Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Σοφούλη Παναγίδη, Αρ. Υπόθεσης: 3473/2021, 28/11/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3473/2021 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας εναντίον Σοφούλη Παναγίδη Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 28.11.2024 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ζ. Κούμουρου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Χρ. Δημητρίου Κατηγορούμενος: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος δήλωσε μη παραδοχή στη μοναδική κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει την οποία παραθέτω πιο κάτω αυτούσια: ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. κατηγορίας 1 Αποστολή δια δημοσίου δικτύου επικοινωνιών ενοχλητικού τηλεφωνήματος κατά παράβαση των άρθρων 3, 4 και 149
(6)(β) του περί Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομικών Υπηρεσιών Νόμου του 2004, Αρ. 112
(1)/
- ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο κατηγορούμενος μεταξύ των ημερομηνιών 16//2020 - 15/12/2020, συμπεριλαμβανομένων, στην Τερσεφάνου της Επαρχίας Λάρνακας, χρησιμοποίησε επίμονα δημόσιο δίκτυο επικοινωνιών δηλ. τηλεφωνούσε από το τηλ. με αριθμό [ ] στο τηλ. [ ]. Η κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη της κατηγορίας παρουσίασε 1 μάρτυρα. Επιπλέον κατατέθηκαν ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους διάφορες καταθέσεις και άλλα έγγραφα. Ως τεκμήριο 1 ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της κατατέθηκε η κατάθεση του Αστ. 4418 Α. Μυλωνά στην οποία περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λάρνακας και είναι τοποθετημένος στην Αστ. Σταθμό Κιτίου. Στις 16.1.2021 παραλήφθηκε αλληλογραφία στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων Λάρνακας από την Α.ΤΗ.Κ. σχετικά με ενοχλητικά τηλεφωνήματα που έγιναν προς τη Nina Sokolenko από τον Σοφούλη Παναγίδη. Στις 20.1.2021 λήφθηκε κατάθεση από την παραπονούμενη η οποία ακολούθως στις 2.2.2021 κατήγγειλε ότι ο Παναγίδης συνέχιζε να την καλεί επανειλημμένα και να της δημιουργεί άγχος. Στις 4.3.2021 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Παναγίδη σχετικά με το αδίκημα των ενοχλητικών τηλεφωνημάτων αφού προηγουμένως τον πληροφόρησε για την υπό διερεύνηση υπόθεση και του επέστησε την προσοχή του στον νόμο. Ακολούθως την ίδια ημέρα τον κατηγόρησε γραπτώς και αυτός απάντησε πως ότι έχει να πει θα το πει στο Δικαστήριο. Ως τεκμήριο 2, επίσης ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της, κατατέθηκε η επιστολή της Χρ. Ομήρου της Α.ΤΗ.Κ. ημερ. 16.12.2020 στην οποία είναι επισυνημμένες 4 σελίδες με την κατάσταση κλήσεων για τη χρονική περίοδο από τις 16.11.2020 έως τις 15.12.2020 προς τον τηλεφωνικό αριθμό [ ] της Nina Sokolenko από τον τηλεφωνικό αριθμό [ ] που ανήκει στον Σοφούλη Παναγίδη. Ως τεκμήριο 3 κατατέθηκε η κατάθεση του κατηγορούμενου ημερ. 4.3.2021 στην οποία καταγράφονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: το διάστημα από τις 16.11.2020 μέχρι τις 15.12.2020 τηλεφωνούσε στην Nina Sokolenko επειδή ήθελε να βοηθήσει τον επιδότη να της επιδώσει ένα χαρτί που αφορούσε το διαζύγιό τους. Πάντα όταν της τηλεφωνούσε το τηλέφωνό της έπαιζε κλειστό και δεν μίλησε ποτέ μαζί της. Επέμενε γιατί είχε ήδη ακυρωθεί 2 φορές το Δικαστήριο και ήθελε να τελειώνει με το εν λόγω θέμα. Ήξερε ότι δεν έπρεπε να την ενοχλεί αλλά δεν το έκαμε εσκεμμένα απλά ήθελε να βοηθήσει τον επιδότη ο οποίος ήδη προσπάθησε αμέτρητες φορές να επικοινωνήσει μαζί της και αυτή δεν του απαντούσε. Ως Μ.Κ.1 παρουσιάστηκε η Nina Sokolenko η οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της τη γραπτή κατάθεσή της ημερ. 20.1.2021, η οποία σημειώθηκε ως τεκμήριο 4, στην οποία περιέχονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: κατάγεται από την Ουκρανία και είναι παντρεμένη στην Κύπρο με τον Σοφούλη Παναγίδη. Τον περασμένο Αύγουστο επισκέφθηκε δικηγόρο για να προχωρήσει τη διαδικασία για να λάβουν διαζύγιο αλλά ο Σοφούλης δεν υπέγραψε τα σχετικά έγγραφα. Μετά την καταγγελία που έκανε στην Αστυνομία κατά τον Οκτώβρη ο κατηγορούμενος σταμάτησε για λίγο καιρό να της τηλεφωνεί αλλά ακολούθως έκανε και πάλι τα ίδια. Κατά την αντεξέτασή της η Μ.Κ.1 συμφώνησε με υποβολή του δικηγόρου του κατηγορούμενου ότι κατά τον χρόνο που ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος την ενοχλούσε βρίσκονταν σε διαδικασία λύσης του γάμου τους. Όταν της υποβλήθηκε ότι ο κατηγορούμενος καταχώρησε αίτηση διαζυγίου αρνήθηκε την εν λόγω υποβολή και ισχυρίστηκε ότι η ίδια είχε καταχωρήσει τέτοια αίτηση. Ακολούθως κατατέθηκε ως τεκμήριο 5 αντίγραφο της αίτησης διαζυγίου του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λάρνακας ημερ. 3.9.2020 και όταν της υποβλήθηκε ότι ο επιδότης Παναγιώτης Παναγιώτου προσπαθούσε να επικοινωνήσει μαζί της αλλά αυτή δεν του απαντούσε αρνήθηκε την εν λόγω υποβολή. Στη συνέχεια της αντεξέτασής της κατατέθηκε ως τεκμήριο 6 η ένορκη δήλωση του Παναγιώτη Παναγιώτου ημερ. 3.3.
- Μετά που το Δικαστήριο έκρινε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και εξήγησε στον κατηγορούμενο τα δικαιώματά του αυτός επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής. Στη συνέχεια η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύεις. Ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής εισηγήθηκε ότι από την αξιόπιστη μαρτυρία που παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή αποδείχθηκε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η επίδικη κατηγορία και κάλεσε το Δικαστήριο να κρίνει ένοχο τον κατηγορούμενο. Αντίθετη ήταν η εισήγηση του δικηγόρου του κατηγορούμενου ο οποίος εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκαν τα συστατικά στοιχεία του επίδικου αδικήματος. Εισηγήθηκε επίσης ότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση επειδή το επίδικο αδίκημα δεν υφίσταται πλέον. Κρίνω ότι είναι αναγκαίο να εξεταστεί πρώτα η εισήγηση του κ. Δημητρίου ότι το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση για τον λόγο που εισηγήθηκε αφού σε περίπτωση που κριθεί ότι αυτή είναι βάσιμη η δίκη θα ολοκληρωθεί και σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα παρέλκει να εξεταστούν στη συνέχεια τα υπόλοιπα θέματα που εγέρθηκαν στα πλαίσια της δίκης. Αναφορικά με το πιο πάνω θέμα κρίνω ότι μπορεί να αντληθεί καθοδήγηση από τις πρόνοιες του άρθρου 10
(2)(δ) και (ε) του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Όταν Νόμος ακυρώνει οποιοδήποτε άλλο νομοθέτημα, τότε, εκτός αν φαίνεται αντίθετη πρόθεση, η ακύρωση δεν θα (α) . (δ) επηρεάζει ποινή, κατάσχεση, ή τιμωρία που προέκυψε σχετικά με ποινικό αδίκημα που διαπράχθηκε εναντίον νομοθετήματος που ακυρώθηκε με τον τρόπο αυτό ή (ε) επηρεάζει έρευνα, νομική διαδικασία ή θεραπεία σχετικά με οποιοδήποτε δικαίωμα, προνόμιο, υποχρέωση, ευθύνη, ποινή, κατάσχεση ή τιμωρία όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, και τέτοια έρευνα, νομική διαδικασία, ή θεραπεία, μπορεί να εγερθεί, συνεχιστεί, ή εκτελεσθεί και τέτοια ποινή, κατάσχεση, ή τιμωρία μπορεί να επιβληθεί ωσάν ο ακυρωτικός Νόμος δεν ψηφιζόταν». Κρίνω περαιτέρω ότι σχετική με το ως άνω θέμα είναι και η υπόθεση Τιμόθεος Ιάσωνος Χριστοδούλου και άλλη ν. Αστυνομίας
(1995)1 Α.Α.Δ. 1 στην οποία λέχθηκε ότι «δεν καταργείται η ποινική ευθύνη για τη διάπραξη αδικήματος από την κατάργηση του ποινικού νομοθετήματος εκτός αν στον καταργητικό νόμο εκδηλώνεται αντίθετη πρόθεση.». Στην παρούσα υπόθεση το επίδικο εδάφιο
(6)του άρθρου 149 του περί Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομικών Υπηρεσιών Νόμου 112(Ι)/2004 καταργήθηκε από τον τροποποιητικό νόμο 23(Ι)/2022. Έχω διεξέλθει τον ως άνω τροποποιητικό νόμο και έχω διαπιστώσει ότι σε αυτόν δεν υπάρχει πρόνοια για κατάργηση της ποινικής ευθύνης για τη διάπραξη αδικήματος βάσει του ως άνω καταργηθέντος εδαφίου. Συνεπώς έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω κρίνω ότι η εισήγηση του δικηγόρου του κατηγορούμενου ότι το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση λόγω της κατάργησης του εδαφίου
(6)του άρθρου 149 του περί Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομικών Υπηρεσιών Νόμου 112(Ι)/2004 και του ποινικού αδικήματος που αυτό θέσπιζε δεν είναι βάσιμη και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδείχθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Έχω παρακολουθήσει τη μοναδική μάρτυρα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις της, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσε, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά της ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσε, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Έχω επίσης υπόψη μου ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Σχετική, επίσης, είναι η απόφαση Πιριλλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, Ποινική Έφεση Αρ. 331/2015, ημερ. 11.12.2017, ECLI:CY:AD:2017:B454, όπου επαναλήφθηκε η αρχή πως η παράλειψη αντεξέτασης γενικά θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που θέτει ο μάρτυρας. Επιπλέον, είναι καλά νομολογημένο ότι η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νου στους μάρτυρες κατηγορίας, ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Σχετική είναι απόφαση Pal Tekinder κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551. Οι υποβολές όμως των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλώς μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετική είναι η απόφαση Ησαΐας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640. Σχετικά με τις καταθέσεις των κατηγορουμένων το Δικαστήριο μπορεί να αξιολογήσει το περιεχόμενο των γραπτών τους καταθέσεων οι οποίες βρίσκονται ενώπιόν του. Θεμελιακή επί του θέματος είναι η υπόθεση Χαράλαμπος Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109, στην οποία υιοθετηθήκαν οι αρχές της αγγλικής υπόθεσης Findlay Duncan 73 Cnm. App R. 359. Στην Κωνσταντίνου (ανωτέρω), υποδείχθηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου που γίνεται δεκτό αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία για την αλήθεια των γεγονότων στα οποία αναφέρεται και όχι μόνο το μέρος εκείνο που συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Λέχθηκε επίσης πως μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο της κατάθεσης, το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια στα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Στην εν λόγω υπόθεση εξηγήθηκε επίσης ότι το βάρος το οποίο θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης ενός κατηγορουμένου αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια των κριτών των γεγονότων της υπόθεσης. Τέλος, στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιόμυλου ν. Έλλης Μιχαήλ Κτωρίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 204, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο καταλήγει στην απόφασή του λαμβάνοντας υπόψη του το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας ανεξαρτήτως της προέλευσής της. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Η Μ.Κ.1 μου έχει κάνει καλή εντύπωση ως μάρτυρας και κρίνω ότι οι ισχυρισμοί της που είναι σχετικοί με τον επίδικο χρόνο της παρούσας υπόθεσης δεν κλονίστηκαν κατά την αντεξέτασή της και συνεπώς τους αποδέχομαι ως ειλικρινείς. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς της οι οποίοι δεν αφορούν την επίδικη χρονική περίοδο κρίνω ότι αυτοί δεν μπορεί παρά να αγνοηθούν αφού δεν είναι σχετικοί με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς του κατηγορούμενου που περιέχονται στην κατάθεσή του αποδέχομαι τους ισχυρισμούς του ότι κατά την επίδικη περίοδο τηλεφωνούσε προς τη Μ.Κ.1 αφού αυτοί οι ισχυρισμοί είναι ενάντια στα συμφέροντά του και δεν είναι λογικό να τους είχε προβάλει σε περίπτωση που αυτοί δεν ανταποκρίνονταν στην αλήθεια. Έχοντας υπόψη μου όσα δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα στην παρούσα υπόθεση, τη μαρτυρία η οποία δεν αμφισβητήθηκε καθώς επίσης και όσα προκύπτουν από την αξιολόγηση της ενώπιόν μου μαρτυρία στην οποία αναφέρθηκα πιο πάνω καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα αναφορικά με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης: ο κατηγορούμενος και η Μ.Κ.1 ήταν σύζυγοι. Τον Αύγουστο του 2020 η κατηγορούμενη επισκέφθηκε δικηγόρο και του έδωσε οδηγίες να προχωρήσει τη διαδικασία έκδοσης διαζυγίου. Ο κατηγορούμενος κατά την περίοδο από τις 16.11.2020 έως τις 15.12.2020 ήταν ο κάτοχος του τηλεφωνικού αριθμό [ ] και η Μ.Κ.1 η κάτοχος του τηλεφωνικού αριθμού [ ] της Α.ΤΗ.Κ. Κατόπιν υποβολής παραπόνου από την Μ.Κ.1 προς την Αστυνομία ότι ο κατηγορούμενος την ενοχλούσε τηλεφωνικώς η Α.ΤΗ.Κ. προχώρησε στην καταγραφή των κλήσεων προς τον τηλεφωνικό αριθμό της. Από την εν λόγω καταγραφή προέκυψε ότι κατά την περίοδο των 30 ημερών από τις 16.11.2020 έως τις 15.12.2020 ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε προς την Μ.Κ.1 σε 16 διαφορετικές ημερομηνίες συνολικά 24 φορές με συνολική διάρκεια κλήσεων 133 δευτερόλεπτα, ήτοι 2 λεπτά και 13 δευτερόλεπτα. Η μέγιστη διάρκεια κάποιας εκ των ως άνω κλήσεων ήταν 10 δευτερόλεπτα και αυτό έγινε σε 2 μόνο περιπτώσεις ενώ η ελάχιστη ήταν διάρκειας 3 δευτερολέπτων και έλαβε χώρα μια μόνο φορά. Οι υπόλοιπες ήταν διάρκειας 8 δευτερολέπτων (2 φορές), 7 δευτερολέπτων (μία φορά), 6 δευτερολέπτων (3 φορές), 5 δευτερολέπτων (9 φορές) και 4 δευτερολέπτων (6 φορές) αντίστοιχα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης της σωρευτικής ύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσον εύλογες και εάν είναι (Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.. 246) «οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Όπως καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί και αθωωθεί από την κατηγορία. Η επίδικη κατηγορία στηρίζεται στο άρθρο 149
(6)(β) του περί Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομικών Υπηρεσιών Νόμου 112(Ι)/2004 ως αυτό ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο αφού το εδάφιο
(6)ως αναφέρθηκε πιο πάνω δεν υφίσταται πλέον λόγω κατάργησής του από τον τροποποιητικό νόμο 23(Ι)/2022. Το περιεχόμενό του είχε ως ακολούθως: «
(6)Πρόσωπο το οποίο (α) . (β) αποστέλλει δια δημόσιου δικτύου επικοινωνιών, με σκοπό την πρόκληση ενόχλησης, παρενόχλησης ή/και άσκοπης ανησυχίας σε άλλο πρόσωπο, μήνυμα, το οποίο γνωρίζει ότι είναι ψευδές ή/και χρησιμοποιεί επίμονα για τον πιο πάνω σκοπό δημόσιο δίκτυο επικοινωνιών, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε περίπτωση καταδίκης του, σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα χίλια επτακόσια ευρώ (€1.700).». Έχοντας υπόψη μου τις πρόνοιες του ως άνω εδαφίου
(6)(β) του επίδικου άρθρου κρίνω ότι το αδίκημα το οποίο αυτό θέσπιζε ήταν δυνατόν να διαπραχθεί με 2 διαφορετικούς τρόπους. Ο ένας με την αποστολή μηνυμάτων με σκοπό την πρόκληση ενόχλησης, παρενόχλησης ή/και άσκοπης ανησυχίας σε άλλο πρόσωπο και ο άλλος με την επίμονη χρήση δημόσιου δικτύου επικοινωνιών με σκοπό την πρόκληση ενόχλησης, παρενόχλησης ή/και άσκοπης ανησυχίας σε άλλο πρόσωπο. Στην παρούσα υπόθεση έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω καθώς επίσης και τις λεπτομέρειες αδικήματος της επίδικης κατηγορίας στις οποίες καταγράφεται μεταξύ άλλων ότι ο κατηγορούμενος «χρησιμοποίησε επίμονα δημόσιο δίκτυο επικοινωνιών δηλ. τηλεφωνούσε επίμονα από το τηλ. με αριθμό [ ] στο τηλ. [ ]» κρίνω ότι στην παρούσα υπόθεση η κατηγορούσα αρχή καταλογίζει στον κατηγορούμενο ότι με την επίμονη χρήση δημόσιου δικτύου επικοινωνιών σκοπό είχε την πρόκληση ενόχλησης, παρενόχλησης ή/και άσκοπης ανησυχίας στην Μ.Κ.1. Έχοντας περαιτέρω υπόψη μου ότι κατά την επίδικη χρονική περίοδο ήτοι από τις 16.11.2020 έως τις 15.12.2020 η συνολική διάρκεια των τηλεφωνικών κλήσεων που ο κατηγορούμενος πραγματοποίησε προς τον τηλεφωνικό αριθμό της Μ.Κ.1 ήταν συνολικής διάρκειας 133 δευτερολέπτων σε διάστημα 30 ημερών κρίνω ότι η εν λόγω συνολική χρονική διάρκεια των κλήσεων ήταν μικρή σχετικά με το ως άνω χρονικό διάστημα των 30 ημερών και ως εκ τούτου δεν συνιστά επίμονη χρήση του δημόσιου δικτύου επικοινωνιών της Α.ΤΗ.Κ. με σκοπό την πρόκληση ενόχλησης, παρενόχλησης ή/και άσκοπης ανησυχίας στην Μ.Κ.1 ως απαγορεύει το ως άνω σχετικό άρθρο. Λόγω των πιο πάνω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο χρησιμοποίησε επίμονα το δημόσιο δίκτυο επικοινωνιών με σκοπό την πρόκληση ενόχλησης, παρενόχλησης ή/και άσκοπης ανησυχίας προς την Μ.Κ.1 ως του καταλογίζεται με τις λεπτομέρειες αδικήματος της επίδικης κατηγορίας. Συνεπώς ο κατηγορούμενος αθωώνεται στην κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει. (Υπ.) ........... Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο