Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Ρ. Κ., Αρ. Υπόθεσης: 10825/2024, 13/9/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10825/2024 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας εναντίον Ρ. Κ. Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 13.9.2024 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Σταύρου Για τον Κατηγορούμενο: Αυτοπροσώπως Κατηγορούμενος: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Στο κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης περιλαμβάνονται 19 κατηγορίες στις οποίες ο κατηγορούμενος δήλωσε μη παραδοχή και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση. Μετά που η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε τη μαρτυρία της καταχωρήθηκε αναστολή ποινικής δίωξης στις κατηγορίες 2, 3 και 8. Οι υπόλοιπες κατηγορίες οι οποίες παρέμειναν επίδικες αφορούν τα πιο κάτω αδικήματα: ανυπακοή σε νόμιμες διαταγές κατά παράβαση του άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορίες 1 και 4), απειλή κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα και των άρθρων 2, 3
(1)
(4)του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/2000 και άρθρα 2, 3, 5(α) και 11 του περί Πρόληψης και Καταπολέμησης της Βίας κατά των γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας Νόμου 115(Ι)/2021 (κατηγορίες 5 και 12), είσοδος σε ξένη περιουσία με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος κατά παράβαση του άρθρου 280 του Ποινικού Κώδικα (6η κατηγορία), κοινή επίθεση κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1), 4
(1)
(2)(Φ) του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/2000 και άρθρα 2, 3, 5(α) και 11 του περί Πρόληψης και Καταπολέμησης της Βίας κατά των γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας Νόμου 115(Ι)/2021 (κατηγορίες 7, 13 και 14), απαίτηση περιουσίας με απειλές με σκοπό κλοπής κατά παράβαση του άρθρου 290 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορίες 9, 15 και 16), απειλή βιαιοπραγίας κατά παράβαση του άρθρου 91(γ) του Ποινικού Κώδικα και των άρθρων 2, 3
(1)
(4)του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/2000 και άρθρα 2, 3, 5(α) και 11 του περί Πρόληψης και Καταπολέμησης της Βίας κατά των γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας Νόμου 115(Ι)/2021 (10η κατηγορία), επίθεση με πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα και των άρθρων 2, 3
(1)
(4)του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/2000 (11η κατηγορία), αντίσταση για ματαίωση νόμιμης σύλληψης κατά παράβαση του άρθρου 244(α) του Ποινικού Κώδικα (17η κατηγορία), επίθεση κατά οργάνου τήρησης της τάξης κατά παράβαση του άρθρου 244(β) του Ποινικού Κώδικα (18η κατηγορία) και ανησυχία κατά παράβαση του άρθρου 95 του Ποινικού Κώδικα (19η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 7.7.2024 και περί ώρα 00:01 στην οδό [ ] 28 στη Λάρνακα ανυπάκουσε σε διάταγμα αποκλεισμού που εκδόθηκε από το Ε.Δ. Λάρνακας στην αγωγή 1084/2021 το οποίο του απαγόρευε να πλησιάζει την πατρική του οικία στην πιο άνω οδό καθώς και τη μητέρα του Έ. Κ. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 4ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 6.7.2024 και περί ώρα 21:30 στην οδό [ ] 28 στη Λάρνακα ανυπάκουσε σε διάταγμα αποκλεισμού που εκδόθηκε από το Ε.Δ. Λάρνακας στην αγωγή 1084/2021 το οποίο του απαγόρευε να πλησιάζει την πατρική του οικία στην πιο άνω οδό καθώς και τη μητέρα του Έλλη Κυρατζή. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 5ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 4η κατηγορία (δηλαδή στις 6.7.2024 και περί ώρα 21:30 στην οδό [ ] 28 στη Λάρνακα) προκάλεσε τρόμο στη μητέρα και τον πατέρα του Έ. και Χ. Κ. απειλώντας τους ότι με παράνομη πράξη θα τους κάνει κακό λέγοντας τους «ανοίξετε γιατί εννά σπάσω την πόρτα, εννά της άψω φωθκιά να την κρούσω» και «εννά σας σπάσω τα αυτοκίνητα σας». Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 6ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία (δηλαδή στις 7.7.2024 και περί ώρα 00:01 στην οδό [ ] 28 στη Λάρνακα) εισήλθε εντός της κατοικίας της μητέρας του Έ. Κ., με σκοπό να διαπράξει το ποινικό αδίκημα της απειλής. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 7ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 4η κατηγορία (δηλαδή στις 6.7.2024 και περί ώρα 21:30 στην οδό [ ] 28 στη Λάρνακα) παράνομα επιτέθηκε εναντίον της μητέρας του Έ. Κ. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 9ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία (δηλαδή στις 7.7.2024 και περί ώρα 00:01 στην οδό [ ] 28 στη Λάρνακα) με σκοπό κλοπής πολύτιμου πράγματος δηλαδή χρημάτων απαίτησε χρηματικό ποσό €40,00 από τη μητέρα και τον πατέρα του Έ. και Χ. Κ. με απειλές / βία λέγοντάς τους «αν δεν μου δώκετε τα 100 ευρώ εννά σπάσω την τηλεόραση». Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 10ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 4η κατηγορία (δηλαδή στις 6.7.2024 και περί ώρα 21:30 στην οδό [ ] 28 στη Λάρνακα) με σκοπό υποκίνησης της μητέρας του Έ. και του πατέρα του Χ. Κ. για να διενεργήσουν πράξη την οποία αυτοί δεν είχαν νομική υποχρέωση να τελέσουν, δηλαδή να του δώσουν χρήματα τους απείλησε με τη φράση «αν δεν μου δώκετε τα 100 ευρώ εννά σπάσω την τηλεόραση». Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 11ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 7.7.2024 στην οδό [ ] 28 στη Λάρνακα επιτέθηκε και κτύπησε τον πατέρα του Χ. Κ. από τη Λάρνακα με αποτέλεσμα να του προκαλέσει πραγματική σωματική βλάβη. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 12ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στη 10η κατηγορία (δηλαδή στις 6.7.2024 και περί ώρα 21:30 στην οδό [ ] 28 στη Λάρνακα) προκάλεσε τρόμο στη μητέρα του Έ. Κ. απειλώντας την ότι με παράνομη πράξη θα της κάνει κακό λέγοντας της «εγώ τώρα θέλω να πιω γιαίμα». Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 13ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στη 10η κατηγορία (δηλαδή στις 6.7.2024 και περί ώρα 21:30 στην οδό [ ] 28 στη Λάρνακα) παράνομα επιτέθηκε στη μητέρα του Έ. Κ. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 14ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 4.7.2024 και περί ώρα 23:45 στην οδό [ ] 28 στη Λάρνακα επιτέθηκε στη μητέρα του Έ. Κ. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 15ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 13η κατηγορία (δηλαδή στις 6.7.2024 και περί ώρα 21:30 στην οδό [ ] 28 στη Λάρνακα) με σκοπό κλοπής πολύτιμου πράγματος δηλαδή χρημάτων απαίτησε χρηματικό ποσό €40,00 από τη μητέρα του Έ. με απειλές / βία λέγοντάς της ότι εάν δεν του έδινε χρήματα θα της έσπαζε τα δάκτυλά της. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 16ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 13η κατηγορία (δηλαδή στις 6.7.2024 και περί ώρα 21:30 στην οδό [ ] 28 στη Λάρνακα) με σκοπό κλοπής πολύτιμου πράγματος δηλαδή χρημάτων απαίτησε χρηματικό ποσό €25,00 από τη μητέρα του Έ. με απειλές / βία λέγοντάς της ότι εάν δεν του έδινε χρήματα θα της έσπαζε το τηλέφωνο. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 17ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 7.7.2024 και ώρα 08:30 στην οδό [ ] στη Λάρνακα αντιστάθηκε στη νόμιμη σύλληψη ή κράτηση με σκοπό τη ματαίωση νόμιμης σύλληψης ή κράτησής του για ποινικό αδίκημα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 18ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 7.7.2024 και ώρα 08:30 στην οδό [ ] στη Λάρνακα επιτέθηκε κατά οργάνου τήρησης της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση των καθηκόντων του δηλαδή του Αστ. 2694 Χρήστου Πετούση του ΚΕΜ/ΟΥΛΑΕ Λάρνακας. Τέλος σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 19ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 7.7.2024 στην οδό [ ] στη Λάρνακα χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσε θόρυβο ή ταραχή σε δημόσιο μέρος με τέτοιο τρόπο που ενδέχετο να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης σε δημόσιο χώρο. Η κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη των κατηγοριών παρουσίασε 3 μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 παρουσιάστηκε ο Αστ. 2694 Χρίστος Πετούσης ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του υιοθέτησε τη γραπτή του κατάθεση ημερ. 7.7.2024 η οποία σημειώθηκε ως τεκμήριο 1, στην οποία περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: υπηρετεί στην Α.Δ.Ε. Λάρνακας και είναι τοποθετημένος στο ΚΕΜ ΟΥΛΑΕ. Στις 7.7.2024 και περί ώρα 07:50 ενώ βρισκόταν σε μηχανοκίνητη περιπολία ενημερώθηκε από το ΚΕΜ Λάρνακας για ένα εν εξελίξει περιστατικό βίας στην οικογένεια στην οδό [ ] 28 στη Λάρνακα. Μετέβηκε μαζί με συνάδελφούς του στην οικία όπου εντόπισαν την Έ. Κ. και τον σύζυγό της οι οποίοι τους ανέφεραν ότι ο γιος τους Ρα. τους είχε επιτεθεί. Ο κατηγορούμενος με την άφιξή τους στο μέρος έφυγε από το σπίτι. Ο ίδιος παρέμεινε εκεί για να ελέγχει κατά πόσο ο κατηγορούμενος θα επέστρεφε στην οικία όπως και έγινε. Είδε τον κατηγορούμενο να πλησιάζει από τα δεξιά της οικίας και προσπάθησε να τον προσεγγίσει και να τον καθησυχάσει αφού φαινόταν ανήσυχος. Τον φώναξε με το όνομά του και αυτός έβγαλε από το τσαντάκι μέσης που κρατούσε ένα κινητό τηλέφωνο και άρχισε να τον βιντεογραφεί. Του είπε να παραμείνει στο μέρος και φώναξε τον Λοχ. 3433 να προσέλθει για βοήθεια. Αμέσως ο κατηγορούμενος κατέβασε το τηλέφωνό του και άρχισε να φωνάζει δυνατά «τώρα να δείτε ήντα που να σας κάμω» και «εννά σας τα κρούσω ούλλα». Έτρεξε προς το μέρος του κατηγορούμενου και κατάφερε να τον πλησιάσει και αφού τον έπιασε από το χέρι τον πληροφόρησε ότι είναι υπό σύλληψη για τα αδικήματα της ανησυχίας και απειλής και τότε ο κατηγορούμενος του απάντησε «αησμε εν έκαμα τίποτε». Αμέσως ο κατηγορούμενος τον έσπρωξε με τα χέρια του στο στήθος και με τη βοήθεια του Λοχ. 3433 λόγω του ότι προέβαλε αντίσταση κατά τη σύλληψή του χρησιμοποιήθηκε ανάλογη βία για να επιτευχθεί η σύλληψή του η ώρα 08:
- Στη συνέχεια τον μετέφερε στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων Λάρνακας για τα περαιτέρω. Στο Τμήμα διενήργησε έρευνα στον κατηγορούμενο και στην κατοχή του εντόπισε ένα κινητό τηλέφωνο το οποίο παρέλαβε ως τεκμήριο. Στη συνέχεια του επέδωσε και του εξήγησε τα δικαιώματα συλληφθέντα τα οποία αρνήθηκε να υπογράψει αναφέροντας «εννά σας κρούσω ούλλους». Στη συνέχεια παρέδωσε το τεκμήριο και τα δικαιώματα στην Αστ. 237 για τα περαιτέρω. Κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.1 ο κατηγορούμενος του υπέβαλε ότι η ημερομηνία και η οδός στις οποίες αναφέρθηκε είναι λάθος και ο μάρτυρας απάντησε ότι η οδός ήταν η [ ] και έκανε λάθος στην ανάγνωση της κατάθεσής του. Ως Μ.Κ.2 παρουσιάστηκε η Έλλη Κυρατζή η οποία ως μέρος της κυρίως εξέτασής της κατέθεσε τις 2 γραπτές της καταθέσεις ημερ. 5.7.2024 και 7.7.2024 οι οποίες σημειώθηκαν ως τεκμήρια 2 και 3 αντίστοιχα. Στην κατάθεσή της τεκμήριο 2 περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: είναι η μητέρα του Ρ. Κ. και διαμένει στην οδό [ ] 28 στη Λάρνακα. Με τον γιο της αντιμετωπίζουν πολλά προβλήματα εδώ και χρόνια επειδή είναι αντιδραστικός και τους δημιουργεί προβλήματα και έχει επιθετικές τάσεις εναντίον της ιδίας και του συζύγου της. Στις 4.7.2024 βρισκόταν στο υπνοδωμάτιό της και έβλεπε το έργο της ενώ ο σύζυγός της βρισκόταν σε έξοδο. Ο Ρ. τον τελευταίο καιρό διαμένει μαζί τους στο σπίτι και είναι καλύτερα. Γύρω στις 23:45 ενώ βρισκόταν στο δωμάτιό της ο Ρ. μπήκε σε αυτό απότομα και με επιθετικές τάσεις. Άρχισε να φωνάζει και να είναι εκτός ελέγχου και να της ζητά χρήματα. Του είπε ότι δεν είχε πάνω της και τότε ο Ρ. την έπιασε με τα χέρια του από τον λαιμό ενώ ξάπλωνε στο κρεβάτι. Προσπάθησε να τον σπρώξει πίσω για να καταφέρει να σηκωθεί και μόλις τα κατάφερε ο Ρ. την έπιασε από τα δάκτυλα των χεριών της τα οποία της λύγισε προς τα πίσω απειλώντας ότι αν δεν του δώσει χρήματα θα της τα σπάσει. Αυτή πόνεσε πάρα πολύ και φοβήθηκε ότι θα κάνει πράξη την απειλή του. Σε κάποια στιγμή ο Ραφαήλ της έπιασε το κινητό της τηλέφωνο και την απειλούσε ότι εάν δεν του δώσει χρήματα και συγκεκριμένα 25 ευρώ θα της το έσπαγε. Ο πατέρας του Ρ. πριν φύγει από το σπίτι του είχε αφήσει το χρηματικό ποσό των €40,
- Για να μην της σπάσει το τηλέφωνό της αναγκάστηκε και του έδωσε τα €25,00 που ζητούσε. Μόλις του έδωσε τα χρήματα αυτός έφυγε από το σπίτι. Στη συνέχεια ενημέρωσε την Αστυνομία η οποία τη μετέφερε στο Τμήμα για να προβεί σε κατάθεση. Στο τεκμήριο 3 περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: στις 6.7.2024 η ώρα 21:30 ήταν στο σπίτι της μαζί με τον σύζυγό της όταν ήρθε ο Ρ. και άρχισε να κτυπά την πόρτα και να φωνάζει και να τους απειλεί λέγοντάς τους «ανοίξετε γιατί εννά σπάσω την πόρτα, εννά της άψω φωθκιά να την κρούσω» και «εννά σας σπάσω τα αυτοκίνητα σας». Φοβήθηκαν και αναγκάστηκαν να του ανοίξουν την πόρτα και μόλις μπήκε στο σπίτι άρχισε να απαιτεί να του δώσουν €100,
- Της έλεγε «δώσμου τωρά 100 ευρώ» και επειδή αρχικά δεν του τα έδινε άρχισε να σπρώχνει την ίδια και μετά τον Χ. Στη συνέχεια άρχισε να ρίχνει πράγματα μέσα στο σπίτι χωρίς όμως να σπάσει οτιδήποτε. Έπειτα επειδή δεν του έδιναν τα λεφτά άρχισε να απειλεί «αν δεν μου δώκετε τα 100 ευρώ εννά σπάσω την τηλεόραση». Επειδή φοβήθηκε ότι θα πραγματοποιούσε τις απειλές του αναγκάστηκε να του δώσει €100,00 τα οποία μόλις έλαβε έφυγε από το σπίτι. Μετά από λίγο κατά τα μεσάνυκτα ήρθε πάλι, κτυπούσε την πόρτα και φώναζε να του ανοίξουν. Όταν του άνοιξαν άρχισε να φωνάζει και να τους απειλεί λέγοντας «δώστε μου 40 ευρώ διότι εννά τα σπάσω ούλλα δαμέσα». Φοβήθηκαν και μαζί με τον Χ. κλειδώθηκαν στο δωμάτιό τους. Ο Ρ. κτυπούσε την πόρτα πολλή ώρα και φώναζε να του ανοίξουν αλλά επειδή δεν του απαντούσαν σταμάτησε. Κατά τις 5 το πρωί ο Ρ. τους ξύπνησε και άρχισε να κτυπά την πόρτα του δωματίου τους και να φωνάζει να του ανοίξουν. Μετά από λίγη ώρα σηκώθηκε ο Χ., άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω. Άκουσε τον Ρ. που έσπαγε πράγματα και μετά φώναζε του Χ. ότι θα του έσπαγε τα δάκτυλα του και ύστερα από λίγα δευτερόλεπτα άκουσε τον Χ. να τσιρίζει από τον πόνο και κατάλαβε ότι τον κτύπησε ο Ρ. Λόγω του φόβου της έμεινε στο κρεβάτι και μετά από λίγα λεπτά ήρθε στο δωμάτιο ο Ρ. ο οποίος κάνοντας τα χέρια του γροθιές φώναζε όπως τον δαιμονισμένο «εγώ τώρα θέλω να πιω γιαίμα». Όπως έπεφτε στο κρεβάτι εκείνος το σήκωσε με τα χέρια του πάνω και στη συνέχεια το άφησε κάτω. Η ίδια νόμισε ότι εκείνη την ώρα θα την σκότωνε και έμεινε ακίνητη. Χωρίς να της κάνει τίποτε έφυγε και πήγε στην κουζίνα και συνέχισε να φωνάζει του Χ. και έτσι η ίδια κατόρθωσε να τηλεφωνήσει στην αστυνομία. Ο Ρ. συνέχισε να είναι εκτός εαυτού, φώναζε μέσα στους δρόμους και απειλούσε να τους κρούσει με αποτέλεσμα να συλληφθεί από τους αστυνομικούς. Λόγω της κατάστασης του γιου της εδώ και αρκετά χρόνια εξέδωσε εναντίον του δικαστικό διάταγμα το οποίο του απαγορεύει να πλησιάζει την ίδια και το σπίτι της. Έχει παράπονο από τον γιο της και θέλει η υπόθεση να πάει στο Δικαστήριο. Σε ερωτήσεις που της τέθηκαν στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής της η Μ.Κ.2 ισχυρίστηκε επίσης ότι πάντοτε φοβόταν γιατί ορισμένες φορές ο κατηγορούμενος υλοποίησε τις απειλές του και νοσηλεύθηκε σε νοσοκομείο. Τέλος κατέθεσε ως τεκμήριο 4 αντίγραφο του διατάγματος του Ε.Δ. Λάρνακας ημερ. 30.6.2022 το οποίο εκδόθηκε στην αγωγή 1084/2021 και ισχυρίστηκε ότι επιδόθηκε στον κατηγορούμενο γιο της. Κατά την αντεξέτασή της η Μ.Κ.2, μεταξύ άλλων, ισχυρίστηκε πως όσα ανέφερε είναι η αλήθεια. Ως Μ.Κ.3 παρουσιάστηκε ο Χ. Κ. ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι στις 7.7.2024 στην οδό [ ] 28 που βρίσκεται η οικία του η ώρα 7 το πρωί ο κατηγορούμενος ήταν εκτός εαυτού λόγω χρήσης ναρκωτικών και ο ίδιος προσπάθησε να τον καθησυχάσει. Ισχυρίστηκε επίσης ότι κατά τη φάση που ο κατηγορούμενος ήταν εκτός εαυτού προέκτεινε το δάκτυλό του για να σταματήσει και αυτός το άρπαξε και του το γύρισε. Δεν του το έσπασε αλλά μετέβηκε στο νοσοκομείο για κάθε ενδεχόμενο και κατέθεσε ως τεκμήριο 5 σχετική ιατρική έκθεση ημερ. 7.7.2024 του ιατρού Γιάγκου στην οποία αναγράφεται «Αναφερόμενη επίθεση. Άλγος - οίδημα - ερύθημα (ΔΕ) δείκτη. Χωρίς οστική λύση ακτινολογικά. Απελύθη με οδηγίες». Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Κ.3 αρνήθηκε υποβολή ότι ήταν παρών πολλές φορές όταν η Μ.Κ.2 έλεγε στον κατηγορούμενο «τώρα να δεις πόσες ψεύτικες κατηγορίες θα σου βάλω» και αυτός της έλεγε «κάτσε ρε Έ. μεν κάμνεις πελλάρες και μωρέματα» και ότι η ίδια απειλούσε τον κατηγορούμενο και ισχυρίστηκε ότι απλώς του έλεγε ότι θα τον καταγγείλει στην αστυνομία. Όταν ρωτήθηκε εάν θυμόταν ότι η Μ.Κ.2 έλεγε στον κατηγορούμενο πως θα του βάλει κατηγορίες ότι την άρπαξε από τον λαιμό και ότι έπιασε το μαχαίρι για να την σκοτώσει απάντησε επίσης αρνητικά. Όταν το Δικαστήριο έκρινε πως αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και στη συνέχεια εξήγησε στον κατηγορούμενο τα δικαιώματά του αυτός επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Ο κατηγορούμενος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι η παραπονούμενη ψεύδεται και πως η ίδια του έδωσε τα κλειδιά του σπιτιού στο οποίο διέμενε τα τελευταία ενάμιση με δύο χρόνια. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η μητέρα του τον κατηγορεί ψευδώς επειδή θέλει να βρίσκεται με τους φίλους και τις φίλες της και πως απόδειξη του ψεύδους της αποτελεί η παρουσία του πατέρα του στο Δικαστήριο ο οποίος πιστεύει ότι ο γιος του έχει δίκαιο. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο πατέρας του τού έλεγε «εγώ γιε μου ανέχουμαι τα 40 χρόνια τούτα». Ισχυρίστηκε τέλος ότι ο ίδιος βοηθούσε τη μητέρα του στις δουλειές του σπιτιού και ότι της έδιναν λεφτά για να πηγαίνει ταξίδια και τελικά αυτή έβριζε τον πατέρα του και του πετούσε τα ρούχα του στον δρόμο. Κατά την αντεξέτασή του ο κατηγορούμενος όταν ρωτήθηκε εάν υπάρχει διάταγμα να μην πηγαίνει στο σπίτι απάντησε καταφατικά προσθέτοντας πως από ό,τι γνωρίζει υπάρχει. Στη συνέχεια όταν του ζητήθηκε να δει το τεκμήριο 4 και να αναφέρει εάν το είχε υπόψη του ισχυρίστηκε ότι ποτέ δεν έπιασε στα χέρια του το εν λόγω διάταγμα. Στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι η μητέρα του τον έβαλε στο σπίτι και του έδωσε τα κλειδιά και αυτό είχε γίνει πριν από 16 μήνες. Όταν δε ρωτήθηκε κατά πόσο στις 6 και 7 Ιουλίου πήγε στο σπίτι απάντησε καταφατικά. Στη συνέχεια αρνήθηκε τις υποβολές που του τέθηκαν ότι επιτέθηκε στους γονείς του και ότι τους απείλησε καθώς επίσης ότι επιτέθηκε στον Μ.Κ.1 και αντιστάθηκε στη σύλληψή του. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων ο κ. Σταύρου εισηγήθηκε ότι από την αξιόπιστη μαρτυρία που παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή αποδείχθηκαν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα επίδικα αδικήματα ενώ αντίθετη ήταν η εισήγηση του κατηγορούμενου. Έχω μελετήσει τις θέσεις και εισηγήσεις τους, τις έχω υπόψη μου και θα κάνω αναφορά σε αυτές όπου είναι αναγκαίο. Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδείχθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Έχω επίσης υπόψη μου ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Σχετική, επίσης, είναι η απόφαση Πιριλλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, Ποινική Έφεση Αρ. 331/2015, ημερ. 11.12.2017, ECLI:CY:AD:2017:B454, όπου επαναλήφθηκε η αρχή πως η παράλειψη αντεξέτασης γενικά θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που θέτει ο μάρτυρας. Επιπλέον, είναι καλά νομολογημένο ότι η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νου στους μάρτυρες κατηγορίας, ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Σχετική είναι απόφαση Pal Tekinder κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551. Οι υποβολές όμως των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλώς μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετική είναι η απόφαση Ησαΐας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640. Τέλος, στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιόμυλου ν. Έλλης Μιχαήλ Κτωρίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 204, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο καταλήγει στην απόφασή του λαμβάνοντας υπόψη του το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας ανεξαρτήτως της προέλευσής της. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Στον Μ.Κ.1 κατά την αντεξέτασή του τού υποβλήθηκε μόνο μια ερώτηση. Συνεπώς έχοντας τούτο υπόψη μου κρίνω ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Συνακόλουθα ούτε κλονίστηκε και συνεπώς την αποδέχομαι ως ανταποκρινόμενη στην αλήθεια. Η Μ.Κ.2 μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας, κρίνω ότι η μαρτυρία της είχε λογική και συνοχή και συνακόλουθα πείθει για τη βασιμότητά της και γίνεται αποδεκτή. Η αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε από τον γιο της κρίνω πως δεν κλόνισε την αξιοπιστία της αφού η μάρτυρας παρέμεινε σταθερή στους ισχυρισμούς της τους οποίους είχε προβάλει και κατά την κυρίως εξέτασή της, απόδειξη πως όσα ισχυρίστηκε ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Έχοντας υπόψη μου ότι στην ουσία οι ισχυρισμοί του Μ.Κ.3 αναφορικά με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέτασή του η οποία ως επί το πλείστον αφορούσε σε θέματα άσχετα με τα επίδικα κρίνω ότι η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε και λόγω τούτο την αποδέχομαι ως ειλικρινή και ανταποκρινόμενη στην αλήθεια. Σε σχέση με τη μαρτυρία του κατηγορούμενου στο μέρος της που αποτελεί παραδοχή ότι γνώριζε για την ύπαρξη του επίδικου διατάγματος, τεκμήριο 4, καθώς επίσης ότι στις 6 και 7 Ιουλίου 2024 πήγε στο σπίτι των γονέων του στην οδό [ ] 28 στη Λάρνακα, γίνεται αποδεκτή αφού είναι ενάντια στα συμφέροντά του και δεν είναι λογικό να προέβαινε στις εν λόγω παραδοχές σε περίπτωση που αυτές δεν ανταποκρίνονταν στην αλήθεια. Σε σχέση με τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου ότι η Μ.Κ.2 του επέτρεψε να διαμένει στο σπίτι της για περίπου 16 μήνες πριν από τον επίδικο χρόνο κρίνω ότι ο εν λόγω ισχυρισμός, ο οποίος περιέχεται και στην κατάθεση της Μ.Κ.2, τεκμήριο 2, είναι βάσιμος και ως εκ τούτου γίνεται αποδεκτός. Αναφορικά με το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του κρίνω ότι αυτή είναι άσχετη με τα επίδικα θέματα αφού αφορά σε κατ' ισχυρισμό καβγάδες των γονιών του μεταξύ τους και αποτελεί ένδειξη ότι γενικότερα η μαρτυρία του σε ό,τι αφορά τη άρνησή του ότι διέπραξε όσα του καταλογίζονται δεν πείθει για τη βασιμότητά της και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Ενδεικτικά αναφέρω ότι επικαλέστηκε τον πατέρα του για να αντικρούσει τους ισχυρισμούς της Μ.Κ.2 ο οποίος όμως αντί τούτου επιβεβαίωσε κατ' ουσία τους ισχυρισμούς της. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας υπόψη μου την αξιολόγηση της μαρτυρίας στην οποία αναφέρθηκα πιο πάνω καθώς επίσης και τη μαρτυρία η οποία δεν αμφισβητήθηκε καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα αναφορικά με την παρούσα υπόθεση: ο κατηγορούμενος είναι γιος της Μ.Κ.2 και του Μ.Κ.
- Η Μ.Κ.2 καταχώρησε εναντίον του γιου της την αγωγή 1084/2021 του Ε.Δ. Λάρνακας και στις 30.6.2022 εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο του απαγορεύθηκε «να παρενοχλεί την ενάγουσα με οποιοδήποτε τρόπο, ήτοι, να την κτυπά, απειλεί, εξυβρίζει, να ασκεί σωματική και ψυχολογική βία, κακομεταχειρίζεται, παρακολουθεί, εκφοβίζει ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο επεμβαίνει στην ιδιωτική και κοινωνική ζωή της ενάγουσας . και να πλησιάζει την ενάγουσα και/ή την οικία στην οποία διαμένει, σε απόσταση 250 μέτρων». Το εν λόγω διάταγμα ήταν σε γνώση του κατηγορούμενου. Η Μ.Κ.2 διαμένει στην οδό [ ] 28 στη Λάρνακα μαζί με τον σύζυγό της Μ.Κ.
- Με τον γιο της αντιμετωπίζουν πολλά προβλήματα εδώ και χρόνια επειδή αυτός είναι αντιδραστικός και τους δημιουργεί προβλήματα και έχει επιθετικές τάσεις εναντίον της ιδίας και του συζύγου της. Στις 4.7.2024 η Μ.Κ.2 βρισκόταν στο υπνοδωμάτιό της και έβλεπε το έργο της ενώ ο σύζυγός της βρισκόταν σε έξοδο. Ο κατηγορούμενος τον τελευταίο καιρό διαμένει μαζί τους στο σπίτι και είναι καλύτερα. Η Μ.Κ.2 στις 4.7.2024 η ώρα 23:45 βρισκόταν στο δωμάτιό της όταν ο κατηγορούμενος μπήκε σε αυτό απότομα και με επιθετικές τάσεις. Άρχισε να φωνάζει και να είναι εκτός ελέγχου και να της ζητά χρήματα. Του είπε ότι δεν είχε πάνω της και τότε ο κατηγορούμενος την έπιασε με τα χέρια του από τον λαιμό ενώ ξάπλωνε στο κρεβάτι. Η Μ.Κ.2 προσπάθησε να τον σπρώξει πίσω για να καταφέρει να σηκωθεί και μόλις τα κατάφερε ο κατηγορούμενος την έπιασε από τα δάκτυλα των χεριών της τα οποία της λύγισε προς τα πίσω απειλώντας την ότι αν δεν του δώσει χρήματα θα της τα σπάσει. Αυτή πόνεσε πάρα πολύ και φοβήθηκε ότι θα κάνει πράξη την απειλή του. Σε κάποια στιγμή ο κατηγορούμενος της έπιασε το κινητό της τηλέφωνο και την απειλούσε ότι εάν δεν του δώσει χρήματα και συγκεκριμένα €25,00 θα της το έσπαγε. Ο πατέρας του κατηγορούμενου πριν φύγει από το σπίτι του είχε αφήσει το χρηματικό ποσό των €40,
- Για να μην της σπάσει το τηλέφωνό της η Μ.Κ.2 αναγκάστηκε να του δώσει τα €25,00 που ζητούσε. Μόλις του έδωσε τα χρήματα ο κατηγορούμενος έφυγε από το σπίτι. Στη συνέχεια η Μ.Κ.2 ενημέρωσε την Αστυνομία η οποία τη μετέφερε στο Τμήμα για να προβεί σε κατάθεση. Στις 6.7.2024 η ώρα 21:30 η Μ.Κ.2 ήταν στο σπίτι της μαζί με τον Μ.Κ.3 όταν ήρθε ο κατηγορούμενος και άρχισε να κτυπά την πόρτα και να φωνάζει και να τους απειλεί λέγοντάς τους «ανοίξετε γιατί εννά σπάσω την πόρτα, εννά της άψω φωθκιά να την κρούσω» και «εννά σας σπάσω τα αυτοκίνητα σας». Οι Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 φοβήθηκαν και αναγκάστηκαν να του ανοίξουν την πόρτα και μόλις ο κατηγορούμενος μπήκε στο σπίτι άρχισε να απαιτεί να του δώσουν €100,
- Της έλεγε «δώσμου τωρά 100 ευρώ» και επειδή αρχικά η Μ.Κ.2 δεν του τα έδινε άρχισε να τη σπρώχνει. Στη συνέχεια έσπρωχνε και τον Μ.Κ.
- Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος άρχισε να ρίχνει πράγματα μέσα στο σπίτι χωρίς όμως να σπάσει οτιδήποτε. Έπειτα ο κατηγορούμενος επειδή οι γονείς του δεν του έδιναν τα λεφτά άρχισε να απειλεί «αν δεν μου δώκετε τα 100 ευρώ εννά σπάσω την τηλεόραση». Η Μ.Κ.2 επειδή φοβήθηκε ότι ο κατηγορούμενος θα πραγματοποιούσε τις απειλές του αναγκάστηκε να του δώσει €100,00 τα οποία μόλις αυτός έλαβε έφυγε από το σπίτι. Μετά από λίγο κατά τα μεσάνυκτα ο κατηγορούμενος επέστρεψε στο σπίτι και κτυπούσε την πόρτα και φώναζε να του ανοίξουν. Όταν του άνοιξαν άρχισε να φωνάζει και να απειλεί τους Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 λέγοντας «δώστε μου 40 ευρώ διότι εννά τα σπάσω ούλλα δαμέσα». Αυτοί φοβήθηκαν και κλειδώθηκαν στο δωμάτιό τους. Ο κατηγορούμενος κτυπούσε την πόρτα πολλή ώρα και φώναζε να του ανοίξουν αλλά επειδή δεν του απαντούσαν σταμάτησε. Κατά τις 5 το πρωί ο κατηγορούμενος τους ξύπνησε και άρχισε να κτυπά την πόρτα του δωματίου τους και να τους φωνάζει να του ανοίξουν. Μετά από λίγη ώρα ο Μ.Κ.3 σηκώθηκε, άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω. Η Μ.Κ.2 άκουσε τον κατηγορούμενο που έσπαγε πράγματα και μετά φώναζε του Μ.Κ.3 ότι θα του έσπαγε τα δάκτυλα του. Ύστερα από λίγα δευτερόλεπτα άκουσε τον Μ.Κ.3 να τσιρίζει από τον πόνο και κατάλαβε ότι ο κατηγορούμενος τον κτύπησε. Ο Μ.Κ.3 μετέβηκε στο νοσοκομείο και εξετάστηκε από τον ιατρό Γιάγκου ο οποίος στη σχετική ιατρική έκθεση ημερ. 7.7.2024 που ο ίδιος συνέταξε κατέγραψε πως διαπίστωσε ότι ο Μ.Κ.3 είχε άλγος, οίδημα και ερύθημα (ΔΕ) δείκτη, χωρίς οστική λύση ακτινολογικά. Η Μ.Κ.2 λόγω του φόβου της έμεινε στο κρεβάτι και μετά από λίγα λεπτά ήρθε στο δωμάτιο ο κατηγορούμενος ο οποίος κάνοντας τα χέρια του γροθιές φώναζε όπως τον δαιμονισμένο «εγώ τώρα θέλω να πιω γιαίμα». Όπως η Μ.Κ.2 ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι ο κατηγορούμενος το σήκωσε με τα χέρια του πάνω και στη συνέχεια το άφησε κάτω. Η Μ.Κ.2 νόμισε ότι εκείνη την ώρα θα την σκότωνε και έμεινε ακίνητη. Χωρίς ο κατηγορούμενος να της κάνει οτιδήποτε έφυγε και πήγε στην κουζίνα και συνέχισε να φωνάζει του πατέρα του και έτσι η ίδια κατόρθωσε να τηλεφωνήσει στην αστυνομία. Ο κατηγορούμενος συνέχισε να είναι εκτός εαυτού, φώναζε μέσα στους δρόμους και απειλούσε να τους κρούσει. Ο Μ.Κ.1 είναι αστυνομικός, υπηρετεί στην Α.Δ.Ε. Λάρνακας και είναι τοποθετημένος στο ΚΕΜ ΟΥΛΑΕ. Στις 7.7.2024 και περί ώρα 07:50 ενώ ο Μ.Κ.1 βρισκόταν σε μηχανοκίνητη περιπολία ενημερώθηκε από το ΚΕΜ Λάρνακας για ένα εν εξελίξει περιστατικό βίας στην οικογένεια στην οδό [ ] 28 στη Λάρνακα. Ο Μ.Κ.1 μετέβηκε μαζί με συνάδελφούς του στην οικία όπου εντόπισαν τη Μ.Κ.2 και τον Μ.Κ.3 σύζυγό της οι οποίοι τους ανέφεραν ότι ο κατηγορούμενος γιος τους Ραφαέλος τους είχε επιτεθεί. Ο κατηγορούμενος με την άφιξή της αστυνομίας στο μέρος έφυγε από το σπίτι. Ο Μ.Κ.1 παρέμεινε στο μέρος για να ελέγχει κατά πόσο ο κατηγορούμενος θα επέστρεφε στην οικία όπως και έγινε. Είδε τον κατηγορούμενο να πλησιάζει από τα δεξιά της οικίας και προσπάθησε να τον προσεγγίσει και να τον καθησυχάσει αφού φαινόταν ανήσυχος. Τον φώναξε με το όνομά του και ο κατηγορούμενος έβγαλε από το τσαντάκι μέσης που κρατούσε ένα κινητό τηλέφωνο και άρχισε να τον βιντεογραφεί. Ο Μ.Κ.1 του είπε να παραμείνει στο μέρος και φώναξε τον Λοχ. 3433 να προσέλθει για βοήθεια. Αμέσως ο κατηγορούμενος κατέβασε το τηλέφωνό του και άρχισε να φωνάζει δυνατά «τώρα να δείτε ήντα που να σας κάμω» και «εννά σας τα κρούσω ούλλα». Ο Μ.Κ.1 έτρεξε προς το μέρος του κατηγορούμενου και κατάφερε να τον πλησιάσει και αφού τον έπιασε από το χέρι τον πληροφόρησε ότι είναι υπό σύλληψη για τα αδικήματα της ανησυχίας και απειλής και τότε ο κατηγορούμενος του απάντησε «αησμε εν έκαμα τίποτε». Αμέσως ο κατηγορούμενος τον έσπρωξε με τα χέρια του στο στήθος και λόγω του ότι προέβαλε αντίσταση κατά τη σύλληψή του με τη βοήθεια του Λοχ. 3433 χρησιμοποιήθηκε ανάλογη βία για να επιτευχθεί η σύλληψή του η ώρα 08:
- Στη συνέχεια τον μετέφερε στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων Λάρνακας για τα περαιτέρω. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης της σωρευτικής ύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και να είναι (Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ. 246) «οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Όπως καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί και αθωωθεί από την κατηγορία. Οι κατηγορίες 1 και 4 εδράζονται στο άρθρο 137 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 το οποίο έχει ως ακολούθως: «Όποιος ανυπακούει σε διάταγμα, ένταλμα, ή διαταγή που εκδόθηκε από Δικαστήριο, λειτουργό ή πρόσωπο που ενεργεί με οποιαδήποτε επίσημη ιδιότητα και κανονικά εξουσιοδοτημένο για αυτό, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων, εκτός όταν καθορίζεται ρητά κάποια άλλη ποινή ή διαδικασία σε συνάφεια με τέτοια ανυπακοή». Από το λεκτικό του ως άνω άρθρου προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος είναι τα ακόλουθα: α) η γνώση του διατάγματος και των όρων του από τον κατηγορούμενο και β) η πρόθεση παρακοής του. Στην υπόθεση Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά
(1993)1 Α.Α.Δ. 309, λέχθηκε ότι «για να στοιχειοθετηθεί η καταφρόνηση πρέπει να αποδειχθεί ηθελημένη ανυπακοή προς την απόφαση του Δικαστηρίου, το αποτέλεσμα της ανυπακοής αφ' εαυτού δεν αρκεί». Η κατηγορίες 5 και 12 εδράζονται στο άρθρο 91A του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 το οποίο έχει ως ακολούθως: «Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη». Στην υπόθεση Ιωσήφ ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 41/2021, ημερ. 28.9.2022, ECLI:CY:AD:2022:B369, λέχθηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με το αδίκημα της απειλής κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα: «Προκύπτει συνεπώς ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι α) η απειλή (άσκησης) βίας ή (τέλεσης) παράνομης πράξης ή παράλειψης κατά προσώπου β) που του προκαλεί τρόμο ή ανησυχία. Το τι συνιστά απειλή, είναι ζήτημα πραγματικό, το οποίο κρίνεται σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Ειδικότερα, κρίνεται αντικειμενικά, από το περιεχόμενο των όσων εκστομίζονται, ως και το αποτέλεσμα που αυτά προκαλούν στο πρόσωπο που απευθύνονται. Κενή απειλή, δηλαδή απειλή λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε, δεν στοιχειοθετεί πρόθεση εκφοβισμού (βλ. Ν. Νετζίηπ ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 1). Το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Κούσουλος ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 119/2021, ημερομηνίας 20.1.2022, ECLI:CY:AD:2022:B13, η οποία αφορούσε το αδίκημα της απειλής κατά παράβαση του Άρθρου 91Α του ΚΕΦ. 154 είναι σχετικό: «Στη Νετζιήπ ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 1, όπου εξετάστηκαν οι πρόνοιες του Άρθρου 91(γ) του Κεφ. 154, αναφέρθηκε ότι η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ αντικειμένου τη δυνατότητα εκφοβισμού του θύματος. Τα αποφασισθέντα σ΄ εκείνη την υπόθεση εφαρμόζονται κατ΄ αναλογία και στην παρούσα. Ως προς την πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στον απειλούμενο αυτό εξετάζεται με βάση την υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου. Σχετική είναι η αγγλική υπόθεση DPP v. Ramos [2000] All E.R. (D) 544, όπου εξετάστηκε το Άρθρο 4 του αγγλικού Public Order Act 1986, που αφορά το αδίκημα «fear or provocation of violence» όπου τονίστηκε ότι αυτό που έχει σημασία είναι η υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου, παρά τη στατιστική πιθανότητα άσκησης βίας σε σύντομο χρόνο. Ο κατηγορούμενος πρέπει να είχε πρόθεση εκφοβισμού του παραπονούμενου, έστω και αν δεν είχε σκοπό να διενεργήσει πράξη βίας ή παράνομη πράξη. Αυτή είναι η ένοχη διάνοια για τη διάπραξη του αδικήματος.» Σ' ό,τι αφορά την ένοχη διάνοια παραθέτουμε το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Sweet v. Parsley [1970] A.C. 132 σελίδα 148: «Ι dealt with this matter at some length in Warner's case [1969] 2 A.C. 256. On reconsideration I see no reason to alter anything which I there said. But I thing that some amplification is necessary. Our first duty is to consider the words of the Act: if they show a clear intention to create an absolute offence that is an end of the matter. But such cases are very rare. Sometimes the words of the section which creates a particular offence make it clear that mens rea is required in one form or another. Such cases are quite frequent. But in a very large number of cases there is no clear indication either way. In such cases there has for centuries been a presumption that Parliament did not intend to make criminals of persons who were in no way blameworthy in what they did. That means that whenever a section is silent as to mens rea there is a presumption that, in order to give effect to the will of Parliament, we must read in words appropriate to require mens rea."». Στην υπόθεση Κούσουλος ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 119/2021, ημερ. 20.1.2022, ECLI:CY:AD:2022:B13, η οποία αφορούσε το αδίκημα της απειλής κατά παράβαση του Άρθρου 91Α του Κεφ. 154 ο εφεσείων ο οποίος κρίθηκε ένοχος από το πρωτόδικο Δικαστήριο και η καταδίκη του επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο είχε εκστομίσει τη φράση «θα σε σκοτώσω εσένα και το γιο σου». Το αδίκημα της εισόδου σε ξένη περιουσία με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος της 6ης κατηγορίας εδράζεται στο άρθρο 280 του Ποινικού Κώδικα το οποίο έχει ως ακολούθως: «Όποιος εισέρχεται σε περιουσία που είναι στην κατοχή άλλου, με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία ή με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή όποιος, αφού εισέρθει νόμιμα σε τέτοια περιουσία, παραμένει σε αυτή παράνομα, με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων». Από το πιο πάνω λεκτικό προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος είναι τα ακόλουθα: (α) η παράνομη είσοδος του κατηγορούμενου σε περιουσία, (β) η περιουσία αυτή να βρίσκεται στην κατοχή άλλου και (γ) η είσοδος να έγινε με σκοπό τη διάπραξη ποινικού αδικήματος ή με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας. Σύμφωνα με τη νομολογία, ο σκοπός ή η πρόθεση διάπραξης του ποινικού αδικήματος ή της όχλησης δεν είναι πάντοτε δεκτικά θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενα αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθούν με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Youssef ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Ωστόσο τεκμαίρεται ότι κάθε πρόσωπο έχει την πρόθεση να επιφέρει τις φυσικές συνέπειες των πράξεων του. Το τεκμήριο είναι μαχητό, αλλά εάν δεν ανατραπεί θα ισχύσει (Ανθία ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ 404). Το αδίκημα της κοινής επίθεσης των κατηγοριών 7, 13 και 14 εδράζεται στα άρθρα 2, 3
(1)4
(1)
(2)(Φ) του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/2000. Το αδίκημα της εν λόγω κατηγορίας ενσωματώνει τις πρόνοιες του άρθρου 242 του Κεφ. 154 (βλ. A.G. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 119/2020, ημερ. 16.4.2021, ECLI:CY:AD:2021:B147). Το αδίκημα της κοινής επίθεσης ορίζεται από το άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα ως ακολούθως: «Όποιος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα, είναι ένοχος πλημμελήματος, αν όμως η επίθεση δεν διαπράχτηκε κάτω από περιστάσεις για τις οποίες σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό προνοείται βαρύτερη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές». Για τη στοιχειοθέτηση αυτού του αδικήματος θα πρέπει να αποδειχθούν δύο στοιχεία ως ακολούθως: α) ότι υπήρξε επίθεση εναντίον άλλου προσώπου και β) ότι η εν λόγω επίθεση ήταν παράνομη. Στο άρθρο 2 του Νόμου 119(Ι)/2000 ορίζεται ότι «μέλος της οικογένειας» σημαίνει: «(α) άντρα και γυναίκα που (i) έχουν συνάψει νόμιμο γάμο ανεξάρτητα αν ο γάμος υφίσταται ή όχι, ή (ii) συζούν ή συζούσαν ως αντρόγυνο· (β) γονείς των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο (α) (γ) τέκνα των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο (α) ανεξάρτητα αν αυτά είναι φυσικά ή υιοθετημένα τέκνα του ενός ή και των δύο εν λόγω προσώπων καθώς και τα εγγόνια των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο (α)». Στο άρθρο 3
(1)του Νόμου 119(Ι)/2000 ορίζεται ότι «Βία, για τους σκοπούς του Νόμου αυτού, σημαίνει οποιαδήποτε πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία προκαλείται σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας και περιλαμβάνει και τη βία που ασκείται με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος, καθώς επίσης και τον περιορισμό της ελευθερίας του». Στο άρθρο 3
(4)του Νόμου 119(Ι)/2000 ορίζεται ότι «Οποιοσδήποτε ασκεί βία με βάση το εδάφιο
(1)διαπράττει αδίκημα δυνάμει του Νόμου αυτού, που τιμωρείται, εκτός από την περίπτωση της κοινής επίθεσης που τιμωρείται με δύο χρόνια φυλάκιση και στην περίπτωση που σε άλλο ή στον παρόντα Νόμο προβλέπεται αυστηρότερη ποινή, με ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι τρεις χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο ποινές». Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή με μεγάλη αδιαφορία (recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο, τον φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεσή του. Η μεγάλη αδιαφορία στην οποία μπορεί να στοιχειοθετηθεί εναλλακτικά το συστατικό στοιχείο της πρόθεσης στο αδίκημα, έχει περιγραφεί στη νομολογία του κοινοδικαίου ότι καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, αφού συνειδητοποιήσει την ύπαρξη του κινδύνου, παρά ταύτα προβαίνει στις ενέργειες του (R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974 και R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 964). Στην υπόθεση A.G. ν. Αστυνομίας (πιο πάνω) που αφορούσε το αδίκημα της κοινής επίθεσης κατά παράβαση των προνοιών του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/2000, ως είναι οι κατηγορίες 7, 13 και 14 στην παρούσα υπόθεση, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όταν ο νόμος προνοεί αυστηρότερη ποινή όταν περιγραφόμενο αδίκημα διαπράττεται κάτω από συγκεκριμένες περιστάσεις που θεωρούνται επιβαρυντικές, ουσιαστικά, έστω και αν δεν είναι νομοτελειακά ακριβές, δημιουργείται ένα νέο αδίκημα, που στοιχειοθετείται με την απόδειξη όλων των συστατικών στοιχείων του περιγραφόμενου αδικήματος, πλέον των επιβαρυντικών περιστάσεων. Έτσι, το άρθρο 4 του Ν.119(Ι)/2000, διαβάζεται με κάθε άλλο άρθρο που ξεχωριστά αναφέρεται στις παραγράφους (α) μέχρι (ιβ) του εδαφίου
(2)και ο συνδυασμός τους δημιουργεί ανάλογο, «επαυξημένης σοβαρότητας» («aggravated»), αδίκημα. (Charalambous v. The Republic
(1962)C.L.R. 188, 196-7). Για το αδίκημα της κοινής επίθεσης το άρθρο 242 του Κεφ.154 προβλέπει ποινή φυλάκισης μέχρι ένα χρόνο. Μπορεί να επιβληθεί φυλάκιση μέχρι και δύο χρόνια για το αδίκημα της κοινής επίθεσης εναντίον μέλους της οικογένειας του δράστη, γιατί αυτό προβλέπεται με το άρθρο 4
(1)και
(2)(ιβ) του Ν.119(Ι)/2000. Και σε αυτή την επαυξημένη ποινή υπόκειτο ο Εφεσείων μετά την καταδίκη του, όπως επιβεβαιώνεται από την αναφορά σε σχέση με τη σοβαρότητα του αδικήματος, κατά την επιμέτρηση της ποινής, ότι: «αφορά βία στην οικογένεια και εξού και ο νομοθέτης έχει προνοήσει μεγαλύτερες ποινές. . Για να τον καταδικάσει για το αδίκημα της κατηγορίας, δυνάμει του άρθρου 4
(1)και
(2)(ιβ) του Ν.119(Ι)/2000 σε συνδυασμό με το άρθρο 242 του Κεφ. 154, θα έπρεπε να είχε λάβει υπόψη τις πρόνοιες του άρθρου 16 του Νόμου αυτού, που εφαρμόζονται για κάθε καταδίκη δυνάμει του Νόμου και να προβεί σε σχετικές διαπιστώσεις». Στις υποθέσεις A.G. ν. Αστυνομίας (πιο πάνω) και Μ. Γιώρκας ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 27/2021, ημερ. 16.3.2022, έγινε αναφορά στο άρθρο 16 του Ν.119(Ι)/2000 το οποίο προνοεί πως «Το Δικαστήριο δύναται να κρίνει ένοχο τον κατηγορούμενο με μόνη την κατάθεση του θύματος εφόσον δεν ήταν δυνατόν υπό τις περιστάσεις να εξασφαλιστεί ενισχυτική μαρτυρία». Λέχθηκε στις πιο πάνω υποθέσεις πως σε τέτοιου είδους αδικήματα απαιτείται καταρχάς το Δικαστήριο να αναζητήσει ενισχυτική μαρτυρία. Το αδίκημα της απαίτησης περιουσίας με απειλές με σκοπό κλοπής των κατηγοριών 9, 15 και 16 εδράζεται στο άρθρο 290 του Ποινικού Κώδικα το οποίο έχει ως ακολούθως: «Όποιος με σκοπό κλοπής πολύτιμου πράγματος απαιτεί αυτό από άλλο, με απειλές ή βία, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων». Από το πιο πάνω λεκτικό προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: (α) η απαίτηση με βία ή απειλές, (β) ενός πολύτιμου πράγματος, (γ) το οποίο ανήκει σε άλλον (δ) με σκοπό την κλοπή του εν λόγω πολύτιμου πράγματος. Το αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας της 10ης κατηγορίας εδράζεται στο άρθρο 91(γ) του Ποινικού Κώδικα το οποίο έχει ως ακολούθως: «
- Όποιος (α) . (β) . (γ) με σκοπό υποκίνησης οποιουδήποτε προσώπου για να διενεργήσει πράξη την οποία αυτό δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει ή για να παραλείψει πράξη την οποία αυτό έχει νομικό δικαίωμα να διενεργήσει, απειλεί άλλον ότι δυνατόν να προξενήσει βλάβη στο πρόσωπο, την υπόληψη, ή την περιουσία του ή στο πρόσωπο ή την υπόληψη οποιουδήποτε για τον οποίο ενδιαφέρεται εναντίον του οποίου γίνονται οι απειλές, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.». Από το πιο πάνω λεκτικό προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: (α) απειλή του κατηγορούμενου προς κάποιο άλλο πρόσωπο, (β) ότι δυνατόν να προξενήσει βλάβη στο εν λόγω πρόσωπο, την υπόληψη, ή την περιουσία του ή στο πρόσωπο ή την υπόληψη οποιουδήποτε για τον οποίο ενδιαφέρεται και (γ) με σκοπό υποκίνησης του εν λόγω άλλου προσώπου να διενεργήσει πράξη την οποία αυτό δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει ή για να παραλείψει πράξη την οποία αυτό έχει νομικό δικαίωμα να διενεργήσει. Το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης της 11ης κατηγορίας εδράζεται στο άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα το οποίο έχει ως ακολούθως: «Όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων». Από το πιο πάνω λεκτικό προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: (α) ότι υπήρξε επίθεση εναντίον άλλου προσώπου (β) η εν λόγω επίθεση ήταν παράνομη και (γ) λόγω της επίθεσης προκλήθηκε στο άλλο πρόσωπο σωματική βλάβη. Τα αδικήματα της αντίστασης για ματαίωση νόμιμης σύλληψης και της επίθεσης κατά οργάνου τήρησης της τάξης των κατηγοριών 17 και 18 εδράζονται στο άρθρο 244(α) και 244(β) αντίστοιχα του Ποινικού Κώδικα το οποίο έχει ως ακολούθως: «
- Όποιος (α) επιτίθεται εναντίον άλλου με σκοπό διάπραξης κακουργήματος ή αντίστασης ή ματαίωσης της νόμιμης σύλληψης ή κράτησης του εαυτού του ή άλλου για κάποιο ποινικό αδίκημα ή (β) επιτίθεται ή αντιστέκεται ή εσκεμμένα παρεμποδίζει όργανο τήρησης της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του ή άλλο που παρέχει συνδρομή σε τέτοιο όργανο τήρησης της τάξης ή (γ) . (δ) . (ε) . είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων». Από το πιο πάνω λεκτικό προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 244(α) του Ποινικού Κώδικα είναι τα ακόλουθα: (α) επίθεση του κατηγορούμενου, (β) προς άλλο πρόσωπο, (γ) με σκοπό διάπραξης κακουργήματος ή αντίστασης ή ματαίωσης της νόμιμης σύλληψης ή κράτησης του εαυτού του ή άλλου για κάποιο ποινικό αδίκημα. Από το πιο πάνω λεκτικό προκύπτει περαιτέρω ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 244(β) του Ποινικού Κώδικα είναι τα ακόλουθα: (α) επίθεση του κατηγορούμενου ή αντίσταση ή εσκεμμένη παρεμπόδιση, (β) οργάνου τήρησης της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντός του ή άλλου προσώπου που παρέχει συνδρομή σε τέτοιο όργανο τήρησης της τάξης. Τέλος το αδίκημα της ανησυχίας της 19ης κατηγορίας εδράζεται στο άρθρο 95 του Ποινικού Κώδικα και έχει ως ακολούθως: «Όποιος χωρίς εύλογη αιτία προκαλεί θόρυβο ή ταραχή σε δημόσιο χώρο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να οδηγήσει σε ανησυχία τους περίοικους ή να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών μηνών». Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του ως άνω αδικήματος είναι τα ακόλουθα: α) η χωρίς εύλογη αιτία πρόκληση θορύβου ή ταραχής, β) σε δημόσιο χώρο, γ) η οποία ενδέχεται να οδηγήσει σε ανησυχία τους περίοικους ή να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης. Όσον αφορά την έννοια του δημόσιου χώρου, αυτή καθορίζεται στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα ως ακολούθως: «δημόσιος χώρος ή δημόσιο υποστατικό περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτήριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης όπου το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής καθώς και κτήριο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση». ΚΑΤΑΛΗΞΗ Έχοντας υπόψη μου αφενός τα ευρήματα του Δικαστηρίου και τη νομική πτυχή της υπόθεσης ως τα ανέφερα πιο πάνω προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα επίδικα αδικήματα. Έχοντας υπόψη μου ότι το διάταγμα το οποίο εκδόθηκε στις 30.6.2022 από το Ε.Δ. Λάρνακας στην αγωγή 1081/2021 μεταξύ της Μ.Κ.2 και του κατηγορούμενου, καθώς επίσης και οι όροι του εν λόγω διατάγματος, ήταν σε γνώση του τελευταίου καθώς περαιτέρω ότι το εν λόγω διάταγμα απαγόρευε στον κατηγορούμενο, μεταξύ άλλων, να πλησιάζει την ενάγουσα και ή την οικία στην οποία διαμένει σε απόσταση 250 μέτρων, και περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος στις 6.7.2024 και ώρα 21:30 και στις 7.7.2024 και ώρα 00:01 αντίστοιχα βρισκόταν στο σπίτι της Μ.Κ.2 στην οδό [ ] 28 στη Λάρνακα κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των κατηγοριών 1 και 4 και συνακόλουθα ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος σε αυτές. Έχοντας επίσης υπόψη μου ότι ο κατηγορούμενος στις 6.7.2024 η ώρα 21:30 όταν ήταν στο σπίτι της μητέρας του (Μ.Κ.2) και φώναζε στην ίδια και στον πατέρα του (Μ.Κ.3) «ανοίξετε γιατί εννά σπάσω την πόρτα, εννά της άψω φωθκιά να την κρούσω» και «εννά σας σπάσω τα αυτοκίνητα σας» κρίνω ότι τα πιο πάνω περιέχουν απειλή άσκησης βίας και τέλεσης παράνομης πράξης κατά των εν λόγω προσώπων και περαιτέρω πως η εκστόμιση των πιο πάνω φράσεων λόγω του περιεχομένου τους δεν ήταν κενή απειλή αλλά αντιθέτως στοιχειοθετούσε τη δυνατότητα εκφοβισμού τους αφού μπορούσε αντικειμενικά να τους προκαλέσει τρόμο ή και ανησυχία. Συνακόλουθα κρίνω ότι αποδείχθηκε το αδίκημα της απειλής κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα και των άρθρων 2, 3
(1)
(4)του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/2000 και άρθρα 2, 3, 5(α) και 11 του περί Πρόληψης και Καταπολέμησης της Βίας κατά των γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας Νόμου 115(Ι)/2021 που αφορά η 5η κατηγορία και λόγω των πιο πάνω ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην 5η κατηγορία. Έχοντας περαιτέρω υπόψη μου ότι ως ήδη έκρινα πιο πάνω ο κατηγορούμενος στις 6 και 7.7.2024 εισήλθε στο σπίτι της Μ.Κ. 2 και διέπραξε το αδίκημα της απειλής κρίνω ότι εισήλθε σε αυτό με σκοπό να διαπράξει το εν λόγω αδίκημα της απειλής. Συνακόλουθα κρίνω ότι αποδείχθηκαν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 6ης κατηγορίας και συνεπώς ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην 6η κατηγορία. Έχοντας επιπλέον υπόψη μου τα ως άνω ευρήματά μου και συγκεκριμένα ότι ο κατηγορούμενος στις 6.7.2024 αφού εισήλθε στο σπίτι της Μ.Κ.2 στην οδό [ ] άρχισε να τη σπρώχνει ζητώντας της να του δώσει λεφτά, ασκώντας της με αυτόν τον τρόπο παράνομη βία, κρίνω ότι τέλεσε το αδίκημα της κοινής επίθεσης της 7ης κατηγορίας και συνακόλουθα κρίνεται ένοχος στην 7η κατηγορία. Έχοντας περαιτέρω υπόψη μου ότι σύμφωνα με τα ως άνω ευρήματά μου ο κατηγορούμενος είπε στους Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 τη φράση «αν δεν μου δώκετε τα 100 ευρώ εννά σπάσω την τηλεόραση» κρίνω ότι λέγοντας την εν λόγω φράση η οποία λόγω του περιεχομένου της αποτελεί απειλή και την οποία χρησιμοποίησε για να απαιτήσει από αυτούς το χρηματικό ποσό των €40,00 διέπραξε το αδίκημα της απαίτησης περιουσίας με απειλές με σκοπό κλοπής της 9ης κατηγορίας και λόγω των πιο πάνω κρίνεται ένοχος στην 9η κατηγορία. Κρίνω επίσης πως όσα ανέφερα αμέσως πιο πάνω σε σχέση με την 9η κατηγορία συνιστούν επίσης διάπραξη του αδικήματος της απειλής βιαιοπραγίας της 10ης κατηγορίας αφού ο κατηγορούμενος εκστόμισε προς τους Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 τη φράση «αν δεν μου δώκετε τα 100 ευρώ εννά σπάσω την τηλεόραση» με σκοπό να τους εξαναγκάσει μέσω της ως άνω απειλητικής φράσης να τελέσουν πράξη, δηλαδή να του δώσουν χρήματα, παρόλο που αυτοί δεν είχαν νομική υποχρέωση να πράξουν τούτο. Λόγω των πιο πάνω ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στη 10η κατηγορία. Έχοντας επιπλέον υπόψη μου ότι σύμφωνα με τα ως άνω ευρήματά μου ο κατηγορούμενος στις 7.7.2024 στην οδό [ ] 28 στη Λάρνακα, χωρίς νόμιμο λόγο, άρπαξε το δάκτυλο του Μ.Κ.3 και του το γύρισε προκαλώντας του άλγος, οίδημα και ερύθημα (ΔΕ) δείκτη κρίνω ότι διέπραξε το αδίκημα της επίθεσης με πραγματική σωματική βλάβη της 11ης κατηγορίας και λόγω των πιο πάνω κρίνεται ένοχος στην 11η κατηγορία. Έχοντας επίσης υπόψη μου ότι ο κατηγορούμενος εισήλθε στο δωμάτιο της Μ.Κ.2 όταν αυτή είχε παραμείνει στο κρεβάτι της λόγω φόβου και αφού έκανε τα χέρια του γροθιές φώναζε όπως τον δαιμονισμένο, ως ανέφερε επί λέξει η μητέρα του, «εγώ τώρα θέλω να πιω γιαίμα» κρίνω ότι η εν λόγω φράση περιέχει απειλή άσκησης βίας και τέλεσης παράνομης πράξης κατά αυτής καθώς επίσης ότι η εκστόμιση της πιο πάνω φράσης λόγω του περιεχομένου της δεν ήταν κενή απειλή αλλά αντιθέτως στοιχειοθετούσε τη δυνατότητα εκφοβισμού της αφού μπορούσε αντικειμενικά να της προκαλέσει τρόμο ή και ανησυχία. Συνακόλουθα κρίνω ότι αποδείχθηκε το αδίκημα της απειλής κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα και των άρθρων 2, 3
(1)
(4)του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/2000 και άρθρα 2, 3, 5(α) και 11 του περί Πρόληψης και Καταπολέμησης της Βίας κατά των γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας Νόμου 115(Ι)/2021 που αφορά η 12η κατηγορία και λόγω των πιο πάνω ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στη 12η κατηγορία. Έχοντας υπόψη μου τα ως άνω ευρήματά μου και συγκεκριμένα ότι ο κατηγορούμενος στις 6.7.2024 και ώρα 21:30 αφού εισήλθε στο σπίτι της Μ.Κ.2 στην οδό [ ] άρχισε να τη σπρώχνει ζητώντας της να του δώσει λεφτά, ασκώντας της έτσι παράνομη βία, κρίνω ότι τέλεσε το αδίκημα της κοινής επίθεσης της 13ς κατηγορίας και συνακόλουθα κρίνεται ένοχος στη 13η κατηγορία. Έχοντας υπόψη μου τα ως άνω ευρήματά μου και συγκεκριμένα ότι ο κατηγορούμενος στις 4.7.2024 και ώρα 23:45 αφού πρώτα εισήλθε στο σπίτι της Μ.Κ.2 στην οδό [ ] 28 και στη συνέχεια στο δωμάτιό της και την έπιασε με τα χέρια του από τον λαιμό ενώ αυτή ξάπλωνε στο κρεβάτι ζητώντας της να του δώσει λεφτά, ασκώντας της έτσι παράνομη βία, κρίνω ότι τέλεσε το αδίκημα της κοινής επίθεσης της 14ης κατηγορίας και συνακόλουθα κρίνεται ένοχος στη 14η κατηγορία. Έχοντας περαιτέρω υπόψη μου ότι σύμφωνα με τα ως άνω ευρήματά μου ο κατηγορούμενος είπε προς τη Μ.Κ.2 ότι εάν δεν του έδινε χρήματα θα της έσπαγε τα δάκτυλά της κρίνω ότι λέγοντάς της την εν λόγω φράση η οποία λόγω του περιεχομένου της αποτελεί απειλή την οποία χρησιμοποίησε για να απαιτήσει από αυτή το χρηματικό ποσό των €25,00 διέπραξε το αδίκημα της απαίτησης περιουσίας με απειλές με σκοπό κλοπής της 15ης κατηγορίας και λόγω των πιο πάνω κρίνεται ένοχος στη 15η κατηγορία. Έχοντας περαιτέρω υπόψη μου ότι σύμφωνα με τα ως άνω ευρήματά μου ο κατηγορούμενος είπε προς τη Μ.Κ.2 ότι εάν δεν του έδινε το χρηματικό ποσό των €25,00 θα της έσπαγε το τηλέφωνό της κρίνω ότι λέγοντας την εν λόγω φράση η οποία λόγω του περιεχομένου της αποτελεί απειλή την οποία χρησιμοποίησε για να απαιτήσει από αυτή χρηματικό ποσό διέπραξε το αδίκημα της απαίτησης περιουσίας με απειλές με σκοπό κλοπής της 16ης κατηγορίας και λόγω των πιο πάνω κρίνεται ένοχος στη 16η κατηγορία. Έχοντας επίσης υπόψη μου ότι σύμφωνα με τα ως άνω ευρήματά μου στις 7.7.2024 και ώρα 08:30 στην οδό [ ] 28 στη Λάρνακα ο κατηγορούμενος φώναζε δυνατά στον Μ.Κ.1 και τον Λοχ. 3433 «τώρα να δείτε ήντα που να σας κάμω» και «εννά σας τα κρούσω ούλλα» κρίνω ότι διέπραξε το αδίκημα της ανησυχίας της 19ης κατηγορίας και λόγω των πιο πάνω κρίνεται ένοχος στη 19η κατηγορία. Έχοντας περαιτέρω υπόψη μου ότι στον ίδιο τόπο και χρόνο ως ανέφερα αμέσως πιο πάνω ο Μ.Κ.1 πλησίασε τον κατηγορούμενο και αφού τον έπιασε από το χέρι τον πληροφόρησε ότι είναι υπό σύλληψη για τα αδικήματα της ανησυχίας και απειλής και τότε ο κατηγορούμενος του απάντησε «αησμε εν έκαμα τίποτε» και τον έσπρωξε με τα χέρια του στο στήθος κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της αντίστασης για ματαίωση νόμιμης σύλληψης και της επίθεσης κατά οργάνου τήρησης της τάξης και λόγω των πιο πάνω ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 17 και 18. Λόγω των πιο πάνω ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 1, 4 έως 7 και 9 έως 19. (Υπ.) ........... Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο