← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. SERGEJS LUKASOV, Αρ. Υπόθεσης: 2925/2023, 7/10/2024

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. SERGEJS LUKASOV, Αρ. Υπόθεσης: 2925/2023, 7/10/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2925/2023 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας εναντίον SERGEJS LUKASOV Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 7.10.2024 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Z. Κούμουρου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Αν. Αναστασίου Κατηγορούμενος: Παρών ΠΟΙΝΗ Στο κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης περιλαμβάνονται 3 κατηγορίες. Ο κατηγορούμενος εξ αρχής δήλωσε μη παραδοχή στις κατηγορίες 1 και 2 και παραδοχή στην 3η κατηγορία ακολούθως όμως άλλαξε απάντηση και δήλωσε παραδοχή και στις κατηγορίες τις οποίες δεν είχε παραδεχθεί. Η 1η κατηγορία αφορά το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας και κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255, 262, 291 και 292 του Ποινικού Κώδικα, η 2η κατηγορία το αδίκημα της κλοπής κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα και η 3η κατηγορία το αδίκημα της κλοπής ηλεκτρισμού κατά παράβαση των άρθρων 2 και 63 του περί Ηλεκτρισμού Νόμου, Κεφ. 170. Στην παρούσα υπόθεση δόθηκε η συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας δυνάμει του άρθρου 24

(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 για τη συνοπτική εκδίκασή της. Τα γεγονότα της υπόθεσης ως εκτέθηκαν από τον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής και δεν αμφισβητήθηκαν έχουν ως ακολούθως: σχετικά με τις κατηγορίες 1 και 2, στις 19.12.2022 και περί ώρα 10:30 το πρωί καταγγέλθηκε στο Τ.Α.Ε. Λάρνακας από τον Μ.Κ.1 ότι μεταξύ των ημερομηνιών 17 και 19.12.2022 άγνωστοι διέρρηξαν και εισήλθαν στην κατοικία στην οδό [ ] 8 στη Λάρνακα την οποία διαχειρίζεται και η οποία ανήκε σε φίλο του ο οποίος διέμενε στην Αγγλία. Από την οικία κλάπηκε η περιουσία που καταγράφεται στις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας συνολικής αξίας €1.700. Σύμφωνα με τον Μ.Κ.1 ο δράστης πέτυχε είσοδο από μπροστινή ξύλινη είσοδο την οποία παραβίασε με αιχμηρό αντικείμενο και προκάλεσε ακαταστασία σε όλη την κατοικία. Στις 9.1.2023 ο Μ.Κ.1 κατάγγειλε εκ νέου στο Τ.Α.Ε. Λάρνακας πως όταν πήγε εκ νέου στην εν λόγω κατοικία για έλεγχο και μετακίνησε πολυθρόνα που βρισκόταν μέσα στο σαλόνι για να τακτοποιήσει την κατοικία εντόπισε κάτω από αυτήν ένα μεταλλικό λιβέρι το οποίο δεν ανήκε ούτε στον ίδιο ούτε και σε οποιοδήποτε πρόσωπο που είχε πρόσβαση στην κατοικία αλλά ανήκε στον δράστη της διάρρηξης που είχε καταγγείλει. Την ίδια ημέρα ο Μ.Κ.6 μετέβηκε στο μέρος και παρέλαβε το εν λόγω λιβέρι ως τεκμήριο το οποίο στάλθηκε στο Ινστιτούτο Γενετικής για επιστημονικές εξετάσεις. Από εξετάσεις που διενεργήθηκαν από τον Μ.Κ.3 του Ινστιτούτου εντοπίστηκε και συνδέθηκε το γενετικό υλικό του κατηγορουμένου στο τεκμήριο που παραλήφθηκε από τη διάρρηξη. Στις 20.1.2023 εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του κατηγορουμένου, αναζητήθηκε και στις 21.3.2023 συνελήφθηκε βάσει δικαστικού εντάλματος σύλληψης και αφού του επιστήθηκε η προσοχή στον νόμο από τον Μ.Κ.4 απάντησε «εγώ δεν έχω σχέση». Στις 22.3.2023 λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο στην οποία αρνήθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων. Σε σχέση με τα γεγονότα της 3ης κατηγορίας αναφέρθηκε ότι στις 21.3.2023 και περί ώρα 12:30 καταγγέλθηκε στην Αστυνομία από τη Μ.Κ.7 ότι άγνωστα πρόσωπα κλέβουν ρεύμα από την πολυκατοικία στην οδό [ ] στη Λάρνακα αφού τοποθέτησαν ηλεκτρικό σύρμα σε εγκατάσταση της πολυκατοικίας με το οποίο μετέφεραν ρεύμα σε διπλανή πολυκατοικία. Στο μέρος μετέβηκε ο Μ.Κ.4 με άλλα μέλη της Aστυνομίας όπου εκεί διαπίστωσαν ότι ο κατηγορούμενος είχε τραβήξει καλώδιο το οποίο είχε ενώσει στην εγκατάσταση της πολυκατοικίας και το μετέφερε σε χώρο στάθμευσης διπλανής πολυκατοικίας όπου εκεί είχε ακινητοποιημένο το όχημα του. Αφού ο Μ.Κ.4 του επέστησε την προσοχή στον νόμο ο κατηγορούμενος απάντησε «ήθελα ρεύμα». Την ίδια μέρα μετέβηκε στο μέρος ο Μ.Κ.8 τεχνικός της Α.Η.Κ. που διαπίστωσε και την παρέμβαση στο κύκλωμα της πολυκατοικίας και την κλοπή. Αναφέρθηκε επίσης ότι ο κατηγορούμενος βαρύνεται με 3 προηγούμενες καταδίκες. Η 1η είναι στην υπόθεση 2260/2017 του Κακουργιοδικείου Αμμοχώστου στην οποία στις 3.10.2018 του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 4 ετών για το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, ποινή φυλάκισης 6 ετών για το αδίκημα της ληστείας, ποινή φυλάκισης 3 χρόνων για το αδίκημα της παράνομης κατοχής αεροβόλου όπλου, ποινή φυλάκισης 2 χρόνων για το αδίκημα της απειλής, ποινή φυλάκισης 1 έτους για το αδίκημα της κακόβουλης ζημιάς, ποινή φυλάκισης 3 χρόνων για το αδίκημα της κατοχής αντικειμένου το οποίο εκτοξεύει επιβλαβή υγρά και τέλος ποινή φυλάκισης 1 έτους για το αδίκημα της επίθεσης με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος. Η 2η προηγούμενη καταδίκη του κατηγορούμενου είναι στην υπόθεση 3621/2017 του Ε.Δ. Λάρνακας στην οποία στις 17.9.2020 του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 10 μηνών για το αδίκημα της διάρρηξης κτιρίου και κλοπής και ποινή φυλάκισης 1 μηνός για το αδίκημα της κλοπής από θεματοφύλακα και οι ποινές συνέτρεχαν. Η 3η προηγούμενη καταδίκη του κατηγορούμενου είναι στην υπόθεση 12908/2023 του Ε.Δ. Λάρνακας στην οποία στις 25.4.2024 σε 2 κατηγορίες διάρρηξης κτιρίου και κλοπής του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 6 μηνών σε καθεμιά και οι ποινές διατάχθηκε να συντρέχουν. Στην εν λόγω υπόθεση λήφθηκε υπόψη η υπόθεση 11701/2023 επίσης του Ε.Δ. Λάρνακας η οποία αφορούσε παράνομη κατοχή περιουσίας και κατοχή διαρρηκτικών εργαλείων εν καιρώ νυκτός Στη συνέχεια τον λόγο έλαβε ο δικηγόρος του κατηγορούμενου ο οποίος δήλωσε ότι είναι παραδεκτές οι προηγούμενες καταδίκες του κατηγορούμενου. Ο δικηγόρος του κατηγορούμενου ανέφερε περαιτέρω ως μετριαστικούς παράγοντες την παραδοχή του κατηγορούμενου και το γεγονός ότι η κλαπείσα περιουσία είναι μικρής αξίας. Ανέφερε επίσης ότι η παρούσα υπόθεση θα μπορούσε να είχε ληφθεί υπόψη στα πλαίσια της υπόθεσης 12908/2023 στην οποία ενεργοποιήθηκε και ποινή φυλάκισης 1 έτους για την οποία είχε απονεμηθεί στον κατηγορούμενο χάρη από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Άκουσα με προσοχή και έχω λάβει υπόψη μου όλα όσα οι δικηγόροι των διαδίκων ανέφεραν. Το Δικαστήριο κατά τη διαδικασία επιλογής του είδους της ποινής που θα επιβάλει σε μια συγκεκριμένη υπόθεση λαμβάνει υπόψη του τη σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων ως αυτή προκύπτει από την προβλεπόμενη από τον νόμο ποινή, τις συνθήκες διάπραξής τους καθώς επίσης και τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου. Επιπλέον, σε αδικήματα στα οποία παρατηρείται αυξητική τάση διάπραξής τους η επιβολή αποτρεπτικών ποινών καθίσταται αναγκαία. Στο έργο εξατομίκευσης της ποινής είναι καθήκον του Δικαστηρίου να λαμβάνει επίσης υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη καθώς και εκείνα που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, για εξισορρόπηση της ποινής έτσι ώστε αυτή να μην συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Από την άλλη όμως η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή (Μιχάλης Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 557). Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής (Γενικός Εισαγγελέας v. Ευαγόρου
(2001)2 Α.Α.Δ. 285). Οι παλαιότερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου που αφορούν στην επιβολή ποινών παρέχουν ένδειξη του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής πλην όμως δεν έχουν τον δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου επειδή η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και των συνθηκών του εκάστοτε παραβάτη (Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1, Γεωργίου κ.ά. v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 61/2020, ημερομηνίας 14.7.2022, ECLI:CY:AD:2022:B304 και ANDREI ν. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 164 και 165/2022, ημερομηνίας 23.1.2023). Τα αδικήματα τα οποία παραδέχθηκε ο κατηγορούμενος είναι πολύ σοβαρά και αυτό προκύπτει από τις προβλεπόμενες από τον νόμο ανώτατες ποινές για καθένα από αυτά. Το αδίκημα της 1ης κατηγορίας τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι 7 χρόνια, το αδίκημα της 2ης κατηγορίας με ποινή φυλάκισης μέχρι 3 χρόνια και το αδίκημα της 3ης κατηγορίας με ποινή φυλάκισης μέχρι 3 χρόνια ή με ποινή προστίμου μέχρι ΛΚ.25.000 (περίπου €42.000) ή και με τις 2 αυτές ποινές. Στα πλαίσια προσδιορισμού του είδους της κατάλληλης ποινής στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου τη σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων ως αυτή προκύπτει από την προβλεπόμενη για καθένα από αυτά μέγιστη ποινή και από τη σχετική νομολογία. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου ότι η έκνομη συμπεριφορά του κατηγορούμενου δεν αποτελούσε 1 μεμονωμένο περιστατικό αλλά αντιθέτως εκδηλώθηκε σε 2 διαφορετικές περιπτώσεις που απέχουν μεταξύ τους 3 μήνες. Λαμβάνω περαιτέρω υπόψη μου ότι ο κατηγορούμενος δεν αποκατέστησε την οικονομική απώλεια την οποία προκάλεσε στους ιδιοκτήτες της περιουσίας που ήταν θύματα της εγκληματικής του δράσης παρά το γεγονός ότι το ύψος της ζημιάς ήταν χαμηλό. Από την άλλη λαμβάνω υπόψη μου ως μετριαστικό παράγοντα προς όφελος του κατηγορούμενου την παραδοχή του η οποία, παρόλο που δεν ήταν άμεση και στις 3 κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει, δεν παύει από το να αποτελεί ένα σημαντικό μετριαστικό παράγοντα. Στην υπόθεση Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 λέχθηκε ότι «η παραδοχή ενοχής πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή». Ως ακόμα ένα μετριαστικό παράγοντα λαμβάνω υπόψη μου το γεγονός ότι κατά τον χρόνο διάρρηξης στην επίδικη κατοικία που αφορούν οι κατηγορίες 1 και 2 ο ιδιοκτήτης της απουσίαζε από αυτή αφού είναι μόνιμος κάτοικος εξωτερικού. Σχετικά με τις προηγούμενες καταδίκες ενός κατηγορούμενου στην υπόθεση DYGDALOWICZ ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 11/2021, ημερ. 4.11.2022 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όμως η σημασία των προηγούμενων καταδικών έγκειται στο ότι η ύπαρξη τους τείνει να μειώσει σε κάποιο βαθμό, την επιείκεια που μπορεί να επιδειχθεί. Και τούτο, κυρίως, γιατί αποτελούν ένδειξη της στάσης του κατηγορούμενου στην τήρηση των νόμων (Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου
(1997)2 Α.Α.Δ. 17). Στην Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 306 τονίστηκε και πάλι ότι οι προηγούμενες καταδίκες δεν αποτελούν παράγοντα επιβαρυντικό της ποινής, αλλά επενεργούν ως παράγων περιορισμού της επιείκειας, της οποίας θα μπορούσε να τύχει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος, αν δεν βαρυνόταν με τις προηγούμενες καταδίκες (βλ. επίσης Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565 και Vedat v. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 787)». Από το πιο πάνω απόσπασμα είναι προφανές ότι οι 3 προηγούμενες καταδίκες με τις οποίες βαρύνεται ο κατηγορούμενος στις οποίες περιλαμβάνονται και ομοειδή αδικήματα με αυτά της παρούσας υπόθεσης τείνουν να μειώσουν την επιείκεια που μπορεί να του επιδειχθεί. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων χωρίς να παραγνωρίζω τους πιο πάνω μετριαστικούς παράγοντες, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Συνακόλουθα κρίνω ως αρμόζουσες ποινές τις οποίες και επιβάλλω στον κατηγορούμενο τις ακόλουθες: · Στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 12 μηνών · Στη 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης 4 μηνών · Στην 3η κατηγορία ποινή φυλάκισης 4 μηνών Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο να συντρέχουν μεταξύ τους. Έχοντας επιβάλει στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης κάτω των 3 ετών προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω το θέμα της αναστολής της ποινής φυλάκισης που του επιβλήθηκε. Το θέμα της αναστολής ποινής φυλάκισης ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και σχετικές είναι οι πρόνοιες του άρθρου 3
(2)του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 186(Ι)/2003 καθώς επίσης και οι αρχές που έχει καθιερώσει η νομολογία επί του θέματος (Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161). Επιβληθείσα ποινή φυλάκισης είναι δυνατό να ανασταλεί εφόσον αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης ή και από τα προσωπικά περιστατικά ενός κατηγορούμενου. Σχετικά με το ζήτημα της αναστολής ποινής φυλάκισης στην υπόθεση Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930 λέχθηκε ότι «κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας». Στην πολύ πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Απέργη ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 64/2023, ημερ. 22.6.2023 έγινε αναφορά στην υπόθεση Νεοφύτου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 9/2021, ημερ. 29.7.2021 στην οποία εξηγήθηκε ότι ποινή φυλάκισης, ακόμα και εκεί όπου θα μπορούσε να θεωρηθεί και αυστηρή λόγω του ύψους της, μπορεί να απωλέσει το στοιχείο της αποτροπής εφόσον ανασταλεί, ακόμα και να καταστεί ανεπαρκής για την τιμωρία του καταδικασθέντα. Έχοντας υπόψη μου τις πρόνοιες του άρθρου 3
(2)του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 186(Ι)/2003 και τις αρχές που έχει καθιερώσει η νομολογία επί του θέματος (Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161) και λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη μου το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος έχει 3 προηγούμενες καταδίκες που αφορούν και αδικήματα ομοειδή με τα επίδικα κρίνω ότι στην παρούσα υπόθεση δεν δικαιολογείται όπως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκηθεί υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης που του επιβλήθηκε. Κρίνω περαιτέρω πως αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν θα αντικατόπτριζε τη σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων ούτε θα εξυπηρετούσε την παράμετρο της αποτροπής. Λόγω των κρίνω ότι δεν δικαιολογείται όπως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκηθεί υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο. Ως αναφέρθηκε πιο πάνω ο κατηγορούμενος εκτίει σήμερα ποινή φυλάκισης 6 μηνών η οποία του επιβλήθηκε στις 25.4.2024 στην υπόθεση 12908/2023 του Ε.Δ. Λάρνακας. Ακολούθως θα εκτίσει και ποινή φυλάκισης ενός έτους για την οποία του είχε απονεμηθεί χάρη από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Έχοντας τούτα υπόψη μου καθώς επίσης και τις πρόνοιες του άρθρου 117
(2)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, προχωρώ να εξετάσω τα θέματα που προκύπτουν λόγω του γεγονότος ότι στον κατηγορούμενο ο οποίος ως ανέφερα και πιο πάνω εκτίει σήμερα ποινή φυλάκισης επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης και στην παρούσα υπόθεση. Το άρθρο 117
(2)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 ορίζει ότι: «Ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε σε πρόσωπο που ήδη καταδικάστηκε σε φυλάκιση, αρχίζει να εκτίεται μετά τη λήξη της προηγούμενης ποινής, εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά». Από το πιο πάνω άρθρο προκύπτει ότι ισχύει η γενική αρχή της διαδοχικότητας της ποινής. Ως αναφέρθηκε στην υπόθεση Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 443 απόκλιση από την ως άνω αρχή δικαιολογείται από την αρχή της συνολικότητας της ποινής (the totality principle). Στην υπόθεση Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας ανωτέρω λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Η αρχή της συνολικότητας της ποινής ισχύει βεβαίως στην Κύπρο όπως ισχύει και στην Αγγλία. Επεκτείνεται πέραν της περίπτωσης διαδοχικών ποινών που επιβάλλονται από το ίδιο δικαστήριο την ίδια ώρα στην ίδια ή σε διαφορετικές υποθέσεις και καλύπτει περιπτώσεις όπως η προκειμένη στην οποία οι ποινές επιβάλλονται από διαφορετικό δικαστήριο σε διαφορετικό χρόνο και σε διαφορετικές υποθέσεις. Ακόμα, δεν περιορίζεται σε αδικήματα που είναι όμοια ή σχετίζονται μεταξύ τους ως μέρος μίας ενιαίας ενέργειας, ως προς τα οποία ο γενικός κανόνας είναι ότι δεν πρέπει να επιβάλλονται διαδοχικές ποινές (ίδε και Αχιλλέως ν. Αστυνομίας
(1989)1 Α.Α.Δ. 331). Επίκεντρο της είναι ο τιμωρούμενος και προοπτική της η αποφυγή υπέρμετρης ή δυσανάλογης ποινής ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη του. Και υπόβαθρο της είναι οι ευρύτεροι παράμετροι που διέπουν την αναλογικότητα της τιμωρίας προς το έγκλημα και που έχουν έρεισμα στις θεμελιακές αρχές του δικαίου και αναγνώριση στο Σύνταγμα και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, υπό το φως των οποίων και θα πρέπει να εφαρμόζεται το άρθρο 117
(2)και να ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ύψος της επιβληθησομένης ποινής. Εφόσον πρόκειται για στέρηση της ελευθερίας του ατόμου για σκοπούς τιμωρίας, η ποινική ευθύνη του τιμωρούμενου πρέπει να αντικρίζεται διαχρονικά σαν σύνολο σε κάθε δεδομένη περίπτωση φυλάκισής του. Ειδικά στην περίπτωση όπως η προκειμένη, στην οποία επιβάλλεται ποινή ενώ ο τιμωρούμενος εκτίει άλλη ποινή, αποτελούν καλό κανόνα τα λεχθέντα από το Richards, J., στην υπόθεση R v. Watts [2000] 1 Cr. App. R. (S.) 460, στην οποία μας ανέφερε ο κ. Πικής: "If the offence had fallen to be dealt with at the same time would the same total sentence have resulted. If not, then the total produced by making the sentences consecutive may be disproportionate and excessive." Ο κανόνας αυτός αντιστοιχεί προς το γενικό κανόνα που το δικαστήριο, όταν εξετάζει το ενδεχόμενο επιβολής συντρεχουσών ή διαδοχικών ποινών, εφαρμόζει ως απόρροια της αρχής της συνολικότητας της ποινής. Όπως το έθεσε ο Lawton, L.J., στην υπόθεση R. v. Barton, October 6, 1972 (αναφερόμενη στο Encyclopaedia of Current Sentencing Practice, section A5-3A) (στην οποία επίσης μας ανέφερε ο κ. Πικής) υποδεικνύοντας το καθήκον του δικαστηρίου: "It must look at the totality of the criminal behaviour and ask itself what is the appropriate sentence for all the offences." Και πάλι δε ο Lawton, L.J., στην υπόθεση R. v. Holderness, July 15, 1974 (αναφερόμενος στην ως άνω Encyclopaedia, section Α5-3Β): "... the step which this Court on numerous occasions has said should be taken, namely of standing back and looking at the overall effect of the sentences which had been passed."». Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο η παρούσα υπόθεση είναι κατάλληλη για να ισχύσει ο κανόνας του άρθρου 117
(2)του Κεφ. 155 για επιβολή διαδοχικών ποινών ή κατά πόσο η αρχή της συνολικότητας της ποινής επιτρέπει όπως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκηθεί κατ' απόκλιση από τον ως άνω κανόνα. Ανάμεσα στους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψιν κατά την άσκηση της σχετικής διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι η ομοιότητα μεταξύ των αδικημάτων, η συνάφεια γεγονότων, εάν υπάρχει, και ο χρόνος διάπραξής τους (G.M. Pikis, Sentencing in Cyprus, 2nd Ed., σελ. 91-92, Αχιλλέως ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 331). Εν προκειμένω τα αδικήματα της παρούσας ποινικής υπόθεσης και της υπόθεσης 12908/2023 αφορούν μεν στο ίδιο είδος αξιόποινης συμπεριφοράς εκ μέρους του κατηγορούμενου στρέφονται όμως εναντίον διαφορετικών προσώπων και διαπράχθηκαν σε διαφορετικό χρόνο. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι στην παρούσα ναι μεν υπάρχει ομοειδής αξιόποινη συμπεριφορά με αυτή των ως άνω υποθέσεων όμως δεν υπάρχει συνάφεια γεγονότων. Σε αυτή την περίπτωση η επιβολή συντρεχουσών ποινών είναι δυνατό να μην αντανακλά τη συνολική εγκληματικότητα της συμπεριφοράς (Ευσταθίου ν. Δημοκρατίας
(2014)2 Α.Α.Δ. 541, R v. Jamienson & Jamienson [2008] EWCA Crim 2761, Sentencing Council, Offences Taken into Consideration and Totality, Definitive Guideline, 2012). Οπόταν το επόμενο ερώτημα που ανακύπτει αφορά το κατά πόσο η συνολική ποινή που προκύπτει τελικά για τον κατηγορούμενο σε περίπτωση που η ποινή που του επιβλήθηκε στην παρούσα υπόθεση διαταχθεί να εκτιθεί διαδοχικά, ως η γενική αρχή του άρθρου 117
(2)του Κεφ. 155, με την ποινή που του επιβλήθηκε στην υπόθεση 12908/2023 θα είναι δίκαιη και ανάλογη με τη συνολική ποινική του ευθύνη, «just and proportionate», κατά την ορολογία του Sentencing Council. Επίκεντρο της αρχής της συνολικότητας της ποινής αποτελεί η αποφυγή υπέρμετρης ή δυσανάλογης ποινής ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου (Αχιλλέως ν. Αστυνομίας, ανωτέρω, Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 443, Παναγή ν. Αστυνομίας (Αρ. 1)
(2012)2 ΑΑΔ 512, Φράγκου ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 13). Στην πιο πάνω υπόθεση Ευσταθίου λέχθηκε ότι «ένα ποινικό δικαστήριο θα πρέπει πρώτιστα να αναλογίζεται το ορθό ποινικό μέτρο σε κάθε κατηγορία και μετά να εξετάζει το ενδεχόμενο της επιβολής διαδοχικότητας των ποινών. Έχοντας πάντοτε υπόψη, όπως αναφέρθηκε και στη Μιχαήλ (ανωτέρω), με αναφορά στην Prime [1983] 5 Cr. App. R. (S) 127, ότι η αθροιστική ποινή δεν θα πρέπει να είναι υπερβολική. (Σχετικό είναι και το «Definitive Guideline» (ανωτέρω), ιδιαίτερα η σελ. 6.)». Έχοντας υπόψη μου ότι σε περίπτωση που επιβληθεί διαδοχική ποινή στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος θα υπόκειται στην ουσία σε συνολική ποινή φυλάκισης 28 μηνών (ήτοι 6 μήνες στην υπόθεση 12908/2023 και ένα έτος η ποινή που θα ενεργοποιηθεί λόγω της καταδίκης του στην υπόθεση 12908/2023 και για την οποία του είχε απονεμηθεί χάρη από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας) κρίνω πως αυτή θα είναι στο σύνολό της υπέρμετρη και δυσανάλογη προς τα αδικήματα που διέπραξε. Λόγω των πιο πάνω κρίνω ότι η παρούσα είναι κατάλληλη περίπτωση όπου η αρχή της συνολικότητας της ποινής επιτρέπει στο Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια κατ' απόκλιση από τη γενική αρχή του άρθρου 117
(2)του Κεφ. 155 και να διατάξει όπως η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο στην παρούσα υπόθεση συντρέχει με την ποινή που του επιβλήθηκε στην υπόθεση 12908/2023 του Ε.Δ. Λάρνακας. Συνακόλουθα η έκτιση της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο στην παρούσα υπόθεση να συντρέχει με την ποινή που του επιβλήθηκε στην υπόθεση 12908/2023 του Ε.Δ. Λάρνακας. (Υπ.) .................................. Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.