Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Γεώργιου Προδρόμου, Αρ. Υπόθεσης: 11724/2023, 16/10/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11724/2023 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας εναντίον Γεώργιου Προδρόμου Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 16.10.2024 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Γιάλλουρου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Θ. Κοντάκος Κατηγορούμενος: Παρών ΠΟΙΝΗ Στο κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης περιλαμβάνονται 3 κατηγορίες τις οποίες ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε. Η 1η κατηγορία αφορά το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας κατά παράβαση των άρθρων 255, 262, 291 και 292(α) του Ποινικού Κώδικα, η 2η κατηγορία το αδίκημα της κακόβουλης βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 324
(1)του Ποινικού Κώδικα και η 3η κατηγορία το αδίκημα της άρνησης λήψης δακτυλικών αποτυπωμάτων κατά παράβαση των άρθρων 2 και 25
(3)του περί Αστυνομίας Νόμου 73(Ι)/2004. Στην παρούσα υπόθεση δόθηκε η συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας δυνάμει του άρθρου 24
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 για τη συνοπτική εκδίκασή της. Τα γεγονότα της υπόθεσης ως εκτέθηκαν από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής και δεν αμφισβητήθηκαν έχουν ως ακολούθως: στις 23.3.2022 εντοπίστηκε από τον Μ.Κ.1 ιδιοκτήτη οικίας που βρίσκεται στην οδό [ ] 3 στην Αραδίππου, ότι μεταξύ των ημερομηνιών 22 με 23 Μαρτίου του 2022 άγνωστοι παραβίασαν ξύλινο παράθυρο της οικίας του και εισήλθαν εντός αυτής με σκοπό να κλέψουν. Ως εκ τούτου μέλη της Aστυνομίας μετέβηκαν στη σκηνή όπου διαπιστώθηκε ότι υπήρχε διάρρηξη αφού ο δράστης είχε πετύχει είσοδο και έξοδο από εξωτερικό ξύλινο πλαϊνό παράθυρο, το οποίο είχε παραβιαστεί με τη χρήση αιχμηρού αντικειμένου και στη συνέχεια έσπασε εσωτερικό γυαλί. Διαπιστώθηκε περαιτέρω ότι υπήρχαν ανακατεμένα αντικείμενα και κηλίδες αίματος στο πάτωμα της οικίας. Προκλήθηκε ζημιά στο παράθυρο ποσού €760,
- Στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος είναι το πρόσωπο το οποίο είχε εισέλθει εντός της οικίας του παραπονούμενου και ως εκ τούτου εναντίον του εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης στις 14.6.
- Διαφάνηκε ότι ο κατηγορούμενος κρατείτο στις κεντρικές φυλακές και ως εκ τούτου μετέβηκαν μέλη της Αστυνομίας εκεί όπου του ζητήθηκε γραπτή συγκατάθεση για τη λήψη γενετικού υλικού προκειμένου να εξεταστεί το αίμα με το δείγμα γενετικού υλικού του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να δώσει δείγμα με αποτέλεσμα τη διάπραξη του αδικήματος της 3ης κατηγορίας. Ο κατηγορούμενος δεν έχει προηγούμενες καταδίκες. Στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας η οποία είναι καταχωρημένη στον φάκελο της υπόθεσης αναγράφεται ότι ο κατηγορούμενος σήμερα εκτίει ποινή φυλάκισης. Συγκεκριμένα στις 28.7.2022 στα πλαίσια της υπόθεσης 4601/2022 του Κακουργιοδικείου Λάρνακας καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 4 ετών για αδίκημα το οποίο είχε διαπραχθεί την 1.4.
- Στη συνέχεια τον λόγο έλαβε ο δικηγόρος του κατηγορούμενου ο οποίος ανέφερε ότι τα αδικήματα εκτυλίχθηκαν τον Μάρτιο του 2022 και συνεπώς ο κατηγορούμενος θεωρείται λευκού ποινικού μητρώου. Ανέφερε επίσης ότι αυτός είναι νεαρό άτομο ηλικίας 25 χρονών σήμερα ενώ κατά τον επίδικο χρόνο διάπραξης των αδικημάτων ήταν ηλικίας 21 χρονών. Ανέφερε επίσης ότι ο κατηγορούμενος πάσχει από αγχώδη διαταραχή καθώς επίσης ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα ήταν υπό την επήρεια διαφόρων εξαρτησιογόνων ουσιών, δυστυχώς χωρίς να του δίνει τη δυνατότητα να έχει καθαρό νου. Ανέφερε τέλος ότι η ζημιά την οποία προκάλεσε είναι χαμηλής αξίας και κάλεσε το Δικαστήριο να δείξει τη μέγιστη δυνατή επιείκεια. Άκουσα με προσοχή και έχω λάβει υπόψη μου όλα όσα οι δικηγόροι των διαδίκων ανέφεραν. Το Δικαστήριο κατά τη διαδικασία επιλογής του είδους της ποινής που θα επιβάλει σε μια συγκεκριμένη υπόθεση λαμβάνει υπόψη του τη σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων ως αυτή προκύπτει από την προβλεπόμενη από τον νόμο ποινή, τις συνθήκες διάπραξής τους καθώς επίσης και τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου. Επιπλέον, σε αδικήματα στα οποία παρατηρείται αυξητική τάση διάπραξής τους η επιβολή αποτρεπτικών ποινών καθίσταται αναγκαία. Στο έργο εξατομίκευσης της ποινής είναι καθήκον του Δικαστηρίου να λαμβάνει επίσης υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη καθώς και εκείνα που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, για εξισορρόπηση της ποινής έτσι ώστε αυτή να μην συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Από την άλλη όμως η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή (Μιχάλης Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 557). Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής (Γενικός Εισαγγελέας v. Ευαγόρου
(2001)2 Α.Α.Δ. 285). Οι παλαιότερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου που αφορούν στην επιβολή ποινών παρέχουν ένδειξη του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής πλην όμως δεν έχουν τον δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου επειδή η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και των συνθηκών του εκάστοτε παραβάτη (Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1, Γεωργίου κ.ά. v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 61/2020, ημερομηνίας 14.7.2022, ECLI:CY:AD:2022:B304 και ANDREI ν. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 164 και 165/2022, ημερομηνίας 23.1.2023). Τα αδικήματα τα οποία παραδέχθηκε ο κατηγορούμενος είναι πολύ σοβαρά και αυτό προκύπτει από τις προβλεπόμενες από τον νόμο ανώτατες ποινές για καθένα από αυτά. Το αδίκημα της 1ης κατηγορίας τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι 7 χρόνια, το αδίκημα της 2ης κατηγορίας με ποινή φυλάκισης 2 χρόνων ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές και το αδίκημα της 3ης κατηγορίας με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες ή με χρηματική ποινή μέχρι τετρακόσιες πενήντα λίρες ή και στις δυο αυτές ποινές. Στα πλαίσια προσδιορισμού του είδους της κατάλληλης ποινής στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου τη σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων ως αυτή προκύπτει από την προβλεπόμενη για καθένα από αυτά μέγιστη ποινή και από τη σχετική νομολογία. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου ότι η έκνομη συμπεριφορά του κατηγορούμενου δεν αποτελούσε 1 μεμονωμένο περιστατικό αλλά αντιθέτως εκδηλώθηκε σε 2 διαφορετικές περιπτώσεις που απέχουν μεταξύ τους 5 μήνες. Λαμβάνω περαιτέρω υπόψη μου ότι ο κατηγορούμενος δεν αποκατέστησε την οικονομική απώλεια την οποία προκάλεσε στον ιδιοκτήτη της περιουσίας που ήταν θύμα της εγκληματικής του δράσης παρά το γεγονός ότι το ύψος της ζημιάς ήταν χαμηλό. Από την άλλη λαμβάνω υπόψη μου ως μετριαστικό παράγοντα προς όφελος του κατηγορούμενου την άμεση παραδοχή του η οποία αποτελεί ένα σημαντικό μετριαστικό παράγοντα. Στην υπόθεση Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 λέχθηκε ότι «η παραδοχή ενοχής πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή». Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων χωρίς να παραγνωρίζω τους πιο πάνω μετριαστικούς παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Συνακόλουθα κρίνω ως αρμόζουσες ποινές τις οποίες και επιβάλλω στον κατηγορούμενο τις ακόλουθες: · Στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 12 μηνών · Στη 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης 4 μηνών · Στην 3η κατηγορία ποινή φυλάκισης 15 ημερών Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο να συντρέχουν μεταξύ τους. Έχοντας επιβάλει στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης κάτω των 3 ετών προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω το θέμα της αναστολής της ποινής φυλάκισης που του επιβλήθηκε. Το θέμα της αναστολής ποινής φυλάκισης ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και σχετικές είναι οι πρόνοιες του άρθρου 3
(2)του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 186(Ι)/2003 καθώς επίσης και οι αρχές που έχει καθιερώσει η νομολογία επί του θέματος (Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161). Επιβληθείσα ποινή φυλάκισης είναι δυνατό να ανασταλεί εφόσον αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης ή και από τα προσωπικά περιστατικά ενός κατηγορούμενου. Σχετικά με το ζήτημα της αναστολής ποινής φυλάκισης στην υπόθεση Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930 λέχθηκε ότι «κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας». Στην πολύ πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Απέργη ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 64/2023, ημερ. 22.6.2023 έγινε αναφορά στην υπόθεση Νεοφύτου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 9/2021, ημερ. 29.7.2021 στην οποία εξηγήθηκε ότι ποινή φυλάκισης, ακόμα και εκεί όπου θα μπορούσε να θεωρηθεί και αυστηρή λόγω του ύψους της, μπορεί να απωλέσει το στοιχείο της αποτροπής εφόσον ανασταλεί, ακόμα και να καταστεί ανεπαρκής για την τιμωρία του καταδικασθέντα. Έχοντας υπόψη μου τις πρόνοιες του άρθρου 3
(2)του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 186(Ι)/2003 και τις αρχές που έχει καθιερώσει η νομολογία επί του θέματος (Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161) και λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη μου το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης κρίνω ότι στην παρούσα υπόθεση δεν δικαιολογείται όπως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκηθεί υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης που του επιβλήθηκε. Κρίνω περαιτέρω πως αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν θα αντικατόπτριζε τη σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων ούτε θα εξυπηρετούσε την παράμετρο της αποτροπής. Λόγω των κρίνω ότι δεν δικαιολογείται όπως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκηθεί υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο. Ως αναφέρθηκε πιο πάνω ο κατηγορούμενος εκτίει σήμερα ποινή φυλάκισης 4 ετών η οποία του επιβλήθηκε στις 28.7.2022 στην υπόθεση 4601/2022 του Κακουργιοδικείου Λάρνακας. Έχοντας το πιο πάνω υπόψη μου καθώς επίσης και τις πρόνοιες του άρθρου 117
(2)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, προχωρώ να εξετάσω τα θέματα που προκύπτουν λόγω του γεγονότος ότι στον κατηγορούμενο ο οποίος ως ανέφερα και πιο πάνω εκτίει σήμερα ποινή φυλάκισης επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης και στην παρούσα υπόθεση. Το άρθρο 117
(2)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 ορίζει ότι: «Ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε σε πρόσωπο που ήδη καταδικάστηκε σε φυλάκιση, αρχίζει να εκτίεται μετά τη λήξη της προηγούμενης ποινής, εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά». Από το πιο πάνω άρθρο προκύπτει ότι ισχύει η γενική αρχή της διαδοχικότητας της ποινής. Ως αναφέρθηκε στην υπόθεση Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 443 απόκλιση από την ως άνω αρχή δικαιολογείται από την αρχή της συνολικότητας της ποινής (the totality principle). Στην υπόθεση Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας ανωτέρω λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Η αρχή της συνολικότητας της ποινής ισχύει βεβαίως στην Κύπρο όπως ισχύει και στην Αγγλία. Επεκτείνεται πέραν της περίπτωσης διαδοχικών ποινών που επιβάλλονται από το ίδιο δικαστήριο την ίδια ώρα στην ίδια ή σε διαφορετικές υποθέσεις και καλύπτει περιπτώσεις όπως η προκειμένη στην οποία οι ποινές επιβάλλονται από διαφορετικό δικαστήριο σε διαφορετικό χρόνο και σε διαφορετικές υποθέσεις. Ακόμα, δεν περιορίζεται σε αδικήματα που είναι όμοια ή σχετίζονται μεταξύ τους ως μέρος μίας ενιαίας ενέργειας, ως προς τα οποία ο γενικός κανόνας είναι ότι δεν πρέπει να επιβάλλονται διαδοχικές ποινές (ίδε και Αχιλλέως ν. Αστυνομίας
(1989)1 Α.Α.Δ. 331). Επίκεντρο της είναι ο τιμωρούμενος και προοπτική της η αποφυγή υπέρμετρης ή δυσανάλογης ποινής ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη του. Και υπόβαθρο της είναι οι ευρύτεροι παράμετροι που διέπουν την αναλογικότητα της τιμωρίας προς το έγκλημα και που έχουν έρεισμα στις θεμελιακές αρχές του δικαίου και αναγνώριση στο Σύνταγμα και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, υπό το φως των οποίων και θα πρέπει να εφαρμόζεται το άρθρο 117
(2)και να ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ύψος της επιβληθησομένης ποινής. Εφόσον πρόκειται για στέρηση της ελευθερίας του ατόμου για σκοπούς τιμωρίας, η ποινική ευθύνη του τιμωρούμενου πρέπει να αντικρίζεται διαχρονικά σαν σύνολο σε κάθε δεδομένη περίπτωση φυλάκισής του. Ειδικά στην περίπτωση όπως η προκειμένη, στην οποία επιβάλλεται ποινή ενώ ο τιμωρούμενος εκτίει άλλη ποινή, αποτελούν καλό κανόνα τα λεχθέντα από το Richards, J., στην υπόθεση R v. Watts [2000] 1 Cr. App. R. (S.) 460, στην οποία μας ανέφερε ο κ. Πικής: "If the offence had fallen to be dealt with at the same time would the same total sentence have resulted. If not, then the total produced by making the sentences consecutive may be disproportionate and excessive." Ο κανόνας αυτός αντιστοιχεί προς το γενικό κανόνα που το δικαστήριο, όταν εξετάζει το ενδεχόμενο επιβολής συντρεχουσών ή διαδοχικών ποινών, εφαρμόζει ως απόρροια της αρχής της συνολικότητας της ποινής. Όπως το έθεσε ο Lawton, L.J., στην υπόθεση R. v. Barton, October 6, 1972 (αναφερόμενη στο Encyclopaedia of Current Sentencing Practice, section A5-3A) (στην οποία επίσης μας ανέφερε ο κ. Πικής) υποδεικνύοντας το καθήκον του δικαστηρίου: "It must look at the totality of the criminal behaviour and ask itself what is the appropriate sentence for all the offences." Και πάλι δε ο Lawton, L.J., στην υπόθεση R. v. Holderness, July 15, 1974 (αναφερόμενος στην ως άνω Encyclopaedia, section Α5-3Β): "... the step which this Court on numerous occasions has said should be taken, namely of standing back and looking at the overall effect of the sentences which had been passed."». Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο η παρούσα υπόθεση είναι κατάλληλη για να ισχύσει ο κανόνας του άρθρου 117
(2)του Κεφ. 155 για επιβολή διαδοχικών ποινών ή κατά πόσο η αρχή της συνολικότητας της ποινής επιτρέπει όπως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκηθεί κατ' απόκλιση από τον ως άνω κανόνα. Ανάμεσα στους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψιν κατά την άσκηση της σχετικής διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι η ομοιότητα μεταξύ των αδικημάτων, η συνάφεια γεγονότων, εάν υπάρχει, και ο χρόνος διάπραξής τους (G.M. Pikis, Sentencing in Cyprus, 2nd Ed., σελ. 91-92, Αχιλλέως ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 331). Εν προκειμένω τα αδικήματα της παρούσας ποινικής υπόθεσης και της υπόθεσης 4601/202 αφορούν περίπου την ίδια χρονική περίοδο στρέφονται όμως εναντίον διαφορετικών προσώπων. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι στην παρούσα δεν υπάρχει συνάφεια γεγονότων με εκείνα της ως άνω υπόθεσης. Σε αυτή την περίπτωση η επιβολή συντρεχουσών ποινών είναι δυνατό να μην αντανακλά τη συνολική εγκληματικότητα της συμπεριφοράς (Ευσταθίου ν. Δημοκρατίας
(2014)2 Α.Α.Δ. 541, R v. Jamienson & Jamienson [2008] EWCA Crim 2761, Sentencing Council, Offences Taken into Consideration and Totality, Definitive Guideline, 2012). Οπόταν το επόμενο ερώτημα που ανακύπτει αφορά το κατά πόσο η συνολική ποινή που προκύπτει τελικά για τον κατηγορούμενο σε περίπτωση που η ποινή που του επιβλήθηκε στην παρούσα υπόθεση διαταχθεί να εκτιθεί διαδοχικά, ως η γενική αρχή του άρθρου 117
(2)του Κεφ. 155, με την ποινή που του επιβλήθηκε στην υπόθεση 4601/2022 θα είναι δίκαιη και ανάλογη με τη συνολική ποινική του ευθύνη, «just and proportionate», κατά την ορολογία του Sentencing Council. Επίκεντρο της αρχής της συνολικότητας της ποινής αποτελεί η αποφυγή υπέρμετρης ή δυσανάλογης ποινής ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου (Αχιλλέως ν. Αστυνομίας, ανωτέρω, Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 443, Παναγή ν. Αστυνομίας (Αρ. 1)
(2012)2 ΑΑΔ 512, Φράγκου ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 13). Στην πιο πάνω υπόθεση Ευσταθίου λέχθηκε ότι «ένα ποινικό δικαστήριο θα πρέπει πρώτιστα να αναλογίζεται το ορθό ποινικό μέτρο σε κάθε κατηγορία και μετά να εξετάζει το ενδεχόμενο της επιβολής διαδοχικότητας των ποινών. Έχοντας πάντοτε υπόψη, όπως αναφέρθηκε και στη Μιχαήλ (ανωτέρω), με αναφορά στην Prime [1983] 5 Cr. App. R. (S) 127, ότι η αθροιστική ποινή δεν θα πρέπει να είναι υπερβολική. (Σχετικό είναι και το «Definitive Guideline» (ανωτέρω), ιδιαίτερα η σελ. 6.)». Έχοντας υπόψη μου ότι σε περίπτωση που επιβληθεί διαδοχική ποινή στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος θα υπόκειται στην ουσία σε συνολική ποινή φυλάκισης 5 ετών (ήτοι 4 χρόνια στην υπόθεση 4601/2022 και ένα έτος στην παρούσα) κρίνω πως αυτή θα είναι στο σύνολό της υπέρμετρη και δυσανάλογη προς τα αδικήματα που διέπραξε. Λόγω των πιο πάνω κρίνω ότι η παρούσα είναι κατάλληλη περίπτωση όπου η αρχή της συνολικότητας της ποινής επιτρέπει στο Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια κατ' απόκλιση από τη γενική αρχή του άρθρου 117
(2)του Κεφ. 155 και να διατάξει όπως η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο στην παρούσα υπόθεση συντρέχει με την ποινή που του επιβλήθηκε στην υπόθεση 12908/2023 του Ε.Δ. Λάρνακας. Συνακόλουθα η έκτιση της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο στην παρούσα υπόθεση να συντρέχει με την ποινή που του επιβλήθηκε στην υπόθεση 4601/2022 του Κακουργιοδικείου Λάρνακας. (Υπ.) .................................. Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο/Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο