Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. OMAR AL LIDDAWI, Αρ. Υπόθεσης: 10829/2024, 7/10/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10829/2024 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας εναντίον OMAR AL LIDDAWI Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 7.10.2024 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Δ. Μαντζούρας Για τον Κατηγορούμενο: κ. Χρ. Κ. Φελλάς Κατηγορούμενος: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Στο κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης περιλαμβάνονται 2 κατηγορίες στις οποίες ο κατηγορούμενος δήλωσε μη παραδοχή. Ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης από τις 8.7.2024 ημέρα κατά την οποία καταχωρήθηκε η υπόθεση. Οι επίδικες κατηγορίες, τις οποίες παραθέτω αυτούσιες, έχουν ως ακολούθως: ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 1 Παράνομη κατοχή περιουσίας, κατά παράβαση του άρθρου 309 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος στις 7/7/2024 και περί ώρα 1520 στη Λεωφόρο Κυριάκου Μάτση στη Λάρνακα της Επαρχίας Λάρνακας είχε στην κατοχή του ένα τηλέφωνο μάρκας Tecno, για το οποίο υπάρχει εύλογος υπόνοια ότι είναι κλοπιμαίο. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 2 Κλεπταποδοχή, κατά παράβαση του άρθρου 306(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία αποδέχθηκε ήτοι ένα κινητό τηλέφωνο Tecno Camon, καλώς γνωρίζων ότι αυτό ήταν κλοπιμαία περιουσία. Στην παρούσα υπόθεση η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε 3 μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 παρουσιάστηκε ο Αστ. 4852 Ρ. Κυριακίδης ο οποίος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του τη γραπτή κατάθεσή του η οποία σημειώθηκε ως τεκμήριο 1 και στην οποία περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: υπηρετεί στην Α.Δ.Ε. Λάρνακας και είναι τοποθετημένος στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων Λάρνακας. Στις 7.7.2024 και ώρα 15:15 προσήλθαν στο Τμήμα ο Farid Dagher μαζί με τη σύζυγό του Germanos Hanne και κατήγγειλαν ότι την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 13:00 - 14:45 ενώ έκαναν μπάνιο στην παραλία των Φοινικούδων στη Λάρνακα κλάπηκαν από την τσάντα τους η οποία βρισκόταν ανεπιτήρητη ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας Samsung A51 χρώματος μαύρου/μπλε, ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας Tecno χρώματος άσπρου και το χρηματικό ποσό των €90,
- Την ίδια ημέρα και περί ώρα 16:00 προσήλθε στο Τμήμα ο Λοχ. 3417 του Ο.Π.Ε. Λάρνακας και του ανέφερε ότι περί ώρα 15:20 στην οδό Κωνσταντίνου Καλογερά στη Λάρνακα συνέλαβε τον OMAR AL LIDDAWI για το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας ενός κινητού τηλεφώνου μάρκας Tecno χρώματος άσπρου το οποίο εντόπισε στην κατοχή του. Κατά την παραμονή του στο Τμήμα ο Farid Dagher αναγνώρισε ως το κινητό του τηλέφωνο αυτό το οποίο βρέθηκε στην κατοχή του κατηγορούμενου. Ο Μ.Κ.1 φωτογράφησε το εν λόγω τηλέφωνο και το παρέδωσε στον Farid Dagher. Στη συνέχεια μετέβηκε στο κλιμάκιο δακτυλοσκόπων και φωτογράφων και εκτύπωσε τις εν λόγω φωτογραφίες. Στη συνέχεια σε ερωτήσεις που υποβλήθηκαν στον Μ.Κ.1 κατά τη διάρκεια της κυρίως εξέτασής του ο μάρτυρας κατέθεσε ως τεκμήριο 2 τις φωτογραφίες του κινητού τηλεφώνου. Ο Μ.Κ.1 κατά την αντεξέτασή του από τον δικηγόρο του κατηγορούμενου ισχυρίστηκε ότι είναι ο εξεταστής της υπόθεσης και πως το τηλέφωνο που ο παραπονούμενος ισχυρίζεται ότι κλάπηκε ήταν χρώματος άσπρου. Όταν ρωτήθηκε τι χρώματος ήταν το τηλέφωνο που παρέδωσε στον παραπονούμενο ισχυρίστηκε ότι ήταν αυτό που φαίνεται στη φωτογραφία, ένα άσπρο τηλέφωνο μάρκας Tecno. Στη συνέχεια όταν του υποβλήθηκε ότι στον παραπονούμενο παρέδωσε άλλο τηλέφωνο από αυτό που βρήκαν στον κατηγορούμενο απάντησε αρνητικά προσθέτοντας ότι παρέδωσε το συγκεκριμένο τηλέφωνο χρώματος άσπρου. Ακολούθως ρωτήθηκε εάν αναζήτησε περαιτέρω μαρτυρία από τις κάμερες και απάντησε ότι δεν χρειαζόταν ενώ όταν ρωτήθηκε εάν έλαβε κατάθεση από τον κατηγορούμενο απάντησε πως δεν θυμόταν αν το είχε πράξει. Ως Μ.Κ.2 παρουσιάστηκε ο Λοχ. 3417 Π. Λάμπρου ο οποίος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του τη γραπτή κατάθεσή του, ημερ. 7.7.2024, η οποία σημειώθηκε ως τεκμήριο 3 στην οποία περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: υπηρετεί στην Α.Δ.Ε. Λάρνακας και είναι τοποθετημένος στον Ο.Π.Ε. Στις 7.7.2024 και περί ώρα 14:45 βρισκόταν σε περιπολία όταν έλαβε πληροφορία από ζεύγος τουριστών ότι ενώ βρίσκονταν στην παραλία των Φοινικούδων άγνωστοι τους έκλεψαν τα 2 κινητά τους τηλέφωνα. Το ένα ήταν μάρκας Tecno Canon χρώματος άσπρου και το άλλο μάρκας Samsung A51 χρώματος μαύρου. Αμέσως μετέβηκε μαζί με τους συναδέλφους του στον εμπορικό τομέα της πόλης για έρευνες. Καθώς βρίσκονταν στην οδό Κ. Καλογερά πρόσεξε 2 νεαρά πρόσωπα τα οποία γνωρίζει επειδή απασχόλησαν την Αστυνομία και τα οποία ήταν στο πεζοδρόμιο και συνομιλούσαν με άλλο πρόσωπο που καθόταν πάνω σε ένα σκούτερ και είχε μαζί του και ένα παιδί. Μόλις σταμάτησαν ο άντρας που ήταν πάνω στο σκούτερ μαζί με το παιδί έφυγαν από το μέρος και ο ίδιος πλησίασε αμέσως τα 2 νεαρά άτομα και αφού τους υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα τους ζήτησε τα στοιχεία τους. Διαπίστωσε ότι ο ένας ήταν ο OMAR AL LIDDAWI ο οποίος κρατούσε στα χέρια του ένα τηλέφωνο Tecno Canon χρώματος άσπρου το οποίο ήταν πανομοιότυπο με το τηλέφωνο που υπήρχε καταγγελία ότι είχε κλαπεί. Ζήτησε από τον OMAR να του πει πού βρήκε το τηλέφωνο και αυτός ισχυρίστηκε ότι του το έδωσε το πρόσωπο που διέφυγε με το σκούτερ του οποίου δεν γνώριζε τα στοιχεία. Επειδή δεν έδωσε ικανοποιητικούς λόγους για την κατοχή του εν λόγω τηλεφώνου τον πληροφόρησε για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας, του επέστησε την προσοχή του στον νόμο και του απάντησε «Ρε μάστρε ο άλλος μου το έδωσε». Αμέσως η ώρα 15:20 τον συνέλαβε για το αυτόφωρο αδίκημα που διέπραττε και αφού του επέστησε την προσοχή του στον νόμο του απάντησε «Όι ρε μάστρε». Στη συνέχεια τον πληροφόρησε ότι θα παραλάβει το τηλέφωνο ως τεκμήριο και όταν του επέστησε την προσοχή του στον νόμο απάντησε «Πιάστο». Στη συνέχεια ο συλληφθείς και το τεκμήριο μεταφέρθηκαν στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων και παραδόθηκαν στον Αστ. 4852 για συμπλήρωση της υπόθεσης. Η ώρα 16:40 έδωσε τα έντυπα επικοινωνίας στον συλληφθέντα τα οποία αφού διάβασε τα υπέγραψε στην παρουσία του. Στη συνέχεια σε ερωτήσεις που του τέθηκαν κατά την κυρίως εξέτασή του όταν του υποδείχθηκε το τεκμήριο 2 ισχυρίστηκε ότι σε αυτό απεικονίζεται το τηλέφωνο το οποίο παρέλαβε από τον κατηγορούμενο ως τεκμήριο. Ο Μ.Κ.2 κατά την αντεξέτασή του από τον δικηγόρο του κατηγορούμενου ισχυρίστηκε ότι το ένα από τα τηλέφωνα που απεικονίζονται στο τεκμήριο 2 είναι άσπρο. Ισχυρίστηκε επίσης ότι στην οδό Καλογερά είδε 2 νεαρά πρόσωπα και το τρίτο ήταν πάνω στο σκούτερ μαζί με ένα παιδί. Ισχυρίστηκε ότι παρά το γεγονός ότι γνωρίζει τον κατηγορούμενο και το άλλο πρόσωπο που ήταν μαζί του πάντα δείχνει την ταυτότητά του και πάντα τους ζητά τα στοιχεία τους. Ισχυρίστηκε πως όταν έφθασε κοντά τους ήταν με το υπηρεσιακό αυτοκίνητο και ότι το σκούτερ, μόλις έφθασαν στο μέρος, ανέπτυξε ταχύτητα και έφυγε. Δεν το καταδίωξε όμως επειδή σε αυτό επέβαινε παιδί και δεν ήθελε να προκαλέσει οποιοδήποτε ατύχημα. Ο εν λόγω μάρτυρας ερωτηθείς τι του απάντησε ο κατηγορούμενος όταν τον πληροφόρησε για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας ισχυρίστηκε ότι του είπε πως του το έδωσε ο άλλος που είχε φύγει. Ως Μ.Κ.3 παρουσιάστηκε η Hanne Hermanos η οποία κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της τη γραπτή της κατάθεση ημερ. 7.7.2024 η οποία σημειώθηκε ως τεκμήριο 4 στην οποία περιλαμβάνονται οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: στις 7.7.2024 και ώρα 13:00 πήγε μαζί με τον σύζυγό της στην παραλία των Φοινικούδων στη Λάρνακα. Μπήκαν στη θάλασσα και άφησαν τα πράγματά τους σε μια τσάντα στην παραλία. Όταν πήραν τα πράγματά τους αντιλήφθηκαν ότι το τηλέφωνό της μάρκας Samsung A51 χρώματος μπλε σε μια μαύρη θήκη, το τηλέφωνο του συζύγου της άσπρου χρώματος μάρκας Tecno Canon και το ποσό των 90 έλειπαν από την τσάντα. Στη συνέχεια η Μ.Κ.3 όταν κατά την κυρίως εξέτασή της της υποδείχθηκε το τεκμήριο 2 σε αυτό αναγνώρισε το τηλέφωνο του συζύγου της. Κατά την αντεξέτασή της η Μ.Κ.3 όταν της υποδείχθηκε το τεκμήριο 2 και ρωτήθηκε από πού αναγνώρισε ότι πρόκειται για το τηλέφωνο του συζύγου της ισχυρίστηκε ότι το τηλέφωνο που βρήκε η αστυνομία στην κατοχή του κατηγορούμενου ήταν άσπρου χρώματος μάρκας Tecno και σε αυτό υπήρχε η φωτογραφία του συζύγου της. Συμφώνησε τέλος με υποβολή που της τέθηκε σύμφωνα με την οποία δεν γνωρίζει εάν ο κατηγορούμενος της έκλεψε τα λεφτά της. Όταν το Δικαστήριο έκρινε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και εξήγησε στον κατηγορούμενο τα δικαιώματά του, αυτός επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής και δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα προς υπεράσπισή του. Όταν στη συνέχεια η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις οι δικηγόροι των διαδίκων ετοίμασαν γραπτό κείμενο με τις θέσεις και εισηγήσεις τους το οποίο παρέδωσαν στο Δικαστήριο. Ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής εισηγήθηκε ότι η κατηγορούσα αρχή κατόρθωσε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των επίδικων αδικημάτων και κάλεσε το Δικαστήριο να κρίνει ένοχο τον κατηγορούμενο. Αντίθετη ήταν η εισήγηση του δικηγόρου του κατηγορούμενου. Έχω μελετήσει τις θέσεις και εισηγήσεις τους των διαδίκων, τις έχω υπόψη μου και θα κάνω αναφορά σε αυτές όπου είναι αναγκαίο. Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδείχθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Έχω επίσης υπόψη μου ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Σχετική, επίσης, είναι η απόφαση Πιριλλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, Ποινική Έφεση Αρ. 331/2015, ημερ. 11.12.2017, ECLI:CY:AD:2017:B454, όπου επαναλήφθηκε η αρχή πως η παράλειψη αντεξέτασης γενικά θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που θέτει ο μάρτυρας. Επιπλέον, είναι καλά νομολογημένο ότι η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νου στους μάρτυρες κατηγορίας, ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Σχετική είναι απόφαση Pal Tekinder κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551. Οι υποβολές όμως των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλώς μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετική είναι η απόφαση Ησαΐας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ.
- Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Ο Μ.Κ.1 περιέγραψε τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης. Ήταν ο αστυνομικός στον οποίο η Μ.Κ.3 και ο σύζυγός της Farid Dagher στις 7.7.2024 και περί ώρα 15:15 κατήγγειλαν ότι κατά τις μεσημβρινές ώρες της ίδιας ημέρας κλάπηκαν από τη τσάντα τους την οποίαν είχαν αφήσει στην παραλία όταν μπήκαν στη θάλασσα για μπάνιο 2 τηλέφωνα και το χρηματικό ποσό των €90,
- Ήταν επίσης το πρόσωπο στην παρουσία του οποίου ο Farid Dagher αναγνώρισε ως το τηλέφωνό του αυτό το οποίο είχε βρεθεί στην κατοχή του κατηγορούμενου και στη συνέχεια ο Μ.Κ.1 αφού το φωτογράφησε του το παρέδωσε. Επειδή όλα τα πιο πάνω διαδραματίστηκαν στην παρουσία του κρίνω ότι λόγω τούτου ήταν σε ευνοϊκή θέση να τα θυμάται και να τα μεταφέρει στο Δικαστήριο όπως αυτά έγιναν. Κρίνω επίσης ότι οι ως άνω ισχυρισμοί του είναι λογικοί, πείθουν για τη βασιμότητά τους και γίνονται αποδεκτοί και για αυτόν τον επιπλέον λόγο. Ο εν λόγω μάρτυρας μου έκανε εξαιρετική εντύπωση και δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας και ως εκ τούτου αποδέχομαι τη μαρτυρία του ως αξιόπιστη. Ο Μ.Κ.2 ομοίως περιέγραψε τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε στις 7.7.2024 κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης μετά που πληροφορήθηκε ότι η Μ.Κ.3 και ο σύζυγός της νωρίτερα την ίδια ημέρα είχαν καταγγείλει στην αστυνομία την κλοπή των τηλεφώνων τους. Ήταν το πρόσωπο το οποίο στα πλαίσια των καθηκόντων του ως μέλος του Ο.Π.Ε. Λάρνακας στις 7.7.2024 κατά τις μεσημβρινές ώρες εντόπισε τον κατηγορούμενο στην οδό Καλογερά να έχει στην κατοχή του ένα τηλέφωνο μάρκας TECNO χρώματος άσπρου. Οι εν λόγω ισχυρισμοί του δεν αμφισβητήθηκαν και ως εκ τούτου γίνονται αποδεκτοί. Κρίνω περαιτέρω ότι η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέτασή του και δεν έχω αμφιβολία πως όσα ανέφερε ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα αφού αποτελούν θέματα για τα οποία είχε άμεση και ιδία γνώση, είναι λογικά και πείθουν για τη βασιμότητά τους. Η Μ.Κ.3 είναι το ένα από τα δύο πρόσωπα τα οποία στις 7.7.2024 και περί ώρα 15:15 μετέβηκαν στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων στη Λάρνακα και κατήγγειλαν στον Μ.Κ.1 ότι νωρίτερα την ίδια ημέρα είχαν κλαπεί από την τσάντα τους την οποία είχαν αφήσει στην παραλία όταν μπήκαν στη θάλασσα 2 κινητά τηλέφωνα και €90,
- Η εν λόγω μάρτυρας είναι η σύζυγος του ιδιοκτήτη του επίδικου τηλεφώνου μάρκας TECNO χρώματος άσπρου το οποίο ο Μ.Κ.2 εντόπισε στην κατοχή του κατηγορούμενου. Ισχυρίστηκε ότι το εν λόγω τηλέφωνο ανήκει στον σύζυγό της και για αυτόν τον ισχυρισμό της έδωσε μια πολύ λογική και συνάμα πειστική απάντηση ότι δηλαδή σε αυτό ήταν η φωτογραφία του συζύγου της. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι η μαρτυρία της η οποία κρίνω ότι είναι λογική και πειστική ανταποκρίνεται στην αλήθεια και συνακόλουθα γίνεται αποδεκτή. Έχοντας υπόψη μου τη μαρτυρία την οποία αποδέχθηκα ως αξιόπιστη για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: η Μ.Κ.3 μαζί με τον σύζυγό της Farid Dagher στις 7.7.2024 και περί ώρα 15:15 κατήγγειλαν στον Μ.Κ.1 ο οποίος είναι αστυνομικός και υπηρετεί στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων Λάρνακας ότι κατά τις μεσημβρινές ώρες της ίδιας ημέρας κλάπηκαν από τη τσάντα τους την οποίαν είχαν αφήσει στην παραλία των Φοινικούδων στη Λάρνακα όταν μπήκαν στη θάλασσα για μπάνιο 2 τηλέφωνα και το χρηματικό ποσό των €90,
- Ο Μ.Κ.2 ο οποίος είναι λοχίας της αστυνομίας και υπηρετεί στον Ο.Π.Ε. όταν πληροφορήθηκε για την ως άνω καταγγελία προχώρησε μαζί με άλλους συναδέλφους του σε έρευνες και στην οδό Καλογερά στη Λάρνακα. Κατά την άφιξή τους με το υπηρεσιακό τους όχημα στο μέρος εκεί βρίσκονταν ο κατηγορούμενος μαζί με ακόμα ένα άτομο. Συνομιλούσαν με ακόμα ένα άτομο το οποίο επέβαινε σε σκούτερ και μαζί του ήταν και ένα παιδί. Όταν σταμάτησαν εκεί το άλλο άτομο που επέβαινε στο σκούτερ έφυγε από το μέρος. Ακολούθως ο Μ.Κ.2 εντόπισε στην κατοχή του κατηγορούμενου ένα τηλέφωνο το οποίο παρέλαβε ως τεκμήριο και στη συνέχεια η Μ.Κ.3 και ο σύζυγός της, στον αστυνομικό σταθμό το αναγνώρισαν ως το τηλέφωνο του τελευταίου το οποίο είχαν καταγγείλει ότι κλάπηκε νωρίτερα την ίδια ημέρα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης της σωρευτικής ύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσον εύλογες και εάν είναι (Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.. 246) «οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Όπως καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί και αθωωθεί από την κατηγορία. Το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας κατά παράβαση του άρθρου 309 του Ποινικού Κώδικα στο οποίο εδράζεται η 1η κατηγορία έχει ως ακολούθως: «Όποιος έχει στην κατοχή του κινητό, χρήματα, αξιόγραφο ή οποιαδήποτε άλλην περιουσία, για τα οποία υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι είναι κλοπιμαία, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση έξι μηνών, εκτός αν αποδείξει με αυτό τον τρόπο που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι απόκτησε νόμιμα την κατοχή τους». Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της παράνομης κατοχής περιουσίας είναι τα ακόλουθα: (α) η κατοχή κινητής περιουσίας, χρημάτων, αξιογράφων ή άλλης περιουσίας, (β) από κάποιο πρόσωπο και (γ) η ύπαρξη ευλόγων υπονοιών ότι η εν λόγω περιουσία που κατέχεται είναι κλοπιμαία. Στην υπόθεση Κλεάνθους ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 236/2018, ημερ. 11.1.2019, ECLI:CY:AD:2019:B3, λέχθηκε πως η εμβέλεια του αδικήματος εξηγήθηκε από τον Lord Goddard, με αναφορά σε ανάλογη νομοθεσία στην υπόθεση Flatman v. Light and others [1946] 2 All ER, 368, ως το ακόλουθο απόσπασμα που υιοθετήθηκε στην Kamilaris and another v. The Police (V18) 1 CLR 78: «A man is found in very suspicious circumstances in possession of property. He can be called upon to give an account of how he got it. If the police, or whoever start the prosecution, are satisfied that it was stolen and could show it was stolen, there is no need to invoke this section. The section is designed to cover cases in which it is impossible to show at the time of the man's arrest that the property is stolen. It is not necessary to show that it is stolen, because the section deals with property which is 'reasonably suspected of being stolen or unlawfully obtained.' If that is so a man can be brought before the Magistrates and dealt with under this section» Στην Κλεάνθους (πιο πάνω) αποφασίστηκε περαιτέρω ότι: «για να θεμελιωθεί κατηγορία βάσει του άρθρου 309 η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει ότι «a given date a certain person had in his possession property which some other person reasonably suspected to be stolen property» (Police v. Haralambous & Yianni 14 CLR 109, Police v. Skoufaris 23 CLR 187, Kamilaris, ανωτ.). Η εύλογη υπόνοια πρέπει να προκαλείται σε κάποιο πρόσωπο που βλέπει ή βρίσκει την περιουσία στην κατοχή του κατηγορούμενου, ενόσω η περιουσία παραμένει στην κατοχή του τελευταίου (Economides v. The Police 24 CLR 5, Kamilaris, ανωτ.). Ο Αρχιδικαστής Jackson είχε χαρακτηρίσει στην Kamilaris τη σχετική πρόνοια δυσεξήγητη εκφράζοντας την προσδοκία διευκρίνισης της από τη νομολογία μελλοντικά. Δεν φαίνεται όμως να παράχθηκε νομολογία επί του άρθρου 309. Έχουμε μόνο εντοπίσει την Καριπίδης ν. Δημοκρατίας
(2007)2 ΑΑΔ 237, όπου ελέχθη ότι το εύλογο των υπονοιών του προσώπου που τις επικαλέστηκε, αστυνομικού, εξεταστή της υπόθεσης, δεν μπορούσε να αποδειχθεί με την έκφραση της υποκειμενικής του κρίσης, αλλά ήταν ζήτημα αντικειμενικό. Προκύπτει ότι το άρθρο 309 βρίσκει εφαρμογή όταν ο κατηγορούμενος κατέχει περιουσία υπό τέτοιες ύποπτες περιστάσεις ώστε, ενώ δεν αποδεικνύεται ότι είναι κλοπιμαία, εύλογα, εξ αντικειμένου, δημιουργούνται υποψίες στο πρόσωπο που τον βλέπει να κατέχει τέτοια περιουσία, ότι αυτή είναι κλοπιμαία.». Στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 72/2018, ημερ. 24.10.2019, ECLI:CY:AD:2019:B444, λέχθηκε ότι «Δεν είναι ο κατηγορούμενος το υποκείμενο των εύλογων υπονοιών στα πλαίσια του άρθρου 309. Οι εύλογες υπόνοιες πρέπει να προκαλούνται στο πρόσωπο που βλέπει τον κατηγορούμενο να κατέχει την περιουσία.». Στην ως άνω υπόθεση Χαραλάμπους λέχθηκαν επίσης και τα ακόλουθα: «Κατά τα άλλα όμως, όντως δεν έχει νόημα να υπάρχουν σωρευτικά καταδίκες για το άρθρο 306, που προϋποθέτει απόδειξη του κλοπιμαίου της περιουσίας και για το άρθρο 309, εφόσον το τελευταίο βρίσκει εφαρμογή στις περιπτώσεις όπου δεν αποδεικνύεται ότι η περιουσία είναι κλοπιμαία, αλλά ο κατηγορούμενος την κατέχει υπό τέτοιες ύποπτες περιστάσεις ώστε να δημιουργούνται εύλογες υπόνοιες ότι είναι κλοπιμαία (βλ. Kamilaris and another v. The Police (V18) 1 CLR 78, Κλεάνθους, ανωτέρω) .. Συνεπώς η σωρευτική καταδίκη και επί τη βάσει του άρθρου 309 ήταν περιττή. Θα έπρεπε η Κατηγορούσα Αρχή να επιλέξει στο κατάλληλο στάδιο, την κατηγορία που θα προωθούσε, εφόσον μάλιστα ήταν αναμενόμενο, όπως και έγινε, ότι το δικαστήριο δεν θα επέβαλλε ποινή στη 2η κατηγορία. Από τυπικής όμως άποψης, τα στοιχεία του άρθρου 309 θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι καλύπτονται από το μείζον πλαίσιο του άρθρου 306.» Το αδίκημα της κλεπταποδοχής κατά παράβαση του άρθρου 306 του Ποινικού Κώδικα στο οποίο εδράζεται η 2η κατηγορία έχει ως ακολούθως: «Όποιος αποδέχεται ή κατακρατεί περιουσία, που γνωρίζει ότι αυτή εκλάπηκε ή αποκτήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο κάτω από περιστάσεις που συνιστούν κακούργημα ή πλημμέλημα, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου βαθμού (κακουργήματος ή πλημμελήματος) και υπόκειται- (α) στην περίπτωση κακουργήματος, σε φυλάκιση πέντε χρόνων (β) στην περίπτωση πλημμελήματος, σε φυλάκιση δύο χρόνων.» Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κλεπταποδοχής είναι τα ακόλουθα: (α) η αποδοχή ή κατακράτηση από τον κατηγορούμενο (β) κλοπιμαίας περιουσίας και (γ) γνώση του ότι αυτή κλάπηκε ή αποκτήθηκε υπό περιστάσεις που συνιστούν είτε κακούργημα ή πλημμέλημα. Στην υπόθεση Κλεάνθους ν. Αστυνομίας (πιο πάνω), λέχθηκε περαιτέρω ότι: «Το κλοπιμαίο της περιουσίας, ως συστατικό στοιχείο του αδικήματος της κλοπής ή της κλεπταποδοχής, μπορεί ν' αποδειχθεί με άμεση μαρτυρία για την κλοπή (R. ν. Reynolds, 20 Cr. App. R. 125, CCA), ή μπορεί να αποδειχθεί, συμπερασματικά με μαρτυρία για τις περιστάσεις υπό τις οποίες η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του κατηγορούμενου (Kyprianou v. The Police
(1976)2 CLR 75, R. ν. Sbarra, 13 Cr. App. R. 118, R. ν. Korniak
(1983)76 Cr. App. R. 145.». Στην ως άνω απόφαση λέχθηκε επίσης ότι: «Το λεγόμενο «δόγμα της πρόσφατης κατοχής» (doctrine of recent possession), ως έκφραση κοινής λογικής και όχι ως ζήτημα εφαρμογής νομικού τεκμηρίου (presumption of law) έχει την έννοια ότι η κατοχή προσφάτως κλαπείσας περιουσίας μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι πρόκειται για τέτοια περιουσία, εκτός εάν ο κατηγορούμενος δώσει κάποια εξήγηση η οποία, έστω κι αν δε γίνει πιστευτή, αρκεί να προκαλέσει αμφιβολία κατά πόσο γνώριζε. Τούτο όμως προϋποθέτει την ύπαρξη, κατά τ΄ άλλα, επαρκούς μαρτυρίας περί του ότι πρόκειται για προσφάτως κλαπείσα περιουσία (Kyprianou (ανωτ.), Christofides v. The Police
(1965)2 CLR 69, Ψύλλας ν. Αστυνομίας (Αρ. 2)
(2011)2 ΑΑΔ 466, D.P.P. v. Nieser
(1959)1 Q.B. 254, R. ν. Aves, 34 Cr. App. R. 159, CCA)». Στην πιο πάνω υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας λέχθηκαν και τα ακόλουθα: «Η γνώση γενικά ως στοιχείο της νοητικής διεργασίας του ανθρώπου σπάνια μπορεί να αποδειχθεί με άμεση μαρτυρία, όπως είναι λ.χ. μια παραδοχή. Κατά κανόνα συνάγεται μέσα από τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης (Σταυρινού v. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 706). Ειδικά σε ότι αφορά σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, ως ζήτημα κοινής λογικής και όχι κατ΄ εφαρμογή κάποιου νομικού τεκμηρίου (presumption of law) η κατοχή προσφάτως κλαπείσας περιουσίας μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι πρόκειται για τέτοια περιουσία, εκτός εάν δώσει κάποια εξήγηση η οποία, έστω και αν δεν γίνει πιστευτή αρκεί να προκαλέσει αμφιβολία κατά πόσο όντως γνώριζε (doctrine of recent possession) (Κλεάνθους ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 236/18, ημερ. 11.1.2019, ECLI:CY:AD:2019:B3).». ΚΑΤΑΛΗΞΗ Έχοντας αφενός υπόψη μου τα ευρήματα του Δικαστηρίου ως τα ανέφερα πιο πάνω και ιδίως ότι αποδείχθηκε πως το επίδικο τηλέφωνο ήταν ιδιοκτησία του Farid Dagher, συζύγου της Μ.Κ.3, και αφετέρου τη νομική πτυχή του θέματος και συγκεκριμένα την εμβέλεια του αδικήματος της παράνομης κατοχής περιουσίας κατά παράβαση του άρθρου 309 του Ποινικού Κώδικα ως την ανέφερα πιο πάνω δηλαδή ότι αυτό τυγχάνει εφαρμογής στις περιπτώσεις όπου δεν αποδεικνύεται ότι η περιουσία είναι κλοπιμαία κρίνω πως στην παρούσα υπόθεση στην οποία αποδείχθηκε ότι το επίδικο τηλέφωνο ήταν κλοπιμαία περιουσία που ανήκε στον Farid Dagher δεν πρόκειται για περίπτωση στην οποία μπορεί να τύχει εφαρμογής το αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας. Προς τούτο έχω επίσης υπόψη μου και όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας (πιο πάνω) ότι «δεν έχει νόημα να υπάρχουν σωρευτικές καταδίκες για το άρθρο 306, που προϋποθέτει απόδειξη του κλοπιμαίου της περιουσίας και για το άρθρο 309, εφόσον το τελευταίο βρίσκει εφαρμογή στις περιπτώσεις όπου δεν αποδεικνύεται ότι η περιουσία είναι κλοπιμαία αλλά ο κατηγορούμενος την κατέχει υπό τέτοιες ύποπτες περιστάσεις ότι είναι κλοπιμαία». Αναφορικά με τη 2η κατηγορία προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο αποδείχθηκαν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κλεπταποδοχής που αυτή αφορά. Έχοντας υπόψη μου τα ευρήματα μου ως το ανέφερα πιο πάνω κρίνω ότι αποδείχθηκαν τα συστατικά στοιχεία της κατοχής κλαπείσας περιουσίας από τον κατηγορούμενο ήτοι του κινητού τηλεφώνου μάρκας Tecno ιδιοκτησίας του Farid Dagher. Απομένει συνεπώς να εξεταστεί κατά πόσο αποδείχθηκε και το συστατικό στοιχείο της γνώσης του κατηγορούμενου περί του κλοπιμαίου της επίδικης περιουσίας. Ως ανέφερα και πιο πάνω η νομολογία ορίζει πως η γνώση κατά κανόνα συνάγεται μέσα από τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης και ως ζήτημα κοινής λογικής η κατοχή προσφάτως κλαπείσας περιουσίας μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι πρόκειται για τέτοια περιουσία εκτός εάν δώσει κάποια εξήγηση, η οποία, έστω και αν δεν γίνει πιστευτή αρκεί να προκαλέσει αμφιβολία κατά πόσο γνώριζε (doctrine of recent possession). Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος ασκώντας το δικαίωμα της σιωπής δεν προέβαλε οποιαδήποτε θέση, συνεπώς δεν υπάρχει οποιαδήποτε εξήγηση εκ μέρους του ότι δεν γνώριζε πως το επίδικο τηλέφωνο το οποίο βρέθηκε στην κατοχή του ήταν κλοπιμαία περιουσία. Παρά τούτο κρίνω όμως ότι τη θέση του τη μετέφερε στο Δικαστήριο ο Μ.Κ.2 ο οποίος όταν τον πληροφόρησε για το αδίκημα και του επέστησε την προσοχή του στον νόμο ο κατηγορούμενος του απάντησε «Ρε μάστρε ο άλλος μου το έδωσε», υπονοώντας δηλαδή ότι δεν είχε γνώση ότι ήταν κλοπιμαίο. Ο «άλλος» στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν ο άντρας τον οποίο ο Μ.Κ.2 είδε να κάθεται πάνω σε ένα σκούτερ έχοντας μαζί του ένα παιδί και συνομιλούσε με τον κατηγορούμενο και με το άλλο πρόσωπο το οποίο ήταν μαζί με τον κατηγορούμενο και ο οποίος μόλις ο Μ.Κ.2 σταμάτησε κοντά τους απομακρύνθηκε από το μέρος. Στην παρούσα υπόθεση εφόσον πρόκειται για περιστατική μαρτυρία το συμπέρασμα περί γνώσης του κατηγορούμενου ότι το επίδικο τηλέφωνο αποτελούσε κλοπιμαία περιουσία πρέπει να αποτελεί το μόνο λογικό συμπέρασμα που προκύπτει από τα περιστατικά της υπόθεσης τα οποία δεν πρέπει να επιδέχονται λογικά άλλης ερμηνείας ή εξήγησης εκτός από την ενοχή του κατηγορούμενου. Έχοντας υπόψη μου την ως άνω θέση του κατηγορούμενου ότι το επίδικο τηλέφωνο του το είχε δώσει το πρόσωπο το οποίο επέβαινε σε σκούτερ στο οποίο αναφέρθηκε και ο Μ.Κ.2 ότι έφυγε από το μέρος μόλις τους είδε με το υπηρεσιακό τους όχημα καθώς επίσης ότι λίγη ώρα νωρίτερα την ίδια ημέρα είχε καταγγελθεί στην αστυνομία πως το εν λόγω τηλέφωνο είχε κλαπεί, χωρίς όμως να υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ότι στην κλοπή είχε οποιαδήποτε ανάμειξη ο κατηγορούμενος, έχω αμφιβολία κατά πόσο στο μικρό χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την κλοπή του τηλεφώνου μέχρι και την ώρα που αυτό εντοπίστηκε στην κατοχή του κατηγορούμενου πράγματι αυτός γνώριζε ότι αποτελούσε κλοπιμαία περιουσία. Η εν λόγω αμφιβολία είναι αρκετή για να οδηγήσει σε αθώωση του κατηγορούμενου. Λόγω των πιο πάνω ο κατηγορούμενος αθωώνεται στις 2 κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει. (Υπ.) ........... Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο