ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ν. ΜΑΡΙΟΣ ΤΟΦΑΡΙΔΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 2042/2024, 31/10/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Μ. Μαρκουλλής, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2042/2024 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Κατηγορούσα Αρχή ν ΜΑΡΙΟΣ ΤΟΦΑΡΙΔΗΣ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 31.10.2024 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Στέλλα Πίπη Για τους Κατηγορούμενο: Προσωπικά Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ
- Εισαγωγή - Το Κατηγορητήριο Σύμφωνα με το κατηγορητήριο ημερ. 19.02.2024, ο Κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 09.10.2023 οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα του (εφεξής καλούμενου ως «το Όχημα Α») μεταφέροντας επιβάτη επ' αμοιβή (2η κατηγορία) και συνεπώς χωρίς να καλύπτεται από πιστοποιητικό ασφαλείας που αφορά ευθύνη έναντι τρίτου (1η κατηγορία) και παρέλειψε να ακινητοποιήσει το όχημα του μετά που κλήθηκε από επόπτη του Τμήματος Οδικών Μεταφορών (3η κατηγορία). Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε την διάπραξη των ανωτέρω αδικημάτων και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση.
- Η Μαρτυρία Η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε ένα μάρτυρα για απόδειξη της υπόθεσης της, ήτοι τον Επόπτη Οδικών Μεταφορών 6038 Α.Α. (ΜΚ1). Ο Κατηγορούμενος επέλεξε να δώσει ο ίδιος μαρτυρία ενόρκως και δεν κάλεσε οποιουσδήποτε μάρτυρες υπεράσπισης. Η όλη μαρτυρία είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και παραθέτω κατωτέρω τα κύρια σημεία της. Ο ΜΚ1 εργάζεται ως επόπτης στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών. Στις 09.10.2023 και ώρα 08:20 διεξήγαγε έλεγχο σε ιδιωτικά οχήματα στο αεροδρόμιο Λάρνακας φέροντας την στολή του επόπτη οδικών μεταφορών με τα σχετικά διακριτικά, την οποία φορούσε και στο Δικαστήριο. Κατά τον ανωτέρω έλεγχο, εντόπισε τον Κατηγορούμενο να οδηγεί το Όχημα Α και να μεταφέρει επιβάτη στο αεροδρόμιο. Ο επιβάτης ανέφερε στον ΜΚ1 ότι ο Κατηγορούμενος είναι ο οδηγός της εταιρείας του, η οποία πλήρωσε τον Κατηγορούμενο για την μεταφορά. Ακολούθως, σταμάτησε το Όχημα Α και ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να του αναφέρει τα στοιχεία του, αλλά ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε να το πράξει και έφυγε με το Όχημα Α από το σημείο χωρίς να του το επιτρέψει προηγουμένως ο ΜΚ
- Συγκεκριμένα, ο ΜΚ1 ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να του παρουσιάσει την άδεια οδήγησης του και ο Κατηγορούμενος του απάντησε «είσαστε αθκειασεροί» και έφυγε από τον χώρο που ήταν σταματημένος στο αεροδρόμιο. Στην συνέχεια, ο ΜΚ1 διενήργησε έρευνα στο μηχανογραφημένο σύστημα του Τμήματος Οδικών Μεταφορών με τα στοιχεία του Οχήματος Α και διαπίστωσε ότι ο ιδιοκτήτης του είναι ο Κατηγορούμενος (βλ. Τεκμήριο 1), τον οποίο