ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΚΟΛΟΚΑΣΙΔΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 2028/2024, 21/10/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Μ. Μαρκουλλής, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2028/2024 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Κατηγορούσα Αρχή ν ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΚΟΛΟΚΑΣΙΔΗΣ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 21.10.2024 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Στέλλα Πίπη Για τον Κατηγορούμενο: Προσωπικά Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ
- Εισαγωγή Σύμφωνα με το κατηγορητήριο ημερ. 19.02.2024, ο Κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 05.10.2023 στην Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού στην Λάρνακα οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα του (εφεξής καλούμενου ως «το Όχημα Α») κρατώντας τηλέφωνο με τα χέρια (1η κατηγορία) και χωρίς να είναι προσδεμένος με ζώνη ασφαλείας (3η κατηγορία) και παρέλειψε να ακινητοποιήσει το όχημα του ενώ κλήθηκε από αστυνομικό με στολή (2η κατηγορία). Ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε αμέσως την 3η κατηγορία και αρνήθηκε τις υπόλοιπες, με αποτέλεσμα η υπόθεση να οδηγηθεί σε ακρόαση σε σχέση με τις κατηγορίες 1 και
- Η Μαρτυρία Η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε ένα μάρτυρα για απόδειξη της υπόθεσης της, ήτοι τον Αστυφύλακα 3733 Κ.Π. (ΜΚ1). Ο Κατηγορούμενος επέλεξε να δώσει ενόρκως μαρτυρία, ενώ δεν κάλεσε οποιουσδήποτε μάρτυρες υπεράσπισης. Η όλη μαρτυρία είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και παραθέτω κατωτέρω τα κύρια σημεία της. Ο ΜΚ1 υπηρετεί στην Ομάδα Ζ της Τροχαίας Λάρνακας. Στις 05.10.2023 οδηγούσε υπηρεσιακό όχημα της Αστυνομίας (εφεξής καλούμενου ως «το Όχημα Β») στην λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού, η οποία αποτελείται από δύο λωρίδες κυκλοφορίας σε κάθε κατεύθυνση. Όταν πλησίασε στην ελεγχόμενη από φώτα τροχαίας διασταύρωση με την λεωφόρο Παναγούλη διαπίστωσε ότι ο οδηγός του Οχήματος Α, το οποίο βρισκόταν στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, οδηγούσε χωρίς να είναι προσδεμένος με ζώνη ασφαλείας και κρατούσε κινητό τηλέφωνο στο δεξί του αυτί χρησιμοποιώντας το δεξί χέρι του. Ο ΜΚ1 πήγε δίπλα του με το Όχημα Β σε απόσταση μισού μέτρου περίπου και ζήτησε από τον οδηγό του Οχήματος Α να τον ακολουθήσει για να σταματήσουν πιο κάτω σε σημείο όπου υπήρχε χώρος για στάθμευση οχημάτων. Κατά τον ανωτέρω χρόνο τα παράθυρα των δύο οχημάτων ήταν ανοικτά και ο ΜΚ1 έφερε την στολή της Αστυνομίας. Στην συνέχεια όταν ο ΜΚ1 πέρασε ευθεία από την διασταύρωση, ο οδηγός του Οχήματος Α έστριψε αριστερά στην διασταύρωση και έβγαλε το δεξί χέρι του από το όχημα και το κουνούσε λέγοντας «άτε ολάν τζιαι κανεί». Ακολούθως, ο ΜΚ1 ειδοποίησε την Τροχαία Λάρνακας για το περιστατικό παρέχοντας τους αριθμούς εγγραφής του Οχήματος Α. Η Τροχαία Λάρνακας εντόπισε τα στοιχεία επικοινωνίας του οδηγού, ο οποίος ήταν ο Κατηγορούμενος (βλ. Τεκμήριο 1), και επικοινώνησε μαζί του για να μεταβεί στα γραφεία της Τροχαίας Λάρνακας. Όταν ο Κατηγορούμενος μετέβη