← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ΜΙΧΑΛΗΣ ΖΟΡΛΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 1748/2024, 30/9/2024

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ΜΙΧΑΛΗΣ ΖΟΡΛΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 1748/2024, 30/9/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Μ. Μαρκουλλής, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1748/2024 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Κατηγορούσα Αρχή ν ΜΙΧΑΛΗΣ ΖΟΡΛΗΣ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 30.09.2024 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ζαρής με κ. Σταύρου Για τον Κατηγορούμενο: Προσωπικά Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ

  1. Εισαγωγή Η παρούσα υπόθεση αφορά το αδίκημα της παράλειψης ακινητοποίησης μηχανοκίνητου οχήματος κατόπιν σήματος από αστυνομικό με στόλη. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο ημερ. 13.02.2024, ο Κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 06.08.2023 στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας Λάρνακας στην Κόσιη της Επαρχίας Λάρνακας οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα του (εφεξής καλούμενου ως «το Όχημα Α») με ταχύτητα 148ΧΑΩ αντί 100ΧΑΩ που είναι το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας (1η κατηγορία) και ενώ κλήθηκε από αστυνομικό με στολή να το ακινητοποιήσει, παρέλειψε να το πράξει (2η κατηγορία). Ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε αμέσως την 1η κατηγορία και αρνήθηκε την 2η με αποτέλεσμα η υπόθεση να οδηγηθεί σε ακρόαση σε σχέση με την 2η κατηγορία.
  2. Η Μαρτυρία Η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε ένα μάρτυρα για απόδειξη της υπόθεσης της, ήτοι τον Αστυφύλακα 2865 Π.Π. (ΜΚ1). Ο Κατηγορούμενος επέλεξε να δώσει ενόρκως μαρτυρία, ενώ δεν κάλεσε οποιουσδήποτε μάρτυρες υπεράσπισης. Η όλη μαρτυρία είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και παραθέτω κατωτέρω τα κύρια σημεία της. Ο ΜΚ1 υπηρετεί στην Τροχαία Αρχηγείου και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του την κατάθεση του ημερ. 25.10.2023 επί της πρόσοψης του ανακριτικού φακέλου, την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
  3. Σύμφωνα με την δια ζώσης μαρτυρία του, στις 06.08.2023 και ώρα 21:57 βρισκόταν στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας-Λάρνακας στην Κόσιη της Επαρχίας Λάρνακας και διενεργούσε έλεγχο ταχύτητας φορώντας στολή της Αστυνομίας με φωσφόρα. Κατά τον ανωτέρω τόπο και χρόνο διαπίστωσε ένα μηχανοκίνητο όχημα (εφεξής καλούμενο ως «το Όχημα Α») να κινείται με μεγάλη ταχύτητα, ήτοι 148ΧΑΩ αντί 100ΧΑΩ που είναι το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας στον ανωτέρω δρόμο. Ακολούθως, μπήκε στην αριστερή λωρίδα και έκανε σήμα στον οδηγό του ανωτέρω οχήματος χρησιμοποιώντας ένα φανάρι και έχοντας τους φάρους του υπηρεσιακού οχήματος αναμμένους. Εντούτοις, ο οδηγός του Οχήματος Α δεν μείωσε ταχύτητα και πέρασε από δίπλα του, με αποτέλεσμα ο ίδιος να τον ακολουθήσει και να τον ανακόψει σε άλλο σημείο του αυτοκινητόδρομου. Κατά την ανακοπή του διαπίστωσε ότι το Όχημα Α οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο, τον οποίο και αναγνώρισε εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου. Ο Κατηγορούμενος κατέβηκε αμέσως από το Όχημα Α και είπε στον ίδιο «δεν σε είδα, δεν κατάλαβα». Η τροχαία κίνηση κατά τον επίδικο τόπο και χρόνο ήταν μέτρια, ενώ κατά τον χρόνο που έκαμε σήμα στον Κατηγορούμενο να σταματήσει, το Όχημα Α βρίσκοταν μόνο του στην αριστερή λωρίδα του αυτοκινητόδρομου, εξηγώντας ότι δεν είχε άλλα οχήματα είτε πίσω του είτε μπροστά του είτε δίπλα του σε απόσταση 100 μέτρων περίπου. Ο ΜΚ1 κατήγγειλε τον Κατηγορούμενο για τα ανωτέρω αδικήματα και εξέδωσε εξώδικο ύψους €209, το οποίο δεν πληρώθηκε εντός της ταχθείσας προθεσμίας. Στην αντεξέταση του, ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος του είχε πει για μια μοτοσικλέτα, η οποία τον προσπερνούσε, αλλά ο ίδιος ήταν σίγουρος ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε μοτοσικλέτα δίπλα από τον Κατηγορούμενο και ότι είναι στον Κατηγορούμενο που έκαμε σήμα για να σταματήσει. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι κατά τον επίδικο τόπο και χρόνο οδηγούσε το Όχημα Α και επειδή είχε «πολλή κίνηση» βρισκόταν στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Ακολούθως, είδε ότι πίσω του ερχόταν μια μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού, η οποία προσπερνούσε τα υπόλοιπα οχήματα με μεγάλη ταχύτητα, με αποτέλεσμα ο ίδιος να αναπτύξει ταχύτητα προκειμένου να τον προσπεράσει η μοτοσικλέτα και έτσι και έγινε. Κατά τον ανωτέρω χρόνο, ανέφερε ότι «ήταν η Αστυνομία και μας ένεφκε να σταματήσουμε ή εμένα ή της μοτοσικλέτας», αλλά δεν ήταν σίγουρος σε ποιον από τους δύο έγινε το σήμα. Για τούτο, ο ίδιος συνέχισε κανονικά την πορεία του θεωρώντας ότι το σήμα έγινε στην μοτοσικλέτα. Όταν μετά τον έφτασε το περιπολικό επειδή ο ίδιος ελάττωσε ταχύτητα, ο αστυνομικός του είπε ότι δεν είδε κάποια μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού, αλλά κάποια άλλη μοτοσικλέτα, η οποία είχε περάσει πριν 5 λεπτά. Στην αντεξέταση του, αρνήθηκε ότι είναι σε αυτόν που έγινε το σήμα και επέμενε ότι ήταν στην μοτοσικλέτα.
  4. Μη Αμφισβητούμενα Γεγονότα Τα κατωτέρω γεγονότα δεν έχουν αμφισβητηθεί και ως εκ τούτου συνιστούν ευρήματα του Δικαστηρίου (βλ. Αντρέου ν Δήμου Λάρνακας

(2014)2 ΑΑΔ 263 και Ocean Reef Properties Ltd v Colville
(2015)1 ΑΑΔ 1002): (α) Στις 06.08.2023 στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας-Λάρνακας στην Κόσιη της Επαρχίας Λάρνακας ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το Όχημα Α με ταχύτητα 148ΧΑΩ αντί 100ΧΑΩ που είναι το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας στον ανωτέρω δρόμο. Κατά τον ανωτέρω επίδικο τόπο και χρόνο, ο ΜΚ1 διενεργούσε έλεγχο τροχαίας και διαπίστωσε την ανωτέρω ταχύτητα με την οποία κινείτο το Όχημα Α. (β) Ο ΜΚ1 ακολούθησε το Όχημα Α και ανέκοψε τον Κατηγορούμενο σε μετέπειτα σημείο στον αυτοκινητόδρομο και τον κατήγγειλε για τα ανωτέρω αδικήματα εκδίδοντας του σχετικό εξώδικο ύψους €209. 4. Η Αξιολόγηση της Μαρτυρίας Μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την όλη μαρτυρία και αξιοπιστία των μαρτύρων με το κριτήριο του μέσου λογικού αντικειμενικού παρατηρητή (βλ. Νεοφύτου ν Γερακιώτη
(2010)1 ΑΑΔ 25) και αφού έχω λάβει υπόψιν μου τόσο την εμφάνιση και συμπεριφορά των μαρτύρων (βλ. C&A Pelekanos v Πελεκάνου
(1999)1 ΑΑΔ1273), όσο και το περιεχόμενο, ποιότητα και πειστικότητα της μαρτυρίας τους (βλ. Μαυροσκούφη ν Τράπεζα Πειραιώς
(2014)1 ΑΑΔ 839 και Ομήρου ν Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506) αντιπαραβαλλόμενη με το σύνολο της μαρτυρίας στην δίκη, είτε προέρχεται από άλλη ζώσα μαρτυρία είτε από έγγραφη μαρτυρία και τεκμήρια (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν Πολυβίου
(2009)1 ΑΑΔ 339, Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1 ΑΑΔ 1056, Pal Tekinder v Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551 και Στέγη Ευγηρίας «Αρχάγγελος Μιχαήλ» ν Αργυρίδου (Πολιτική Έφεση 32/2014) ημερ. 29/09/2021, ECLI:CY:AD:2021:A430). Δεν μου διαφεύγει ότι μικρές ή επουσιώδεις αντιφάσεις είναι φυσιολογικό να υπάρχουν και τείνουν να ενισχύουν την φιλαλήθεια και αξιοπιστία των μαρτύρων (βλ. Κουδουνάρης ν Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 320 και Ξυδιάς ν Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 174), εκτός βέβαια αν είναι τέτοια ουσιαστικής μορφής που πλήττουν την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν την πρόθεση του να πει ψέματα (βλ. Κυπριανού ν Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 816). Ο ΜΚ1 έκαμε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο, καθώς ήταν ήρεμος και σταθερός στις απαντήσεις του. Ανέφερε με λεπτομέρεια τα επίδικα γεγονότα και παρέμεινε σταθερός στις θέσεις και ισχυρισμούς του και ιδιαίτερα στο γεγονός ότι έκαμε σήμα στον Κατηγορούμενο να σταματήσει το Όχημα Α που οδηγούσε. Δεν έχει οποιοδήποτε συμφέρον από την έκβαση της παρούσας υπόθεσης και ούτε τέθηκε ενώπιον μου για οποιαδήποτε τυχόν προηγούμενη σχέση του με τον Κατηγορούμενο. Κατά την αντεξέταση δεν υπέπεσε σε οποιεσδήποτε ουσιώδεις αντιφάσεις και ως εκ τούτου αποδέχομαι την μαρτυρία του ως αξιόπιστη. Από την άλλη, ο Κατηγορούμενος δεν άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο, καθώς υπέπεσε σε μια θεμελιώδη αντίφαση. Ενώ στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο που ανάπτυξε ταχύτητα «ήταν η Αστυνομία και μας ένεφκε να σταματήσουμε ή εμένα ή της μοτοσικλέτας», στην αντεξέταση του αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι είναι σε αυτόν που έγινε το σήμα από τον ΜΚ1 και επέμενε ότι το σήμα έγινε στην άγνωστη μοτοσικλέτα. Επίσης, η ποιότητα της μαρτυρίας και της εκδοχής του δεν έχει πείσει το Δικαστήριο, καθώς ενώ ο ίδιος παραδέχεται ότι οδηγούσε με μεγάλη ταχύτητα, ήτοι 148ΧΑΩ αντί 100ΧΑΩ, πρόβαλε την θέση ότι δεν ήταν σε αυτόν που έγινε το σήμα, αλλά σε μια μοτοσικλέτα που τον προσπερνούσε με μεγαλύτερη ταχύτητα. Η θέση του αυτή, όμως, δεν μπορεί να αντέξει στην κοινή λογική. Δηλαδή ένας οδηγός που γνωρίζει ότι παρανομεί οδηγώντας καθ' υπέρβαση του ορίου ταχύτητας και βλέπει ένα αστυνομικό με στολή να κάνει σήμα εντός του αυτοκινητόδρομου, πώς γίνεται να θεωρήσει ότι το σήμα δεν απευθύνεται στον ίδιο, αλλά σε άλλον οδηγό; Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει την μαρτυρία του ως αναξιόπιστη και δεν την αποδέχεται. 5. Η Νομική Πτυχή και Τα Ευρήματα του Δικαστηρίου Εφόσον ο Κατηγορούμενος αρνείται την διάπραξη των επίδικων αδικημάτων, η Κατηγορούσα Αρχή έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό στοιχείο του αδικήματος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Οι εικασίες, υποθέσεις και υποψίες, ακόμα και ευλογοφανείς, δεν έχουν οποιαδήποτε νομική ισχύ και δεν μπορούν να καλύψουν τυχόν κενά της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Από την άλλη, ο Κατηγορούμενος δεν υποχρεούται να αποδείξει ότι οι ισχυρισμοί του είναι αληθινοί ή βάσιμοι αλλά αρκεί η δημιουργία λογικής αμφιβολίας. Οι απομακρυσμένες πιθανότητες, όμως, δεν είναι αρκετές να δημιουργήσουν λογική αμφιβολία. Σχετικός με την 2η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος είναι ο Κανονισμός 58
(2)(στ) των Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών 66/1984 ως έχουν τροποποιηθεί, ο οποίος προνοεί τα εξής: «
(2)Κάθε πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή έχει την ευθύνη ή τον έλεγχο μηχανοκινήτου οχήματος, έχει τα πιο κάτω καθήκοντα και υποχρεώσεις- . (στ) στις περιπτώσεις όπου καλείται για το σκοπό αυτό από αστυνομικό με στολή, δημοτικό τροχονόμο ή σχολικό τροχονόμο, να ακινητοποιεί το όχημά του μέχρις ότου ο αστυνομικός ή ο τροχονόμος επιτρέψει σε αυτόν να συνεχίσει την πορεία του ή να ελαττώνει την ταχύτητα του οχήματος στις περιπτώσεις όπου οι συνθήκες τροχαίας κίνησης στο δρόμο το επιβάλλουν.». Στην παρούσα υπόθεση, δεν αμφισβητείται ότι ο ΜΚ1 έφερε στολή αστυνομικού και ότι προέβη σε σχετικό σήμα εντός του αυτοκινητόδρομου, την στιγμή που περνούσε το Όχημα Α, το οποίο οδηγούσε ο Κατηγορούμενος. Εκείνο που ισχυρίζεται ο Κατηγορούμενος είναι ότι δεν έγινε σε αυτόν το σήμα ή έστω ότι ο ίδιος δεν αντιλήφθηκε ότι το σήμα αφορούσε τον ίδιο. Σύμφωνα με την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΚ1 και έχοντας απορρίψει την μαρτυρία του Κατηγορούμενου, συνιστά εύρημα του Δικαστηρίου ότι το σήμα του ΜΚ1 έγινε στον Κατηγορούμενο και όχι σε άλλο όχημα ή οδηγό. Αναφορικά με το κατά πόσο αντιλήφθηκε ο Κατηγορούμενος ότι το σήμα έγινε όντως στον ίδιο, το Δικαστήριο αντλεί σχετική καθοδήγηση από την απόφαση Keane v McSkimming
(1983)SCCR 220, όπου το Εφετείο της Σκωτίας ανέφερε τα εξής σχετικά: "It is not of course for the Crown in a case such as this to establish that a driver did see a signal to halt. It is quite sufficient that the Crown leads evidence that a signal was given at a time and in circumstances which ought to make it obvious to an approaching driver. If such evidence is led then in the absence of explanation the case for the Crown is made out upon a prima facie basis and if the driver in question fails to react to the signal and that is established the court is entitled to proceed to conviction, and the Crown prosecution of a motorist in these circumstances is entitled to succeed." Σε ελεύθερη μετάφραση: «Δεν είναι, φυσικά, για την Κατηγορούσα Αρχή σε υπόθεση σαν αυτή να αποδείξει ότι ο οδηγός πράγματι είδε το σήμα να σταματήσει. Είναι αρκετό για την Κατηγορούσα Αρχή να προσκομίσει μαρτυρία ότι το σήμα δόθηκε σε χρόνο και υπό συνθήκες που θα το καθιστούσαν αντιληπτό σε έναν διερχόμενο οδηγό. Εάν τέτοια μαρτυρία προσκομιστεί, τότε στην απουσία οποιασδήποτε εξήγησης, η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής αποδεικνύεται εκ πρώτης όψεως και αν ο οδηγός παραλείψει να αντιδράσει στο σήμα και αυτό αποδειχθεί, το Δικαστήριο δικαιούται να προχωρήσει σε καταδίκη, και η ποινική δίωξη του οδηγού σε τέτοιες περιπτώσεις μπορεί να επιτύχει.» Ερχόμενος στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, σύμφωνα με την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΚ1, το Όχημα Α βρισκόταν μόνο του στον αυτοκινητόδρομο και δεν υπήρχαν άλλα οχήματα πλησίον αυτού σε απόσταση 100 μέτρων περίπου. Ο ίδιος μπήκε στην αριστερή πλευρά του δρόμου και έκαμε σήμα στο Όχημα Α να σταματήσει, αλλά ο Κατηγορούμενος, ο οποίος οδηγούσε το Όχημα Α, συνέχισε κανονικά την πορεία του χωρίς να ελαττώσει ταχύτητα. Επιπρόσθετα, ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι όντως είδε τον ΜΚ1 να κάνει τέτοιο σήμα. Συνεπώς, καταλήγω σε εύρημα ότι υπό τις ανωτέρω συνθήκες ο ΜΚ1 προέβη σε κατάλληλο και αντιληπτό σήμα στον Κατηγορούμενο και ο Κατηγορούμενος, ο οποίος μάλιστα τον είδε, όφειλε να αντιληφθεί ότι ήταν σε αυτόν που απευθυνόταν. Η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής αναφορικά με τις συνθήκες στον δρόμο κατά τον χρόνο που ο ΜΚ1 κάλεσε τον Κατηγορούμενο με το σήμα του να σταματήσει διαψεύδει την εξήγηση του Κατηγορούμενου ότι θεώρησε πως το σήμα απευθυνόταν σε άλλο πρόσωπο. Ενόψει όλων των ανωτέρω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. 6. Κατάληξη Συνοψίζοντας και για όλους τους λόγους που καταγράφονται ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ένοχο τον Κατηγορούμενο στην 2η κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.)..................................... Μ. Μαρκουλλής, Προσ. Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.