και αναγνώρισε εντός του Δικαστηρίου ως το πρόσωπο που οδηγούσε το Όχημα Α κατά τον επίδικο τόπο και χρόνο. Το Όχημα Α είναι εγγεγραμμένο ως ιδιωτικό όχημα και ως εκ τούτου δεν είχε άδεια να μεταφέρει επιβάτη επ' αμοιβής, δηλαδή δεν είχε άδεια δημόσιας χρήσης. Κατά συνέπεια δε, η χρήση του Οχήματος Α για μεταφορά επιβάτη επ' αμοιβής δεν καλύπτεται από πιστοποιητικό ασφαλείας για ευθύνη έναντι τρίτου. Στην αντεξέταση του, ο Κατηγορούμενος υπέβαλε στον ΜΚ1 ότι ο Κατηγορούμενος μετέφερε κάποιο Κ.Π., ο οποίος είναι πελάτης της εταιρείας του Κατηγορούμενου και λόγω της ενόχλησης του από τον ΜΚ1 σταμάτησε την συνεργασία του με την εταιρεία του, αλλά ο ΜΚ1 απάντησε ότι δεν ενόχλησε τον ανωτέρω επιβάτη και ότι του έκαμε απλά μια ερώτηση. Ο ΜΚ1 συμφώνησε, επίσης, με την υποβολή του Κατηγορούμενου ότι ο ΜΚ1 τον σταμάτησε και τον ρώτησε αν έφερε πελάτη στο αεροδρόμιο και ο Κατηγορούμενος του απάντησε καταφατικά. Ανέφερε, επίσης, ότι η μοναδική απόδειξη για την πληρωμή της μεταφοράς είναι η απάντηση του ανωτέρω επιβάτη ότι ο Κατηγορούμενος είναι ο οδηγός της εταιρείας και τον μεταφέρει όποτε έχει ταξίδι στο αεροδρόμιο. Ο Κατηγορούμενος, στην προφορική και ένορκη μαρτυρία του, ανέφερε ότι κατά τον επίδικο τόπο και χρόνο θα μετέφερνε στο αεροδρόμιο Λάρνακας κάποιο Κ.Π. (εφεξής καλούμενος ως «ο Επιβάτης»), ο οποίος ήταν εκ των ιδιοκτητών της εταιρείας, με την οποία συνεργάζεται ο Κατηγορούμενος για τις μεταφορές τους. Επειδή, όμως, είχε κάποιο πρόβλημα το όχημα ταξί του Κατηγορούμενου, μετέφερε τον Επιβάτη με το ιδιωτικό όχημα του, ήτοι το Όχημα Α, έτσι ώστε ο τελευταίος να μην χάσει την πτήση του. Στην κυρίως εξέταση του, κατέθεσε το πιστοποιητικό ασφαλείας για ευθύνη έναντι τρίτου που κατείχε για το Όχημα Α (Τεκμήριο 2), το πιστοποιητικό καταλληλότητας του (Τεκμήριο 3) και το πιστοποιητικό εγγραφής του (Τεκμήριο 4). Κατέθεσε, επίσης, τιμολόγιο της εταιρείας του προς την εταιρεία Medochemie Ltd, όπου για την επίδικη μεταφορά δεν υπήρξε χρέωση και αναφέρεται ως «complimentary», καθώς ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι «ο λόγος που έγινε χωρίς αμοιβή ήταν για να σώσω την κατάσταση». Στην αντεξέταση του, ανέφερε ότι χρησιμοποίησε το Όχημα Α για να προσφέρει υπηρεσία σε κάποιο πελάτη της εταιρείας του, αλλά ο Επιβάτης δεν γνώριζε τι πληρώνει η εταιρεία στην οποία εργάζεται, καθώς είναι ο Κατηγορούμενος που υποβάλλει τα τιμολόγια στο τέλος κάθε μήνα και στην προκειμένη περίπτωση η επίδικη μεταφορά έγινε δωρεάν. Επίσης, παραδέχθηκε ότι έφυγε από το σημείο που ανακόπηκε από τον ΜΚ1 χωρίς να του το επιτρέψει ο τελευταίος, με την αιτιολογία ότι βιαζόταν και θα μπορούσε ο ΜΚ1 να λάβει όλα τα στοιχεία του με τον αριθμό εγγραφής του Οχήματος Α. Ανέφερε, μάλιστα, ότι δεν ήταν υποχρεωμένος να σταματήσει επειδή δεν υπήρχε παρών κάποιος αστυνομικός και οι επόπτες του Τμήματος Οδικών Μεταφορών δεν έχουν δικαίωμα να σταματούν ιδιωτικά οχήματα.
- Μη Αμφισβητούμενα Γεγονότα Και Έμμεσες Παραδοχές Τα κατωτέρω γεγονότα δεν αμφισβητήθηκαν και συνεπώς αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου (βλ. Αντρέου ν Δήμου Λάρνακας
(2014)2 ΑΑΔ 263 και Ocean Reef Properties Ltd v Colville
(2015)1 ΑΑΔ 1002): (α) Το Όχημα Α είναι ιδιωτικό όχημα και ο Κατηγορούμενος είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του (βλ. Τεκμήρια 1, 3 και 4). Το δε πιστοποιητικό ασφαλείας του Οχήματος Α για ευθύνη έναντι τρίτου δεν καλύπτει μεταφορές επιβατών επ' αμοιβής (βλ. παράγραφος 7 στο Τεκμήριο 2). (β) Στις 09.10.2023 και ώρα 08:20 ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το Όχημα Α μεταφέροντας τον Επιβάτη, τον οποίο μετέφερε και αποβίβασε στο αεροδρόμιο Λάρνακας. 4. Η Αξιολόγηση της Μαρτυρίας Μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την όλη μαρτυρία και αξιοπιστία των μαρτύρων με το κριτήριο του μέσου λογικού αντικειμενικού παρατηρητή (βλ. Νεοφύτου ν Γερακιώτη
(2010)1 ΑΑΔ 25) και αφού έχω λάβει υπόψιν μου τόσο την εμφάνιση και συμπεριφορά των μαρτύρων (βλ. C&A Pelekanos v Πελεκάνου
(1999)1 ΑΑΔ1273), όσο και το περιεχόμενο, ποιότητα και πειστικότητα της μαρτυρίας τους (βλ. Μαυροσκούφη ν Τράπεζα Πειραιώς
(2014)1 ΑΑΔ 839 και Ομήρου ν Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506) αντιπαραβαλλόμενη με το σύνολο της μαρτυρίας στην δίκη, είτε προέρχεται από άλλη ζώσα μαρτυρία είτε από έγγραφη μαρτυρία και τεκμήρια (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν Πολυβίου
(2009)1 ΑΑΔ 339, Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1 ΑΑΔ 1056, Pal Tekinder v Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551 και Στέγη Ευγηρίας «Αρχάγγελος Μιχαήλ» ν Αργυρίδου (Πολιτική Έφεση 32/2014) ημερ. 29/09/2021, ECLI:CY:AD:2021:A430). Δεν μου διαφεύγει ότι μικρές ή επουσιώδεις αντιφάσεις είναι φυσιολογικό να υπάρχουν και τείνουν να ενισχύουν την φιλαλήθεια και αξιοπιστία των μαρτύρων (βλ. Κουδουνάρης ν Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 320 και Ξυδιάς ν Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 174), εκτός βέβαια αν είναι τέτοια ουσιαστικής μορφής που πλήττουν την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν την πρόθεση του να πει ψέματα (βλ. Κυπριανού ν Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 816). Ο ΜΚ1 άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Ήταν ήρεμος και σταθερός στις απαντήσεις του, ενώ η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε επί της ουσίας κατά την αντεξέταση του και ούτε ο ΜΚ1 υπέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Εκείνο, άλλωστε, που αμφισβητεί ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση είναι ότι έλαβε πληρωμή για την επίδικη μεταφορά και ο ΜΚ1 ανέφερε ότι η μόνη μαρτυρία που έχει προς τούτο είναι την απάντηση του Επιβάτη ότι πληρώνει η εταιρεία του τελευταίου για τις μεταφορές του στο αεροδρόμιο. Ενόψει των ανωτέρω, η μαρτυρία του ΜΚ1 κρίνεται ως αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Ο Κατηγορούμενος έκαμε επίσης καλή εντύπωση στο Δικαστήριο και έδωσε την εικόνα προσώπου που ήρθε στο Δικαστήριο να πει την αλήθεια ως προς τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τον επίδικο τόπο και χρόνο, ενώ η μαρτυρία του δεν ήρθε ουσιαστικά σε σύγκρουση με την μαρτυρία του ΜΚ
- Παρουσίασε δε και σχετική έγγραφη μαρτυρία, χωρίς πρόθεση να αποκρύψει οτιδήποτε από το Δικαστήριο. Ανάφερε ότι έχει εταιρεία μεταφορών και όχημα ταξί, με το οποίο αναλαμβάνει μεταφορές επιβατών επ' αμοιβής και ότι κατά τον επίδικο χρόνο διενήργησε την μεταφορά με το Όχημα Α λόγω βλάβης στο όχημα ταξί. Παραδέχθηκε ότι το Όχημα Α είναι ιδιωτικό όχημα και παρουσίασε στο Δικαστήριο το πιστοποιητικό ασφαλείας του, το οποίο δεν καλύπτει μεταφορές επιβατών επ' αμοιβής (βλ. παράγραφος 7 στο Τεκμήριο 2). Παραδέχθηκε, επίσης, ότι όντως δεν συμμορφώθηκε με τις οδηγίες του ΜΚ1 να παραμείνει στο μέρος που ανακόπηκε και ότι αναχώρησε χωρίς να του το επιτρέψει προηγουμένως ο ΜΚ
- Σε σχέση με την θέση του, όμως, ότι ο ΜΚ1 δεν είχε δικαίωμα να τον σταματήσει και υποβάλει σε έλεγχο λόγω απουσίας κάποιου αστυνομικού, είναι ζήτημα νομικό, το οποίο θα εξετάσει και αποφασίσει το Δικαστήριο κατωτέρω. Εξαιρουμένης αυτής της θέσης του Κατηγορούμενου, το Δικαστήριο κρίνει αξιόπιστη μαρτυρία του και την αποδέχεται.
- Η Νομική Πτυχή και Τα Ευρήματα του Δικαστηρίου Εφόσον ο Κατηγορούμενος αρνείται την διάπραξη των επίδικων αδικημάτων, η Κατηγορούσα Αρχή έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό στοιχείο του αδικήματος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Οι εικασίες, υποθέσεις και υποψίες, ακόμα και ευλογοφανείς, δεν έχουν οποιαδήποτε νομική ισχύ και δεν μπορούν να καλύψουν τυχόν κενά της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Από την άλλη, ο Κατηγορούμενος δεν υποχρεούται να αποδείξει ότι οι ισχυρισμοί του είναι αληθινοί ή βάσιμοι αλλά αρκεί η δημιουργία λογικής αμφιβολίας. Οι απομακρυσμένες πιθανότητες, όμως, δεν είναι αρκετές να δημιουργήσουν λογική αμφιβολία. 1η και 2η Κατηγορία Σε σχέση με την 1η κατηγορία, αποτελεί ήδη εύρημα του Δικαστηρίου ότι το πιστοποιητικό ασφαλείας του Οχήματος Α δεν καλύπτει την χρήση για μεταφορά επιβατών επ' αμοιβή. Συνεπώς, η ετυμηγορία του Δικαστηρίου στην 2η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, ήτοι της μεταφοράς επιβάτη επ' αμοιβή, θα καθορίσει και αυτή της 1ης κατηγορίας. Σχετικό με την 2η κατηγορία είναι το άρθρο 14 του Περί Ρυθμίσεως της Τροχαίας Μεταφοράς Νόμου (9/1982) ως έχει τροποποιηθεί: «Απαγορεύεται η από οποιοδήποτε πρόσωπο με ιδιωτικό μηχανοκίνητο όχημα μεταφορά επιβατών επί μισθώσει ή επ' αμοιβή.» Από την ανωτέρω πρόνοια, προκύπτει ότι η Κατηγορούσα Αρχή οφείλει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι (α) το Όχημα Α είναι ιδιωτικό μηχανοκίνητο όχημα, (β) ο Κατηγορούμενος μετέφερε επιβάτη με το Όχημα Α και (γ) η μεταφορά ήταν επ' αμοιβή. Αναφορικά με τα δύο πρώτα συστατικά στοιχεία, είναι παραδεκτό και δεν αμφισβητείται από τον Κατηγορούμενο και ήδη αποτέλεσε εύρημα του Δικαστηρίου ότι το Όχημα Α είναι ιδιωτικό μηχανοκίνητο όχημα και ότι κατά τον επίδικο τόπο και χρόνο ο Κατηγορούμενος οδήγησε το Όχημα Α και μετέφερε με αυτό τον Επιβάτη στο αεροδρόμιο Λάρνακας. Άρα, το κρίσιμο ερώτημα που καλείται να απαντήσει το Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση είναι κατά πόσο η επίδικη μεταφορά του Επιβάτη έγινε επ' αμοιβή. Σύμφωνα με την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου και κρίθηκε ως αξιόπιστη, καταλήγω στα κατωτέρω ευρήματα. Ο Κατηγορούμενος διατηρεί δική του εταιρεία και όχημα ταξί με το οποίο διενεργεί μεταφορές επιβατών επ' αμοιβή. Εκ των πελατών του είναι η εταιρεία Medochemie Ltd, για την οποία αναλαμβάνει διάφορες μεταφορές και ο Κατηγορούμενος εκδίδει σχετικό τιμολόγιο κάθε μήνα για τις μεταφορές που διενεργεί (βλ. Τεκμήριο 5). Στις 09.10.2023 ο Κατηγορούμενος συμφώνησε να μεταφέρει τον Επιβάτη στο αεροδρόμιο Λευκωσίας, αλλά κατά την ανωτέρω ημερομηνία διαπίστωσε ότι υπήρχε κάποιο μηχανικό πρόβλημα στο όχημα ταξί που έχει, με αποτέλεσμα να χρησιμοποιήσει το Όχημα Α για την επίδικη μεταφορά. Όταν αποβίβασε τον Επιβάτη στο αεροδρόμιο Λάρνακας, ο ΜΚ1 πλησίασε τον Επιβάτη και τον ρώτησε αν πλήρωσε για την επίδικη μεταφορά και αυτός του απάντησε ότι πληρώνει η εταιρεία του τον οδηγό για την μεταφορά. Ακολούθως, ο ΜΚ1 ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να παραμείνει στο μέρος και να του δώσει τα στοιχεία του, αλλά ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε να το πράξει και αποχώρησε χωρίς την άδεια του ΜΚ1, αναφέροντας του ότι με τις πινακίδες εγγραφής του Οχήματος Α μπορεί να εντοπίσει όλα τα σχετικά στοιχεία. Την 01.11.2023 η εταιρεία του Κατηγορούμενου εξέδωσε τιμολόγιο προς την εταιρεία Medochemie Ltd, ήτοι το Τεκμήριο 5, σύμφωνα με το οποίο η εταιρεία του Κατηγορούμενου διενήργησε 125 μεταφορές προς όφελος της Medochemie Ltd εντός του μηνός Οκτωβρίου
- Από τις 125 μεταφορές υπάρχει χρέωση για τις 124, καθώς για την επίδικη μεταφορά του Επιβάτη δεν υπάρχει οποιαδήποτε χρέωση, με την σημείωση ότι είναι «Complimentary», δηλαδή ότι η μεταφορά έγινε φιλοφρονητικά δωρεάν. Ο λόγος δε που δεν χρέωσε την επίδικη μεταφορά ο Κατηγορούμενος ήταν, όπως ανάφερε ο ίδιος, «για να σώσει την κατάσταση», καθώς είχε ενοχληθεί ο Επιβάτης από το επίδικο περιστατικό με τον ΜΚ1 και ο Κατηγορούμενος φοβόταν να μην τους χάσει από πελάτες. Το γεγονός ότι στο τέλος της ημέρας ο Κατηγορούμενος δεν έλαβε οποιοδήποτε ποσό από την εταιρεία Medochemie Ltd για την επίδικη μεταφορά δεν τον απαλλάσσει αυτόματα από την διάπραξη του αδικήματος. Με μια προσεκτική ανάγνωση της ανωτέρω νομοθετικής πρόνοιας, προκύπτει ότι δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο η πληρωμή της αμοιβής. Το ζήτημα αυτό απασχόλησε την Βουλή των Λόρδων στην απόφαση Albert v Motor Insurers' Bureau [1971] All ER1345, όπου ο Λόρδος Dilhorne ανέφερε τα εξής σχετικά: "To constitute carriage for hire or reward, it is not, of course, necessary that payment is made before the journey. If there is an arrangement that payment will be made for that, it matters not when the payment is in fact made." Σε ελεύθερη μετάφραση: "Για να αποτελεί μεταφορά επί μισθώσει ή επ' αμοιβή, δεν είναι, φυσικά, απαραίτητο όπως η πληρωμή γίνει πριν το ταξίδι. Εάν υπάρχει διευθέτηση ότι η πληρωμή θα γίνει γι' αυτό, δεν έχει σημασία πότε όντως γίνεται η πληρωμή.» Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω στην παρούσα υπόθεση, είναι αδιάφορο αν ο Κατηγορούμενος έλαβε στο τέλος της ημέρας την αμοιβή από την εταιρεία Medochemie Ltd. Άλλωστε, κατά τον χρόνο της επίδικης μεταφοράς υπήρχε συμφωνία και συνεννόηση μεταξύ Κατηγορούμενου και Επιβάτη ότι θα πλήρωνε η εταιρεία του τελευταίου για την μεταφορά. Αυτό επιμαρτυρείται από την απάντηση του Επιβάτη στον ΜΚ1, αλλά και την μαρτυρία του ίδιου του Κατηγορούμενου ότι είναι μετά το επίδικο περιστατικό που αποφάσισε να μην χρεώσει την εταιρεία του Επιβάτη για την επίδικη μεταφορά. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με την απόφαση Albert (ανωτέρω), δεν απαιτείται η απόδειξη νόμιμης και έγκυρης συμφωνίας μεταξύ οδηγού και επιβάτη για να αποδειχθεί το συστατικό στοιχείο της μεταφοράς επ' αμοιβή. Εκείνο που έχει σημασία είναι η μεταφορά του επιβάτη να έχει επιχειρηματικό ή εμπορικό χαρακτήρα ("business or commercial nature"). Στην παρούσα υπόθεση, ο Κατηγορούμενος διενήργησε μέσα σε ένα μήνα 125 μεταφορές προς όφελος της εταιρείας Medochemie Ltd στα πλαίσια της εμπορικής συνεργασίας του και μία από αυτές ήταν η επίδικη, όπου ο Κατηγορούμενος χρησιμοποίησε το Όχημα Α. Ως εκ τούτου, η επίδικη μεταφορά είχε όντως επιχειρηματικό και εμπορικό χαρακτήρα, ασχέτως της μετέπειτα απόφασης του Κατηγορούμενου να μην πληρωθεί γι' αυτήν. Καταλήγω, λοιπόν, ότι η επίδικη μεταφορά του Επιβάτη από τον Κατηγορούμενο συνιστά μεταφορά επ' αμοιβή εντός της εννοίας του άρθρου 14 του Ν.9/
- Ενόψει των ανωτέρω, θεωρώ ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την διάπραξη του αδικήματος της 2ης κατηγορίας από τον Κατηγορούμενο. Δεδομένου και του ευρήματος του Δικαστηρίου ανωτέρω ότι το πιστοποιητικό ασφαλείας του Οχήματος Α, Τεκμήριο 2, δεν καλύπτει τις χρήσεις του Οχήματος Α για μεταφορά επιβατών επ' αμοιβή, έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και η διάπραξη του αδικήματος της 1ης κατηγορίας. 3η Κατηγορία Όσον αφορά την 3η κατηγορία, σχετικό είναι το άρθρο 11
(1)(β) του Περί των Εποπτών Οδικών Μεταφορών (Εξουσίες και Ευθύνες) Νόμου (Ν.108(I)/2010), το οποίο προνοεί τα εξής: «11.
(1)Εφόσον δεν προβλέπεται άλλη ποινή για ίδιο αδίκημα στους Νόμους που αναφέρονται στο άρθρο 10 του παρόντος Νόμου και στους δυνάμει αυτών εκδιδόμενους κανονισμούς, πρόσωπο το οποίο - [.] (β) παραλείπει να συμμορφωθεί σε οποιαδήποτε απαίτηση που επιβάλλεται σ' αυτό από Επόπτη δυνάμει των άρθρων 6, 7 και 8 [.] είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες Ευρώ (€2.000) ή και στις δύο αυτές ποινές». Το δε άρθρο 8
(1)(β) του Ν.108(Ι)/2010 προνοεί τα εξής: «8.
(1)Κάθε πρόσωπο που οδηγεί όχημα σε οδό οφείλει, μετά από υπόδειξη Επόπτη εν στολή, που βρίσκεται σε οδό ή εντός οχήματος που φέρει διακριτικά και εν χρήσει αναλάμποντες φανούς, όπως ο Έφορος θα τα καθορίσει με γνωστοποίηση του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας- [.] (β) να σταματά και να επιτρέπει έλεγχο από Επόπτη, οφείλει δε να του παρέχει κάθε δυνατή βοήθεια ως προς τον έλεγχο και να ακολουθεί οποιεσδήποτε οδηγίες που εύλογα δίνονται για τους σκοπούς του ελέγχου [.]». Συνεπώς, η Κατηγορούσα Αρχή οφείλει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι (α) ο ΜΚ1 έφερε την στολή του Επόπτη και υπέδειξε στον Κατηγορούμενο να σταματήσει και (β) ο Κατηγορούμενος παρέλειψε να σταματήσει το Όχημα Α και υποβληθεί σε έλεγχο από τον ΜΚ1. Στην παρούσα υπόθεση δεν αμφισβητούνται τα ανωτέρω. Ως έχει ήδη αναφερθεί και αποτέλεσε εύρημα του Δικαστηρίου, ο Κατηγορούμενος δεν συμμορφώθηκε με τις υποδείξεις του ένστολου ΜΚ1 να σταματήσει και παραμείνει στο σημείο του δρόμου στο αεροδρόμιο Λάρνακας που σταμάτησε και αποβίβασε τον Επιβάτη και αρνήθηκε να υποβληθεί σε έλεγχο από τον ΜΚ1 και να του δώσει τα στοιχεία του. Εκείνο που αμφισβητεί ο Κατηγορούμενος είναι ότι ο ΜΚ1 δεν είχε εξουσία να τον σταματήσει και ελέγξει χωρίς την παρουσία αστυνομικού, καθώς το Όχημα Α είναι ιδιωτικής χρήσεως. Ο Κατηγορούμενος δεν παρέπεμψε το Δικαστήριο σε συγκεκριμένη νομοθετική πρόνοια για τον ανωτέρω ισχυρισμό του. Έχω διεξέλθει τον Ν.108(Ι)/2010 και δεν εντόπισα οτιδήποτε σχετικό προς επίρρωση της θέσης του. Αντιθέτως, το άρθρο 8
(1)ανωτέρω αναφέρεται ρητώς σε υπόδειξη του Επόπτη, προσδίδοντας σε αυτόν εξουσία να υποδείξει σε οδηγό οχήματος να σταματήσει για σκοπούς ελέγχου, χωρίς οποιαδήποτε προϋπόθεση για παρουσία αστυνομικού. Η δε λέξη «όχημα» στο άρθρο 8
(1)δεν περιορίζεται σε φορτηγά οχήματα ως εισηγήθηκε ο Κατηγορούμενος. Η έννοια της λέξης «όχημα» δεν ορίζεται στον Ν.108(Ι)/2010 και συνεπώς έχει την έννοια που του αποδίδεται στον αντίστοιχο νόμο που αφορά τα αδικήματα της 1ης και 2ης κατηγορίας, ήτοι στον Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμο (Ν.96(I)/2000) και στον Περί Ρυθμίσεως της Τροχαίας Μεταφοράς Νόμο (Ν.9/1982) αντίστοιχα (βλ. άρθρο 2
(2)του Ν.108(Ι)/2010). Ανατρέχοντας στους ανωτέρω νόμους, διαπιστώνω ότι η έννοια «όχημα» περιλαμβάνει και τα ιδιωτικά οχήματα και συνεπώς και το Όχημα Α. Ανεξάρτητα και επιπρόσθετα των ανωτέρω, το άρθρο 6 του Ν.108(Ι)/2010 με πλαγιότιτλο «Εξουσίες Επόπτη», αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα εξής: «6. Επόπτης δύναται, προς το σκοπό της διαπίστωσης οποιασδήποτε παράβασης των Νόμων που αναφέρονται στο άρθρο 10 του παρόντος Νόμου και των δυνάμει αυτών εκδιδόμενων κανονισμών, διαταγμάτων και γνωστοποιήσεων, που για τους σκοπούς τους θεωρείται ως όργανο τήρησης της τάξης - (α) να σταματά οποιοδήποτε όχημα που βρίσκεται σε οδό, να ζυγίζει το όχημα και το φορτίο του και να εισέρχεται και επιθεωρεί το όχημα [.] (β) να ακινητοποιεί όχημα για το οποίο έχει εύλογη υποψία ότι δεν τηρούνται οι εν λόγω νόμοι, κανονισμοί [.]». Τόσο ο Ν.96(I)/2000, όσο και ο Ν.9/1982 περιλαμβάνονται στους νόμους που καταγράφονται στο άρθρο 10 του Ν.108(Ι)/2010 και καθιστούν επίσης τους επόπτες του Τμήματος Οδικών Μεταφορών ως όργανα τήρησης της τάξης (βλ. άρθρο 3
(9)του Ν.96(Ι)/2000 και άρθρο 23Α του Ν.9/1982). Ως εκ τούτου, καταλήγω ότι ο ΜΚ1 είχε δικαίωμα και εξουσία να καλέσει τον Κατηγορούμενο να σταματήσει και ακινητοποιήσει το Όχημα Α για έλεγχο από τον ίδιο για τα αδικήματα που διερευνούσε, ήτοι αυτά της 1ης και 2ης κατηγορίας, χωρίς να είναι απαραίτητη η παρουσία αστυνομικού. Ενόψει όλων των ανωτέρω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την διάπραξη του αδικήματος της 3ης κατηγορίας από τον Κατηγορούμενο. 6. Κατάληξη Συνοψίζοντας και για όλους τους λόγους που καταγράφονται ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ένοχο τον Κατηγορούμενο σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.)..................................... Μ. Μαρκουλλής, Προσ. Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο