορούμενος και κλείνει την πόρτα από την οποία κατέβηκε σχεδόν ταυτόχρονα με τον κατηγορούμενο. Ο εν λόγω άντρας κρατά μια λεπτή ορθογώνια τσάντα με μακρύ λουρί που μοιάζει με τσάντα φορητού υπολογιστή την οποία στη συνέχεια τοποθετεί χιαστί στον αριστερό του ώμο. Ο κατηγορούμενος εξερχόμενος από τη θέση του οδηγού πέρασε διαμέσου των 2 άλλων αντρών οι οποίοι στέκονταν στη δεξιά πλευρά του οχήματος στο ύψος του πίσω δεξιού τροχού και εισήλθε στο περίπτερο στο οποίο παρέμεινε για 15 δευτερόλεπτα. Για όσο χρόνο ο κατηγορούμενος βρισκόταν εντός του περιπτέρου οι πόρτες της δεξιάς πλευράς του οχήματος ήταν κλειστές. Η γυναίκα που βρισκόταν στη μπροστινή αριστερή θέση του οχήματος κατέβηκε από το όχημα όταν ο κατηγορούμενος εξήλθε του περιπτέρου και στη συνέχεια εισήλθε η ίδια σε αυτό. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος και οι άλλοι 2 άντρες συνομιλούν μεταξύ τους παραμένοντας πάντα στην πίσω πλευρά του οχήματος σε απόσταση μερικών μέτρων από αυτό. Φαίνεται από τις κινήσεις που κάνει ο ένας αλλοδαπός να προσεγγίσει τον κατηγορούμενο και από τα νεύματα που κάνει με τα χέρια του ο κατηγορούμενος προς αυτούς για να απομακρυνθούν ότι υπήρχε κάποια διαφωνία μεταξύ τους. Ακολούθως ο κατηγορούμενος πηγαίνει προς το αυτοκίνητο και αφού ανοίγει τη δεξιά μπροστινή πόρτα παίρνει το σακάκι του το οποίο φορά και στη συνέχεια κλείνει την πόρτα του. Η γυναίκα εξέρχεται από το περίπτερο και κατευθύνεται προς τον κατηγορούμενο στον οποίο δίνει κάτι και στη συνέχεια ανοίγει την μπροστινή αριστερή πόρτα του οχήματος και εισέρχεται σε αυτό η ώρα 11:53:29 και παρέμεινε εντός αυτού μέχρι η ώρα 11:53:57 έχοντας συνεχώς ανοικτή την εν λόγω πόρτα. Μετά αυτή εισήλθε εκ νέου στο περίπτερο. Ο κατηγορούμενος, μετά που η γυναίκα του είχε δώσει κάτι και κατευθύνθηκε στη συνέχεια στη μπροστινή αριστερή πόρτα του οχήματος ως ανέφερα πιο πάνω, ακούμπησε με την πλάτη του στη μπροστινή δεξιά πόρτα του οχήματος. Οι 3 άντρες κάτι είπαν μεταξύ τους και ακολούθως οι 2 άλλοι άντρες περπάτησαν προς την πορεία από την οποία είχε έλθει το όχημα, έχοντας την πλάτη τους γυρισμένη προς τον κατηγορούμενο. Ο πιο ψηλός από αυτούς είχε τη τσάντα του στην πλάτη του και του άλλου η τσάντα βρισκόταν λίγο πιο κάτω από το ύψος της μέσης του. Παρέμειναν για λίγο εκτός της εμβέλειας της κάμερας αλλά εντός του οπτικού πεδίου του κατηγορούμενου και στη συνέχεια επέστρεψαν προς το μέρος του. Συνομίλησαν εκ νέου για λίγο μαζί του και στη συνέχεια περπάτησαν προς την ίδια κατεύθυνση από την οποία είχαν έλθει προηγουμένως. Ακολούθως στο πλάνο εμφανίστηκε ένας υψηλόσωμος φαλακρός γενειοφόρος άντρας ο οποίος περπατούσε μπροστά από τους 2 άλλους άντρες και όλοι μαζί πλησίασαν τον κατηγορούμενο. Επίσης η γυναίκα στη συνέχεια εξήλθε από το όχημα και πήγε στο σημείο πίσω από το αυτοκίνητο στο οποίο βρίσκονταν εκείνη την ώρα οι 4 άντρες. Ο υψηλόσωμος άντρας κάτι της έδωσε και της έδειξε με το χέρι του προς την είσοδο του περιπτέρου και στη συνέχεια αυτή εισήλθε ξανά στο περίπτερο. Στη συνέχεια η ώρα 11:56:24 οι 2 άντρες που κατέβηκαν από το όχημα ενοικιάσεως άρχισαν να περπατούν προς την κατεύθυνση από την οποία είχαν έλθει προηγουμένως και η γυναίκα βγήκε από το περίπτερο και έδωσε στον υψηλόσωμο άντρα 1 αλουμινένιο κουτί ενδεχομένως καφέ ή αναψυκτικού ο οποίος είχε παραμείνει στο μέρος μαζί με τον κατηγορούμενο ο οποίος είχε εν τω μεταξύ ανάψει και τσιγάρο. Ακολούθως η ώρα 11:57:22 προς την ίδια κατεύθυνση με τους 2 άντρες κατευθύνθηκαν ο κατηγορούμενος, η γυναίκα και ο υψηλόσωμος άντρας. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος και η γυναίκα επέστρεψαν με γοργό βάδισμα προς το όχημα ενοικιάσεως και η ώρα 11:57:29 επιβιβάστηκαν σε αυτό το οποίο αφού εισήλθε στον δρόμο έκανε επαναστροφή και κατευθύνθηκε προς την πορεία από την οποία είχε αφιχθεί στο μέρος. Τέλος η ώρα 11:57:54 επαναστροφή προς την ίδια κατεύθυνση έκανε και ένα όχημα χρώματος ασημί. Ο Μ.Κ.1 δεν αντεξετάστηκε. Μετά που το Δικαστήριο έκρινε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και εξήγησε στον κατηγορούμενο τα δικαιώματά του αυτός επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής. Η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής κατά την αγόρευσή της εισηγήθηκε ότι από την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αποδείχθηκε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το αδίκημα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Ο δικηγόρος του κατηγορούμενου από την άλλη πλευρά, μετά που αγόρευσε προφορικά παρέδωσε στο Δικαστήριο γραπτό κείμενο με τις θέσεις και εισηγήσεις του. Ο κ. Αναστασίου εισηγήθηκε ότι οι 2 αλλοδαποί οι οποίοι φαίνονται στο βίντεο του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης, τεκμήριο 6, να λογομαχούν ή και να συζητούν με τον κατηγορούμενο και κάποιο τρίτο πρόσωπο δεν κλήθηκαν ως μάρτυρες. Φαίνεται στο εν λόγω βίντεο ότι φεύγουν περπατητοί προς την αντίθετη κατεύθυνση μετά από συζήτηση με τον κατηγορούμενο ο οποίος εισέρχεται στο όχημά του και κατευθύνεται προς αυτούς. Το ίδιο φαίνεται να κάνει και άλλο πρόσωπο με το δικό του όχημα. Εισηγήθηκε επίσης ότι από το εν λόγω βίντεο δεν αποκλείεται η εκδοχή που έδωσε ο κατηγορούμενος στην κατάθεσή του να είναι αλήθεια. Εισηγήθηκε τέλος ότι δεν μπορεί να εξαχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας γνώση ψεύδους και πως η υπόθεση βασίστηκε στη γνώμη αστυνομικού του Π.Α.Σ. Κοφίνου από τον οποίο δεν αποκλείεται να διέφυγε από το βίντεο το σημείο εκείνο στο οποίο ο κατηγορούμενος κάνει επαναστροφή για να κυνηγήσει τους αλλοδαπούς και κάλεσε το Δικαστήριο να τον αθωώσει στην κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει. Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου

(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδείχθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Επιπλέον, είναι καλά νομολογημένο ότι η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νου στους μάρτυρες κατηγορίας, ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Σχετική είναι απόφαση Pal Tekinder κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551. Οι υποβολές όμως των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλώς μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετική είναι η απόφαση Ησαΐας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640. Τέλος, στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιόμυλου ν. Έλλης Μιχαήλ Κτωρίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 204, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο καταλήγει στην απόφασή του λαμβάνοντας υπόψη του το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας ανεξαρτήτως της προέλευσής της. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Ο Μ.Κ.1 που ήταν το μοναδικό πρόσωπο που έδωσε προφορική μαρτυρία στο Δικαστήριο δεν αντεξετάστηκε. Συνεπώς οι ισχυρισμοί του οι οποίοι δεν αμφισβητήθηκαν γίνονται αποδεκτοί. Κρίνω πως η μαρτυρία του αφενός είναι τυπική επειδή αφορά μόνο στην εκ μέρους του λήψη κατάθεσης από τον Αντώνη Αντωνίου και την παραλαβή του τεκμηρίου 6 από το εν λόγω πρόσωπο και αφετέρου πως δεν μπορεί να είναι διαφωτιστική για το τι πράγματι συνέβηκε έξω από το περίπτερο «Η Βρύση» στον Κόρνο κατά τον επίδικο για την παρούσα υπόθεση χρόνο αφού ο Μ.Κ.1 δεν ήταν παρών εκεί και δεν έχει ιδία αντίληψη για το πως πράγματι διαδραματίστηκαν τα γεγονότα. Το περιεχόμενου του τεκμηρίου 6 ομοίως δεν αμφισβητήθηκε. Όσα περιέχονται σε αυτό αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου. Σχετικά με τις καταθέσεις των κατηγορουμένων το Δικαστήριο μπορεί να αξιολογήσει το περιεχόμενο των γραπτών τους καταθέσεων οι οποίες βρίσκονται ενώπιόν του. Θεμελιακή επί του θέματος είναι η υπόθεση Χαράλαμπος Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109, στην οποία υιοθετηθήκαν οι αρχές της αγγλικής υπόθεσης Findlay Duncan 73 Cnm. App R. 359. Στην Κωνσταντίνου (ανωτέρω), υποδείχθηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου που γίνεται δεκτό αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία για την αλήθεια των γεγονότων στα οποία αναφέρεται και όχι μόνο το μέρος εκείνο που συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Λέχθηκε επίσης πως μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο της κατάθεσης, το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια στα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Στην εν λόγω υπόθεση εξηγήθηκε επίσης ότι το βάρος το οποίο θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης ενός κατηγορουμένου αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια των κριτών των γεγονότων της υπόθεσης. Στην υπόθεση Λοΐζος Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 255, έγινε αναφορά στην Χαράλαμπος Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)(πιο πάνω) και επίσης αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Ο λόγος της Κωνσταντίνου περιορίζεται στην αποδεικτική αξία κατάθεσης του κατηγορουμένου στις αστυνομικές αρχές, στην οποία, περιέχεται ομολογία του εγκλήματος. Σε συμφωνία με την αγγλική απόφαση Dunkan 73 Cr. App. Rep. 359 το Εφετείο διαπίστωσε ότι το σύνολο της κατάθεσης συνιστά μαρτυρία και όχι μόνο το μέρος το οποίο περιορίζεται στην ομολογία». Ως προανέφερα ο κατηγορούμενος ως είναι δικαίωμά του επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής. Έχω υπόψη μου το περιεχόμενο της κατάθεσής του τεκμήριο 2 στο οποίο αναφέρθηκα πιο πάνω. Κρίνω πως δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε αξία στους ισχυρισμούς του πως (α) στο επίδικο όχημα είχε ένα τσαντάκι ώμου, (β) μόλις μπήκε στο επίδικο περίπτερο για να πάρει σοκολάτα αμέσως βγήκε επειδή η Βικτώρια του φώναξε πως του αγόρασε η ίδια και (γ) γύρισε πάνω της και του είπε ότι οι 2 αλλοδαποί πήραν την τσάντα του επειδή οι εν λόγω ισχυρισμοί όχι μόνο δεν υποβλήθηκαν στη βάσανο της αντεξέτασης για να κριθεί η βασιμότητά τους αλλά επιπλέον επειδή οι ως άνω ισχυρισμοί του δεν βρίσκουν έρεισμα στην ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία. Πέραν των πιο πάνω και έχοντας υπόψη μου αφενός πως όταν ο κατηγορούμενος άνοιξε τη δεξιά μπροστινή πόρτα του οχήματος για να πάρει το σακάκι του και μπορούσε από εκείνο το χρονικό σημείο να είχε διαπιστώσει ότι το τσαντάκι του δεν βρισκόταν εκεί που ισχυρίστηκε ότι το είχε τοποθετήσει και αφετέρου ότι αντί να το αναζητήσει ή να δείξει ανήσυχος, αφού σύμφωνα με τον ισχυρισμό του αυτό δεν βρισκόταν εκεί που το είχε αφήσει, αμέσως μετά αμέριμνος φόρεσε το σακάκι του και συνέχισε κανονικά να συζητά με τους 2 αλλοδαπούς οδηγούμε στο συμπέρασμα ότι δεν έγινε κάτι για να τον θέσει σε εγρήγορση. Και επειδή ήταν η θέση του κατηγορούμενου ότι το τσαντάκι του αφενός βρισκόταν εκεί και αφετέρου ότι είχε κλαπεί κρίνω πως η έλλειψη ανησυχίας από τον ίδιο υποδηλώνει είτε ότι αυτό δεν βρισκόταν ποτέ στο αυτοκίνητο ή ότι δεν κλάπηκε. Καθένα όμως από τα πιο πάνω οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ουδέποτε το εν λόγω τσαντάκι κλάπηκε και αυτό ο κατηγορούμενος το γνώριζε. Ομοίως και για τους ίδιους ως άνω λόγους κρίνω ότι δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα ούτε στους ισχυρισμούς του ότι γύρισε προς τους αλλοδαπούς και είδε ότι αυτοί έτρεχαν και ο ένας από αυτούς είχε στον ώμο του το τσαντάκι του επειδή στο τεκμήριο 6 φαίνεται ότι οι αλλοδαποί από την πρώτη στιγμή που κατέβηκαν από το επίδικο αυτοκίνητο ενοικιάσεως το οποίο στάθμευσε μπροστά από το περίπτερο «Η Βρύση» στον Κόρνο είχαν ο καθένας από μια τσάντα στον ώμο του, οι οποίες ήταν εμφανείς στον κατηγορούμενο, στάθηκαν δίπλα του και συνομίλησαν μαζί του και ουδέποτε απομακρύνθηκαν από αυτόν τρέχοντας. Ως προκύπτει από το τεκμήριο 6 οι άλλοι 2 άντρες ήταν αυτοί που πλησίαζαν συνεχώς τον κατηγορούμενο επιδιώκοντας να μιλήσουν μαζί του αλλά αυτός κατ' επανάληψη τους έκανε νεύμα με τα χέρια του να απομακρυνθούν από κοντά του. Στο τεκμήριο 6 ουδέποτε εμφανίστηκε το τσαντάκι ώμου το οποίο ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι είχε μαζί του στο επίδικο όχημα ούτε ότι αυτό το πήρε οποιοσδήποτε από τους 2 αλλοδαπούς που ήταν συνεπιβάτες στο όχημά του. Έχοντας υπόψη μου τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω καθώς επίσης και όσα δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα μεταξύ των διαδίκων καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: στις 17.3.2020 και ώρα 14:05 ο κατηγορούμενος μετέβηκε στον Π.Α.Σ. Κοφίνου στην Κοφίνου της Επαρχίας Λάρνακας και έδωσε στον Μ.Κ.1 που είναι μέλος της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου μία κατάθεση. Στην κατάθεσή του ανέφερε πως νωρίτερα την ίδια ημέρα έξω από το περίπτερο «Η Βρύση» στον Κόρνο οι 2 αλλοδαποί οι οποίοι ήταν συνεπιβάτες του στο όχημα ενοικιάσεως έκλεψαν από αυτόν το χρηματικό ποσό των €2.000 το οποίο βρισκόταν σε τσαντάκι ώμου το οποίο είχε μέσα στο εν λόγω όχημα την επίδικη ημέρα. Κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης προέκυψε ότι στο ως άνω περίπτερο, κατά τον επίδικο χρόνο, ήταν τοποθετημένες κάμερες κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης οι οποίες τοποθετήθηκαν από τον Αντώνη Αντωνίου τεχνικό ασφαλείας της εταιρείας A. ANTONIOU PROTECTA SECURITY SYSTEM LTD. Μετά που του ζητήθηκε από την Αστυνομία ο Αντωνίου ετοίμασε ένα DVD με εικόνες που κατέγραψαν οι βιντεοκάμερες 5, 1, 2, 4 του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης του περιπτέρου «Η ΒΡΥΣΗ» στη Λεωφ. Ομονοίας 3 στον Κόρνο στις 17.3.2020 μεταξύ των ωρών 11:46 - 11:59. Το εν λόγω DVD υπογράφηκε από τον Αντωνίου και τον Μ.Κ.1 και την ίδια ημέρα και ώρα 12:30 ο Μ.Κ.1 το μετέφερε στον Π.Α.Σ. Κοφίνου, το σφράγισε σε χακί φάκελο στον οποίο έθεσε τα αρχικά του «Η.Π.1» και το τοποθέτησε με ασφάλεια στην αποθήκη τεκμηρίων του Π.Α.Σ. Κοφίνου. Κατά τον επίδικο χρόνο τα 2 πρόσωπα τα οποία ήταν συνεπιβάτες στο όχημα του κατηγορούμενου κατέβηκαν από το εν λόγω όχημα, παρέμειναν στο μέρος για λίγα λεπτά συνομιλώντας με τον κατηγορούμενο και στη συνέχεια απομακρύνθηκαν από εκεί περπατώντας. Δεν προέκυψε ότι πράγματι στο επίδικο όχημα κατά τον επίδικο χρόνο βρισκόταν το τσαντάκι ώμου ούτε ότι οποιοσδήποτε από τους αλλοδαπούς συνεπιβάτες του κατηγορούμενου το έκλεψε και απομακρυνόμενος τρέχοντας από το επίδικο μέρος το έβαλε και στον ώμο του. Στη συνέχεια όταν στις 13.10.2020 ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς ότι στις 17.3.2020 στον Π.Α.Σ. Κοφίνου έδωσε ψευδή κατάθεση σχετικά με κατά φαντασία ποινικό αδίκημα κλοπής έξω από το περίπτερο «Η Βρύση» στον Κόρνο από 2 αλλοδαπούς, ένα εκ των οποίων κατονόμασε ως MOHAMMAD AFZAAL από το Πακιστάν, απάντησε με τη φράση «ότι έδωσα στην κατάθεση μου είναι η αλήθεια». ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης της σωρευτικής ύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσον εύλογες και εάν είναι (Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.. 246) «οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Όπως καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί και αθωωθεί από την κατηγορία. Το αδίκημα της δημόσιας βλάβης βασίζεται στο άρθρο 115 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, το οποίο προνοεί τα εξής: «Όποιος, γνωρίζει ότι δίνει σε οποιοδήποτε αστυνομικό ψευδή κατάθεση σε συνάφεια με κατά φαντασία ποινικό αδίκημα, είναι ένοχος δημόσιας βλάβης, και υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή σε φυλάκιση ενός χρόνου». Στην υπόθεση Λουκά ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 30/2020, ημερ. 10.3.2021, ECLI:CY:AD:2021:B91, λέχθηκε πως από το λεκτικό του άρθρου 115 προκύπτει ότι η κατηγορούσα αρχή φέρει το βάρος να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο κατηγορούμενος έχει δώσει κατάθεση σε Αστυνομικό, ότι η κατάθεση αυτή είναι ψευδής όσον αφορά κάποιο ποινικό αδίκημα, αλλά και ότι ο Κατηγορούμενος γνώριζε ότι αυτά τα οποία καταθέτει είναι ψευδή. Δηλαδή, πως γνώριζε ότι στην πραγματικότητα δεν έχει διαπραχθεί το αδίκημα για το οποίο γίνεται η καταγγελία. Στην υπόθεση F.L.H. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 4/2020, ημερ. 31.1.2022, ECLI:CY:AD:2022:D32 λέχθηκε ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της δημόσιας βλάβης είναι τα ακόλουθα: (α) ένα πρόσωπο δίδει κατάθεση σε οποιοδήποτε αστυνομικό, (β) η κατάθεση είναι ψευδής, (γ) η κατάθεση αφορά σε ένα φανταστικό αδίκημα και (δ) το εν λόγω πρόσωπο ενεργεί εν γνώσει των παραπάνω. Στην παρούσα υπόθεση από όσα ανέφερα πιο πάνω προκύπτει ότι στις 17.3.2020 και ώρα 14:05 ο κατηγορούμενος στον Π.Α.Σ. Κοφίνου έδωσε κατάθεση στον Μ.Κ.1 στην οποία ανέφερε ότι νωρίτερα την ίδια ημέρα έξω από το περίπτερο «Η Βρύση» στον Κόρνο 2 αλλοδαποί του έκλεψαν 1 τσαντάκι ώμου. Ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι ουδέποτε το επίδικο τσαντάκι βρισκόταν στο όχημά του καθώς επίσης ότι αυτό ουδέποτε είχε κλαπεί και κατά συνέπεια γνώριζε επίσης ότι ούτε ουδέποτε το αδίκημα της κλοπής είχε διαπραχθεί. Από τα πιο πάνω προκύπτει πως όταν ο κατηγορούμενος στις 17.3.2020 στον Π.Α.Σ. Κοφίνου έδωσε στον Μ.Κ.1 ο οποίος είναι αστυνομικός την πιο πάνω κατάθεση γνώριζε ότι το αδίκημα της κλοπής για το οποίο έδωσε την εν λόγω κατάθεση ουδέποτε είχε διαπραχθεί. Επομένως κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της δημόσιας βλάβης και κατ' επέκταση την επίδικη κατηγορία. Συνακόλουθα ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει. (Υπ.) ........... Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο/Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.