← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΙΧΑΗΛ, Αρ. Υπόθεσης: 2779/2023, 2/2/2024

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΙΧΑΗΛ, Αρ. Υπόθεσης: 2779/2023, 2/2/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Μ. Μαρκουλλής, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2779/2023 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Κατηγορούσα Αρχή ν ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΙΧΑΗΛ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 02.02.2024 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ευγενία Κουμπαρή με κ. Χριστίνα Προξένου Για την Κατηγορούμενο: κ. Γιώργος Εφφέ Κατηγορούμενος παρών. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (ΔΙΚΗ ΕΝΤΟΣ ΔΙΚΗΣ)

  1. Εισαγωγή Ο Κατηγορούμενος κατηγορείται για την διάπραξη των αδικημάτων της πρόκλησης θανάτου λόγω απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης (1η κατηγορία), οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς πρόσδεση με ζώνη ασφαλείας (2η κατηγορία), καθ' ον χρόνο η αναλογία αλκοόλης στο αίμα του υπερέβαινε το καθορισθέν όριο (3η κατηγορία) και υπό την επήρεια νακρωτικών ουσιών (4η κατηγορία). Κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, η Υπεράσπιση έφερε ένσταση στην κατάθεση τεκμηρίου, ήτοι του Τεκμηρίου Α στην δίκη εντός δίκης, το οποίο αφορούσε φωτογραφικό υλικό με τα δείγματα αίματος του Κατηγορούμενου, που λήφθηκαν από την Αστυνομία. Η ένσταση εδράζεται στο γεγονός ότι τα επίδικα δείγματα δεν λήφθηκαν με την θέληση και συγκατάθεση του Κατηγορούμενου και ότι κατά την λήψη των επίδικων δειγμάτων (α) παραβιάστηκαν τα συνταγματικά δικαιώματα του Κατηγορούμενου σε δίκαιη δίκη και ιδιωτική ζωή ως κατοχυρώνονται από τα άρθρα 12 και 15 του Συντάγματος και άρθρα 6 και 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΣΔΑ) και (β) δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 25 του Περί Αστυνομίας Νόμου (Ν.73(Ι)/2004) και άρθρου 11Δ του Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου (Ν.174/1986) (βλ. σελ.7 των πρακτικών ημερ. 08.01.2024). Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο διέταξε την διεξαγωγή δίκης εντός δίκης σε σχέση με τις συνθήκες λήψης των επίδικων δειγμάτων αίματος, ούτως ώστε να αποφασιστεί η αποδεκτότητα του ανωτέρω τεκμηρίου που επιχειρήθηκε να κατατεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή στην κυρίως δίκη.
  2. Η Μαρτυρία Η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε 5 μάρτυρες στην διαδικασία της δίκης εντός δίκης, ήτοι την Δρ. Γ.Λ. (ΜΚ1), την Κ.Λ. (ΜΚ2), η Αστυφύλακας 2161 Γ.Ν. (ΜΚ3), τον Αστυφύλακα 311 Ν.Ε. (ΜΚ4) και τον Αρχιλοχία 4759 Α.Κ. (ΜΚ5). Επίσης, στις 10.01.2024 δηλώθηκαν και εγκρίθηκαν τα παραδεκτά γεγονότα, τα οποία καταγράφονται στο Έγγραφο Α, το οποίο κατατέθηκε εκ συμφώνου στα πλαίσια της δίκης εντός δίκης. Η όλη μαρτυρία είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και κατωτέρω παραθέτω τα κύρια σημεία της. Η ΜΚ1 ήταν επί καθήκοντι ιατρός την 01.01.2022 στις Πρώτες Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας και εξέτασε και είχε υπό την ιατρική παρακολούθηση της τον Κατηγορούμενο, ο οποίος μεταφέρθηκε στις Πρώτες Βοήθειες μετά το επίδικο τροχαίο δυστύχημα. Σύμφωνα με την ΜΚ1, ο Κατηγορούμενος είχε πολλαπλά κατάγματα και τραύματα και δεν ήταν σε θέση να παράσχει δείγμα εκπνοής ή σάλιου λόγω τραυμάτων που είχε στο πρόσωπο. Εντούτοις, η κατάσταση της υγείας του επέτρεπε την λήψη δείγματος αίματος και ο Κατηγορούμενος ήταν σε θέση να δώσει συγκατάθεση για τούτο, καθώς είχε ένα φυσιολογικό επίπεδο συνείδησης. Κατέθεσε το Τεκμήριο Β, εξηγώντας ότι η ίδια συμπλήρωσε και υπέγραψε μόνο την παράγραφο 1 του Μέρους ΙΙΙ με τίτλο «Συγκατάθεση Θεράποντος Ιατρού» και δεν την αφορά το υπόλοιπο περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου. Σύμφωνα με το εν λόγω τεκμήριο, η ΜΚ1 έδωσε την συγκατάθεση της για λήψη δείγματος αίματος του Κατηγορούμενου την 01.01.2022 και ώρα 02:
  3. Σε σχέση με την διαδικασία λήψης αίματος, ανέφερε ότι η Αστυνομία προσκομίζει ένα σφραγισμένο κουτί, το οποίο περιέχει διάφορα φιαλίδια και ανοίγεται μπροστά στον αστυνομικό και τον υπεύθυνο γιατρό, και ακολούθως ο νοσηλευτής, στην παρουσία του ιατρού και του αστυνομικού, λαμβάνει το αίμα στο φιαλίδιο και το παραδίδουν στον αστυνομικό, ο οποίος αναγράφει πάνω τα στοιχεία του προσώπου. Στην παρούσα περίπτωση, λήφθηκαν δύο φιαλίδια αίματος του Κατηγορούμενου (βλ. Τεκμήριο Α) με την ανωτέρω διαδικασία. Ακολούθως, κλήθηκε ο επί καθήκοντι χειρούργος και έγινε εισαγωγή του Κατηγορούμενου, οπόταν και η ΜΚ1 δεν είχε οποιαδήποτε άλλη σχέση με την νοσηλεία και ιατρική παρακολούθηση του Κατηγορούμενου. Σε σχέση με την παροχή συγκατάθεσης του Κατηγορούμενου για την λήψη των επίδικων δειγμάτων, η ΜΚ1 ανέφερε ότι αυτό αφορά την Αστυνομία και η ίδια δεν θυμόταν κατά πόσο συγκατατέθηκε ο Κατηγορούμενος, καθώς δεν θυμόταν τον αστυνομικό, ο οποίος είχε έρθει και ζητήσει την λήψη αίματος, και τον νοσηλευτή που προέβη στην αιμοληψία. Η ΜΚ2 εργάζεται στο Γενικό Χημείο του Κράτους και έδωσε μαρτυρία αναφορικά με τα αποτελέσματα των εργαστηριακών εξετάσεων επί των επίδικων δειγμάτων αίματος του Κατηγορούμενου. Επεξήγησε ότι οι εργαστηριακές εξετάσεις για τοξικολογικές αναλύσεις αφορούν διάφορες ουσίες στο αίμα, συμπεριλαμβανομένων αλκοόλης, φαρμάκων και ναρκωτικών. Στην προκειμένη περίπτωση, με το ίδιο δείγμα αίματος έγιναν οι εξετάσεις για έλεγχο των ανωτέρω ουσιών στο αίμα. Δεν είχε οποιαδήποτε γνώση σε σχέση με τις συνθήκες λήψης του αίματος του Κατηγορούμενου. Η ΜΚ3 είναι η αστυφύλακας, η οποία μετέβη στις Πρώτες Βοήθειες και έλαβε τα επίδικα δείγματα αίματος του Κατηγορούμενου. Ανέφερε ότι είχε μαζί της τα εργαλεία για λήψη δείγματος εκπνοής για έλεγχο αλκοόλης και σάλιου για έλεγχο ναρκωτικών, αλλά η ΜΚ1 της είπε ότι ο Κατηγορούμενος δεν ήταν σε θέση να δώσει τέτοια δείγματα λόγω των τραυμάτων του. Για τούτο, η ΜΚ3 είχε μαζί της και το «κιτ», το οποίο είναι ένα σφραγισμένο κουτί με φιαλίδια για την λήψη δείγματος αίματος, το οποίο άνοιξε στην παρουσία της ΜΚ1 για να προβεί στην λήψη αίματος του Κατηγορούμενου. Εξήγησε δε ότι η ΜΚ1 έδωσε την συγκατάθεση της για λήψη δείγματος αίματος του Κατηγορούμενου συμπληρώνοντας την παράγραφο 1 του Μέρους ΙΙΙ στο Τεκμήριο Β. Η λήψη αίματος του Κατηγορούμενου έγινε στην παρουσία της και ακολούθως τα φιαλίδια με το αίμα παραδόθηκαν στην ΜΚ3, η οποία κατέγραψε σε αυτά τα στοιχεία του Κατηγορούμενου, ως φαίνονται στο Τεκμήριο Α, τα τοποθέτησε στο ανωτέρω κουτί, το οποίο σφράγισε και μετέφερε στην Τροχαία Λάρνακας και παρέδωσε στον ΜΚ
  4. Ξεκαθάρισε, επίσης, ότι κατά τον ανωτέρω επίδικο χρόνο ο Κατηγορούμενος δεν τελούσε υπό σύλληψη ή κράτηση. Ανέφερε δε ότι η ίδια συνομίλησε με τον Κατηγορούμενο, ο οποίος ήταν σκεπασμένος μέχρι τον λαιμό και είχε τις αισθήσεις του. Τον ρώτησε το όνομα του και της απάντησε «Κωνσταντίνος Μιχαήλ». Μετά τον ρώτησε αν ενεχόταν στο επίδικο δυστύχημα και απάντησε «ναι». Ακολούθως, τον πληροφόρησε ότι θα του ληφθεί αίμα για έλεγχο αλκοόλης και ναρκωτικών και απάντησε «εντάξει». Δεν μπορούσε, όμως, λόγω των τραυμάτων του να υπογράψει ο Κατηγορούμενος στην παράγραφο 2 του Μέρους ΙΙΙ στο Τεκμήριο Β, που αφορά την συγκατάθεση του προσώπου από το οποίο πρόκειται να ληφθεί αίμα. Η παράγραφος 3 του Μέρους ΙΙΙ συμπληρώθηκε από την ίδια. Κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω ολόκληρο το κείμενο της παραγράφου 3 του Μέρους ΙΙΙ στο Τεκμήριο Β: «
  5. ΛΗΨΗ ΔΕΙΓΜΑΤΟΣ ΑΙΜΑΤΟΣ: Παρέλαβα από τον ιατρό Δρ. Γ.Λ. δείγμα αίματος για ανάλυση που λήφθηκε: Χ

(1)Με τη συγκατάθεση του ιατρού και του οδηγού. V
(2)Για τις ανάγκες της ιατρικής παρακολούθησης του οδηγού. Ημερομηνία: 01/01/2022 Υπογραφή Αστυνομικού: (υπογραφή) Α/2161» (με μαύρα γράμματα τα όσα συμπληρώθηκαν χειρόγραφα) Δίπλα από το σημείο «
(1)Με τη συγκατάθεση του ιατρού και του οδηγού» υπάρχει κουτάκι, στο οποίο αναγράφηκε «Χ» και δίπλα από το σημείο «
(2)Για τις ανάγκες ιατρικής παρακολούθησης του οδηγού» υπάρχει άλλο κουτάκι, στο οποίο αναγράφηκε «V». Η ΜΚ1 εξήγησε ότι έγραψε «Χ» στο πρώτο επειδή λόγω της κατάστασης του ο Κατηγορούμενος δεν μπορούσε να υπογράψει στην παράγραφο 2 του Μέρους ΙΙΙ, το οποίο αφορά την έγγραφη συγκατάθεση του προσώπου για το οποίο λαμβάνεται το αίμα, και έγραψε «V» στο δεύτερο διότι είχε υπογράψει η ΜΚ1 στην παράγραφο 1 του Μέρους ΙΙΙ, το οποίο αφορά την έγγραφη συγκατάθεση του ιατρού για λήψη δείγματος αίματος. Ο ΜΚ4 είναι ο αστυφύλακας, ο οποίος μετέφερε τα επίδικα δείγματα αίματος στο Γενικό Χημείο του Κράτους. Δεν γνώριζε οτιδήποτε σε σχέση με τις συνθήκες λήψης των εν λόγω δειγμάτων. Ο ΜΚ5 φέρει τον βαθμό του αρχιλοχία και είναι ο εξεταστής του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος. Ανέφερε ότι υπάρχουν οδηγίες από την Αστυνομία για διενέργεια ελέγχου αλκοόλης και ναρκωτικών στους οδηγούς οι οποίοι ενέχονται σε σοβαρά ή θανατηφόρα τροχαία δυστυχήματα. Σε περίπτωση που ένας οδηγός έχει μεταφερθεί στο νοσοκομείο θα πρέπει να ληφθεί πρώτα η άδεια από τον ιατρό για να ληφθούν τα δείγματα εκπνοής και σάλιου. Εάν η κατάσταση του οδηγού δεν του επιτρέπει να παράσχει τέτοια δείγματα, τότε η Αστυνομία ζητά να λάβει δείγμα αίματος είτε από αίμα, το οποίο έχει ήδη ληφθεί για τις ανάγκες ιατρικής παρακολούθησης του οδηγού, είτε από αίμα, το οποίο θα λάβει ο ιατρός από τον οδηγό. Σε σχέση με την λήψη των επίδικων δειγμάτων αίματος του Κατηγορούμενου, ο ΜΚ5 ήταν αυτός που παρέλαβε τα φιαλίδια από την ΜΚ3 και ακολούθως τα παρέδωσε στον ΜΚ4. Δεν γνώριζε οτιδήποτε σε σχέση με τις συνθήκες λήψης των εν λόγω δειγμάτων. Τέλος, βάσει του παραδεκτού γεγονός στο Έγγραφο Α, ο ΜΚ4 παρέδωσε τα επίδικα φιαλίδια στον Χ.Κ. του Γενικού Χημείου του Κράτους, ο οποίος τα παρέδωσε στην ΜΚ2, η οποία, ως αναφέρεται ανωτέρω, διενήργησε τις σχετικές τοξικολογικές εξετάσεις. 3. Νομική Πτυχή Η δίκη εντός δίκης είναι μια αυτοτελής διαδικασία και το Δικαστήριο περιορίζεται στο ζήτημα να αποφασίσει την αποδοχή της μαρτυρίας, η οποία ζητείται να κατατεθεί στα πλαίσια της κυρίως δίκης (βλ. Αστυνομία ν Ησαΐα
(1997)2 ΑΑΔ 177). Γι' αυτό και η αξιολόγηση της μαρτυρίας περιορίζεται σε τέτοιο βαθμό, όσος είναι επαρκής για να διαφωτιστούν τα επίδικα θέματα στην δίκη εντός δίκης, χωρίς το Δικαστήριο να προβαίνει σε διατυπώσεις που τείνουν να προκρίνουν την αξιοπιστία των μαρτύρων (βλ. Ioannides v Republic
(1968)2 CLR 169 και F.L.H. v Αστυνομίας (Ποινική Έφεση 4/2020) ημερ. 31/01/2022, ECLI:CY:AD:2022:D32). Ως έχει αναφερθεί ανωτέρω, η Υπεράσπιση ισχυρίζεται ότι η λήψη των επίδικων δειγμάτων αίματος του Κατηγορούμενου έγινε κατά παράβαση των συνταγματικών δικαιωμάτων του σε δίκαιη δίκη και ιδιωτική ζωή. Σε τέτοια περίπτωση, η μαρτυρία αποκλείεται αυτόματα (βλ. Στυλιανού ν Δημοκρατίας (Ποινική Έφεση 268/2015) ημερ. 13/12/2018, ECLI:CY:AD:2018:B534). Γι' αυτό και το Δικαστήριο διέταξε την διεξαγωγή της παρούσας διαδικασίας, ήτοι της δίκης εντός δίκης, προτού αποφασίσει για την κατάθεση του Τεκμηρίου Α ως τεκμήριο στην κυρίως δίκη. Αναφορικά με πρώτο σκέλος της ένστασης της Υπεράσπισης, ήτοι την παραβίαση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη και συγκεκριμένα το δικαίωμα σε μη αυτοενοχοποίηση (βλ. άρθρο 12 του Συντάγματος και άρθρο 6 της ΕΣΔΑ), δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά καθώς η νομολογία έχει ξεκαθαρίσει το όλο ζήτημα στην απόφαση Δημοκρατίας ν Αβρααμίδου
(2004)2 ΑΑΔ 51. Η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου αποφάσισε, κατά πλειοψηφία, ότι δεν παραβιάζεται το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, στο οποίο εμπερικλείεται το δικαίωμα της μη αυτοενοχοποίησης, όταν χρησιμοποιείται σε ποινική διαδικασία πραγματική μαρτυρία η οποία λήφθηκε από τον Κατηγορούμενο παρά την θέληση του. Στην παρούσα υπόθεση, το αίμα του Κατηγορούμενου είναι πραγματική μαρτυρία, η οποία υπάρχει ανεξαρτήτως της θέλησης του Κατηγορούμενου, σε αντίθεση με την προφορική μαρτυρία του ίδιου του Κατηγορούμενου. Ως εκ τούτου, η χρήση της σε ποινική διαδικασία δεν παραβιάζει το δικαίωμα του Κατηγορούμενου στην μη αυτοενοχοποίηση και κατ' επέκταση σε δίκαιη δίκη, εκτός αν υπάρχουν ιδιαίτερες περιστάσεις σε σχέση με την φύση και βαθμό του εξαναγκασμού στην λήψη του υλικού, την ύπαρξη σχετικών διασφαλίσεων στην διαδικασία και την χρήση του υλικού (βλ. Jalloh v Germany (Application No. 54810/00) ημερ. 11/07/2006, para.113-117). Η γνωμοδότηση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Αβρααμίδου (ανωτέρω) περιορίστηκε στο δικαίωμα σε δίκαιη δίκη και μη αυτοενοχοποίηση. Γι' αυτό, άλλωστε, στην απόφαση του ανέφερε ότι η γνωμοδότηση είναι με την επιφύλαξη «(α) της υποχρέωσης του Δικαστηρίου να μην αποδεχθεί "πραγματική" μαρτυρία που εξασφαλίστηκε κατά παράβαση συνταγματικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, και, (β) της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να μην αποδεχθεί "πραγματική" μαρτυρία που εξασφαλίστηκε παράνομα (illegally) ή κατά τρόπο που κρίνεται αθέμιτος (improper)». Στην παρούσα υπόθεση, η Υπεράσπιση επικαλέστηκε και παραβίαση του δικαιώματος σε ιδιωτική ζωή (βλ. άρθρο 15 του Συντάγματος και άρθρο 8 της ΕΣΔΑ). Το άρθρο 15 του Συντάγματος προστατεύει το δικαίωμα σε ιδιωτική ζωή και απαγορεύει οποιαδήποτε επέμβαση σε αυτή, εκτός εάν τέτοια επέμβαση είναι «σύμφωνος προς τον νόμον και αναγκαία μόνον προς το συμφέρον της ασφαλείας της Δημοκρατίας ή της συνταγματικής τάξεως ή της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας τάξεως ή της δημοσίας υγιείας ή των δημοσίων ηθών ή της προστασίας των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των υπό του Συντάγματος ηγγυημένων εις παν πρόσωπον ή προς το συμφέρον της διαφάνειας στη δημόσια ζωή ή για σκοπούς λήψης μέτρων εναντίον της διαφθοράς στη δημόσια ζωή». Η λήψη αίματος από το σώμα ενός προσώπου αποτελεί αναμφίβολα επέμβαση στην φυσική ακεραιότητα και ιδιωτική ζωή ενός προσώπου (βλ. D.H. v North Macedonia (Application No. 44033/17) ημερ. 18/07/2023, para.49). Συνεπώς, εκείνο που καλείται να εξετάσει το Δικαστήριο είναι κατά πόσο η επίδικη αιμοληψία εμπίπτει στα πλαίσια του άρθρου 15.2 του Συντάγματος, δηλαδή κατά πόσο διενεργήθηκε (α) σύμφωνα με τον νόμο και (β) για νόμιμο σκοπό που είναι αναγκαίος προς το συμφέρον της δημόσιας ασφάλειας. Οι ίδιες προϋποθέσεις ισχύουν και κάτω από το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ και συνεπώς η επί του θέματος νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) καθίσταται σχετική και καθοδηγητική. Σύμφωνα με το ΕΔΑΔ, το άρθρο 8 δεν απαγορεύει, κατά κανόνα, την ιατρική επέμβαση σε πρόσωπο όταν πρόκειται να ληφθεί μαρτυρία για σκοπούς διερεύνησης ποινικής υπόθεσης, παρά την θέληση του προσώπου αυτού (βλ. Jalloh (ανωτέρω), para.70-71 και D.H. (ανωτέρω), para.52). Στην απόφαση Schmidt v Germany (Application No. 32352/02) ημερ. 05/01/2006, το ΕΔΑΔ ανέφερε ότι η αιμοληψία γενικά, όταν πραγματοποιείται σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης (lege artis) από ιατρό, διαρκεί πολύ λίγο χρονικό διάστημα, προκαλεί μόνο ένα μικρό τραύμα στο σώμα και δεν προκαλεί έντονο φυσικό ή ψυχικό πόνο και κατέληξε ότι η λήψη δείγματος αίματος για σκοπούς διερεύνησης ποινικών ή τροχαίων αδικημάτων συνιστά νόμιμο σκοπό για επέμβαση στο δικαίωμα σε ιδιωτική ζωή και είναι αναγκαία για το συμφέρον της δημόσιας ασφάλειας και ιδιαίτερα της οδικής ασφάλειας (βλ. επίσης X v Netherlands (Application No. 8239/78) ημερ. 04/12/1978, Ortiz and Martin v Spain (Application No. 43486/98) ημερ. 15/06/1999 και Jalloh (ανωτέρω) para.115). Επιπρόσθετα, για να είναι νόμιμη η επέμβαση στο δικαίωμα σε ιδιωτική ζωή, ήτοι η λήψη δείγματος αίματος στην παρούσα περίπτωση, αυτή πρέπει να είναι σύμφωνα με τον νόμο, καθώς σε διαφορετική περίπτωση υπάρχει παραβίαση του δικαιώματος σε ιδιωτική ζωή (βλ. Petrovic v Serbia (Application No. 75229/10) ημερ. 14/04/2020, para.71, Caruana v Malta (Application No. 41079/16) ημερ. 15/05/2018, para.33 και Konovalova v Russia (Application No. 37873/04) ημερ. 09/10/2014, para.42), Σε αποφάσεις του ΕΔΑΔ κρίθηκε ότι υπήρχε παραβίαση του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή όταν δεν υπήρξε συμμόρφωση με την εγχώρια νομοθετική πρόνοια για την λήψη δείγματος γενετικού υλικού (βλ. Petrovic (ανωτέρω), para. 79-84), για έρευνα σε οικία λόγω μη ειδοποίησης του κατήγορου για το περιστατικό ως προνοούσε η εγχώρια νομοθεσία (βλ. Dmitriyeva v Russia (Application No. 9390/05) ημερ. 03/11/2011, para.104-107) και για βιντεογράφηση ελλείψει συγκατάθεσης ως επέβαλλε ο νόμος (βλ. Perry v United Kingdom (Application No. 63737/00) ημερ. 17/07/2003, para.47-49). Στη παρούσα υπόθεση, η Αστυνομία έχει δικαίωμα να λάβει δείγμα αίματος από οδηγό σύμφωνα με τις πρόνοιες και προϋποθέσεις του Μέρους ΙΙ του Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου (Ν.174/1986). Συγκεκριμένα, η δεύτερη επιφύλαξη του άρθρου 7
(1)του Ν.174/1986 δίδει το δικαίωμα σε οποιονδήποτε αστυνομικό να ζητήσει όπως ο οδηγός παράσχει δείγμα αίματος δια εργαστηριακή ανάλυση, νοουμένου ότι (α) η παραχώρηση δείγματος εκπνοής δεν ενδείκνυται για ιατρικούς λόγους και (β) τηρηθούν οι διατάξεις του άρθρου 9 του Ν.174/1986. Το δε άρθρο 9 του Ν.174/1986 προνοεί ότι όταν ο οδηγός βρίσκεται σε νοσοκομείο για περίθαλψη, η παροχή δείγματος αίματος δύναται να ζητηθεί εφόσον (α) ο ιατρός, ο οποίος έχει τον οδηγό υπό την άμεση ιατρική παρακολούθηση του, επιτρέψει την παραχώρηση τέτοιου δείγματος, (β) η λήψη του δείγματος διενεργηθεί στο νοσοκομείο, στο οποίο βρίσκεται ο οδηγός, και (γ) ο οδηγός συγκατατεθεί στην λήψη δείγματος αίματος. Εάν ο οδηγός αρνείται ή δεν είναι σε θέση, λόγω της κατάστασης της υγείας του, να συγκατατεθεί στην λήψη δείγματος αίματος, η Αστυνομία δύναται να χρησιμοποιήσει δείγμα αίματος από ποσότητα αίματος του οδηγού, το οποίο έχει ληφθεί από τον οδηγό για τις ανάγκες της ιατρικής παρακολούθησης του. Με άλλα λόγια, η συγκατάθεση του οδηγού είναι απαραίτητη όταν θα γίνει η επέμβαση στο σώμα του για να ληφθεί αίμα για σκοπούς εργαστηριακής ανάλυσης από την Αστυνομία. Αν, όμως, το αίμα υπάρχει ήδη έξω από το σώμα του οδηγού, αφού αυτό είχε ληφθεί για σκοπούς ιατρικής παρακολούθησης, η Αστυνομία μπορεί να ζητήσει να το λάβει για σκοπούς εργαστηριακής ανάλυσης χωρίς την συγκατάθεση του οδηγού (βλ. Rushdi v Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 74). Στην απόφαση Τιμοθέου ν Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 671, το Ανώτατο Δικαστήριο αναγνώρισε ότι το άρθρο 9 προβλέπει για τις περιπτώσεις όπου υπάρχει τραυματισμός του οδηγού, ο οποίος έχει εξεταστεί και βρίσκεται ακόμη στο νοσοκομείο και ανέφερε τα εξής: «Εν πάση περιπτώσει, οι πρόνοιες της επιφύλαξης του Αρθρου 7 και του Αρθρου 9, αποσκοπούν στη διαφύλαξη του ασθενούς. Δίδει το δικαίωμα στον ιατρό του, αλλά και στον ίδιο τον τραυματισθέντα, να αρνηθεί να δώσει τη συγκατάθεσή του. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Εφεσείων, αν και προειδοποιήθηκε, έδωσε τη συγκατάθεσή του, χωρίς να εγείρει οποιοδήποτε πρόβλημα ως προς την κατάσταση της υγείας του, ώστε να επωφεληθεί των προνοιών του Αρθρου 8 του Νόμου 174/86.» Οι ανωτέρω πρόνοιες του Ν.174/1986 συνάδουν πλήρως με την νομολογία του ΕΔΑΔ ως προς την διασφάλιση των δικαιωμάτων του οδηγού-ασθενή, αφού οι δικονομικές εγγυήσεις διασφαλίζουν ότι δεν θα διενεργηθεί επέμβαση στο σώμα του για λήψη αίματος για σκοπούς διερεύνησης εις βάρος της υγείας του και χωρίς την συγκατάθεση του. Άρα, λοιπόν, για να κριθεί ότι η επέμβαση στην ιδιωτική ζωή του Κατηγορούμενου έγινε «σύμφωνα με τον νόμο», η Κατηγορούσα Αρχή οφείλει να αποδείξει ότι η επίδικη αιμοληψία έγινε σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ν.174/1986 και συγκεκριμένα με το άρθρο 9, αφού το άρθρο 11Δ αναφέρεται μόνο σε δείγμα σάλιου και όχι αίματος. 4. Συμπεράσματα Στην παρούσα περίπτωση, δεν αμφισβητείται ότι ο Κατηγορούμενος ήταν ο οδηγός ενεχόμενου οχήματος σε τροχαίο δυστύχημα και βρισκόταν στο νοσοκομείο για περίθαλψη και ότι η ΜΚ1 έδωσε την συγκατάθεση της για παροχή δείγματος αίματος από τον Κατηγορούμενο, το οποίο λήφθηκε στο νοσοκομείο. Υπό αμφισβήτηση είναι τα εξής: (α) Κατά πόσο η ΜΚ3, η οποία δεν είχε τον βαθμό του λοχία ή ανώτερο, είχε δικαίωμα να ζητήσει την παροχή δείγματος αίματος, (β) Κατά πόσο η ΜΚ1 είχε υπό την άμεση ιατρική παρακολούθηση της τον Κατηγορούμενο, και (γ) Κατά πόσο ο Κατηγορούμενος συγκατατέθηκε στην λήψη δείγματος αίματος και αν όχι, κατά πόσο τα επίδικα δείγματα αίματος είχαν ληφθεί από τον Κατηγορούμενο για τις ανάγκες της ιατρικής παρακολούθησης του. Αναφορικά με το (α), ο Ν.174/1986 αναφέρεται σε αστυνομικό, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά στον βαθμό του αστυνομικού. Το άρθρο 25 του Περί Αστυνομίας Νόμου (Ν.73(Ι)/2004) δεν εφαρμόζεται και δεν έχει σχέση με την παρούσα, καθότι ο Κατηγορούμενος δεν τελούσε υπό κράτηση κατά τον επίδικο χρόνο. Αναφορικά με το (β), το γεγονός ότι η ΜΚ1 ήταν η επί καθήκοντι ιατρός των Πρώτων Βοηθειών που εξέτασε τον Κατηγορούμενο με την άφιξη του στο νοσοκομείο είναι αρκετό για να κριθεί ότι ήταν η ιατρός, η οποία κατά τον επίδικο χρόνο, ήτοι την 01.01.2022 και ώρα 02:45, είχε υπό την άμεση ιατρική παρακολούθηση της τον Κατηγορούμενο (βλ. Wilkinson's Road Traffic Offences (23rd edition) Vol.1, para.4.303). Τέλος, αναφορικά με το (γ) ανωτέρω, το βάρος είναι στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η λήψη των επίδικων δειγμάτων αίματος έγινε είτε με την συγκατάθεση του Κατηγορούμενου είτε από αίμα το οποίο είχε ληφθεί για σκοπούς ιατρικής παρακολούθησης του Κατηγορούμενου (βλ. Wilkinson's Road Traffic Offences (23rd edition) Vol.1, para.4.229 και Friel v Dickson
(1992)JC 144, όπου λέχθηκαν τα εξής: "What the sheriff had to consider was whether the appellant had proved beyond reasonable doubt that the respondent gave his consent to the taking of the specimen of blood by the medical practitioner."). Οι μάρτυρες, οι οποίοι είχαν ιδίαν γνώσιν για τις συνθήκες λήψης των επίδικων δειγμάτων αίματος, είναι οι ΜΚ1 και ΜΚ
  1. Από την δια ζώσης μαρτυρία τους προκύπτει ότι τα επίδικα δείγματα αίματος λήφθηκαν από το σώμα του Κατηγορούμενου, και όχι από ποσότητα αίματος του Κατηγορούμενου, η οποία είχε ληφθεί για τις ανάγκες της ιατρικής παρακολούθησης του Κατηγορούμενου. Επομένως, απαιτείτο η συγκατάθεση του Κατηγορούμενου για την αιμοληψία που διενεργήθηκε. Η ΜΚ1 δεν θυμόταν αν ο Κατηγορούμενος έδωσε την συγκατάθεση του για να του ληφθεί αίμα, αναφέροντας ότι αυτό είναι ζήτημα της Αστυνομίας. Η ίδια έδωσε την συγκατάθεση της για λήψη αίματος καθότι η κατάσταση της υγείας του Κατηγορούμενου δεν επέτρεπε την λήψη δείγματος εκπνοής ή σάλιου, αλλά ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος διατηρούσε επίπεδο συνείδησης για να δώσει την συγκατάθεση του. Η ΜΚ3 αναφέρει στην κατάθεση της ημερ. 08.01.2022, Τεκμήριο Η, τα εξής: «Εκεί [στο νοσοκομείο] συνάντησα τον Κωνσταντίνο Μιχαήλ ο οποίος λόγω των τραυμάτων του δεν ήταν σε θέση να δώσει δείγμα εκπνοής για προκαταρκτική εξέταση αλκοόλης. Στην συνέχεια με την συγκατάθεση της Ιατρού Δρ. Γ.Λ. μου παραδόθηκαν δύο φιαλίδια με αίμα που λήφθηκε για τις ανάγκες της ιατρικής παρακολούθησης». Ουδέν αναφέρει στην κατάθεση της, όμως, ότι το αίμα που ζήτησε λήφθηκε από το σώμα του Κατηγορούμενου και ότι έλαβε προς τούτο την συγκατάθεση του. Αντιθέτως, αναφέρεται σε αίμα που λήφθηκε για τις ανάγκες της ιατρικής παρακολούθησης του Κατηγορούμενου, δηλαδή από ποσότητα αίματος που είχε ληφθεί για άλλους σκοπούς και δεν ήταν αναγκαία η συγκατάθεση του Κατηγορούμενου. Παρομοίως, στο έντυπο Τεκμήριο Β έβαλε «V» στο πεδίο όπου αναφέρεται ότι το δείγμα λήφθηκε «για τις ανάγκες της ιατρικής παρακολούθησης του οδηγού», ενώ έβαλε «Χ» στο πεδίο όπου αναφέρεται ότι το δείγμα λήφθηκε «με τη συγκατάθεση του ιατρού και του οδηγού». Στην δια ζώσης μαρτυρία της, όμως, η ΜΚ3 πρόβαλε μια άλλη εκδοχή. Ανέφερε ότι η αιμοληψία διενεργήθηκε στην παρουσία της και όταν η ίδια ζήτησε από την ΜΚ1 να της παρασχεθεί δείγμα αίματος του Κατηγορούμενου. Επίσης, ανέφερε ότι συνομίλησε με τον Κατηγορούμενο στο νοσοκομείο, τον πληροφόρησε ότι θα του ληφθεί αίμα, χωρίς να του αναφέρει τις συνέπειες, και αυτός απάντησε «εντάξει», αλλά δεν ήταν σε θέση να δώσει γραπτώς την συγκατάθεση του υπογράφοντας το Τεκμήριο Β, καθότι ήταν σκεπασμένος στο κρεβάτι του νοσοκομείου μέχρι τον λαιμό. Η ανωτέρω θέση της, όμως, δεν συνάδει με τα όσα ανέφερε στην κατάθεση της, αλλά και με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου Β που η ίδια συμπλήρωσε και υπέγραψε, ήτοι ότι το επίδικο αίμα είχε ληφθεί για τις ανάγκες της ιατρικής παρακολούθησης του Κατηγορούμενου. Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο δεν έχει πειστεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η λήψη των επίδικων δειγμάτων αίματος έγιναν με την συγκατάθεση του Κατηγορούμενου. Ούτε υπάρχει ενώπιον μου αξιόπιστη μαρτυρία ότι τα επίδικα δείγματα αίματος προέρχονται από ποσότητα αίματος του Κατηγορούμενου, η οποία είχε ληφθεί για τις ανάγκες της ιατρικής παρακολούθησης του. Ελλείψει συγκατάθεσης του Κατηγορούμενου, η λήψη των επίδικων δειγμάτων δεν έγινε σύμφωνα με τον νόμο, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την νομιμότητα της επέμβασης στην ιδιωτική ζωή του (βλ. Petrovic (ανωτέρω), para. 79-84, Dmitriyeva (ανωτέρω), para.104-107 και Perry (ανωτέρω), para.47-49). Ως εκ τούτου, τα επίδικα δείγματα αίματος λήφθηκαν κατά παράβαση του συνταγματικού δικαιώματος του Κατηγορούμενου σε ιδιωτική ζωή και γι' αυτό οποιαδήποτε συναφή μαρτυρία με αυτά πρέπει να αποκλειστεί από την κυρίως δίκη (βλ. Στυλιανού (ανωτέρω) και άρθρα 34 και 35 του Συντάγματος).
  2. Κατάληξη Για όλους τους λόγους που επεξηγούνται ανωτέρω, η ένσταση επιτυγχάνει και το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής για κατάθεση του Τεκμηρίου Α ως τεκμηρίου στα πλαίσια της κυρίως δίκης απορρίπτεται. (Υπ.)..................................... Μ. Μαρκουλλής, Προσ. Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.