← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. OMIROS LEONIDIS, Αρ. Υπόθεσης: 1695/2023, 17/12/2024

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. OMIROS LEONIDIS, Αρ. Υπόθεσης: 1695/2023, 17/12/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Μ. Μαρκουλλής, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1695/2023 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Κατηγορούσα Αρχή ν OMIROS LEONIDIS Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 17.12.2024 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Στέλλα Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: κ. Πάρις Λοΐζου Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ

  1. Εισαγωγή Η παρούσα υπόθεση αφορά τροχαίο ατύχημα, το οποίο έλαβε χώρα στις 20.09.2022 και ώρα 09:30 στην Λεωφόρο Αμμοχώστου στην Ορόκλινη της Επαρχίας Λάρνακας. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο ημερ. 13.02.2023 ο Κατηγορούμενος κατηγορείται για την διάπραξη του αδικήματος της αμελούς οδήγησης (1η κατηγορία) και προσπέρασης οχήματος σε συμβολή δρόμων (2η κατηγορία). Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε και τις δύο κατηγορίες και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση.
  2. Η Μαρτυρία Η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε τρεις μάρτυρες για απόδειξη της υπόθεσης της, ήτοι τους Αστυφύλακα 3319 Μ.Μ. (ΜΚ1), Κ.Π. (ΜΚ2) και Αστυφύλακα 4951 Μ.Α. (ΜΚ3). Αφού το Δικαστήριο έκρινε ότι στοιχειοθετείτο εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου και τον κάλεσε σε απολογία και να προβάλει την υπεράσπιση του, ο Κατηγορούμενος επέλεξε να δώσει ενόρκως μαρτυρία, ενώ δεν κάλεσε οποιουσδήποτε μάρτυρες υπεράσπισης. Η όλη μαρτυρία είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και κατωτέρω παραθέτω τα κύρια σημεία της. Ο ΜΚ1 υπηρετούσε στην Αστυνομική Διεύθυνση Λάρνακας και κατά τον επίδικο χρόνο ήταν τοποθετημένος στον Αστυνομικό Σταθμό Ορόκλινης. Κατέθεσε και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του την κατάθεση του, Τεκμήριο 1, αναφέροντας τα εξής στην δια ζώσης μαρτυρία του: (α) Στις 20.09.2022 και περί ώρα 09:50 μετέβηκε μαζί με την ΜΚ3 στην σκηνή της επίδικης τροχαίας σύγκρουσης, η οποία συνέβη νωρίτερα την ίδια ημέρα στην Λεωφόρο Αμμοχώστου στην Ορόκλινη της Επαρχίας Λάρνακας. Εκεί εντόπισε τα ενεχόμενα οχήματα και τους οδηγούς τους, ήτοι το μηχανοκίνητο όχημα τύπου σαλούν, το οποίο οδηγούσε η ΜΚ2 (εφεξής καλούμενου ως το «Όχημα Α») και το μηχανοκίνητο όχημα τύπου σαλούν, το οποίο οδηγούσε ο Κατηγορούμενος (εφεξής καλούμενου ως το «Όχημα Β»). Αφού εξέτασε την σκηνή, ετοίμασε πρόχειρο σχεδιαγράφημα, ήτοι το Τεκμήριο 2, στην βάση του οποίου ετοίμασε μεταγενέστερα συμμετρικό σχεδιαγράφημα, ήτοι το Τεκμήριο
  3. (β) Ο επίδικος δρόμος είναι άσφαλτος καλής επιφάνειας και πλάτους 5.60 μέτρων και στο σημείο της σύγκρουσης υπάρχει διασταύρωση «Τ» με την οδό Τάκη Σοφοκλέους. Κατά τον επίδικο χρόνο της σύγκρουσης, ο καιρός ήταν αίθριος και υπήρχε φυσικός φωτισμός, ενώ αμφότεροι οι οδηγοί είχαν πολύ καλή ορατότητα. Από την σύγκρουση, το Όχημα Α υπέστη ζημιές στην πόρτα του οδηγού και τον μπροστινό δεξιό προφυλακτήρα και το Όχημα Β υπέστη εκτεταμένες ζημιές στο μπροστινό μέρος του, ενώ ο Κατηγορούμενος τραυματίστηκε και μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας. Ο ΜΚ1 κατέγραψε επί του Τεκμηρίου 2 τις πορείες των ενεχόμενων οχημάτων και τις τελικές θέσεις τους, όπως τα εντόπισε ο ίδιος στην σκηνή, καθώς επίσης και τα σημεία σύγκρουσης «Χ1» και «Χ2» που του υπέδειξαν οι ενεχόμενοι οδηγοί, ήτοι η ΜΚ2 και ο Κατηγορούμενος αντίστοιχα. Συγκεκριμένα, το σημείο «Χ1» βρίσκεται ελαφρώς εντός της λωρίδας κυκλοφορίας της ΜΚ2 και το σημείο «Χ2» στο μέσο περίπου της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας. (γ) Στην αντεξέταση του, ανέφερε ότι στο μέρος που έγινε η σύγκρουση υπάρχει διακεκομμένη, αντί συνεχής, λευκή διαχωριστική γραμμή των δύο λωρίδων κυκλοφορίας, και ως εκ τούτου -κατά την θέση του- επιτρέπεται το προσπέρασμα. Ανέφερε, επίσης, ότι δεν εντόπισε οποιαδήποτε πραγματική ή άλλη ανεξάρτητη μαρτυρία σε σχέση με το πως έγινε το επίδικο ατύχημα και ποιο είναι το σημείο σύγκρουσης των δύο οχημάτων. Αναφορικά δε με το κατά πόσο η ΜΚ2 μετακίνησε το Όχημα Α μετά την σύγκρουση και πριν μεταβεί ο ίδιος στην σκηνή, απάντησε ότι δεν μπορεί να είναι σίγουρος. Η ΜΚ2 είναι η άλλη ενεχόμενη οδηγός, ήτοι το πρόσωπο που οδηγούσε το Όχημα Α. Αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεση της ημερ. 04.10.2022, Τεκμήριο 4, ως μέρος της κυρίως εξέτασης της και ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα εξής: (α) Στις 20.09.2022 οδηγούσε στον επίδικο δρόμο το Όχημα A με χαμηλή ταχύτητα καθότι είχε πρόθεση να στρίψει δεξιά στην οδό Τάκη Σοφοκλέους και έδειξε με τον σηματοδότη της την ανωτέρω πρόθεσή της. Αφού έλεγξε το καθρεφτάκι της, είδε ότι πίσω της βρισκόταν το Όχημα Β σε μακρινή απόσταση από την ίδια. Προτού, όμως, φτάσει στο στρίψιμο, ο οδηγός του Οχήματος Β, ήτοι ο Κατηγορούμενος, προσπέρασε το όχημα της και με το μπροστινό μέρος του Οχήματος Β κτύπησε στην πόρτα του οδηγού και το δεξί μπροστινό φτερό του Οχήματος Α και στην συνέχεια συγκρούστηκε στην περίφραξη παρακείμενης οικίας. Μετά την σύγκρουση η ίδια σοκαρίστηκε και παρέμεινε στο Όχημα Α για λίγο χρονικό διάστημα, ενώ όταν κατέβηκε είδε τον Κατηγορούμενο να κάθεται στο πεζοδρόμιο και της είπε ότι εκείνος έφταιγε. (β) Στην αντεξέταση της αρνήθηκε ότι μετακίνησε το Όχημα Α μετά την σύγκρουση, αναφέροντας ότι από το σοκ της δεν μπορούσε καν να οδηγήσει και πήγε στο σπίτι της με τα πόδια. Σε σχέση με τον σηματοδότη της, επέμενε ότι έδειξε την πρόθεση της να στρίψει δεξιά πριν την σύγκρουση και ο σηματοδότης έμεινε αναμμένος μέχρι που έφθασε η Αστυνομία στην σκηνή. Ανέφερε, επίσης, ότι το Όχημα Α δεν ήταν σταματημένο εντός του δρόμου και ότι οδηγούσε με ταχύτητα 20ΧΑΩ περίπου, καθώς είχε πρόθεση να στρίψει δεξιά, αλλά δεν πρόλαβε να το πράξει λόγω της επίδικης σύγκρουσης. Αναφορικά με την ευθύνη, ανέφερε ότι η Αστυνομία κατέληξε ότι η ίδια είχε ευθύνη 30% επειδή το Όχημα Α παραβίασε λευκή συνεχή γραμμή. Η ΜΚ3 υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λάρνακας και κατά τον επίδικο χρόνο ήταν τοποθετημένη στον Αστυνομικό Σταθμό Ορόκλινης. Κατέθεσε και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της την κατάθεση της, Τεκμήριο 5, αναφέροντας τα εξής στην δια ζώσης μαρτυρία της: (α) Στις 20.09.2022 και περί ώρα 09:50 μετέβηκε μαζί με τον ΜΚ1 στην σκηνή της επίδικης τροχαίας σύγκρουσης και αφού εντόπισε τα ενεχόμενα οχήματα και τους οδηγούς τους, διενήργησε έλεγχο αλκοόλης στην ΜΚ2 με αρνητικό αποτέλεσμα. (β) Στις 02.10.2022 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο, ήτοι το Τεκμήριο 6, και ακολούθως κατηγόρησε γραπτώς τον Κατηγορούμενο για το αδίκημα της αμελούς οδήγησης και αυτός απάντησε «Δεν παραδέχομαι, ήθελα να αποφύγω να μην κτυπήσω στο Toyota και να κάμω ζημιά στην κοπέλα, αλλά δεν τα κατάφερα» (βλ. Τεκμήριο 7). (γ) Στην αντεξέτασή της, συμφώνησε με την υποβολή ότι με βάση τις ζημιές είναι αδύνατο η τελική θέση του Οχήματος Α να είναι αυτή που εντοπίστηκε στην σκηνή και ότι πρέπει να μετακινήθηκε μετά την σύγκρουση. Συμφώνησε, επίσης, ότι ο σηματοδότης του Οχήματος Α δεν ήταν αναμμένος όταν επισκέφθηκε η ίδια την σκηνή του ατυχήματος. Ανέφερε, όπως και ο ΜΚ1, ότι ενόψει της ύπαρξης διακεκομμένης γραμμής στην συμβολή του επίδικου δρόμου με την οδό Τάκη Σοφοκλέους, επιτρέπεται το προσπέρασμα σε εκείνο το σημείο. Σε ένα άλλο σημείο στην αντεξέτασή της, ανέφερε ότι υπήρχε τρίτος ανεξάρτητος μάρτυρας, ο οποίος οδηγούσε το όχημα του στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας και είδε το Όχημα Α στον επίδικο δρόμο που είχε πρόθεση να στρίψει δεξιά. Εντούτοις, δεν ανέφερε ποιος είναι αυτός ο μάρτυρας και ούτε παρουσίασε οποιαδήποτε τυχόν κατάθεση που του λήφθηκε. Ο Κατηγορούμενος, στην ένορκη μαρτυρία του στο Δικαστήριο, ανέφερε ότι οδηγούσε το Όχημα Β κατά τον επίδικο τόπο και χρόνο με ταχύτητα περί τα 40ΧΑΩ και είχε σταθμευμένα οχήματα στην αριστερή πλευρά του δρόμου. Όταν έφτασε στο πίσω μέρος του Οχήματος Α, το οποίο ήταν σταματημένο, αυτό έστριψε δεξιά χωρίς οποιαδήποτε προειδοποίηση, με αποτέλεσμα να του ανακόψει την πορεία του και ο ίδιος να στρίψει απότομα δεξιά για να το αποφύγει και στην συνέχεια να χτυπήσει στον τοίχο παρακείμενης οικίας. Εξήγησε δε ότι όταν η ΜΚ2 έστριψε δεξιά το Όχημα Α, αυτό βρέθηκε μπροστά του και το Όχημα Β κτύπησε στον τροχό του Οχήματος Α, όχι στην πόρτα του. Μετά την σύγκρουση είδε την ΜΚ2 να μετακινεί το Όχημα Α με την όπισθεν ταχύτητα, καθώς αυτό βρισκόταν μετά την διαχωριστική γραμμή κατά την σύγκρουση. Στην αντεξέταση του, ανέφερε ότι μόλις έστριψε και εισήλθε στον επίδικο δρόμο, είδε το Όχημα Α από απόσταση 150 μέτρων να βρίσκεται σταματημένο και όταν πλησίασε την επίδικη διασταύρωση, η ΜΚ2 ξεκίνησε και έστριψε απότομα δεξιά το Όχημα Α, με αποτέλεσμα ο ίδιος να μην μπορεί να την αποφύγει. Ανέφερε, επίσης, ότι μετά την σύγκρουση είδε την ΜΚ2 να μιλά στο τηλέφωνο. Στην κατάθεση του, Τεκμήριο 6, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι το Όχημα Α ήταν σταματημένο στην λωρίδα του και μόλις το πλησίασε, η ΜΚ2 έστριψε απότομα δεξιά προς την οδό Τάκη Σοφοκλέους, με αποτέλεσμα το αριστερό μπροστινό μέρος του Οχήματος Β να συγκρουστεί με την πόρτα του οδηγού και μπροστινό δεξιό φτερό του Οχήματος Α. Πριν την επίδικη σύγκρουση και την ώρα που το Όχημα Α έστριψε δεξιά προς την οδό Τάκη Σοφοκλέους, ο ίδιος είδε την ΜΚ2 να μιλά στο τηλέφωνο.
  4. Μη Αμφισβητούμενα Γεγονότα Τα κατωτέρω γεγονότα δεν αμφισβητήθηκαν από τις δύο πλευρές και συνιστούν ευρήματα του Δικαστηρίου (βλ. Αντρέου ν Δήμου Λάρνακας

(2014)2 ΑΑΔ 263 και Ocean Reef Properties Ltd v Colville
(2015)1 ΑΑΔ 1002): (α) Στις 20.09.2022 και περί ώρα 09:30 ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το Όχημα Β στην Λεωφόρο Αμμοχώστου στην Ορόκλινη της Επαρχίας Λάρνακας με βορειοανατολική κατεύθυνση. Στον ανωτέρω δρόμο και προς την ίδια κατεύθυνση βρισκόταν το Όχημα Α, το οποίο οδηγούσε η ΜΚ
  1. (β) Σε κάποιο σημείο του επίδικου δρόμου και στο ύψος της συμβολής του με την οδό Τάκη Σοφοκλέους, η οποία βρίσκεται στα δεξιά, ως η κατεύθυνση των δύο ενεχόμενων οχημάτων, επήλθε σύγκρουση μεταξύ των δύο οχημάτων και το Όχημα Β συγκρούστηκε στην συνέχεια στην περίφραξη παρακείμενης οικίας, όπου και ακινητοποιήθηκε. (γ) Ο επίδικος δρόμος είναι άσφαλτος καλής επιφάνειας και πλάτους 5.60 μέτρων και στο σημείο της σύγκρουσης υπάρχει διασταύρωση «Τ» με την οδό Τάκη Σοφοκλέους. Στο ύψος της ανωτέρω συμβολής υπάρχει διακεκομμένη διαχωριστική γραμμή επί της Λεωφόρου Αμμοχώστου. Κατά τον επίδικο χρόνο της σύγκρουσης, ο καιρός ήταν αίθριος και υπήρχε φυσικός φωτισμός, ενώ αμφότεροι οι οδηγοί είχαν πολύ καλή ορατότητα.
  2. Η Αξιολόγηση της Μαρτυρίας Μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την όλη μαρτυρία και αξιοπιστία των μαρτύρων με το κριτήριο του μέσου λογικού αντικειμενικού παρατηρητή (βλ. Νεοφύτου ν Γερακιώτη
(2010)1 ΑΑΔ 25) και αφού έχω λάβει υπόψιν μου τόσο την εμφάνιση και συμπεριφορά των μαρτύρων (βλ. C&A Pelekanos v Πελεκάνου
(1999)1 ΑΑΔ1273), όσο και το περιεχόμενο, ποιότητα και πειστικότητα της μαρτυρίας τους (βλ. Μαυροσκούφη ν Τράπεζα Πειραιώς
(2014)1 ΑΑΔ 839 και Ομήρου ν Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506) αντιπαραβαλλόμενη με το σύνολο της μαρτυρίας στην δίκη, είτε προέρχεται από άλλη ζώσα μαρτυρία είτε από έγγραφη μαρτυρία και τεκμήρια (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν Πολυβίου
(2009)1 ΑΑΔ 339, Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1 ΑΑΔ 1056, Pal Tekinder v Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551 και Στέγη Ευγηρίας «Αρχάγγελος Μιχαήλ» ν Αργυρίδου (Πολιτική Έφεση 32/2014) ημερ. 29/09/2021, ECLI:CY:AD:2021:A430). Δεν μου διαφεύγει ότι μικρές ή επουσιώδεις αντιφάσεις είναι φυσιολογικό να υπάρχουν και τείνουν να ενισχύουν την φιλαλήθεια και αξιοπιστία των μαρτύρων (βλ. Κουδουνάρης ν Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 320 και Ξυδιάς ν Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 174), εκτός βέβαια αν είναι τέτοια ουσιαστικής μορφής που πλήττουν την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν την πρόθεση του να πει ψέματα (βλ. Κυπριανού ν Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 816). Η πραγματική μαρτυρία σε αυτές της φύσεως υποθέσεις έχει βαρύνουσα σημασία (βλ. Θεοφάνους ν Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 160), αφού το σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας, αλλά και σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος (βλ. Σωτηρίου ν Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 307), καθότι τα άμεσα εμπλεκόμενα πρόσωπα μπορούν εύκολα να κάμουν λάθος όπως οι αποστάσεις και ο χρόνος που μεσολαβεί μεταξύ των διαδραματιζόμενων γεγονότων (βλ. Ιωαννίδου ν Γιαννή
(1990)2 ΑΑΔ 260). Τα συμπεράσματα, φυσικά, που μπορούν να εξαχθούν από την πραγματική μαρτυρία αποτελούν συνάρτηση της κοινής λογικής, η οποία αποτελεί αναντικατάστατο οδηγό του Δικαστηρίου ως προς τα θέματα σε σχέση με την οδική συμπεριφορά και τις δυνατότητες και ενδεχόμενες αντιδράσεις των οδηγών (βλ. Θεοδώρου ν Σάββα
(2016)1 ΑΑΔ 202). Άλλωστε, σε υποθέσεις τροχαίων δυστυχημάτων το Δικαστήριο πρέπει να καθοδηγείται από την κοινή λογική, χωρίς να περιπλέκεται σε λεπτομέρειες, αριθμητικούς υπολογισμούς και ασκήσεις επί χάρτου (βλ. Κωνσταντίνου ν Αστυνομίας (Ποινική Έφεση 221/2018) ημερ. 26/03/2019, ECLI:CY:AD:2019:B107). Για σκοπούς συνοχής της παρούσας απόφασης, θα προχωρήσω πρώτα με την αξιολόγηση της μαρτυρίας των αστυνομικών, ΜΚ1 και ΜΚ3, οι οποίοι κατέφθασαν στην σκηνή του ατυχήματος λίγο μετά την επίδικη τροχαία σύγκρουσης. Αρχίζοντας από τον ΜΚ1, αυτός άφησε γενικά θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Ήταν ειλικρινής και ευθύς στις απαντήσεις του και προσπάθησε να βοηθήσει το Δικαστήριο με την παρουσίαση της πραγματικής μαρτυρίας που εντόπισε στην σκηνή, η οποία, όμως, ήταν φτωχή και ουδέτερη, καθώς δεν εντόπισε στοιχεία που να υποδεικνύουν το σημείο σύγκρουσης, την ταχύτητα και πορεία των ενεχόμενων οχημάτων και κατά πόσο οι ενεχόμενοι οδηγοί εφάρμοσαν τα φρένα του οχήματος τους (βλ. Χαραλάμπους ν Αστυνομίας (Ποινική Έφεση 153/2023) ημερ. 29.02.2024, Κονναρή ν Κυριάκου
(1996)1 ΑΑΔ 267 και Ευαγγέλου ν Γιαννακού
(1992)1 ΑΑΔ 1243). Τα δε σημεία σύγκρουσης «Χ1» και «Χ2» είναι αυτά που του υπέδειξαν η ΜΚ2 και ο Κατηγορούμενος αντίστοιχα, και συνεπώς βασίζονται σε εξ ακοής μαρτυρία και όχι στην πραγματική μαρτυρία που εντόπισε ο ίδιος στην σκηνή (βλ. Χαραλάμπους ν Αστυνομίας (Ποινική Έφεση 153/2023) ημερ. 29.02.2024 και Βασιλείου v Γεωργίου
(2002)1 ΑΑΔ 409). Συνεπώς, δεν αποδέχομαι τα ανωτέρω σημεία «Χ1» και «Χ2» ως μέρος της πραγματικής μαρτυρίας, αλλά θα αξιολογηθούν στα πλαίσια αξιολόγησης της όλης μαρτυρίας της ΜΚ2 και του Κατηγορούμενου. Επιπρόσθετα, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι η τελική θέση, στην οποία εντόπισε το Όχημα Α όταν ο ίδιος κατέφθασε στην σκηνή της σύγκρουσης, δεν συνάδει με τις ζημιές που εντόπισε επί των ενεχόμενων οχημάτων και συνεπώς δεν μπορούσε να αποκλείσει ότι αυτό μετακινήθηκε από την τελική θέση του. Η ανωτέρω θέση του ΜΚ1 επιβεβαιώνεται από την πραγματική μαρτυρία και δη τις ζημιές των δύο ενεχόμενων οχημάτων, καθώς το Όχημα Α εντοπίστηκε ολόκληρο εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του με ευθεία κατεύθυνση και αυτό υπέστη ζημιές στην πόρτα του οδηγού και στο μπροστινό δεξιό μέρος του. Αναφορικά, όμως, με την θέση του ότι επιτρέπεται το προσπέρασμα οχήματος στην συμβολή των ανωτέρω δρόμων λόγω ύπαρξης διακεκομμένης λευκής γραμμής, υπενθυμίζω ότι ο ΜΚ1 είναι μάρτυρας γεγονότων. Ενώ αποδέχομαι την ύπαρξη της διακεκομμένης λευκής γραμμής στο ύψος της επίδικης διασταύρωσης, το ζήτημα του κατά πόσο ο Κατηγορούμενος είχε δικαίωμα, βάσει της κείμενης νομοθεσίας και των σχετικών με αυτή κανονισμών, να προσπεράσει στο επίδικο σημείο το Όχημα Α δεν θα το κρίνουν οι μάρτυρες, αλλά το Δικαστήριο. Πέραν τούτου, για τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω, αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΚ1 ως αξιόπιστη, όπως επίσης και την πραγματική μαρτυρία που παρουσίασε στο Δικαστήριο. Η ΜΚ3 άφησε, επίσης, θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Ήταν η εξεταστής του ατυχήματος και απάντησε με ειλικρίνεια και ευθύτητα τις ερωτήσεις που της τέθηκαν, ενώ διαφάνηκε ότι δεν έχει οποιοδήποτε συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης. Η μαρτυρία της συνάδει επίσης με την πραγματική μαρτυρία και τα όσα ανέφερε ο ΜΚ1 στο Δικαστήριο και συνεπώς κρίνεται ως γενικά αξιόπιστη. Δεν μπορώ, όμως, να αποδεχθώ κάποια από τα μέρη της μαρτυρίας της. Συγκεκριμένα, για τους ίδιους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω σε σχέση με τον ΜΚ1, δεν μπορώ να αποδεχθώ την θέση της ότι στο επίδικο σημείο που έγινε η σύγκρουση επιτρέπεται το προσπέρασμα λόγω της ύπαρξης διακεκομμένης λευκής γραμμής. Επίσης, δεν αποδέχομαι την θέση της κατά την αντεξέταση, όπου συμφώνησε ότι ο Κατηγορούμενος δεν οδήγησε αμελώς, καθώς τούτο είναι ζήτημα το οποίο θα αποφασίσει το Δικαστήριο και όχι οι μάρτυρες (βλ. Νικολάου ν Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 390). Όσον αφορά την εξ ακοής μαρτυρία της για κάποιο τρίτο ανεξάρτητο πρόσωπο, αυτή πρέπει να αποτιμηθεί σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Περί Αποδείξεως Νόμου (ΚΕΦ.9). Η ΜΚ3 δεν ανέφερε ποιο είναι αυτό το πρόσωπο και ως εκ τούτου στερεί από την Υπεράσπιση το δικαίωμα να το κλητεύσει δυνάμει του άρθρου 26
(1)του ΚΕΦ.
  1. Εφαρμόζοντας, λοιπόν, τις αρχές και κριτήρια του άρθρου 27 του ΚΕΦ.9, κρίνω ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να αποδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτή την μαρτυρία. Πέραν των ανωτέρω, αποδέχομαι την υπόλοιπη μαρτυρία της ΜΚ
  2. Η ΜΚ2 δεν έκαμε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία της έρχεται σε αντίθεση με την πραγματική μαρτυρία και δη τις ζημιές των δύο οχημάτων, αλλά και με την μαρτυρία της ΜΚ
  3. Και εξηγώ. Η ΜΚ2 ανέφερε ότι δεν πρόλαβε να στρίψει δεξιά το Όχημα Α και η τελική θέση του είναι εκείνη που βρήκαν οι ΜΚ1 και ΜΚ3 όταν κατέφθασαν στην σκηνή. Είναι, όμως, φύσει αδύνατο να έλαβε χώρα η επίδικη σύγκρουση με το Όχημα Α να βρίσκεται εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του και με βορειοανατολική κατεύθυνση. Και τούτο επειδή οι ζημιές των δύο οχημάτων συνηγορούν ότι το Όχημα Α βρισκόταν κάθετα ή έστω διαγώνια εντός του επίδικου δρόμου, με αποτέλεσμα το μπροστινό μέρος του Οχήματος Β, στο οποίο εντοπίστηκαν οι ζημιές, να συγκρουστεί με την πόρτα του οδηγού και μπροστινό δεξιό μέρος του Οχήματος Α, όπου εντοπίστηκαν οι δικές του ζημιές. Αναφορικά με τον σηματοδότη της, ενώ ανέφερε ότι τον είχε ενεργοποιήσει και αυτός ήταν αναμμένος όταν έφτασε η Αστυνομία, δεν επιβεβαίωσε κάτι τέτοιο η ΜΚ3, η οποία ανέφερε ότι αν ήταν αναμμένος ο σηματοδότης θα το κατέγραφε στην κατάθεσή της. Οι ανωτέρω αντιφάσεις της ΜΚ2 πλήττουν το θεμέλιο της μαρτυρίας της και ως εκ τούτου η μαρτυρία της κρίνεται ως αναξιόπιστη και την απορρίπτω στην ολότητά της. Ούτε ο Κατηγορούμενος έκαμε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Δεν ήταν σταθερός, ενώ οι απαντήσεις του ήταν συγχυσμένες και καθόλου διαφωτιστικές και αντικρούονται σε κάποια σημεία με την πραγματική μαρτυρία και την κατάθεση του που έδωσε στην Αστυνομία, Τεκμήριο
  4. Συγκεκριμένα, ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι το όχημα του συγκρούστηκε με την πόρτα του οδηγού του Οχήματος Α, κάτι το οποίο, όχι μόνο εντόπισε και κατέγραψε ο ΜΚ1, αλλά είχε αναφέρει και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος στην κατάθεση του στην Αστυνομία. Επίσης, ενώ στην κατάθεσή του ανέφερε ότι πριν την σύγκρουση είδε την ΜΚ2 που μιλούσε στο τηλέφωνο, στην προφορική μαρτυρία του ανέφερε ότι δεν την είδε προηγουμένως αλλά μετά την σύγκρουση και όταν ο ίδιος κατέβηκε από το όχημα του. Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί στην μαρτυρία του, την οποία κρίνει ως αναξιόπιστη. Όσον αφορά την κατάθεση του Κατηγορούμενου, Τεκμήριο 6, είναι νομολογιακά γνωστό και καθιερωμένο ότι το Δικαστήριο είναι ελεύθερο να αποδώσει την βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη της κατάθεσης του Κατηγορούμενου. Συνήθως μεγαλύτερη βαρύτητα αποδίδεται στο μέρος της κατάθεσης που συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του (βλ. Κωνσταντίνου ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109 και Γιώρκας ν Αστυνομίας (Ποινική Έφεση 27/2021) ημερ. 16/03/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι όντως οδηγούσε το Όχημα Β και προσπέρασε το Όχημα Α στον επίδικο δρόμο, ενώ υπέδειξε ως σημείο σύγκρουσης το σημείο «Χ2» επί του σχεδιαγραφήματος, το οποίο βρίσκεται στο μέσο της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας. Συνεπώς, το Δικαστήριο αποδίδει βαρύτητα και αποδέχεται το μέρος της κατάθεσης του Κατηγορούμενου που αφορά την παραδοχή του ότι (α) ήταν ο οδηγός του Οχήματος Β κατά τον επίδικο τόπο και χρόνο, (β) επιχείρησε να προσπεράσει το Όχημα Α και (γ) η σύγκρουση έλαβε χώρα εντός της αντίθετης και δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας και στο ύψος της συμβολής της Λεωφόρου Αμμοχώστου με την οδό Τάκη Σοφοκλέους. 5. Η Νομική Πτυχή και Τα Ευρήματα του Δικαστηρίου Εφόσον ο Κατηγορούμενος αρνείται την διάπραξη του επίδικου αδικήματος, η Κατηγορούσα Αρχή έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό στοιχείο του αδικήματος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Οι εικασίες, υποθέσεις και υποψίες, ακόμα και ευλογοφανείς, δεν έχουν οποιαδήποτε νομική ισχύ και δεν μπορούν να καλύψουν τυχόν κενά της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Από την άλλη, ο Κατηγορούμενος δεν υποχρεούται να αποδείξει ότι οι ισχυρισμοί του είναι αληθινοί ή βάσιμοι αλλά αρκεί η δημιουργία λογικής αμφιβολίας. Οι απομακρυσμένες πιθανότητες, όμως, δεν είναι αρκετές να δημιουργήσουν λογική αμφιβολία. Για σκοπούς συνοχής της παρούσας απόφασης, θα αρχίσω πρώτα με την 2η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. 2η Κατηγορία Σχετικός με την 2η κατηγορία είναι ο Καν. 58
(4)(α) των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών (Κ.Δ.Π.66/1984) ως έχουν τροποποιηθεί, ο οποίος προνοεί τα εξής: «
(4)Πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή έχει τον έλεγχο μηχανοκινήτου οχήματος σε οποιοδήποτε δρόμο οφείλει- (α) Να μην προσπερνά ούτε να αποπειράται να προσπεράσει όχημα κινούμενο προς την ίδια κατεύθυνση σε κάθε σημείο που υπάρχει στη μέση του οδοστρώματος συνεχής άσπρη γραμμή, σχετικό απαγορευτικό σήμα τροχαίας, σε στροφή με ορατότητα μικρότερη των εκατό μέτρων, σε συμβολή δρόμων εντός δημοτικών ορίων ή ορίων κοινότητας, όταν προσεγγίζει κυρτή γέφυρα, διάβαση πεζών ή κορυφή ανάβασης ή όταν προσεγγίζει όχημα από την αντίθετη κατεύθυνση, οπότε παρέχει δικαίωμα προτεραιότητας σε αυτό». Στην παρούσα υπόθεση, δεν αμφισβητείται η ύπαρξη της συμβολής και ότι αυτή βρίσκεται εντός των κοινοτικών ορίων της Ορόκλινης. Σύμφωνα δε με την αξιόπιστη μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ3 και την κατάθεση του ίδιου του Κατηγορούμενου, ο τελευταίος επιχείρησε να προσπεράσει το Όχημα Α στον επίδικο δρόμο και συγκεκριμένα στο ύψος της συμβολής της Λεωφόρου Αμμοχώστου με την οδό Τάκη Σοφοκλέους. Η θέση που προβλήθηκε από την Υπεράσπιση ήταν ότι επιτρεπόταν στον Κατηγορούμενο να προσπεράσει στο επίδικο σημείο, λόγω ύπαρξης διακεκομμένης λευκής διαχωριστικής γραμμής μεταξύ των δύο λωρίδων κυκλοφορίας. Βασίζει δε την ανωτέρω γραμμή υπεράσπισης (α) στην μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ3, οι οποίοι εξέφρασαν την γνώμη ότι επιτρεπόταν το προσπέρασμα στο επίδικο σημείο, και (β) στον Κανονισμό 58 της Κ.Δ.Π.66/
  1. Αρχίζοντας από το πρώτο, το Δικαστήριο έχει ήδη απορρίψει εκείνο το μέρος της μαρτυρίας των ΜΚ1 και ΜΚ
  2. Επαναλαμβάνεται ότι οι μάρτυρες είναι μάρτυρες γεγονότων, και όχι ερμηνείας και εφαρμογής του Νόμου επί των γεγονότων, το οποίο αποτελεί αποκλειστικό έργο του Δικαστηρίου. Όσον αφορά τον Κανονισμό 58, ο συνήγορος του Κατηγορούμενου επικαλέστηκε ουσιαστικά το εδάφιο 3(α) αυτού, το οποίο προνοεί ότι «Προσπέρασμα οχήματος που κινείται προς την ίδια κατεύθυνση διενεργείται από την δεξιά πλευρά του, εκτός αν- (i) ο οδηγός του προπορευόμενου οχήματος δίνει σήμα ότι προτίθεται να στρίψει στα δεξιά και κατευθύνει προοδευτικά το όχημα στο κέντρο του δρόμου, οπότε το προσπέρασμα διενεργείται από την αριστερή πλευρά του προπορευόμενου οχήματος εάν υπάρχει ο απαιτούμενος χώρος.». Η ανωτέρω διάταξη, όμως, δεν μπορεί να στηρίξει το επιχείρημα του, καθώς αυτή προσδιορίζει απλώς την πλευρά από την οποία δύναται να προσπεράσει ένας οδηγός προπορευόμενο όχημα και συγκεκριμένα ότι αυτή είναι η δεξιά πλευρά, εκτός σε κάποια συγκεκριμένη περίπτωση, όπου επιτρέπεται να προσπεράσει από αριστερά. Δεν επιτρέπει, όμως, το προσπέρασμα από δεξιά, σε οποιοδήποτε σημείο του δρόμου. Προβλήθηκε, επίσης, η θέση από πλευράς Κατηγορούμενου ότι το Όχημα Α ήταν σταματημένο και συνεπώς ο Κατηγορούμενος είχε δικαίωμα να το προσπεράσει. Ούτε αυτή η εισήγηση μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Και εξηγώ. Το εδάφιο 5(α) του Κανονισμού 58 υποχρεώνει τον κάθε οδηγό να οδηγεί το όχημα του «κατά το δυνατό πλησιέστερα προς την αριστερή άκρη του οδοστρώματος του δρόμου» και του επιτρέπει να το οδηγήσει δεξιότερα σε περίπτωση που «προτίθεται να στρίψει δεξιά ή να αποφύγει πεζό ή σταθμευμένο όχημα». Στην παρούσα περίπτωση, η θέση που προβλήθηκε από την Υπεράσπιση ήταν ότι το Όχημα Α ήταν σταματημένο, όχι σταθμευμένο. Συνεπώς, δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής τα ανωτέρω και να βοηθήσουν την θέση του Κατηγορούμενου. Ερχόμενος στην επίμαχη πρόνοια, ήτοι τον Κανονισμό 58
(4)(α), αυτός ναι μεν απαγορεύει το προσπέρασμα σε, μεταξύ άλλων, συνεχή άσπρη διαχωριστική γραμμή, αλλά τούτο δεν σημαίνει ότι επιτρέπει το προσπέρασμα οπουδήποτε υπάρχει διακεκομμένη γραμμή, καθώς το προσπέρασμα απαγορεύεται και σε άλλα σημεία του δρόμου, όπως στην συμβολή δρόμων. Σύμφωνα με το σημείο «Χ2» που υπέδειξε ο ίδιος ο Κατηγορούμενος ως σημείο σύγκρουσης μεταξύ των δύο οχημάτων, το οποίο βρίσκεται εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας και στο ύψος της επίδικης συμβολής, προκύπτει ότι το προσπέρασμα έλαβε χώρα επί της συμβολής των δύο οδών. Ενόψει των ανωτέρω, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Κατηγορούμενος επιχείρησε να προσπεράσει το Όχημα Α σε συμβολή δρόμων και ως εκ τούτου κρίνω ένοχο τον Κατηγορούμενο στην 2η κατηγορία. 1η Κατηγορία Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 1ης κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος κατηγορείται ότι οδηγούσε το Όχημα Β κατά τον επίδικο τόπο και χρόνο «μη καταβάλλων την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή» (βλ. άρθρο 8
(1)(α) του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου (Ν.86/1972) ως έχει τροποποιηθεί). Καταρχάς, επισημαίνεται ότι η παράβαση κανονισμού τροχαίας δεν συνιστά από μόνης της αμέλεια (βλ. Κλεάνθους ν Ευαγγέλου
(1998)1 ΑΑΔ 1681 και Χριστοφόρου ν Τρύφωνος
(1999)1 ΑΑΔ 1516). Ως εκ τούτου, η κατάληξη του Δικαστηρίου περί ενοχής του Κατηγορούμενου στην 2η κατηγορία δεν σημαίνει αυτόματα και ενοχή του στην 1η κατηγορία. Η αμέλεια επί των τροχαίων ατυχημάτων είναι η ίδια και στο αστικό και στο ποινικό δίκαιο με διαφορά, βέβαια, το βάρος απόδειξης (βλ. Σωκράτους ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 1). Το καθήκον επιμέλειας (standard of care) οφείλεται έναντι οποιουδήποτε προσώπου που κατά λογική πρόβλεψη δυνατό να επηρεαστεί από τις πράξεις του οδηγού και το κριτήριο είναι αντικειμενικό, με μέτρο τον μέσο συνετό και προσεκτικό οδηγό, ενώ η πρόβλεψη για την δυνατότητα κινδύνου συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες οδήγησης και το καθήκον της δέουσας παρατηρητικότητας (βλ. Χαραλάμπους ν McGill (Πολ. Έφεση 38/2015) ημερ. 18/12/2019, ECLI:CY:AD:2019:A527). Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αναμενόμενη ή αντιληπτή, τότε η παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια. Έστω και μικρού βαθμού αμέλεια, στις ποινικές υποθέσεις είναι αρκετή για να οδηγήσει σε καταδίκη του Κατηγορούμενου (βλ. Κυπριανού ν Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 816). Ως έχει ήδη αναφερθεί ανωτέρω, δεν αμφισβητείται ότι ο Κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που οδηγούσε το Όχημα Β και ότι επήλθε σύγκρουση του με το Όχημα Α. Εκείνο που καλείται να αποφασίσει το Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση είναι κατά πόσο ο Κατηγορούμενος οδήγησε το Όχημα Β αμελώς, ήτοι χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Με βάση την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου και κρίθηκε ανωτέρω ως αξιόπιστη, καταλήγω στα κατωτέρω ευρήματα: (α) Ο Κατηγορούμενος, ενώ οδηγούσε κατά τον επίδικο τόπο και χρόνο το Όχημα Β και είχε αντιληφθεί την ύπαρξη του Οχήματος Α, το οποίο βρισκόταν μπροστά του στον επίδικο δρόμο και στο ύψος της συμβολής με την οδό Τάκη Σοφοκλέους, επιχείρησε να το προσπεράσει από δεξιά. Παράλληλα, η ΜΚ2, η οποία οδηγούσε το Όχημα Α, επιχείρησε να στρίψει δεξιά για να εισέλθει στην οδό Τάκη Σοφοκλέους, με αποτέλεσμα το αριστερό μπροστινό μέρος του Οχήματος Β να συγκρουστεί με την πόρτα του οδηγού και μπροστινό δεξιό μέρος του Οχήματος Α. Στην συνέχεια το Όχημα Β συγκρούστηκε και ακινητοποιήθηκε στην περίφραξη παρακείμενης οικίας. (β) Λαμβάνοντας υπόψιν τις ζημιές των δύο οχημάτων, κατά την επίδικη σύγκρουση το Όχημα Α βρισκόταν τουλάχιστον σε διαγώνια θέση εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς την οδό Τάκη Σοφοκλέους και το Όχημα Β βρισκόταν σε ευθεία πορεία και θέση ως η κατεύθυνσή του και δεξιά του Οχήματος Α. Αναφορικά με την τελική θέση «Α1» του Οχήματος Α επί του Τεκμηρίου 3, για τους λόγους που ήδη αναφέρθηκαν ανωτέρω, αποδέχομαι ότι αυτή είναι η θέση που εντόπισαν οι ΜΚ1 και ΜΚ3 το Όχημα Α όταν κατέφθασαν στην σκηνή, και όχι η θέση την οποία είχε το Όχημα Α κατά την επίδικη σύγκρουση. (γ) Λαμβάνοντας υπόψιν την θέση και ουσιαστικά παραδοχή του Κατηγορούμενου ότι η επίδικη σύγκρουση έλαβε χώρα στο μέσο της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας (βλ. σημείο «Χ2» επί του Τεκμηρίου 3), προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε εντός και κατά μήκος της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας, ήτοι της αντίθετης με την κατεύθυνση του λωρίδας κυκλοφορίας, επιχειρώντας να προσπεράσει το Όχημα Α. Αναφορικά με το κατά πόσο η ΜΚ2 έδειξε με τον σηματοδότη της να στρίψει δεξιά προς την οδό Τάκη Σοφοκλέους, έχοντας απορρίψει την μαρτυρία της ιδίας, δεν υπάρχει οποιαδήποτε αξιόπιστη μαρτυρία ενώπιον μου για να καταλήξω σε εύρημα πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Αντίθετα, μάλιστα, από την μαρτυρία της ΜΚ3, η οποία δεν είδε αναμμένο τον σηματοδότη του Οχήματος Α, όταν αυτή μετέβη στην σκηνή, δημιουργούνται λογικές αμφιβολίες για το κατά πόσο η ΜΚ2 έδειξε ότι θα στρίψει δεξιά πριν την επίδικη σύγκρουση. Ούτε για το κατά πόσο το Όχημα Α βρισκόταν σταματημένο ή εν κινήσει υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία ενώπιον μου για να καταλήξω σε ασφαλές εύρημα. Οι ΜΚ1 και ΜΚ3 δεν απέκλεισαν το ενδεχόμενο το Όχημα Α να ήταν σταματημένο εντός του επίδικου δρόμου, θέση την οποία επικαλέστηκε ο Κατηγορούμενος και η Κατηγορούσα Αρχή δεν την διέψευσε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η Υπεράσπιση προώθησε ουσιαστικά δύο βασικές γραμμές υπεράσπισης. Η πρώτη είναι ότι ο Κατηγορούμενος δεν μπορούσε να αποφύγει την επίδικη σύγκρουση και υπό την πίεση της στιγμής έστριψε δεξιά να την αποφύγει, αλλά δεν τα κατάφερε. Η δεύτερη είναι ότι το Όχημα Α ήταν σταματημένο και εκκίνησε απότομα στρίβοντας δεξιά, με αποτέλεσμα να αποκόψει την πορεία του Κατηγορούμενου. Αρχίζοντας από την πρώτη, πράγματι, από την πραγματική μαρτυρία και δη την τελική θέση «Β1» του Οχήματος Β επί του Τεκμηρίου 3, προκύπτει ότι το Όχημα Β κινήθηκε δεξιότερα κατά και μετά την σύγκρουση. Τούτο, όμως, δεν απαλλάσσει αυτόματα τον Κατηγορούμενο από οποιαδήποτε ευθύνη. Η τυχόν ευθύνη του Κατηγορούμενου εξετάζεται από την αρχική απόφαση και ενέργειά του να προσπεράσει το Όχημα Α, εισερχόμενος στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, και όχι αποσπασματικά κατά τον χρόνο που βρισκόταν μια ανάσα από την σύγκρουση ή μετά από αυτήν. Αναφορικά με την δεύτερη γραμμή υπεράσπισης, υπενθυμίζω ότι το Δικαστήριο έχει απορρίψει την μαρτυρία του Κατηγορούμενου ότι το Όχημα Α ήταν σταθμευμένο στην άκρη του δρόμου. Αντίθετα, μάλιστα, ο συνήγορος του Κατηγορούμενου προέβη στις κατωτέρω υποβολές προς την ΜΚ2: «Ε. Επίσης σας υποβάλλω ότι ο Κατηγορούμενος δεν ήτο αμελής σε καμία περίπτωση και το μόνο που έπραξε ήταν να προσπαθήσει να αποφύγει την σύγκρουση με το σταματημένο αυτοκίνητο που ήταν μέσα στην μέση του δρόμου; Α. Όχι. [.] Ε. Επίσης, σας υποβάλλω, κυρία Κ.Π., ότι την ώρα που πήγε να προσπεράσει ο Κατηγορούμενος μπήκατε εσείς μέσα στην λωρίδα του και του κόψατε τον δρόμο; Α. Όχι δεν τον είδα καν ότι μπήκε για να προσπεράσει». Οι ανωτέρω υποβολές του συνηγόρου του Κατηγορούμενου δύνανται να επενεργούν ως έμμεσες παραδοχές ορισμένων επίδικων γεγονότων (βλ. σχετικά Αναστασίου ν Γενικού Εισαγγελέα
(2005)2 ΑΑΔ 492 και Γιουρούκκης ν Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 402). Στην προκειμένη περίπτωση, προκύπτει έμμεση παραδοχή της Υπεράσπισης ότι το Όχημα Α ήταν «σταματημένο στην μέση του δρόμου». Στην παρούσα υπόθεση, ο Κατηγορούμενος, σύμφωνα με τις δικές του θέσεις και ισχυρισμούς, αντιλήφθηκε μπροστά του ένα μηχανοκίνητο όχημα, το οποίο ήταν σταματημένο στην μέση του δρόμου και στο ύψος της συμβολής του επίδικου δρόμου με την οδό Τάκη Σοφοκλέους. Αυτό το μηχανοκίνητο όχημα, ήτοι το Όχημα Α, ο Κατηγορούμενος αποφάσισε να το προσπεράσει από δεξιά, εισερχόμενος στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. Κατά τον χρόνο που προσπερνούσε το Όχημα Α ως ανωτέρω και στο σημείο που βρίσκεται η συμβολή με την οδό Τάκη Σοφοκλέους, η ΜΚ2 έστριψε απότομα και χωρίς κάποια προειδοποίηση δεξιά το Όχημα Α, με αποτέλεσμα να του ανακόψει την πορεία του εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας και τα δύο οχήματα να συγκρουστούν στο σημείο «Χ2» επί του Τεκμηρίου 3. Ενόψει των ανωτέρω, τα γεγονότα της απόφασης Βασιλείου ν Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 202, στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου, διακρίνονται από αυτά της παρούσας, καθώς ο εκεί κατηγορούμενος ήταν σταματημένος στην αριστερή άκρη του δρόμου και έστριψε απότομα δεξιά, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με όχημα που επιχείρησε να τον προσπεράσει. Τα γεγονότα της παρούσας προσομοιάζουν περισσότερο με αυτά της απόφασης Polycarpou v Adamou
(1988)1 CLR 727, όπου το προπορευόμενο όχημα έστριψε δεξιά σε πάροδο με διαγώνια δεξιά πορεία χωρίς ένδειξη της πρόθεσης του αυτής και η μοτοσικλέτα που το ακολουθούσε επιχείρησε να το προσπεράσει. Εκεί το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι υπήρχε (συντρέχουσα) αμέλεια του μοτοσικλετιστή, καθώς λαμβάνοντας υπόψιν την θέση και κατεύθυνση του προπορευόμενου οχήματος στην μέση του δρόμου σε συνάρτηση με την ύπαρξη παρόδου στα δεξιά, ο μοτοσικλετιστής όφειλε να αντιληφθεί τον κίνδυνο και να μην προσπεράσει υπό τις ανωτέρω συνθήκες. Στην παρούσα υπόθεση, ο Κατηγορούμενος, βλέποντας το Όχημα Α να είναι σταματημένο στην μέση του δρόμου σε σημείο όπου υπάρχει πάροδος στα δεξιά, όφειλε να αντιληφθεί τον προβλεπτό κίνδυνο ότι αυτό θα έστριβε δεξιά και να τεθεί σε κατάσταση προσοχής λαμβάνοντας μέτρα προφύλαξης. Ο Κατηγορούμενος όφειλε να ελαττώσει ταχύτητα και να παραμείνει στην αριστερή λωρίδα του δρόμου, παρά να προσπεράσει το Όχημα Α υπό τις ανωτέρω συνθήκες (βλ. επίσης Στυλιανού ν Νικηφόρου
(2001)1 ΑΑΔ 1602 και Κανονισμό 58
(4)(ε) των Κανονισμών). Εφόσον, μάλιστα, αποφάσισε να προσπεράσει το Όχημα Α υπό τις ανωτέρω συνθήκες, όφειλε τουλάχιστον να λάβει τέτοια μέτρα που να καθιστούν ασφαλές το προσπέρασμα ή έστω να κάμει χρήση της σειρήνας του οχήματος του για να εμβάλει τον οδηγό του σε ανησυχία (βλ. Ανδρέου ν Γρηγορίου
(1999)1 ΑΑΔ 57). Όσον αφορά τυχόν ευθύνη της ΜΚ2 στην επίδικη σύγκρουση, θέση την οποία επίσης προώθησε η Υπεράσπιση, επισημαίνω ότι αυτό το ζήτημα δεν αφορά την παρούσα υπόθεση, στην οποία μοναδικό επίδικο ζήτημα είναι η αμέλεια του Κατηγορούμενου (βλ. Κυπριανού ν Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 816). Επιπρόσθετα, κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω και το ακόλουθο απόσπασμα από την αντεξέταση της ΜΚ3: «Ε. . Όσον αφορά το συγκεκριμένο ατύχημα, και αυτή είναι η θέση της Υπεράσπισης, ότι για το εν λόγω ατύχημα έχει ευθύνη και η παραπονούμενη. Τι έχετε να πείτε; Α. Πιθανόν να έχει, δεν φέρω γνώμη. Ε. Σε περίπτωση που σας πω ότι αυτό το ζήτημα διαπιστώθηκε ήδη από τις ασφαλιστικές εταιρείες και έχει δοθεί ευθύνη 70-30, 70% στον Κατηγορούμενο και 30% στην παραπονούμενη, τι έχετε να πείτε; Α. Δεν έχω να πω κάτι. Αφού αποφάσισε η ασφαλιστική έτσι, συμφωνώ». Με κάθε σεβασμό, οι ανωτέρω υποβολές, όχι μόνο δεν δημιουργούν λογικές αμφιβολίες για τυχόν ευθύνη του Κατηγορούμενου, αλλά συνιστούν ουσιαστικά έμμεση παραδοχή του Κατηγορούμενου ότι έχει και αυτός μερίδιο ευθύνης στην επίδικη τροχαία σύγκρουση. Ενόψει όλων των ανωτέρω, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο Κατηγορούμενος δεν επέδειξε την δέουσα προσοχή και δεν εκπλήρωσε το καθήκον επιμέλειας του έναντι της ΜΚ2, με αποτέλεσμα να οδηγήσει αμελώς το Όχημα Β. 6. Κατάληξη Για όλους τους λόγους που καταγράφονται ανωτέρω, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.)..................................... Μ. Μαρκουλλής, Προσ. Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.