ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ΣΩΤΗΡΗΣ ΠΑΜΠΟΡΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 12392/2023, 28/11/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Μ. Μαρκουλλής, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12392/2023 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Κατηγορούσα Αρχή ν ΣΩΤΗΡΗΣ ΠΑΜΠΟΡΗΣ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 28.11.2024 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ανδρέας Μιχαήλ μαζί με κ. Γιώργο Σταύρου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Γεώργιος Κ. Σωτήρη Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ
- Εισαγωγή Η παρούσα υπόθεση αφορά τροχαίο ατύχημα, το οποίο έλαβε χώρα στις 02.02.2023 και ώρα 09:30 στον παλαιό δρόμο Λεμεσού-Λευκωσίας παρά το Μαρί της Επαρχίας Λάρνακας. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο ημερ. 28.09.2023 ο Κατηγορούμενος κατηγορείται για τα αδικήματα της αμελούς οδήγησης και πρόκλησης ζημιάς σε περιουσία (1η κατηγορία) και χρήσης τηλεφώνου κατά την οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος (2η κατηγορία). Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε και τις δύο κατηγορίες και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση.
- Η Μαρτυρία Η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε δύο μάρτυρες για απόδειξη της υπόθεσης της, ήτοι τους Αστυφύλακα 2344 Α.Φ. (ΜΚ1) και Χ.Κ. (ΜΚ2). Αφού το Δικαστήριο έκρινε ότι στοιχειοθετείτο εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου και τον κάλεσε σε απολογία και να προβάλει την υπεράσπιση του, ο Κατηγορούμενος επέλεξε να τηρήσει το δικαίωμα της σιωπής και δεν κάλεσε οποιουσδήποτε μάρτυρες υπεράσπισης. Η όλη μαρτυρία είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και κατωτέρω παραθέτω τα κύρια σημεία της. Ο ΜΚ1 υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λάρνακας και κατά τον επίδικο χρόνο ήταν τοποθετημένος στον Αστυνομικό Σταθμό Ζυγίου. Κατέθεσε και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την κατάθεση του, Τεκμήριο 1, αναφέροντας τα εξής στην δια ζώσης μαρτυρία του: (α) Στις 02.02.2023 και περί ώρα 10:20 μετέβηκε στην σκηνή τροχαίας σύγκρουσης που συνέβη νωρίτερα και περί ώρα 09:30 στον παλαιό δρόμο Λεμεσού-Λευκωσίας παρά την ναυτική βάση «Ευάγγελος Φλωράκης» στο Μαρί της Επαρχίας Λάρνακας. Εκεί εντόπισε τα ενεχόμενα οχήματα και τους οδηγούς τους, ήτοι το φορτηγό όχημα με ρυμουλκούμενο, το οποίο οδηγούσε ο ΜΚ2 (εφεξής καλούμενου ως το «Όχημα Α») και το μηχανοκίνητο όχημα, το οποίο οδηγούσε ο Κατηγορούμενος (εφεξής καλούμενου ως το «Όχημα Β»). Την ίδια στιγμή κατέφθασε ασθενοφόρο, το οποίο παρέλαβε τον Κατηγορούμενο και τον μετέφερε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού καθότι αυτός είχε τραυματιστεί. Στην συνέχεια, ήλεγξε την σκηνή και ετοίμασε πρόχειρο σχεδιαγράφημα, ήτοι το Τεκμήριο 2, στην βάση του οποίου ετοίμασε μεταγενέστερα συμμετρικό σχεδιαγράφημα, ήτοι το Τεκμήριο
- (β) Ο επίδικος δρόμος είναι ευθύς, επίπεδος και πλάτους 6 μέτρων με ανώτατο όριο ταχύτητας τα 50ΧΑΩ. Κατά τον επίδικο χρόνο της σύγκρουσης, η άσφαλτος ήταν ξηρή και ο καιρός ήταν αίθριος, ενώ η ορατότητα μεταξύ των δύο ενεχόμενων οδηγών ήταν πέραν των 50 μέτρων. Από την σύγκρουση, τα δύο οχήματα υπέστησαν ζημιές, τις οποίες και φωτογράφησε. Συγκεκριμένα το Όχημα Α υπέστη ζημιές στο μπροστινό κάτω μέρος του (βλ. φωτογραφίες 5 και 6 στο Τεκμήριο 4) και το Όχημα Β στο πισινό μέρος και κυρίως στην πίσω δεξιά γωνιά (βλ. φωτογραφίες 3 και 4 στο Τεκμήριο 4). Κατέγραψε δε επί του Τεκμηρίου 2 τις πορείες των ενεχόμενων οχημάτων και την τελική θέση του Οχήματος Β (βλ. σημείο «Β1» επί του Τεκμηρίου 2 και φωτογραφίες 1 και 2 στο Τεκμήριο 4), ενώ ανέφερε ότι δεν εντόπισε οποιαδήποτε ίχνη τροχοπέδησης ή πλαγιολίσθησης στην σκηνή του ατυχήματος. (γ) Επί του σχεδιαγραφήματος ο ΜΚ2 υπέδειξε ως σημείο σύγκρουσης το σημείο «Χ», με το οποίο συμφώνησε και ο Κατηγορούμενος. Ο ίδιος, όμως, λαμβάνοντας υπόψιν τις ζημιές των ενεχόμενων οχημάτων και την θέση του ΜΚ2 ότι το Όχημα Α εισήλθε ολόκληρο στην δεξιά λωρίδα, ο ΜΚ1 κατέληξε κατά προσέγγιση στο σημείο «Χ1» επί του σχεδιαγραφήματος ως το σημείο σύγκρουσης μεταξύ των δύο οχημάτων. (δ) Στις 06.02.2023 έλαβε κατάθεση από τον Κατηγορούμενο, ήτοι το Τεκμήριο 5, και στις 10.02.2023 αφού έλαβε κατάθεση από τον ΜΚ2, ήτοι το Τεκμήριο 8, τον κατηγόρησε γραπτώς για το αδίκημα της αμελούς οδήγησης και ο ΜΚ2 αρνήθηκε την κατηγορία. Στις 20.02.2023 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο, ήτοι το Τεκμήριο 6, και στην συνέχεια τον κατηγόρησε γραπτώς για τα ανωτέρω αδικήματα (βλ. Τεκμήριο 7). (ε) Στην αντεξέταση του, ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος συμφώνησε με το σημείο σύγκρουσης που υπέδειξε ο ίδιος, ήτοι το σημείο «Χ1», και όχι με το σημείο «Χ» που υπέδειξε ο ΜΚ
- Απέρριψε δε την θέση του Κατηγορούμενου ότι σταμάτησε το Όχημα Β και περίμενε άλλο διερχόμενο αυτοκίνητο από απέναντι προτού στρίψει δεξιά προς ναυτική βάση, βασιζόμενος αφενός στην θέση του ΜΚ2 ότι το φορτηγό ήταν ολόκληρο εντός της δεξιάς λωρίδας και αφετέρου στην τελική θέση «Β1» του Οχήματος Β και τις ζημιές των δύο οχημάτων, τα οποία επιμαρτυρούν ότι το Όχημα Β βρισκόταν «εν κινήσει» κατά την σύγκρουση και δεν είχε στρίψει κάθετα στην πάροδο. Ο ΜΚ2 είναι ο άλλος ενεχόμενος οδηγός, ήτοι το πρόσωπο που οδηγούσε το Όχημα Α. Αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεση του ημερ. 10.02.2023, Τεκμήριο 8, ως μέρος της κυρίως εξέτασης του και ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα εξής: (α) Στις 02.02.2023 οδηγούσε στον επίδικο δρόμο το Όχημα A, ιδιοκτησίας της εργοδότριας εταιρείας του, με ταχύτητα περί τα 30ΧΑΩ και μπροστά του βρισκόταν το προπορευόμενο Όχημα Β, το οποίο κινείτο προς την ίδια κατεύθυνση. Σε απόσταση περίπου 15 μέτρων μεταξύ των δύο οχημάτων, είδε το Όχημα Β να αυξομειώνει ταχύτητα και σε κάποια στιγμή, πλησίον της παρόδου που οδηγεί στην ναυτική βάση «Ευάγγελος Φλωράκης», να βγαίνει αριστερά εκτός δρόμου και εντός του χωμάτινου παγκέτου. Ο οδηγός του Οχήματος Β συνέχισε να οδηγεί με πολύ χαμηλή ταχύτητα μεταξύ του δρόμου και του παγκέτου και μετά να σταματά εντελώς το Όχημα Β τρία με τέσσερα μέτρα μετά την ανωτέρω πάροδο. Κατά τον ανωτέρω χρόνο, ο ΜΚ2 οδηγούσε με πιο χαμηλή ταχύτητα περί τα 15ΧΑΩ και αφού πλησίασε το σταματημένο Όχημα Β σε απόσταση επτά με οκτώ μέτρων, έστριψε λίγο δεξιά ως η πορεία του, με το Όχημα Α να εισέρχεται «σχεδόν ολόκληρο» στην δεξιά λωρίδα με σκοπό να προσπεράσει το Όχημα Β. Καθώς το προσπερνούσε, ο οδηγός του Οχήματος Β αποφάσισε να κάμει επαναστροφή, με πρόθεση να εισέλθει στην ανωτέρω πάροδο, που είχε ως αποτέλεσμα να του ανακόψει την πορεία και το μπροστινό μέρος του Οχήματος Α να συγκρουστεί στην δεξιά πίσω πλευρά του Οχήματος Β. (β) Από την επίδικη σύγκρουση το Όχημα Β κατέληξε σε χωμάτινο χαντάκι έξω από τον δρόμο, ενώ ο ίδιος συνέχισε να οδηγεί το Όχημα Α και το στάθμευσε λίγα μέτρα πιο κάτω για την ασφάλεια άλλων διερχόμενων οχημάτων. (γ) Όταν αντιλήφθηκε το Όχημα Β μπροστά του, είδε τον οδηγό του να κρατεί κινητό τηλέφωνο με το δεξί χέρι του στο δεξί αυτί του, τόσο κατά τον χρόνο που το Όχημα Β βρισκόταν εν κινήσει, όσο και κατά τον χρόνο που αυτό ήταν σταματημένο. Επίσης, μετά την επίδικη σύγκρουση, ο ΜΚ2 κατέβηκε από το όχημα του και πλησίασε τον οδηγό του Οχήματος Β και του είπε «τούτα συμβαίνουν άμαν κρατάτε τα τηλέφωνα» και αυτός του απάντησε «έχεις δίκαιο». (δ) Στην συνέχεια της κυρίως εξέτασής του, ανέφερε ότι όταν είδε το Όχημα Β να σταματά εντελώς στην αριστερή άκρη του δρόμου, μεταξύ του δρόμου και του χωμάτινου παγκέτου, ο ίδιος εισήλθε στην δεξιά λωρίδα «όσο χρειαζόταν» για να μην χτυπήσει πάνω στο Όχημα Β, καθώς δεν είχε καθαρή ορατότητα αν ερχόταν κάποιο όχημα από απέναντι. Όταν δε ρωτήθηκε για το σημείο επί του Οχήματος Β που έγινε η σύγκρουση, ο ΜΚ2 υπέδειξε πάνω από τον πίσω δεξιά τροχό του Οχήματος Β. Υπέδειξε, επίσης, το σημείο σύγκρουσης επί του δρόμου στην πρώτη φωτογραφία του Τεκμηρίου 4, σημειώνοντας ένα αστερίσκο με μπλε χρώμα. (ε) Στην αντεξέταση του, διαφώνησε ότι η σύγκρουση έγινε με την πίσω δεξιά γωνιά του Οχήματος Β και επέμενε ότι η σύγκρουση έγινε πάνω από τον πίσω δεξιό τροχό και προς την πόρτα πίσω από τον οδηγό του Οχήματος Β. Κατά την σύγκρουση δε, ανέφερε ότι δεν πάτησε καθόλου τα φρένα, καθώς δεν υπήρχε χρόνος να αντιδράσει. Αναφορικά με το πως είδε τον Κατηγορούμενο να κρατά κινητό τηλέφωνο με το δεξί χέρι του στο δεξί αυτί του, ανέφερε ότι τον είδε από το καθρεφτάκι του Οχήματος Β, όταν αυτό βρισκόταν μπροστά του. Ο Κατηγορούμενος, ως έχει ήδη αναφερθεί ανωτέρω, επέλεξε να τηρήσει το δικαίωμα της σιωπής. Η δε βαρύτητα που θα αποδοθεί στην κατάθεση του, Τεκμήριο 5, θα εξεταστεί κατωτέρω.
- Μη Αμφισβητούμενα Γεγονότα Τα κατωτέρω γεγονότα δεν αμφισβητήθηκαν από τις δύο πλευρές και συνιστούν ευρήματα του Δικαστηρίου (βλ. Αντρέου ν Δήμου Λάρνακας
(2014)2 ΑΑΔ 263 και Ocean Reef Properties Ltd v Colville
(2015)1 ΑΑΔ 1002): (α) Στις 02.02.2023 και περί ώρα 09:30 ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το Όχημα Β στον παλαιό δρόμο Λεμεσού-Λευκωσίας παρά την ναυτική βάση «Ευάγγελος Φλωράκης» στο Μαρί της Επαρχίας Λάρνακας με κατεύθυνση προς Καλαβασό και προπορευόταν του Οχήματος Α, το οποίο οδηγούσε ο ΜΚ2 προς την ίδια ανωτέρω κατεύθυνση. (β) Σε κάποιο σημείο του ανωτέρω δρόμου και πλησίον της παρόδου που οδηγεί προς την ναυτική βάση «Ευάγγελος Φλωράκης», τα ανωτέρω οχήματα συγκρούστηκαν, με αποτέλεσμα ο Κατηγορούμενος να τραυματιστεί και τα οχήματα να υποστούν υλικές ζημιές. 4. Η Αξιολόγηση της Μαρτυρίας Μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την όλη μαρτυρία και αξιοπιστία των μαρτύρων με το κριτήριο του μέσου λογικού αντικειμενικού παρατηρητή (βλ. Νεοφύτου ν Γερακιώτη
(2010)1 ΑΑΔ 25) και αφού έχω λάβει υπόψιν μου τόσο την εμφάνιση και συμπεριφορά των μαρτύρων (βλ. C&A Pelekanos v Πελεκάνου
(1999)1 ΑΑΔ1273), όσο και το περιεχόμενο, ποιότητα και πειστικότητα της μαρτυρίας τους (βλ. Μαυροσκούφη ν Τράπεζα Πειραιώς
(2014)1 ΑΑΔ 839 και Ομήρου ν Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506) αντιπαραβαλλόμενη με το σύνολο της μαρτυρίας στην δίκη, είτε προέρχεται από άλλη ζώσα μαρτυρία είτε από έγγραφη μαρτυρία και τεκμήρια (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν Πολυβίου
(2009)1 ΑΑΔ 339, Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1 ΑΑΔ 1056, Pal Tekinder v Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551 και Στέγη Ευγηρίας «Αρχάγγελος Μιχαήλ» ν Αργυρίδου (Πολιτική Έφεση 32/2014) ημερ. 29/09/2021, ECLI:CY:AD:2021:A430). Δεν μου διαφεύγει ότι μικρές ή επουσιώδεις αντιφάσεις είναι φυσιολογικό να υπάρχουν και τείνουν να ενισχύουν την φιλαλήθεια και αξιοπιστία των μαρτύρων (βλ. Κουδουνάρης ν Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 320 και Ξυδιάς ν Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 174), εκτός βέβαια αν είναι τέτοια ουσιαστικής μορφής που πλήττουν την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν την πρόθεση του να πει ψέματα (βλ. Κυπριανού ν Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 816). Η πραγματική μαρτυρία σε αυτές της φύσεως υποθέσεις έχει βαρύνουσα σημασία (βλ. Θεοφάνους ν Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160), αφού το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας, αλλά και σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος (βλ. Σωτηρίου ν Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 307), καθότι τα άμεσα εμπλεκόμενα πρόσωπα μπορούν εύκολα να κάμουν λάθος όπως οι αποστάσεις και ο χρόνος που μεσολαβεί μεταξύ των διαδραματιζόμενων γεγονότων (βλ. Ιωαννίδου ν Γιαννή
(1990)2 ΑΑΔ 260). Τα συμπεράσματα, φυσικά, που μπορούν να εξαχθούν από την πραγματική μαρτυρία αποτελούν συνάρτηση της κοινής λογικής, η οποία αποτελεί αναντικατάστατο οδηγό του Δικαστηρίου ως προς τα θέματα σε σχέση με την οδική συμπεριφορά και τις δυνατότητες και ενδεχόμενες αντιδράσεις των οδηγών (βλ. Θεοδώρου ν Σάββα
(2016)1 ΑΑΔ 202). Άλλωστε, σε υποθέσεις τροχαίων δυστυχημάτων το Δικαστήριο πρέπει να καθοδηγείται από την κοινή λογική, χωρίς να περιπλέκεται σε λεπτομέρειες, αριθμητικούς υπολογισμούς και ασκήσεις επί χάρτου (βλ. Κωνσταντίνου ν Αστυνομίας (Ποινική Έφεση 221/2018) ημερ. 26/03/2019, ECLI:CY:AD:2019:B107). Ο ΜΚ1 άφησε γενικά θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Ήταν ειλικρινής και ευθύς στις απαντήσεις του και προσπάθησε να βοηθήσει το Δικαστήριο με την παρουσίαση της πραγματικής μαρτυρίας που εντόπισε στην σκηνή, η οποία ούτως ή άλλως δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Σε κάποιο στάδιο υπήρξε σύγχυση του ΜΚ1 αναφορικά με την αρίθμηση του σημείου σύγκρουσης, στο οποίο κατέληξε ο ίδιος, καθώς αναφέρθηκε σε αυτό ως το σημείο «Χ», ενώ βάσει των Τεκμηρίων 2 και 3 είχε σημειωθεί ως «Χ1». Μετά, όμως, διευκρίνισε ότι μπερδεύτηκε με την αρίθμηση (και όχι με την θέση) του εν λόγω σημείου. Υπήρξε, επίσης, σύγχυση του ΜΚ1 αναφορικά με το σημείο σύγκρουσης, με το οποίο συμφώνησε ο Κατηγορούμενος. Αν και αρχικά ανέφερε ότι είχε συμφωνήσει με το σημείο «Χ» (ήτοι το σημείο σύγκρουσης που είχε υποδείξει ο ΜΚ2), στην συνέχεια ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος συμφώνησε με το σημείο σύγκρουσης που υπέδειξε η Αστυνομία, ήτοι το σημείο «Χ1». Επιπρόσθετα τούτων, προκύπτει από την μαρτυρία του ότι κατά τον καθορισμό του σημείου «Χ1» ως του σημείου σύγκρουσης των δύο οχημάτων, ο ΜΚ1 στηρίχθηκε αφενός στην πραγματική μαρτυρία, ήτοι τις ζημιές των δύο οχημάτων και την τελική θέση του Οχήματος Β, και αφετέρου στην θέση του ΜΚ2 ότι ο τελευταίος εισήλθε με «ολόκληρο» το Όχημα Α στην δεξιά λωρίδα. Συνεπώς, ο καθορισμός του σημείου «Χ1» έγινε και στην βάση εξ ακοής μαρτυρίας, και όχι αποκλειστικά στην βάση της πραγματικής μαρτυρίας που εντόπισε ο ίδιος στην σκηνή (βλ. Χαραλάμπους ν Αστυνομίας (Ποινική Έφεση 153/2023) ημερ. 29.02.2024 και Βασιλείου v Γεωργίου
(2002)1 ΑΑΔ 409). Επίσης, καθόρισε το εν λόγω σημείο «κατά προσέγγιση», καθώς δεν εντόπισε οποιαδήποτε ίχνη τροχοπέδησης ή πλαγιολίσθησης στην σκηνή του ατυχήματος. Δεν επεξήγησε, όμως, πως προκύπτει από την ανωτέρω πραγματική μαρτυρία, ήτοι τις ζημιές των δύο ενεχόμενων οχημάτων και την τελική θέση του Οχήματος Β, το σημείο σύγκρουσης «Χ1», στο οποίο κατέληξε ο ίδιος. Ως εκ τούτου, δεν αποδέχομαι το μέρος της μαρτυρίας του αναφορικά με το σημείο σύγκρουσης. Πέραν των ανωτέρω, η υπόλοιπη μαρτυρία του ΜΚ1 κρίνεται ως αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Ο ΜΚ2 δεν έκαμε καθόλου καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Στην προφορική μαρτυρία του υπέπεσε σε αντιφάσεις με τα όσα είχε αναφέρει ο ίδιος στην κατάθεση του, ενώ η όλη μαρτυρία του έρχεται και σε σύγκρουση με την πραγματική μαρτυρία της επίδικης σύγκρουσης. Και εξηγώ. Ο ΜΚ2 επέμενε ότι η σύγκρουση έγινε με την πίσω δεξιά πλευρά του Οχήματος Β και συγκεκριμένα μεταξύ του πίσω δεξιά τροχού και της πίσω δεξιάς πόρτας του οχήματος. Εντούτοις, η θέση του αυτή διαψεύδεται από την πραγματική μαρτυρία, σύμφωνα με την οποία οι ζημιές στο Όχημα Β είναι στην πίσω δεξιά γωνιά του οχήματος, ήτοι από το πίσω δεξιό φτερό μέχρι το πίσω δεξιό φανάρι. Επίσης, ενώ κατά την ημέρα του ατυχήματος υπέδειξε στον ΜΚ1 ως σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων το σημείο «Χ» επί του Τεκμηρίου 3, στην προφορική μαρτυρία του υπέδειξε επί της πρώτης φωτογραφίας του Τεκμηρίου 4 και σημείωσε με μπλε αστερίσκο ένα άλλο σημείο, ήτοι απέναντι από την πάροδο και ελαφρώς δεξιά από την κεντρική διαχωριστική γραμμή του επίδικου δρόμου, το οποίο πόρρω απέχει από το σημείο «Χ» επί του Τεκμηρίου 3. Επιπρόσθετα, στην κατάθεση του ο ΜΚ2 ανέφερε ότι το Όχημα Β βρισκόταν σταματημένο στην αριστερή άκρη του δρόμου, μεταξύ του δρόμου και του παγκέτου, και στην προφορική μαρτυρία του προσδιόρισε την θέση αυτή του Οχήματος Β επί του Τεκμηρίου 3, υποδεικνύοντας το σημείο της μέτρησης «14,40cm» κατά μήκος του επίδικου δρόμου. Ενώ ανέφερε ότι από το σημείο εκείνο το Όχημα Β εκκίνησε και έστριψε απότομα δεξιά για να κάνει επαναστροφή, χωρίς να αφήσει περιθώριο στον ίδιο είτε να πατήσει φρένα είτε να στρίψει το τιμόνι, τοποθέτησε ως σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων το σημείο «Χ» επί του Τεκμηρίου 3, το οποίο βρίσκεται σχεδόν επί της εισόδου της παρόδου που οδηγεί στην ναυτική βάση. Δηλαδή, σύμφωνα με τους ανωτέρω ισχυρισμούς του, το Όχημα Β ολοκλήρωσε την δεξιά ημικύκλια στροφή και λαμβάνοντας υπόψιν τις ζημιές του στην πίσω δεξιά γωνία του, αυτό βρισκόταν κατά την σύγκρουση σχεδόν ολόκληρο εντός της παρόδου. Σε τέτοια περίπτωση, όμως, οι ζημιές στο Όχημα Α θα ήταν στην δεξιά μπροστινή γωνία του και όχι στο κέντρο και δεξιά του μπροστινού μέρους του. Συνεπώς, και πάλι δεν συνάδει η εκδοχή του με την πραγματική μαρτυρία. Τέλος, αναφορικά με την θέση του ότι ο Κατηγορούμενος κρατούσε κινητό τηλέφωνο με το δεξί χέρι του στο δεξί αυτί του, ο ΜΚ2 ανέφερε αρχικά ότι είδε τον Κατηγορούμενο πριν την σύγκρουση να κρατεί το τηλέφωνο και επέμενε ότι φαινόταν ο Κατηγορούμενος από το Όχημα Α παρά την υψομετρική διαφορά των δύο οχημάτων. Στην συνέχεια, όμως, ανασκεύασε την θέση του αναφέροντας ότι ήταν από το καθρεφτάκι του Οχήματος Β που είδε τον Κατηγορούμενο να κρατά το κινητό τηλέφωνο. Ενόψει των ανωτέρω, η μαρτυρία του ΜΚ2 κρίνεται ως αναξιόπιστη και απορρίπτεται στο σύνολό της. Όσον αφορά τις καταθέσεις του Κατηγορούμενου, Τεκμήρια 5 και 6, και την απάντηση του στην Αστυνομία μετά που κατηγορήθηκε γραπτώς, Τεκμήριο 7, είναι νομολογιακά γνωστό και καθιερωμένο ότι το Δικαστήριο είναι ελεύθερο να αποδώσει την βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη της κατάθεσης του Κατηγορούμενου. Συνήθως μεγαλύτερη βαρύτητα αποδίδεται στο μέρος της κατάθεσης που συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του (βλ. Κωνσταντίνου ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109 και Γιώρκας ν Αστυνομίας (Ποινική Έφεση 27/2021) ημερ. 16/03/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι είχε πρόθεση να στρίψει δεξιά προς την πάροδο που οδηγεί στην ναυτική βάση και παρά το ότι είχε αντιληφθεί προηγουμένως από τα καθρεφτάκια του ότι τον ακολουθούσε το Όχημα Α δεν τα έλεγξε ξανά όταν επιχείρησε να στρίψει δεξιά. Συμφώνησε δε με το σημείο σύγκρουσης που του υπέδειξε η Αστυνομία, ήτοι το σημείο «Χ1» επί του σχεδιαγραφήματος. Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο αποδίδει βαρύτητα και αποδέχεται το μέρος της κατάθεσης του Κατηγορούμενου που αφορά την παραδοχή του ότι (α) ήταν ο οδηγός του Οχήματος Β κατά τον επίδικο τόπο και χρόνο, (β) έστριψε δεξιά χωρίς να ελέγξει τα καθρεφτάκια του και (γ) η σύγκρουση έλαβε χώρα εντός της αντίθετης και δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας. 5. Η Νομική Πτυχή και Τα Ευρήματα του Δικαστηρίου Εφόσον ο Κατηγορούμενος αρνείται την διάπραξη του επίδικου αδικήματος, η Κατηγορούσα Αρχή έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό στοιχείο του αδικήματος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Οι εικασίες, υποθέσεις και υποψίες, ακόμα και ευλογοφανείς, δεν έχουν οποιαδήποτε νομική ισχύ και δεν μπορούν να καλύψουν τυχόν κενά της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Από την άλλη, ο Κατηγορούμενος δεν υποχρεούται να αποδείξει ότι οι ισχυρισμοί του είναι αληθινοί ή βάσιμοι αλλά αρκεί η δημιουργία λογικής αμφιβολίας. Οι απομακρυσμένες πιθανότητες, όμως, δεν είναι αρκετές να δημιουργήσουν λογική αμφιβολία. 1η Κατηγορία Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 1ης κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος κατηγορείται ότι οδηγούσε το Όχημα Β κατά τον επίδικο τόπο και χρόνο «χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή και προκάλεσε ζημιά στην περιουσία του Χ.Κ.» (βλ. άρθρο 8
(1)(β) του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου (Ν.86/1972) ως έχει τροποποιηθεί). Ως έχει ήδη αναφερθεί ανωτέρω, δεν αμφισβητείται ότι ο Κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που οδηγούσε το Όχημα Β και ότι επήλθε σύγκρουση του με το Όχημα Α, το οποίο υπέστη υλικές ζημιές. Εκείνο που καλείται να αποφασίσει το Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση είναι κατά πόσο ο Κατηγορούμενος οδήγησε το Όχημα Β αμελώς, ήτοι χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Η αμέλεια επί των τροχαίων ατυχημάτων είναι η ίδια και στο αστικό και στο ποινικό δίκαιο με διαφορά, βέβαια, το βάρος απόδειξης (βλ. Σωκράτους ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1). Το καθήκον επιμέλειας (standard of care) οφείλεται έναντι οποιουδήποτε προσώπου που κατά λογική πρόβλεψη δυνατό να επηρεαστεί από τις πράξεις του οδηγού και το κριτήριο είναι αντικειμενικό, με μέτρο τον μέσο συνετό και προσεκτικό οδηγό, ενώ η πρόβλεψη για την δυνατότητα κινδύνου συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες οδήγησης και το καθήκον της δέουσας παρατηρητικότητας (βλ. Χαραλάμπους ν McGill (Πολ. Έφεση 38/2015) ημερ. 18/12/2019, ECLI:CY:AD:2019:A527). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αναμενόμενη ή αντιληπτή, τότε η παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια. Έστω και μικρού βαθμού αμέλεια, στις ποινικές υποθέσεις είναι αρκετή για να οδηγήσει σε καταδίκη του Κατηγορούμενου (βλ. Κυπριανού ν Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 816). Με βάση την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου και κρίθηκε ανωτέρω ως αξιόπιστη, καταλήγω στα κατωτέρω ευρήματα: (α) Ο Κατηγορούμενος, ενώ οδηγούσε κατά τον επίδικο τόπο και χρόνο το Όχημα Β, σε κάποιο σημείο του ανωτέρω δρόμου και πλησίον της συμβολής με την πάροδο που οδηγεί στην ναυτική βάση, έστριψε δεξιά και εντός της αντίθετης και δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας. (β) Ο Κατηγορούμενος, αν και προηγουμένως είχε δει από τα καθρεφτάκια του και αντιληφθεί το Όχημα Α που τον ακολουθούσε, δεν έλεγξε ξανά τα καθρεφτάκια του προτού επιχειρήσει να στρίψει δεξιά. (γ) Λαμβάνοντας υπόψιν την θέση και παραδοχή του Κατηγορούμενου ότι η σύγκρουση έγινε εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας και τις ζημιές του Οχήματος Β στην πίσω δεξιά γωνία του, προκύπτει και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Κατηγορούμενος δεν έστριψε κάθετα το Όχημα Β, αλλά κινήθηκε διαγώνια δεξιά και εισήλθε εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας, με αποτέλεσμα το τελευταίο πίσω άκρο του οχήματος του να είναι η δεξιά πίσω γωνία του. Κατά τον εν λόγω χρόνο, ο ΜΚ2 οδηγούσε το Όχημα Α προς την ίδια κατεύθυνση και μεγάλο μέρος αυτού εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας, με αποτέλεσμα το μπροστινό μέρος του να συγκρουστεί με την δεξιά πίσω γωνία του Οχήματος Β. Από την σύγκρουση, το Όχημα Β περιστράφηκε και σύρθηκε μέχρι που κατέληξε στην τελική θέση «Β1» επί του σχεδιαγραφήματος. Καταρχάς, επισημαίνω ότι η παρούσα υπόθεση είναι ποινική υπόθεση και το κατά πόσο συνέβαλε η οδική συμπεριφορά του ΜΚ2 στο επίδικο ατύχημα δεν είναι ζήτημα που αφορά την παρούσα υπόθεση, στην οποία μοναδικό επίδικο ζήτημα είναι η αμέλεια του Κατηγορούμενου (βλ. Κυπριανού ν Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 816). Σχετική με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι η απόφαση Χαραλάμπους ν Ξυδά
(2007)1 ΑΑΔ 792, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής σχετικά: «Είναι νομολογημένο ότι οδηγός που προηγείται και έχει σκοπό να διασταυρώσει και να στρίψει δεξιά έχει υποχρέωση να βεβαιωθεί ότι οχήματα που ακολουθούν έχουν αντιληφθεί την πρόθεση του. Η εφεσίβλητη έστριψε δεξιά χωρίς να δώσει προσοχή στα οχήματα που την ακολουθούσαν και έτσι να παραβεί το καθήκον της έναντι του εφεσείοντα (Βλέπε: Polycarpou v. Adamou
(1988)1 C.L.R. 727, Constantinou v. Katsouris
(1975)1 C.L.R. 188 και Στυλιανού ν. Νικηφόρου
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1602). Είναι γεγονός ότι η εφεσίβλητη έδωσε σήμα για την πρόθεση της να στρίψει δεξιά και έλαβε προς τούτο και την κατάλληλη θέση στο δρόμο. Απέτυχε όμως, προτού αρχίσει τη στροφή προς τα δεξιά, να βεβαιωθεί ότι το όχημα που ακολουθούσε, η μοτοσυκλέττα που οδηγούσε ο εφεσείων αντελήφθηκε την πρόθεση της. Η παράλειψη της αυτή, σύμφωνα με τη νομολογία, συνιστά αμέλεια.» Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω στην παρούσα υπόθεση, παρά το ότι δεν υπάρχει ενώπιον μου αξιόπιστη μαρτυρία κατά πόσο ο Κατηγορούμενος έδειξε με τον σηματοδότη του την πρόθεση του να στρίψει δεξιά, ακόμα και να το έπραξε τούτο, ο Κατηγορούμενος όφειλε να βεβαιωθεί προηγουμένως ότι το Όχημα Α, το οποίο τον ακολουθούσε, αντιλήφθηκε την πρόθεση του να στρίψει δεξιά. Σύμφωνα με τον ΜΚ1 η ορατότητα των δύο οδηγών ήταν πέραν των 50 μέτρων και ως εκ τούτου το Όχημα Α ήταν ορατό στον Κατηγορούμενο εάν αυτός κατέβαλλε την δέουσα προσοχή. Ως εκ τούτου, καταλήγω ότι ο Κατηγορούμενος δεν επέδειξε την δέουσα προσοχή και δεν εκπλήρωσε το καθήκον επιμέλειας του έναντι του ΜΚ2, με αποτέλεσμα να οδηγήσει αμελώς το Όχημα Β κατά τον επίδικο τόπο και χρόνο και να προκαλέσει υλικές ζημιές στο Όχημα Α. Για σκοπούς πληρότητας, σημειώνεται ότι σύμφωνα με τις λεπτομέρειες στο κατηγορητήριο καταλογίζεται στον Κατηγορούμενο ότι «προκάλεσε ζημιά στην περιουσία του Χ.Κ.», ενώ σύμφωνα με την προσκομισθείσα μαρτυρία, το Όχημα Α ήταν ιδιοκτησίας των εργοδοτών του ΜΚ2 και όχι του ιδίου. Εντούτοις, εφόσον το ιδιοκτησιακό καθεστώς της περιουσίας στην οποία προκαλείται η ζημιά δεν συνιστά συστατικό στοιχείο του αδικήματος, το Δικαστήριο μπορεί να προχωρήσει δυνάμει του άρθρου 85
(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου (ΚΕΦ.155) σε καταδίκη του Κατηγορούμενου χωρίς τροποποίηση του κατηγορητηρίου (βλ. Θωμά ν Αστυνομίας
(1995)2 ΑΑΔ 255 και Παναγίδη ν Αστυνομίας (Ποινική Έφεση 197/2017) ημερ. 08/10/2018, ECLI:CY:AD:2018:B434). 2η Κατηγορία Αναφορικά με την 2η κατηγορία, ήτοι την χρήση κινητού τηλεφώνου από τον Κατηγορούμενο, έχοντας απορρίψει την μαρτυρία του ΜΚ2 ως αναξιόπιστη, δεν υπάρχει οποιαδήποτε αξιόπιστη μαρτυρία ενώπιον μου αναφορικά με το εν λόγω αδίκημα. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την διάπραξη του αδικήματος της 2ης κατηγορίας από τον Κατηγορούμενο. 6. Κατάληξη Για όλους τους λόγους που καταγράφονται ανωτέρω, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει, ενώ αθωώνεται και απαλλάσσεται από την 2η κατηγορία. (Υπ.)..................................... Μ. Μαρκουλλής, Προσ. Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο