ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. RICHARD LATHAM, Αρ. Υπόθεσης: 3377/2024, 23/9/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Μ. Μαρκουλλής, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3377/2024 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Κατηγορούσα Αρχή ν RICHARD LATHAM Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 23.09.2024 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Στέλλα Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: Προσωπικά Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ
- Εισαγωγή Η παρούσα υπόθεση αφορά οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος με αναλογία αλκοόλης πέραν του επιτρεπόμενου ορίου. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο ημερ. 20.03.2024, ο Κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 23.01.2024 στην οδό Ζήνωνος Κιτιέως στην Λάρνακα οδήγησε μηχανοκίνητο όχημα (εφεξής καλούμενο ως «το Όχημα Α») έχοντας αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή του 95mg αντί 22mg, που είναι το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο (1η κατηγορία) και χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας (2η κατηγορία). Ο Κατηγορούμενος αρχικά αρνήθηκε και τις δύο κατηγορίες, με αποτέλεσμα η υπόθεση να οδηγηθεί σε ακρόαση, αλλά στο μέσο αυτής άλλαξε την απάντηση του στην 2η κατηγορία δηλώνοντας παραδοχή.
- Η Μαρτυρία Η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε ένα μάρτυρα για απόδειξη της υπόθεσης της, ήτοι τον Αστυφύλακα 161 Μ.Π. (ΜΚ1), ενώ ο Κατηγορούμενος επέλεξε να δώσει ενόρκως μαρτυρία, χωρίς, όμως, να καλέσει οποιουσδήποτε μάρτυρες υπεράσπισης. Η όλη μαρτυρία είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και παραθέτω κατωτέρω τα κύρια σημεία της. Ο ΜΚ1 υπηρετεί στην Τροχαία Λάρνακας και κατέθεσε και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, την κατάθεση του ημερ. 28.01.2024, Τεκμήριο
- Σύμφωνα με την δια ζώσης μαρτυρία του, στις 23.01.2024 και περί ώρα 01:15 βρισκόταν για έλεγχο τροχαίας στην οδό Ζήνωνος Κιτιέως στην Λάρνακα και ανέκοψε το Όχημα Α για έλεγχο αλκοόλης. Κατά τον έλεγχο διαπίστωσε ότι το Όχημα Α οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο, τον οποίο αναγνώρισε και εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου. Όταν πληροφόρησε τον Κατηγορούμενο ότι θα τον υποβάλει σε προκαταρκτικό έλεγχο αλκοόλης, ο Κατηγορούμενος απάντησε «I 've had some drinks» και το αποτέλεσμα του προκαταρκτικού ελέγχου ήταν 93mg αντί 22mg (βλ. Τεκμήριο 5). Ενόψει του ανωτέρω αποτελέσματος στον προκαταρκτικό έλεγχο, οδήγησε τον Κατηγορούμενο στην συσκευή τελικής εξέτασης αλκοόλης, η οποία ήταν εγκατεστημένη στο υπηρεσιακό όχημα της Αστυνομίας. Μετά την παρέλευση δέκα λεπτών από τον προκαταρκτικό έλεγχο υπέβαλε τον Κατηγορούμενο σε τελική εξέταση αλκοόλης, λαμβάνοντας δύο ικανοποιητικά δείγματα εκπνοής με αποτελέσματα 100mg και 95mg (βλ. Τεκμήριο 4). Αφού τον πληροφόρησε για το ανωτέρω αποτέλεσμα της τελικής εξέτασης και του επίστησε την προσοχή του στον νόμο, ο Κατηγορούμενος απάντησε «I apologise». Στην συνέχεια συνέλαβε τον Κατηγορούμενο, αλλά λόγω έλλειψης χώρου εντός των κρατητηρίων ο Κατηγορούμενος απολύθηκε για να παρουσιαστεί αργότερα ενώπιον Δικαστηρίου. Τόσο η συσκευή προκαταρκτικού ελέγχου, όσο και η συσκευή τελικού ελέγχου πληρούν τα καθορισμένα πρότυπα και έχει εκδοθεί σχετική πιστοποίηση (βλ. Τεκμήρια 2 και 3). Στην αντεξέταση του, αρνήθηκε την υποβολή ότι είναι μια κοπέλα που έλαβε το δείγμα εκπνοής από τον Κατηγορούμενο και όχι ο ίδιος. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε στην δια ζώσης μαρτυρία του ότι υποβλήθηκε μόνο σε ένα έλεγχο αλκοόλης, εξηγώντας ότι ο ίδιος δεν συνελήφθη ποτέ και ούτε μετέβηκε στον Αστυνομικό Σταθμό για να δώσει δείγματα εκπνοής για τελική εξέταση. Ανέφερε δε ότι σε έλεγχο αλκοόλης τον υπέβαλε μια γυναίκα αστυφύλακας και όχι ο ΜΚ
- Η εν λόγω αστυφύλακας τον πήρε στο σπίτι του και του είπε ότι δεν θα τον συλλάβει και ούτε θα τον κατηγορήσει, καθώς ήταν ελάχιστα πάνω από το επιτρεπόμενο όριο. Ο ίδιος δε είχε πιει μόνο ένα ποτό προηγουμένως. Στην αντεξέταση του, δεν θυμόταν την ημερομηνία του επίδικου περιστατικού και απέφυγε να απαντήσει ποια ήταν η ένδειξη του ελέγχου, στον οποίο παραδέχθηκε ότι υποβλήθηκε. Ανέφερε δε ότι απολογήθηκε στην γυναίκα αστυφύλακα που τον υπέβαλε σε έλεγχο αλκοόλης.
- Η Αξιολόγηση της Μαρτυρίας Μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την όλη μαρτυρία και αξιοπιστία των μαρτύρων με το κριτήριο του μέσου λογικού αντικειμενικού παρατηρητή (βλ. Νεοφύτου ν Γερακιώτη
(2010)1 ΑΑΔ 25) και αφού έχω λάβει υπόψιν μου τόσο την εμφάνιση και συμπεριφορά των μαρτύρων (βλ. C&A Pelekanos v Πελεκάνου
(1999)1 ΑΑΔ1273), όσο και το περιεχόμενο, ποιότητα και πειστικότητα της μαρτυρίας τους (βλ. Μαυροσκούφη ν Τράπεζα Πειραιώς
(2014)1 ΑΑΔ 839 και Ομήρου ν Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506) αντιπαραβαλλόμενη με το σύνολο της μαρτυρίας στην δίκη, είτε προέρχεται από άλλη ζώσα μαρτυρία είτε από έγγραφη μαρτυρία και τεκμήρια (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν Πολυβίου
(2009)1 ΑΑΔ 339, Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1 ΑΑΔ 1056, Pal Tekinder v Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551 και Στέγη Ευγηρίας «Αρχάγγελος Μιχαήλ» ν Αργυρίδου (Πολιτική Έφεση 32/2014) ημερ. 29/09/2021, ECLI:CY:AD:2021:A430). Δεν μου διαφεύγει ότι μικρές ή επουσιώδεις αντιφάσεις είναι φυσιολογικό να υπάρχουν και τείνουν να ενισχύουν την φιλαλήθεια και αξιοπιστία των μαρτύρων (βλ. Κουδουνάρης ν Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 320 και Ξυδιάς ν Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 174), εκτός βέβαια αν είναι τέτοια ουσιαστικής μορφής που πλήττουν την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν την πρόθεση του να πει ψέματα (βλ. Κυπριανού ν Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 816). Ο ΜΚ1 έκαμε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ήταν σταθερός και σαφής στις απαντήσεις του και δεν υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις. Δεν έχει κανένα προσωπικό συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης και ούτε αναφέρθηκε οποιαδήποτε προηγούμενη σχέση του με τον Κατηγορούμενο. Η μαρτυρία του συνάδει και με τα έγγραφα που παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου. Ενόψει των ανωτέρω, αποδέχομαι την μαρτυρία του ως αξιόπιστη στο σύνολό της. Ο Κατηγορούμενος, από την άλλη, απαντούσε με νευρικότητα και δεν άφησε καθόλου θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Η δε εκδοχή του δεν έπεισε το Δικαστήριο. Και εξηγώ. Ενώ πρόβαλε την θέση ότι δεν ήταν ο ΜΚ1 που τον υπέβαλε σε έλεγχο αλκοόλης, αλλά κάποια άγνωστη γυναίκα αστυφύλακας, ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε έμμεσα ότι ο ΜΚ1 ήταν όντως παρών κατά την ανακοπή του από την Αστυνομία, αφού του υπέβαλε κατά την αντεξέταση ότι κατά τον επίδικο τόπο και χρόνο έδειξε πολύ μεγάλο σεβασμό προς το πρόσωπό του (βλ. (βλ. σχετικά Αναστασίου ν Γενικού Εισαγγελέα
(2005)2 ΑΑΔ 492 και Γιουρούκκης ν Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 402). Επιπρόσθετα, ο Κατηγορούμενος απέφυγε τόσο να κατονομάσει την άγνωστη γυναίκα αστυφύλακα, η οποία -κατά την θέση του- ήταν αυτή που τον υπέβαλε σε έλεγχο αλκοόλης, όσο και να υποδείξει την ένδειξη του ελέγχου στον οποίο παραδέχθηκε ότι υποβλήθηκε. Βάσισε την θέση του ότι υποβλήθηκε μόνο σε ένα έλεγχο, εννοώντας τον προκαταρκτικό, στο γεγονός ότι ο ίδιος δεν συνελήφθη και δεν μετέβη ποτέ στον Αστυνομικό Σταθμό για να δώσει εκεί δείγμα εκπνοής. Ως ανέφερε ο ΜΚ1, όμως, ο τελικός έλεγχος αλκοόλης του Κατηγορούμενου διενεργήθηκε επί τόπου μέσω συσκευής που ήταν εγκατεστημένη στο υπηρεσιακό όχημα της Αστυνομίας. Τούτο επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4, το οποίο αναφέρεται σε «Portable Alcotest». Ενόψει όλων των ανωτέρω, η μαρτυρία του κρίνεται ως αναξιόπιστη και απορρίπτεται. 4. Η Νομική Πτυχή και Τα Ευρήματα του Δικαστηρίου Εφόσον ο Κατηγορούμενος αρνείται την διάπραξη του αδικήματος της 1ης κατηγορίας, η Κατηγορούσα Αρχή έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό στοιχείο του αδικήματος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Οι εικασίες, υποθέσεις και υποψίες, ακόμα και ευλογοφανείς, δεν έχουν οποιαδήποτε νομική ισχύ και δεν μπορούν να καλύψουν τυχόν κενά της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Από την άλλη, ο Κατηγορούμενος δεν υποχρεούται να αποδείξει ότι οι ισχυρισμοί του είναι αληθινοί ή βάσιμοι αλλά αρκεί η δημιουργία λογικής αμφιβολίας. Οι απομακρυσμένες πιθανότητες, όμως, δεν είναι αρκετές να δημιουργήσουν λογική αμφιβολία. Σχετικό με την κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος είναι το άρθρο 5 του Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου (Ν.174/1986) ως έχει τροποποιηθεί: «
(1)Κάθε πρόσωπο που οδηγεί ή αποπειράται να οδηγήσει οποιοδήποτε όχημα σε οποιοδήποτε δρόμο ή άλλο δημόσιο χώρο έχοντας καταναλώσει τόση ποσότητα αλκοόλης σε οποιαδήποτε μορφή, ώστε η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή ή στο αίμα του να υπερβαίνει το όριο που καθορίζεται στο εδάφιο
(2)του παρόντος άρθρου, είναι ένοχο αδικήματος.
(2)Το όριο στην αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή ή στο αίμα που αναφέρεται στο εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου καθορίζεται ως ακολούθως: (α) Για όλες τις περιπτώσεις, πλην των περιπτώσεων που αναφέρονται στην παράγραφο (β) του παρόντος εδαφίου, 22 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου (microgrammes) αλκοόλης σε 100 χιλιοστά του λίτρου (milliliters) εκπνοής ή 50 χιλιοστά του γραμμαρίου (milligrams) αλκοόλης σε 100 χιλιοστά του λίτρου (milliliters) αίματος» Στην παρούσα υπόθεση, δεν αμφισβητείται ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το επίδικο όχημα κατά τον επίδικο τόπο και χρόνο. Ούτε αμφισβητούνται τα αποτελέσματα των συσκευών ελέγχου αναλογίας αλκοόλης. Εκείνο που αμφισβητεί ο Κατηγορούμενος είναι ότι (α) υποβλήθηκε σε τελική εξέταση αλκοόλης και (β) το αποτέλεσμα του Τεκμηρίου 4 αφορά δικά του δείγματα εκπνοής, καθώς ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι κατανάλωσε μόνο ένα ποτό. Σύμφωνα με την αξιόπιστη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, καταλήγω στα κατωτέρω ευρήματα: (α) Στις 23.01.2024 και ώρα 01:15 ο ΜΚ1 ανέκοψε στην οδό Ζήνωνος Κιτιέως στην Λάρνακα το Όχημα Α, το οποίο οδηγούσε ο Κατηγορούμενος, και υπέβαλε αρχικά τον Κατηγορούμενο σε προκαταρκτικό έλεγχο αναλογίας αλκοόλης με ένδειξη 93mg αντί 22mg, που είναι το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο. (β) Αφού ο ΜΚ1 πληροφόρησε τον Κατηγορούμενο για το αποτέλεσμα του προκαταρκτικού ελέγχου, υπέβαλε τον Κατηγορούμενο σε τελικό έλεγχο αναλογίας αλκοόλης μέσω συσκευής που ήταν εγκατεστημένη στο υπηρεσιακό όχημα της Αστυνομίας. Την ίδια ημέρα και περί ώρα 01:33 και 01:36, ήτοι μετά την πάροδο δέκα λεπτών από τον προκαταρκτικό έλεγχο, ο Κατηγορούμενος παρείχε δύο ικανοποιητικά δείγματα με τελικές ενδείξεις 100mg και 95mg αντίστοιχα, ως φαίνονται στο έντυπο αποτέλεσμα της συσκευής, Τεκμήριο 4 (βλ. άρθρο 10
(3)
(4)του Ν.174/1986), το οποίο είναι «το αποδειχτικό υλικό που προσμετρά για απόδειξη κατηγορίας δυνάμει του Άρθρου 5 του Νόμου» (βλ. Τιμοθέου ν Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 671). (γ) Αμφότερες οι συσκευές που χρησιμοποίησε ο ΜΚ1 λειτουργούσαν κανονικά και πληρούσαν τα σχετικά πρότυπα, ως οι απαιτήσεις της νομοθεσίας και εκδόθηκαν προς τούτο οι σχετικές πιστοποιήσεις, Τεκμήρια 2 και 3 (βλ. άρθρο 5Α του Ν.174/1986). Η θέση και ισχυρισμός του Κατηγορούμενου ότι δεν συνελήφθη ή δεν μετέβη ποτέ στον Αστυνομικό Σταθμό για να υποβληθεί σε τελική εξέταση δεν μπορεί να έχει έρεισμα, καθώς η συσκευή ελέγχου δεν βρισκόταν στον Αστυνομικό Σταθμό και ούτε ο Νόμος προϋποθέτει την σύλληψη του Κατηγορούμενου για να υποβληθεί σε τέτοιο τελικό έλεγχο. Αντιθέτως, το άρθρο 7
(2)του Ν.174/1986 προβλέπει ότι η παραχώρηση δείγματος εκπνοής για τελική εξέταση διενεργείται «εις τον πλησιέστερον χώρον όπου υπάρχει ο αναγκαίος προς τούτο τεχνικός εξοπλισμός». Στην προκειμένη περίπτωση, η συσκευή ελέγχου τελικής εξέτασης βρισκόταν εγκατεστημένη στο υπηρεσιακό όχημα της Αστυνομίας, όπου και υποβλήθηκε σε τελική εξέταση ο Κατηγορούμενος. Ο δε ισχυρισμός του Κατηγορούμενου ότι κατανάλωσε προηγουμένως μόνο ένα ποτό δεν μπορεί να συνιστά υπεράσπιση. Το αδίκημα που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος δεν διαπράττεται αναλόγως των αλκοολούχων ποτών που κατανάλωσε, αλλά της ποσότητας αναλογίας αλκοόλης στην εκπνοή του κατόπιν των ελέγχων μέσω των πιστοποιημένων συσκευών. Εφόσον η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή του ήταν αυτή που έδειξαν οι πιστοποιημένες συσκευές ελέγχου, είναι αδιάφορο το πόσα και τι αλκοολούχα ποτά κατανάλωσε ο Κατηγορούμενος. Επιπρόσθετα, υπάρχει μαχητό τεκμήριο ότι η ένδειξη της τελικής εξέτασης θεωρείται η αναλογία αλκοόλης στην εκπνοή του Κατηγορούμενου κατά τον χρόνο που οδηγούσε το επίδικο όχημα (βλ. άρθρο 10
(1)του Ν.174/1986) και ουδεμία μαρτυρία προσφέρθηκε από τον Κατηγορούμενο που να ανατρέπει το ανωτέρω τεκμήριο (βλ. άρθρο 10
(2)του Ν.174/1986). Καταλήγω, λοιπόν, ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την διάπραξη του αδικήματος της 1ης κατηγορίας από τον Κατηγορούμενο. 5. Κατάληξη Συνοψίζοντας και για όλους τους λόγους που καταγράφονται ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ένοχο τον Κατηγορούμενο στην 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.)..................................... Μ. Μαρκουλλής, Προσ. Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο