← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Σ. Π., Αρ. Υπόθεσης: 863/2021, 29/10/2024

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Σ. Π., Αρ. Υπόθεσης: 863/2021, 29/10/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 863/2021 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας εναντίον Σ. Π. Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 29.10.2024 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ελ. Γιακουμεττή Για τον Κατηγορούμενο: κα Γ. Καλλή - Χούλη Κατηγορούμενος: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Στο κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης περιλαμβάνονται 4 κατηγορίες στις οποίες ο κατηγορούμενος δήλωσε μη παραδοχή. Οι κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει είναι οι ακόλουθες: ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 1 Κοινή επίθεση, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3

(1), 4
(1)
(2)(ι β) του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119
(1)/2000 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 212
(1)/2004. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος στις 25/8/2019 και περί ώρα 1000 στην οδό [ ] στα Λειβάδια της Επαρχίας Λάρνακας επιτέθηκε στην πρώην σύζυγό του Μ. Ζ. από τα Λειβάδια. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 2 Συμπεριφορά με την οποία προκαλείται άμεσα ψυχική βλάβη σε μέλος της οικογένειας κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1)
(3)
(4)του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119
(1)/2000 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 212
(1)/2004. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία με τη συμπεριφορά του προκάλεσε ψυχική βλάβη στον ανήλικο υιό του Α., 12 χρονών, με το να κτυπήσει την Μ. Ζ. στην παρουσία του. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 3 Συμπεριφορά με την οποία προκαλείται άμεσα ψυχική βλάβη σε μέλος της οικογένειας κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1)
(3)
(4)του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119
(1)/2000 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 212
(1)/
  1. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία με τη συμπεριφορά του προκάλεσε ψυχική βλάβη στον ανήλικο υιό του Κ., 10 χρονών, με το να κτυπήσει την Μ. Ζ. στην παρουσία του. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 4 Είσοδος σε ξένη περιουσία με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος κατά παράβαση του άρθρου 280 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και Νόμος 166/
  2. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία εισήλθε σε περιουσία που ήταν στην κατοχή της Μ. Ζ. από τα Λειβάδια δηλαδή στην οικία της, με σκοπό να διαπράξει το ποινικό αδίκημα της επίθεσης. Η κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη των κατηγοριών παρουσίασε 2 μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 παρουσιάστηκε η Μ. Ζ. η οποία κατά την κυρίως εξέτασή της υιοθέτησε τη γραπτή της κατάθεση ημερ. 25.8.2019, η οποία σημειώθηκε ως τεκμήριο 1, στην οποία περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: ο κατηγορούμενος είναι ο πρώην σύζυγό της. Στις 25.8.2029 γύρω στις 10 το πρωί ο κατηγορούμενος ήρθε στο σπίτι της απροειδοποίητα και την εξύβρισε μπροστά στα παιδιά τους αποκαλώντας την πουτάνα. Της πέταξε αντικείμενα προς το μέρος της τα οποία ήταν τοποθετημένα πάνω στο τραπέζι. Της έσπασε 1 γυάλινο ποτήρι και ένα καθαριστικό «Ajax». Τα παιδιά της πανικοβλήθηκαν με τη συμπεριφορά του πατέρα τους και ιδιαίτερα ο Κυριάκος. Για την κηδεμονία δεν υπάρχει ακόμη απόφαση όπως ούτε περιοριστικά μέτρα εναντίον του πρώην άντρα της. Απαίτησή της είναι όπως ο πρώην άντρας της πάει δικαστήριο έτσι ώστε να δικαστεί για υβριστική συμπεριφορά στην οικία της παρουσία των παιδιών της. Επίσης σε συνεργασία με το γραφείο Ευημερίας να αξιολογηθεί από τις ψυχιατρικές υπηρεσίες για να αποφασιστεί το διάταγμα κηδεμονίας και επικοινωνίας. Σε ερωτήσεις που της τέθηκαν στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής της η Μ.Κ.1 ισχυρίστηκε ότι κατά την επίδικη ημέρα βρισκόταν στην κουζίνα και μαγείρευε και ο κατηγορούμενος ήρθε από απέναντι και της έριξε τα πράγματα. Ισχυρίστηκε επίσης ότι της πέταξε και μια κέτσαπ και όλα αυτά έλαβαν χώρα στην παρουσία των παιδιών τους. Όταν ρωτήθηκε εάν είχε δώσει άδεια στον κατηγορούμενο να εισέλθει στην κατοικία απάντησε με τη φράση «Αν δεν κάνω λάθος κάπου γράφω ότι ήρθε να πάρει τα μωρά» και όταν ευθύς αμέσως ρωτήθηκε εάν αυτός ήταν ο λόγος που εκείνος ήρθε απάντησε «δεν μπορώ να θυμάμαι, αν του ανοίξαν τα μωρά ή ήταν ξεκλείδωτη η πόρτα. Δεν το θυμούμαι αυτό το πράμα». Κατά την αντεξέτασή της η Μ.Κ.1 ισχυρίστηκε ότι το διαζύγιό τους εκδόθηκε το
  3. Όταν της υποβλήθηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν την έβρισε με τη λέξη που η ίδια ισχυρίστηκε έδωσε την ακόλουθη απάντηση «Δεν είμαι γλωσσολόγος κύριε Πρόεδρε ούτε μπορώ να θυμάμαι τι είπα σε μια κατάθεση και στην άλλη. Πρέπει να ρωτήσετε τον κατηγορούμενο τι είπε για να ξέρουμε». Στη συνέχεια όταν ρωτήθηκε εάν είναι αλήθεια ότι το προηγούμενο βράδυ της επίδικης ημέρας τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο στο κινητό του τηλέφωνο η ώρα 22:29 η μάρτυρας απάντησε «Δεν θυμάμαι κάτι τέτοιο». Όταν αμέσως μετά ρωτήθηκε εάν είναι αλήθεια ότι ο κατηγορούμενος είδε την αναπάντητη κλήση και την πήρε πίσω σε 1 λεπτό, δηλαδή η ώρα 22:30 και την ρώτησε τι ήθελε η Μ.Κ.1 απάντησε «Δεν θυμάμαι αυτήν τη λεπτομέρεια, δεν θυμάμαι». Όταν ρωτήθηκε εάν ο κατηγορούμενος την πήρε από το κινητό του τηλέφωνο στο δικό της απάντησε «Δεν είμαι σε θέση να θυμάμαι». Στη συνέχεια όταν της υποβλήθηκε ότι την πήρε πίσω σε 1 λεπτό που είδε την αναπάντητη κλήση και ότι αυτή του απάντησε και του είπε επί λέξει «Πόσες φορές να σε πάρω τηλέφωνο; Πρόκειται για τον Κ. μας. Να σε σσιχτιρίσω και δεν μου απάντησες;» η μάρτυρας απάντησε «Δεν θυμάμαι». Όταν ρωτήθηκε εάν θυμάται τι του είπε απάντησε «Δεν θυμάμαι καθόλου το περιστατικό». Ακολούθως όταν της υποβλήθηκε ότι αυτό του είπε και ο ίδιος της απάντησε «Πήρες για να με σσιχτιρίσεις;» η Μ.Κ.1 και πάλι απάντησε «Δεν θυμάμαι». Όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε εάν θυμάται τουλάχιστον ότι του είπε πως έχει πρόβλημα το παιδί με το πόδι του, του είπε ασσιχτίρ και του το έκλεισε, απάντησε «Δεν θυμάμαι το συγκεκριμένο τηλεφώνημα». Ομοίως και σε πολλές άλλες ερωτήσεις ή υποβολές που της τέθηκαν και πάλι απάντησε ότι δεν θυμάται. Στη συνέχεια παρουσιάστηκε ως Μ.Κ.2 η Αστ. 4065 Μ. Παπανικολάου η οποία κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της τη γραπτή της κατάθεση ημερ. 28.6.2020 η οποία σημειώθηκε ως τεκμήριο 2 και στην οποία περιλαμβάνονται οι ισχυρισμοί της αναφορικά με το τι έπραξε κατά τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. Κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 3 τη γραπτή κατάθεση του κατηγορούμενου ημερ. 29.8.2019 που αποτελείται από 7 σελίδες και ως τεκμήριο 4 τη γραπτή κατηγορία του κατηγορουμένου ημερ. 29.8.2019 που αποτελείται από μια σελίδα. Κατά την αντεξέτασή της η Μ.Κ.2 ισχυρίστηκε ότι έλαβε κατάθεση και από άλλα πρόσωπα και κατέθεσε ως τεκμήριο 5 τη γραπτή κατάθεση της Κ. Π. ημερομηνίας 25.8.2019 έκτασης 6 σελίδων. Όταν της υποβλήθηκε ότι δεν έλαβε υπόψη τι της είπαν ο κατηγορούμενος και η κόρη του Κωνσταντίνα το οποίο ήταν σαν να ήθελε να ευνοήσει την παραπονούμενη με το να καταγγείλει μόνο τον κατηγορούμενο αρνήθηκε την εν λόγω υποβολή και απάντησε πως εάν ήθελε να την ευνοήσει δεν θα γινόταν εναντίον της ποινική υπόθεση με βάση την ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου που η δικηγόρος του λέει ότι δεν την έλαβε υπόψη. Όταν το Δικαστήριο έκρινε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του 1ου κατηγορούμενου και του εξήγησε τα δικαιώματά του αυτός επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και κάλεσε επίσης ως μάρτυρα υπεράσπισης και την κόρη του Κ. την οποία απέκτησε με τη Μ.Κ.
