← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Π.Γ. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 15309/24, 24/9/2024

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Π.Γ. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 15309/24, 24/9/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Θ. Συμεωνίδης, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15309/24 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν.

  1. Π.Γ.
  2. Μ.Χ.
  3. Σ.Ζ. Ημερομηνία: 24.09.24 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Νικολάου Για Κατηγορούμενο 1: κ. Μ. Αρμεύτης Για κατηγορούμενο 2: κα. Δ. Χριστοδούλου Για κατηγορούμενο 3: κ. Δ. Λοχίας Κατηγορούμενοι: παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτημα κράτησης κατηγορούμενων ημερομηνίας 20.09.24) Στο κατηγορητήριο περιλαμβάνονται συνολικά 7 κατηγορίες. Όλοι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν κατηγορίες συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργημάτων και κατηγορία παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α', ήτοι 2 κιλών και 360 γραμμαρίων κοκαΐνης. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος 3 κατηγορείται ότι προμήθευσε την εν λόγω ποσότητα ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α' στον κατηγορούμενο 1 και ο 2ος κατηγορούμενος κατηγορείται για την παροχή συνδρομής προς τον 3ο κατηγορούμενο ώστε να διαρπάξει το αδίκημα της προμήθειας της ποσότητας ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α' προς τον 1ο κατηγορούμενο. Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 κατηγορούνται για την παράνομη κατοχή της εν λόγω ποσότητας ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α' με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο. Έπειτα από την παραπομπή των κατηγορουμένων σε δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου που συνεδριάζει στη Λεμεσό στις 06.11.2024, ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής υπέβαλε αίτημα όπως οι κατηγορούμενοι τεθούν υπό κράτηση εκκρεμούσης της δίκης τους. Το αίτημα εδράζεται στον κίνδυνο μη προσέλευσης τους στη δίκη εάν αυτοί αφεθούν ελεύθεροι. Όσον αφορά τον κατηγορούμενο 2, το αίτημα στηρίχθηκε και στον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων στο μέλλον. Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 δεν έφεραν ένσταση στο εν λόγω αίτημα[1], σε αντίθεση με τον κατηγορούμενο 3, ο οποίος μέσω του δικηγόρου του, υποστήριξε ότι η παρουσία του κατά τη δίκη θα μπορούσε να διασφαλιστεί με την επιβολή συγκεκριμένων όρων. Έχω ακούσει με προσοχή τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου και τα έχω αποτιμήσει. Το Δικαστήριο εξετάζοντας ένα αίτημα κράτησης κατηγορουμένου μέχρι τη δίκη του καθοδηγείται από την αρχή ότι κάθε κατηγορούμενος είναι αθώος, εκτός αν τελικά καταδικαστεί από αρμόδιο Δικαστήριο και ότι η κράτηση του αποτελεί ένα σοβαρό περιορισμό της προσωπικής του ελευθερίας, η οποία διασφαλίζεται από το άρθρο 11 του Συντάγματος. Ο κανόνας ότι οι υπόδικοι αφήνονται ελεύθεροι κάμπτεται μόνο εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένοι κίνδυνοι[2]. Ως ζήτημα γενικής αρχής, η οποία κατοχυρώνεται και συνταγματικά, ένας υπόδικος δικαιούται να παραμείνει ελεύθερος με εγγύηση στις περιπτώσεις όπου υπάρχει προσδοκία ότι θα προσέλθει στο Δικαστήριο για να δικαστεί. Κίνδυνος φυγοδικίας Εφόσον το αίτημα στηρίχθηκε στον κίνδυνο της φυγοδικίας, με βάση τη σχετική νομολογία, αυτός ο παράγοντας εξετάζεται υπό το φως συγκεκριμένων αντικειμενικών παραμέτρων όπως είναι (α) η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, (β) η εκτιμούμενη πιθανότητα για την καταδίκη του με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία και (γ) η αυστηρότητα της ποινής η οποία πιθανόν να επιβληθεί[3]. Στην προκειμένη περίπτωση στην όψη του το κατηγορητήριο παρουσιάζει πολύ σοβαρά αδικήματα. Αυτό συναρτάται άμεσα από τη μεγάλη ποσότητα και κατηγορία ταξινόμησης των ελεγχόμενων φαρμάκων που περιγράφονται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων, αλλά βεβαίως, και από το ανώτατο ύψος της προβλεπόμενης από τον Νόμο ποινής σε περίπτωση καταδίκης τους. Αρκεί να αναφερθεί ότι η παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α' επισύρει ποινή φυλάκισης μέχρι και 12 έτη ενώ η παράνομη κατοχή με σκοπό την προμήθεια ή η προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α' επισύρει ποινή μέχρι και δια βίου φυλάκισης[4]. Η σοβαρότητα, λοιπόν, των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν και οι τρεις κατηγορούμενοι είναι δεδομένη. Νοείται ότι όσο πιο σοβαρή είναι μια κατηγορία, τόσο μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο ενός κατηγορουμένου να αποφύγει τη δίκη του[5]. Ανάλογη της σοβαρότητας των αδικημάτων, της εμπλοκής καθενός από αυτούς στην υπόθεση αλλά και των όποιων μετριαστικών παραγόντων θα τεθούν και θα προσμετρήσουν προς όφελός τους αναμένεται να είναι και η ποινή που θα τους επιβληθεί, σε περίπτωση καταδίκης τους. Στο βαθμό που το παρόν Δικαστήριο μπορεί να αντλήσει καθοδήγηση από τη σχετική επί του θέματος νομολογία, οι ποινές που επιβάλλονται σε τέτοιους είδους υποθέσεις είναι πολύ αυστηρές και αποσκοπούν κυρίως στην γενική αποτροπή επίδοξων παραβατών από τη διάπραξη τέτοιου είδους αδικημάτων. Ειδικότερα σε σχέση με τον κατηγορούμενο 3, παρά το νεαρό της ηλικίας του και το λευκό του ποινικό, παράγοντες που, ως επισήμανε ο συνήγορός του, αναμένεται να προσμετρήσουν προς όφελός του σε περίπτωση καταδίκης του, εντούτοις, ενόψει της σοβαρότητας των αδικημάτων και της μεγάλης ποσότητας ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α' που αυτές αφορούν, την έξαρση που παρατηρείται σε τέτοιου είδους αδικήματα αλλά και την εγειρόμενη ανάγκη για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών, αναμένεται και πάλι να του επιβληθεί πολυετής ποινή φυλάκισης. Ο κίνδυνος φυγοδικίας, όμως, συναρτάται όχι μόνο με τη σοβαρότητα των κατηγοριών αλλά και με την πιθανολόγηση καταδίκης ως προκύπτει από την ισχύ του μαρτυρικού υλικού κρινόμενου στην όψη του[6]. Όσο πιο πιθανή αναφύεται η καταδίκη ενός κατηγορούμενου από το μαρτυρικό υλικό που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου, τόσο μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο του να φυγοδικήσει για να αποφύγει της συνέπειες των πράξεων του. Με σκοπό την πιθανολόγηση της καταδίκης των κατηγορούμενων, έχει κατατεθεί στο Δικαστήριο δέσμη εγγράφων που απαρτίζει το μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης, η οποία έχει σημειωθεί ως «Έγγραφο Α». Έχω διεξέλθει του περιεχομένου του Εγγράφου Α. Συνοπτικά αναφέρω τα εξής: - Αναφέρεται στην κατάθεση του Αστ. 4881[7], ότι στις 11.09.24 και περί η ώρα 13:01, αστυφύλακας ενημέρωσε, μέσω ασυρμάτου, μέλη της ΥΚΑΝ, τα οποία διερευνούσαν πληροφορία που είχαν λάβει σε σχέση με προγραμματισμένη προμήθεια ναρκωτικών ουσιών, ότι αναγνώρισε τον κατηγορούμενο 2, εφόσον απασχόλησε και προηγουμένως την αστυνομία, να οδηγεί όχημα, χρώματος άσπρου, με αριθμούς εγγραφής K[●]9 πλησίον του εστιατορίου Mcdonald's Ζακακίου και να ακολουθείται από μια μοτοσυκλέτα μεγάλου κυβισμού με αριθμούς εγγραφής K[●]
  4. Ο οδηγός της μοτοσυκλέτας είχε μια μαύρη σχολική τσάντα στον ώμο. Λίγα λεπτά αργότερα, ο Αστ. 4881 είδε τη μοτοσυκλέτα να εισέρχεται στο χώρο στάθμευσης του εστιατορίου και να ακολουθείται από το όχημα με αριθμούς εγγραφής K[●]9, το οποίο επίσης στάθμευσε στο σημείο. Ακολούθησε συνάντηση μεταξύ τους και έπειτα από 2-3 λεπτά, το όχημα θεάθηκε να εξέρχεται από την μπροστινή έξοδο των Mcdonalds, ενώ η μοτοσικλέτα από την πισινή μεριά. Σύμφωνα με τον Αστ. 158, ο ίδιος είδε το όχημα να κατευθύνεται προς τον κυκλικό κόμβο του "MY MALL LIMASSOL", να γυρίζει πίσω και εισέρχεται στην οδό Φραγκλίνου Ρούσβελτ όπου και στάθμευσε σε κάποιο σημείο του δρόμου. Ο κατηγορούμενος 2 τότε άνοιξε την πόρτα του οχήματος και κοίταζε προς την κατεύθυνση του εστιατορίου. Περί η ώρα 13:11, ο Αστ. 4881 είδε τη μοτοσυκλέτα να πηγαινοέρχεται στην οδό Μάρκου Αυγέρη, η οποία βρίσκεται πίσω από το εστιατόριο. Μετά από δύο λεπτά, είδε το όχημα με αρ. εγγραφής K[●]9 και τη μοτοσικλέτα με αρ. εγγραφής K[●]6 να σταματούν στην πιο πάνω οδό και να συνομιλούν μεταξύ τους. Μετά από περίπου δύο λεπτά, είδε τον οδηγό της μοτοσικλέτας να κατεβαίνει, να βγάζει τη τσάντα, να την ξαναβάζει στην πλάτη του και να πηγαινοέρχεται πεζός στο πεζοδρόμιο. Στη συνέχεια, η ώρα 13:17 είδε ένα άλλο όχημα με αρ. εγγραφής K[●]1, μάρκας Toyota Corolla, χρώματος γκρίζου να εισέρχεται στο χώρο στάθμευσης του εστιατορίου. Ο οδηγός του εν λόγω οχήματος ήταν νεαρός με μαύρα μαλλιά και μιλούσε στο κινητό τηλέφωνο, βλέποντας προς την κατεύθυνση της μοτοσυκλέτας και του οχήματος. Ακολούθως, τόσο η μοτοσικλέτα όσο και τα δύο οχήματα έφυγαν από τα σημεία στα οποία βρίσκονταν και χάθηκε η οπτική επαφή μαζί τους για λίγα λεπτά. Ο Αστ. 4881 εντόπισε, η ώρα 13:22 τη μοτοσικλέτα σταματημένη στην αρχή της οδού Τάσσου Α. Ζακάκι, πίσω από το όχημα με αρ. εγγραφής [ ], ενώ δεξιά τους ήταν και το όχημα με αρ. K[●]
  5. Εκείνη τη στιγμή, ο οδηγός της μοτοσικλέτας δεν επενέβαινε στη μοτοσικλέτα και βρισκόταν μπροστά από το πισινό καπό του οχήματος με αρ. εγγραφής K[●]1, μαζί με τον οδηγό του εν λόγω οχήματος. Τοποθέτησε τη μαύρη σχολική τσάντα στην πλάτη του, χαιρέτισε τον οδηγό του οχήματος με αρ. εγγραφής K[●]1 και ετοιμαζόταν να καθίσει στην μοτοσικλέτα του για να φύγει. Αντίστοιχα, ο οδηγός του οχήματος με αρ. εγγραφής K[●]1 άνοιξε την πόρτα του οχήματος ώστε να επιβιβαστεί σε αυτό. Τότε ο Αστ. 4881 επιχείρησε να ανακόψει την μοτοσικλέτα, μαζί με τη βοήθεια συναδέλφων του. Ο οδηγός της, την άφησε στο έδαφος και τράπηκε σε φυγή πεζός, τρέχοντας σε παρακείμενο χωράφι. Ακολούθησε καταδίωξη του οδηγού της μοτοσικλέτας, ο οποίος σε κάποια στιγμή, έριξε και τη μαύρη τσάντα στο έδαφος. Εν τέλει, ο οδηγός της μοτοσικλέτας ανακόπηκε από μέλη της ΥΚΑΝ και παραδέχτηκε, αμέσως, ότι η σχολική τσάντα ήταν δική του και περιείχε ποσότητα ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α', την οποία προμηθεύτηκε πριν λίγο από το όχημα, χρώματος «μαύρου», που βρισκόταν μπροστά του. Την ίδια μέρα συνελήφθη και ταυτοποιήθηκε ως ο κατηγορούμενος
  6. - Ακολούθησε προκαταρτική ζύγιση των ναρκωτικών ουσιών στην παρουσία του κατηγορούμενου 1 και διαπιστώθηκε ότι αυτή ήταν συνολικού βάρους 2 κιλών και 360 γραμμαρίων[8]. - Η παρουσία των τριών οχημάτων στην περιοχή εκείνη την ημέρα και ώρα και κάποιες από τις ενέργειές τους καταγράφηκαν και από ΚΚΠ παρακείμενων υποστατικών. Τα ΚΚΠ εντοπίστηκαν και επιθεωρήθηκαν από τον Αστ. 4050, ο οποίος προχώρησε σε περιγραφή των όσων καταγράφηκαν από αυτά[9]. - Από εξετάσεις που ακολούθησαν, διαπιστώθηκε ότι το όχημα με αρ. εγγραφής K[●]1 είναι εγγεγραμμένο στο όνομα της κας. Ιωάννας Χρίστου, στην οικεία της οποίας διαμένουν η κόρη της, μαζί με τον γαμπρό της, ήτοι τον κατηγορούμενο 3, και το νεογέννητο παιδί τους. Η κα. Χρίστου κατέθεσε ότι, παρά το ότι το συγκεκριμένο όχημα είναι εγγεγραμμένο στο όνομά της, δεν το χρησιμοποιεί η ίδια και τις τελευταίες μέρες το χρησιμοποιούσε αποκλειστικά ο κατηγορούμενος
  7. Δεν γνώριζε κατά πόσο ο κατηγορούμενος 3 το είχε χρησιμοποιήσει στις 11.09.
  8. Όταν έφθασε, όμως, στο σπίτι από την εργασία της περί η ώρα 15:00, ο κατηγορούμενος 3 βρισκόταν στο σπίτι μαζί με την κόρη της και το βρέφος[10]. - Ο κατηγορούμενος 3 θεάθηκε από τον Αστ. 4881 στις 13.09.24 και περί η ώρα 17:10 στα γραφεία του Επαρχιακού Κλιμακίου ΥΚΑΝ Λ/σου και αναγνωρίστηκε από τον ίδιο ως το νεαρό οδηγό του οχήματος, μάρκας Toyota Corolla, με αρ. εγγραφής K[●]1, που στάθμευσε στο εστιατόριο Mcdonalds στις 11.09.24 και έπειτα βρισκόταν μπροστά από τη μοτοσικλέτα στην αρχή της οδού Τάσσου Α. Ζακάκι[11]. - Σε κατάθεσή του ημερομηνίας 11.09.24[12], ο κατηγορούμενος 1 προβάλλει ισχυρισμούς ως προς τα όσα προηγήθηκαν του συμβάντος και τον οδήγησαν να ακολουθήσει οδηγίες αγνώστων προσώπων από τους οποίους δανείστηκε χρήματα στο παρελθόν. Στις 11.09.24, ακολουθώντας σχετικές οδηγίες, συνάντησε ένα όχημα, χρώματος άσπρου και μάρκας Vitara, στο οποίο μετέβαινε ο κατηγορούμενος
  9. Με τον κατηγορούμενο 2 διατηρούσε φιλικές σχέσεις αλλά δεν γνώριζε ότι θα βρισκόταν εκεί. Του είχε αναφέρει ότι φοβόταν να προχωρήσει με την παραλαβή των πακέτων αλλά ο κατηγορούμενος 2 του έλεγε ότι δεν μπορούσαν να υποχωρήσουν από το σχέδιο πλέον. Κατέθεσε ο κατηγορούμενος 1 ότι αφού ακολούθησε συγκεκριμένη διαδρομή, εν τέλει στάθμευσε την μοτοσικλέτα του πίσω από το όχημα, χρώματος μαύρου και μάρκας Toyota ενώ ο κατηγορούμενος 2 στάθμευσε δεξιά του. Ο οδηγός του Toyota άνοιξε το πισινό καπώ του αυτοκινήτου, σήκωσε το κάλυμμα που κρύβει τον εφεδρικό τροχό και του έκανε νόημα να τον πλησιάσει. Ο κατηγορούμενος 1 τον πλησίασε και είδε ότι στο σημείο υπήρχαν δύο πακέτα, τα οποία αντιλήφθηκε ότι έπρεπε να παραλάβει. Τα τοποθέτησε στη μαύρη σχολική τσάντα ώμου που είχε μαζί του και όταν προχώρησε με σκοπό να ανέβει στη μοτοσικλέτα του και να φύγει, ανακόπηκε από την αστυνομία. Έτρεξε να διαφύγει αλλά δεν τα κατάφερε. - Στις 12.02.2024 και αφού μεσολάβησε εμφάνιση και των τριών κατηγορούμενων στο Δικαστήριο, ο κατηγορούμενος 1 προέβη σε συμπληρωματική κατάθεση[13] στην οποία αναφέρει ότι ο ένας εκ των συγκατηγορούμενών του που βρίσκονταν μαζί του στο Δικαστήριο είναι ο κατηγορούμενος 2, τον οποίο γνώριζε από το παρελθόν. Ο άλλος, δηλαδή ο κατηγορούμενος 3, είναι το πρόσωπο το οποίο οδηγούσε το όχημα χρώματος μαύρου και μάρκας Toyota, από το οποίο προμηθεύτηκε τα δύο πακέτα ναρκωτικών. Δεν τον γνώριζε προηγουμένως, τον αναγνώρισε, όμως, και άκουσε για πρώτη φορά το όνομά του στο Δικαστήριο. - Στις 16.09.24 σε ανακριτική κατάθεση που του λήφθηκε, ο κατηγορούμενος 1 ανέφερε[14], μεταξύ άλλων, ότι ο λόγος που είπε ότι το όχημα μάρκας Toyota ήταν μαύρου χρώματος (και όχι γκρίζο σκούρο) ήταν επειδή κατά τον ουσιώδη χρόνο φορούσε συνέχεια το κράνος της μοτοσικλέτας του, το οποίο έχει μαύρο γυαλί μπροστά, με αποτέλεσμα να βλέπει όλα τα χρώματα πιο σκούρα. Περιέγραψε ότι πριν την παραλαβή των πακέτων, ο κατηγορούμενος 2 συνομιλούσε με κάποιο άτομο μέσω ενός κινητού τηλεφώνου μάρκας Nokia ρωτώντας γιατί αργούσε, αλλά δεν γνωρίζει ο κατηγορούμενος 1 εάν συνομιλούσε με το πρόσωπο που τους έδωσε τις οδηγίες για να παρευρεθούν στο σημείο ή το πρόσωπο από το οποίο θα παραλάμβανε τα πακέτα. Ανέφερε, επίσης, ότι δεν αγόρασε ο ίδιος τη μοτοσικλέτα την οποία οδηγούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Την είχε βρει ο κατηγορούμενος 2 και πήγαν μαζί για να την αγοράσουν με σκοπό να τη χρησιμοποιήσει ο κατηγορούμενος 1 την ημέρα που θα παραλάμβανε τα πακέτα. Ο κατηγορούμενος 1 δεν πλήρωσε κάποια χρήματα για την αγορά της, ενώ οι διευθετήσεις για την εγγραφή της στο όνομά του έγινε με τη συμμετοχή του κατηγορούμενου
  10. Επισημαίνεται ότι το στάδιο εξέτασης του ζητήματος της πιθανολόγησης της καταδίκης ενός κατηγορούμενου δεν προσφέρεται για μια σε βάθος ανάλυση της ολότητας του μαρτυρικού υλικού, ούτε τίθεται ζήτημα τελικής διαπίστωσης γεγονότων ή εξαγωγής συμπερασμάτων, αφού το μαρτυρικό υλικό εκτιμάται στην όψη του[15]. Τέτοιου είδους ανάλυση αποτελεί έργο του εκδικάζοντος Δικαστηρίου. Στο πλαίσιο εξέτασης αιτήματος κράτησης υπόδικου, το Δικαστήριο εξετάζει το μαρτυρικό υλικό στην όψη του χωρίς να το αξιολογεί, με έναν μόνο σκοπό, να διαπιστώσει κατά πόσο από αυτό προκύπτει η πιθανολόγηση καταδίκης εναντίον του κατηγορουμένου, έστω και αν υπάρχει εύλογη προσδοκία αθώωσης. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου 3 ανέφερε ότι η μόνη άμεση μαρτυρία που έχει προσκομισθεί εναντίον του πελάτη του πηγάζει από την κατάθεση του κατηγορούμενου 1 και ότι αποτελεί πτυχή της μαρτυρίας που δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή κατά το στάδιο της ακρόασης της ουσίας της ποινικής υπόθεσης. Ωστόσο, βάσει της ισχύουσας επί του θέματος νομολογίας[16], ενοχοποιητική κατάθεση κατηγορούμενου εναντίον συγκατηγορούμενου του μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον του τελευταίου κατά το στάδιο εξέτασης αιτήματος κράτησής του εκκρεμούσης της δίκης, χωρίς να εξετάζονται από το Δικαστήριο ζητήματα αποδεκτότητάς της. Το στάδιο αυτό δεν είναι κατάλληλο για να γίνονται εικασίες ως προς το πώς αυτή η μαρτυρία θα αξιοποιηθεί ενώπιον του εκδικάζοντος Δικαστηρίου. Ότι ενδιαφέρει, εν προκειμένω, είναι ότι η μαρτυρία αυτή υπάρχει και έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Εν πάση περιπτώσει, πέραν από την μαρτυρία που προκύπτει από την κατάθεση του κατηγορούμενου 1, έχει τεθεί ενώπιον μου και άλλη μαρτυρία βάσει της οποίας ο κατηγορούμενος 3 αναγνωρίστηκε ως το πρόσωπο που οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής KHL021 και συναντήθηκε με τους κατηγορούμενους 1 και 2 κατά τον ουσιώδη χρόνο. Έχοντας θέσει ενώπιον μου το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που περιλαμβάνεται στο Έγγραφο Α και ειδικότερα στη βάση των στοιχείων που παρατίθενται πιο πάνω, κρίνω ότι έχει προσκομιστεί επαρκής μαρτυρία που ευθέως εμπλέκει και τους τρεις κατηγορούμενους με τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν με τρόπο που η πιθανότητα καταδίκης καθενός από τους τρεις να διαφαίνεται ως υπαρκτή και ορατή. Πληρούνται, συνεπώς, και τα τρία αντικειμενικά κριτήρια που θέτει η νομολογία για την εκτίμηση του κινδύνου φυγοδικίας ενός κατηγορούμενου. Το έργο του Δικαστηρίου, όμως, δεν τελειώνει εδώ. Πέραν των πιο πάνω, κατά την εκτίμηση του κινδύνου μη προσέλευσης του υπόδικου κατά τη δίκη, λαμβάνονται σοβαρά υπόψη και άλλοι παράγοντες, που ανάγονται στα υποκειμενικά δεδομένα του κάθε κατηγορούμενου, όπως προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες, η ηλικία, υγεία, απασχόληση, οικογενειακή κατάσταση και οι δεσμοί του υποδίκου με την Κύπρο, χωρίς, όμως, όλα αυτά να απομονώνονται και να υπερφαλαγγίζουν το γενικότερο δημόσιο συμφέρον προς απονομή της Δικαιοσύνης[17]. Αναγνωρίζεται ότι η ύπαρξη δεσμών με τη χώρα στην οποία διώκεται ένας κατηγορούμενος δύναται να λειτουργήσει αποτρεπτικά στο ενδεχόμενο διαφυγής του στο εξωτερικό για να μην εμφανιστεί στη δίκη. Οι δεσμοί, όμως, αυτοί από μόνοι τους δεν επενεργούν ως ασπίδα για τον κατηγορούμενο ώστε να υπερφαλαγγιστεί η σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο εμπλέκεται. Ό,τι εξετάζεται είναι κατά πόσο οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, συμπεριλαμβανομένων των δεσμών του με την Κύπρο, είναι τέτοιοι που να ανατρέπουν τη σκέψη στο μυαλό του κατηγορούμενου να μην εμφανιστεί στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τις κατηγορίες που του προσάπτονται[18]. Δεν εξετάζονται οι προσωπικές συνθήκες με σκοπό να επιδειχθεί επιείκεια στον κατηγορούμενο, απαλλάσσοντας τον από την ταλαιπωρία της προφυλάκισης. Ως εκ των πιο πάνω, το ερώτημα που εγείρεται είναι αν υπάρχουν ενώπιον μου υποκειμενικά στοιχεία, ήτοι στοιχεία που να αφορούν στις προσωπικές περιστάσεις του κάθε κατηγορούμενου, τα οποία να περιορίζουν σε ικανοποιητικό βαθμό τον κίνδυνο μη προσέλευσης του κάθε κατηγορουμένου κατά τη δίκη του ως αυτός προκύπτει από τη σοβαρότητα των κατηγοριών, την πιθανότητα καταδίκης και την αυστηρή πολυετή ποινή φυλάκισης που ενδεχομένως θα επιβληθεί σε αυτόν εάν τελικά καταδικαστεί. Κανένα τέτοιο στοιχείο δεν έχει τεθεί ενώπιον μου σε σχέση με τους κατηγορούμενους 1 και 2, οι οποίοι ως ήδη αναφέρθηκε, δεν έφεραν ένσταση στην έγκριση του αιτήματος κράτησής τους. Δεν τέθηκαν, λοιπόν, υποκειμενικοί παράγοντες υπόψη του Δικαστηρίου, δυνάμενοι να περιορίσουν τον κίνδυνο φυγοδικίας που αναφύεται από την πλήρωση των πιο πάνω αντικειμενικών κριτηρίων σε σχέση με τους κατηγορούμενους 1 και
  11. Στρέφομαι τώρα στην περίπτωση του κατηγορούμενου
  12. Ως έχει αναφερθεί από το συνήγορό του, πρόκειται για πρόσωπο 22 ετών, Κύπριο υπήκοο, ο οποίος διαμένει μόνιμα στην Κύπρο. Εργάζεται ως μηχανικός με μηνιαίο εισόδημα περί τα 800 ευρώ. Διαμένει στην πατρική οικεία της συζύγου του, η οποία εργάζεται ως αστυνομικός, και έχουν πρόσφατα αποκτήσει ένα παιδί μαζί. Διατηρεί στενούς δεσμούς με τον πατέρα του και τις δύο αδελφές του, η μία εκ των οποίων έχει διαγνωσθεί με καρκίνο στον εγκέφαλο και τη μήτρα. Ο κατηγορούμενος 3 και ο πατέρας του είναι τα μόνα πρόσωπα επιφορτισμένα με τη φροντίδα της αδελφής του. Τα πιο πάνω συνιστούν δεσμούς του κατηγορούμενου 3 με την Κύπρο και λαμβάνονται υπόψη. Κατά την εκτίμηση των υποκειμενικών παραγόντων, λαμβάνω επίσης υπόψη μου ότι ο κατηγορούμενος 3 είναι διατεθειμένος να καταβάλει το ποσό των Ευρώ 10.000 σε μετρητά ως εγγύηση για την παρουσία του στο Δικαστήριο. Πρόκειται, ως ανέφερε ο συνήγορός του, για το σύνολο τον αποταμιεύσεών του ιδίου και της συζύγου του. Σε περίπτωση φυγοδικίας, προφανώς, το ποσό αυτό δεν θα μπορεί να ανακτηθεί από κανένα από τους δύο. Βεβαίως, αν και δεν πρόκειται για ευκαταφρόνητο ποσό, δεν κρίνεται ως τέτοιου μεγέθους, ειδικότερα αντιπαραβάλλοντάς το με το ενδεχόμενο επιβολής πολυετούς ποινής φυλάκισης σε αυτόν, που να αρκεί για να αποτρέψει τον κατηγορούμενο 3 από το να διαφύγει. Αποτελεί, περαιτέρω, εισήγηση του συνηγόρου του κατηγορούμενου 3 ότι, εν έτει 2024, είναι πολύ δύσκολο για ένα πρόσωπο να φυγοδικήσει, εφόσον η Κύπρος αποτελεί κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και μέλος διεθνών συμβάσεων για παροχή δικαστικής συνδρομής σε θέματα ποινικού δικαίου, βάσει των οποίων παρέχεται η δυνατότητα έκδοσης και εκτέλεσης διεθνούς ή ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης εναντίον του και εφόσον εντοπισθεί και συλληφθεί, έκδοσής του στην Κύπρο για να δικαστεί. Είναι λογικό, ως ετέθη, ότι το γεγονός αυτό θα αποτρέψει τον κατηγορούμενο 3 από το να επιχειρήσει να φυγοδικήσει. Οι μηχανισμοί, όμως, εντοπισμού, σύλληψης και έκδοσης φυγόδικου που βρίσκεται στο εξωτερικό δεν εξαλείφουν το φαινόμενο φυγοδικίας. Στοχεύουν στον εντοπισμό και προσαγωγή ενώπιον των Δικαστηρίων υπόδικων προσώπων τα οποία, παρά την ύπαρξη τους, έχουν επιλέξει να φυγοδικήσουν. Δεν διαφωνώ με την εισήγηση ότι ένα πρόσωπο, λογικά σκεπτόμενο, θα αναλογιστεί διπλά προτού αποφασίσει να φυγοδικήσει έχοντας επίγνωση του κινδύνου εντοπισμού και σύλληψής του σε ανύποπτο χρόνο στο μέλλον, νοουμένου ότι ενεργοποιηθούν οι μηχανισμοί αυτοί με επιτυχία. Ότι ενδιαφέρει στην προκειμένη περίπτωση, όμως, είναι ότι οι συνέπειες που θα έχει να αντιμετωπίσει ο κατηγορούμενος 3, εάν τελικά καταδικαστεί, αναμένεται να είναι όχι μόνο πολύ σοβαρές αλλά, σε αντιδιαστολή με την επιλογή της φυγοδικίας, αναμένεται να είναι και άμεσες - στοιχείο το οποίο δυνατόν να τον ωθήσει προς αυτή την κατεύθυνση. Περαιτέρω, ο συνήγορος του κατηγορούμενου 3, με επίκληση στην υπόθεση Ιακωβίδης ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 185/20, ημερ. 25.11.20, ECLI:CY:AD:2020:B405 ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 3, όταν ενημερώθηκε στις 11.09.24 η ώρα 15:40 από την αστυνομία ότι διερευνάται η διάπραξη των υπό κρίση αδικημάτων με τις πληροφορίες να εμπλέκουν και το όχημα με αρ. εγγραφής KHL021 αλλά προτού εκδοθεί ένταλμα σύλληψης εναντίον του, είχε τη δυνατότητα να διαφύγει από την Κύπρο και δεν το έπραξε. Αυτό σύμφωνα με τη θέση του αποτελεί ένδειξη των προθέσεών του και θα πρέπει να ενταχθεί στους παράγοντες που συνηγορούν προς την απελευθέρωσή του. Συγκεκριμένα, ως προκύπτει από το μαρτυρικό υλικό[19], στις 11.09.24 η ώρα 15:40, λίγη ώρα μετά την ανακοπή του κατηγορούμενου 1, ο Αστ. 2731 μαζί με τον Λοχία 1376, κατόπιν πληροφοριών από την ΥΚΑΝ ότι στα υπό διερεύνηση αδικήματα εμπλέκεται το όχημα με αρ. εγγραφής K[●]1, το οποίο ήταν εγγεγραμμένο στο όνομα της πεθεράς του κατηγορούμενου 3, μετέβηκαν στην οικεία της, όπου διαμένει και ο κατηγορούμενος 3, για να διερευνήσουν τη συγκεκριμένη πληροφορία. Το όχημα βρισκόταν έξω από την οικεία. Η ιδιοκτήτρια του οχήματος δήλωσε ότι το συγκεκριμένο όχημα οδηγείται από τον κατηγορούμενο
  13. Ερωτηθείς ο κατηγορούμενος 3 κατά πόσο μετέβηκε στη Λεμεσό νωρίτερα την ίδια μέρα, απάντησε αρνητικά. Το όχημα με αρ. εγγραφής K[●]1 μετά από σχετική συγκατάθεση, φορτώθηκε σε ρυμουλκό και με τη συνοδεία της αστυνομίας μεταφέρθηκε στην αστυνομική διεύθυνση Λεμεσού. Ο κατηγορούμενος ακολούθησε την αστυνομία με δικό του όχημα και μετέβηκε στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού. Παρέμεινε εκεί οικειοθελώς, αφού το Ένταλμα Σύλληψης εναντίον του εκδόθηκε η ώρα 20:27 την ίδια μέρα και συνελήφθη η ώρα 20:36[20]. Σαφώς, εκεί όπου ο κατηγορούμενος παρουσιάζεται οικειοθελώς στην Αστυνομία, αυτό αποτελεί μια παράμετρο που λαμβάνεται υπόψη στη στάθμιση του κινδύνου φυγοδικίας, στα πλαίσια του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης[21]. Προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος 3, μετέβη οικειοθελώς στο αστυνομικό τμήμα, χωρίς να υφίσταται σε ισχύ οποιοδήποτε ένταλμα σύλληψης εναντίον του εκείνο το χρόνο. Εντούτοις, υπό τις συνθήκες που περιγράφονται πιο πάνω, δεν θεωρώ ότι το στοιχείο αυτό έχει τη δυναμική που επιχειρήθηκε να του προσδοθεί από την Υπεράσπιση ή ότι μπορεί να διαδραματίσει κάποιο ουσιαστικό ή καταλυτικό ρόλο για το υπό εξέταση αίτημα. Αυτό λόγω του ότι κατά το χρόνο της παρουσίας μελών της αστυνομίας στην οικεία του και της μετέπειτα μετάβασής του στο αστυνομικό τμήμα, το ανακριτικό έργο βρισκόταν ακόμη σε πρώιμο στάδιο και δεν είχε, ακόμη, συγκεντρωθεί αρκετό μαρτυρικό υλικό εναντίον του κατηγορούμενου
  14. Συνεπώς, τότε ο κατηγορούμενος 3 δεν γνώριζε το εύρος της μαρτυρίας που θα εντοπιζόταν στη συνέχεια και θα οδηγούσε στην προώθηση τόσο σοβαρών κατηγοριών εναντίον του[22]. Παράλληλα, η αλληλουχία των γεγονότων, ως περιγράφονται πιο πάνω, δεν φαίνεται να του πρόσφερε την πολυτέλεια του χρόνου να αναλογιστεί ψύχραιμα και με νηφαλιότητα το ενδεχόμενο και τις επιπτώσεις άρνησής του να μεταβεί στο αστυνομικό τμήμα ή - ακόμη περισσότερο - της διαφυγής του από την Κύπρο, ώστε να προβεί σε τέτοιο διάβημα αμέσως, στο διάστημα των λίγων ωρών που μεσολάβησε μέχρι τη σύλληψή του. Διαχωρίζεται, λοιπόν, η παρούσα υπόθεση από την υπόθεση Παρασκευάς ν. Αστυνομίας

(2008)2 ΑΑΔ 607, όπου ο εκεί κατηγορούμενος είχε έρθει από το εξωτερικό όταν πληροφορήθηκε ότι η αστυνομία ερευνούσε υπόθεση ναρκωτικών η οποία τον αφορούσε, αλλά και από την υπόθεση Ιακωβίδης (πιο πάνω) στην οποία είχαν ήδη καταχωρηθεί δύο ποινικές υποθέσεις εναντίον του εκεί κατηγορούμενου αλλά είχαν μόλις ανασταλεί και ο ίδιος παρέμεινε στο χώρο του Δικαστηρίου, χωρίς να διαφύγει. Εν πάση περιπτώσει, στην κατάληξή του στην υπόθεση Ιακωβίδης, το Ανώτατο Δικαστήριο βασίστηκε και στο γεγονός ότι το μαρτυρικό υλικό δεν είχε ληφθεί ολόκληρο υπόψη κατά την πιθανολόγηση της καταδίκης του εκεί εφεσείοντα ενώ, ως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε προβεί σε «άτοπες υποθέσεις» κατά την εκτίμηση των γεγονότων που περιβάλαν την οικειοθελή παραμονή του στο χώρο του Δικαστηρίου, στοιχείο το οποίο οδήγησε στην ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης κατ' έφεση. Στην υπόθεση Δημητρίου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 185/21, ημερομηνίας 23.11.21, ECLI:CY:AD:2021:B522, την οποία, επίσης, επικαλέστηκε ο συνήγορος του κατηγορούμενου 3, ο εκεί εφεσείοντας είχε πληροφορηθεί τηλεφωνικώς για την έκδοση εντάλματος σύλληψης εναντίον του και μετέβη οικειοθελώς στο αστυνομικό τμήμα. Το στοιχείο αυτό καταγράφηκε στην πρωτόδικη απόφαση, κατά την περιγραφή των θέσεων του δικηγόρου του εκεί κατηγορούμενου αλλά δεν φαίνεται να λήφθηκε υπόψη από το πρωτόδικο Δικαστήριο κατά την εξέταση του αιτήματος κράτησης, εφόσον δεν γινόταν αναφορά σε αυτό στους μετέπειτα συλλογισμούς του, οδηγώντας έτσι και πάλι στην ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης. Συνεκτιμώντας τα πιο πάνω, λοιπόν, τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου 3 και τους δεσμούς του με την Κύπρο, καθίσταται σαφές ότι το όποιο εγχείρημα φυγοδικίας του δεν θα είναι εύκολο, εφόσον συνεπάγεται πρακτικές δυσκολίες, απώλεια χρημάτων του ιδίου και της συζύγου του σε περίπτωση που επιβληθούν και παραβιαστούν σχετικοί όροι καταβολής εγγύησης, απομάκρυνσή του από μέλη της οικογένειάς του που διαμένουν στο νησί και γενικότερα δραστική μεταβολή των συνθηκών διαβίωσής του. Ωστόσο, κατά την κρίση μου, τα όσα ο κατηγορούμενος 3 έχει να απολέσει εν όψει των πολυετών ποινών φυλάκισης που αντιμετωπίζει σε περίπτωση καταδίκης, είναι περισσότερα συγκριτικά από όσα θα απολέσει σε περίπτωση φυγοδικίας. Η σοβαρότητα των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 3 (αλλά και οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι), η πιθανότητα καταδίκης του βάσει του μαρτυρικού υλικού εκτιμώμενο στην όψη του και η πολυετείς ποινή άμεσης φυλάκισης που αναμένεται να του επιβληθεί σε περίπτωση καταδίκης του, καθιστούν τον κίνδυνο φυγοδικίας ορατό και υπαρκτό σε τέτοιο βαθμό, που δεν αντισταθμίζεται από τους δεσμούς του με την Κύπρο και τις προσωπικές του συνθήκες. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι η προσωποκράτηση των κατηγορούμενων, συμπεριλαμβανομένου του κατηγορούμενου 3, εκκρεμούσης της δίκης είναι αναγκαία, υπό τις περιστάσεις, και ότι η παρουσία τους σε αυτή δεν μπορεί να εξασφαλιστεί με την επιβολή οποιωνδήποτε όρων. Κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων (κατηγορούμενος 2) Υπεισερχόμενος στο δεύτερο λόγο στον οποίο εδράζεται το αίτημα κράτησης και ο οποίος αφορά μόνο τον κατηγορούμενο 2, ήτοι τον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων στο μέλλον εάν αυτός αφεθεί ελεύθερος, οι αρχές που διέπουν το ζήτημα είναι καλά γνωστές. Ο κίνδυνος διάπραξης νέων αδικημάτων αποτελεί έναν από τους τρεις αυτοτελείς λόγους για τους οποίους το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την κράτηση ενός υποδίκου μέχρι τη δίκη του. Η πρόβλεψη αναφορικά με την πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων δεν μπορεί παρά να στηρίζεται είτε σε στοιχεία που προέρχονται από το ιστορικό του υπόδικου ή της υπόθεσης, είτε σε εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της[23]. Για να καταλήξει το Δικαστήριο σε συμπέρασμα για τη διάπραξη άλλου αδικήματος, δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία. Αρκεί αν, με βάση όλα τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία, δημιουργείται η ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει τέτοια πιθανότητα[24]. Εν προκειμένω, το μόνο στοιχείο που θα μπορούσε να επιδράσει προς αυτή την κατεύθυνση είναι η ύπαρξη μίας προηγούμενης καταδίκης για κατηγορίες συναφείς με τα υπό κρίση αδικήματα, στο πλαίσιο της Υπόθεσης με αρ. 8195/21, όπου στις 03.03.22 επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο 2 άμεση ποινή φυλάκισης 4 ετών. Ως αναφέρθηκε, του δόθηκε προεδρική χάρη και άρα δεν κλήθηκε να εκτίσει ολόκληρη την ποινή του. Θεωρώ ότι η ύπαρξη μίας μόνο προηγούμενης καταδίκης, όσο και εάν αυτή είναι σχετική με τα υπό εξέταση αδικήματα αποτελεί ένδειξη της συμπεριφοράς του στο παρελθόν, αλλά δεν αρκεί για να δημιουργήσει στο Δικαστήριο ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει ορατός και άμεσος κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων στο μέλλον εάν αφεθεί ελεύθερος. Αυτό ακόμη και εάν ο κατηγορούμενος 2 είχε αφεθεί ελεύθερος βάσει προεδρικής χάρης και μετέπειτα, λίγο καιρό αργότερα, φαίνεται να ενεπλάκη στην παρούσα υπόθεση. Το μόνο στοιχείο που τέθηκε ενώπιον μου, λοιπόν, δεν αναδεικνύει ξεκάθαρη τάση του κατηγορούμενου 2 προς την παρανομία σε βαθμό που σταθμίζοντας την ελευθερία του από τη μία, με την ανάγκη προστασίας του κοινωνικού συνόλου γενικά, η πλάστιγγα να κλίνει προς το δεύτερο[25]. Συνεπώς, η εισήγηση της Κατηγορούσας Αρχής ως προς αυτό το λόγο κράτησης του κατηγορούμενου 2, ευσεβάστως, δεν με βρίσκει σύμφωνο και απορρίπτεται. Χρόνος κράτησης Σε σχέση με το χρόνο κράτησης των κατηγορούμενων, αυτός αναμφίβολα αποτελεί παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο αφού, επί της ουσίας, η κράτησή τους κατά το χρόνο που οι ίδιοι, κατά τεκμήριο είναι αθώοι, επενεργεί περιοριστικά ως προς τα συνταγματικά τους δικαιώματα. Όσον αφορά την εκφρασθείσα ανησυχία του συνηγόρου του κατηγορούμενου 3 ότι ο συνολικός χρόνος εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης από το Κακουργιοδικείο αναμένεται να φθάσει και να υπερβεί το ένα έτος, το παρόν Δικαστήριο δεν έχει τέτοια στοιχεία ενώπιον του που να του επιτρέπουν να προβεί σε αντίστοιχες εκτιμήσεις ή συμπεράσματα. Αυτό που καλείται να λάβει υπόψη του το Δικαστήριο, εν προκειμένω, είναι το χρόνο που θα μεσολαβήσει από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος κράτησης μέχρι την επόμενη δικάσιμο, η οποία έχει οριστεί στις 06.11.24. Το διάστημα που μεσολαβεί μέχρι τις 06.11.24, δηλαδή διάστημα μικρότερο των δύο μηνών, κρίνεται ότι δεν ξεφεύγει από τα πλαίσια του εύλογου χρόνου. Στη βάση των πιο πάνω, λοιπόν, εκδίδεται διάταγμα για την κράτηση των κατηγορούμενων 1 μέχρι 3 μέχρι τις 06.11.2024 που είναι ορισμένη η παρούσα υπόθεση για εκδίκαση ενώπιον του Κακουργιοδικείου που συνεδριάζει στη Λεμεσό. Παράλληλα, εκδίδεται και διάταγμα προσαγωγής τους ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λεμεσού εκείνη την ημερομηνία και η ώρα 9:00 π.μ. [Υπ.] .............. Θ. Συμεωνίδης, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Η συνήγορος του κατηγορούμενου 2 επιφύλαξε το δικαίωμά της να αγορεύσει επί του ζητήματος σε επόμενη δικάσιμο. [2] Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου κ.α.
(2001)2 Α.Α.Δ. 373 [3] Βλ. ενδεικτικά Γενικός Εισαγγελέας ν Γ.Ν., Ποιν. Εφ. 145/23, ημερ. 21.7.23, Κωνσταντίνου ν Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 271/23, ημερ. 24.1.24 [4] Βλ. Τρίτος Πίνακας του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 [5] Τσαπατσάρης ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 600 [6] βλ. Blackstone's Criminal Practice 2023, D7.
  1. [7] Κυανούν αρ 1 στο Έγγραφο Α [8] Βλ. Κυανούν 17 του Εγγράφου Α [9] Βλ. Κυανούν 16, 16 Α μέχρι 16 Δ του Εγγράφου Α [10] Βλ. Κυανούν 4 του Εγγράφου Α [11] Βλ. τελευταία σελίδα του Κυανούν 1 - συμπληρωματική κατάθεση Αστ.
  2. [12] Βλ. Κυανούν 17 Α του Εγγράφου Α [13] Βλ. Κυανούν 17 Γ του Εγγράφου Α. [14] Βλ. Κυανούν 17 Ζ από το Έγγραφο Α [15] Βλ. ενδεικτικά Τσεκκούρα v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 32, Νικήτα v. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 54, Ευριπίδου κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 337, Κουννάς κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. [16] Βλ. Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 790, Ευριπίδου κ.ά. v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 337, Γ. Δ. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 14/2023, 7/2/2023 [17] Βλ. Χατζηδημητρίου v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 45, Θεοχάρους κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48, Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109 [18] Βλ. Εισαγγελέας ν. Σιδερένιου κ.ά.
(2008)2 Α.Α.Δ. 319 και Κρασοπούλης κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 450 [19] Βλ. Κυανούν 6 του Εγγράφου Α [20] Βλ. Κυανούν 7 Α του Εγγράφου Α [21] Βλ. ΠΑΝΤΕΛΗ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 33/2022, 23/2/2022, ECLI:CY:AD:2022:B74 [22] Σχετική είναι η απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση ΝΙΚΟΛΑƩ ƩΤΥΛΙΑΝΟΥ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑƩ, Ποινική Έφεση Αρ. 78/24, 8/4/2024, όπου κατά την εξέταση παρόμοιου ζητήματος αναφέρθηκε: «Σχετική είναι επίσης η παρατήρηση του Κακουργοδικείου ότι κατά τον χρόνο παράδοσης ο Εφεσείων τελούσε υπό το καθεστώς υπόπτου μη γνωρίζοντας την πλήρη έκταση και σοβαρότητα των κατηγοριών που εν τέλει προσάφθηκαν εναντίον του». [23] Χατζηδημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 45 [24] Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 130 [25] Σχετικά είναι και τα όσα σχετικά αποφασίστηκαν στην υπόθεση ΙΩΑΝΝΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 25/2022, 4/2/2022, ECLI:CY:AD:2022:B50 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.