← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. Π.Κ., Αρ. Υπόθεσης: 1490/2023, 1/8/2024

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. Π.Κ., Αρ. Υπόθεσης: 1490/2023, 1/8/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Μ. Μαρκουλλής, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1490/2023 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Κατηγορούσα Αρχή ν Π.Κ. Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 01.08.2024 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Στ. Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Α. Μυλωνάς (για να ακούσει απόφαση κα. Θ. Κημήτρη) Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ 1. Εισαγωγή Η παρούσα υπόθεση αφορά τροχαίο ατύχημα, το οποίο έλαβε χώρα στις 23.01.2022 στον δρόμο Λευκάρων-Δελίκηπου της Επαρχίας Λάρνακας. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο ημερ. 01.02.2023 ο Κατηγορούμενος κατηγορείται ότι διέπραξε το αδίκημα της αμελούς οδήγησης και πρόκλησης σωματικής βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 8

(1)(γ) του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου (Ν.86/1972). Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε την διάπραξη του ανωτέρω αδικήματος και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση.
  1. Η Μαρτυρία Η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε έξι μάρτυρες για απόδειξη της υπόθεσης της, ήτοι τους Αστυφύλακα 1850 Α.Κ. (ΜΚ1), Ε.Κ. (ΜΚ2), Σ.Κ. (ΜΚ3), Α.Η. (ΜΚ4), Ε.Η. (ΜΚ5) και Λοχία 466 Ε.Α. (ΜΚ6). Αφού το Δικαστήριο έκρινε ότι στοιχειοθετείτο εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου, κάλεσε τον Κατηγορούμενο σε απολογία και να προβάλει την υπεράσπιση του. Ο Κατηγορούμενος επέλεξε και έδωσε ο ίδιος ενόρκως μαρτυρία, ενώ κάλεσε δύο μάρτυρες υπεράσπισης, ήτοι τους Θ.Μ. (ΜΥ1) και Μ.Μ. (ΜΥ2). Η όλη μαρτυρία είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και κατωτέρω παραθέτω τα κύρια σημεία της. Ο ΜΚ1 υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λάρνακας και είναι τοποθετημένος στον Αστυνομικό Σταθμό Λευκάρων. Κατέθεσε και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την κατάθεση του ημερ. 09.04.2022, Τεκμήριο 1, και ανέφερε τα εξής: (α) Στις 23.01.2022 και περί ώρα 14:35 επισκέφθηκε μαζί με τον Αστυφύλακα 551 την σκηνή του επίδικου τροχαίου ατυχήματος, το οποίο έλαβε χώρα την ίδια ημέρα και ώρα 14:20 στον δρόμο Λευκάρων-Δελίκηπου. Τα ενεχόμενα οχήματα ήταν το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής [ ] (εφεξής καλούμενο ως «το όχημα Α»), το οποίο οδηγούσε ο Κατηγορούμενος με συνοδηγό τον ΜΥ1 και επιβάτες τους ΜΥ2 και ακόμα δύο άλλα πρόσωπα, και η μοτοσικλέτα με αρ. εγγραφής [ ] (εφεξής καλούμενη ως «η μοτοσικλέτα»), την οποία οδηγούσε ο ΜΚ
  2. (β) Κατά την άφιξη του στην σκηνή εντόπισε τα ενεχόμενα οχήματα στην τελική θέση τους και ακινητοποιημένα, ήτοι την μοτοσικλέτα να βρίσκεται σε παρακείμενο αυλάκι νερού και το όχημα Α να βρίσκεται εντός του δρόμου και της πορείας που ακολουθούσε. Ο δε οδηγός της μοτοσικλέτας, ΜΚ2, βρισκόταν τραυματισμένος στο έδαφος και γι' αυτό μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας. (γ) Όταν ρώτησε τον Κατηγορούμενο πως έγινε το ατύχημα, αυτός του απάντησε «Οδηγούσα στην πορεία μου και ένιωσα μια σκιά να συγκρούεται με το αυτοκίνητο μου», ενώ ο Αστυφύλακας 551 τού ανέφερε ότι είχε ρωτήσει τον ΜΚ2 για το δυστύχημα και αυτός απάντησε «Έφυγε μου η μοτόρα». (δ) Ο επίδικος δρόμος είναι άσφαλτος καλής επιφάνειας με αρκετές στροφές και διπλής κατεύθυνσης με δύο λωρίδες κυκλοφορίας, οι οποίες διαχωρίζονται με λευκή συνεχόμενη γραμμή. Στην κατεύθυνση προς φράγμα Λευκάρων, ήτοι ως η πορεία της μοτοσικλέτας, ο δρόμος είναι κατηφορικός, υπάρχει αυλάκι νερού εκτός δρόμου στα αριστερά και το ανώτατο όριο ταχύτητας είναι τα 30ΧΑΩ, ενώ στην αντίθετη κατεύθυνση προς Λεύκαρα, ήτοι ως η πορεία του οχήματος Α, ο δρόμος είναι ανηφορικός, υπάρχει σιδερένιο κιγκλίδωμα στα αριστερά και το ανώτατο όριο ταχύτητας είναι 50ΧΑΩ. Στην πορεία της μοτοσικλέτας πριν την σύγκρουση υπάρχουν προειδοποιητικές πινακίδες για απότομες στροφές, ενώ η ορατότητα του Κατηγορούμενου ήταν πολύ περιορισμένη κατά την σύγκρουση λόγω της δεξιάς στροφής του δρόμου. Κατά τον επίδικο χρόνο του ατυχήματος ο καιρός ήταν αίθριος και το οδόστρωμα στεγνό και η σύγκρουση έγινε κατά την διάρκεια της ημέρας, ήτοι περί ώρα 14:
  3. (ε) Ετοίμασε το πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής, Τεκμήριο 2, στο οποίο τοποθέτησε τα ευρήματα του. Συγκεκριμένα, τοποθέτησε τις αρχικές πορείες των δύο οχημάτων, τις εκδορές και μαυρίσματα επί της ασφάλτου από την μοτοσικλέτα ως «Β1», «Β2» και «Β3», την τελική θέση της μοτοσικλέτας ως «Β4» και την τελική θέση του οχήματος Α ως «Α1». Τοποθέτησε, επίσης, το σημείο «Χ1» ως το σημείο σύγκρουσης των δύο ενεχόμενων οχημάτων λόγω του γδαρσίματος «Β3» που εντόπισε επί της ασφάλτου, ενώ τοποθέτησε και το σημείο «Χ» ως το σημείο σύγκρουσης που του υπέδειξε ο Κατηγορούμενος στην σκηνή. Βάσει του Τεκμηρίου 2, στις 22.03.2022 ετοίμασε το Τεκμήριο 3, ήτοι το συμμετρικό σχεδιαγράφημα της σκηνής. (στ) Κατέθεσε φωτογραφίες που έλαβε ο ίδιος από την σκηνή ως Τεκμήριο
  4. Υπέδειξε στην 2η φωτογραφία του Τεκμηρίου 4 τα γδαρσίματα που εντόπισε επί της ασφάλτου και τον οδήγησαν στο να τοποθετήσει το σημείο σύγκρουσης «Χ1» επί του σχεδιαγραφήματος. Σύμφωνα δε με το Τεκμήριο 4 και των όσων εξήγησε ο ίδιος, η μοτοσικλέτα υπέστη ζημιές στο μπροστινό μέρος της, ενώ το όχημα Α υπέστη ζημιές στην μπροστινή δεξιά πλευρά του. Διευκρίνισε δε ότι ο λόγος που το σημείο «Χ1» βρίσκεται στο πίσω μέρος της τελικής θέσης του οχήματος Α επί του σχεδιαγραφήματος είναι ότι το όχημα Α μετακινήθηκε λίγο προς τα εμπρός μετά την σύγκρουση. (ζ) Κατέθεσε, επίσης, δέσμη επτά φωτογραφιών που του παρέδωσε η ΜΚ4 ως Τεκμήριο
  5. Στις εν λόγω φωτογραφίες υπέδειξε τα μαυρίσματα της μοτοσικλέτας επί της ασφάλτου, τα οποία είχε σημειώσει ο ίδιος στο σχεδιαγράφημα ως «Β1» και «Β2». (η) Στις 16.02.2022 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον ΜΚ2, ο οποίος συμφώνησε με το Τεκμήριο 2 και το υπέγραψε (βλ. Τεκμήριο 16). Στις 24.02.2022 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο, ο οποίος συμφώνησε με το Τεκμήριο 2 και το υπέγραψε (βλ. Τεκμήριο 5). Στις 12.03.2022 έλαβε συμπληρωματική ανακριτική κατάθεση από τον ΜΚ2 και στις 08.11.2022 κατηγόρησε γραπτώς τον Κατηγορούμενο για το αδίκημα της αμελούς οδήγησης (βλ. Τεκμήρια 17 και 6 αντίστοιχα). Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι εξέδωσε εξώδικο στον ΜΚ2 για τα αδικήματα της οδήγησης της μοτοσικλέτας ενώ ήταν δηλωμένη ως ακινητοποιημένη και χωρίς να καλύπτεται από πιστοποιητικό ασφαλείας, ενώ σχηματίστηκε και ποινική υπόθεση εναντίον του για οδήγηση της μοτοσικλέτας χωρίς άδεια οδήγησης. (θ) Κατέθεσε, επίσης, ως τεκμήρια τις καταθέσεις που έλαβε η Αστυνομία από τα πρόσωπα που επέβαιναν στο όχημα Α, ήτοι των ΜΥ1, ΜΥ2 και ακόμα δύο άλλων προσώπων (βλ. Τεκμήρια 9, 10, 11 και 12) και την κατάθεση του Αστυφύλακα 551 (βλ. Τεκμήριο 13). (ι) Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι με επιστολή ημερ. 03.04.2022, Τεκμήριο 14, ζητήθηκε από το Τμήμα Τροχαίας του Αρχηγείου Αστυνομίας και συγκεκριμένα τον ΜΚ6, ήτοι τον υπεύθυνο του κλάδου εξέτασης και αναπαράστασης τροχαίων συγκρούσεων, να τους διαβιβαστεί ο φάκελος διερεύνησης του επίδικου ατυχήματος. Ακολούθως, του δόθηκαν γραπτές οδηγίες από τον ΜΚ6 στις 22.09.2022 να προωθήσει ποινική δίωξη για αμελή οδήγηση εναντίον του Κατηγορούμενου (βλ. Τεκμήριο 15). Ο ΜΚ2 είναι ο άλλος ενεχόμενος οδηγός και κατέθεσε και υιοθέτησε τις καταθέσεις του στην Αστυνομία ημερ. 16.02.2022 και 12.03.2022, οι οποίες κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 16 και
  6. Ανέφερε δε τα εξής στην δια ζώσης μαρτυρία του: (α) Είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης της μοτοσικλέτας. Στις 23.01.2022 οδηγούσε την μοτοσικλέτα στον επίδικο δρόμο με ταχύτητα 50ΧΑΩ περίπου και εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του φέροντας προστατευτικό κράνος και στολή. Σε κάποιο σημείο του δρόμου είδε ξαφνικά μπροστά του και σε απόσταση 30 μέτρων περίπου το όχημα Α να «πιάνει κλειστά» την στροφή και να έρχεται προς το μέρος του και την πορεία του, με αποτέλεσμα ο ίδιος να αντιδράσει αμέσως εφαρμόζοντας και τα δύο φρένα της μοτοσικλέτας. Αν και προσπάθησε να αποφύγει την σύγκρουση δεν τα κατάφερε και εισήλθε ελαφρώς στην πορεία του οχήματος Α και συγκρούστηκε με αυτό περίπου στο κέντρο του δρόμου. Λόγω της σύγκρουσης εκτινάχθηκε από την μοτοσικλέτα στον ανεμοθώρακα του οχήματος Α και μετά βρέθηκε στον δρόμο. (β) Μετά την σύγκρουση ήρθε κοντά του η ΜΚ5, στην οποία είπε ότι δεν έτρεχε με την μοτοσικλέτα και του απόφραξε τον δρόμο ο Κατηγορούμενος. Της έδωσε μετά το κινητό τηλέφωνο του για να καλέσει τον πατέρα του, ενώ μέσω του τηλεφώνου του τραβήχτηκαν φωτογραφίες της σκηνής του ατυχήματος. (γ) Στην συμπληρωματική κατάθεση του, Τεκμήριο 17, ανέφερε ότι όταν είδε το όχημα Α, ο ίδιος οδηγούσε την μοτοσικλέτα του και βρισκόταν στην μέση του δρόμου και το μισό περίπου όχημα του Κατηγορούμενου είχε εισέλθει στην δική του λωρίδα κυκλοφορίας. Πρόσθεσε δε ότι μετά που είδε μια φωτογραφία που τράβηξε ο πατέρας του και αφού σκέφθηκε και ο ίδιος περί του ατυχήματος, θυμήθηκε ότι η επίδικη σύγκρουση έγινε αμέσως μετά το δεύτερο ίχνος φρεναρίσματος επί του οδοστρώματος. (δ) Ο ίδιος τραυματίστηκε από την ανωτέρω σύγκρουση ως τα σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά που παρουσιάστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, Τεκμήρια 8 και
  7. (ε) Στην κυρίως εξέταση του, ανέφερε ότι οδηγούσε στα ¾ της λωρίδας του καθώς ακολουθούσε στροφή στα αριστερά. Όσον αφορά το σημείο σύγκρουσης «Χ1» επί του Τεκμηρίου 2 δεν συμφωνεί με αυτό και γι' αυτό στην πρώτη κατάθεση του είπε ότι συμφωνεί «περίπου» με το σημείο σύγκρουσης. (στ) Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι αγόρασε την μοτοσικλέτα τον Νοέμβριο του 2021 και την ενέγραψε στο όνομα του και την οδηγούσε 3 με 4 φορές την εβδομάδα, παρά το γεγονός ότι δεν είναι κάτοχος άδειας οδήγησης για την εν λόγω μοτοσικλέτα και γνωρίζοντας ότι τούτο είναι παράνομο. Επίσης, επειδή δεν είχε άδεια οδήγησης δήλωσε την μοτοσικλέτα ως ακινητοποιημένη αμέσως μετά που την αγόρασε. (ζ) Άρχισε να έχει αμφιβολίες για το σχεδιαγράφημα Τεκμήριο 2 όταν πέρασε καιρός και ανάρρωσε από τα τραύματα που είχε και γι' αυτό αποτάθηκε σε εξειδικευμένο τμήμα της Αστυνομίας για την διερεύνηση του ατυχήματος και μετά ενημερώθηκε ότι ο ΜΚ6 ετοίμασε έκθεση, την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
  8. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι ο ίδιος δεν εισήλθε καθόλου στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. (η) Αρνήθηκε ότι είπε στον Αστυφύλακα 551 ότι έχασε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας και δεν γνώριζε ποιο είναι αυτό το πρόσωπο. Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι η σύγκρουση έγινε μισό μέτρο μετά τα δεύτερα σημάδια φρεναρίσματος της μοτοσικλέτας του, αλλά μετά ανέφερε ότι ήταν αμέσως εκεί που σταματούν τα εν λόγω σημάδια. Διευκρίνισε δε ότι ο λόγος που υπάρχουν δύο σημάδια φρεναρίσματος είναι επειδή πρώτα εφάρμοσε μόνο τα πίσω φρένα της μοτοσικλέτας και μετά εφάρμοσε και τα δύο, δηλαδή και τα μπροστινά. (θ) Αρχικά δεν αναγνώρισε το Τεκμήριο 2 εξηγώντας ότι δεν είχε τις αισθήσεις του να το δει επειδή βρισκόταν στο έδαφος και μετά όταν του υποδείχθηκε η υπογραφή του σε αυτό ανέφερε ότι δεν το θυμόταν. Ύστερα ανέφερε ότι δεν του είπε κανένας αστυνομικός για το σημείο σύγκρουσης «Χ1» επί του σχεδιαγραφήματος. Ο δε λόγος που δεν πήγε στο σημείο που έγινε το ατύχημα για να υποδείξει το σημείο σύγκρουσης και ελεγχθεί η ορατότητα, ήταν επειδή βρισκόταν στο νοσοκομείο. Ο ΜΚ3 είναι ο πατέρας του ΜΚ2 και είναι επαγγελματίας φωτογράφος. Ανέφερε τα εξής στην δια ζώσης μαρτυρία του: (α) Είναι το πρόσωπο που τράβηξε την 1η φωτογραφία του Τεκμηρίου
  9. Όσον αφορά τις υπόλοιπες φωτογραφίες, τις τράβηξε μια κοπέλα με το κινητό του ΜΚ2 και μετά τις εκτύπωσε ο ίδιος. (β) Θεωρεί ότι το σημείο σύγκρουσης είναι εκεί που σταματούν τα δεύτερα ίχνη τροχοπέδησης στο οδόστρωμα και διαφωνεί με το σχεδιαγράφημα της Αστυνομίας. Γι' αυτό και αποτάθηκε ο ίδιος με επιστολή σε εξειδικευμένο τμήμα της Αστυνομίας για να διερευνηθεί το επίδικο ατύχημα, καθώς θεωρεί ότι την ευθύνη για το ατύχημα φέρει ο Κατηγορούμενος και όχι ο υιός του, ΜΚ
  10. Η ΜΚ4 κατέθεσε και υιοθέτησε την κατάθεση της ημερ. 24.02.2022, Τεκμήριο 21, ως μέρος της κυρίως εξέτασής της και ανέφερε τα εξής στο Δικαστήριο: (α) Είναι επαγγελματίας φωτογράφος και στις 23.01.2022 και περί ώρα 14:00 οδηγούσε το αυτοκίνητο της στον επίδικο δρόμο με κατεύθυνση προς Λεύκαρα. Σε κάποιο σημείο του δρόμου είδε ότι είχε επισυμβεί μια τροχαία σύγκρουση και σταμάτησε για να βοηθήσει. Πλησίασε τον ΜΚ2, ο οποίος της έδωσε το κινητό τηλέφωνο του, και αυτή τράβηξε διάφορες φωτογραφίες της σκηνής. Ακολούθως, έδωσε το κινητό τηλέφωνο σε κάποιον άνδρα που δεν γνώριζε το όνομά του. (β) Στην αντεξέταση της ανέφερε ότι δεν είναι αυτή που τράβηξε την 1η φωτογραφία του Τεκμηρίου 7 και δεν ήταν σίγουρη για τις υπόλοιπες ότι όντως ήταν οι φωτογραφίες που τράβηξε, καθώς παρέδωσε η ίδια το κινητό τηλέφωνο σε άλλο πρόσωπο και μετά αποχώρησε από την σκηνή. Επίσης, δεν ήταν αυτή που εκτύπωσε τις φωτογραφίες του Τεκμηρίου
  11. Η ΜΚ5 κατέθεσε και υιοθέτησε την κατάθεση της ημερ. 18.02.2022, Τεκμήριο 22, ως μέρος της κυρίως εξέτασής της και ανέφερε τα εξής στο Δικαστήριο: (α) Κατά τον επίδικο χρόνο ήταν συνοδηγός σε όχημα που οδηγούσε ο σύζυγος της στον επίδικο δρόμο με κατεύθυνση προς Λεύκαρα, ήτοι στην ίδια κατεύθυνση με την πορεία του οχήματος Α, το οποίο βρισκόταν μπροστά τους και το ακολουθούσαν σε απόσταση δύο μέτρων περίπου. Επειδή αντιλήφθηκε ότι το όχημα Α έπιανε κλειστά τις στροφές με τον πισινό τροχό του οχήματος του να εισέρχεται κατά μισό μέτρο εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας, είπε στον σύζυγο της να κρατήσει μεγαλύτερη απόσταση από το όχημα Α και έτσι άφησαν απόσταση περί τα οκτώ μέτρα. (β) Μετά από ένα χιλιόμετρο περίπου, πρόσεξε και πάλι το όχημα Α να πιάνει κλειστά την στροφή και ο πισινός τροχός του να εισέρχεται κατά μισό μέτρο στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Ακολούθως, έχασε οπτική επαφή με το όχημα λόγω της στροφής και αφού έστριψε το όχημα τους και είχε ξανά οπτική επαφή, είδε ότι υπήρξε σύγκρουση μεταξύ του οχήματος Α και της μοτοσικλέτας. Η ίδια, όμως, δεν γνωρίζει εάν κατά την σύγκρουση το όχημα Α βρισκόταν εντός της λωρίδας του ή όχι, καθώς η σύγκρουση έγινε κατά τον χρόνο που δεν είχε οπτική επαφή. (γ) Η ίδια πήγε στο μέρος που βρισκόταν ο ΜΚ2 καθώς γνωρίζει πρώτες βοήθειες. Ο ΜΚ2 της είπε ότι δεν έτρεχε και οδηγούσε με 40ΧΑΩ και ότι ο Κατηγορούμενος ερχόταν κατά πάνω του. Η αδελφή της, ΜΚ4, ακολουθούσε με το όχημα της το όχημα που οδηγούσε ο σύζυγος της και κατέβηκε και αυτή για να βοηθήσει και τράβηξε φωτογραφίες με το κινητό τηλέφωνο του ΜΚ
  12. (δ) Στην αντεξέταση της δεν ήταν σε θέση να καθορίσει την απόσταση από την οποία βρισκόταν η ίδια πριν την στροφή και είχε οπτική επαφή με το όχημα Α. Ο ΜΚ6 υπηρετεί στο Αρχηγείο Αστυνομίας και είναι ο υπεύθυνος στον κλάδο εξέτασης και αναπαράστασης τροχαίων δυστυχημάτων. Υιοθέτησε το περιεχόμενο του ημερολογίου ενεργείας ημερ. 22.09.2022, Τεκμήριο 15, το οποίο είχε συντάξει και υπογράψει ο ίδιος. Ανέφερε δε τα εξής στην δια ζώσης μαρτυρία του: (α) Επειδή είχε λάβει επιστολή παραπόνου από τον πατέρα του ΜΚ2 για το επίδικο ατύχημα, επικοινώνησε με τον ΜΚ1 και του ζήτησε να του αποσταλεί ο φάκελος διερεύνησης της υπόθεσης όταν θα ολοκληρώνονταν οι εξετάσεις. (β) Αφού μελέτησε τον φάκελο, κατέληξε ότι σύμφωνα με (i) την κατάθεση της ΜΚ5, Τεκμήριο 22, όπου αναφέρει ότι ο Κατηγορούμενος έπιασε κλειστά την στροφή και εισήλθε κατά μισό μέτρο στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, και (ii) τα ίχνη τροχοπέδησης της μοτοσικλέτας εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του, προκύπτει ότι ο ΜΚ2 αντιλήφθηκε τον κίνδυνο του οχήματος Α που βρισκόταν εντός της πορείας του και με την χρήση των φρένων του ήταν αδύνατο να στρίψει αριστερά ως η πορεία του, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το όχημα Α. Το γεγονός ότι το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του Κατηγορούμενου εξηγείται από την μαρτυρία της ΜΚ5 ότι το όχημα Α εισερχόταν για λίγο στην αντίθετη λωρίδα και μετά ακολουθούσε φυσιολογική πορεία εντός της λωρίδας του. (γ) Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι ο ΜΚ1 τού είπε ότι υπολείπεται κάποιες καταθέσεις και μόλις τις λάβει θα του στείλει τον φάκελο για μελέτη. Δεν θυμόταν πότε είχε την πρώτη επικοινωνία με τον ΜΚ1, η οποία ήταν τηλεφωνικώς. Την επιστολή, Τεκμήριο 14, την απέστειλε στον ΜΚ1 σε μεταγενέστερο στάδιο. (δ) Συμφώνησε σε υποβολή κατά την αντεξέταση ότι τα όσα ανέφερε ο ΜΚ2 στις καταθέσεις του δεν στηρίζονται στην πραγματική μαρτυρία και τα συμπεράσματά του. Ο Κατηγορούμενος αναγνώρισε την κατάθεση του ημερ. 24.02.2022 που έδωσε στην Αστυνομία, Τεκμήριο 5, και την υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Ανέφερε δε τα ακόλουθα στην ένορκη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου: (α) Είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του οχήματος Α και κατά τον επίδικο τόπο και χρόνο το οδηγούσε με κατεύθυνση προς Λεύκαρα με συνοδηγό τον ΜΥ1 και επιβάτες στα πίσω καθίσματα τον ΜΥ2 και ακόμα δύο άλλα πρόσωπα. (β) Σε κάποιο σημείο του επίδικου δρόμου, όπου υπήρχε ανηφορική στροφή, και ενώ οδηγούσε με ταχύτητα γύρω στα 50ΧΑΩ εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του, αντιλήφθηκε μια «σκιά» να έρχεται προς το μέρος του. Προτού συνειδητοποιήσει τι πραγματικά συμβαίνει, ένιωσε μια βίαιη σύγκρουση στο δεξιό μπροστινό μέρος του οχήματός του. Η εν λόγω σύγκρουση προήλθε από μία μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού, η οποία είχε αντίθετη πορεία και της οποίας ο οδηγός εκτινάχθηκε στον ανεμοθώρακα του οχήματος του και μετά έπεσε στο έδαφος. Λόγω της μεγάλης ταχύτητας της μοτοσικλέτας δεν μπόρεσε να διακρίνει την πορεία της πριν την σύγκρουση, ενώ ο ίδιος δεν είχε περιθώριο να αντιδράσει και έστριψε αριστερά το τιμόνι ενστικτωδώς και ακινητοποίησε το όχημα του. Συμφώνησε με το σχεδιαγράφημα στο Τεκμήριο 2 και το υπέγραψε. (γ) Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι δεν είδε την μοτοσικλέτα να οδηγείται με μεγάλη ταχύτητα, αλλά το συμπέρανε ο ίδιος από την σύγκρουση και τον θόρυβο της μοτοσικλέτας. Ο ΜΥ1 ήταν ο συνοδηγός στο όχημα Α κατά την επίδικη σύγκρουση. Αναγνώρισε την κατάθεση του ημερ. 29.01.2022 που έδωσε στην Αστυνομία, Τεκμήριο 12, και την υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Ανέφερε δε τα ακόλουθα στο Δικαστήριο: (α) Σε κάποιο σημείο του δρόμου εμφανίστηκε μπροστά τους η επίδικη μοτοσικλέτα με πορεία από την δική της λωρίδα κυκλοφορίας προς την δική τους, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί στο μπροστινό δεξιό μέρος του οχήματος Α. Το όχημα Α ακινητοποιήθηκε ελαφρώς αριστερά λόγω της σύγκρουσης και αμέσως ακινητοποιήθηκε, ενώ η μοτοσικλέτα κινήθηκε προς την αντίθετη κατεύθυνση και ακινητοποιήθηκε σε παρακείμενο χαντάκι. (β) Επειδή βρισκόταν στην θέση του συνοδηγού είχε καλύτερη ορατότητα από τον οδηγό, λόγω της δεξιάς στροφής του δρόμου. Ο ίδιος είδε την μοτοσικλέτα σε απόσταση 7 μέτρων περίπου πριν την επίδικη σύγκρουση, αλλά δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει την ταχύτητά της. Το δε όχημα Α βρισκόταν συνεχώς εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του με ταχύτητα 50ΧΑΩ και ουδέποτε εισήλθε εντός της αντίθετης λωρίδας. (γ) Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι μόλις είδε την μοτοσικλέτα είπε στον Κατηγορούμενο «που πάει αυτός;», αλλά ο Κατηγορούμενος δεν πρόλαβε να κάμει οτιδήποτε. Διαφώνησε με την θέση ότι το όχημα Α εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα, αναφέροντας ότι δεν πρόλαβε καν να στρίψει πριν την στροφή. Αναφορικά με την ταχύτητα του οχήματος Α ανέφερε ότι δεν γνωρίζει ακριβώς ποια ήταν αυτή, αλλά έτυχε να δει κάποιες φορές το μιλίμετρο και επειδή ήταν στροφή θεώρησε ότι σίγουρα δεν έτρεχε ο Κατηγορούμενος. Ο ΜΥ2 ήταν επιβάτης στο πίσω κάθισμα του οχήματος Α. Αναγνώρισε την κατάθεση του ημερ. 29.01.2022 που έδωσε στην Αστυνομία, Τεκμήριο 11, και την υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Ανέφερε δε τα ακόλουθα στο Δικαστήριο: (α) Βρισκόταν στο πίσω κάθισμα του οχήματος Α και συγκεκριμένα πίσω από την θέση του συνοδηγού. Δεν είδε την μοτοσικλέτα να έρχεται από απέναντι, αλλά άκουσε τον θόρυβο της σύγκρουσης και την ένιωσε. Όταν μετά ακινητοποιήθηκε το όχημα Α, είδε την μοτοσικλέτα και τον ΜΚ2 στο έδαφος. (β) Δεν αντιλήφθηκε οποιοδήποτε όχημα πίσω από το όχημα Α, ενώ το επόμενο αυτοκίνητο που πέρασε από το σημείο της σύγκρουσης ήταν ένα λεπτό μετά το ατύχημα.
  13. Μη Αμφισβητούμενα Γεγονότα Τα κατωτέρω γεγονότα δεν αμφισβητήθηκαν από τις δύο πλευρές και συνιστούν ευρήματα του Δικαστηρίου (βλ. Αντρέου ν Δήμου Λάρνακας
(2014)2 ΑΑΔ 263 και Ocean Reef Properties Ltd v Colville
(2015)1 ΑΑΔ 1002): (α) Στις 23.01.2022 και περί ώρα 14:20 έλαβε χώρα τροχαίο ατύχημα στον δρόμο Λευκάρων-Δελίκηπου με ενεχόμενα οχήματα το όχημα Α που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος με κατεύθυνση προς Λεύκαρα και την μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο ΜΚ2 με κατεύθυνση προς το φράγμα Λευκάρων. Στο όχημα Α επέβαιναν ως συνοδηγός ο ΜΥ1 και στα πίσω καθίσματα ο ΜΥ2 μαζί με ακόμα άλλα δύο πρόσωπα. (β) Από την επίδικη σύγκρουση ο ΜΚ2 τραυματίστηκε και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας (βλ. Τεκμήρια 8 και 18), η μοτοσικλέτα υπέστη ζημιές στο μπροστινό μέρος της και το όχημα Α υπέστη ζημιές στην μπροστινή δεξιά πλευρά του. (γ) Ο επίδικος δρόμος είναι άσφαλτος καλής επιφάνειας με αρκετές στροφές και διπλής κατεύθυνσης με δύο λωρίδες κυκλοφορίας, οι οποίες διαχωρίζονται με λευκή συνεχόμενη γραμμή. Στην κατεύθυνση της μοτοσικλέτας ο δρόμος είναι κατηφορικός, υπάρχει αυλάκι νερού εκτός δρόμου στα αριστερά και το ανώτατο όριο ταχύτητας είναι 30ΧΑΩ, ενώ στην αντίθετη κατεύθυνση του οχήματος Α ο δρόμος είναι ανηφορικός, υπάρχει σιδερένιο κιγκλίδωμα στα αριστερά και το ανώτατο όριο ταχύτητας είναι 50ΧΑΩ. Στην πορεία της μοτοσικλέτας πριν την σύγκρουση υπάρχουν προειδοποιητικές πινακίδες για απότομες στροφές, ενώ η ορατότητα του Κατηγορούμενου ήταν πολύ περιορισμένη κατά την σύγκρουση λόγω της δεξιάς στροφής του δρόμου. Κατά τον επίδικο χρόνο του ατυχήματος ο καιρός ήταν αίθριος και το οδόστρωμα στεγνό και η σύγκρουση έγινε κατά την διάρκεια της ημέρας. (δ) Ο ΜΚ2 είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης της μοτοσικλέτας και κατά τον επίδικο χρόνο δεν ήταν κάτοχος άδειας οδήγησης και οδηγούσε χωρίς πιστοποιητικό ασφαλείας, ενώ η μοτοσικλέτα ήταν δηλωμένη ως ακινητοποιημένη. Ο Κατηγορούμενος είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του οχήματος Α. (ε) Οι φωτογραφίες του Τεκμηρίου 7 απεικονίζουν την σκηνή της επίδικης σύγκρουσης, οι οποίες λήφθηκαν την ίδια ημέρα μετά την σύγκρουση. Απεικονίζουν τις τελικές θέσεις των ενεχόμενων οχημάτων και τα ίχνη τροχοπέδησης της μοτοσικλέτας. 4. Η Αξιολόγηση της Μαρτυρίας Μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την όλη μαρτυρία και αξιοπιστία των μαρτύρων με το κριτήριο του μέσου λογικού αντικειμενικού παρατηρητή (βλ. Νεοφύτου ν Γερακιώτη
(2010)1 ΑΑΔ 25) και αφού έχω λάβει υπόψιν μου τόσο την εμφάνιση και συμπεριφορά των μαρτύρων (βλ. C&A Pelekanos v Πελεκάνου
(1999)1 ΑΑΔ1273), όσο και το περιεχόμενο, ποιότητα και πειστικότητα της μαρτυρίας τους (βλ. Μαυροσκούφη ν Τράπεζα Πειραιώς
(2014)1 ΑΑΔ 839 και Ομήρου ν Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506) αντιπαραβαλλόμενη με το σύνολο της μαρτυρίας στην δίκη, είτε προέρχεται από άλλη ζώσα μαρτυρία είτε από έγγραφη μαρτυρία και τεκμήρια (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν Πολυβίου
(2009)1 ΑΑΔ 339, Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1 ΑΑΔ 1056, Pal Tekinder v Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551 και Στέγη Ευγηρίας «Αρχάγγελος Μιχαήλ» ν Αργυρίδου (Πολιτική Έφεση 32/2014) ημερ. 29/09/2021, ECLI:CY:AD:2021:A430). Δεν μου διαφεύγει ότι μικρές ή επουσιώδεις αντιφάσεις είναι φυσιολογικό να υπάρχουν και τείνουν να ενισχύουν την φιλαλήθεια και αξιοπιστία των μαρτύρων (βλ. Κουδουνάρης ν Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 320 και Ξυδιάς ν Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 174), εκτός βέβαια αν είναι τέτοια ουσιαστικής μορφής που πλήττουν την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν την πρόθεση του να πει ψέματα (βλ. Κυπριανού ν Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 816). Η πραγματική μαρτυρία σε αυτές της φύσεως υποθέσεις έχει βαρύνουσα σημασία (βλ. Θεοφάνους ν Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160), αφού το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας, αλλά και σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος (βλ. Σωτηρίου ν Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 307), καθότι τα άμεσα εμπλεκόμενα πρόσωπα μπορούν εύκολα να κάμουν λάθος όπως οι αποστάσεις και ο χρόνος που μεσολαβεί μεταξύ των διαδραματιζόμενων γεγονότων (βλ. Ιωαννίδου ν Γιαννή
(1990)2 ΑΑΔ 260). Τα συμπεράσματα, φυσικά, που μπορούν να εξαχθούν από την πραγματική μαρτυρία αποτελούν συνάρτηση της κοινής λογικής, η οποία αποτελεί αναντικατάστατο οδηγό του Δικαστηρίου ως προς τα θέματα σε σχέση με την οδική συμπεριφορά και τις δυνατότητες και ενδεχόμενες αντιδράσεις των οδηγών (βλ. Θεοδώρου ν Σάββα
(2016)1 ΑΑΔ 202). Άλλωστε, σε υποθέσεις τροχαίων δυστυχημάτων το Δικαστήριο πρέπει να καθοδηγείται από την κοινή λογική, χωρίς να περιπλέκεται σε λεπτομέρειες, αριθμητικούς υπολογισμούς και ασκήσεις επί χάρτου (βλ. Κωνσταντίνου ν Αστυνομίας (Ποινική Έφεση 221/2018) ημερ. 26/03/2019, ECLI:CY:AD:2019:B107). Ο ΜΚ1, παρά το ότι ήταν ο εξεταστής του επίδικου ατυχήματος, σε αρκετά σημεία στην μαρτυρία του χρειάστηκε να φρεσκάρει την μνήμη του από τον φάκελο του, ιδιαίτερα για τα όσα είχαν αναφέρει τα πρόσωπα από τα οποία λήφθηκαν καταθέσεις. Επίσης, παρά το γεγονός ότι είχε στην κατοχή του καταθέσεις από διάφορα πρόσωπα σε σχέση με το επίδικο ατύχημα, ήτοι τις καταθέσεις των ΜΥ1 και ΜΥ2 και άλλων προσώπων που επέβαιναν στο όχημα Α και την κατάθεση του συναδέλφου του Αστυφύλακα 551 (βλ. Τεκμήρια 9 έως 13), επέλεξε να μην τις καταθέσει και παρουσιάσει στο Δικαστήριο κατά την κυρίως εξέταση και αναγκάστηκε να το πράξει μόνο όταν κλήθηκε προς τούτο από την Υπεράσπιση κατά την αντεξέταση του. Τα ανωτέρω, όμως, δεν θεωρώ ότι πλήττουν την πραγματική μαρτυρία που παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία ούτως ή άλλως δεν αμφισβητήθηκε επί της ουσίας από την Υπεράσπιση. Οι τελικές θέσεις των οχημάτων (Α1 και Β4) και τα ίχνη μαυρίσματος και γδαρσίματος της μοτοσικλέτας επί του οδοστρώματος (Β1, Β2 και Β3) ως τα κατέγραψε στο σχεδιαγράφημα που ετοίμασε, καθώς επίσης και οι ζημιές των ενεχόμενων οχημάτων επιβεβαιώνονται και από το περιεχόμενο των φωτογραφιών που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, ήτοι Τεκμήρια 4, 7 και
  1. Εκείνο που ουσιαστικά αμφισβήτησε η Υπεράσπιση ήταν το σημείο σύγκρουσης «Χ1», στο οποίο κατέληξε ο ΜΚ
  2. Έχοντας υπόψιν (α) το γεγονός ότι η σύγκρουση έγινε στην μπροστινή δεξιά πλευρά του οχήματος Α, ήτοι στον μπροστινό δεξιό τροχό, (β) τα ίχνη γδαρσίματος και μαυρίσματος της μοτοσικλέτας στο οδόστρωμα, τα οποία καταγράφηκαν ως «Β3» επί του σχεδιαγραφήματος και είναι ορατά στην 2η φωτογραφία του Τεκμηρίου 4, και (γ) την τελική θέση του οχήματος Α, το οποίο έχει κλίση προς το κιγκλίδωμα αριστερά, καταδεικνύουν ότι όντως το σημείο σύγκρουσης είναι το «Χ1» και μετά την σύγκρουση το όχημα Α κινήθηκε ελαφρώς μπροστά με κλίση προς τα αριστερά. Ενόψει όλων των ανωτέρω, κρίνω ότι το γεγονός ότι δεν θυμόταν το περιεχόμενο όλων των καταθέσεων που είχαν ληφθεί κατά την διερεύνηση του ατυχήματος δεν πλήττει την αξιοπιστία του. Αντιθέτως, η όλη μαρτυρία του συνάδει με την πραγματική μαρτυρία και γι' αυτό την αποδέχομαι. Σε σχέση με τα όσα ερωτήθηκε για το ποιος έχει την ευθύνη του επίδικου ατυχήματος και ποιους κατηγόρησε ο ίδιος για αμελή οδήγηση, υπενθυμίζω ότι τούτο είναι έργο του Δικαστηρίου και όχι των μαρτύρων (βλ. Νικολάου ν Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 390). Ο ΜΚ2, από την άλλη, δεν έκαμε καθόλου καλή εντύπωση στο Δικαστήριο και υπέπεσε σε σωρεία αντιφάσεων, τόσο με προηγούμενες δηλώσεις του, όσο και με την επί τόπου πραγματική μαρτυρία. Συγκεκριμένα, ενώ στην πρώτη κατάθεση του στην Αστυνομία ανέφερε ότι είδε το όχημα Α να έρχεται κατά πάνω του και στην πορεία του και ο ίδιος, στην προσπάθεια του να αποφύγει την σύγκρουση, εισήλθε ελαφρώς στην πορεία του οχήματος Α και συγκρούστηκε με αυτό περίπου στο κέντρο του δρόμου, στην συμπληρωματική κατάθεση του ανέφερε ότι ο ίδιος οδηγούσε στην μέση του δρόμου και είδε το μισό περίπου όχημα του Κατηγορούμενου να έχει εισέλθει στην δική του λωρίδα κυκλοφορίας. Αφού είδε τις φωτογραφίες της επίδικης σύγκρουσης «θυμήθηκε» σε μεταγενέστερο χρόνο ότι η σύγκρουση έγινε αμέσως μετά το δεύτερο ίχνος φρεναρίσματος της μοτοσικλέτας του, ήτοι αμέσως μετά το «Β2» επί του σχεδιαγραφήματος, το οποίο βρίσκεται εντός της δικής του λωρίδας κυκλοφορίας. Στην δια ζώσης μαρτυρία του, όμως, ανέφερε ότι οδηγούσε στα ¾ της λωρίδας και δεν εισήλθε ποτέ στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Τα ανωτέρω αντιστρατεύονται την όλη πραγματική μαρτυρία που εντοπίστηκε στην σκηνή και δη το ίχνος γδαρσίματος της μοτοσικλέτας «Β3» το οποίο ξεκινά από την λωρίδα κυκλοφορίας του ΜΚ2 και τελειώνει στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, καθώς επίσης και το σημείο σύγκρουσης «Χ1». Σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης, ο ΜΚ2 διαφώνησε με αυτό στην ένορκη μαρτυρία του, παρά το ότι στην κατάθεση του στην Αστυνομία συμφώνησε με αυτό. Επίσης, στην αντεξέταση του ανέφερε ότι ο λόγος που αρνήθηκε να μεταβεί στο σημείο του ατυχήματος για να υποδείξει στον ΜΚ1 το σημείο σύγκρουσης που θεωρεί σωστό ήταν επειδή βρισκόταν στο νοσοκομείο και αδυνατούσε να πάει. Η θέση του αυτή, όμως, καταρρίπτεται από το περιεχόμενο της ίδιας της κατάθεσης του, Τεκμήριο 17, η οποία λήφθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Λευκάρων. Ενόψει των ανωτέρω, οι αντιφατικές θέσεις που προώθησε κατά διαστήματα ο ΜΚ2 σε σχέση με τις συνθήκες του ατυχήματος και η μη συνοχή τους με την πραγματική μαρτυρία καθιστούν την όλη μαρτυρία του αναξιόπιστη και γι' αυτό απορρίπτεται από το Δικαστήριο στην ολότητά της. Ο ΜΚ3 ήρθε πρόδηλα για να υποστηρίξει τις θέσεις του υιού του, ΜΚ
  1. Ενώ παραδέχθηκε ότι δεν κατέχει γνώσεις και εμπειρία στην διερεύνηση τροχαίων ατυχημάτων, επιχείρησε να ερμηνεύσει μέσα από τις φωτογραφίες που εκτύπωσε τις συνθήκες του ατυχήματος. Δηλαδή εξέφρασε γνώμη για τις συνθήκες του ατυχήματος χωρίς ο ίδιος να είναι εμπειρογνώμονας. Ήταν δε το πρόσωπο που αμφισβητούσε την διερεύνηση του ατυχήματος από τον ΜΚ1 και γι' αυτό αποτάθηκε στο Αρχηγείο Αστυνομίας για να τύχει διερεύνησης από εμπειρογνώμονα. Το κίνητρο του ΜΚ3 να υποστηρίξει με κάθε μέσο τον υιό του ήταν πρόδηλο καθ' όλη την διάρκεια της μαρτυρίας του. Ελλείψει εμπειρογνωμοσύνης και αμεροληψίας από πλευράς του ΜΚ3, το Δικαστήριο δεν μπορεί να δεχθεί την μαρτυρία του σε σχέση με τις συνθήκες του επίδικου ατυχήματος και γι' αυτό την απορρίπτει. Η μαρτυρία της ΜΚ4 δεν πρόσφερε οτιδήποτε ουσιώδες στην παρούσα υπόθεση και η αντεξέταση της ήταν σχετικά περιορισμένη. Ήταν ουσιαστικά το πρόσωπο, το οποίο τράβηξε φωτογραφίες με το κινητό τηλέφωνο του ΜΚ2 και παρουσιάστηκαν ως μέρος του Τεκμηρίου
  2. Αποδέχομαι την μαρτυρία της. Η ΜΚ5 άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο και δεν υπέπεσε σε οποιεσδήποτε ουσιώδεις αντιφάσεις. Είναι ανεξάρτητη μάρτυρας, η οποία δεν συνδέεται με τα ενεχόμενα πρόσωπα στο ατύχημα. Η μαρτυρία της έγκειται στο ότι είχε δει το όχημα Α να κινείται «κλειστά» στις στροφές, με τον πίσω τροχό του οχήματος να εισέρχεται κατά μισό μέτρο περίπου εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας. Στην στροφή που έλαβε χώρα η επίδικη τροχαία σύγκρουση είδε και πάλι το όχημα Α να «πιάνει κλειστά» την στροφή και τον πίσω τροχό να κινείται ελαφρώς εντός της αντίθετης λωρίδας και μετά να χάνει οπτική επαφή με αυτό. Παρά το ότι δεν μπορούσε να καθορίσει την ακριβή απόσταση που είχε η ίδια από το όχημα Α όταν το είδε να στρίβει ως ανωτέρω, δεν θεωρώ ότι πλήττεται η αξιοπιστία της. Επίσης, η ανωτέρω μαρτυρία της δεν αντικρούεται από την πραγματική μαρτυρία, καθώς η ΜΚ5 δεν αναφέρεται στην θέση του οχήματος κατά την σύγκρουση, ενώ η τελική θέση του οχήματος Α, ως αποτυπώθηκε στο σχεδιαγράφημα, εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του, δεν αποτελεί την θέση του οχήματος κατά την σύγκρουση, για τους λόγους που έχουν ήδη εξηγηθεί ανωτέρω. Ως εκ τούτου, η μαρτυρία της κρίνεται ως αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Ο ΜΚ6 είναι ο υπεύθυνος του κλάδου εξέτασης και αναπαράστασης τροχαίων δυστυχημάτων του Αρχηγείου Αστυνομίας και κατέθεσε στο Δικαστήριο υπό την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα. Θεωρώ ότι είναι πρόσωπο που ήρθε στο Δικαστήριο να πει την αλήθεια, παρά τις προσπάθειες της Υπεράσπισης να δημιουργήσει σκιές και υποψίες για τον τρόπο διερεύνησης του ατυχήματος. Ο ΜΚ6 επεξήγησε με σαφήνεια και αποκάλυψε με πάσα ειλικρίνεια τα όσα διαμείφθηκαν σε σχέση με την μετέπειτα διερεύνηση της υπόθεσης. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι το τμήμα του παρέλαβε επιστολή παραπόνου από τον πατέρα του ΜΚ2 σε σχέση με την διερεύνηση του ατυχήματος και γι' αυτό ο ίδιος επικοινώνησε με τον εξεταστή της υπόθεσης, ήτοι τον ΜΚ1, να του παραδώσει τον φάκελο της υπόθεσης για να τον μελετήσει και ο ίδιος. Εξήγησε δε ότι το τμήμα του εμπλέκεται στην διερεύνηση τροχαίων ατυχημάτων όταν τους ζητηθεί βοήθεια εμπειρογνωμοσύνης από τους εξεταστές των ατυχημάτων ή όταν υποβληθεί παράπονο από τα εμπλεκόμενα πρόσωπα. Συνεπώς, δεν υπήρξε οτιδήποτε μεμπτό ως προς την εμπλοκή του ΜΚ
  3. Το γεγονός ότι στην επιστολή του ημερ. 03.04.2022, Τεκμήριο 14, αναφέρεται στον ΜΚ2 ως «κατηγορούμενο» και στο ημερολόγιο ενεργείας του ημερ. 22.09.2022 συστήνει όπως «ο φάκελος να ανακατασκευαστεί και να τοποθετηθεί ως κατηγορούμενος» ο Κατηγορούμενος στην παρούσα δεν αναιρεί τα ανωτέρω. Δηλαδή το γεγονός ότι ενδεχομένως ο ΜΚ1 να αποφάσισε αρχικά να κατηγορήσει τον ΜΚ2 αντί τον Κατηγορούμενο δεν πλήττει από μόνο του την αξιοπιστία του ΜΚ6 ή τα συμπεράσματά του. Ένας μάρτυρας εμπειρογνώμονας μπορεί να εκφέρει την γνώμη του σε ζητήματα που εμπίπτουν στην ειδικότητά του, νοουμένου, όμως, ότι (α) θα αποδειχθεί με αποδεκτή μαρτυρία το υπόβαθρο γεγονότων στο οποίο στηρίχθηκε, και (β) θα εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλα τα επιστημονικά δεδομένα, κριτήρια και πληροφορίες στις οποίες στηρίχθηκε για να καταλήξει στα συμπεράσματά του (βλ. Νικολάου ν Σταύρου
(1992)1 ΑΑΔ 746, Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν Κονναρή
(2011)1 ΑΑΔ 2298 και Χρυσοστόμου ν Πέτρου
(2014)1 ΑΑΔ 1985). Είναι με βάση τα ανωτέρω κριτήρια που το Δικαστήριο ελέγχει, αποτιμά και αξιολογεί την μαρτυρία του εμπειρογνώμονα, προτού το ίδιο διαμορφώσει και καταλήξει σε δική του ανεξάρτητη κρίση επί των γεγονότων που αποδείχθηκαν από την μαρτυρία. Στην παρούσα περίπτωση και σύμφωνα με το Τεκμήριο 15, προκύπτει ότι τα συμπεράσματα του ΜΚ6 στηρίζονται στα ίχνη φρεναρίσματος της μοτοσικλέτας σε συνδυασμό με την ανεξάρτητη μαρτυρία της ΜΚ5 για τον τρόπο οδήγησης του Κατηγορούμενου στην στροφή που έγινε η σύγκρουση. Ο ΜΚ6 αναφέρει ότι με βάση την μαρτυρία της ΜΚ5 ο Κατηγορούμενος εισερχόταν στις στροφές κατά μισό μέτρο στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Τούτο, όμως, δεν είναι απόλυτα ακριβές. Η ΜΚ5 ανέφερε ότι ο πίσω τροχός του οχήματος Α εισερχόταν κατά μισό μέτρο περίπου στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Επίσης, η θέση του ΜΚ6 ότι ο ΜΚ2 πάτησε τα φρένα της μοτοσικλέτας επειδή ο Κατηγορούμενος έπιασε κλειστά την στροφή συνιστά δική του εικασία και συμπέρασμα, η οποία δεν υποστηρίζεται στην πραγματική ή άλλη μαρτυρία. Εκτός από την μαρτυρία του ΜΚ2, η οποία έχει ήδη απορριφθεί για τους λόγους που επεξηγήθηκαν ανωτέρω, δεν υπάρχει μαρτυρία σε σχέση με την ορατότητα του ΜΚ2 κατά το πρώτο ίχνος τροχοπέδησης, ήτοι σημείο «Β1» επί του σχεδιαγραφήματος, και κατά πόσο το όχημα Α ήταν εντός του οπτικού πεδίου του ΜΚ2 όταν -σύμφωνα με την ΜΚ5- ο πίσω τροχός του οχήματος Α βρισκόταν κατά μισό μέτρο στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Αντίθετα, μάλιστα, με βάση το σχεδιαγράφημα, Τεκμήριο 3, και λαμβάνοντας υπόψιν ότι αριστερά του ΜΚ2 υπάρχει βουνό που περιορίζει την ορατότητα του, προκύπτει από την κοινή λογική και τους κανόνες της φυσικής ότι για να βρεθούν και συγκρουστούν τα δύο οχήματα στο «Χ1», το όχημα Α ήταν πιο πίσω από το σημείο «Χ1» όταν η μοτοσικλέτα βρισκόταν στο σημείο «Β1». Συνεπώς, το συμπέρασμα του ΜΚ6 ότι ο ΜΚ2 εφάρμοσε τα φρένα του στο σημείο «Β1» επειδή είδε το όχημα Α να βρίσκεται στην πορεία του δεν στηρίζεται στην πραγματική μαρτυρία, αλλά και ούτε στην επ' ακριβώς μαρτυρία της ΜΚ
  1. Επιπρόσθετα, ο ΜΚ6 αναφέρει ότι «η μοτοσικλέτα κάνοντας χρήση φρένων, ακολουθά την ορμή που είχε αμέσως πριν τη χρήση αυτή, που αυτό είχε ως αποτέλεσμα να ακολουθείται η πορεία των ιχνών, δηλαδή ευθεία πορεία, χωρίς να μπορεί ο οδηγός να διαπραγματευτεί στροφή, λόγω της χρήσης φρένων, εξού και εισέρχεται στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας». Ούτε αυτό το συμπέρασμα υποστηρίζεται από την πραγματική μαρτυρία, ήτοι το σχεδιαγράφημα και τις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 7, καθώς τα πρώτα δύο ίχνη τροχοπέδησης της μοτοσικλέτας, ήτοι τα «Β1» και «Β2», είναι διακεκομμένα και δεν βρίσκονται σε ευθεία πορεία μεταξύ τους. Αντίθετα, με βάση την νοητή γραμμή στο Τεκμήριο 3 και τις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 7, φαίνεται ότι η μοτοσικλέτα κινήθηκε αριστερότερα μεταξύ των σημείων «Β1» και «Β2» και συνέχισε να κινείται αριστερότερα προτού διαγράψει τα ίχνη «Β3» και συγκρουστεί στο σημείο «Χ1» με το όχημα Α. Άρα, με κάθε σεβασμό στον ΜΚ6, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδεχθεί τα συμπεράσματά του σε σχέση πάντα με τον λόγο και αιτία που ο ΜΚ2 εφάρμοσε τα φρένα του στα σημεία «Β1» και «Β2» και εισήλθε μετά στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Πέραν των ανωτέρω, όμως, η υπόλοιπη μαρτυρία του ΜΚ6 σε σχέση με την μετέπειτα διερεύνηση του ατυχήματος από το τμήμα του κρίνεται ως αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Ο Κατηγορούμενος άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο, ενώ δεν υπέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις στην μαρτυρία του, η οποία συνάδει με την πραγματική μαρτυρία. Το γεγονός ότι υπέδειξε στον ΜΚ1 άλλο σημείο σύγκρουσης, ήτοι το σημείο «Χ» στο σχεδιαγράφημα, ενώ ο ΜΚ1 κατέληξε με βάση την πραγματική μαρτυρία στο σημείο «Χ1», δεν μπορεί να πλήξει την όλη αξιοπιστία του, καθώς η διαφορά μεταξύ των ανωτέρω σημείων έγκειται ουσιαστικά στο γεγονός ότι το όχημα Α κινήθηκε μετά την σύγκρουση ελαφρώς προς τα εμπρός και τα αριστερά. Δηλαδή, ο Κατηγορούμενος υπέδειξε ως σημείο σύγκρουσης το «Χ» που βρίσκεται ακριβώς στην δεξιά μπροστινή πλευρά του οχήματος Α, σύμφωνα με την τελική θέση του οχήματος όπως σημειώθηκε στο σχεδιαγράφημα. Τα ίχνη γδαρσίματος «Β3», όμως, καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση έγινε λίγο πιο πριν, ήτοι προτού ακινητοποιηθεί εντελώς το όχημα Α, και συγκεκριμένα στο σημείο «Χ1» που υπέδειξε ο ΜΚ
  2. Εντούτοις, η υπόδειξη του σημείου «Χ» από τον Κατηγορούμενο δεν μπορεί να του αποδώσει οποιαδήποτε κακοπιστία ή ουσιώδη αντίφαση, καθώς και τα δύο σημεία βρίσκονται εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του και απέχουν πολύ μικρή απόσταση μεταξύ τους. Δεν μπορώ να αποδεχθώ, όμως, την θέση και ισχυρισμό του Κατηγορούμενου ότι ο ΜΚ2 οδηγούσε την μοτοσικλέτα με μεγάλη ταχύτητα. Πρώτον, ο Κατηγορούμενος δεν έχει γνώσεις ή εμπειρία καθορισμού ταχύτητας οχήματος, και δεύτερον, ο ίδιος ανάφερε ότι δεν πρόλαβε να δει την μοτοσικλέτα πριν την σύγκρουση, αφού το μόνο που είδε ήταν μια «σκιά» και άκουσε απλά τον θόρυβο της μοτοσικλέτας. Η υπόλοιπη μαρτυρία του, όμως, κρίνεται ως αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Οι ΜΥ1 και ΜΥ2 ήταν συνεπιβάτες και φιλικά πρόσωπα του Κατηγορούμενου, με τα οποία ο Κατηγορούμενος πήγαινε για βόλτα στα Λεύκαρα. Συνεπώς, δεν θεωρούνται ανεξάρτητοι μάρτυρες και χωρίς κίνητρο στην έκβαση της υπόθεσης. Θεωρώ ότι και οι δύο ήρθαν στο Δικαστήριο για να βοηθήσουν τον Κατηγορούμενο και δεν ήταν απόλυτα ειλικρινείς. Ο μεν ΜΥ1 ανέφερε ότι κατά την σύγκρουση ο Κατηγορούμενος δεν πρόλαβε καν να στρίψει στην στροφή, γεγονός το οποίο αντικρούεται από την πραγματική μαρτυρία και το σχεδιαγράφημα, Τεκμήριο 3, όπου φαίνεται ότι το όχημα Α βρισκόταν εντός της στροφής που έλαβε χώρα το ατύχημα και συνεπώς είχε αρχίσει ήδη να στρίβει δεξιά ως η πορεία του δρόμου. Πρόκειται για ουσιώδες σημείο της μαρτυρίας του και το Δικαστήριο δεν μπορεί να το αγνοήσει. Πρόδηλα ο ΜΥ1 ήρθε για να βοηθήσει τον Κατηγορούμενο και το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδεχθεί την μαρτυρία του. Ο δε ΜΥ2, ο οποίος βρισκόταν στο πίσω κάθισμα του οχήματος Α και συγκεκριμένα πίσω από τον συνοδηγό, ανέφερε ότι δεν αντιλήφθηκε οποιοδήποτε όχημα πίσω από το όχημα Α, καθώς δεν άκουγε θόρυβο οχήματος και δεν έβλεπε πίσω του όχημα κατά τις στροφές. Αυτή την θέση του, όμως, δεν την είχε αναφέρει στην κατάθεση του στην Αστυνομία. Σε άλλο σημείο, μάλιστα, ανέφερε ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε όχημα πίσω τους στις τελευταίες 3-4 στροφές, κάτι το οποίο είναι αδύνατο να γνωρίζει. Όσον αφορά την ταχύτητα του οχήματος Α, στην αντεξέταση του παραδέχθηκε ότι δεν είδε το μιλίμετρο του οχήματος, αλλά «υπολόγιζε» ότι ήταν γύρω στα 50ΧΑΩ και ότι μπορούσε να ήταν και 60ΧΑΩ. Ενόψει των ανωτέρω αντιφάσεων του και της σχέσης του με τον Κατηγορούμενο, το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί στην μαρτυρία του και την απορρίπτει ως αναξιόπιστη.
  3. Η Νομική Πτυχή και Τα Ευρήματα του Δικαστηρίου Εφόσον ο Κατηγορούμενος αρνείται την διάπραξη του επίδικου αδικήματος, η Κατηγορούσα Αρχή έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό στοιχείο του αδικήματος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Οι εικασίες, υποθέσεις και υποψίες, ακόμα και ευλογοφανείς, δεν έχουν οποιαδήποτε νομική ισχύ και δεν μπορούν να καλύψουν τυχόν κενά της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Από την άλλη, ο Κατηγορούμενος δεν υποχρεούται να αποδείξει ότι οι ισχυρισμοί του είναι αληθινοί ή βάσιμοι, αλλά αρκεί η δημιουργία λογικής αμφιβολίας. Οι απομακρυσμένες πιθανότητες, όμως, δεν είναι αρκετές να δημιουργήσουν λογική αμφιβολία. Αναφορικά με την κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, σχετικό είναι το άρθρο 8
(1)(γ) του Ν.86/1972 ως έχει τροποποιηθεί που προνοεί τα εξής: «Οποιοσδήποτε οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οποιανδήποτε οδό χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή χωρίς να επιδεικνύει εύλογη μέριμνα για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την οδό, και προκαλεί σωματική βλάβη είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο
(2)έτη ή/και σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις έξι χιλιάδες ευρώ (€6.000).» Η αμέλεια επί των τροχαίων ατυχημάτων είναι η ίδια και στο αστικό και στο ποινικό δίκαιο με διαφορά, βέβαια, το βάρος απόδειξης (βλ. Σωκράτους ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1). Το καθήκον επιμέλειας (standard of care) οφείλεται έναντι οποιουδήποτε προσώπου που κατά λογική πρόβλεψη δυνατό να επηρεαστεί από τις πράξεις του οδηγού και το κριτήριο είναι αντικειμενικό, με μέτρο τον μέσο συνετό και προσεκτικό οδηγό, ενώ η πρόβλεψη για την δυνατότητα κινδύνου συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες οδήγησης και το καθήκον της δέουσας παρατηρητικότητας (βλ. Χαραλάμπους ν McGill (Πολ. Έφεση 38/2015) ημερ. 18/12/2019, ECLI:CY:AD:2019:A527). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αναμενόμενη ή αντιληπτή, τότε η παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια. Έστω και μικρού βαθμού αμέλεια, στις ποινικές υποθέσεις είναι αρκετή για να οδηγήσει σε καταδίκη του Κατηγορούμενου (βλ. Κυπριανού ν Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 816). Με βάση την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου και κρίθηκε αξιόπιστη ως ανωτέρω καταλήγω στα κατωτέρω ευρήματα: Στις 23.01.2022 και περί ώρα 14:20 ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα Α στον δρόμο Λευκάρων-Δελίκηπου με κατεύθυνση προς Λεύκαρα και με ταχύτητα περί τα 50ΧΑΩ, ενώ ο ΜΚ2 οδηγούσε την μοτοσικλέτα του με αντίθετη κατεύθυνση. Σε κάποια απότομη -και δεξιά ως η πορεία του Κατηγορούμενου- στροφή του δρόμου, τα δύο οχήματα συγκρούστηκαν εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του Κατηγορούμενου, ήτοι στο σημείο «Χ1» επί του σχεδιαγραφήματος. Προηγουμένως και σε απόσταση 18 μέτρων περίπου από το σημείο σύγκρουσης, ο ΜΚ2 εφάρμοσε τα φρένα της μοτοσικλέτας διαγράφοντας τα ίχνη «Β1» επί του σχεδιαγραφήματος και μετά από 5,40 μέτρα διέγραψε νέα ίχνη τροχοπέδησης, ήτοι τα ίχνη «Β2» επί του σχεδιαγραφήματος. Τα ανωτέρω ίχνη «Β1» και «Β2» βρίσκονται εντός της λωρίδας κυκλοφορίας της μοτοσικλέτας και συνεπώς αποτελεί εύρημα μου ότι ο ΜΚ2 οδηγούσε πριν την επίδικη σύγκρουση στην δική του λωρίδα κυκλοφορίας. Ακολούθως, και σε απόσταση περί των 11 μέτρων από το σημείο «Β2», η μοτοσικλέτα διέγραψε τα ίχνη γδαρσίματος «Β3», τα οποία αρχίζουν από την δική της λωρίδα κυκλοφορίας και καταλήγουν εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας και συγκεκριμένα μέχρι το σημείο σύγκρουσης «Χ1». Κατά την σύγκρουση, το μπροστινό μέρος της μοτοσικλέτας συγκρούστηκε με την μπροστινή δεξιά πλευρά του οχήματος Α, με αποτέλεσμα ο ΜΚ2 να εκτιναχθεί από την μοτοσικλέτα πάνω στον ανεμοθώρακα του οχήματος Α και μετά να πέσει στο έδαφος και να τραυματιστεί. Το δε όχημα Α κινήθηκε ελαφρώς μπροστά και αριστερά προς το προστατευτικό κιγκλίδωμα του δρόμου καταλήγοντας στην τελική θέση «Α1», ενώ η μοτοσικλέτα κατέληξε στην τελική θέση «Β4» στο παρακείμενο αυλάκι νερού, αριστερά του δρόμου ως η αρχική πορεία της. Κατά την ανωτέρω πορεία του, το όχημα Α προπορευόταν του οχήματος στο οποίο βρισκόταν συνοδηγός η ΜΚ5, η οποία είχε παρατηρήσει ότι κατά τις στροφές του δρόμου ο πίσω δεξιά τροχός του οχήματος Α εισερχόταν κατά μισό μέτρο περίπου στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Στην στροφή που έγινε το επίδικο ατύχημα, είχε δει και πάλι τον πίσω δεξιά τροχό του οχήματος Α να εισέρχεται κατά μισό μέτρο περίπου στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, αλλά μετά έχασε οπτική επαφή με το όχημα Α και δεν είδε την επίδικη σύγκρουση που ακολούθησε στην στροφή. Το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος επέμενε στην θέση ότι οδηγούσε εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του συγκρούεται με την ανωτέρω θέση της ΜΚ5. Η ΜΚ5, όμως, ήταν σε πολύ καλύτερη θέση να διαπιστώσει αν όντως ο δεξιά πίσω τροχός του οχήματος Α, ο οποίος βρίσκεται πίσω από τον οδηγό, εισερχόταν έστω και για μισό μέτρο εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας. Συνεπώς, αποδέχομαι την θέση της ΜΚ5 και καταλήγω σε εύρημα ότι στην επίδικη στροφή και πριν την επίδικη σύγκρουση ο πίσω δεξιά τροχός του οχήματος Α εισήλθε κατά μισό μέτρο εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας. Κατά την διερεύνηση του επίδικου ατυχήματος από την Αστυνομία, ο ΜΚ3 υπέβαλε παράπονο στον κλάδο εξέτασης και αναπαράστασης τροχαίων δυστυχημάτων, όπου υπεύθυνος είναι ο ΜΚ6. Ακολούθως, ο ΜΚ6 ζήτησε από τον ΜΚ1 να του διαβιβάσει τον φάκελο για μελέτη και αφού τον μελέτησε, έδωσε οδηγίες για ποινική δίωξη του Κατηγορούμενου για το αδίκημα της αμελούς οδήγησης. Στην παρούσα υπόθεση, εφόσον είναι η μοτοσικλέτα που εισήλθε στην λωρίδα κυκλοφορίας του Κατηγορούμενου, το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει (α) κατά πόσο ο Κατηγορούμενος οδήγησε αμελώς το όχημα Α και (β) εάν ναι, κατά πόσο η αμελής οδήγηση του προκάλεσε την ανωτέρω πορεία της μοτοσικλέτας και εν τέλει την επίδικη σύγκρουση. Αρχίζοντας από το κατά πόσο ο Κατηγορούμενος οδήγησε αμελώς το όχημα Α, επισημαίνω ότι η παράβαση λευκής συνεχόμενης γραμμής δεν συνιστά από μόνη της αμέλεια (βλ. Xριστοφόρου ν Tρύφωνος
(1999)1 ΑΑΔ 1516). Εντούτοις, λαμβάνοντας υπόψιν το μικρό πλάτος της λωρίδας κυκλοφορίας του Κατηγορούμενου, ήτοι 2,70 μέτρα (βλ. Τεκμήριο 2), και το γεγονός ότι στο επίδικο σημείο υπάρχει απότομη και ανισόπεδη δεξιά στροφή με περιορισμένη ορατότητα και για τις δύο κατευθύνσεις, κρίνω ότι ο Κατηγορούμενος υπείχε καθήκον επιμέλειας, όπως θα υπείχε ο μέσος συνετός και προσεκτικός οδηγός, έναντι των άλλων χρηστών του δρόμου και ιδιαίτερα αυτών που έρχονται από την αντίθετη κατεύθυνση, να οδηγεί με προσοχή και εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του και όσο το δυνατό αριστερότερα του δρόμου, καθώς ο κίνδυνος ήταν εύλογα αναμενόμενος και προβλεπτός υπό τις ανωτέρω περιστάσεις. Η ανωτέρω οδήγηση του οχήματος Α με την είσοδο κατά μισό μέτρο του πίσω δεξιά τροχού στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας στο ανωτέρω σημείο του δρόμου και υπό τις ανωτέρω συνθήκες συνιστά παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας του και συνεπώς αποτελεί εύρημα μου ότι ο Κατηγορούμενος υπήρξε αμελής κατά την οδήγησή του. Προχωρώντας στο δεύτερο ερώτημα, ήτοι κατά πόσο η ανωτέρω αμελής οδήγηση του Κατηγορούμενου προκάλεσε το επίδικο ατύχημα και τις σωματικές βλάβες στον ΜΚ2, η Κατηγορούσα Αρχή προώθησε την θέση ότι η ανωτέρω πορεία της μοτοσικλέτας προς το σημείο σύγκρουσης «Χ1» οφείλεται στην ανωτέρω αμελή οδήγηση του Κατηγορούμενου, ήτοι της προηγούμενης εισόδου του πίσω δεξιά τροχού στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Από την ενώπιον μου μαρτυρία, όμως, διαπιστώνω ότι δεν υπάρχει πραγματική ή άλλη αξιόπιστη μαρτυρία ότι κατά την σύγκρουση ο πίσω δεξιά τροχός του οχήματος Α εξακολουθούσε να βρίσκεται κατά μισό μέτρο εντός της αντίθετης λωρίδας. Ως έχει αναφερθεί ανωτέρω, η ΜΚ5 έχασε οπτική επαφή με το όχημα Α λόγω της απότομης στροφής του δρόμου. Σύμφωνα δε με την πραγματική μαρτυρία και τον ΜΚ1, το όχημα Α κινήθηκε ελαφρώς μπροστά και αριστερά μετά την σύγκρουση και συνεπώς η τελική θέση του, ήτοι «Α1» επί του σχεδιαγραφήματος, δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο σε ασφαλές εύρημα για την θέση του δεξιού τροχού του οχήματος Α κατά τον χρόνο της σύγκρουσης. Επιπρόσθετα δε, δεν υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία ενώπιον μου ότι κατά τον χρόνο που η ΜΚ5 είδε τον πίσω δεξιά τροχό του οχήματος Α να εισέρχεται κατά μισό μέτρο στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, το όχημα Α ήταν εντός του οπτικού πεδίου του ΜΚ2. Δηλαδή, δεν υπάρχει μαρτυρία ότι όταν ο ΜΚ2 εφάρμοσε για πρώτη φορά τα φρένα στο σημείο «Β1», το όχημα Α βρισκόταν εντός του πεδίου ορατότητας του και δη το πίσω μέρος αυτού. Αντίθετα, η πραγματική μαρτυρία αφήνει σοβαρές αμφιβολίες προς τούτο, καθώς για να συγκρουστούν τα δύο οχήματα στο «Χ1» σημαίνει ότι το όχημα Α βρισκόταν πιο πίσω από το σημείο «Χ1» όταν η μοτοσικλέτα εφάρμοσε για πρώτη φορά τα φρένα της. Λαμβάνοντας υπόψιν την ορατότητα του Κατηγορούμενου αφού υπάρχει βουνό στα αριστερά του και πρόκειται για απότομη αριστερή στροφή, η ανωτέρω περιστατική μαρτυρία της ΜΚ5 δεν οδηγεί στο μοναδικό αναπόδραστο συμπέρασμα ότι ο ΜΚ2 εφάρμοσε τα φρένα του ή έχασε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας λόγω της προηγούμενης αμελούς οδήγησης του Κατηγορούμενου. Οι ανωτέρω αμφιβολίες ως προς την αιτιώδη συνάφεια της αμελούς οδήγησης του Κατηγορούμενου με την επίδικη σύγκρουση ενισχύονται και από το γεγονός ότι ο ΜΚ2 οδηγούσε -κατά την θέση του- καθ' υπέρβαση του ανώτατου ορίου ταχύτητας, ήτοι 50ΧΑΩ αντί 30ΧΑΩ, και την εξ ακοής μαρτυρία του ΜΚ1 ότι ο συνάδελφος του Αστυφύλακας 551 του είπε ότι ο ΜΚ2 του ανέφερε στην σκηνή του ατυχήματος ότι ο ίδιος απώλεσε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας. Έχοντας απορρίψει την μαρτυρία του ΜΚ2, διαπιστώνω ότι υπάρχει κενό στην μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής σε σχέση με την αιτιώδη συνάφεια της επίδικης σύγκρουσης και το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε οποιαδήποτε εικασία σε σχέση με αυτήν (βλ. Αλεξανδράκης ν Ππίλη
(1992)1 ΑΑΔ 106). Ενόψει όλων των ανωτέρω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι οι σωματικές βλάβες του ΜΚ2 προκλήθηκαν από την ανωτέρω αμελή οδήγηση του Κατηγορούμενου. Παρά το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος κατηγορείται στην παρούσα υπόθεση για το αδίκημα της αμελούς οδήγησης και πρόκλησης σωματικής βλάβης βάσει του άρθρου 8
(1)(γ) του Ν.86/1972, έχοντας υπόψιν μου ότι αποδείχθηκε το μέρος του κατηγορητηρίου που αφορά την αμελή οδήγηση, η οποία συνιστά ξεχωριστό ποινικό αδίκημα δυνάμει του άρθρου 8
(1)(α) του Ν.86/1972 και δεν προϋποθέτει την πρόκληση ζημιάς ή σωματικής βλάβης (βλ. επίσης Triftarides v Police
(1968)2 CLR 140), κρίνω ότι δεν απαιτείται η τροποποίηση του κατηγορητηρίου για να καταδικαστεί ο Κατηγορούμενος στο αδίκημα της αμελούς οδήγησης, ήτοι της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος «χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή» (βλ. άρθρο 85
(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου (ΚΕΦ.155)). 6. Κατάληξη Συνοψίζοντας και για όλους τους λόγους που καταγράφονται ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ένοχο τον Κατηγορούμενο για το αδίκημα της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή (βλ. άρθρο 8
(1)(α) του Ν.86/1972). (Υπ.)..................................... Μ. Μαρκουλλής, Προσ. Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.