  4. Κατά την κυρίως εξέτασή του ο κατηγορούμενος υιοθέτησε τη γραπτή του κατάθεση, τεκμήριο 3, στην οποία περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: ήταν παντρεμένος με τη Μ. Ζ. με την οποία απέκτησαν 3 παιδιά, την Κ., τον Α. και τον Κ. Το διαζύγιό τους εκδόθηκε το
  5. Δεν υπάρχει διάταγμα κηδεμονίας ούτε φύλαξης των παιδιών. Η Κ. μένει μαζί του και οι 2 μικροί μένουν κάποιες μέρες με τον ίδιο και κάποιες άλλες με τη μητέρα τους. Έχει κλειδί του σπιτιού της Μ. το οποίο χρησιμοποιεί όταν τα παιδιά θέλουν κάτι και η Μ. το γνωρίζει. Στις 24.8.2029 και ώρα 22:29 είχε αναπάντητη κλήση στο τηλέφωνό του από τη Μ. την οποία κάλεσε πίσω 1 λεπτό αργότερα. Όταν μίλησε με τον Κ. αυτός του είπε ότι είχε ένα κτύπημα στο πόδι. Το πρωί της επόμενης ημέρας και αφού εν τω μεταξύ η πρώην σύζυγός του δεν του απαντούσε στις τηλεφωνικές του κλήσεις, της τηλεφώνησε για ακόμα μία φορά και όταν αυτή τελικά του απάντησε και τη ρώτησε τι κάνει ο Κ. αυτή του είπε «κοιμάται ο Κ. την όρεξή σου έχουμε». Μετά που τηλεφώνησε στο σταθερό τηλέφωνο αλλά και στο κινητό της Μ. μίλησε τελικά με τον Κ. ο οποίος του είπε ότι ήθελε να πάει μαζί τους στην κτηνιατρική κλινική που ήταν το σκυλί τους όπως τον είχε ρωτήσει εάν επιθυμούσε να πράξει. Μίλησε με τη Μ. η οποία του είπε «έλα πάρτε τον αλλά έχουμε πρόγραμμα να πάμε θάλασσα». Μετέβηκε μαζί με την Κ. και τον Α. στο σπίτι της Μ. και όταν κτύπησαν την πόρτα αυτή τους άνοιξε. Τη χαιρέτισε και αυτή χαιρέτησε τα παιδιά. Όταν τη ρώτησε πού είναι ο Κ. του απάντησε «πάνω» και όταν τη ρώτησε εάν μπορεί να πάει να τον δει του απάντησε «θυμήθηκες να έρθεις σπίτι σου;». Όταν κατέβηκε της είπε ότι δεν πρέπει να βάζει τα παιδιά μπροστά και αυτή τότε του είπε ότι στις 20 του Σεπτέμβρη θα μάθουν τα παιδιά ότι είναι άχρηστος και φώναζε και τον απειλούσε ότι θα πιάσει τα μωρά και τότε βγήκε εκτός εαυτού και του έλεγε στα μούτρα «έλα, τι θα μου κάνεις;» και τον προκαλούσε να την κτυπήσει. Του είπε «πουστοκαλαμαρά» και ο ίδιος έχει παράπονο εναντίον της για την εξύβριση και την προσβλητική συμπεριφορά της. Σε καμία περίπτωση δεν της έριξε αντικείμενα ούτε έκαμε οποιαδήποτε ζημιά στο σπίτι της εκείνη την ημέρα. Κατά τη σύντομη αντεξέτασή του ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε επιτέθηκε στην παραπονούμενη κατά την επίδικη ημέρα καθώς επίσης πως ουδέποτε εισήλθε στο σπίτι της χωρίς η ίδια να το γνωρίζει. Ως Μ.Υ.1 παρουσιάστηκε η Κωνσταντίνα Πασχαλίδου η οποία κατά την κυρίως εξέτασή της υιοθέτησε τη γραπτή της κατάθεση, τεκμήριο 5, στην οποία περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: είναι η κόρη της Μ. Ζ. και του Σ. Π. οι οποίοι πήραν διαζύγιο του
  6. Διαμένει με τον πατέρα της και τα 2 της αδέλφια διαμένουν με τη μητέρα της. Στις 24.8.2019 ήταν παρούσα όταν ο πατέρας της τηλεφώνησε της μητέρας της και την άκουσε να του λέει «εν θα σου δώσω αναφορά, εν μου το απαντάς, αεισιχτήρ». Ο πατέρας της προσπαθούσε να επικοινωνήσει με τη μητέρα της η οποία τελικά στις 25.8.2019 η ώρα 09:00 του απάντησε το τηλέφωνο. Όταν ο πατέρας της μίλησε με τον Κυριάκο τον ρώτησε εάν ήθελε να πάει μαζί με τους υπόλοιπους να επισκεφθούν τον σκύλο τους που βρισκόταν σε κτηνιατρική κλινική στην Ορόκλινη. Μπήκαν στο αυτοκίνητο και πήγαν στο σπίτι της μητέρας της η οποία αφού της κτύπησαν την πόρτα τους άνοιξε. Πρώτος μπήκε στο σπίτι ο Α. μετά η ίδια και μετά ο πατέρας της ο οποίος ήταν πολύ ήρεμος και χαιρέτησε τυπικά τη μητέρα της. Καθώς ο πατέρας της ανέβαινε πάνω στο δωμάτιο που ήταν ο Κ. η μητέρα της του είπε «αποχαιρέτα το σπίτι, τελευταία φορά που θα το δεις» αλλά αυτός δεν της είπε οτιδήποτε. Όταν ο πατέρας της κατέβηκε κάτω και ο Κυριάκος εξακολουθούσε να είναι ακόμη επάνω η μητέρα της ήταν εριστική απέναντι στον πατέρα της και ειρωνικά τον ρώτησε «ήνταμπου Σ., επήαμεν πάνω;» και μετά από αυτό άρχισε διαπληκτισμός μεταξύ τους. Η μητέρα της του είπε «τώρα να δεις εννά σε κανονίσω στις 20 που εν θα ξαναδείς τα μωρά» και τον απείλησε ότι θα τον βάλει φυλακή λόγω των διατροφών. Ο Α. αναστατώθηκε όταν άκουσε ότι θα μπει ο παπάς του φυλακή και άρχισε να της φωνάζει «μάμμα σταμάτα». Δημιουργήθηκε μια πολύ άσχημη κατάσταση και η μητέρα της έμπαινε στα μούτρα του πατέρα της λέγοντάς του «έλα δέρμε αν σου πάει». Όταν κατέβηκε και ο Κ. βγήκαν όλοι από το σπίτι και καθώς έμπαιναν στο αυτοκίνητο η μητέρα της έλεγε στον πατέρα της «τώρα να δεις Σ.» και γελούσε. Σε καμιά περίπτωση ο πατέρας της δεν έριξε αντικείμενα προς τη μητέρα της ούτε την άγγιξε ή της επιτέθηκε. Κατά την αντεξέτασή της η Μ.Υ.1 όταν της υποβλήθηκε ότι η μητέρα της δεν απείλησε τον πατέρα της απάντησε ότι θεωρεί πως ήταν ξεκάθαρα απειλές επειδή του έλεγε «δεν θα ξαναδείς τα μωρά σου, θα σε κλείσω φυλακή». Όταν της υποβλήθηκε ότι ο πατέρας της επιτέθηκε προς τη μητέρα της ρίχνοντας προς το μέρος της αντικείμενο η μάρτυρας αρνήθηκε την εν λόγω υποβολή. Στη συνέχεια όταν η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής εισηγήθηκε ότι από την αξιόπιστη μαρτυρία που παρουσίασε η πλευρά της αποδείχθηκαν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα επίδικα αδικήματα ενώ αντίθετη ήταν η εισήγηση της δικηγόρου του κατηγορούμενου. Έχω μελετήσει τις θέσεις και εισηγήσεις τους, τις έχω υπόψη μου και θα κάνω αναφορά σε αυτές όπου είναι αναγκαίο. Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδείχθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Έχω επίσης υπόψη μου ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Σχετική, επίσης, είναι η απόφαση Πιριλλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, Ποινική Έφεση Αρ. 331/2015, ημερ. 11.12.2017, ECLI:CY:AD:2017:B454, όπου επαναλήφθηκε η αρχή πως η παράλειψη αντεξέτασης γενικά θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που θέτει ο μάρτυρας. Επιπλέον, είναι καλά νομολογημένο ότι η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νου στους μάρτυρες κατηγορίας, ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Σχετική είναι απόφαση Pal Tekinder κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551. Οι υποβολές όμως των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλώς μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετική είναι η απόφαση Ησαΐας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640. Τέλος, στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιόμυλου ν. Έλλης Μιχαήλ Κτωρίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 204, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο καταλήγει στην απόφασή του λαμβάνοντας υπόψη του το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας ανεξαρτήτως της προέλευσής της. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Η Μ.Κ.1 δεν μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Κατά την παρουσία της στο εδώλιο του μάρτυρα με τις απαντήσεις της ήταν ερειστική προς τη δικηγόρο του κατηγορούμενου όταν την αντεξέταζε καθώς επίσης σε δεκάδες από τις ερωτήσεις που της τέθηκαν η μόνιμη απάντησή της ήταν «δεν θυμάμαι». Παρατήρησα επίσης πως όση ώρα βρισκόταν στο εδώλιο του μάρτυρα ήταν συνεχώς με το κεφάλι σκυφτό και η στάση του σώματός της βοούσε ότι δυσανασχετούσε για την παρουσία της στο Δικαστήριο. Πέραν του πιο πάνω κρίνω περαιτέρω ότι η απάντηση «δεν θυμάμαι» που η Μ.Κ.1 έδωσε πάρα πολλές φορές κατά την αντεξέτασή της, πέραν από το ότι δεικνύει πως η μνήμη της δεν ήταν καλή, είναι και ένδειξη έλλειψης σεβασμού προς τη δικαστική διαδικασία και τη δικηγόρο που την αντεξέταζε καθώς επίσης και αδιαφορίας για τη σημασία που είχε η κλήση της ως μάρτυρας στο Δικαστήριο. Επιπλέον κρίνω ότι η κατάθεση της Μ.Κ.1 δόθηκε για να εξυπηρετήσει άλλους σκοπούς και δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Για το εν λόγω συμπέρασμά μου λαμβάνω υπόψη μου την απαίτησή της ως καταγράφηκε στην εν λόγω κατάθεση όπως ο κατηγορούμενος, σε συνεργασία με το γραφείο Ευημερίας, αξιολογηθεί από τις ψυχιατρικές υπηρεσίες για να αποφασιστεί το διάταγμα κηδεμονίας και επικοινωνίας. Κρίνω επίσης ότι ο ισχυρισμός της ότι ο κατηγορούμενος κατά την επίδικη ημέρα της έριξε και μια κέτσαπ πέραν των 2 αντικειμένων τα οποία αναγράφονται στην κατάθεσή της είναι ένδειξη της προσπάθειάς της πείσει για τη βασιμότητα των, κατά τα λοιπά αβάσιμων και μη πειστικών ισχυρισμών της. Κρίνω πως σε περίπτωση που πράγματι ο κατηγορούμενος κατά την επίδικη ημέρα της είχε πετάξει οποιαδήποτε αντικείμενα ήταν λογικώς αναμενόμενο ότι αυτά θα τα θυμόταν και θα τα ανέφερε όλα στην κατάθεσή της που έδωσε στην αστυνομία την ίδια ημέρα. Το γεγονός ότι για πρώτη φορά κατά την παρουσία της στο Δικαστήριο θυμήθηκε να ισχυριστεί ότι ο κατηγορούμενος της πέταξε και μια κέτσαπ ενώ κατά την αντεξέτασή της σε δεκάδες ερωτήσεις που της τέθηκαν απάντησε «δεν θυμάμαι» κρίνω ότι δημιουργεί εύλογες αμφιβολίες κατά πόσο οι ισχυρισμοί της ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Λόγω των πιο πάνω δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία της Μ.Κ.1 αναφορικά με τους κρίσιμους ισχυρισμούς της για την παρούσα υπόθεση ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος της επιτέθηκε ρίχνοντας της διάφορα αντικείμενα. Η Μ.Κ.2 μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Η ίδια δεν ήταν παρούσα κατά το επίδικο περιστατικό και συνεπώς η μαρτυρία της δεν μπορεί να είναι επιβοηθητική για τα πρωτογενή γεγονότα της παρούσας υπόθεσης η οποία περιορίζεται μόνο στο ανακριτικό έργο που ανέλαβε στα πλαίσια της υπόθεσης. Ο κατηγορούμενος μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Η μαρτυρία του είχε λογική και συνοχή και την αποδέχομαι ως ανταποκρινόμενη στην αλήθεια. Κατά τη μαρτυρία του ήταν ήρεμος και με τον ίδιο ήρεμο τρόπο εξιστόρησε πως εξελίχθηκε το περιστατικό την επίδικη ημέρα. Αποδέχομαι τον ισχυρισμό του ότι στις 25.8.2019 όταν μετέβηκε στο σπίτι της πρώην συζύγου του Λειβάδια δεν της επιτέθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο, αντιθέτως ήρεμα και υπομονετικά την ανεχόταν να τον βρίζει και να τον προκαλεί λέγοντάς του στην παρουσία και των 2 ανηλίκων παιδιών τους ότι θα τον βάλει στη φυλακή και δεν θα ξαναδεί τα παιδιά του. Η Μ.Υ.1 ομοίως μου έκανε καλή εντύπωση σας μάρτυρας. Είναι η ενήλικη κόρη των διαδίκων η οποία κρίνω ότι δεν είχε οποιοδήποτε λόγο να ευνοήσει οποιονδήποτε από τους γονείς της με τη μαρτυρία της. Κρίνω ότι με ειλικρίνεια ανέφερε τι πράγματι συνέβηκε την επίδικη ημέρα και δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία πως όσα ισχυρίστηκε ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης της σωρευτικής ύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και να είναι (Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ. 246) «οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Όπως καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί και αθωωθεί από την κατηγορία. Η 1η κατηγορία εδράζεται στα άρθρα 2, 3
(1)4
(1)
(2)(ι β) του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/2000. Το αδίκημα της εν λόγω κατηγορίας ενσωματώνει τις πρόνοιες του άρθρου 242 του Κεφ. 154 (βλ. A.G. ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 119/2020, ημερ. 16.4.2021, ECLI:CY:AD:2021:B147). Το αδίκημα της κοινής επίθεσης ορίζεται από το άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα ως ακολούθως: «Όποιος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα, είναι ένοχος πλημμελήματος, αν όμως η επίθεση δεν διαπράχτηκε κάτω από περιστάσεις για τις οποίες σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό προνοείται βαρύτερη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές». Για τη στοιχειοθέτηση αυτού του αδικήματος θα πρέπει να αποδειχθούν δύο στοιχεία ως ακολούθως: α) ότι υπήρξε επίθεση εναντίον άλλου προσώπου και β) ότι η εν λόγω επίθεση ήταν παράνομη. Στο άρθρο 2 του Νόμου 119(Ι)/2000 ορίζεται ότι «μέλος της οικογένειας» σημαίνει: «(α) άντρα και γυναίκα που (i) έχουν συνάψει νόμιμο γάμο ανεξάρτητα αν ο γάμος υφίσταται ή όχι, ή (ii) συζούν ή συζούσαν ως αντρόγυνο· (β) γονείς των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο (α) (γ) τέκνα των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο (α) ανεξάρτητα αν αυτά είναι φυσικά ή υιοθετημένα τέκνα του ενός ή και των δύο εν λόγω προσώπων καθώς και τα εγγόνια των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο (α)». Στο άρθρο 3
(1)του Νόμου 119(Ι)/2000 ορίζεται ότι «Βία, για τους σκοπούς του Νόμου αυτού, σημαίνει οποιαδήποτε πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία προκαλείται σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας και περιλαμβάνει και τη βία που ασκείται με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος, καθώς επίσης και τον περιορισμό της ελευθερίας του». Στο άρθρο 3
(4)του Νόμου 119(Ι)/2000 ορίζεται ότι «Οποιοσδήποτε ασκεί βία με βάση το εδάφιο
(1)διαπράττει αδίκημα δυνάμει του Νόμου αυτού, που τιμωρείται, εκτός από την περίπτωση της κοινής επίθεσης που τιμωρείται με δύο χρόνια φυλάκιση και στην περίπτωση που σε άλλο ή στον παρόντα Νόμο προβλέπεται αυστηρότερη ποινή, με ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε χρόνια ή με χρηματική ποινή μέχρι τρεις χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο ποινές». Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή με μεγάλη αδιαφορία (recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο, τον φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεσή του. Η μεγάλη αδιαφορία στην οποία μπορεί να στοιχειοθετηθεί εναλλακτικά το συστατικό στοιχείο της πρόθεσης στο αδίκημα, έχει περιγραφεί στη νομολογία του κοινοδικαίου ότι καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, αφού συνειδητοποιήσει την ύπαρξη του κινδύνου, παρά ταύτα προβαίνει στις ενέργειες του (R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974 και R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 964). Στις υποθέσεις A.G. ν. Αστυνομίας (πιο πάνω) και Μ. Γιώρκας ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 27/2021, ημερ. 16.3.2022, έγινε αναφορά στο άρθρο 16 του Ν.119(Ι)/2000 το οποίο προνοεί πως, «Το Δικαστήριο δύναται να κρίνει ένοχο τον κατηγορούμενο με μόνη την κατάθεση του θύματος εφόσον δεν ήταν δυνατόν υπό τις περιστάσεις να εξασφαλιστεί ενισχυτική μαρτυρία». Λέχθηκε στις πιο πάνω υποθέσεις πως σε τέτοιου είδους αδικήματα απαιτείται καταρχάς το Δικαστήριο να αναζητήσει ενισχυτική μαρτυρία. Έχοντας υπόψη μου αφενός ότι η Μ.Κ.1 κρίθηκε αναξιόπιστη και πως ο ισχυρισμός της ότι ο κατηγορούμενος στις 25.8.2019 της επιτέθηκε ρίχνοντάς της διάφορα αντικείμενα δεν έγινε αποδεκτός από το Δικαστήριο και αφετέρου τη νομική πτυχή του θέματος διαπιστώνω πως στην παρούσα υπόθεση ελλείπει συστατικό στοιχείο του αδικήματος της 1ης κατηγορίας ήτοι αυτό της επίθεσης. Λόγω τούτου αναπόφευκτα ο κατηγορούμενος αθωώνεται στην 1η κατηγορία χωρίς να είναι αναγκαίο να εξεταστεί κατά πόσο αποδείχθηκαν ή όχι και τα υπόλοιπα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Έχοντας περαιτέρω υπόψη μου την έκθεση αδικήματος και τις λεπτομέρειες αδικήματος των υπόλοιπων κατηγοριών καθώς επίσης ότι η επίθεση αποτελεί συστατικό στοιχείο και των υπόλοιπων 3 κατηγοριών τις οποίες αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος κρίνω ότι η πιο πάνω κρίση μου περί μη απόδειξης του εν λόγω στοιχείου αναπόδραστα οδηγεί στην αθώωση του κατηγορούμενου και στις υπόλοιπες κατηγορίες. Λόγω των πιο πάνω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία καθενός από τα αδικήματα των κατηγοριών 1 έως 4 τα οποία καταλογίζει στον κατηγορούμενο και συνακόλουθα ο κατηγορούμενος αθωώνεται στις εν λόγω κατηγορίες. (Υπ.) ........... Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.