στην Τροχαία Λάρνακας, ο ΜΚ1 ήταν παρών και του παρέδωσε το εξώδικο που είχε εκδώσει για τα ανωτέρω αδικήματα. Ο ΜΚ1 αναγνώρισε εντός του Δικαστηρίου τον Κατηγορούμενο ως τον ανωτέρω οδηγό του Οχήματος Α. Στην αντεξέταση του, ο ΜΚ1 αρνήθηκε τις υποβολές του Κατηγορούμενου και συγκεκριμένα ότι ο Κατηγορούμενος έπιασε στιγμιαία το κινητό τηλέφωνο με το αριστερό του χέρι και όχι με το δεξί, ότι η απόσταση μεταξύ των δύο οχημάτων ήταν 5 με 6 μέτρα και όχι μισό μέτρο, και ότι ο ίδιος έκαμε σήμα στον Κατηγορούμενο να στρίψει αριστερά στην διασταύρωση. Συγκεκριμένα, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι είπε στον Κατηγορούμενο «ακολούθα με να σταματήσουμε μετά την βενζίνη», όπου υπάρχει αριστερά χώρος ασφαλείας. Ο Κατηγορούμενος, στην δια ζώσης μαρτυρία του, ανέφερε ότι όντως κατά τον επίδικο τόπο και χρόνο οδηγούσε το Όχημα Α χωρίς να είναι προσδεμένος με ζώνη ασφαλείας. Όταν πλησίασε στην επίδικη διασταύρωση, ήταν αναμμένος ο κόκκινος φανός στα φώτα τροχαίας και το Όχημα Α ήταν το δεύτερο όχημα σταματημένο στην αριστερή λωρίδα, ενώ το Όχημα Β ήταν το πρώτο όχημα σταματημένο στην δεξιά λωρίδα και συνεπώς το Όχημα Α είχε τουλάχιστον 4 μέτρα απόσταση από το Όχημα Β. Αναφορικά με την χρήση του τηλεφώνου, ανέφερε ότι όντως έλαβε κλήση στο κινητό τηλέφωνο του κατά τον χρόνο που το Όχημα Β βρισκόταν πιο πίσω από το Όχημα Α και ο ίδιος δεν το είχε αντιληφθεί. Αφού πήρε το τηλέφωνο με το αριστερό χέρι του, απάντησε την κλήση λέγοντας στο πρόσωπο που τον κάλεσε «πιάνω σε σε λίγο, είμαι πάνω στα φώτα». Αναφορικά με το σήμα που του έκαμε ο ΜΚ1, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι ο ΜΚ1 του έκαμε σήμα να στρίψει αριστερά και του φώναζε, χωρίς, όμως, ο ίδιος να αντιληφθεί τι του έλεγε. Επειδή θα πήγαινε ούτως ή άλλως αριστερά στην διασταύρωση, ο Κατηγορούμενος έστριψε αριστερά και βλέποντας το Όχημα Β να προχωρεί ευθεία στην διασταύρωση κούνησε το δεξί χέρι του λόγω της ασυνεννοησίας που θεώρησε ότι υπήρξε με τον ΜΚ
- Ακολούθως, τον πήραν τηλέφωνο από την Αστυνομία και μετέβηκε αμέσως στην Τροχαία, όπου συνάντησε τον ΜΚ1, ο οποίος ήταν θυμωμένος και του φώναζε ότι δεν τον ακολούθησε και θα τον κατάγγελλε. Επειδή άρχισε και ο ίδιος να φωνάζει στον ΜΚ1, ο διευθυντής της Τροχαίας τον ρώτησε αν ήθελε να κάνει κάποιο παράπονο εναντίον του ΜΚ
- Στην αντεξέταση του, παραδέχθηκε ότι από το σήμα που του έκανε ο ΜΚ1 ο ίδιος αντιλήφθηκε ότι έπρεπε να τον ακολουθήσει με το όχημα του, αλλά ο ίδιος έστριψε αριστερά στην διασταύρωση επειδή ο ΜΚ1 έδειξε με το χέρι του αριστερά. Ανέφερε, μάλιστα, ότι δεν άκουσε τον ΜΚ1 να του λέει να τον ακολουθήσει και ότι δεν θυμόταν τι του είχε πει ο ΜΚ1, καθώς ο τελευταίος ήταν θυμωμένος. Μετά που έστριψε αριστερά στην διασταύρωση δεν σταμάτησε το όχημα του, αλλά συνέχισε κανονικά την πορεία του. Σε ερώτηση γιατί δεν ακολούθησε το Όχημα Β, ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι είναι ο ΜΚ1 που δεν ακολούθησε τον ίδιο, καθώς αυτός ακολούθησε την εντολή του ΜΚ1 να στρίψει αριστερά. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασής του ανέφερε ότι ήταν σίγουρος πως ο ΜΚ1 τον είδε όταν ο ίδιος απάντησε το κινητό τηλέφωνο του.
- Μη Αμφισβητούμενα Γεγονότα Τα κατωτέρω γεγονότα δεν έχουν αμφισβητηθεί και ως εκ τούτου συνιστούν ευρήματα του Δικαστηρίου (βλ. Αντρέου ν Δήμου Λάρνακας
(2014)2 ΑΑΔ 263 και Ocean Reef Properties Ltd v Colville
(2015)1 ΑΑΔ 1002): (α) Στις 05.10.2023 ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το Όχημα Α στην λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού στην Λάρνακα με κατεύθυνση προς την ελεγχόμενη με φώτα τροχαίας διασταύρωση με την λεωφόρο Παναγούλη και βρισκόταν στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο ο ΜΚ1 έφερε την στολή της Αστυνομίας και οδηγούσε το Όχημα Β, το οποίο βρισκόταν στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας. (β) Κατά τον επίδικο τόπο και χρόνο ο Κατηγορούμενος δεν ήταν προσδεμένος με ζώνη ασφαλείας στο Όχημα Α. (γ) Για τα υπό εξέταση αδικήματα ο ΜΚ1 εξέδωσε εξώδικο, το οποίο παρέδωσε στον Κατηγορούμενο μεταγενέστερα στα γραφεία της Τροχαίας Λάρνακας και ο Κατηγορούμενος δεν το πλήρωσε. 4. Η Αξιολόγηση της Μαρτυρίας Μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την όλη μαρτυρία και αξιοπιστία των μαρτύρων με το κριτήριο του μέσου λογικού αντικειμενικού παρατηρητή (βλ. Νεοφύτου ν Γερακιώτη
(2010)1 ΑΑΔ 25) και αφού έχω λάβει υπόψιν μου τόσο την εμφάνιση και συμπεριφορά των μαρτύρων (βλ. C&A Pelekanos v Πελεκάνου
(1999)1 ΑΑΔ1273), όσο και το περιεχόμενο, ποιότητα και πειστικότητα της μαρτυρίας τους (βλ. Μαυροσκούφη ν Τράπεζα Πειραιώς
(2014)1 ΑΑΔ 839 και Ομήρου ν Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506) αντιπαραβαλλόμενη με το σύνολο της μαρτυρίας στην δίκη, είτε προέρχεται από άλλη ζώσα μαρτυρία είτε από έγγραφη μαρτυρία και τεκμήρια (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν Πολυβίου
(2009)1 ΑΑΔ 339, Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1 ΑΑΔ 1056, Pal Tekinder v Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551 και Στέγη Ευγηρίας «Αρχάγγελος Μιχαήλ» ν Αργυρίδου (Πολιτική Έφεση 32/2014) ημερ. 29/09/2021, ECLI:CY:AD:2021:A430). Δεν μου διαφεύγει ότι μικρές ή επουσιώδεις αντιφάσεις είναι φυσιολογικό να υπάρχουν και τείνουν να ενισχύουν την φιλαλήθεια και αξιοπιστία των μαρτύρων (βλ. Κουδουνάρης ν Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 320 και Ξυδιάς ν Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 174), εκτός βέβαια αν είναι τέτοια ουσιαστικής μορφής που πλήττουν την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν την πρόθεση του να πει ψέματα (βλ. Κυπριανού ν Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 816). Ο ΜΚ1 έκαμε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο, καθώς ήταν ήρεμος, σταθερός και επεξηγηματικός στις απαντήσεις του. Ανέφερε με λεπτομέρεια τα επίδικα γεγονότα και παρέμεινε σταθερός στις θέσεις και ισχυρισμούς του κατά την αντεξέτασή του από τον Κατηγορούμενο, καθώς δεν υπέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Δεν έχει οποιοδήποτε συμφέρον από την έκβαση της παρούσας υπόθεσης και ούτε τέθηκε οτιδήποτε ενώπιον μου για τυχόν προηγούμενη σχέση του με τον Κατηγορούμενο. Ενόψει των ανωτέρω, αποδέχομαι την μαρτυρία του ως αξιόπιστη. Από την άλλη, ο Κατηγορούμενος, παρά το γεγονός ότι δημιούργησε την εντύπωση ειλικρινούς προσώπου, υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις στην μαρτυρία του, τις οποίες το Δικαστήριο δεν μπορεί να αγνοήσει. Συγκεκριμένα, ενώ ανάφερε ότι το Όχημα Β βρισκόταν διαγώνια μπροστά του στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και ο ίδιος είχε αντιληφθεί το σήμα του ΜΚ1 για να τον ακολουθήσει, μετά ανάφερε ότι έστριψε αριστερά στην διασταύρωση, παρά το γεγονός ότι είδε το Όχημα Β να προχωρεί ευθεία στην διασταύρωση. Συνεπώς, η αρχική θέση του ότι αντιλήφθηκε από το σήμα του ΜΚ1 να στρίψει αριστερά στην διασταύρωση δεν μπορεί να πείσει το Δικαστήριο για την αλήθειά της. Άλλωστε, ο Κατηγορούμενος συνέχισε κανονικά την πορεία του μετά που έστριψε αριστερά, χωρίς να ακινητοποιήσει το Όχημα Α. Αναφορικά με την χρήση του τηλεφώνου, αρχικά ανέφερε πως δεν αντιλήφθηκε το Όχημα Β όταν έλαβε την κλήση στο κινητό τηλέφωνο του, αλλά στην αντεξέτασή του ήταν σίγουρος ότι τον είδε ο ΜΚ1 όταν απάντησε το τηλέφωνό του. Αναφορικά με τις οδηγίες που του είπε ο ΜΚ1 όταν σταμάτησε δίπλα του, ο Κατηγορούμενος ανάφερε ότι δεν θυμόταν τι του είπε ο ΜΚ1 επειδή ο τελευταίος ήταν θυμωμένος. Η θέση του αυτή έρχεται σε αντίθεση με την παραδοχή του ότι ο ίδιος αντιλήφθηκε ότι θα έπρεπε να ακολουθήσει τον ΜΚ
- Στην αντεξέταση του δε, ανέφερε ότι είναι ο ΜΚ1 που έπρεπε να τον ακολουθήσει και να στρίψει αριστερά στην διασταύρωση, ενώ στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι το Όχημα Β βρισκόταν στην δεξιά λωρίδα και ήταν το πρώτο όχημα επί της διασταύρωσης, σε αντίθεση με το δικό του, το οποίο βρισκόταν στην αριστερή λωρίδα και ήταν το δεύτερο όχημα επί της διασταύρωσης. Πώς, λοιπόν, ανάμενε ο Κατηγορούμενος ότι θα τον ακολουθούσε ο ΜΚ1 ή πώς είναι δυνατό να αντιλήφθηκε ότι έπρεπε να τον ακολουθήσει στρίβοντας αριστερά, την στιγμή που ο ΜΚ1 βρισκόταν πιο μπροστά του και προχώρησε ευθεία στην διασταύρωση; Ενόψει των ανωτέρω, η μαρτυρία του Κατηγορούμενου κρίνεται ως αναξιόπιστη και απορρίπτεται στο σύνολό της.
- Η Νομική Πτυχή και Τα Ευρήματα του Δικαστηρίου Εφόσον ο Κατηγορούμενος αρνείται την διάπραξη των επίδικων αδικημάτων, η Κατηγορούσα Αρχή έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό στοιχείο του αδικήματος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Οι εικασίες, υποθέσεις και υποψίες, ακόμα και ευλογοφανείς, δεν έχουν οποιαδήποτε νομική ισχύ και δεν μπορούν να καλύψουν τυχόν κενά της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Από την άλλη, ο Κατηγορούμενος δεν υποχρεούται να αποδείξει ότι οι ισχυρισμοί του είναι αληθινοί ή βάσιμοι αλλά αρκεί η δημιουργία λογικής αμφιβολίας. Οι απομακρυσμένες πιθανότητες, όμως, δεν είναι αρκετές να δημιουργήσουν λογική αμφιβολία. 1η Κατηγορία Η 1η κατηγορία αφορά οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος και χρήση τηλεφώνου «κατά παράβαση των Κανονισμών 58
(14)και 72 των Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών Κ.Δ.Π.66/84 όπως τροποποιήθηκε από την Κ.Δ.Π.189/2008 και άρθρου 19 και άρθρο 20Α του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 80(Ι)/2000 και Νόμο 243(Ι)/2004 και Κ.Δ.Π.444/2010 και του Περί Εξωδίκου Ρυθμίσεων Αδικημάτων Νόμου 47(Ι)/97 όπως έχει τροποποιηθεί». Οι Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμοί (Κ.Δ.Π.66/84) έτυχαν διάφορων τροποποιήσεων κατά καιρούς από το 1984 μέχρι σήμερα. Σύμφωνα με το παρόν κατηγορητήριο, ο Κατηγορούμενος κατηγορείται στην βάση του Κανονισμού 58
(14)ως αυτός θεσπίστηκε από τους Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως (Τροποποιητικούς) Κανονισμούς του 2008 (Κ.Δ.Π.189/2008) ως εξής: «
(14)Κάθε οδηγός, κατά την οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος, οφείλει να λαμβάνει κάθε αναγκαίο μέτρο ώστε τα χέρια του, πέρα από το ασφαλές κράτημα του τιμονιού, να είναι ελεύθερα σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή για άμεσο, πλήρη και ασφαλή έλεγχο του οχήματος. Ειδικότερα ο οδηγός απαγορεύεται κατά τη διάρκεια της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος να κρατά οποιοδήποτε αντικείμενο άσχετο με την οδήγηση, περιλαμβανομένου και κινητού τηλεφώνου.» Μετά το 2008, όμως, και συγκεκριμένα το 2020, ο Κανονισμός 58
(14)έχει στην ουσία καταργηθεί και αντικατασταθεί εξ ολοκλήρου με νέο κείμενο από τους Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως (Τροποποιητικούς) Κανονισμούς του 2020 (Κ.Δ.Π.363/2020), οι οποίοι τέθηκαν σε ισχύ την 01.10.2020. Συγκεκριμένα, το νέο κείμενο του Κανονισμού 58
(14), που ισχύει από 01.10.2020 μέχρι σήμερα έχει ως εξής: «
(14)(α) Κάθε οδηγός, κατά την οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος, λαμβάνει κάθε αναγκαίο μέτρο ώστε τα χέρια του, πέρα από το ασφαλές κράτημα του τιμονιού, να είναι ελεύθερα σε οποιαδήποτε δεδομένη στιγμή για άμεσο, πλήρη και ασφαλή έλεγχο του οχήματος: Νοείται ότι, ο οδηγός απαγορεύεται κατά τη διάρκεια της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος να κρατά οποιοδήποτε αντικείμενο περιλαμβανομένου και κινητού τηλεφώνου: Νοείται περαιτέρω ότι, ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του Κανονισμού 72, σε περίπτωση που ο οδηγός είναι πρόσωπο που οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα των κατηγοριών Ν2, Ν3, Μ2 ή Μ3, όπως αυτές ορίζονται στο Μέρος Α του Παραρτήματος ΧΙΙΙ των περί Έγκρισης Τύπου Οχημάτων (Κατηγορίες Μ, Ν και Ο), των Κατασκευαστικών Στοιχείων, Συστημάτων και Χωριστών Τεχνικών Μονάδων τους Κανονισμών οδηγεί ταξί εν ώρα υπηρεσίας και το αντικείμενο το οποίο κρατά κατά το χρόνο της οδήγησης είναι κινητό τηλέφωνο, είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο
(2)έτη ή/και σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις έξι χιλιάδες ευρώ (€6000): Νοείται έτι περαιτέρω ότι, σε περίπτωση καταδικαστικής απόφασης, το Δικαστήριο δύναται να επιβάλει στον καταδικασθέντα επιπρόσθετα με τις πιο πάνω ποινές, στέρηση του δικαιώματος να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει το ένα
(1)έτος. (β) Σε περίπτωση που πρόσωπο που καταδικάστηκε με βάση τις διατάξεις της υποπαραγράφου (α) διαπράξει, εντός τριών
(3)ετών από την καταδίκη του, οποιοδήποτε αδίκημα που τιμωρείται με βάση την εν λόγω υποπαράγραφο, το Δικαστήριο δύναται να του επιβάλει ποινές διπλάσιες από τις προβλεπόμενες στην εν λόγω υποπαράγραφο.» Στην απόφαση Σάββα ν Πάφου
(2011)2 ΑΑΔ 496 το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε τα εξής σχετικά: «Η κατηγορία εναντίον του εφεσείοντα βασίστηκε σε καταργηθέντα νόμο και ήταν σφάλμα του πρωτόδικου δικαστηρίου, χωρίς τροποποίηση, να καταδικάσει τον εφεσείοντα για παρόμοιο αδίκημα που δημιουργήθηκε δυνάμει νεότερου νόμου ο οποίος δεν αναφερόταν στο κατηγορητήριο. [.]Δεν είναι ορθή αυτή η θέση, καθότι το αδίκημα για το οποίο κατηγορήθηκε ο εφεσείων ήταν αυτό της στάθμευσης άνευ τέλους κατά παράβαση των σχετικών άρθρων του Ν. 84/63 και όχι αυτό της στάθμευσης άνευ τέλους κατά παράβαση των σχετικών άρθρων του Ν. 47(Ι)/
- Θεωρούμε ότι ένας κατηγορούμενος που κατηγορείται δυνάμει καταργηθέντος νόμου δεν μπορεί να μην επηρεάζεται δυσμενώς στα δικαιώματα του αν θεωρηθεί ότι κατηγορείται δυνάμει άλλου νόμου ο οποίος βρισκόταν σε ισχύ κατά τον ουσιώδη χρόνο. [.] Στην προκείμενη περίπτωση δεν πρόκειται για απλό λάθος στην έκθεση του ποινικού αδικήματος ή των λεπτομερειών που απαιτούνται. Πρόκειται για λάθος στον ίδιο το νόμο, με βάση τον οποίο κατηγορήθηκε ο κατηγορούμενος-εφεσείων, ο οποίος είχε καταργηθεί και αντικατασταθεί από άλλο νόμο, πριν τον ουσιώδη χρόνο. [.] (ε) [.] Το ελάττωμα του κατηγορητηρίου, στην προκείμενη περίπτωση, όμως, δεν είναι τυπικό αλλά επηρεάζει το θεμέλιο της κατηγορίας.» Επίσης, στην πιο πρόσφατη απόφαση του, Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν Ζαντή κ.α. (Ποινική Έφεση 126/2018) ημερ. 16/10/2019, ECLI:CY:AD:2019:B429, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής: «.η εισήγηση του συνηγόρου ήταν ότι θα μπορούσε το πρωτόδικο δικαστήριο να στηριχτεί στον προηγούμενο Νόμο, ήτοι, το Νόμο 75(Ι)/97, ο οποίος καταργήθηκε από το Ν. 106(Ι)/12 και ο οποίος, εν πάση περιπτώσει, δεν περιλαμβανόταν στη νομική βάση του κατηγορητηρίου. Με όλο το σεβασμό προς τον ευπαίδευτο συνήγορο, αυτή είναι εισήγηση η οποία με κανένα τρόπο δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή. Πρόκειται περί ποινικής υπόθεσης. Το κατηγορητήριο θα έπρεπε με σαφήνεια να προσδιορίζει τη νομική βάση επί της οποίας στηρίζεται η κατηγορία, έτσι ώστε η Υπεράσπιση να μπορεί να έχει τη δυνατότητα να προβάλει οτιδήποτε προς υπεράσπιση των κατηγοριών.» Στην παρούσα υπόθεση, η κατηγορία αφορά αδίκημα που διαπράχθηκε στις 05.10.2023, δηλαδή μετά που τέθηκε σε ισχύ η Κ.Δ.Π.363/
- Ο Κατηγορούμενος, όμως, κατηγορήθηκε για το αδίκημα της οδήγησης και χρήσης τηλεφώνου κατά παράβαση του Κανονισμού 58
(14)που θέσπισε η Κ.Δ.Π.189/2008 και όχι για το αδίκημα της οδήγησης και χρήσης τηλεφώνου κατά παράβαση του Κανονισμού 58
(14)(α) που θέσπισε η Κ.Δ.Π.363/
- Συνεπώς, το αδίκημα που προσάπτεται στον Κατηγορούμενο με το παρόν κατηγορητήριο δεν υφίστατο κατά τον επίδικο χρόνο. Τούτο δε δεν μπορεί να διασωθεί από την απλή αναφορά στους αρχικούς Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμούς (Κ.Δ.Π.66/84). Το άρθρο 1 της Κ.Δ.Π.363/2020 προνοεί ότι «οι βασικοί κανονισμοί και οι παρόντες Κανονισμοί θα αναφέρονται μαζί ως οι περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμοί του 1984 μέχρι του 2020». Δεν υπάρχει τέτοια αναφορά στο παρόν κατηγορητήριο που να παραπέμπει δηλαδή στο ενιαίο και τροποποιημένο κείμενο των Κανονισμών μέχρι και την Κ.Δ.Π.363/
- Αντιθέτως, το κατηγορητήριο εδράζεται ρητώς στην Κ.Δ.Π.66/84 «ως τροποποιήθηκε από την Κ.Δ.Π.189/2008», παραπέμποντας συγκεκριμένα στο αδίκημα που έπαυσε να υφίσταται από την 01.10.
- Ούτε και έχει οποιαδήποτε σημασία εάν τα λεκτικά των δύο κειμένων, δηλαδή το λεκτικό του Κανονισμού 58
(14)της Κ.Δ.Π.189/2008 και το λεκτικό του Κανονισμού 58
(14)(α) της Κ.Δ.Π.363/2020, έχουν οποιεσδήποτε ομοιότητες μεταξύ τους. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι στις 05.10.2023 δεν υφίστατο το αδίκημα που καταγράφεται στο κατηγορητήριο και προσάπτεται στον Κατηγορούμενο, δηλαδή παραβίαση του Κανονισμού 58
(14)ως τροποποιήθηκε από την Κ.Δ.Π.189/2008. Όπως επιτάσσει και η αρχή nullum crimen sine lege, η οποία διασφαλίζεται από το άρθρο 12.1 του Συντάγματος και το άρθρο 7 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, κανείς δεν κηρύσσεται ένοχος για πράξη ή παράλειψη που δεν συνιστά αδίκημα σύμφωνα με τον νόμο κατά τον χρόνο τέλεσης της. Επιπρόσθετα, στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England (Vol.10) 3rd edition
(1958)σελ.389 αναφέρεται ότι "Where a section under which an indictment is laid has been repealed, the indictment is bad although the offence charged has, in its essence, been preserved by a later statute" με παραπομπή στην αγγλική απόφαση R v Taylor
(1925)18 Cr. App. Rep. 105, 107 όπου το Αγγλικό Criminal Appeal Court ακύρωσε την καταδίκη του κατηγορούμενου καταλήγοντας ως εξής: "The indictment is clearly bad. It was not amended, and in the opinion of the Court this appeal succeeds. Conviction quashed." Η Κατηγορούσα Αρχή δεν υπέβαλε οποιοδήποτε αίτημα για τροποποίηση του κατηγορητηρίου δυνάμει του άρθρου 83 του ΚΕΦ.155. Ούτε το Δικαστήριο υπέχει υποχρέωσης για αυτεπάγγελτη τροποποίηση του κατηγορητηρίου (βλ. Attorney General v Kyprianou
(1988)2 CLR 209). Άλλωστε, στις ανωτέρω αποφάσεις Σάββα και Ζαντή, κρίθηκε ότι επηρεάζονταν δυσμενώς τα δικαιώματα των κατηγορούμενων, οι οποίοι αντιμετώπιζαν κατηγορίες βάσει νομοθετικών προνοιών που δεν βρίσκονταν σε ισχύ κατά τον ουσιώδη χρόνο. Επιπρόσθετα, επισημαίνω ότι η Κ.Δ.Π.363/2020 τροποποίησε και τον Κανονισμό 72, ο οποίος επίσης αποτελεί μέρος της νομικής βάσης του παρόντος κατηγορητηρίου, αυξάνοντας την μέγιστη χρηματική ποινή από Λ.Κ.1.000 σε €3.000. Ως εκ τούτου, το κατηγορητήριο δεν μπορεί να τροποποιηθεί ούτε δυνάμει του άρθρου 85
(4)του ΚΕΦ.155, καθότι σε τέτοια περίπτωση ο Κατηγορούμενος θα υπόκειται σε μεγαλύτερη ποινή. Ενόψει των ανωτέρω, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την 1η κατηγορία. 2η Κατηγορία Σχετικός με την 2η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος είναι ο Κανονισμός 58
(2)(στ) των Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών 66/1984 ως έχουν τροποποιηθεί, ο οποίος προνοεί τα εξής: «
(2)Κάθε πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή έχει την ευθύνη ή τον έλεγχο μηχανοκινήτου οχήματος, έχει τα πιο κάτω καθήκοντα και υποχρεώσεις- . (στ) στις περιπτώσεις όπου καλείται για το σκοπό αυτό από αστυνομικό με στολή, δημοτικό τροχονόμο ή σχολικό τροχονόμο, να ακινητοποιεί το όχημά του μέχρις ότου ο αστυνομικός ή ο τροχονόμος επιτρέψει σε αυτόν να συνεχίσει την πορεία του ή να ελαττώνει την ταχύτητα του οχήματος στις περιπτώσεις όπου οι συνθήκες τροχαίας κίνησης στο δρόμο το επιβάλλουν.». Στην παρούσα υπόθεση, δεν αμφισβητείται ότι ο ΜΚ1 έφερε στολή αστυνομικού και βρισκόταν εντός υπηρεσιακού οχήματος της Αστυνομίας. Ούτε αμφισβητείται ότι ο Κατηγορούμενος είδε τον ΜΚ1 και αντιλήφθηκε ότι πρόκειται για αστυνομικό. Εκείνο που ισχυρίζεται ο Κατηγορούμενος είναι ότι ο ΜΚ1 του έκαμε σήμα να στρίψει αριστερά ή έστω ότι ο ίδιος αντιλήφθηκε ότι το σήμα του ΜΚ1 ήταν για να στρίψει αριστερά στην επικείμενη διασταύρωση. Στην απόφαση Keane v McSkimming
(1983)SCCR 220, το Εφετείο της Σκωτίας ανέφερε τα εξής σχετικά: "It is not of course for the Crown in a case such as this to establish that a driver did see a signal to halt. It is quite sufficient that the Crown leads evidence that a signal was given at a time and in circumstances which ought to make it obvious to an approaching driver. If such evidence is led then in the absence of explanation the case for the Crown is made out upon a prima facie basis and if the driver in question fails to react to the signal and that is established the court is entitled to proceed to conviction, and the Crown prosecution of a motorist in these circumstances is entitled to succeed." Σε ελεύθερη μετάφραση: «Δεν είναι, φυσικά, για την Κατηγορούσα Αρχή σε υπόθεση σαν αυτή να αποδείξει ότι ο οδηγός πράγματι είδε το σήμα να σταματήσει. Είναι αρκετό για την Κατηγορούσα Αρχή να προσκομίσει μαρτυρία ότι το σήμα δόθηκε σε χρόνο και υπό συνθήκες που θα το καθιστούσαν αντιληπτό σε έναν διερχόμενο οδηγό. Εάν τέτοια μαρτυρία προσκομιστεί, τότε στην απουσία οποιασδήποτε εξήγησης, η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής αποδεικνύεται εκ πρώτης όψεως και αν ο οδηγός παραλείψει να αντιδράσει στο σήμα και αυτό αποδειχθεί, το Δικαστήριο δικαιούται να προχωρήσει σε καταδίκη, και η ποινική δίωξη του οδηγού σε τέτοιες περιπτώσεις μπορεί να επιτύχει.» Ερχόμενος στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, σύμφωνα με την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΚ1, συνιστά εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο ΜΚ1 έκαμε σήμα στον Κατηγορούμενο να τον ακολουθήσει και να σταματήσει μετά την διασταύρωση στα αριστερά σε συγκεκριμένο χώρο ασφαλείας. Επιπρόσθετα, ο ΜΚ1 ανέφερε και προφορικά τις ανωτέρω οδηγίες στον Κατηγορούμενο όταν τα δύο οχήματα ήταν το ένα δίπλα στο άλλο, ήτοι το Όχημα Α στην αριστερή λωρίδα και το Όχημα Β στην δεξιά λωρίδα, και σε απόσταση μισού μέτρου με τα παράθυρα των δύο οχημάτων να είναι ανοιχτά. Συνεπώς, καταλήγω σε εύρημα ότι υπό τις ανωτέρω συνθήκες ο ΜΚ1 προέβη σε κατάλληλο και αντιληπτό σήμα στον Κατηγορούμενο, ο οποίος μάλιστα παραδέχθηκε ότι αντιλήφθηκε πως θα έπρεπε να ακολουθήσει τον ΜΚ1. Η ανωτέρω μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής αναφορικά με τις συνθήκες στον δρόμο κατά τον χρόνο που ο ΜΚ1 κάλεσε τον Κατηγορούμενο με το σήμα του και τις οδηγίες του να σταματήσει διαψεύδει την εξήγηση του Κατηγορούμενου ότι θεώρησε πως έπρεπε να στρίψει αριστερά στην επικείμενη διασταύρωση, την στιγμή μάλιστα που το Όχημα Β προχώρησε ήδη ευθεία στην διασταύρωση. Η ενέργεια του Κατηγορούμενου να στρίψει με το Όχημα Α αριστερά στην διασταύρωση και συνεχίσει κανονικά την πορεία του συνιστά παράλειψη του ιδίου να αντιδράσει και συμμορφωθεί στο σήμα του ΜΚ1. Ενόψει όλων των ανωτέρω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 2ης κατηγορίας. 6. Κατάληξη Συνοψίζοντας και για όλους τους λόγους που καταγράφονται ανωτέρω, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την 1η κατηγορία, ενώ το Δικαστήριο κρίνει ένοχο τον Κατηγορούμενο στην 2η κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.)..................................... Μ. Μαρκουλλής, Προσ. Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο