ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. KONSTANTINOS PANAGKASOV, Αρ. Υπόθεσης: 2703/2024, 9/12/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Μ. Μαρκουλλής, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2703/2024 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Κατηγορούσα Αρχή ν KONSTANTINOS PANAGKASOV Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 09.12.2024 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Στέλλα Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Πιέρος Ζαπούνης Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ
- Εισαγωγή Η παρούσα υπόθεση αφορά πρόσωπο που κοιμόταν εντός μηχανοκίνητου οχήματος, το οποίο βρισκόταν σταματημένο εντός του αυτοκινητόδρομου και στραμμένο προς την αντίθετη κατεύθυνση. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο ημερ. 01.03.2024, ο Κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 25.01.2024 οδηγούσε μηχανοκίνητο όχημα (εφεξής καλούμενο ως «το Όχημα Α») στον αυτοκινητόδρομο Ριζοελιάς-Καλού Χωριού στην Λάρνακα και ενώ εκλήθη από αστυνομικό να παράσχει δείγμα εκπνοής για προκαταρκτική εξέταση αναλογίας αλκοόλης, αυτός αρνήθηκε να το πράξει (1η κατηγορία), ότι οδηγούσε σε λωρίδα του αυτοκινητόδρομου που προορίζεται για οχήματα ερχόμενα από την αντίθετη κατεύθυνση (2η κατηγορία) και ότι στάθμευσε το Όχημα Α επί του ερείσματος του αυτοκινητόδρομου (3η κατηγορία). Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε όλες τις κατηγορίες, με αποτέλεσμα η υπόθεση να οδηγηθεί σε ακρόαση, και το Δικαστήριο αθώωσε τον Κατηγορούμενο στην 3η κατηγορία από το εκ πρώτης όψεως στάδιο.
- Η Μαρτυρία Η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε ένα μάρτυρα για απόδειξη της υπόθεσης της, ήτοι τον Λοχία 4727 M.X. (ΜΚ1), ενώ ο Κατηγορούμενος επέλεξε να τηρήσει το δικαίωμα της σιωπής και δεν κάλεσε οποιουσδήποτε μάρτυρες υπεράσπισης. Η όλη μαρτυρία είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και παραθέτω κατωτέρω τα κύρια σημεία της. Ο ΜΚ1 υπηρετεί στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου και κατέθεσε και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, την κατάθεση του ημερ. 31.01.2024, Τεκμήριο
- Σύμφωνα με τον ΜΚ1, στις 25.01.2024 και περί ώρα 01:10 δέχθηκε κλήση στον αστυνομικό σταθμό από άγνωστο διερχόμενο οδηγό ότι στον αυτοκινητόδρομο Ριζοελιάς - Καλού Χωριού υπάρχει σταθμευμένο όχημα εξ αντιθέτου κατευθύνσεως στην δεξιά λωρίδα του αυτοκινητόδρομου. Αφού μετέβη στο μέρος, εντόπισε το Όχημα Α να είναι σταθμευμένο στην δεξιά λωρίδα πορείας και στραμμένη προς την αντίθετη κατεύθυνση και τον Κατηγορούμενο να κοιμάται στην θέση του οδηγού, χωρίς να υπάρχουν άλλα πρόσωπα εντός του οχήματος. Τα κλειδιά του Οχήματος Α βρίσκονταν στην θέση τους και η μηχανή του ήταν σβηστή. Ο ΜΚ1 άνοιξε την πόρτα και ξύπνησε τον Κατηγορούμενο και διαπίστωσε ότι αυτός βρισκόταν σε κατάσταση μέθης, καθώς μύριζε έντονα οινόπνευμα, έλεγε ασυναρτησίες και δεν συνεργαζόταν με τις οδηγίες του. Με την βοήθεια άλλων αστυνομικών, οι οποίοι μετέβησαν στην σκηνή, ο Κατηγορούμενος εξήλθε του Οχήματος Α και στην συνέχεια διαπιστώθηκε ότι το Όχημα Α δεν εκκινούσε είτε λόγω έλλειψης καυσίμων είτε λόγω κάποιας μηχανικής βλάβης. Στην συνέχεια και περί ώρα 01:30 ο ΜΚ1 ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να του δώσει δείγμα εκπνοής για προκαταρκτική εξέταση αναλογίας αλκοόλης, αφού προηγουμένως τον πληροφόρησε ότι είχε υποψία ότι «οδηγούσε το πιο πάνω αυτοκίνητο έχοντας στην εκπνοή του αναλογία αλκοόλης που υπερβαίνει το καθορισμένο από το Νόμο όριο» και του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο, αλλά ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε να το πράξει. Ακολούθως, πληροφόρησε τον Κατηγορούμενο για τα επίδικα αδικήματα και αυτός απάντησε «ξέρεις ποιους ξέρω εγώ;».
- Η Αξιολόγηση της Μαρτυρίας Μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή τον ΜΚ1 και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την όλη μαρτυρία και αξιοπιστία του με το κριτήριο του μέσου λογικού αντικειμενικού παρατηρητή (βλ. Νεοφύτου ν Γερακιώτη
(2010)1 ΑΑΔ 25) και αφού έχω λάβει υπόψιν μου τόσο την εμφάνιση και συμπεριφορά του (βλ. C&A Pelekanos v Πελεκάνου
(1999)1 ΑΑΔ1273), όσο και το περιεχόμενο, ποιότητα και πειστικότητα της μαρτυρίας του (βλ. Μαυροσκούφη ν Τράπεζα Πειραιώς
(2014)1 ΑΑΔ 839 και Ομήρου ν Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506) αντιπαραβαλλόμενη με το σύνολο της μαρτυρίας στην δίκη, είτε προέρχεται από άλλη ζώσα μαρτυρία είτε από έγγραφη μαρτυρία και τεκμήρια (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν Πολυβίου
(2009)1 ΑΑΔ 339, Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1 ΑΑΔ 1056, Pal Tekinder v Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551 και Στέγη Ευγηρίας «Αρχάγγελος Μιχαήλ» ν Αργυρίδου (Πολιτική Έφεση 32/2014) ημερ. 29/09/2021, ECLI:CY:AD:2021:A430). Δεν μου διαφεύγει ότι μικρές ή επουσιώδεις αντιφάσεις είναι φυσιολογικό να υπάρχουν και τείνουν να ενισχύουν την φιλαλήθεια και αξιοπιστία των μαρτύρων (βλ. Κουδουνάρης ν Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 320 και Ξυδιάς ν Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 174), εκτός βέβαια αν είναι τέτοια ουσιαστικής μορφής που πλήττουν την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν την πρόθεση του να πει ψέματα (βλ. Κυπριανού ν Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 816). Ο ΜΚ1 έκαμε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ήταν σταθερός και σαφής στις απαντήσεις του και δεν υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις. Η δε μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε επί της ουσίας κατά την αντεξέταση. Ενόψει των ανωτέρω, αποδέχομαι την μαρτυρία του ως αξιόπιστη στο σύνολό της. 4. Η Νομική Πτυχή και Τα Ευρήματα του Δικαστηρίου Εφόσον ο Κατηγορούμενος αρνείται την διάπραξη των αδικημάτων, η Κατηγορούσα Αρχή έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό στοιχείο του αδικήματος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Οι εικασίες, υποθέσεις και υποψίες, ακόμα και ευλογοφανείς, δεν έχουν οποιαδήποτε νομική ισχύ και δεν μπορούν να καλύψουν τυχόν κενά της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Από την άλλη, ο Κατηγορούμενος δεν υποχρεούται να αποδείξει ότι οι ισχυρισμοί του είναι αληθινοί ή βάσιμοι αλλά αρκεί η δημιουργία λογικής αμφιβολίας. Οι απομακρυσμένες πιθανότητες, όμως, δεν είναι αρκετές να δημιουργήσουν λογική αμφιβολία. 1η Κατηγορία Σχετικό με την 1η κατηγορία είναι το άρθρο 6
(5)του Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου (Ν.174/1986) ως έχει τροποποιηθεί, που προνοεί τα εξής: «
(5)Πας όστις, άνευ ευλόγου αιτίας, αρνείται ή αποφεύγει όπως μεταβή εις τον δυνάμει του εδαφίου
(4)καθοριζόμενον αστυνομικόν σταθμόν ή αρνείται ή αποφεύγει καθ' οιονδήποτε τρόπον να παράσχη δείγμα εκπνοής, όταν τούτο ζητηθή παρ' αυτού δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, είναι ένοχος αδικήματος». Από την ανωτέρω πρόνοια προκύπτει ότι η Κατηγορούσα Αρχή οφείλει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο Κατηγορούμενος (α) αρνήθηκε ή απέφυγε να παράσχει δείγμα εκπνοής και (β) του ζητήθηκε να το πράξει δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 6
(5)του Ν.174/
- Αναφορικά με το πρώτο συστατικό στοιχείο, αυτό δεν αμφισβητείται. Σύμφωνα με την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΚ1, ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε να παράσχει δείγμα εκπνοής, όταν κλήθηκε προς τούτο από τον ΜΚ
- Αναφορικά με το δεύτερο συστατικό στοιχείο, όπου εδράζει και την υπεράσπιση του ο Κατηγορούμενος, σχετικά είναι τα εδάφια
(1)και
(2)του άρθρου 6 του Ν.174/1986, τα οποία προνοούν τα εξής: «
(1)Εις περίπτωσιν καθ' ην αστυνομικός έχει εύλογον υποψίαν ότι- (α) πρόσωπον το οποίον οδηγεί ή πειράται να οδηγήση οιονδήποτε όχημα επί τινος οδού ή ετέρου δημοσίου χώρου έχει εις το σώμα αυτού οιανδήποτε ποσότητα αλκοόλης ή έχει διαπράξει τροχαίον αδίκημα καθ' ον χρόνον το όχημα ευρίσκεται εν κινήσει. ή (β) πρόσωπον ωδήγει ή επειράτο να οδηγήση οιονδήποτε όχημα επί τινος οδού ή ετέρου δημοσίου χώρου καθ' ον χρόνον είχεν εις το σώμα αυτού οιανδήποτε ποσότητα αλκοόλης και ότι το τοιούτο πρόσωπον εξακολουθεί να έχη εις το σώμα αυτού αλκοόλην. ή (γ) πρόσωπον το οποίον ωδήγει ή επειράτο να οδηγήση οιονδήποτε όχημα επί τινος οδού ή ετέρου δημοσίου χώρου είχε διαπράξει τροχαίον αδίκημα καθ' ον χρόνον το όχημα ευρίσκετο εν κινήσει. δύναται, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 9, να ζητήση παρά του προσώπου αυτού όπως παράσχη δείγμα εκπνοής διά προκαταρκτικήν εξέτασιν.
(2)Ανεξαρτήτως της υπάρξεως της εις το εδάφιον
(1)αναφερομένης ευλόγου υποψίας, αστυνομικός δύναται, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 9, να ζητήση παρ' οιουδήποτε προσώπου το οποίον οδηγεί ή πειράται να οδηγήση οιονδήποτε όχημα επί τινος οδού ή ετέρου δημοσίου χώρου, όπως παράσχη δείγμα εκπνοής διά προκαταρκτικήν εξέτασιν». Ως προκύπτει από το περιεχόμενο των ανωτέρω διατάξεων, ο νομοθέτης χρησιμοποίησε ενεστώτα χρόνο («οδηγεί») στις περιπτώσεις των εδαφίων
(1)(α) και
(2)και αόριστο χρόνο («ωδήγει») στις περιπτώσεις των εδαφίων
(1)(β) και
(1)(γ). Η δε εύλογη υποψία διαπιστώνεται «από τα περιβάλλοντα γεγονότα της υπόθεσης» (βλ. Ξυψίτη ν Αστυνομίας (Ποινική Έφεση 147/2018) ημερ.15.11.2019, ECLI:CY:AD:2019:B472). Εφόσον ο ΜΚ1 εντόπισε τον Κατηγορούμενο να κοιμάται εντός του Οχήματος Α, του οποίου η μηχανή ήταν σβηστή, δεν μπορούσε ο ΜΚ1 να έχει εύλογη υποψία ότι ο Κατηγορούμενος οδηγεί -σε ενεστώτα χρόνο- το Όχημα Α και συνεπώς να του ζητήσει δείγμα εκπνοής δυνάμει του άρθρου 6
(1)(α). Για τον ίδιο λόγο, δεν είχε, επίσης, δικαίωμα να του το ζητήσει δυνάμει του άρθρου 6
(2). Σύμφωνα με την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΚ1, η εύλογη υποψία του έγκειτο στο ότι ο Κατηγορούμενος «οδηγούσε» το Όχημα Α «έχοντας στην εκπνοή του αναλογία αλκοόλης». Συνεπώς, η Κατηγορούσα Αρχή στηρίζει την υπόθεση της στο δικαίωμα του ΜΚ1 να ζητήσει δείγμα εκπνοής από τον Κατηγορούμενο δυνάμει του άρθρου 6
(1)(β), καθώς ο ΜΚ1 δεν έκαμε οποιαδήποτε αναφορά σε δημιουργία εύλογης υποψίας λόγω διάπραξης τροχαίου αδικήματος από τον Κατηγορούμενο όταν το Όχημα Α βρισκόταν σε κίνηση (βλ. άρθρο 6
(1)(γ) του Νόμου). Παρόλο που με βάση τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, θα μπορούσε -εναλλακτικά- να του είχε εγερθεί τέτοια εύλογη υποψία, δεν υπάρχει ενώπιον μου τέτοια μαρτυρία από τον ΜΚ1 (βλ. Clements v Dams [1978] R.T.R. 210, Williams v Jones [1972] RTR 4 και Morriss v Lawrence [1977] R.T.R. 205). Ερχόμενος στο υπό κρίση εδάφιο
(1)(β), αυτό απαιτεί εύλογη υποψία του ΜΚ1 ότι ο Κατηγορούμενος οδήγησε το Όχημα Α έχοντας ποσότητα αλκοόλης στο σώμα του. Το σημείο στο οποίο εντοπίστηκε το Όχημα Α και η παρουσία του Κατηγορούμενου στην θέση του οδηγού με τα κλειδιά στην μίζα συνιστούν γεγονότα που εύλογα δημιούργησαν υποψία στον ΜΚ1 ότι ο Κατηγορούμενος οδήγησε προηγουμένως το Όχημα Α. Επίσης, η συμπεριφορά του Κατηγορούμενου έναντι του ΜΚ1 ήταν αυτή που δημιούργησε την εύλογη υποψία ότι ο Κατηγορούμενος είχε ποσότητα αλκοόλης στο σώμα του. Παρά τα ανωτέρω, όμως, η εύλογη υποψία πρέπει να είναι ότι ο Κατηγορούμενος οδήγησε έχοντας ποσότητα αλκοόλης στο σώμα του. Δηλαδή, πρέπει να υπάρχει εγγύτητα μεταξύ των δύο στοιχείων, ήτοι οδήγησης και ποσότητας αλκοόλης. Στην αγγλική απόφαση Pinner v Everett [1969] 3 All ER 257 της Βουλής των Λόρδων (House of Lords), ο Λόρδος Upjohn ανέφερε τα εξής σχετικά: ".in my opinion, on the facts of this case, the police fail to prove their case that at the time that the appellant was driving or attempting to drive they had reasonable grounds for supposing that he had alcohol in his body; the suspicion arose after he had ceased to drive." Σε ελεύθερη μετάφραση: ".κατά την άποψη μου, σύμφωνα με τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, η αστυνομία απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της ότι κατά τον χρόνο που ο εφεσείων οδηγούσε ή αποπειράτο να οδηγήσει είχαν εύλογες υποψίες ότι είχε αλκοόλ στο σώμα του· η υποψία ηγέρθηκε αφού είχε σταματήσει να οδηγεί." Στην παρούσα υπόθεση, η εύλογη υποψία ότι ο Κατηγορούμενος είχε αλκοόλ στο σώμα του ηγέρθηκε στον ΜΚ1 μετά που ο Κατηγορούμενος σταμάτησε κατά υπόψια να οδηγεί και συγκεκριμένα όταν τον εντόπισε ο ΜΚ1 να κοιμάται εντός του Οχήματος Α και να γίνεται μετά επιθετικός μαζί του. Συνεπώς, η εύλογη υποψία του ΜΚ1, ως ο ίδιος την ανέφερε και κατέγραψε στην κατάθεσή του, δεν ήταν αυτή που απαιτεί το άρθρο 6
(1)(β) του Ν.174/1986, προκειμένου να ζητήσει από τον Κατηγορούμενο να παράσχει δείγμα εκπνοής για προκαταρκτική εξέταση αλκοόλης. Ενόψει των ανωτέρω, η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, ήτοι ότι ζητήθηκε από τον Κατηγορούμενο να παράσχει δείγμα εκπνοής δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 6 του Ν.174/
- 2η Κατηγορία Ερχόμενος στην 2η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, σχετικός είναι ο Κανονισμός 66Ε των Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών (Κ.Δ.Π.66/1984) ως έχουν τροποποιηθεί, ο οποίος προνοεί τα εξής: «Σε αυτοκινητόδρομο ή δρόμο ταχείας κυκλοφορίας απαγορεύεται η οδήγηση σε λωρίδα προοριζόμενη για την αντίθετη κατεύθυνση, η οποία βρίσκεται δεξιά της διαχωριστικής κατασκευής στο μέσο του δρόμου, εκτός αν έχουν γίνει προσωρινές διευθετήσεις για το αντίθετο από τον Διευθυντή Τμήματος Δημοσίων Έργων» Στην παρούσα υπόθεση και σύμφωνα με την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΚ1, το Όχημα Α βρισκόταν σταθμευμένο εντός της δεξιάς λωρίδας του αυτοκινητόδρομου και στραμμένο προς την αντίθετη κατεύθυνση. Εκείνο που αμφισβητεί η Υπεράσπιση, και ουσιαστικά καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει, είναι αν ο Κατηγορούμενος οδήγησε το Όχημα Α ως η κατεύθυνση που ήταν στραμμένο. Επισημαίνεται ότι το ανωτέρω αδίκημα διαφέρει από αυτό της 1ης κατηγορίας. Στο παρόν αδίκημα η Κατηγορούσα Αρχή οφείλει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο Κατηγορούμενος πράγματι οδήγησε το Όχημα Α, ενώ στο αδίκημα της 1ης κατηγορίας όφειλε να αποδείξει ότι ο ΜΚ1 είχε εύλογη υποψία ότι ο Κατηγορούμενος οδήγησε το Όχημα Α. Σύμφωνα με τον ΜΚ1, ο Κατηγορούμενος βρισκόταν μόνος του στο Όχημα Α και συγκεκριμένα κοιμόταν στην θέση του οδηγού και είχε τα κλειδιά στην μίζα, ενώ το Όχημα Α ήταν σταθμευμένο και η μηχανή του σβηστή. Όταν δε οι αστυνομικοί προσπάθησαν να το εκκινήσουν για να το μετακινήσουν, αυτό δεν εκκινούσε λόγω έλλειψης καυσίμων ή μηχανικής βλάβης. Στην απόφαση Henderson v Hamilton [1995] SLT 968, εντοπίστηκε σε δημόσιο δρόμο ένα όχημα με σβησμένη -αλλά ακόμα ζεστή- την μηχανή του και εντός του οχήματος βρισκόταν ένα πρόσωπο στην θέση του οδηγού που ξάπλωνε προς την θέση του συνοδηγού, με τα κλειδιά του οχήματος στην κατοχή του. Η πλειοψηφία του Ανώτατου Δικαστηρίου (High Court) της Σκωτίας, ανέφερε τα εξής: "It is, of course, possible to imagine circumstances in which a car could be placed in a public street without its having been driven there. The speculative possibilities are many. However, the most obvious explanation for a car, apparently in working order, being in a public road just before midnight with a warm engine and a driver in the driving seat is that it was driven there. There was nothing whatsoever to suggest that it had been towed there or otherwise transported to the spot. The fact that the engine was warm and that the ignition key was in the vehicle points to its having been driven there rather than brought to the spot by some other means not involving the use of the car's engine." Σε ελεύθερη μετάφραση: «Είναι, βέβαια, πιθανό να φανταστούμε περιστάσεις υπό τις οποίες ένα όχημα θα μπορούσε να τοποθετηθεί σε δημόσιο δρόμο χωρίς να έχει οδηγηθεί εκεί. Οι θεωρητικές πιθανότητες είναι πολλές. Εντούτοις, η πιο πασιφανής εξήγηση για ένα όχημα, προφανώς σε λειτουργική κατάσταση, που βρίσκεται σε δημόσιο δρόμο λίγο πριν τα μεσάνυχτα με ζεστή μηχανή και ένα οδηγό στην θέση του οδηγού, είναι ότι οδηγήθηκε εκεί. Δεν υπάρχει οτιδήποτε που να εισηγείται ότι είχε ρυμουλκηθεί ή μεταφερθεί με άλλο τρόπο στο σημείο. Το γεγονός ότι η μηχανή ήταν ζεστή και τα κλειδιά βρίσκονταν εντός του οχήματος καταδεικνύει ότι είχε οδηγηθεί εκεί παρά ότι είχε μεταφερθεί στο σημείο με κάποια άλλα μέσα που δεν περιλαμβάνουν την χρήση της μηχανής του οχήματος». Στην παρούσα υπόθεση, όμως, όχι μόνο δεν υπάρχει μαρτυρία ότι η μηχανή ήταν ζεστή, αλλά υπάρχει μαρτυρία ότι η μηχανή δεν ήταν καν σε κατάσταση λειτουργίας και το Όχημα Α δεν εκκινούσε. Συνεπώς, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποκλείσει την πιθανότητα να μεταφέρθηκε εκεί το Όχημα Α με άλλα μέσα και συνακόλουθα δεν μπορεί να καταλήξει από την ανωτέρω περιστατική μαρτυρία ότι το μόνο λογικό συμπέρασμα είναι ότι το Όχημα Α οδηγήθηκε από τον Κατηγορούμενο στο επίδικο σημείο. Ως εκ τούτου, η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την οδήγηση του Οχήματος Α από τον Κατηγορούμενο.
- Τροποποίηση Κατηγορητηρίου Παρά τα ανωτέρω, δεν παύει να αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΚ1, την οποία η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε κατά την αντεξέταση, ότι ο Κατηγορούμενος βρισκόταν στον αυτοκινητόδρομο και κοιμόταν στην θέση του οδηγού του Οχήματος Α, το οποίο βρισκόταν στάσιμο στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, ήτοι εντός του οδοστρώματος. Ο Κανονισμός 66ΣΤ της Κ.Δ.Π.66/1984 προνοεί τα εξής: «
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Κανονισμού δεν επιτρέπεται σε κανένα όχημα να σταματά ή να παραμένει στάσιμο σε οδόστρωμα αυτοκινητόδρομου ή δρόμου ταχείας κυκλοφορίας.
(2)Σε περίπτωση κατά την οποία καθίσταται αναγκαίο για όχημα οδηγούμενο επί οδοστρώματος να σταματήσει λόγω μηχανικής βλάβης ή ελαττώματος ή έλλειψης καυσίμων, λιπαντικού ή νερού ή άλλου υγρού αναγκαίου για τη λειτουργία του οχήματος ή λόγω δυστυχήματος, ασθένειας ή άλλης έκτακτης ανάγκης, το όχημα οδηγείται ή απομακρύνεται από το οδόστρωμα και σταματά και παραμένει στάσιμο πάνω στο έρεισμα που εφάπτεται στο εν λόγω οδόστρωμα, όσο πιο γρήγορα και στην έκταση που είναι υπό τις περιστάσεις εύλογα εφικτό.» (υπογραμμίσεις του Δικαστηρίου) Επιπρόσθετα, ο Κανονισμός 66Γ
(2)της Κ.Δ.Π.66/1984 διασαφηνίζει ότι: «Στο Μέρος αυτό απαγορευτικές ή περιοριστικές διατάξεις σε σχέση με οδήγηση, διακίνηση, στάθμευση ή στάση μηχανοκίνητου οχήματος θα ερμηνεύονται ως διατάξεις οι οποίες απαγορεύουν σε οποιοδήποτε πρόσωπο που χρησιμοποιεί τον αυτοκινητόδρομο ή δρόμο ταχείας κυκλοφορίας να οδηγεί, διακινείται, σταθμεύει ή σταματά μηχανοκίνητο όχημα ή προξενεί ή επιτρέπει την οδήγηση, διακίνηση, στάθμευση ή στάση μηχανοκίνητου οχήματος κατά παράβαση της απαγορευτικής ή περιοριστικής διάταξης.» (υπογραμμίσεις του Δικαστηρίου) Στην παρούσα υπόθεση, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Κατηγορούμενος, ο οποίος βρισκόταν στην θέση του οδηγού του Οχήματος Α και είχε στην κατοχή του τα κλειδιά του, χρησιμοποίησε τον αυτοκινητόδρομο και έχοντας τον έλεγχο του Οχήματος Α ως ανωτέρω παρέλειψε να το απομακρύνει από το οδόστρωμα, με αποτέλεσμα να προξενήσει την παραμονή στάσιμου μηχανοκίνητου οχήματος εντός του οδοστρώματος του αυτοκινητόδρομου. Ανεξαρτήτως ποιος και για ποιο λόγο σταμάτησε το Όχημα Α στο επίδικο σημείο, ο Κατηγορούμενος, έχοντας τον έλεγχο του κατά τον επίδικο χρόνο, όφειλε να το απομακρύνει από το οδόστρωμα, και όχι να κοιμάται εντός αυτού. Η παράλειψη του να το πράξει συνιστά διάπραξη αδικήματος κατά παράβαση των ανωτέρω προνοιών των Κανονισμών. Εφόσον ο Κανονισμός 72 της Κ.Δ.Π.66/1984 προβλέπει την ίδια ποινή με το αδίκημα της 2ης κατηγορίας και η Υπεράσπιση αντεξέτασε τον ΜΚ1 αναφορικά με το σημείο στο οποίο εντοπίστηκε το Όχημα Α και την κατάσταση λειτουργίας του, κρίνω ότι ο Κατηγορούμενος δεν θα επηρεαστεί δυσμενώς από την τροποποίηση του κατηγορητηρίου δυνάμει του άρθρου 85
(4)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου (ΚΕΦ.155). Ως εκ τούτου, διατάσσω την τροποποίηση του κατηγορητηρίου διά της προσθήκης της ακόλουθης 4ης κατηγορίας: «ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Χρήση αυτοκινητόδρομου προξενώντας την στάσιμη παραμονή μηχανοκίνητου οχήματος εντός του οδοστρώματος του αυτοκινητόδρομου κατά παράβαση των κανονισμών 66Γ
(2), 66ΣΤ
(1)
(2)και 72 των Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών (Κ.Δ.Π.66/1984) ως έχουν τροποποιηθεί. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο Κατηγορούμενος στις 25.01.2024 ενώ χρησιμοποιούσε τον αυτοκινητόδρομο Ριζοελιάς - Καλού Χωριού στην Λάρνακα προξένησε την στάσιμη παραμονή μηχανοκίνητου οχήματος εντός του οδοστρώματος του αυτοκινητόδρομου, ήτοι παρέλειψε να απομακρύνει το όχημα από το οδόστρωμα.» 6. Κατάληξη Συνοψίζοντας και για όλους τους λόγους που καταγράφονται ανωτέρω, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται από τις κατηγορίες 1 και 2 που αντιμετωπίζει και κρίνεται ένοχος στην 4η κατηγορία ανωτέρω. (Υπ.)..................................... Μ. Μαρκουλλής, Προσ. Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο