← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΙΧΑΗΛ, Αρ. Υπόθεσης: 2779/2023, 7/6/2024

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΙΧΑΗΛ, Αρ. Υπόθεσης: 2779/2023, 7/6/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Μ. Μαρκουλλής, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2779/2023 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Κατηγορούσα Αρχή ν ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΙΧΑΗΛ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 07.06.2024 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ευγενία Κουμπαρή Για τον Κατηγορούμενο: κ. Γιώργος Εφφέ Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ

  1. Εισαγωγή Η παρούσα υπόθεση αφορά θανατηφόρο τροχαίο δυστύχημα, το οποίο έλαβε χώρα την 01.01.2022 και ώρα 00:55 στον παλαιό δρόμο Αθηένου - Αραδίππου στην Επαρχία Λάρνακας. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο ημερ. 10.03.2023, ως τροποποιήθηκε την 04.12.2023, προσάφθηκαν εναντίον του Κατηγορούμενου 4 κατηγορίες, ήτοι για πρόκληση θανάτου λόγω απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης (1η κατηγορία), οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς πρόσδεση με ζώνη ασφαλείας (2η κατηγορία), καθ' ον χρόνο η αναλογία αλκοόλης εις το αίμα του υπερέβαινε το καθορισθέν όριο (3η κατηγορία) και υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών (4η κατηγορία). Ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε την διάπραξη του αδικήματος της 2ης κατηγορίας και αρνήθηκε τις υπόλοιπες κατηγορίες, με αποτέλεσμα η υπόθεση να οδηγηθεί σε ακρόαση σε σχέση με τις κατηγορίες 1, 3 και
  2. Με ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 04.03.2024, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση για τις κατηγορίες 3 και 4 και αθώωσε τον Κατηγορούμενο από τις εν λόγω κατηγορίες. Σε σχέση με την 1η κατηγορία, σύμφωνα με το κατηγορητήριο και τις περαιτέρω λεπτομέρειες που παρασχέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή στην Υπεράσπιση και κατατέθηκαν ως Έγγραφο Α στο Δικαστήριο στις 04.12.2023, ο Κατηγορούμενος κατηγορείται ότι κατά τον επίδικο τόπο και χρόνο «οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής [ ], με συνεπιβάτιδα την Γαβριέλλα Σάββα και ενώ αμφότεροι βρίσκονταν υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών και αλκοόλης και τσακώνονταν εντός του οχήματος κατά τον χρόνο που οδηγείτο και ενώ ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε ότι υπήρχε εμφανής και σοβαρός κίνδυνος στην οδήγηση συνεπεία όλων των πιο πάνω γεγονότων, συνέχισε να οδηγεί, αδιαφορώντας για τις συνέπειες, με αποτέλεσμα να οδηγήσει το όχημα εκτός του ορίου της λωρίδας κυκλοφορίας, παρεκκλίνοντας αριστερά σε σχέση με την πορεία του, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί αρχικά σε τσιμεντένιο γεφύρι (κιούγκι) στην συνέχεια σε δέντρο-ακακία και ακολούθως να περάσει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία του και να συγκρουστεί με το όχημα [ ], επιφέροντας τον θάνατο εις την Γαβριέλλα Σάββα.»
  3. Η Μαρτυρία Η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε έξι μάρτυρες για απόδειξη της υπόθεσης της, ήτοι τους Αρχιαστυφύλακα 2924 Λ.Κ. (ΜΚ1), Δρ. Ν.Χ. (ΜΚ2), Αστυφύλακα 3550 Σ.Κ. (ΜΚ3), Δρ. Γ.Λ. (ΜΚ4), Αρχιλοχία 4759 Α.Κ. (ΜΚ5) και Κ.Κ. (ΜΚ6). Αφού το Δικαστήριο έκρινε ότι στοιχειοθετείτο εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου σε σχέση με την 1η κατηγορία, κάλεσε τον Κατηγορούμενο σε απολογία και να προβάλει την υπεράσπιση του. Ο Κατηγορούμενος επέλεξε να δώσει ο ίδιος ενόρκως μαρτυρία, ενώ δεν κάλεσε οποιουσδήποτε μάρτυρες υπεράσπισης. Η όλη μαρτυρία είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και κατωτέρω παραθέτω τα κύρια σημεία της. Ο ΜΚ1 υπηρετεί στον κλάδο διερεύνησης τροχαίων οδικών συγκρούσεων στην Τροχαία Λάρνακας και είναι φωτογράφος της Αστυνομίας. Κατέθεσε και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του τις καταθέσεις του, Τεκμήρια 1, 2 και 3, και ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα εξής: (α) Την 01.01.2022 και περί ώρα 02:10 μετέβηκε στην σκηνή του επίδικου δυστυχήματος με ενεχόμενα οχήματα το μηχανοκίνητο όχημα τύπου σαλούν με αρ. εγγραφής [ ] (εφεξής καλούμενου ως «όχημα Α») και το μηχανοκίνητο όχημα τύπου διπλοκάμπινο με αρ. εγγραφής [ ] (εφεξής καλούμενου ως «όχημα Β»). Κατά την άφιξη του στην σκηνή τα ανωτέρω ενεχόμενα οχήματα βρίσκονταν στις τελικές θέσεις τους, ενώ ο οδηγός και ο συνοδηγός του οχήματος Α είχαν ήδη παραληφθεί από ασθενοφόρο του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας. Ο δε οδηγός του οχήματος Β δεν βρισκόταν στην σκηνή του δυστυχήματος και παρούσα ήταν κάποια γυναίκα, η οποία ήταν η σύζυγος του ιδιοκτήτη και οδηγού του εν λόγω οχήματος. Στην σκηνή βρισκόταν ο ΜΚ3, ο οποίος τον ενημέρωσε προκαταρκτικά για το επίδικο δυστύχημα. (β) Ο επίδικος δρόμος είναι άσφαλτος καλής επιφάνειας, ελαφρώς κατηφορικός ως η πορεία του οχήματος Α, με ελαφριά στροφή αριστερά και ικανοποιητική ορατότητα πέραν των 100 μέτρων. Ο δρόμος περιβάλλεται από χωμάτινο παγκέτο και στην πλευρά της πορείας του οχήματος Α υπάρχει χωμάτινο παγκέτο πλάτους 1,20 μέτρων και μετά αυλάκωμα όμβριων υδάτων βάθους 0,60 μέτρων. Κατά τον επίδικο χρόνο ήταν νύχτα και υπήρχε σκότος, αφού δεν υπάρχει οδικός φωτισμός. Ο καιρός ήταν αίθριος, αλλά ο δρόμος ήταν βρεγμένος αφού είχε προηγηθεί ψιλή βροχή. Η τροχαία κίνηση ήταν αραιή και το μέγιστο όριο ταχύτητας στον επίδικο δρόμο είναι τα 80ΧΑΩ. (γ) Διαπίστωσε εκτεταμένες ζημιές στα ενεχόμενα οχήματα. Το όχημα Α καταστράφηκε ολοσχερώς από την σύγκρουση, ενώ το όχημα Β υπέστη ζημιές στο δεξιό μπροστινό μέρος. (δ) Στην σκηνή έφθασε μετά και ο ΜΚ5, ο οποίος θα αναλάμβανε την διερεύνηση της υπόθεσης. Αφού έλεγξαν μαζί την σκηνή του δυστυχήματος, εντόπισε ίχνος μαυρίσματος, το οποίο εκλήφθηκε ως πλαγιολίσθηση, που άφησε επί της ασφάλτου το δεξιό μπροστινό ελαστικό του οχήματος Α, ένα σημάδι του αριστερού ελαστικού που άφησε πριν την έξοδο του από την άσφαλτο, ένα σημείο σύγκρουσης του μπροστινού αριστερού τροχού του με το τσιμεντένιο γεφύρι και το σύρσιμο του στο αυλάκι και το ανάχωμα εκτός του δρόμου. Ακολούθως, το όχημα Α εισήλθε στο οδόστρωμα και το δεξιό πίσω μέρος του συγκρούστηκε βίαια με το δεξιό μπροστινό μέρος του οχήματος Β, το οποίο ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση. Από την εν λόγω σύγκρουση, το όχημα Α έκανε τουλάχιστον δύο περιστροφές και ακινητοποιήθηκε κάθετα στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, ενώ από τις περιστροφές του οχήματος, οι δύο επιβαίνοντες, ήτοι ο Κατηγορούμενος και η Γαβριέλλα Σάββα, οι οποίοι δεν έφεραν ζώνες ασφαλείας, εκτινάχθηκαν από αυτό και έπεσαν στο παγκέτο του δρόμου, ο ένας αριστερά και ο άλλος δεξιά. (ε) Την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 04:04-04:18 και 07:05-07:13 έλαβε φωτογραφίες της σκηνής του δυστυχήματος και των ενεχόμενων οχημάτων (βλ. Τεκμήριο 7). (στ) Ετοίμασε πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής, Τεκμήριο 4, στο οποίο τοποθέτησε τα ανωτέρω ευρήματα. Σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης μεταξύ των ενεχόμενων οχημάτων, αυτό δεν ήταν εμφανές κατά τις εξετάσεις που διενήργησε το βράδυ του δυστυχήματος, καθώς η σκηνή ήταν γεμάτη από λάσπες και χόρτα που έριξε στον δρόμο το όχημα Α κατά την έξοδο και επαναφορά του στο οδόστρωμα. Το σημείο «Χ2» επί του Τεκμηρίου 4, το εντόπισε όταν επισκέφθηκε εκ νέου την σκηνή την επόμενη ημέρα, ήτοι στις 02.01.2022, μαζί με τον ΜΚ6, οδηγό του οχήματος Β, ο οποίος του υπέδειξε το εν λόγω σημείο, ενώ ο ίδιος εντόπισε ίχνη στο οδόστρωμα από το όχημα Α, τα οποία οδηγούν και καταλήγουν στο σημείο «Χ2». Επίσης, πλησίον του σημείου «Χ2» είχε εντοπίσει και πλαστικά κομμάτια του οχήματος Α. (ζ) Την 02.01.2022 και περί ώρα 12:30 επισκέφθηκε την σκηνή του δυστυχήματος μαζί με τον ΜΚ6, ο οποίος του υπέδειξε τις τελικές θέσεις των επιβατών του οχήματος Α, ήτοι του Κατηγορούμενου και της Γαβριέλλας Σάββα, αμέσως μετά την σύγκρουση. Από περαιτέρω έλεγχο της σκηνής διαπίστωσε ότι τα ίχνη εξόδου του οχήματος Α από τον δρόμο, τα οποία είχε σημειώσει στο Τεκμήριο 4 ως ίχνη πλαγιολίσθησης, ήταν ίχνη εκτροπής. Εξήγησε δε ότι τα ίχνη εκτροπής σημαίνει ότι το ελαστικό αφήνει μια γραμμή στο οδόστρωμα και ως εκ τούτου καταδεικνύει κίνηση που κάνει το όχημα προς μια κατεύθυνση. Από την άλλη, τα ίχνη πλαγιολίσθησης αφήνουν κάθετες γραμμές στο οδόστρωμα. Μετά τα ανωτέρω, ετοίμασε νέο πρόχειρο σχεδιαγράφημα, ήτοι το Τεκμήριο 5, στο οποίο τοποθέτησε τα νέα ευρήματά του. (η) Στην βάση των πρόχειρων σχεδιαγραφημάτων, Τεκμήρια 4 και 5, ετοίμασε συμμετρικό σχεδιαγράφημα επί κλίμακας, το οποίο κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο
  4. Ανέφερε ότι το πρώτο σημείο σύγκρουσης «Χ» στο τσιμεντένιο γεφύρι απέχει 31 μέτρα από το σημείο που ξεκινούν τα ίχνη εκτροπής «Μ». Το σημείο «Ε» είναι σημάδι που άφησε μια από τις ζάντες («rims») του οχήματος Α, αφού ο τροχός δεν είχε λάστιχο όταν εισήλθε εκ νέου το όχημα στο οδόστρωμα. Το σημείο «ΣΚ» είναι σκάψιμο που εντόπισε στο οδόστρωμα από μεταλλικό αντικείμενο, καθώς το όχημα πετάχτηκε στον αέρα όταν εισήλθε στο οδόστρωμα και χτύπησε με δύναμη πάνω στο οδόστρωμα με το κάτω μέρος του. Τα δε ίχνη μαυρίσματος «Μ1» επί του Τεκμηρίου 6 είναι μεγάλα σε πλάτος, γεγονός που δείχνει ότι το όχημα Α κινείτο με πλάγια θέση και γι' αυτό συγκρούστηκε με το δεξιό πισινό μέρος του πάνω στο μπροστινό δεξιό μέρος του οχήματος Β. Τα σημεία περιστροφής «Π» και «Π1» είναι δύο κυκλικές περιστροφές που έκαμε το όχημα Α μετά την σύγκρουση με το όχημα Β και το διαπίστωσε από σημάδια που εντόπισε στο οδόστρωμα. Επίσης, σημείωσε κάποιες γραμμές πίσω από την τελική θέση του οχήματος Β, «Β1», οι οποίες είναι σημάδια που άφησε το εν λόγω όχημα στο χωμάτινο παγκέτο όταν βγήκε εκτός δρόμου. (θ) Την 02.01.2022 και μεταξύ των ωρών 09:00-09:40 έλαβε φωτογραφίες κατά την νεκροψία και νεκροτομή της σορού της Γαβριέλλας Σάββα (βλ. Τεκμήριο 8). (ι) Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι κατά την διερεύνηση του δυστυχήματος διαφάνηκε ότι ο οδηγός του οχήματος Β δεν ήταν η γυναίκα που ήταν παρούσα στην σκηνή, αλλά ο ΜΚ
  5. Επίσης, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει την ταχύτητα με την οποία κινούνταν τα δύο οχήματα ή αν ο ΜΚ6 οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλης ή για ποιο λόγο έχασε τον έλεγχο του οχήματος ο Κατηγορούμενος. Ο ΜΚ2 είναι ο ιατροδικαστής, ο οποίος διενήργησε νεκροψία και νεκροτομή στην σωρό της Γαβριέλλας Σάββα. Κατέθεσε και υιοθέτησε το περιεχόμενο της ιατροδικαστικής έκθεσης που ετοίμασε ο ίδιος, Τεκμήριο 10, και ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι στις 02.01.2022 εξέτασε εξωτερικά και εσωτερικά την σωρό της Γαβριέλλας Σάββα και κατέληξε ότι ο θάνατος της επήλθε λόγω πολυτραυματισμού. Επεξήγησε τα τραύματα που εντόπισε, μεταξύ των οποίων τα πολύ σοβαρά τραύματα σε ζωτικά όργανα, ήτοι ρήξη πνευμόνων, ρήξη καρδιάς και ρήξη ήπατος. Ανέφερε δε ότι πρόκειται για τραύματα που έγιναν λόγω της τροχαίας σύγκρουσης και δεν θα μπορούσε να σωθεί η θανούσα λόγω των πολλών και σοβαρών τραυμάτων της. Δεν μπορούσε να καθορίσει με ακρίβεια τον χρόνο που απεβίωσε το θύμα μετά την επίδικη τροχαία σύγκρουση, αλλά ανέφερε ότι είναι «πολύ σύντομο χρονικό διάστημα». Ο ΜΚ3 υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λάρνακας και είναι τοποθετημένος στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου. Κατέθεσε και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την κατάθεση του, Τεκμήριο 11, και ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα εξής: (α) Την 01.01.2022 και περί ώρα 01:05 λήφθηκε πληροφορία στον σταθμό για τροχαίο δυστύχημα στον επίδικο δρόμο. Αμέσως ο ίδιος αναχώρησε από τον σταθμό και μετέβηκε με τον συνάδελφο του Αστυφύλακα 2383 Α.Φ. στην σκηνή του επίδικου δυστυχήματος, όπου εντόπισε το όχημα Α να βρίσκεται κάθετα και εντός των δύο λωρίδων κυκλοφορίας, χωρίς να βρίσκεται οποιοδήποτε πρόσωπο εντός του οχήματος, και το όχημα Β να βρίσκεται λίγο πιο κάτω σε χωμάτινο παγκέτο. (β) Στο αριστερό χωμάτινο χαντάκι και κάτω από ένα ευκάλυπτο εντόπισε τον Κατηγορούμενο να είναι ξαπλωμένος και εμφανώς τραυματισμένος, αλλά να έχει τις αισθήσεις του. Ο Κατηγορούμενος του ανέφερε το ονοματεπώνυμο του και αναζητούσε επίμονα την κοπέλα του, Γαβριέλλας, γιατί δεν την άκουγε και ανησυχούσε. Στην σκηνή εντόπισε και μια γυναίκα με ροζ φόρμες, η οποία του ανέφερε ότι ονομαζόταν S.J.W.K. και ότι ήταν η οδηγός του οχήματος Β. Στην συνέχεια εντόπισε σε ανάχωμα στην δεξιά πλευρά του δρόμου και κάτω από μια ακακία μια νεαρή γυναίκα να βρίσκεται ξαπλωμένη με αφύσικο τρόπο. Η εν λόγω γυναίκα ήταν αναίσθητη και ο ίδιος δεν μπόρεσε να εντοπίσει σφυγμό ή αναπνοή και αργότερα διαπιστώθηκε ότι ήταν η Γαβριέλλας Σάββα. Παρών στην σκηνή του δυστυχήματος ήταν και ένας άνδρας με το όνομα Κ.Χ., ο οποίος του ανέφερε ότι έφτασε στην σκηνή αμέσως μετά την σύγκρουση. (γ) Περί ώρα 01:30 αφίχθηκαν στην σκηνή δύο ασθενοφόρα, τα οποία παρέλαβαν τον Κατηγορούμενο και την Γαβριέλλα Σάββα. Ακολούθως και περί ώρα 02:15 αφίχθηκε στην σκηνή ο ΜΚ1 μαζί με τον Υπεύθυνο Τροχαίας Λάρνακας, Υπαστυνόμο Χ. Χ., για διερεύνηση του δυστυχήματος. (δ) Κατά τον χρόνο που βρισκόταν στην σκηνή του δυστυχήματος, προσήλθε ένα πρόσωπο με το όνομα Α.Χ., ο οποίος του ανέφερε ότι είχε περάσει με το αυτοκίνητο του μετά την σύγκρουση και σταμάτησε και ότι ο οδηγός του οχήματος Β ήταν ένας άνδρας και όχι η ανωτέρω γυναίκα με το όνομα S. Ακολούθως, κατέγραψε την μαρτυρία του Α.Χ. και ενημέρωσε τον Υπαστυνόμο Χ. Χ. Μετά πληροφορήθηκε ότι ο οδηγός του οχήματος Β ήταν ο ΜΚ6 και όχι η S. Ο ίδιος, όμως, δεν αναζήτησε τον ΜΚ6, καθώς την διερεύνηση του δυστυχήματος την είχε αναλάβει η Τροχαία Λάρνακας. (ε) Παρέμεινε στην σκηνή του δυστυχήματος μέχρι τις 05:55 της ίδιας ημέρας, όπου παραλήφθηκαν τα ενεχόμενα οχήματα και τέθηκε σε κυκλοφορία ο δρόμος. Η ΜΚ4 είναι γενικός ιατρός και εργάζεται στις Πρώτες Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας από το
  6. Ανέφερε τα ακόλουθα στην δια ζώσης μαρτυρία της: (α) Κατά τον επίδικο χρόνο, ήτοι την 01.01.2022, βρισκόταν στις Πρώτες Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας και εξέτασε τον Κατηγορούμενο, ο οποίος είχε μεταφερθεί με ασθενοφόρο και είχε πολλαπλά κατάγματα και τραύματα. (β) Την ίδια ημέρα και περί ώρα 02:15 διαπίστωσε τον θάνατο της Γαβριέλλας Σάββα, η οποία είχε μεταφερθεί νεκρή στο νοσοκομείο, και εξέδωσε σχετική βεβαίωση θανάτου, την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
  7. Ο ΜΚ5 υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λάρνακας και είναι τοποθετημένος στην Τροχαία Λάρνακας. Κατέθεσε και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του τις καταθέσεις του, Τεκμήρια 14 και 15, και ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα εξής: (α) Την 01.01.2022 και περί ώρα 01:50 πληροφορήθηκε για το επίδικο δυστύχημα και μετέβηκε στην σκηνή του επίδικου δυστυχήματος περί ώρα 02:25, όπου συνάντησε τον ΜΚ1, με τον οποίο επιθεώρησαν την σκηνή και καθοδήγησε τον ΜΚ1 στην ετοιμασία πρόχειρου σχεδιαγραφήματος της σκηνής, ήτοι το Τεκμήριο
  8. (β) Στην σκηνή ήταν παρούσα η σύζυγος του ΜΚ6, αλλά διαφάνηκε αργότερα ότι δεν ήταν αυτή η οδηγός του οχήματος Β, αλλά ο ΜΚ
  9. Αν και αναζήτησε τον ΜΚ6, δεν εντοπίστηκε το ίδιο βράδυ. Το ζήτημα αυτό το ανέλαβε ο υπεύθυνος του τμήματος, ήτοι ο Υπαστυνόμος Χ.Χ., ο οποίος ήταν παρών στην σκηνή, και εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του ΜΚ6 στις 07:32 της ίδιας ημέρας και εκτελέστηκε στις 14:00 επίσης της ίδιας ημέρας. (γ) Σε σχέση με το ίχνος εκτροπής, το οποίο σημειώθηκε με το γράμμα «Μ» επί του Τεκμηρίου 6, ανέφερε ότι αυτό σημαίνει ότι ένα αυτοκίνητο που κινείται σε ευθεία πορεία για κάποιο λόγο παρεκκλίνει της πορείας του και στην παρούσα περίπτωση το ανωτέρω ίχνος μαυρίσματος δείχνει εκτροπή του οχήματος Α προς τα αριστερά. (δ) Την 02.02.2022 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον ΜΚ6, την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
  10. Την 11.02.2022 και 11.03.2022 έλαβε δύο ανακριτικές καταθέσεις από τον Κατηγορούμενο, τις οποίες κατέθεσε ως Τεκμήρια 16 και 17 αντίστοιχα. Την 14.02.2023 κατηγόρησε γραπτώς τον Κατηγορούμενο για τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης και ο Κατηγορούμενος απάντησε «Ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο». Ο ΜΚ6 είναι ο άλλος ενεχόμενος οδηγός, ήτοι ο οδηγός του οχήματος Β. Αναγνώρισε και συμφώνησε με την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία και κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  11. Ανέφερε δε τα ακόλουθα στο Δικαστήριο: (α) Την 01.01.2022 οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα Β στον επίδικο δρόμο με κατεύθυνση από Αραδίππου προς Λύμπια. Σε κάποιο σημείο του δρόμου και ενώ οδηγούσε με ταχύτητα 80ΧΑΩ και είδε φώτα οχήματος από μακριά και την αντίθετη κατεύθυνση, μετά δεν έβλεπε καθόλου τα εν λόγω φώτα και παραξενεύτηκε. Ξαφνικά είδε ένα αντικείμενο στον αέρα να προσγειώνεται στην άσφαλτο και κατάλαβε ότι επρόκειτο για όχημα το οποίο ερχόταν κατά πάνω του. Ο ίδιος έστριψε αριστερά προς το παγκέτο του δρόμου για να το αποφύγει και ένιωσε ένα δυνατό κτύπημα πάνω στο όχημα του. Μετά την σύγκρουση το όχημα του κινήθηκε λίγα μέτρα πιο κάτω, ως η πορεία του, στα αριστερά και εκτός δρόμου. (β) Ακολούθως, κατέβηκε από το όχημα του και πήγε προς το άλλο ενεχόμενο όχημα και δεν βρήκε οποιοδήποτε πρόσωπο εντός του οχήματος. Επειδή άκουσε βογγητά πόνου στην σκηνή, έψαξε και εντόπισε τον Κατηγορούμενο να είναι ξαπλωμένος στο χαντάκι του δρόμου και να τον ρωτά «πού είναι η Γαβριέλλα;» και να λέει «Ααα ρε Γαβριέλλα τι μου έκαμες». Εκείνη την στιγμή ήρθε ακόμα ένα τρίτο πρόσωπο, ο οποίος είχε περάσει με το όχημα του και σταματήσει στην σκηνή και άρχισαν να ψάχνουν την Γαβριέλλα. Ενώ έψαχνε την Γαβριέλλα, περί ώρα 01:03 πήρε τηλέφωνο στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου και τους ενημέρωσε για το δυστύχημα. Μετά από λίγο εντόπισε μαζί με το άλλο πρόσωπο την Γαβριέλλα, η οποία βρισκόταν στην άλλη πλευρά του δρόμου και ήταν πεσμένη ανάσκελα στο χαντάκι με το κεφάλι της προς τα πίσω. (γ) Μετά που είδε την Γαβριέλλα στην ανωτέρω κατάσταση, θόλωσε το μυαλό του και δεν θυμόταν τι έκαμνε. Μετά από λίγο ήρθε η σύζυγος του στην σκηνή με το όχημα της και ο ίδιος οδήγησε το όχημα της και πήγε σπίτι του, ενώ η σύζυγος του παρέμεινε στην σκηνή. (δ) Αφού πήγε σπίτι του, το μεσημέρι της ίδιας ημέρας πήγε σπίτι του η Αστυνομία και ενημερώθηκε ότι είναι υπό σύλληψη. Ακολούθως, πήγε στην σκηνή του δυστυχήματος και διαφώνησε με το πρόχειρο σχεδιαγράφημα που του υποδείχθηκε. Την επόμενη ημέρα, ήτοι στις 02.01.2022, πήγε ξανά στην σκηνή του δυστυχήματος και του υποδείχθηκε νέο πρόχειρο σχεδιαγράφημα, με το οποίο συμφώνησε και υπέγραψε. (ε) Στην αντεξέταση του αρνήθηκε ότι οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλ ή ναρκωτικών ουσιών κατά τον επίδικο χρόνο και ότι άργησε να αντιληφθεί το όχημα του Κατηγορούμενου, επιμένοντας ότι δεν φαίνονταν οποιαδήποτε φώτα όταν το όχημα του Κατηγορούμενου βρισκόταν στο χαντάκι. Σε ερώτηση γιατί δεν πήρε αμέσως τηλέφωνο την Αστυνομία, απάντησε ότι ήταν συγχυσμένος και πήρε τηλέφωνο την μητέρα του, μετά κάποιον συνάδελφο του, την σύζυγο του και μετά πήρε τηλέφωνο την Αστυνομία. Ανέφερε, επίσης, ότι δεν γνώριζε αν είπε στην σύζυγο του να δηλώσει στην Αστυνομία ότι οδηγούσε η ίδια το επίδικο όχημα αντί αυτός. Σε σχέση με το πότε ενημερώθηκε ότι τον ψάχνει η Αστυνομία, ανέφερε ότι ήταν μετά τις 03:00 της ίδιας ημέρας όταν η Αστυνομία έφερε στο σπίτι του την σύζυγο του και ο ίδιος αρνήθηκε να πάει την ίδια ώρα στην σκηνή του δυστυχήματος λόγω της κατάστασης της υγείας της συζύγου του. Ο Κατηγορούμενος υιοθέτησε τις καταθέσεις του ημερ. 11.02.2022 και 11.03.2022 που έδωσε στην Αστυνομία, ήτοι Τεκμήρια 16 και 17 αντίστοιχα, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, και ανέφερε τα εξής στο Δικαστήριο: (α) Είναι ο ιδιοκτήτης του μηχανοκίνητου οχήματος Α (βλ. επίσης Τεκμήριο 18). Με την Γαβριέλλα Σάββα, συζούσε στο σπίτι των γονιών του για ένα έτος περίπου πριν από το επίδικο δυστύχημα. (β) Την 31.12.2021 και περί ώρα 21:30 είχε πάει μαζί με την Γαβριέλλα Σάββα, οδηγώντας το ανωτέρω όχημα του, στο σπίτι κάποιου φίλου του στα Λύμπια για να περάσουν την παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Στο σπίτι του φίλου του έφαγαν φαγητό και ήπιαν ποτό, αλλά η Γαβριέλλα είχε πιει αρκετό ποτό και φαινόταν να μην είναι καλά. Σε κάποια στιγμή τον πλησίασε και τον έσπρωξε, με αποτέλεσμα να του πέσει το ποτό και να εκνευριστεί με την όλη συμπεριφορά της Γαβριέλλας. Ακολούθως, πήρε το ανωτέρω όχημα του και επέστρεψε στο σπίτι του στην Λάρνακα. Περί ώρα 23:50 του τηλεφώνησε ένας από τους φίλους του που ήταν στο ανωτέρω σπίτι και του είπε ότι η Γαβριέλλα έφυγε από το σπίτι, καθώς είχε τσακωθεί με τις άλλες κοπέλες που βρίσκονταν εκεί. Ο ίδιος τηλεφώνησε μετά στην Γαβριέλλα, η οποία του είπε ότι βρισκόταν κοντά σε μια εκκλησία στα Λύμπια, και ξεκίνησε από το σπίτι του στην Λάρνακα με το ανωτέρω όχημα του για να πάει να παραλάβει την Γαβριέλλα από τα Λύμπια. (γ) Αφού παρέλαβε την Γαβριέλλα με το όχημα του, οδήγησε στον παλαιό δρόμο Αθηένου-Αραδίππου για να επιστρέψουν πίσω στην Λάρνακα. Καθ' οδόν προς Λάρνακα είχε έντονη συζήτηση με την Γαβριέλλα στο αυτοκίνητο, καθώς η τελευταία ήταν σε κατάσταση μέθης και ο ίδιος της είπε ότι χωρίζουν και θα την πάρει στο σπίτι της. Η Γαβριέλλα άρχισε μετά να φωνάζει και κάποιες φορές να του κτυπά και να τον σπρώχνει στον ώμο. Επειδή δεν έφεραν ζώνη ασφαλείας, ούτε ο ίδιος ούτε η Γαβριέλλα, σε κάποια στιγμή η Γαβριέλλα πήγε προς το μέρος του και τον κτύπησε στον λαιμό, ενώ είχε τραβήξει και το χειρόφρενο. Ο Κατηγορούμενος αναγκάστηκε να σταματήσει το όχημα του εκτός δρόμου και είπε στην Γαβριέλλα να σταματήσει γιατί θα πάθαιναν κάποιο κακό και προσπάθησε να την συνετίσει. Ο Κατηγορούμενος ξεκίνησε πάλι το όχημα του για να πάει προς το σπίτι της, ενώ η Γαβριέλλα συνέχιζε και έλεγε συνέχεια ότι δεν ήθελε να πάει στο σπίτι της. (δ) Ενώ οδηγούσε με κανονική ταχύτητα στον ανωτέρω επίδικο δρόμο και η έντονη συζήτηση με την Γαβριέλλα συνεχιζόταν, σε κάποια στιγμή η Γαβριέλλα προσπάθησε να του κτυπήσει και αφού κινήθηκε προς το μέρος του, με το δεξί της χέρι ακούμπησε το πρόσωπο του και ο Κατηγορούμενος ένιωσε το αριστερό της χέρι πάνω στα χέρια του που ήταν πάνω στο τιμόνι. Ακολούθως, ένιωσε το όχημα να ολισθαίνει προς τα αριστερά και μετά ένα δυνατό χτύπημα πάνω στο όχημα. Μετά θυμάται μόνο ότι ξύπνησε στο χαντάκι του δρόμου κοντά στο αυτοκίνητο του. Ο χρόνος δε που μεσολάβησε από το σημείο που είχε σταματήσει ο Κατηγορούμενος για να συνετίσει την Γαβριέλλα μέχρι το σημείο που έγινε το δυστύχημα ήταν περίπου δύο λεπτά. (ε) Όταν ξύπνησε και βρισκόταν στο χαντάκι είδε κοντά του έναν άνδρα να μιλά στο κινητό τηλέφωνο του και να λέει «Είμαι πιωμένος, πρέπει να φύω». Ο ίδιος του ζήτησε να ψάξει την Γαβριέλλα, αλλά αυτός του είπε ότι δεν έχει κάποιον μέσα στο αυτοκίνητο του. Μετά από λίγο πήγε κοντά του ένας νεαρός και ζήτησε και από αυτόν να ψάξει την Γαβριέλλα. Ακολούθως, ήρθε το ασθενοφόρο, το οποίο τον παρέλαβε και μετέφερε στο νοσοκομείο. (στ) Την 11.03.2022 ο ΜΚ1 του υπέδειξε ένα πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής του επίδικου δυστυχήματος, με το οποίο δεν συμφώνησε, αλλά και ούτε διαφώνησε, καθώς το μόνο που θυμόταν ήταν ένα πολύ δυνατό κτύπημα στο όχημα του. (ζ) Στην αντεξέταση του, ανέφερε ότι όταν σταμάτησε το όχημα του για 30-45 δευτερόλεπτα για να καθησυχάσει την Γαβριέλλα, αυτή δεν του μιλούσε και ο Κατηγορούμενος υπέθεσε ότι καθησυχάστηκε και ξεκίνησε πάλι να οδηγεί στον επίδικο δρόμο. Όταν ξεκίνησε ξανά το όχημα του, η Γαβριέλλα άρχισε πάλι να παραπονιέται σε μικρό βαθμό και μετά ξαφνικά άρχισε να φωνάζει και να κλαίει. Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι η Γαβριέλλα «άρκεψε τζιαι εκούνταν με μετά και ήρθε πάνω μου και εφάκησε μου πα' στο πρόσωπο» και περιέγραψε το ανωτέρω κτύπημα στο πρόσωπο ως «βίαιο» και «αρκετά δυνατό». Ανέφερε, επίσης στην αντεξέταση του, ότι μετά το εν λόγω κτύπημα είδε το αριστερό χέρι της Γαβριέλλας να πιάνει το τιμόνι και το αυτοκίνητο να πηγαίνει αριστερά.
  12. Παραδεκτά Γεγονότα Στις 06.02.2024, δηλώθηκε και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 19 του Περί Αποδείξεως Νόμου (ΚΕΦ.9), ως παραδεκτό γεγονός ότι (βλ. Έγγραφο Β): «Ο θάνατος της Γαβριέλλας Σάββα, Δ/Τ. [ ], ημ. Γεν. [ ], η οποία κατά τον επίδικο χρόνο και τόπο ήταν συνοδηγός του Κατηγορούμενου στο όχημα με αρ. εγγραφής [ ], προκλήθηκε την 01/01/22 συνεπεία του συγκεκριμένου τροχαίου δυστυχήματος».
  13. Μη Αμφισβητούμενα Γεγονότα Πέραν του ανωτέρω παραδεκτού γεγονότος, τα κατωτέρω γεγονότα δεν αμφισβητήθηκαν από τις δύο πλευρές και συνιστούν ευρήματα του Δικαστηρίου (βλ. Αντρέου ν Δήμου Λάρνακας

(2014)2 ΑΑΔ 263 και Ocean Reef Properties Ltd v Colville
(2015)1 ΑΑΔ 1002): (α) Την 01.01.2022 και περί ώρα 00:55 έλαβε χώρα τροχαίο δυστύχημα στον παλαιό δρόμο Αθηένου-Αραδίππου της Επαρχίας Λάρνακας, με ενεχόμενα μηχανοκίνητα οχήματα το όχημα Α, το οποίο οδηγούσε ο Κατηγορούμενος με συνοδηγό την Γαβριέλλα Σάββα και με κατεύθυνση προς Αραδίππου, και το διπλοκάμπινο όχημα Β, το οποίο οδηγούσε ο ΜΚ6 με κατεύθυνση προς Αθηένου. Από το ανωτέρω δυστύχημα προκλήθηκε ο θάνατος της Γαβριέλλας Σάββα (εφεξής καλούμενη ως «το θύμα»). (β) Ο επίδικος δρόμος είναι άσφαλτος καλής επιφάνειας, ελαφρώς κατηφορικός ως η πορεία του οχήματος Α, με ελαφριά στροφή αριστερά και ικανοποιητική ορατότητα πέραν των 100 μέτρων. Ο δρόμος περιβάλλεται από χωμάτινο παγκέτο και στην πλευρά της πορείας του οχήματος Α υπάρχει χωμάτινο παγκέτο πλάτους 1,20 μέτρων και μετά αυλάκωμα όμβριων υδάτων βάθους 0,60 μέτρων. Κατά τον επίδικο χρόνο ήταν νύχτα και υπήρχε σκότος, αφού δεν υπάρχει οδικός φωτισμός. Ο καιρός ήταν αίθριος, αλλά ο δρόμος ήταν βρεγμένος αφού είχε προηγηθεί ψιλή βροχή. Η τροχαία κίνηση ήταν αραιή και το μέγιστο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας στον επίδικο δρόμο είναι τα 80ΧΑΩ. (γ) Τα δύο ενεχόμενα οχήματα υπέστησαν εκτεταμένες ζημιές. Το όχημα Α καταστράφηκε ολοσχερώς από την σύγκρουση, ενώ το όχημα Β υπέστη ζημιές στο δεξιό μπροστινό μέρος. Σύμφωνα με τις ζημιές των δύο οχημάτων, το δεξιό μπροστινό μέρος του οχήματος Β συγκρούστηκε με το δεξιό πίσω μέρος του οχήματος Α. (δ) Ο Κατηγορούμενος και το θύμα δεν έφεραν ζώνη ασφαλείας κατά τον επίδικο χρόνο και κατά τον χρόνο του δυστυχήματος εκτινάχθηκαν έξω από το όχημα Α και βρέθηκαν στο έδαφος. (ε) Εκ μέρους της Αστυνομίας, πρώτος στην σκηνή του δυστυχήματος κατέφθασε ο ΜΚ3 μαζί με τον Αστυφύλακα 2383 Α.Φ. Ακολούθως και περί ώρα 01:30 ο Κατηγορούμενος και το θύμα μεταφέρθηκαν με ασθενοφόρα στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας. Στις 02:15 αφίχθηκαν ο ΜΚ1 μαζί με τον Υπεύθυνο Τροχαίας Λάρνακας, Υπαστυνόμο Χ. Χ., για διερεύνηση του δυστυχήματος, και στην συνέχεια περί ώρα 02:25 κατέφθασε στην σκηνή και ο ΜΚ5. 5. Η Αξιολόγηση της Μαρτυρίας Μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την όλη μαρτυρία και αξιοπιστία των μαρτύρων με το κριτήριο του μέσου λογικού αντικειμενικού παρατηρητή (βλ. Νεοφύτου ν Γερακιώτη
(2010)1 ΑΑΔ 25) και αφού έχω λάβει υπόψιν μου τόσο την εμφάνιση και συμπεριφορά των μαρτύρων (βλ. C&A Pelekanos v Πελεκάνου
(1999)1 ΑΑΔ1273), όσο και το περιεχόμενο, ποιότητα και πειστικότητα της μαρτυρίας τους (βλ. Μαυροσκούφη ν Τράπεζα Πειραιώς
(2014)1 ΑΑΔ 839 και Ομήρου ν Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506) αντιπαραβαλλόμενη με το σύνολο της μαρτυρίας στην δίκη, είτε προέρχεται από άλλη ζώσα μαρτυρία είτε από έγγραφη μαρτυρία και τεκμήρια (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν Πολυβίου
(2009)1 ΑΑΔ 339, Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1 ΑΑΔ 1056, Pal Tekinder v Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551 και Στέγη Ευγηρίας «Αρχάγγελος Μιχαήλ» ν Αργυρίδου (Πολιτική Έφεση 32/2014) ημερ. 29/09/2021, ECLI:CY:AD:2021:A430). Δεν μου διαφεύγει ότι μικρές ή επουσιώδεις αντιφάσεις είναι φυσιολογικό να υπάρχουν και τείνουν να ενισχύουν την φιλαλήθεια και αξιοπιστία των μαρτύρων (βλ. Κουδουνάρης ν Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 320 και Ξυδιάς ν Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 174), εκτός βέβαια αν είναι τέτοια ουσιαστικής μορφής που πλήττουν την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν την πρόθεση του να πει ψέματα (βλ. Κυπριανού ν Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 816). Η πραγματική μαρτυρία σε αυτές της φύσεως υποθέσεις έχει βαρύνουσα σημασία (βλ. Θεοφάνους ν Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160), αφού το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας, αλλά και σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος (βλ. Σωτηρίου ν Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 307), καθότι τα άμεσα εμπλεκόμενα πρόσωπα μπορούν εύκολα να κάμουν λάθος όπως οι αποστάσεις και ο χρόνος που μεσολαβεί μεταξύ των διαδραματιζόμενων γεγονότων (βλ. Ιωαννίδου ν Γιαννή
(1990)2 ΑΑΔ 260). Τα συμπεράσματα, φυσικά, που μπορούν να εξαχθούν από την πραγματική μαρτυρία αποτελούν συνάρτηση της κοινής λογικής, η οποία αποτελεί αναντικατάστατο οδηγό του Δικαστηρίου ως προς τα θέματα σε σχέση με την οδική συμπεριφορά και τις δυνατότητες και ενδεχόμενες αντιδράσεις των οδηγών (βλ. Θεοδώρου ν Σάββα
(2016)1 ΑΑΔ 202). Άλλωστε, σε υποθέσεις τροχαίων δυστυχημάτων το Δικαστήριο πρέπει να καθοδηγείται από την κοινή λογική, χωρίς να περιπλέκεται σε λεπτομέρειες, αριθμητικούς υπολογισμούς και ασκήσεις επί χάρτου (βλ. Κωνσταντίνου ν Αστυνομίας (Ποινική Έφεση 221/2018) ημερ. 26/03/2019, ECLI:CY:AD:2019:B107). Όσον αφορά τους μάρτυρες κατηγορίας, σημειώνω ότι η Υπεράσπιση, μέσω της αγόρευσης του συνηγόρου του Κατηγορούμενου, δεν αμφισβητεί την αξιοπιστία των ΜΚ1, ΜΚ2, ΜΚ3, ΜΚ4 και ΜΚ
  1. Σε κάθε περίπτωση, όμως, το Δικαστήριο θα προχωρήσει στην αξιολόγηση όλων των μαρτύρων, ως επιτάσσει, άλλωστε, το δικαστικό καθήκον. Ο ΜΚ1 έκαμε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο και ήταν σταθερός στην μαρτυρία του. Επεξήγησε δε με σαφήνεια τα ευρήματα του στην σκηνή του δυστυχήματος, τα οποία κατέγραψε και αποτύπωσε στα πρόχειρα σχεδιαγραφήματα, Τεκμήρια 4 και 5, και στο τελικό και συμμετρικό σχεδιαγράφημα, Τεκμήριο
  2. Παρά το γεγονός ότι κατέληξε στο σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων την επόμενη ημέρα, 02.01.2022, και κατόπιν υπόδειξης του σημείου από τον ΜΚ6, το εν λόγω σημείο σύγκρουσης, ήτοι το σημείο «Χ2» επί του Τεκμηρίου 6, υποστηρίζεται και επιβεβαιώνεται και από την πραγματική μαρτυρία που εντόπισε στην σκηνή και συγκεκριμένα από τα ίχνη «Μ1» του οχήματος Α, τα οποία οδηγούν και καταλήγουν στο σημείο «Χ2», και τα πλαστικά κομμάτια του οχήματος Α, τα οποία είχαν βρεθεί εκεί. Ως εκ τούτου, το σημείο «Χ2» δεν συνιστά αποκλειστικά εξ ακοής μαρτυρία του ΜΚ6, αλλά αποτελεί μέρος της όλης πραγματικής μαρτυρίας. Ο ΜΚ1 ανάλυσε με λεπτομέρεια, στην βάση της πραγματικής μαρτυρίας, την πορεία που ακολούθησαν τα δύο ενεχόμενα οχήματα πριν, κατά και μετά την επίδικη σύγκρουση και δεν υπέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Ως εκ τούτου αποδέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητα της. Ο ΜΚ2 άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Ήταν το πρόσωπο που διενήργησε την νεκροψία και νεκροτομή στην σωρό του θύματος και επεξήγησε με σαφήνεια τα ευρήματά του, ως τα κατέγραψε στην ιατροδικαστική έκθεση του, Τεκμήριο
  3. Δεν αντικρούστηκαν τα ευρήματά του κατά την αντεξέταση και ο ίδιος δεν υπέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Ως εκ τούτου, αποδέχομαι την μαρτυρία του. Ο ΜΚ3 άφησε, επίσης, θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Ήταν το πρώτο πρόσωπο από την Αστυνομία που επισκέφθηκε την σκηνή του επίδικου δυστυχήματος και τα όσα ανέφερε ότι εντόπισε στην σκηνή καταγράφονται και επιβεβαιώνονται από τα σχεδιαγραφήματα και φωτογραφίες που παρουσίασε ο ΜΚ1 και την όλη πραγματική μαρτυρία. Η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά κατά την αντεξέταση και ο ΜΚ3 δεν υπέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Ως εκ τούτου, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Σε σχέση, όμως, με το Τεκμήριο Α προς Αναγνώριση, το οποίο κατέθεσε ο ΜΚ3, αυτό δεν κατατέθηκε ως κανονικό τεκμήριο και ως εκ τούτου το περιεχόμενο του δεν συνιστά μαρτυρία (βλ. Demeco ν Beckhoff
(1988)1 CLR 82 και Επιτροπή Σιτηρών Κύπρου ν Πλoίου Arabella
(2003)1 ΑΑΔ 900), όπως επίσης και τα όσα αναφέρθηκαν από τους μάρτυρες επί του περιεχομένου του εν λόγω εγγράφου (βλ. Μελάς ν Κυριάκου
(2003)1 ΑΑΔ 826). Ως εκ τούτου, το περιεχόμενο του Τεκμηρίου Α προς Αναγνώριση και η σχετική με αυτό μαρτυρία αγνοείται από το Δικαστήριο. Η ΜΚ4 δεν αντεξετάστηκε στα πλαίσια της κυρίως δίκης και τα όσα ανέφερε παρέμειναν αναντίλεκτα και δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση. Ως εκ τούτου η μαρτυρία της είναι αποδεκτή. Ο ΜΚ5 έκαμε, επίσης, καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Επισκέφθηκε την σκηνή του επίδικου δυστυχήματος και τα όσα ανέφερε συνάδουν με την πραγματική μαρτυρία. Δεν κλονίστηκε η μαρτυρία του κατά την αντεξέταση και ως εκ τούτου την αποδέχομαι στην ολότητα της. Από την άλλη, ο ΜΚ6 δεν έκαμε καθόλου καλή εντύπωση στο Δικαστήριο, καθώς έδωσε την εικόνα προσώπου που δεν ήρθε στο Δικαστήριο να πει την αλήθεια και να το διαφωτίσει με τα επίδικα γεγονότα. Δεν έδειξε ιδιαίτερη προθυμία να απαντά στις ερωτήσεις, ενώ ήταν συνέχεια σε ένταση και σύγχυση. Η όλη στάση και συμπεριφορά του να αποχωρήσει από την σκηνή του δυστυχήματος την ώρα που κατέφθασε η Αστυνομία έχει δημιουργήσει αρκετά ερωτηματικά σε σχέση με την ειλικρίνεια των προθέσεων του. Έδωσε, επίσης, αντιφατικές απαντήσεις για το πότε ενημερώθηκε ότι τον ψάχνει η Αστυνομία σε σχέση με το επίδικο δυστύχημα. Αρχικά ανέφερε ότι ήταν το μεσημέρι στις 14:00 όταν βρήκε αναπάντητες κλήσεις στο τηλέφωνο του, ενώ μετά ανέφερε ότι ενημερώθηκε μετά τις 03:00 τα ξημερώματα, όταν αστυνομικός μετέφερε την σύζυγο του από την σκηνή του δυστυχήματος στο σπίτι του. Πρόδηλα ο ΜΚ6 προσπάθησε να αποκρύψει γεγονότα από το Δικαστήριο ιδιαίτερα σε σχέση με τα όσα συνέβησαν μετά την επίδικη σύγκρουση. Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί στην μαρτυρία του, η οποία κρίνεται ως αναξιόπιστη και απορρίπτεται. Ο Κατηγορούμενος, αν και υπέπεσε σε κάποιες αντιφάσεις, έκαμε γενικά καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Έδωσε την εικόνα ειλικρινούς προσώπου, το οποίο κατέθεσε με πόνο ψυχής στο Δικαστήριο, αφού τα όσα ανέφερε επιρρίπτουν ευθύνες στην συμβία του, η οποία ήταν και το θύμα του επίδικου δυστυχήματος. Οι αντιφάσεις του εντοπίζονται σε σχέση με την συμπεριφορά του θύματος όταν ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το επίδικο όχημα. Στην κατάθεση του, Τεκμήριο 16, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι «.σε κάποια στιγμή είχε τραβήξει το χειρόφρενο του αυτοκινήτου μου και αναγκάστηκα να σταματήσω εκτός δρόμου. Της είπα να σταματήσει γιατί θα παθαίναμε κακό. Αυτή όμως συνέχιζε και εγώ ξεκίνησα να κατευθύνομαι πάλι για το σπίτι της» (υπογράμμιση του Δικαστηρίου). Στην αντεξέταση του, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι όταν σταμάτησε το επίδικο όχημα για να καθησυχάσει το θύμα, το θύμα σταμάτησε να μιλά και αυτός θεώρησε ότι ηρέμησε, κάτι το οποίο δεν ανέφερε στην κατάθεση του και ούτε συνάδει με τον τρόπο που περιέγραψε τα γεγονότα στην κατάθεση του. Επίσης, στην κατάθεση του ανέφερε ότι το θύμα «.άρχισε να φωνάζει και κάποιες φορές να με κτυπά», ενώ στην αντεξέταση του ανέφερε ότι δεν ήταν κτύπημα, αλλά σπρώξιμο στον ώμο. Στην συνέχεια, ενώ στην κατάθεση του ανέφερε ότι το θύμα «αφού κινήθηκε προς το μέρος μου με το δεξί της χέρι με ακούμπησε στο πρόσωπο και με το αριστερό χέρι το ένιωσα στα χέρια μου που ήταν στο τιμόνι. Από εκείνη την στιγμή ένιωσα το αυτοκίνητο μου να ολισθαίνει προς τα αριστερά.», στην αντεξέταση του ανέφερε ότι το θύμα τον «κτύπησε» στο πρόσωπο, και μάλιστα το κτύπημα ήταν «βίαιο», και ο ίδιος «είδε» το χέρι της να πιάνει το τιμόνι και να το στρίβει αριστερά. Όταν υποδείχθηκαν στον Κατηγορούμενο οι ανωτέρω αντιφάσεις του με την κατάθεση του, απάντησε ότι κατά τον χρόνο που έδωσε την κατάθεση του δεν ήθελε να επιρρίψει ευθύνες στο θύμα. Δεν μπορώ, όμως, να αποδεχθώ την εν λόγω θέση, καθώς ο Κατηγορούμενος στην κατάθεση του επέρριψε όντως ευθύνες στο θύμα για το επίδικο δυστύχημα. Παρά τα ανωτέρω, οι ανωτέρω αντιφάσεις του Κατηγορούμενου δεν μολύνουν ολόκληρη την μαρτυρία του. Η δε θέση και ισχυρισμός του Κατηγορούμενου για απότομη αριστερή στροφή του τιμονιού βρίσκει έρεισμα και στην πραγματική μαρτυρία και συγκεκριμένα στα ίχνη εκτροπής που βρέθηκαν στην σκηνή και επεξήγησαν οι μάρτυρες κατηγορίας. Ενόψει των ανωτέρω, κρίνω ως αξιόπιστη την μαρτυρία του Κατηγορούμενου και την αποδέχομαι, με εξαίρεση τις ανωτέρω αντιφάσεις του σε σχέση με την κατάθεση του. 6. Η Νομική Πτυχή και Τα Ευρήματα του Δικαστηρίου Εφόσον ο Κατηγορούμενος αρνείται την διάπραξη του αδικήματος, η Κατηγορούσα Αρχή έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό στοιχείο του αδικήματος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Οι εικασίες, υποθέσεις και υποψίες, ακόμα και ευλογοφανείς, δεν έχουν οποιαδήποτε νομική ισχύ και δεν μπορούν να καλύψουν τυχόν κενά της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Από την άλλη, ο Κατηγορούμενος δεν υποχρεούται να αποδείξει ότι οι ισχυρισμοί του είναι αληθινοί ή βάσιμοι αλλά αρκεί η δημιουργία λογικής αμφιβολίας. Οι απομακρυσμένες πιθανότητες, όμως, δεν είναι αρκετές να δημιουργήσουν λογική αμφιβολία. Αναφορικά με την κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, σχετικό είναι το άρθρο 210 του Περί Ποινικού Κώδικα Νόμου (ΚΕΦ.154) ως έχει τροποποιηθεί που προνοεί τα εξής: «Όποιος, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.» Οι όροι «αλόγιστη», «απερίσκεπτη» και «επικίνδυνη» συνιστούν τρεις διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του αδικήματος (βλ. Savencu v Αστυνομίας (Ποινική Έφεση 194/2019) ημερ. 09/07/2020, ECLI:CY:AD:2020:B236). Στην έκθεση αδικήματος της 1ης κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος κατηγορείται για πρόκληση θανάτου λόγω «απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης». Οι λεπτομέρειες του αδικήματος αναφέρονται σε «επικίνδυνη πράξη που δεν ανάγεται σε υπαίτιο αμέλεια χωρίς πρόθεση». Η Υπεράσπιση ζήτησε περισσότερες λεπτομέρειες και η Κατηγορούσα Αρχή παρείχε τέτοιες λεπτομέρειες, ως είχε καθήκον άλλωστε να το πράξει (βλ. Murrel v Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 217), παραδίδοντας στον Κατηγορούμενο και το Δικαστήριο το Έγγραφο Α πριν την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης. Σύμφωνα με τις εν λόγω περαιτέρω λεπτομέρειες, ο Κατηγορούμενος κατηγορείται ότι παρά το γεγονός ότι αντιλήφθηκε την ύπαρξη σοβαρού κινδύνου λόγω, μεταξύ άλλων, του τσακωμού του με το θύμα εντός του οχήματος, «συνέχισε να οδηγεί, αδιαφορώντας για τις συνέπειες, με αποτέλεσμα να οδηγήσει το όχημα εκτός του ορίου της λωρίδας κυκλοφορίας.». Στην απόφαση Savencu (ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι για την επικίνδυνη πράξη απαιτείται τουλάχιστον απόδειξη κάποιου σφάλματος (fault), έστω και στιγμιαίου, εκ μέρους του κατηγορούμενου και μιας επικίνδυνης κατάστασης, την οποία προκάλεσε το ανωτέρω σφάλμα, χωρίς όμως να είναι απαραίτητο το εν λόγω σφάλμα να αποτελεί την μόνη αιτία πρόκλησης της επικίνδυνης κατάστασης. Σε σχέση με την απερίσκεπτη πράξη, όταν πρόκειται για οδήγηση, απαιτείται η απόδειξη οδήγησης οχήματος κατά τρόπο που να δημιουργεί εμφανή και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης βλάβης σε πρόσωπο ή περιουσία, χωρίς ο οδηγός να στρέψει την προσοχή του προς την πιθανότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή, αφού τον αναγνωρίσει, να προχωρήσει αναλαμβάνοντας τον κίνδυνο (βλ. Savencu (ανωτέρω) και R v Lawrence [1981] 1 All ΕR 974). Θα πρέπει, όμως, να τονιστεί ότι η απερίσκεπτη πράξη δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στον τρόπο οδήγησης αυτό καθ' εαυτό, αφού μπορεί να στοιχειοθετηθεί και στις περιπτώσεις οδήγησης με γνώση ελαττώματος στο όχημα ή γνώση του κινδύνου το φορτίο του να πέσει ή μετά από κατανάλωση αλκοόλ σε βαθμό που επηρεάζει την ικανότητα οδήγησης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Χρυσοστόμου
(2002)2 ΑΑΔ 473). Σύμφωνα με την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου και κρίθηκε ως αξιόπιστη, καταλήγω στα κατωτέρω ευρήματα: Ο Κατηγορούμενος είναι ο ιδιοκτήτης του μηχανοκίνητου οχήματος με αρ. εγγραφής Α και κατά τον επίδικο χρόνο συζούσε με το θύμα στο σπίτι των γονιών του για ένα έτος περίπου πριν το επίδικο δυστύχημα. Την 31.12.2021 και περί ώρα 21:30 είχε πάει μαζί με το θύμα, οδηγώντας το ανωτέρω όχημα του, στο σπίτι κάποιου φίλου του στα Λύμπια για να περάσουν την παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Για ασήμαντους λόγους, ο Κατηγορούμενος και το θύμα τσακώθηκαν, με αποτέλεσμα ο Κατηγορούμενος να αποχωρήσει από το μέρος και επιστρέψει στο σπίτι του στην Λάρνακα οδηγώντας το επίδικο όχημα. Μετά από κάποια ώρα, ο Κατηγορούμενος ενημερώθηκε τηλεφωνικώς ότι το θύμα τσακώθηκε και με άλλα πρόσωπα στο σπίτι στα Λύμπια και ο Κατηγορούμενος πήγε και πάλι στα Λύμπια με το επίδικο όχημα για να παραλάβει το θύμα και να την πάρει στο σπίτι της στην Λάρνακα. Αφού παρέλαβε το θύμα με το όχημα του, ο Κατηγορούμενος κατευθύνθηκε προς τον παλαιό δρόμο Αθηένου-Αραδίππου με κατεύθυνση προς Λάρνακα και καθ' οδόν είχε έντονη συζήτηση με το θύμα, το οποίο είχε καταναλώσει οινοπνευματώδη ποτά και βρισκόταν σε κατάσταση μέθης, και ο Κατηγορούμενος της είπε ότι χωρίζουν και θα την πάρει στο σπίτι της. Το θύμα άρχισε να φωνάζει, να κλαίει και να σπρώχνει τον Κατηγορούμενο στον ώμο, ενώ ο τελευταίος οδηγούσε το επίδικο όχημα. Επειδή ο Κατηγορούμενος και το θύμα δεν έφεραν ζώνη ασφαλείας, σε κάποια στιγμή το θύμα κινήθηκε προς το μέρος του οδηγού και κτύπησε τον Κατηγορούμενο στον λαιμό και τράβηξε πάνω το χειρόφρενο, με αποτέλεσμα ο Κατηγορούμενος να σταματήσει το όχημα του εκτός δρόμου και να προσπαθεί να συνετίσει το θύμα. Ο Κατηγορούμενος ξεκίνησε πάλι το όχημα του και συνέχισε την πορεία του, ενώ το θύμα συνέχιζε να φωνάζει και να διαμαρτύρεται ότι δεν ήθελε να πάει στο σπίτι της. Σε κάποια στιγμή, το θύμα κινήθηκε και πάλι προς το μέρος του Κατηγορούμενου και με το δεξί της χέρι ακούμπησε το πρόσωπο του και με το αριστερό χέρι της έστριψε απότομα το τιμόνι στα αριστερά. Ως αποτέλεσμα του ανωτέρω απότομου στριψίματος του τιμονιού, το επίδικο όχημα κινήθηκε αριστερά και εκτός δρόμου διαγράφοντας τα ίχνη εκτροπής (βλ. ίχνη «Μ» επί του Τεκμηρίου 6) και το μπροστινό μέρος του οχήματος συγκρούστηκε με το τσιμεντένιο γεφύρι στο χωμάτινο αυλάκι αριστερά του δρόμου (βλ. σημείο «Χ» στο Τεκμήριο 6). Το επίδικο όχημα σύρθηκε μετά κατά μήκος του χωματένιου αυλακιού και αφού συγκρούστηκε με δενδρύλλιο στο αυλάκι (βλ. σημείο «Χ1» στο Τεκμήριο 6) πήρε λοξή δεξιά πορεία και εισήλθε βίαια και ανεξέλεγκτα εντός του δρόμου, με το όχημα να αφήνει σημάδια σκαψίματος από μεταλλικό αντικείμενο πάνω στο οδόστρωμα (βλ. σημεία «Ε» και «ΣΚ» στο Τεκμήριο 6). Στην συνέχεια το όχημα σύρθηκε πλαγίως και εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας, με τα ελαστικά του να αφήνουν τα ίχνη «Μ1» στο Τεκμήριο 6. Κατά το εν λόγω σύρσιμο του οχήματος, το όχημα είχε ήδη γυρίσει ελαφρώς με κάθετη θέση εντός του δρόμου προς την αντίθετη κατεύθυνση, με αποτέλεσμα το πίσω δεξιό μέρος του οχήματος να συγκρουστεί με το μπροστινό δεξιό μέρος του οχήματος Β, το οποίο οδηγούσε ο ΜΚ6 στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, στην δεξιά άκρη του δρόμου (βλ. σημείο «Χ2» στο Τεκμήριο 6). Μετά την σύγκρουση των δύο οχημάτων, το επίδικο όχημα του Κατηγορούμενου έκαμε δύο περιστροφές (βλ. σημεία «Π» και «Π1» στο Τεκμήριο 6) και ακινητοποιήθηκε κάθετα και στο μέσο του επίδικου δρόμου (βλ. θέση «Α1» στο Τεκμήριο 6). Από τις εν λόγω περιστροφές του οχήματος, ο Κατηγορούμενος και το θύμα εκτινάχθηκαν έξω από το όχημα και βρέθηκαν στο έδαφος. Το δε όχημα που οδηγούσε ο ΜΚ6 κινήθηκε αριστερότερα -ως η πορεία του- και εκτός δρόμου πριν συγκρουστεί με το όχημα του Κατηγορούμενου, σε μια πρόδηλη προσπάθεια αποφυγής της σύγκρουσης, και ακινητοποιήθηκε αριστερά και εκτός δρόμου μετά την επίδικη σύγκρουση (βλ. θέση «Β1» στο Τεκμήριο 6). Μετά το δυστύχημα, ο Κατηγορούμενος και το θύμα μεταφέρθηκαν με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας, όπου διαπιστώθηκε ο θάνατος του θύματος, ενώ ο Κατηγορούμενος διαγνώστηκε με πολλαπλά τραύματα. Η πρόκληση του θανάτου του θύματος από το επίδικο δυστύχημα είναι παραδεκτό γεγονός (βλ. Έγγραφο Β). Εκείνο που καλείται να εξετάσει το Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση είναι κατά πόσο το δυστύχημα προκλήθηκε από επικίνδυνη ή απερίσκεπτη πράξη του Κατηγορούμενου. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στο επίδικο δυστύχημα καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισε η εκτροπή του επίδικου οχήματος προς τα αριστερά (βλ. ίχνη «Μ» μέχρι σημείο σύγκρουσης «Χ» στο τσιμεντένιο γεφύρι). Τα όσα συνέβησαν μεταγενέστερα ήταν απόρροια αυτής της εκτροπής, καθώς δεν προκύπτει οποιαδήποτε μαρτυρία που να εμπλέκει τυχόν ευθύνη του ΜΚ6, ο οποίος σύμφωνα με την πραγματική μαρτυρία κινείτο στην δική του λωρίδα κυκλοφορίας και πριν την σύγκρουση κινήθηκε ακόμη αριστερότερα και εκτός δρόμου προσπαθώντας να αποφύγει την σύγκρουση. Το γεγονός ότι δεν έγινε αμέσως στον ΜΚ6 έλεγχος αλκοόλης ή ναρκωτικών και ότι ο ΜΚ6 αποχώρησε από την σκηνή την ώρα που κατέφθασε ο ΜΚ3, δεν αλλοιώνει τις πορείες που διέγραψαν τα δύο οχήματα βάσει της πραγματικής μαρτυρίας που εντοπίστηκε στην σκηνή. Όσον αφορά την εκτροπή του επίδικου οχήματος, προκύπτει από την κατάθεση και μαρτυρία του Κατηγορούμενου ότι οφείλεται στην ενέργεια του θύματος να κινηθεί προς το μέρος του Κατηγορούμενου και να στρίψει απότομα αριστερά το τιμόνι του οχήματος. Αυτή είναι και η βασική γραμμή υπεράσπισης του Κατηγορούμενου, δηλαδή ότι είναι το θύμα που προκάλεσε το επίδικο δυστύχημα, και όχι ο Κατηγορούμενος. Ενόψει των ανωτέρω ευρημάτων του Δικαστηρίου, κρίνω ότι δεν προκύπτει οποιοδήποτε σφάλμα του Κατηγορούμενου, το οποίο να προκάλεσε την επικίνδυνη κατάσταση, δηλαδή την εκτροπή του επίδικου οχήματος στα αριστερά και το αυλάκι εκτός δρόμου. Η εκτροπή οφείλεται στην ενέργεια του θύματος να κινηθεί προς το μέρος του οδηγού, δηλαδή του Κατηγορούμενου, και να στρίψει απότομα το τιμόνι του οχήματος στα αριστερά. Ως εκ τούτου, δεν έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο Κατηγορούμενος οδήγησε επικίνδυνα ή προέβη σε επικίνδυνη πράξη. Το ζήτημα, όμως, δεν τελειώνει εδώ. Από την ίδια την μαρτυρία του Κατηγορούμενου προκύπτει ότι ο ίδιος και το θύμα είχαν μια έντονη συζήτηση, σε σημείο που το θύμα επέμβαινε στην ομαλή και ασφαλή οδήγηση του οχήματος από τον Κατηγορούμενο. Στην αρχή, το θύμα έσπρωχνε τον Κατηγορούμενο στον ώμο και μετά κινήθηκε προς το μέρος του κτυπώντας τον στον λαιμό και τραβώντας το χειρόφρενο του οχήματος προς τα πάνω. Βέβαια, αξίζει να σημειωθεί ότι η μη πρόσδεση του θύματος με ζώνη ασφαλείας διευκόλυνε τις ανωτέρω επιθετικές και επικίνδυνες κινήσεις του θύματος προς τον οδηγό του οχήματος. Ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε τον κίνδυνο που υπήρχε από την επικίνδυνη συμπεριφορά του θύματος και γι' αυτό άλλωστε σταμάτησε το επίδικο όχημα εκτός δρόμου για να της μιλήσει και να την συνετίσει. Επομένως, το κρίσιμο ερώτημα, το οποίο προκύπτει και οφείλει να απαντήσει το Δικαστήριο είναι κατά πόσο η συνέχιση της οδήγησης του επίδικου οχήματος από τον Κατηγορούμενο ήταν απερίσκεπτη, λαμβάνοντας υπόψιν την επικίνδυνη συμπεριφορά του συνοδηγού-θύματος. Στην αγγλική απόφαση R v Powell (Ben Hywel David) [2010] EWCA Crim 3265, λέχθηκε ότι η οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος με ένα ζωηρό ("boisterous") επιβάτη χωρίς ζώνη ασφαλείας συνιστά παράγοντα ο οποίος επιτάσσει μεγαλύτερη προσοχή στον οδηγό του οχήματος. Επίσης, στην απόφαση R v McGrade [2015] NIJB 131, para.19, το Εφετείο της Βορείου Ιρλανδίας ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα εξής: "In any event to drive on with a disruptive drunken passenger who had already attempted to grab the steering wheel was to invite disaster. This was a bad piece of driving." Για σκοπούς υπαγωγής των ανωτέρω αρχών στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, θεωρώ σκόπιμο όπως παραθέσω ολόκληρο το επίμαχο απόσπασμα από την κατάθεση του Κατηγορούμενου, Τεκμήριο 16: «Καθ' οδόν προς την Λάρνακα μέσα στο αυτοκίνητο είχαμε έντονη συζήτηση με την Γαβριέλλα γιατί η Γαβριέλλα ήταν σε κατάσταση μέθης και της έλεγα ότι δεν ήταν σωστό να φτάνει σε τέτοιο σημείο. Εγώ εκείνη την στιγμή της είχα πει ότι δεν πήγαινε άλλο αυτή η κατάσταση και ότι θα την έπαιρνα στο σπίτι της γιατί χωρίζουμε. Εκείνη άρχισε να φωνάζει και κάποιες φορές να με κτυπά. Σε κάποιες περιπτώσεις λόγω του ότι δεν φορούσαμε την ζώνη μας ούτε εγώ ούτε η Γαβριέλλα, αυτή ήρθε τελείως προς το μέρος μου και μου κτύπησε ενώ σε κάποια στιγμή είχε τραβήξει το χειρόφρενο του αυτοκινήτου μου και αναγκάστηκα να σταματήσω εκτός δρόμου. Της είπα να σταματήσει γιατί θα παθαίναμε κακό. Αυτή όμως συνέχιζε και εγώ ξεκίνησα να κατευθύνομαι πάλι για το σπίτι της. Η Γαβριέλλα μου έλεγε συνέχεια ότι δεν ήθελε να πάει στο σπίτι της. Τον παλαιό δρόμο Αθηένου-Λάρνακας τον είχα ξανακάμει και πιο παλαιά, αλλά όχι κατά την διάρκεια της νύχτας. Η ταχύτητα με την οποία κινούμουν ήταν κανονική, δεν θυμάμαι ακρβώς γιατί δεν είχα δει τον μιλιοδείκτη μου. Σε κάποια στιγμή όπως οδηγούσα δεν θυμάμαι σε ποιο ακριβώς σημείο του δρόμου η έντονη συζήτηση με την Γαβριέλλα συνεχιζόταν και θυμάμαι σε κάποια στιγμή προσπάθησε να μου κτυπήσει και αφού κινήθηκε προς το μέρος μου με το δεξί της χέρι με ακούμπησε στο πρόσωπο και με το αριστερό χέρι το ένιωσα στα χέρια μου που ήταν στο τιμόνι. Από εκείνη την στιγμή ένιωσα το αυτοκίνητο μου να ολισθαίνει προς τα αριστερά και μετά από αυτό θυμάμαι ένα δυνατό κτύπημα πάνω στο αυτοκίνητο μου» (οι υπογραμμίσεις είναι του Δικαστηρίου). Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος είχε στο επίδικο όχημα μία επιβάτη, η οποία καθόταν στην θέση του συνοδηγού και ήταν σε κατάσταση μέθης. Το θύμα δεν ήθελε να πάει στο σπίτι της, δηλαδή στον τόπο προς τον οποίο οδηγούσε να πάει ο Κατηγορούμενος, και διαμαρτυρόταν έντονα σπρώχνοντας και κτυπώντας τον Κατηγορούμενο κατά τον χρόνο που το όχημα βρισκόταν σε κίνηση. Το θύμα δεν ήταν προσδεμένο με ζώνη ασφαλείας, όπως και ο Κατηγορούμενος, και τούτο έδωσε την δυνατότητα στο θύμα να κινηθεί προς το μέρος του οδηγού, ήτοι του Κατηγορούμενου, και να τον κτυπήσει, επεμβαίνοντας επικίνδυνα στην ομαλή και ασφαλή οδήγηση του οχήματος. Μάλιστα, τράβηξε και το χειρόφρενο του οχήματος προς τα πάνω, γεγονός που ανάγκασε τον Κατηγορούμενο να σταματήσει το όχημα εκτός δρόμου για 30-45 δευτερόλεπτα. Πρόδηλα σε αυτό το σημείο, ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε τον κίνδυνο της ανωτέρω συμπεριφοράς του θύματος ως μία δυνατότητα (βλ. Ιωάννου ν Δημοκρατίας
(2015)2 ΑΑΔ 256). Γι' αυτό και προσπάθησε να την συνετίσει λέγοντας της να σταματήσει για να μην πάθουν κακό. Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος εκκίνησε και πάλι το όχημα του και συνέχισε την πορεία του στον δρόμο. Από την κατάθεση του Κατηγορούμενου δεν προκύπτει οτιδήποτε που να καταδεικνύει ότι εξαλείφτηκε ή έστω μειώθηκε ο ανωτέρω κίνδυνος, έτσι ώστε να καθίσταται ασφαλής η συνέχιση της οδήγησης του οχήματος. Αντίθετα, όταν ο Κατηγορούμενος εκκίνησε εκ νέου το όχημα του, το θύμα «συνέχιζε» και «έλεγε συνέχεια ότι δεν θέλει να πάει σπίτι της». Ούτε πρόσδεσε την ζώνη ασφαλείας της, ενώ ο ίδιος ο Κατηγορούμενος προηγουμένως είχε αναγνωρίσει ότι «λόγω του ότι δεν φορούσαμε την ζώνη μας» το θύμα «ήρθε τελείως προς το μέρος μου». Ακολούθως και μετά από πάροδο δύο λεπτών περίπου, το θύμα, με παρόμοια επικίνδυνη και ευλόγως αναμενόμενη κίνηση, δηλαδή να κινηθεί προς το μέρος του οδηγού, προέβη στο απότομο στρίψιμο του τιμονιού, με αποτέλεσμα το όχημα να εκτραπεί και να διαγράψει την πορεία που αναφέρεται ανωτέρω. Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω νομικές αρχές στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, κρίνω ότι ο Κατηγορούμενος αναγνώρισε τον κίνδυνο, ήτοι την επικίνδυνη συμπεριφορά της συνοδηγού του, και ανέλαβε αυτόν συνεχίζοντας να οδηγεί μετά που σταμάτησε το όχημα του. Υπενθυμίζω ότι η απερίσκεπτη πράξη δεν περιορίζεται στον τρόπο οδήγησης (βλ. Χρυσοστόμου (ανωτέρω)). Έχοντας μία συνοδηγό υπό τις ανωτέρω επικίνδυνες συνθήκες, τις οποίες αντιλήφθηκε και αναγνώρισε ο Κατηγορούμενος, με την πράξη του να εκκινήσει ξανά το όχημα του και να συνεχίσει να οδηγεί, χωρίς να έχει εξαλειφθεί ο ανωτέρω κίνδυνος, ο Κατηγορούμενος διακινδύνευσε να προκληθεί θάνατος ή σωματική βλάβη είτε στο θύμα είτε σε άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούσαν τον δρόμο. Ως εκ τούτου, η ανωτέρω πράξη του Κατηγορούμενου συνιστά απερίσκεπτη πράξη εντός της εννοίας του άρθρου 210 του ΚΕΦ.154. Αυτό που απομένει να αποδειχθεί είναι η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ανωτέρω απερίσκεπτης πράξης και του θανάτου του θύματος. Στην απόφαση Voicu v Αστυνομίας (Ποινική Έφεση 78/2016) ημερ. 10/09/2018, ECLI:CY:AD:2018:B389, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής σχετικά: «Από τη νομολογία σαφώς προκύπτει, ως αναγκαίος όρος για τη διάγνωση ενοχής, η διασύνδεση της παράνομης πράξης ή παράλειψης του κατηγορούμενου με το επιζήμιο γεγονός. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή παράλειψη ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και κοινής λογικής, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Ιδιαίτερο πρόβλημα ανακύπτει σε περίπτωση, όπως στην υπό κρίση, όπου υπεισέρχεται πέραν της μιας αιτίας και σε ποια από αυτές θα πρέπει να αποδοθεί ο θάνατος. Σε πρώτο στάδιο θα πρέπει να στοιχειοθετηθεί ότι αν δεν λάμβανε χώρα η συμπεριφορά του κατηγορούμενου ο θάνατος δεν θα επερχόταν («but for test»): η συμπεριφορά του κατηγορούμενου θα πρέπει να συνιστά μια conditio sine qua non, αναγκαίο και απαραίτητο όρο της παραγωγής του αποτελέσματος (factual causation) (R. v. White
(1910)2 Q.B. 124). Θα πρέπει όμως στη συνέχεια να εξεταστεί αν η πράξη του κατηγορούμενου αποτελεί ενεργό και ουσιαστική αιτία του θανάτου (operative and substantial cause of death) (R. v. Smith
(1959)2 Q.B. 35, Rossides (ανωτέρω)), χωρίς όμως να απαιτείται - η πράξη - να είναι η μόνη ή η κύρια αιτία (the sole or the main cause of death).» Ο κίνδυνος πρόκλησης δυστυχήματος από την ανωτέρω συμπεριφορά του θύματος κατέστη ευλόγως αναμενόμενος και προβλεπτός, όταν το θύμα κινήθηκε την πρώτη φορά προς το μέρος του Κατηγορούμενου κτυπώντας τον και τραβώντας το χειρόφρενο του οχήματος προς τα πάνω. Μάλιστα, ο ίδιος ο Κατηγορούμενος αντιλήφθηκε τον εν λόγω κίνδυνο ως μία δυνατότητα όταν σταμάτησε το όχημα του για να καθησυχάσει το θύμα. Αν ο Κατηγορούμενος δεν προέβαινε στην απερίσκεπτη πράξη να συνεχίσει να οδηγεί υπό τις ανωτέρω επικίνδυνες συνθήκες, το δυστύχημα και ο θάνατος του θύματος δεν θα σύμβαιναν. Επιπρόσθετα, η ανωτέρω απερίσκεπτη πράξη του αποτελεί ενεργό και ουσιαστική αιτία θανάτου, αφού η συμπεριφορά του θύματος ήταν επικίνδυνη, νοουμένου ότι το όχημα βρισκόταν σε κίνηση. Το γεγονός ότι ήταν το χέρι του θύματος που έστριψε απότομα το τιμόνι και προκάλεσε το δυστύχημα δεν σπάζει την αλυσίδα της αιτιώδους συνάφειας, καθώς η απερίσκεπτη πράξη του Κατηγορούμενου δεν πρέπει απαραίτητα να είναι η μοναδική αιτία πρόκλησης του θανάτου. Τούτο ισχύει ακόμα και στην περίπτωση -όπως είναι η παρούσα- όπου η πράξη του δεν θα προκαλούσε τον θάνατο αν δεν συνοδευόταν από την ανωτέρω ενέργεια του θύματος (βλ. Kannas v Police
(1968)2 CLR 29). Επίσης, ο κίνδυνος θανάτου ήταν προβλεπτός κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης και ο Κατηγορούμενος μπορούσε να λάβει μέτρα ακινητοποιώντας το όχημα, παρά να συνεχίσει να οδηγεί υπό τις ανωτέρω επικίνδυνες συνθήκες. Ενόψει των ανωτέρω, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την διάπραξη του αδικήματος της 1ης κατηγορίας, ήτοι την πρόκληση θανάτου της Γαβριέλλας Σάββα λόγω της ανωτέρω απερίσκεπτης πράξης του Κατηγορούμενου. 7. Κατάληξη Για όλους τους λόγους που καταγράφονται ανωτέρω, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.)..................................... Μ. Μαρκουλλής, Προσ. Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.