← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Παναγιώτη Σωτηρίου κ.α., Υπόθεση Αρ.: 10573/21, 10/4/2024

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Παναγιώτη Σωτηρίου κ.α., Υπόθεση Αρ.: 10573/21, 10/4/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ : Λ. Μουγής, Π.Ε.Δ. Μ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Υπόθεση Αρ.: 10573/21 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν.

  1. Παύλου Παύλου
  2. Παναγιώτη Σωτηρίου Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 10 Απριλίου
  3. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κα Ε. Κληρίδου. Για τον Κατηγορούμενο 2: Ο κ. Α. Δημητρίου με κα Χ. Χριστοφή, κ. Μ. Καούλα, κ. Α. Γεωργίου και κ. Α. Δημητρίου. Κατηγορούμενος 2 παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος στην υπό κρίση υπόθεση αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες για τα αδικήματα της παράνομης κατοχής με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β και της παράνομης προμήθειας ελεγχόμενου φαρμάκου τάξης Β σε άλλο πρόσωπο, κατά παράβαση του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 ως έχει τροποποιηθεί (κατηγορίες 1 και 2). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων κατηγορείται ότι στις 9/11/2021 στη Λάρνακα, είχε παράνομα στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β, δηλαδή 1 κιλό και 963,3 γραμμάρια κάνναβης με σκοπό την προμήθεια της σε άλλα πρόσωπα και ότι την ίδια ημερομηνία προμήθευσε την εν λόγω ποσότητα κάνναβης στον πρώτο κατηγορούμενο. Η κατηγορούσα αρχή για απόδειξη της υπόθεσης της κάλεσε 6 μάρτυρες, ενώ από πλευράς υπεράσπισης κατέθεσαν 2 μάρτυρες. Κατατέθηκαν τέλος και 58 συνολικά τεκμήρια ενώ δηλώθηκαν και τα κάτωθι παραδεκτά γεγονότα: «
  4. Κατά τη διάρκεια της διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης παραλήφθηκε αριθμός τεκμηρίων ως αυτά περιγράφονται στον Κατάλογο Τεκμηρίων που κατατέθηκε από τον Αστ.56, Γιώργο Κουνούσιη, ΜΚ2 στη διαδικασία και έγινε τεκμήριο 4 με αριθμό βιβλίου Τεκμηρίων 113/2021 και μέρος αυτών έχουν κατατεθεί στο Δικαστήριο. (τεκμήρια 5-8) 2.Όλα τα τεκμήρια παραλήφθηκαν και διακινήθηκαν από την Αστυνομία Κύπρου, νομότυπα, με ασφάλεια χωρίς να υποστούν οποιαδήποτε επέμβαση ή αλλοίωση εκτός αυτής που έγινε για σκοπούς επιστημονικών εξετάσεων από το Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής, το Γενικό Χημείο του Κράτους, το Εργαστήριο Φωτογραφίας, Εικόνας και Γραφικών της ΥΠΕΓΕ, και το εργαστήριο δακτυλοσκοπίας του Αρχηγείου Αστυνομίας και βρίσκονταν υπό τη συνεχή και ασφαλή φύλαξη της Αστυνομίας μέχρι και την κατάθεση τους στο Δικαστήριο.
  5. Από επιστημονικές εξετάσεις που διενεργήθηκαν από το Γενικό Χημείο του Κράτους από τη Μαρία Κωνσταντίνου,ΜΚ11 επι του κατηγορητηρίου, επί του περιεχομένου των Τεκμηρίων Δικαστηρίου 6(πράσινη φυτική ύλη), τα οποία ευρίσκοντο εντός του Τεκμηρίου Δικαστηρίου υπ' αριθμό 5(8 σακουλάκια), τα οποία ευρίσκοντο εντός του τεκμηρίου δικασηρίου 7 όπως εξηγήθηκε από τον ΜΚ2, Αστ/κα 56,Γιώργο Κουνουσιη, διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για ελεγχόμενο φαρμάκο Τάξεως Β' δηλαδή κάνναβη συνολικού βάρους 1 κιλό και 969,3 γραμμάρια κάνναβης. 4.Κατά τη δακτυλοσκοπική εξέταση που έγινε από το εργαστήριο διερεύνησης σκηνής εγκλήματος και εμφάνισης αποτυπωμάτων της ΥΠΕΓΕ από τον ΛΟΧ.2748 Νεόφυτο Νεοφύτου, ΜΚ 13 επι του κατηγορητηρίου στο τεκμήριο 5(τεκμήρια με αύξων αριθμό 1-8 νάιλον συσκευασίες) και στο τεκμήριο 6 (τεκμήρια με αύξων αριθμό 9-16 διάφανες πλαστικά σακουλία) δεν εντοπίστηκε οποιοδήποτε αξιοποιήσιμο αποτύπωμα.
  6. Στα τεκμήρια που παραλήφθηκαν κατά τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης, Τεκμήριο Δικαστηρίου 5 που αποτελείται από τα τεκμήρια με αύξων αριθμό 1-8 συσκευασίες επι του καταλόγου τεκμηρίων(τεκμήριο 4) στο τεκμήριο 6 του Δικαστηρίου(το οποίο αποτελείται από τα τεκμήρια με αύξων αριθμό 9-16 διαφανες πλαστικά σακούλια) και δειγματοληψίες που λήφθηκαν από το Τεκμήριο 7 (με αύξων αριθμό 19 επι του Τεκμηρίου 4 του Δικαστηρίου) οι οποίες απαριθμούνται με αύξων αριθμό 20-21 επι του τεκμηρίου 4 του Δικαστηρίου διενεργήθηκαν επιστημονικές εξετάσεις με την ορθή μέθοδο και ενδεδειγμένη διαδικασία από τον Δρ. Μάριο Καριόλου.Από τις εξετάσεις που έγιναν στο επίπεδο του γενετικού υλικού, δεν έχουν προκύψει οποιαδήποτε στοιχεία που να συνδέουν τον κατηγορούμενο με αντικείμενα της υπόθεσης αυτής από τα οποία απομονώθηκε γενετικό υλικό του οποίου το προφίλ ήταν κατάλληλο για συγκρίσεις. 6.Το τεκμήριο 8 ετοιμάστηκε από τον Δαμιανό Δαμιανου,ΜΚ4 επι του κατηγορητηρίου, ο οποίος είναι τεχνικός συστημάτων ασφαλείας. Εργάζεται στην εταιρεία D.S. Damianou Security Systems, η οποία είναι αδειούχα στην εγκατάσταση συστημάτων ασφαλείας συμπεριλαμβανομένων κλειστών κυκλωμάτων παρακολούθησης. Ένας από τους χώρους που η εταιρεία αυτή εγκατέστησε κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης είναι και το Νέο Κοιμητήριο του Δήμου Λάρνακας στη Δρομολαξιά. Το κλειστό κύκλωμα του εν λόγω κοιμητηρίου αποτελείται από τέσσερις κάμερες και το σύστημα λειτουργεί είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο και οι κάμερες καταγράφουν συνεχώς εξωτερικά και εσωτερικά του κοιμητηρίου. Τα πλάνα που καταγράφουν οι κάμερες μεταφέρονται με αναλογικό καλώδιο στο DVR μέσα στο οποίο υπάρχει σκληρός δίσκος αποθήκευσης των δεδομένων. Την 11/11/21 κλήθηκε από την ΥΚΑΝ Λάρνακας και μετέβηκε στο κοιμητήριο όπου καθ ΄ υπόδειξη του ΜΚ2,Αστ/κα 56, Γιώργου Κουνούσιη αντέγραψε πλάνα από τις κάμερες 1 και 3 του κλειστού κυκλώματος και τις αποθήκευσε στο τεκμήριο 8, χωρίς καμία επέμβαση ή αλλοίωση επί των δεδομένων. Από έλεγχο που διενήργησε στο σύστημα καταγραφής του κλειστού κυκλώματος του κοιμητηρίου διαπιστώθηκε ότι η ώρα καταγραφής του συστήματος ήταν η ίδια και συμβάδιζε με την πραγματική ώρα και ήταν ορθή. Τα πλάνα που αντέγραψε και αποθήκευσε αφορούν την ημερομηνία 9/11/21 και μεταξύ των ωρών 1225-1240.» Και «1.Την 12/11/2021 ο ΜΚ 12 επι του κατηγορητηρίου , Αστ/κας 3276, Γιώργος Μικελλίδης, παρέλαβε το τεκμήριο 8 για εξετάσεις και ετοίμασε σχετική έκθεση ή οποία είναι το τεκμήριο Α προς αναγνώριση. Το περιεχόμενο του τεκμηρίου Α προς αναγνώριση είναι παραδεκτό και κατατίθεται ως τεκμήριο.» Οι αναφορές όλων των μαρτύρων ως επίσης και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν αξιολογήθηκαν πλήρως έστω και αν αυτά δεν αναφέρονται ρητά στην απόφαση χωρίς να είναι αναγκαία η καταγραφή του περιεχομένου τους, κάτι το οποίο θα είναι εκεί όπου κριθεί αναγκαίο (Βλέπε κατ΄ αναλογίαν, G & K Exclusive Fashions Ltd v. Παπαδοπούλου κ.ά

(2001)1 ΑΑΔ 88 και Al Watani κ.ά. ν. Παπαδόπουλου
(2001)1Γ ΑΑΔ 1924). Τυχόν αποσπάσματα που αναφέρονται στην απόφαση μεταφέρθηκαν αυτούσια από τα πρακτικά, τα τεκμήρια και τις γραπτές αγορεύσεις. Η εκδοχή η οποία προωθήθηκε από την κατηγορούσα αρχή είναι ότι στις 9/11/2021 ο κατηγορούμενος οδηγώντας το όχημα μάρκας BMW χρώματος μπλε, με αριθμούς εγγραφής [ ], μετέβηκε στην περιοχή του νέου κοιμητηρίου Λάρνακας στην Δρομολαξιά. Εκεί συναντήθηκε με τον πρώην κατηγορούμενο 1 Παύλο Παύλου, ο οποίος οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ]. Ο τελευταίος κατέβηκε από το όχημα του και αφού παρέλαβε από το όχημα του κατηγορούμενου 2 ένα τροχό αυτοκίνητου, τον τοποθέτησε στο δικό του όχημα και στη συνέχεια εγκατέλειψαν το σημείο. Μέλη της ΥΚΑΝ του Αρχηγείου Αστυνομίας παρακολουθούσαν τα δύο οχήματα και μετά από ανακοπή του οχήματος του Παύλου εντοπίστηκε στον εν λόγω τροχό η ποσότητα των ναρκωτικών που αποτελούν το αντικείμενο των κατηγοριών. Η υπεράσπιση από την άλλη αμφισβήτησε την παρουσία του κατηγορούμενου στην περιοχή προσπαθώντας διά της αντεξέτασης των ΜΚ και προσκομίζοντας μαρτυρία εμπειρογνώμονα, να κλονίσει την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ότι οδηγός του εν λόγω οχήματος ήταν ο κατηγορούμενος. Άξονας κατ' ουσίαν της υπερασπιστικής γραμμής ήταν η μη αναγνώριση του κατηγορούμενου ως του οδηγού του μπλε BMW. Συνοψίζουμε τη μαρτυρία των μαρτύρων. Ο αναπληρωτής λοχίας 2733 Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου ΜΚ1, εκτέλεσε χρέη φωτογράφου και έλαβε φωτογραφίες σε σχέση με την υπόθεση τις οποίες έδεσε σε βιβλιάριο το οποίο κατέθεσε ως τεκμήριο
  1. Ο αστυφύλακας 56 Γιώργος Κουνούσιης ΜΚ2, ορίστηκε χειριστής των τεκμηρίων που αφορούν την υπό κρίση υπόθεση. Στην κατάθεση του τεκμήριο 3 καταγράφεται ο βαθμός εμπλοκής του στη διερεύνηση της υπόθεσης και τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε. Κατέθεσε επίσης τα τεκμήρια 4-
  2. Ο αστυφύλακας 3021 Αναστάσης Κωνσταντίνου ΜΚ3, ως αναφέρει στην κατάθεση του τεκμήριο 29, μετείχε στην ομάδα παρακολούθησης του Παύλου Παύλου και ήταν παρών στην περιοχή Δρομολαξιάς όπου διαδραματίστηκαν τα γεγονότα. Ο αστυφύλακας 2499 Ερωτόκριτος Παναγιώτου ΜΚ4, ήταν και αυτός μέλος της ομάδας που έθεσε υπό παρακολούθηση τον Παύλου και ήταν ο οδηγός οχήματος που μετείχε στην ανακοπή του τελευταίου. Ο αστυφύλακας 4880 Μιχάλης Ευτυχίου ΜΚ5, κατέθεσε την κατάθεση του τεκμήριο 31 στην οποία περιγράφει την δική του εμπλοκή στην υπόθεση αφού μετείχε στην ομάδα παρακολούθησης του Παύλου και μετέβηκε στην περιοχή Δρομολαξιάς όπου έλαβαν χώρα τα συμβάντα που αφορούν την υπόθεση. Είδε και αναγνώρισε τον κατηγορούμενο ως τον οδηγό του οχήματος με αριθμούς εγγραφής ΡΑΑ
  3. Ο αστυφύλακας 2657 Ανδρέας Ανδρέου ΜΚ6, ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης και στην κατάθεση του τεκμήριο 32 καταγράφει την εμπλοκή του και περιγράφει τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε για τη διερεύνηση της υπόθεσης. Ο Μιχάλης Νικολάου ΜΥ1, κλήθηκε ως εμπειρογνώμονας μάρτυρας και κατέθεσε σε σχέση με το τεκμήριο 8 και συγκεκριμένα το κατά πόσο στο όχημα μάρκας BMW χρώματος μπλε, εκτός από τον οδηγό υπήρχε κι συνοδηγός. Ο Παντελής Λειβαδιώτης ΜΥ2, επιθεώρησε και έλαβε φωτογραφίες και βίντεο της οδού Αγίου Γεωργίου (νέο κοιμητήριο Λάρνακας) στη Δρομολαξιά, στην οδό Κώστα Φράγκου και των χωματόδρομων και παράδρομων της περιοχής, δημιούργησε χάρτες αποτυπώνοντας τοπογραφικά τους πασσάλους, έλαβε φωτογραφίες της περιοχής και προέβηκε σε μετρήσεις αποστάσεων. Είχαμε την ευκαιρία μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης κάτι που θέτει το Δικαστήριο σε πλεονεκτική θέση στο να βλέπει, να ακούει και να αξιολογεί τους μάρτυρες (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Μελή ν. Κωνσταντίνου κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. 2/13, ημερομηνίας 13/3/19), ECLI:CY:AD:2019:A83, να παρακολουθήσουμε και να ακούσουμε με προσοχή και υπομονή τους μάρτυρες που κατέθεσαν. Θέσαμε ως δείκτη ανάμεσα σε άλλα το στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία, την πηγή και το κύρος της γνώσης των μαρτύρων, το όποιο προσωπικό συμφέρον ή προκατάληψη τους, τις ευκαιρίες που είχαν για να αντιληφθούν τα διαδραματιζόμενα, τη μνήμη τους και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή για να πιστεύουν σε αυτά στα οποία κατέθεσαν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους και τις όποιες υπερβολές, ανακολουθίες ή αντιφάσεις τους σε αντιπαραβολή με τις μικροαντιφάσεις, τη φιλαλήθεια τους και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων. Ήμασταν προσεκτικοί να μην προσδώσουμε υπέρμετρο βάρος στα εξωτερικά γνωρίσματα της μαρτυριακής τους συμπεριφοράς αφού κάτι τέτοιο εμπεριέχει επικινδυνότητα δεδομένου ότι δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να είναι ιδιαίτερα ικανοί στο να παρουσιάζουν μία εντελώς διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει αλλά και διότι κάποιες συμπεριφορές στο εδώλιο του μάρτυρα μπορεί να εδράζονται σε μεγάλο αριθμό αιτών και όχι κατ΄ ανάγκη από διάθεση να πουν ψέματα ή να παραπλανήσουν. Αποτιμώντας τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μας δεν περιοριστήκαμε στην ατομική εκτίμηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, αλλά τη συσχετίσαμε και την αντιπαραβάλαμε με το σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας. Τη μαρτυρία των αστυνομικών την προσεγγίσαμε με ιδιαίτερη προσοχή έτσι ώστε να διακριβώσουμε αν τα όσα ανέφεραν εξέφραζαν πιστά και ορθά την πραγματικότητα (βλέπε, Volettos v. The Republic
(1960)CLR 169). Έχει σημασία, ως ζήτημα αρχής, να υπογραμμιστεί πως το γεγονός ότι κάποιοι μάρτυρες γίνονται δεκτοί ως αξιόπιστοι, δεν εξυπακούει αδηρίτως πως τα όσα είπαν υπέχουν και ανάλογης αποδεικτικής βαρύτητας, μια και η γενικότερη αξιοπιστία των μαρτύρων δεν εναρμονίζεται πάντοτε με την αποδεικτική δύναμη της μαρτυρίας τους (βλ. κατ' αναλογίαν, Κίμωνος ως Εκκαθαριστή της Blue Seal Shoes Ltd v. Χρ. Ιωάννου & Υιοί (Υποδήματα) Λτδ, Πολ.Έφεση 66/13, ημ. 4/11/19, Ευσταθίου ν. Μιχαήλ και Άλλης, Πολ.Έφεση 269/12, ημ. 23/7/19, ECLI:CY:AD:2019:A341, Θεοχαρίδης ν. Ιωάννου κ.ά
(2012)1Β ΑΑΔ 1311, 1319-1322). Πριν προβούμε στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μας τόσο από πλευράς κατηγορούσας αρχής αλλά και υπεράσπισης θεωρούμε ορθό να θέσουμε τον άξονα της επιχειρηματολογίας των δύο πλευρών έτσι ώστε να είναι πιο κατανοητό το αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης. Ο αναπληρωτής Λοχίας 2733 Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου, ΜΚ1, κρίνεται ως μάρτυρας της αλήθειας. Δεν προέκυψε οτιδήποτε από την αντεξέταση του που θα κλόνιζε την αξιοπιστία του. Η εμπλοκή του, ως αναφέρει στην κατάθεση του τεκμήριο 1, στην διερεύνηση της υπόθεσης περιορίστηκε στη λήψη φωτογραφιών στις 9/11/2021, τόσο από το σημείο όπου ανακόπηκε το όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ] όσο και από το σημείο όπου φέρεται ότι έγινε η συνάντηση του πιο πάνω οχήματος με το όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ] για το οποίο έλαβε αριθμό φωτογραφιών στην οδό Καλαμών στα Λειβάδια Λάρνακας. Στις 11/11/2021 έλαβε φωτογραφίες του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης που ήταν εγκατεστημένο στο νέο κοιμητήριο Λάρνακας. Τις φωτογραφίες που έλαβε τις ετοίμασε σε δέσμη και τις κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ως τεκμήριο 2 και τις οποίες επεξήγησε ως προς το τι απεικονίζουν. Δέχθηκε, επεξηγώντας τις φωτογραφίες, ότι δε λήφθηκε φωτογραφία από το εσωτερικό του καπό του [ ] αν και θα μπορούσε. Ανάφερε περαιτέρω, σε σχέση με τη φωτογραφία 26 του τεκμηρίου 2, το σημείο από όπου λήφθηκε η φωτογραφία. Είπε επίσης ότι από το όχημα της αστυνομίας που φαίνεται στη φωτογραφία 6, αφαιρέθηκαν οι πινακίδες εγγραφής διότι είναι αυτοκίνητα που χρησιμοποιούνται στις παρακολουθήσεις. Δεν γνώριζε να πει ποια συγκεκριμένα αυτοκίνητα της ΥΚΑΝ ήταν στην σκηνή όπως δεν γνώριζε να πει και για χαρακτηριστικά του οχήματος που απεικονίζεται στις φωτογραφίες 66-
  1. Η μαρτυρία του ΜΚ2 γίνεται δεκτή. Ο αστυφύλακας 56, Γιώργος Κουνούσιης, ΜΚ2, ορίστηκε χειριστής των τεκμηρίων που περισυνελλέχθηκαν κατά τη διερεύνηση της υπό εξέταση περίπτωσης. Ο ΜΚ2 παρέθεσε με ειλικρίνεια τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε στα πλαίσια των καθηκόντων που του ανατέθηκαν χωρίς η αξιοπιστία του και η καλή εικόνα που αποκομίσαμε να αλλοιώνονται. Στην κατάθεση του τεκμήριο 3 καταγράφει τις ενέργειες του αυτές. Του παραδόθηκε από τον αστυφύλακα 2657, ανάμεσα στα άλλα αντικείμενα και ένας τροχός οχήματος που εντοπίστηκε από άλλα μέλη της ΥΚΑΝ μετά από ανακοπή του οχήματος με αριθμούς εγγραφής [ ] που οδηγούσε ο Παύλος Παύλου. Στην παρουσία του Παύλου και με τη χρήση μαχαιριού δημιούργησε οπή στο ελαστικό του τροχού και στο εσωτερικό του εντόπισε τα επίδικα ναρκωτικά. Σε κατοπινό στάδιο μετέβηκε μαζί με άλλους συναδέλφους του στην οικία του κατηγορούμενου, όπου και διενήργησε έρευνα από όπου και κατασχέθηκαν δύο κινητά τηλέφωνα. Ερεύνησε και το όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ] χωρίς να εντοπίσει οτιδήποτε το παράνομο. Στα γραφεία της ΥΚΑΝ έλαβε αποτυπώματα και παρειακά επιχρίσματα από τον κατηγορούμενο. Στις 11/11/2021 μετέβηκε στο νέο κοιμητήριο Λάρνακας, επιθεώρησε το περιεχόμενο του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης και μεταγενέστερα, της ίδιας ημέρας, έλαβε οπτικογραφημένα πλάνα σε συσκευή usb την οποία παρέδωσε στον αστυφύλακα 3276 Μικελλίδη. Ο ΜΚ2 κατέθεσε αριθμό τεκμηρίων (τεκμήρια 4-28), που σε αυτά περιλαμβάνονται τα επίδικα ναρκωτικά, τεκμήριο 6, ο επίδικος τροχός τεκμήριο 7, ως επίσης και το usb τεκμήριο
  2. Ετοιμάστηκαν από την υπεράσπιση, με βάση το τεκμήριο 8, δέσμες φωτογραφιών που εμφανίζουν εικόνες για συγκεκριμένες χρονικές περιόδους και οι οποίες κατατέθηκαν ως τεκμήρια 15-
  3. Πλάνα από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 8 προβλήθηκαν στο Δικαστήριο με τον μάρτυρα να προβαίνει σε σχετικές επεξηγήσεις και διευκρινίσεις. Είπε ότι το ένα από τα οχήματα που φαίνεται στα πλάνα και συγκεκριμένα το BMW ήταν το αυτοκίνητο της περιγραφής που έδωσαν οι αστυνομικοί, που ήταν του κατηγορούμενου, το οποίο ήταν γνωστό στην ΥΚΑΝ. Είπε ότι το εν λόγω όχημα είχε ανακοπεί πρόσφατα στην Πύλα, με τον ίδιο παρόντα και το οδηγούσε «ο Παναγιώτης» (κατηγορούμενος 2). Δεν προέκυψε οτιδήποτε εναντίον του. Δέχθηκε ο μάρτυρας ότι, στη βάση φωτογραφίας που του υποδείχθηκε, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να υπάρχει δεύτερο άτομο στο όχημα. Όταν του επιδείχθηκαν οι φωτογραφίες 23-25 του τεκμηρίου 11 και του υποβλήθηκε ότι φαίνεται συνοδηγός, είπε ότι φαίνεται κάποια σκιά, επαναλαμβάνοντας, στη συνέχεια, ότι υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να παραπέμπει σε κάποιο συνοδηγό. Ίδια ήταν η απάντηση του και για τη φωτογραφία τεκμήριο
  4. Αναφερόμενος στο ένταλμα έρευνας, τεκμήριο 13, είπε ότι στην οπισθογράφηση του καταγράφουν ότι τους πει ο κατηγορούμενος και αν έλεγε κάτι κατά την έρευνα θα το κατέγραφε. Ο μάρτυρας προέβηκε και στην κατάθεση δέσμης φωτογραφιών τεκμήριο 27 και τοπογραφική απεικόνιση περιοχής Δρομολαξιάς-Τερσεφάνου τεκμήριο
  5. Ρωτήθηκε ο μάρτυρας για τους δρόμους που φαίνονται στο τεκμήριο 28 λέγοντας ότι για να καταλάβει κάποιος την περιοχή πρέπει να την δει με τα μάτια του. Ο ίδιος δεν έκανε τις διαδρομές που έκαναν οι αστυνομικοί που μετείχαν στην επιχείρηση και η αναφορά του ότι οδηγός του οχήματος ήταν ο κατηγορούμενος προήλθε από τη μαρτυρία που είχαν από τις καταθέσεις και αυτά που έλεγαν οι συνάδελφοι του. Αποδεχόμαστε τη μαρτυρία του ΜΚ
  6. Ο αστυφύλακας 3021 Αναστάσης Κωνσταντίνου ΜΚ3, υπηρετεί στην ΥΚΑΝ και στις 9/11/2021 μετείχε, μαζί με άλλους συνάδελφους του, στην ομάδα που έθεσε υπό παρακολούθηση την περιοχή της οδού Ερμού 17 στη Λάρνακα, για εντοπισμό του Παύλου αφού υπήρχε πληροφορία ότι θα παραλάμβανε μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών. Αξιολογώντας την όλη παρουσία του εν λόγω μάρτυρα, η εντύπωση που αποκομίσαμε ήταν θετική. Απαντούσε με αμεσότητα και σταθερότητα και δεν προέκυψε κάτι που θα κλόνιζε την αξιοπιστία του. Παρέθεσε με σαφήνεια τις δικές του ενέργειες και τι ο ίδιος είδε και διαπίστωσε κατά το χρόνο που διήρκεσε η επιχείρηση. Στην κατάθεση του τεκμήριο 29, αναφέρει για τις πληροφορίες που λάμβανε μέσω ασυρμάτου σε σχέση με την πορεία που ακολουθούσε ο Παύλου, μετά που αναχώρησε από την οικία του, μέχρι και την συνάντηση του στο σημείο του χωμάτινου δρόμου όπου συναντήθηκε με το όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ]. Μετά την αναχώρηση των δύο οχημάτων, εισήλθε και ο ίδιος στον χωμάτινο δρόμο και τα ακολούθησε διακριτικά. Σε κάποιο σημείο του δρόμου το [ ] εισήλθε σε άλλο χωμάτινο δρόμο με τον ίδιο να ακολουθεί το όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ]. Ενημέρωσε την υπόλοιπη ομάδα για την κατεύθυνση του εν λόγω οχήματος προς Δρομολαξιά και είδε την προσπάθεια του Παύλου να διαφύγει τον έλεγχο όταν ανακόπηκε στην οδό Κώστα Φράγκου, κτυπώντας δύο υπηρεσιακά οχήματα. Αναφερόμενος στον κατηγορούμενο είπε ότι τον γνωρίζει αφού είναι πρόσωπο που απασχόλησε την ΥΚΑΝ αρκετές φορές με πληροφορίες για τις οποίες εργάστηκε και ο ίδιος. Αναγνώρισε στις φωτογραφίες 65-68 του τεκμηρίου 2, ως το αυτοκίνητο [ ] μάρκας BMW το οποίο είδε στις 9/11/2021 στην επιχείρηση με τον Παύλου. Δεν είδε όμως τον κατηγορούμενο να το οδηγεί εκείνη την ημέρα. Αντεξετάστηκε ο ΜΚ3 σε σχέση με την αναφορά του ότι γνωρίζει τον κατηγορούμενο σε μια προσπάθεια της υπεράσπισης να κλονίσει και την αξιοπιστία του μάρτυρα αλλά και να αναδείξει ότι η αναφορά περί γνωστού στην υπηρεσία ήταν για να τοποθετήσουν τον κατηγορούμενο στην περιοχή Δρομολαξιάς που ανακόπηκε ο Παύλου. Θεωρούμε ότι το ουσιώδες εδώ δεν είναι αν γνωρίζει ο μάρτυρας τον κατηγορούμενο, από τη στιγμή που δεν ήταν το πρόσωπο που τον αναγνώρισε, αλλά κατά πόσο ήταν όντως το όχημα [ ] που ήταν στην περιοχή και αν ο οδηγός του ήταν ο κατηγορούμενος. Η αντεξέταση του μάρτυρα περιστράφηκε και στο σημείο που βρισκόταν όταν έλαβε την πληροφορία για την αναχώρηση των δύο οχημάτων από το φερόμενο σημείο συνάντησης του και κατά πόσο μπορούσε να διακρίνει τους αριθμούς εγγραφής του οχήματος μάρκας BMW. Ο μάρτυρας προέβηκε καταρχάς σε λεπτομερή περιγραφή για τις κινήσεις του και την εγκατάσταση του σε χωματόδρομο όπου περίμενε και άκουε τα μηνύματα από άλλα μέλη της αστυνομίας. Εξήγησε ότι ο χωμάτινος δρόμος που εγκαταστάθηκε δεν ήταν ο ίδιος που συναντήθηκαν το διπλοκάμπινο και το BMW. Η κατεύθυνση του ήταν από Δρομολαξιά προς Κλαυδιά, εισήλθε αριστερά προς τους μύλους Ιωακείμ σε χωμάτινο δρόμο. Όταν πληροφορήθηκε ότι τα επίδικα οχήματα συνεχίζουν στον χωματόδρομο στον οποίο συναντήθηκαν, τα εντόπισε και τα ακολούθησε. Ερωτήθηκε ο ΜΚ3 και προβλήθηκαν πλάνα εικόνας που λήφθηκαν με τη χρήση drone, όπως και τοπογραφικό σχέδιο τεκμήριο 28, για να υποδείξει που βρισκόταν όταν πληροφορήθηκε για την αναχώρηση των δύο οχημάτων, αλλά και από πού εισήλθε στον χωματόδρομο χωρίς όμως να μπορεί να τα υποδείξει. Εξήγησε ότι δεν ήταν γνώστης της περιοχής και δεν μπορούσε να καταλάβει από τα πλάνα το ακριβές σημείο. Δεν ήταν επίσης σε θέση να πει σε πόση απόσταση ήταν από τα οχήματα όταν τα ακολουθούσε αφού βρίσκονταν σε κίνηση και ήταν ανάλογα με την μορφολογία του εδάφους. Πρόσθεσε ότι αν είχε ανοικτό οπτικό πεδίο μπορεί να ήταν πιο μακριά. Αμφισβητήθηκε επίσης από την υπεράσπιση η θέση του μάρτυρα ότι είδε τους αριθμούς εγγραφής του οχήματος μάρκας BMW που ήταν [ ]. Θεωρούμε σκόπιμο να παραθέσουμε την υποβολή της υπεράσπισης ως τέθηκε κατά την αντεξέταση. «Ε. Κύριε μάρτυς είναι ό,τι χειρότερο έχω ακούσει εδώ και πολλά χρόνια ψέμα να έχει ειπωθεί από μάρτυρα. Εδώ εσύ ο ίδιος μας μαρτύρησες και μας είπες ότι ξεκίνησαν, ακολούθησες σε μία κατεύθυνση μέσα σε χωματόδρομους, έχασες τον, στην κατάθεση σου την ίδια μέρα είπες ποτέ δεν είδες τα νούμερα του Σωτηρίου και θυμήθηκες σήμερα να πείς είδες τα νούμερα του [ ]; Θυμήθηκες σήμερα μετά από δύο χρόνια;» Η απάντηση που ο μάρτυρας έδωσε είναι η ακόλουθη: «Α. Κύριε Πρόεδρε, δεν είπα σε καμία περίπτωση ότι δεν είδα τα νούμερα. Απλά όταν ερωτήθηκα για τον τρόπο που κινήθηκα ανέφερα ότι τα δύο αυτοκίνητα μόλις τα εντόπισα τα ακολούθησα. Όσον αφορά τις αποστάσεις ανάλογα με την περίπτωση το πώς κινόμασταν.». Θα πρέπει να πούμε ότι και παρά την αντίθετη θέση που εκφράστηκε από το συνήγορο υπεράσπισης, δεν υπάρχει ανακολουθία στις απαντήσεις που ο μάρτυρας έδωσε στην διά ζώσης μαρτυρία του σε συνάρτηση και με το περιεχόμενο της γραπτής κατάθεσης του τεκμήριο
  7. Πουθενά δεν είπε ότι δεν είδε τους αριθμούς εγγραφής στο όχημα μάρκας BMW. Το αντίθετο μάλιστα. Στην κατάθεση του τεκμήριο 29 αναφέρει ότι όταν εισήλθε στον χωμάτινο δρόμο ακολούθησε τα δύο ύποπτα οχήματα και σε κάποια στιγμή το όχημα [ ] εισήλθε σε άλλο χωμάτινο δρόμο. Ο ίδιος συνέχισε να ακολουθεί το όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ]. Συνεπώς πέραν της θέσης του για το τί έβλεπε εξήγησε και την πορεία που τα δύο οχήματα ακολούθησαν αλλά και ο ίδιος. Ούτε όμως και το ότι δεν μπορούσε να καθορίσει την απόσταση που βρισκόταν από τα δύο προπορευόμενα οχήματα είναι δυνατόν να επηρεάσει την αξιοπιστία του τη στιγμή που βρισκόταν σε επιχείρηση για υπόθεση ναρκωτικών. Είναι λογικό να είναι συγκεντρωμένος στα ύποπτα οχήματα που είχαν υπόνοιες ότι εμπλέκονταν σε διακίνηση ναρκωτικών και όχι πόση απόσταση χώριζε το όχημα του με τα ύποπτα οχήματα. Ερωτήθηκε ο μάρτυρας, (ως τέθηκε και στους υπόλοιπους ΜΚ), για το λόγο για τον οποίο μετά την ανακοπή του Παύλου, δεν ενήργησαν έτσι ώστε να εντοπίσουν το όχημα που κατά τη θέση τους εμπλεκόταν στην υπόθεση. Η απάντηση που ο μάρτυρας έδωσε ήταν ότι οι οδηγίες τους ήταν να ακολουθήσουν τον Παύλου. Άλλωστε τη στιγμή που είδαν ότι στο όχημα του Παύλου μεταφέρθηκε το ελαστικό και η πληροφορία τους ήταν ότι ο Παύλου θα παραλάμβανε ναρκωτικά τότε είναι λογικό ότι θα ακολουθούσαν το πρόσωπο που είχε στην κατοχή του τα ναρκωτικά. Αποδεχόμαστε τη μαρτυρία του ΜΚ
  8. Ο αστυφύλακας 2499 Ερωτόκριτος Παναγιώτου ΜΚ4, έλαβε μέρος στην επιχείρηση παρακολούθησης του Παύλου μετά από πληροφορία ότι θα παραλάμβανε μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών. Μετέβηκε και αυτός σε σημείο περιμετρικά της οικίας του Παύλου και έλαβε πληροφορία μέσω ασυρμάτου για την αναχώρηση του τελευταίου από την οικία του. Στην κατάθεση του τεκμήριο 30 παραθέτει το τι ο ίδιος είδε όταν τον έθεσαν υπό παρακολούθηση με κύριο ενδιαφέρον να είναι στην περιοχή του νέου κοιμητηρίου Λάρνακας όπου και κατά την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ο Παύλου πήρε το ελαστικό με τα ναρκωτικά από το όχημα του κατηγορούμενου και το τοποθέτησε στο δικό του όχημα. Ο ΜΚ4, όπως αναφέρει στην κατάθεση του, ενημερώθηκε μέσω και πάλι ασυρμάτου ότι το όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ] έκανε επαναστροφή στο χώρο του κοιμητηρίου και κατευθυνόταν προς τον δρόμο Κλαυδιά-Δρομολαξιάς. Ο ίδιος τότε είδε το όχημα ΡΑΑ299, όταν αυτό έφθασε στο αλτ του δρόμου, να εισέρχεται στον χωματόδρομο και αφού προσέγγισε τον Παύλου στάθμευσε στο πλάι του οχήματος του με αριθμό εγγραφής [ ]. Ο Παύλου κατέβηκε από το όχημα του, προσέγγισε το παράθυρο του άλλου οδηγού, συνομίλησε μαζί του και στη συνέχεια κατευθύνθηκε προς το χώρο αποσκευών του [ ]. Είδε τότε την πόρτα του χώρου αποσκευών του εν λόγω οχήματος να ανοίγει και τον Παύλου να πιάνει με τα δύο χέρια του ένα τροχό οχήματος με το ελαστικό του. Ακολούθως το μετέφερε στο δικό του όχημα και το τοποθέτησε στην πισινή αριστερή θέση. Μπήκε στη συνέχεια στο όχημα του και αποχώρησε με το [ ] να τον ακολουθεί. Ακολούθως έλαβαν οδηγίες για τον περαιτέρω χειρισμό της κατάστασης με τον ίδιο να καταλήγει στην οδό Κώστα Φράγκου όπου και ακινητοποίησε το όχημα του για ανακοπή του Παύλου σε περίπτωση που προσπαθούσε να διαφύγει. Ο Παύλου αντιλαμβανόμενος την παρουσία της αστυνομίας ανέπτυξε ταχύτητα και προσέκρουσε στο ακινητοποιημένο όχημα του ΜΚ
  9. Προσπάθεια από πλευράς υπεράσπισης κατά την αντεξέταση ήταν να καταρρίψει την αξιοπιστία του μάρτυρα αφού σύμφωνα και με την μαρτυρία του τελευταίου, ήταν μέλος της αστυνομίας κατά την επιχείρηση που είδε το όχημα [ ] να σταθμεύει δίπλα από το όχημα του Παύλου με τον τελευταίο να παραλαμβάνει το ελαστικό εντός του οποίου, ως είναι δεκτό, εντοπίστηκαν τα επίδικα ναρκωτικά. Να τεθεί βέβαια εδώ ότι ο ΜΚ4 ουδέποτε ανέφερε ότι αναγνώρισε τον κατηγορούμενο να οδηγεί το όχημα [ ]. Η αναφορά του στην κατάθεση του στο όνομα Τρίκκης ήταν από πληροφορία που έλαβε από άλλο μέλος της αστυνομίας που μετείχε στην επιχείρηση που αναγνώρισε, σύμφωνα με τη θέση του, τον κατηγορούμενο ως τον οδηγό του [ ]. Έχουμε διεξέλθει με ιδιαίτερη προσοχή τη μαρτυρία του ΜΚ4, αντιλαμβανόμενοι πλήρως τη σημαντικότητα που αυτή είχε στην υπόθεση και αξιολογώντας την σε κάθε της πτυχή και έχοντας κατά νουν τις αρχές που διέπουν το στάδιο αυτό της Δικαστικής διεργασίας. Δεν έχουμε όμως καμία αμφιβολία ότι ο ΜΚ4 ανέφερε στο Δικαστήριο το πως διαδραματίστηκαν τα γεγονότα τα οποία παρέθεσε με άμεσο και σαφή τρόπο. Τυχόν μικροαντιφάσεις που επισημανθήκαν από την υπεράσπιση ή και παραλείψεις δεν είναι ικανές να αλλοιώσουν την καλή εικόνα που ο μάρτυρας δημιούργησε στο Δικαστήριο και ειδικότερα το τι ο ίδιος ακριβώς είδε. Το γεγονός λ.χ ότι η αστυφύλακας συνοδηγός του δεν έδωσε κατάθεση δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο για απόρριψη της μαρτυρίας του τη στιγμή που δεν τέθηκε αν αυτό επηρέασε την ίδια την υπεράσπιση. Ούτε και το γεγονός ότι δεν θυμόταν τον αριθμό των ατόμων ούτε και των οχημάτων που μετείχαν στην επιχείρηση μπορεί να πλήξει την αξιοπιστία του. Είχε αναφέρει ότι ήταν αρκετοί προσθέτοντας ότι την συγκεκριμένη μέρα ίσως να γνώριζε αλλά σήμερα μετά από δύο χρόνια δεν θυμάται. Εξήγησε με λεπτομέρεια, με αναφορά και στις φωτογραφίες του τεκμηρίου 26, το σημείο του αλτ, τον χωματόδρομο που έγινε η φερόμενη συνάντηση των δύο οχημάτων αλλά και το σημείο του χωματόδρομου που έγινε η συνάντηση. Επέδειξε και από το τεκμήριο 8 το όχημα [ ] που κάνει επαναστροφή και καταλήγει στο αλτ του δρόμου και στη συνέχεια να μπαίνει στο χωματόδρομο με τον ίδιο να κατευθύνεται δεξιά προς Κλαυδιά με καθαρή ορατότητα προς τον εν λόγω χωματόδρομο. Αναγνώρισε μέσω του τεκμηρίου 8 με βάση και τους χρόνους που καταγράφονται στις εικόνες του εν λόγω τεκμηρίου, το τι απεικονίζεται. Εξήγησε περαιτέρω ότι η συνάντηση των δύο οδηγών, η συνομιλία μεταξύ τους και η παραλαβή του ελαστικού από τον Παύλου και τοποθέτηση του στο όχημα που οδηγούσε έγιναν μέσα σε δευτερόλεπτα κάτι που αμφισβητήθηκε από την πλευρά της υπεράσπισης. Η απάντηση όμως που ο μάρτυρας έδωσε θεωρούμε ότι ανταποκρίνεται πλήρως στην πραγματικότητα και αποτελεί τον τρόπο που εξελίχθηκαν τα γεγονότα. Είπε συγκεκριμένα «Α. Κύριε Πρόεδρε τούτα τα πράγματα σε έτσι που τούτα είναι δευτερόλεπτα που γίνονται, δεν θα κάτσουν ούτε κουβέντα να πιάσιν ούτε κινούνται όπως τα παρουσιάζει ο κύριος Δημητρίου σιγά-σιγά ότι ώρα τελειώσουμε κλπ. Οι δουλειές αυτές γίνονται συνήθως, το βλέπουμε συχνά στη δουλειά μας. Γρήγορες κινήσεις, έπιασε τον τροχό, έβαλεν τον στο αυτοκίνητο και ξεκίνησαν τα δύο οχήματα και πήγαιναν μέσα στον χωματόδρομο, διάρκησε κάποια δευτερόλεπτα. Αυτή είναι η απάντηση μου κύριε κύριε Πρόεδρε». Αναφορικά με τη οπτική επαφή που είχε με το [ ] ανέφερε ότι ήταν πίσω του και πριν ο ίδιος φθάσει στο αλτ το [ ] εισήλθε στον χωματόδρομο. Έβλεπε τον αριθμό εγγραφής του [ ] αφού τον ακολουθούσε αλλά δεν μπορούσε να διακρίνει τα νούμερα όταν τα δύο οχήματα σταμάτησαν το ένα δίπλα στο άλλο. Συνέχισε όμως να τα βλέπει από το πισινό παράθυρο ρίχνοντας ματιές ακόμα και όταν ο ίδιος κατευθύνθηκε προς Κλαυδιά. Αμφισβητήθηκε από τον κατηγορούμενο τόσο αν μπορούσε να δει αλλά και το χρονικό σημείο που είδε τον Παύλου να μεταφέρει το ελαστικό στο όχημα του. Ο ΜΚ4 παρά την εκτενή αντεξέταση του επί του ζητήματος αυτού παρέμεινε σταθερός χωρίς να διαφοροποιείται η μαρτυρία του ότι ευρισκόμενος στο αλτ είδε τους δύο οδηγούς να συνομιλούν, με τον Παύλου να κατευθύνεται προς το χώρο αποσκευών του οχήματος [ ] και την ώρα που εκκινεί από το αλτ είναι η στιγμή που ο Παύλου τοποθετεί το ελαστικό στο αυτοκίνητο του. Έγινε προσπάθεια από την υπεράσπιση, με δημιουργία δικού της βίντεο αναπαράστασης, να κλονίσει την θέση του ΜΚ4 για το τι είδε συμπεριλαμβάνοντας και το θέμα της σκόνης που δημιουργήθηκε με την είσοδο του οχήματος στο χωματόδρομο. Η αντίδραση του μάρτυρα ήταν άμεση θέτοντας ότι η ταχύτητα του οχήματος στην αναπαράσταση δεν ήταν η ίδια με την επίδικη ημέρα. Φαίνεται όντως από τις σχετικές εικόνες η διαφορά ταχύτητας που υπάρχει κατά την είσοδο του [ ] στον χωματόδρομο και την οποία επισήμανε ο μάρτυρας. Δεν έχουμε αμφιβολία ότι ο ΜΚ4 κατά την επίδικη μέρα ακολουθούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ] και είδε την συνάντηση που είχε με τον Παύλου αλλά και ότι ο τελευταίος πήρε από το εν λόγω όχημα το ελαστικό με τα ναρκωτικά και τα τοποθέτησε στο όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ]. Αποδεχόμαστε τη μαρτυρία του ΜΚ
  10. Ο αστυφύλακας 4880 Μιχάλης Ευτυχίου ΜΚ5, ήταν το μέλος της αστυνομίας που μετείχε στην επίδικη επιχείρηση και που, σύμφωνα με τη θέση του, είδε και αναγνώρισε τον κατηγορούμενο να οδηγεί το όχημα μάρκας BMW με αριθμούς εγγραφής [ ] στην περιοχή του νέου κοιμητηρίου Λάρνακας. Στην κατάθεση του τεκμήριο 31, της οποίας το περιεχόμενο υιοθέτησε, αναφέρει ότι ενώ οδηγούσε το υπηρεσιακό του όχημα στην οδό Αγίου Γεωργίου μπροστά από το δημοτικό κοιμητήριο Λάρνακας είδε το όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ] μάρκας BMW Μ5 χρώματος μπλε, να κινείται με πολύ χαμηλή ταχύτητα στον ίδιο δρόμο ερχόμενο όμως από την αντίθετη κατεύθυνση. Είδε τον οδηγό και στο πρόσωπο του αναγνώρισε τον Παναγιώτη Σωτηρίου άλλως Τρίκκη. Ο Τρίκκης αφού έκανε επαναστροφή μπροστά από το κοιμητήριο κατευθύνθηκε προς τον χωματόδρομο όπου εισήλθε προηγουμένως το όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ]. Στη συνέχεια περιγράφει τις κινήσεις τους μέχρι και τη ανακοπή του Παύλου στο τέρμα της οδού Κώστα Φράγκου. Είχε και ο ίδιος τοποθετήσει το υπηρεσιακό του όχημα στην εν λόγω οδό με το όχημα του Παύλου να προσκρούει αρχικά στο υπηρεσιακό όχημα που οδηγούσε ο ΜΚ4 και στη συνέχεια στο υπηρεσιακό όχημα που οδηγούσε ο ίδιος. Αναγνώρισε στις φωτογραφίες 1-14 του τεκμηρίου 2, το σημείο που έγινε η ανακοπή του Παύλου και στη συνέχεια και το διπλοκάμπινο που οδηγούσε ο τελευταίος, εντός του οποίου εντοπίστηκε ο τροχός με τα ναρκωτικά. Προβλήθηκαν περαιτέρω σκηνές από το τεκμήριο 8 όπου αναγνώρισε το όχημα του στην οδό Αγίου Γεωργίου και το όχημα [ ] να κάνει επαναστροφή. Εξέφρασε τη σιγουριά ότι το παράθυρο της πόρτας του οδηγού ήταν ανοικτό διότι είδε πολύ καλά τον οδηγό. Είναι προφανές ότι η μαρτυρία του ΜΚ5 έχει την μεγαλύτερη σημασία στην υπόθεση δεδομένου ότι είναι ο μοναδικός αστυνομικός που, ως ισχυρίστηκε, είδε και αναγνώρισε τον κατηγορούμενο να οδηγεί το όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ] και είναι επί αυτής της μαρτυρίας που ουσιαστικά η κατηγορούσα αρχή βάσισε την υπόθεση της. Η αντεξέταση του υπήρξε εκτενής με κύριο στόχο να προσβληθεί η μαρτυρία του περί αναγνώρισης. Δεν έχουμε πεισθεί για την αλήθεια των λεχθέντων του ΜΚ5 και ότι είδε τον οδηγό του οχήματος και αναγνώρισε τον κατηγορούμενο τον οποίο γνώριζε από προηγουμένως. Αυτό που ξεκάθαρα αποκομίσαμε ήταν η έντονη προσπάθεια του ΜΚ5 να πείσει, με κάθε τρόπο, ότι γνώριζε τον κατηγορούμενο και ότι στις 9/11/2021 τον είδε να οδηγεί το όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ] στην περιοχή που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα. Να πούμε αρχικά ότι ο μάρτυρας για να αναδείξει την ακρίβεια της αναγνώρισης του κατηγορούμενου δήλωσε ότι είναι 6 χρόνια στην ΥΚΑΝ και αναφερόμενος στον κατηγορούμενο είπε ότι έχουν «δουλέψει» αρκετές φορές στο συγκεκριμένο πρόσωπο. Τον είδε πολλές φορές να οδηγεί το επίδικο αυτοκίνητο, τον είδε και πεζό και τον γνώριζε πολύ καλά, σε βαθμό που μπορεί να τον αναγνωρίσει όπου και να τον δει. Όσα έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν προς τεκμηρίωση της θέσης του ότι γνώριζε τον κατηγορούμενο. Τα όσα όμως επακολούθησαν θέτουν εν αμφιβόλω τις πιο πάνω αναφορές του. Δέχθηκε κατά την αντεξέταση του ότι ουδέποτε τον πήρε για προσωποκράτηση ούτε και στο Δικαστήριο κάποια φορά. Τον παρακολουθούσε όμως όταν είχαν οδηγίες παρακολούθησης. Του ζητήθηκε να παρουσιάσει ημερολόγια ενεργείας που καταγράφονταν οι παρακολουθήσεις με τον μάρτυρα να αναφέρει ότι ο ίδιος εκτελούσε προφορικές οδηγίες από ανώτερο του και δεν είναι αρμοδιότητα του να φέρει τα έγγραφα. Αυτή βέβαια είναι μια βολική για τον ίδιο απάντηση που σε καμία περίπτωση μπορεί να γίνει αποδεκτή. Ρωτήθηκε τότε, ώρα, μέρα και χρονολογία που είδε τον κατηγορούμενο να περπατά χωρίς να μπορεί να πει αν τον είδε «πέρσι, πρόπερσι, τον τάδε χρόνο». Όταν ρωτήθηκε πότε τον είδε πριν τον Σεπτέμβρη του 2021 δεν μπορούσε και πάλι να πει. Δήλωσε όμως βεβαιότητα ότι μπορεί να τον αναγνωρίσει όπου και να τον δει. Η αντεξέταση του επί του ζητήματος συνεχίστηκε με τον ΜΚ5 να μην θυμάται να πει πότε τον είδε. Το ότι ο μάρτυρας δήλωσε ότι γνωρίζει τον κατηγορούμενο και μάλιστα όχι στα πλαίσια Δικαστικής διαδικασίας είναι σημαντική διότι έχει να κάνει με την ικανότητα του να τον αναγνωρίσει εντός αυτοκινήτου που βρισκόταν σε κίνηση. Το λογικό είναι να τον είδε σε τέτοια έκταση χρονική έτσι ώστε να έχει εντυπωθεί η εικόνα του προσώπου του κατηγορούμενου στο μυαλό του με αποτέλεσμα βλέποντας τον μέσα στο αυτοκίνητο να μπορεί να τον αναγνωρίσει. Θα ήταν αναμενόμενο, αφού η θέση του ΜΚ5 ήταν ότι τον είδε πολλές φορές, να θυμάται, αν όχι όλες τις περιπτώσεις, αλλά κάποιες από τις πολλές φορές, για να τις αναφέρει στο Δικαστήριο. Δεν μπορεί να γίνει δεκτή η θέση ότι τον είδε πολλές φορές και εν τούτοις να μην μπορεί ή να μη θυμάται να κατονομάσει έστω και μία. Το γεγονός αυτό πλήττει κάθετα την προβαλλόμενη θέση του ότι γνώριζε τον κατηγορούμενο σε τέτοιο βαθμό που μπορούσε να τον αναγνωρίσει οπουδήποτε. Ερχόμενοι τώρα στο σημείο της αναγνώρισης και συγκεκριμένα στην οδό Αγίου Γεωργίου όπου βρίσκεται και το νέο κοιμητήριο Λάρνακας, θα πρέπει να πούμε ότι και πάλι η μαρτυρία του ΜΚ5 ως προς τις συνθήκες της αναγνώρισης δεν μας πείθει. Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι την στιγμή της αναγνώρισης του κατηγορούμενου το παράθυρο του οδηγού του επίδικου BMW ήταν ανοικτό. Δήλωσε μάλιστα ο μάρτυρας ότι «Α. Το θυμάμαι ότι ήταν ανοικτό το παράθυρο, μου έκανε εντύπωση ότι ήταν ανοικτό το παράθυρο, γιατί είδα καλά τον οδηγό, τον θυμάμαι.». Όταν ρωτήθηκε αν το γεγονός αυτό το θυμήθηκε σήμερα, (κατά τον χρόνο που κατέθετε στο Δικαστήριο), απάντησε αρνητικά. Του τέθηκε στη συνέχεια η ερώτηση για το λόγο που δεν το ανέφερε στην κατάθεση του. Η απάντηση που έδωσε ήταν «Α. Ίσως να μου διέφυγε, ίσως δεν το θεώρησα σημαντικό την ώρα της κατάθεσης.». Πέραν της ανακολουθίας που υπάρχει στα λεχθέντα του μάρτυρα, εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι ο μοναδικός μάρτυρας που είδε και αναγνώρισε τον κατηγορούμενο να οδηγεί το BMW που εμπλεκόταν στην υπόθεση να μην αναφέρει στην κατάθεση του επακριβώς το πως τον αναγνώρισε δεδομένου ότι το εν λόγω όχημα, σύμφωνα με την αστυνομία, δεν έγινε κατορθωτό να ανακοπεί. Δεν μπορούμε επίσης να αντιληφθούμε ποιο ήταν ακριβώς αυτό το στοιχείο του ανοικτού παραθύρου που του έκανε εντύπωση. Είναι σύνηθες το παράθυρο της πόρτας του οδηγού ενός κινούμενου οχήματος να είναι ανοικτό. Θεωρούμε ότι και αυτή ήταν μια αναφορά του μάρτυρα να πείσει ότι είδε τον κατηγορούμενο να οδηγεί το επίδικο όχημα. Είχε πει επίσης ο ΜΚ5 ότι θυμόταν και τους αριθμούς εγγραφής του οχήματος αν και το είδε σε χρόνο πριν το
  11. Μετά και σε ερωτήσεις του συνηγόρου υπεράσπισης επί του θέματος, υπήρξε αναδίπλωση του μάρτυρα ο οποίος ανέφερε ότι το είδε ορισμένους μήνες πριν και του έκανε εντύπωση διότι είναι «BMW Μ5 ωραίο» και θυμάται τις πινακίδες. Συμπλήρωσε στη συνέχεια ότι είδε πρώτα τους αριθμούς εγγραφής και μετά εστίασε στον οδηγό. Στην κατάθεση του όμως τεκμήριο 31, θέτει τα γεγονότα σε διαφορετική βάση. Δεν αναφέρει ότι είδε το όχημα και τους αριθμούς εγγραφής και τους αναγνώρισε ως αυτούς του οχήματος που είδε παλαιότερα να οδηγεί ο κατηγορούμενος. Αυτό που αναφέρει στην κατάθεση του είναι ότι «..είδα το όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ] μάρκας BMW Μ5 χρώματος μπλε να κινείται με πολύ χαμηλή ταχύτητα στον ίδιο δρόμο με εμένα, ερχόμενος από την αντίθετη κατεύθυνση και αφού είδα τον οδηγό, τον αναγνώρισα ως το γνωστό στην υπηρεσία Παναγιώτη Σωτηρίου @ Τρίκκης...». Διαφοροποίηση, ως προς την αναγνώριση του κατηγορούμενου, υπήρξε και στη συνέχεια της αντεξέτασης του στη βάση ότι όχι μόνο τον αναγνώρισε από το παράθυρο της πόρτας του οδηγού αλλά και από το μπροστινό γυαλί. Τέτοια θέση όμως δεν τίθεται ούτε στην κατάθεση του αλλά ούτε και αναφέρθηκε κατά την κυρίως εξέταση του. Αυτό που είχε αναφέρει ο μάρτυρας ήταν ότι είδε και αναγνώρισε τον κατηγορούμενο από το πλαϊνό γυαλί. Η αιτιολογία ότι σε κλάσματα δευτερολέπτου είδε αρχικά τις πινακίδες του οχήματος και μετά τον οδηγό από τον ανεμοθώρακα και στη συνέχεια από το πλάι δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Αυτό που με ένταση οφείλουμε να πούμε αναδύεται από τη μαρτυρία του ΜΚ5, είναι η προσπάθεια του να πείσει για την παρουσία του κατηγορούμενου στην περιοχή και την αναγνώριση του ως του οδηγού του οχήματος με αριθμούς εγγραφής [ ]. Εντύπωση τέλος δημιουργεί η αναφορά του μάρτυρα σε σχέση με τις αναφερόμενες σημειώσεις που κατέγραφε, κατά τη διάρκεια της επιχείρησης, αστυνομικός εντεταλμένος με αυτό το καθήκον. Όταν ζητήθηκε από τον μάρτυρα να τις προσκομίσει είπε ότι τις κατέστρεψαν διότι είναι πρόχειρες κόλλες «να πω παλιόκολλες», ως ο ίδιος το έθεσε. Δεν μπορούμε να δεχθούμε ότι σημειώσεις που λαμβάνονται σε μία επιχείρηση της ΥΚΑΝ χαρακτηρίζονται από μέλος της ως «παλιόκολλες» ανεξαρτήτως της σημασίας που δυνατόν να έχουν σε κατοπινό στάδιο. Δεν αποδεχόμαστε τη μαρτυρία του ΜΚ
  12. Ο αρχιαστυφύλακας 2657 Ανδρέας Ανδρέου ΜΚ6, ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του τεκμήριο 32, όπου αναφέρει ότι μετά την ενημέρωση του για τη σύλληψη του Παύλου μετέβηκε στην οδό Κώστα Φράγκου όπου του παραδόθηκε ο συλληφθέντας. Του παραδόθηκε επίσης ο τροχός με τα ναρκωτικά και διάφορα άλλα τεκμήρια. Έλαβε κατάθεση από τον Παύλου και στη συνέχεια συνέλαβε τον κατηγορούμενο δυνάμει Δικαστικού εντάλματος τεκμήριο
  13. Πριν την έναρξη της έρευνας στο όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ] και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο ο κατηγορούμενος του απάντησε «εγιώ το κρατώ το αυτοκίνητο». Έλαβε από τον κατηγορούμενο δύο παρειακά επιχρίσματα για εξετάσεις γενετικού υλικού και στη συνέχεια τον πληροφόρησε εκ νέου για τους λόγους της σύλληψης του με αυτό να απαντά «Εγιώ εν επία πούποτε και δεν έκαμα τίποτε.». Στις 12/11/2021 στα γραφεία της ΥΚΑΝ έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο την οποία και κατέθεσε ως τεκμήριο
  14. Προχώρησε ο μάρτυρας και κατέθεσε και το ένταλμα έρευνας τεκμήριο 34, το έντυπο δικαιωμάτων τεκμήριο 35, τη γραπτή συγκατάθεση του κατηγορούμενου για λήψη μετρήσεων, την καταχώριση σε ημερολόγιο παραπόνων και συμβάντων τεκμήριο 38 και την κατάθεση του Παύλου Παύλου τεκμήριο
  15. Το τεκμήριο 38 συνδεόταν με κάποιο δυστύχημα το 2021 στο οποίο εμπλεκόταν και ο κατηγορούμενος όπου και οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ] χωρίς όμως να προκύψει οτιδήποτε άλλο εναντίον του. Αναγνώρισε ο μάρτυρας στις φωτογραφίες του τεκμηρίου 2 τις οδούς Κώστα Φράγκου και Αγίου Γεωργίου και τις φωτογραφίες που απεικονίζουν το πιο πάνω όχημα και οι οποίες λήφθηκαν κατόπιν δικών του οδηγιών.- έδωσε επίσης οδηγίες στον ΜΚ2 να ερευνήσει αν οι κάμερες στο κοιμητήριο ήταν πραγματικές και αν κατέγραψαν κάτι που θα βοηθούσε στη διερεύνηση της υπόθεσης. Η αντεξέταση του μάρτυρα περιστράφηκε γύρω από τις ενέργειες που ο ίδιος ο μάρτυρας έκανε ή όφειλε να κάνει ως εξεταστής της υπόθεσης, η σκοπιμότητα κάποιων ερωτήσεων που έθεσε τόσο στον κατηγορούμενο όσο και στον Παύλο Παύλου αλλά και για την πληροφόρηση που έλαβε ως προς την αναγνώριση του κατηγορούμενου ως του οδηγού του επίδικου οχήματος. Διεξερχόμενοι με μεγάλη προσοχή την μαρτυρία του ΜΚ6, δεδομένου ότι πρόκειται για τον εξεταστή της υπόθεσης και που ουσιαστικά είναι το πρόσωπο που ηγείτο της διερεύνησης της, δεν έχουμε κανένα ενδοιασμό να αποδεχθούμε την μαρτυρία του ως αληθή. Ο ΜΚ6 παρέθεσε με ειλικρίνεια τις ενέργειες που προέβηκε στα πλαίσια των καθηκόντων του χωρίς η αξιοπιστία του να τίθεται εν αμφιβόλω. Ακόμα και θέσεις που του υποβλήθηκαν για ενέργειες που κατά την υπεράσπιση όφειλε να κάνει και δεν τις έκανε δεν μπορούν να κριθούν ως παράλειψη του μάρτυρα να ενεργήσει με τον τρόπο που η υπεράσπιση εισηγείται. Δεν μπορεί λ.χ να αποδοθεί στο μάρτυρα ως παράλειψη το γεγονός ότι δεν προχώρησε σε έρευνα στην περιοχή που διαμένει ο κατηγορούμενος και να λάβει εικόνες από τυχόν υπάρχοντα κλειστά κυκλώματα για να διαπιστώσει τις κινήσεις ή μη κινήσεις του κατηγορούμενου τη στιγμή που είχε μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος και το όχημα θεάθηκαν στην περιοχή όπου διαδραματίστηκαν τε γεγονότα. Ούτε βέβαια και το ότι όφειλε να προβεί σε ενέργειες για εντοπισμό του κατηγορούμενου αμέσως μετά που είχε λάβει πληροφορίες από τα μέλη που μετείχαν στην επιχείρηση ότι ο τελευταίος ήταν εμπλεκόμενος στην υπό διερεύνηση υπόθεση. Ο μάρτυρας οφείλουμε να πούμε ότι εξήγησε με απλό και καθαρό τρόπο όχι μόνο τις προτεραιότητες που υπήρχαν κατά τον κρίσιμο χρόνο αλλά και τις δυνατότητες που υπήρχαν για τις από την υπεράσπιση εισηγούμενες ενέργειες. Χαρακτηριστική ήταν απάντηση που έδωσε λέγοντας «Α. Κύριε Δημητρίου, μία υπόθεση θέλει συγκεκριμένα βήματα. Δεν κάνω ό,τι θέλω στην ΥΚΑΝ. Ούτε έχω έναν στρατό αστυνομικούς να τους βάλω δουλειά.». Στοιχείο το οποίο δεν αποδεχόματε από τη μαρτυρία του ΜΚ6 είναι η αναφορά του ως προς το τι του λέχθηκε από τον κατηγορούμενο αμέσως πριν την έρευνα του οχήματος. Αναφέρει ο μάρτυρας στην κατάθεση του ότι πριν την έναρξη της έρευνας στο αυτοκίνητο, στο σπίτι του κατηγορούμενου, του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και ο τελευταίος απάντησε «εγιώ το κρατώ το αυτοκίνητο». Δέχθηκε ότι κάθε απάντηση που κάποιος ύποπτος δίνει, όταν γίνεται επίστηση του στο νόμο, καταγράφεται. Έθεσε ο συνήγορος υπεράσπισης στον μάρτυρα ότι οι άλλες δύο απαντήσεις που έδωσε ο κατηγορούμενος ( «Έννεν δικά μου εν της γεναίκας μου» και «τα τηλέφωνα της γεναίκας μου γιατί να τα πιάτε» ), καταγράφηκαν στο ένταλμα έρευνας 13 και 34 εν τούτοις η απάντηση αυτή δεν καταγράφηκε. Ο μάρτυρας είπε ότι όταν πήγαν στο αυτοκίνητο ο κατηγορούμενος «εμουρμούραν» για το ότι είχαν κατάσχει τα τηλέφωνα της γυναίκας του για το λόγο ότι είχε κάποια εφαρμογή που χρησιμοποιούσε για το παιδί τους που δεν πήγαινε σχολείο. Τον πληροφόρησε ότι θα έκαναν έρευνα και του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και έδωσε τη συγκεκριμένη απάντηση. Δεν γνώριζε όμως το λόγο που δεν γράφηκε στην εκτέλεση του εντάλματος έρευνας. Πρόκειται προφανώς για σημαντικό στοιχείο δεδομένης και της θέσης που η υπεράσπιση υπέβαλε ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο ο κατηγορούμενος δεν οδηγούσε το [ ]. Το ένταλμα έρευνας εκτελέστηκε από τον ΜΚ2 ο οποίος και το υπέγραψε. Συνεπικουρείτο και από άλλους δύο συναδέλφους του ένας εκ των οποίων ήταν ΜΚ
  16. Δεν ήταν όμως ο ΜΚ6 που έγραψε και υπέγραψε την οπισθογράφηση της εκτέλεσης του. Θεωρούμε όμως και χωρίς βέβαια αυτό να πλήττει την αξιοπιστία του ΜΚ6, ότι η εν λόγω αναφορά του κατηγορούμενου θα έπρεπε να καταγραφεί στην οπισθογράφηση του εντάλματος έρευνας από το πρόσωπο που το εκτέλεσε. Αποτέλεσε επίσης σημείο τα αντεξέτασης του μάρτυρα οι ερωτήσεις που, ως ανακριτής, έθεσε τόσο στον Παύλου όσο και στον κατηγορούμενο σε σχέση με το αν υπήρχε συνοδηγός στο μπλε BMW στο δρόμο μπροστά από το κοιμητήριο. Σκοπός της αντεξέτασης ήταν να αναδείξει η υπεράσπιση ότι υπήρχε όντως συνοδηγός στο όχημα κάτι που η αστυνομία παραγνώρισε αλλά και ότι υπήρξε συνεννόηση με την κατηγορούσα αρχή έτσι ώστε να πουν ότι δεν υπήρχε. Αρχικά να πούμε ότι πέραν της υποβολής για συνεννόηση, δεν έχει τεθεί στο μάρτυρα οτιδήποτε το απτό το οποίο θα αλλοίωνε τη θέση του ότι δεν υπήρξε τέτοια συνεννόηση. Καταπιάστηκε βέβαια η υπεράσπιση στο ότι ενώ ο μάρτυρας αναφέρει στις ερωτήσεις που έθεσε στους Παύλου και κατηγορούμενο ότι «φαίνεται» να υπάρχει κάποιο πρόσωπο ως συνοδηγός ενώ καταθέτοντας ενόρκως μίλησε για σκιά. Θεωρούμε ότι δεν έχουν εδώ σημασία οι λέξεις που ο μάρτυρας χρησιμοποίησε αφού από τις εικόνες του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης που αποτυπώθηκαν σε φωτογραφίες και τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου δεν μπορεί κάποιος να διακρίνει δια γυμνού οφθαλμού αν όντως υπάρχει άτομο ως συνοδηγός. Εξ ου άλλωστε και η κλήση, από πλευράς υπεράσπισης πραγματογνώμονα μάρτυρα ως προς αυτό το θέμα, τη μαρτυρία του οποίου θα εξετάσουμε σε κατοπινό στάδιο. Συνεπώς αυτό που καθηκόντως έπραξε ο ΜΚ6 όταν είδε κάτι στο αυτοκίνητο ήταν να θέσει ερωτήσεις προς τούτο. Ο μάρτυρας ήταν ξεκάθαρος λέγοντας ότι για να ρωτήσει για συνοδηγό είδε κάτι που παρέπεμπε σε συνοδηγό. Τέθηκε επίσης στο μάρτυρα ότι δεν του αναφέρθηκε περί αναγνώρισης του κατηγορούμενου εξ ου και η μη ύπαρξη σχετικής αναφοράς στα εντάλματα έρευνας και σύλληψης αλλά και στον όρκο για προφυλάκιση τεκμήριο
  17. Ο μάρτυρας εξήγησε ότι δεν υπήρχε λόγος για τέτοια αναφορά αφού δεν τέθηκε τέτοια θέμα για τον ίδιο τη στιγμή που ενημερώθηκε για την παρουσία του κατηγορούμενου στη σκηνή. Σε κάθε περίπτωση όμως δεν βλέπουμε το πως αυτό αγγίζει την αξιοπιστία του μάρτυρα τη στιγμή που για να συλληφθεί ο κατηγορούμενος και να ζητείται η προφυλάκιση του θα πρέπει να είχε ο ΜΚ6 μαρτυρία στη διάθεση του που δικαιολογούσε αυτή τη γραμμή των ενεργειών του. Ανέφερε ούτως ή άλλως ότι είχε μιλήσει με τον ΜΚ
  18. Ο ΜΚ5 κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι είχε λάβει κατάθεση από τον πατέρα του κατηγορούμενου ο οποίος του ανέφερε ότι αν και είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης το όχημα [ ] το οδηγεί μόνο ο κατηγορούμενος. Η αναφορά αυτή του μάρτυρα αποτέλεσε σημείο αμφισβήτησης από την υπεράσπιση σε σχέση με το τι περαιτέρω ρώτησε το εν λόγω πρόσωπο. Δεν θα εξετάσουμε τώρα τη βαρύτητα της εν λόγω μαρτυρίας αφού είναι εξ ακοής. Ρωτήθηκε όμως ο μάρτυρας αν τον ρώτησε αν γνώριζε αν το αυτοκίνητο ο κατηγορούμενος το δάνειζε και σε άλλους με τον μάρτυρα να απαντά αρνητικά. Υποβλήθηκε στη συνέχεια η θέση ότι «εκείνην την ημέρα» δεν κρατούσε το αυτοκίνητο ο κατηγορούμενος αλλά το κρατούσαν άλλοι με τον ΜΚ6 να απαντά ότι ο κατηγορούμενος τη συγκεκριμένη ημέρα εντοπίστηκε από μέλη της ΥΚΑΝ Αρχηγείου να οδηγεί το συγκεκριμένο αυτοκίνητο στη Δρομολαξιά. Η υποβολή αυτή έχει τη σημασία της αφού αυτό που αβίαστα προκύπτει και συνάδει με τη θέση του ΜΚ6 και με τη μαρτυρία που είχε στη διάθεση του, ότι το επίδικο όχημα μάρκας BMW τοποθετείται τουλάχιστον στο σημείο των συμβάντων. Αποδεχόμαστε τη μαρτυρία του ΜΚ
  19. Ο κατηγορούμενος επέλεξε, ως είχε κάθε δικαίωμα να παραμείνει σιωπηλός. Η άσκηση του δικαιώματος της σιωπής δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να εκληφθεί εναντίον του αλλά ούτε και μπορεί να έχει οποιαδήποτε επίδραση στην απόφαση του Δικαστηρίου (βλ. Mohammad κ.ά ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 590). Τέθηκε ενώπιον μας και κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία, τεκμήριο 36, όπου στις ερωτήσεις που του τέθηκαν απαντούσε με τη φράση «Ότι έχει να πει θα το πει στο Δικαστήριο». Κάλεσε όμως δύο μάρτυρες για την υπεράσπιση του. Ο Μιχάλης Νικολάου ΜΥ1, κλήθηκε ως εμπειρογνώμονας μάρτυρας να καταθέσει σχετικά με το πόσα άτομα, κατά την επίδικη ημέρα, βρίσκονταν στα μπροστινά καθίσματα στο όχημα μάρκας BMW χρώματος μπλε. Είναι νομολογημένο ότι ο πραγματογνώμονας θα πρέπει να παρουσιάσει αιτιολογημένα, αντικειμενικά και αμερόληπτα τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια έτσι ώστε να δώσουν την δυνατότητα στο Δικαστήριο να κρίνει την ακρίβεια των επίδικων συμπερασμάτων του για να διαμορφώσει την δική του ανεξάρτητη άποψη με την εφαρμογή των κριτηρίων αυτών στα γεγονότα της υπόθεσης (βλ. Σαρρής v. Καλλέγιας κ.ά.
(2011)1Β Α.Α.Δ. 958, Πιττάλης κ.ά. v. Ianira Enterprises Ltd κ.ά.
(1997)1 Α.Α.Δ. 814). Είναι επίσης νομολογημένο ότι η μαρτυρία εμπειρογνωμόνων δεν δεσμεύει αλλά απλώς βοηθά το Δικαστήριο το οποίο δικαιούται να διαφοροποιήσει τη θέση του και να μη δεχθεί τη μαρτυρία ενός εμπειρογνώμονα, νοουμένου ότι υπάρχουν οι συνθήκες εκείνες που να δικαιολογούν τέτοια κατάληξη (βλ.Muskita Aluminium Industries Ltd κ.ά. v. Alsako Aluminium Ltd κ.ά.
(2009)1Β ΑΑΔ 1481). Αναφορικά με τα προσόντα του ΜΥ1 δεν υπήρξε ουσιαστικά αμφισβήτηση από την πλευρά της κατηγορούσας αρχής. Ο μάρτυρας σε κάθε περίπτωση κατέθεσε ενώπιον μας γραπτή δήλωση, τεκμήριο 44, όπου καταγράφεται η επιστημονική του κατάρτιση. Αναφέρει ότι είναι απόφοιτος στον κλάδο της πληροφορικής στο Πανεπιστήμιο του Sheffield και ένα από τα μαθήματα που διδάχτηκε ήταν το Computer Vision, μάθημα το οποίο αναπτύσσει την ικανότητα μέσω των υπολογιστών να αναλύουν και να ερμηνεύουν οπτικά δεδομένα επικεντρώνοντας στην ανάλυση εικόνων και αντικειμένων. Ανέφερε επίσης στο μάθημα αυτό έμαθε πως το Computer Vision μπορεί να εφαρμοστεί για την ανάλυση φωτογραφιών και εικόνων. Κρίνουμε ότι ο ΜΥ1 είναι εμπειρογνώμονας μάρτυρας για το λόγο που κλήθηκε. Ερχόμενοι τώρα στην ουσία της μαρτυρίας του, ο μάρτυρας, σύμφωνα με τις οδηγίες που έλαβε, κλήθηκε να προσδιορίσει πόσα άτομα βρίσκονταν στα μπροστινά καθίσματα του BMW. Για σκοπούς της εργασίας που του ανατέθηκε έλαβε το τεκμήριο 8, που περιείχε δύο βίντεο από κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης από το κοιμητήριο που βρίσκεται στην οδό Αγίου Γεωργίου στη Δρομολαξιά-Τερσεφάνου. Στην δήλωση του τεκμήριο 44, καταγράφει τη διαδικασία που ακολούθησε και ότι δημιούργησε δύο βίντεο από την κάμερα 01 του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης από το χρονικό σημείο 12:33:44 μέχρι 12:33:
  1. Έλαβε περαιτέρω και 4 στιγμιότυπα σε φωτογραφίες από την κάμερα 01 στις στιγμές 12:33:42, 12:33:44 και 12:33:
  2. Επεξηγεί στη συνέχεια ότι για τα δύο βίντεο χρησιμοποίησε το Adobe Reader για να προσφέρει εκτεταμένη δυνατότητα μεγέθυνσης, αύξηση της φωτεινότητας και αλλαγή ταχύτητας. Η μεγέθυνση έγινε για εστίαση και συλλογή περισσοτέρων λεπτομερειών για το περιεχόμενο του οχήματος, η αύξηση στην φωτεινότητα ήταν για να τονιστούν οι λεπτομέρειες και η αλλαγή της ταχύτητας του βίντεο για την πιο αναλυτική ανάλυση. Το αποτέλεσμα της ανάλυσης του ήταν η βεβαιότητα του ότι στο αυτοκίνητο BMW υπάρχουν δύο άτομα στη θέση οδηγού και συνοδηγού. Για την εν λόγω κατάληξη του ο ΜΥ1 και εφαρμόζοντας τη μεθοδολογία του, προχώρησε και ανέλυσε φωτογραφίες που έλαβε από το τεκμήριο 8 και τις οποίες συμπεριέλαβε στο τεκμήριο 44 συγκρίνοντας τη μορφολογία που υπάρχει στη θέση του οδηγού με αυτή του συνοδηγού. Αναλύοντας την φωτογραφία 1 (σελ.6) του τεκμηρίου 44, εξήγησε ότι στη θέση του οδηγού βλέπουμε ένα μοτίβο σκιών και φωτεινών σημείων με βάση τη μορφολογία του ανθρώπινου σώματος το οποίο επαναλαμβάνεται και στη θέση του συνοδηγού. Προέβηκε και σε σύγκριση των δύο μοτίβων όταν αυτά άλλαξαν αναλόγως της κίνησης και της θέσης του αυτοκινήτου, θέτοντας, με αναφορά στη φωτογραφία 2 του τεκμηρίου 44, ότι υπήρξε αλλαγή στο μοτίβο σκιών και φωτεινών σημείων τόσο του οδηγού όσο και του συνοδηγού κάτι που υποδεικνύει την ομοιότητα των μορφολογιών των αντικειμένων στη θέση του οδηγού και του συνοδηγού. Για να αποκλείσει το ενδεχόμενο, ως αναφέρει στη δήλωση του, τα φωτεινά σημεία στο μέρος του συνοδηγού δημιουργήθηκαν από το κάθισμα του συνοδηγού, αναγνώρισε την τοποθεσία του καθίσματος όπου διαπίστωσε ότι το μοτίβο σκιών της θέσης του συνοδηγού είναι το ίδιο με αυτές του οδηγού. Είπε περαιτέρω, με αναφορά στη φωτογραφία 3, ότι αν το μοτίβο σκιών κι φωτεινών σημείων που υπάρχει στη θέση του συνοδηγού ήταν το κάθισμα τότε θα μπορούσαμε να δούμε το τζάμι που βρίσκεται πίσω από τη θέση του συνοδηγού πολύ περισσότερο. Παρέθεσε τέλος ο ΜΥ1, με αναφορά στη φωτογραφία 4 του τεκμηρίου 44, ότι αναγνωρίζοντας την τοποθεσία της κεφαλής του οδηγού, βρίσκεται μία σκιά όπου ξεκάθαρα διακρίνεται το κεφάλι του συνοδηγού και ο λαιμός του. Αυτό που η συνήγορος για την κατηγορούσα αρχή αμφισβήτησε, είναι η μέθοδος που ο ΜΥ1 χρησιμοποίησε για να καταλήξει στα συμπεράσματα του. Καταρχάς όμως να πούμε ότι ο ΜΥ1 εξέφρασε την γνώμη ότι μόλις είδε το περιεχόμενο του τεκμηρίου 8, στη θέση του συνοδηγού του οχήματος φαίνεται δια γυμνού οφθαλμού να υπάρχει πρόσωπο. Το ερώτημα που τίθεται είναι αν όντως είναι έτσι τα πράγματα και διακρίνεται χωρίς επεξεργασία συνοδηγός, ποιος ο λόγος να προβεί στην εργασία που παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου για να αποδείξει κάτι που φαίνεται με γυμνό μάτι. Θα μπορούσε απλώς να το υποδείξει στο Δικαστήριο και χωρίς να χρειάζεται να χρησιμοποιήσει ηλεκτρονικές εφαρμογές και μεθόδους για να αποδείξει κάτι το εξόφθαλμο. Χωρίς να καθιστούμε τους εαυτούς μας μάρτυρες της διαδικασίας ή ακόμα και εμπειρογνώμονες, είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε εικόνες από βίντεο και να δούμε φωτογραφίες ως προς το αν υπάρχει κάποιο άτομο στη θέση του συνοδηγού και δεν μπορούμε να συμμεριστούμε τη βεβαιότητα του ΜΥ1 ότι με γυμνό μάτι φαίνεται να υπάρχει. Δεν αποκλείεται βέβαια η πιθανότητα να υπάρχει, ως τέθηκε και από τους ΜΚ με τον ΜΚ6 μάλιστα να θέτει ερωτήσεις στους Παύλου και κατηγορούμενο για το θέμα αυτό ανακρίνοντας τους, πλην όμως η εκφρασθείσα βεβαιότητα του ΜΥ1 κρίνεται τουλάχιστον επισφαλής. Αμφιβολίες όμως δημιουργούνται και ως προς την ορθότητα και συνεπακόλουθα αποδοχή των συμπερασμάτων του, στη βάση της μεθοδολογίας που χρησιμοποίησε για να καταλήξει σε αυτά. Να υπενθυμίσουμε ότι ο ΜΥ1 κλήθηκε ως εμπειρογνώμονας μάρτυρας και ως τέτοιος θα πρέπει να εφοδιάσει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια έτσι ώστε να είναι δυνατή η κρίση του Δικαστηρίου επί της ακρίβειας των συμπερασμάτων του. Ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε τα ακαδημαϊκά του προσόντα και τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν. Κατά την εξέταση όμως του εγειρόμενου ζητήματος, ανέφερε ότι χρησιμοποίησε μία μεθοδολογία που αναγνωρίζει και παρακολουθεί ανθρώπινα πρόσωπα σε φωτογραφίες και βίντεο ακόμα και όταν φορούν μάσκα προστασίας στο πρόσωπο. Με αυτή τη μεθοδολογία μπορούσε να ανιχνεύσει και να παρακολουθήσει πρόσωπα με βάση τη μορφολογία του προσώπου αλλά και με τα μοτίβα και τις σκιάσεις που δημιουργεί το πρόσωπο όταν το φως αντανακλά πάνω του. Η ανάπτυξη της μεθοδολογίας, που χρησιμοποίησε για να καταλήξει στα συμπεράσματα του, ήταν το αντικείμενο της διατριβής του στο πανεπιστήμιο που φοιτούσε. Ο τίτλος της ήταν «Video annotation tool with automatic object tracking, and the enhancement through face detection». Η διατριβή του όμως αυτή που, ως και ο ίδιος ανέφερε ετοιμάστηκε και αποτελούσε μέρος των σπουδών του στα πλαίσια εξασφάλισης του πτυχίου του από το πανεπιστήμιο του Sheffield δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση για επιστημονική εξέταση του υπό κρίση ζητήματος για κατάληξη σε συμπεράσματα τα οποία μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο για εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων σε ποινική υπόθεση. Ούτε βέβαια και το γεγονός ότι η διατριβή του εξετάστηκε και αναγνωρίστηκε από τους καθηγητές του είναι δυνατόν να της αποδώσει την επιστημονική υπόσταση για χρήση της και αποδοχή της σε Δικαστική διαδικασία. Η διατριβή του ΜΥ1 εξετάστηκε και κρίθηκε επιτυχής στα πλαίσια των σπουδών του. Σε κάθε περίπτωση δεν έχει τεθεί ότι οι εξεταστές της είχαν τα απαραίτητα προσόντα για να την κρίνουν ή και την έκριναν ως μεθοδολογία που θα καθίστατο επαρκής για απόδειξη αμφισβητούμενων στοιχείων σε υπόθεση ενώπιον Δικαστηρίου. Δεδομένου ότι η μεθοδολογία που ο ΜΥ1 ακολούθησε, αποτελούσε τη βάση για την εξέταση και εξαγωγή των συμπερασμάτων του, καθιστά τη μαρτυρία του μη αποδεκτή. Ο Παντελής Λειβαδιώτης ΜΥ2, αγρονόμος τοπογράφος μηχανικός, εγγεγραμμένος στο ΕΤΕΚ και αδειοδοτημένος χειριστής μη επανδρωμένου σκάφους (drone), κλήθηκε ουσιαστικά να αναγνωρίσει και να καταθέσει περιεχόμενα, εικόνες και δεδομένα που περιλαμβάνονταν σε usb και χάρτες πλείστα εκ των οποίων είχαν κατατεθεί, κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας ως τεκμήρια προς Αναγνώριση. Είχε διοριστεί από τον κατηγορούμενο και τους δικηγόρους του, σύμφωνα με τη δήλωση του τεκμήριο 47, να μεταβεί, να επιθεωρήσει και να λάβει βίντεο και φωτογραφίες της οδού Αγίου Γεωργίου αλλά και χωματόδρομων και παράδρομων που καταλήγουν από την εν λόγω οδό στη Δρομολαξιά, στην οδό Κώστα Φράγκου και περιμετρικά όλων των οδών και χωματόδρομων της περιοχής. Είχε επίσης οδηγίες να δημιουργήσει χάρτες για την πιο πάνω περιοχή, να προβεί σε τοπογραφική αποτύπωση πασσάλων σε χάρτη και να καταγράψει τις αποστάσεις από πάσσαλο σε πάσσαλο επί της οδού Αγίου Γεωργίου, να λάβει φωτογραφίες της περιοχής και να μετρήσει αποστάσεις. Για την ετοιμασία των όσων του ζητήθηκαν, μελέτησε και το περιεχόμενο του τεκμηρίου
  3. Αναγνώρισε ο μάρτυρας τα τεκμήρια 27 και 28 και προέβηκε και στην κατάθεση των τεκμηρίων 48-58 που αποτελούν την εργασία που διενήργησε. Στη δήλωση του, τεκμήριο 47, προβαίνει σε περιγραφή του περιεχομένου του κάθε τεκμηρίου και τον τρόπο που εργάστηκε για να το ετοιμάσει όπως σε περιγραφή και διευκρινίσεις προέβηκε καταθέτοντας ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν έχουμε αμφιβολία ότι ο ΜΥ2 ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Δεν προέκυψε κάτι από την αντεξέταση του που να αλλοιώνει την καλή εικόνα που δημιούργησε. Σε κάθε περίπτωση και η αντεξέταση του δεν είχε στόχο την αξιοπιστία του αλλά κατά πόσο οι ενέργειες του θα εξουδετέρωναν την μαρτυρία των ΜΚ ως προς το τί είδαν και διαπίστωσαν κατά την επίδικη μέρα. Σε κάθε περίπτωση δεν γνώριζε ούτε το αντικείμενο της υπόθεσης αλλά ούτε και τι διαδραματίστηκε στις 9/11/2021 στην περιοχή του νέου κοιμητηρίου Λάρνακας και στους περιβάλλοντες δρόμους και παράδρομους. Να πούμε όμως ότι την εργασία που διενήργησε ήταν κατόπιν οδηγιών, ως επί το πλείστον, των δικηγόρων που εκπροσωπούν τον κατηγορούμενο. Πέραν της αποτύπωσης της περιοχής από τον ΜΥ2, είτε με φωτογραφίες, είτε με βίντεο, είτε με χάρτες, θεωρούμε ότι ο εν λόγω μάρτυρας δεν προσέφερε οποιαδήποτε άλλη βοήθεια στην πλευρά της υπεράσπισης. Η μαρτυρία του θα μπορούσε ενδεχομένως να ήταν επιβοηθητική για την υπεράσπιση αν ο μάρτυρας είχε τα προσόντα να προβεί σε συγκρίσεις με βάση την εργασία την οποία έκανε, με το περιεχόμενο του τεκμηρίου 8 και με το τί μπορούσαν να δουν οι ΜΚ. Ρωτήθηκε αρχικά από την πλευρά της κατηγορούσας αρχής ως προς τον φακό που είχε η κάμερα που χρησιμοποίησε με στόχο βέβαια να προωθήσει τη θέση ότι ο εν λόγω φακός δεν προσομοιάζει με το ανθρώπινο μάτι. Ο μάρτυρας ευθαρσώς και με ειλικρίνεια απάντησε ότι δεν είναι εμπειρογνώμονας για να γνωρίζει αν ο φακός που χρησιμοποίησε έχει την ίδια γωνία όρασης με το ανθρώπινο μάτι. Αποδεχόμαστε τη μαρτυρία του ΜΥ2 ως αξιόπιστη. Έχοντας υπόψιν το σύνολο της μαρτυρίας, δεδομένης και της αξιολόγησης της καταλήγουμε στα κάτωθι ευρήματα: Στις 9/11/2021 και μετά από πληροφορία ότι ο Παύλος Παύλου με διεύθυνση την οδό Ερμού 17 στη Δρομολαξιά, θα παραλάμβανε μεγάλη ποσότητα κάνναβης, η ΥΚΑΝ έθεσε υπό παρακολούθηση την περιοχή της εν λόγω οδού για εντοπισμό του. Η ομάδα παρακολούθησης αποτελείτο μεταξύ άλλων και από τους αστυφύλακα 3021 Αναστάση Κωνσταντίνου ΜΚ3, αστυφύλακα 2499 Ερωτόκριτο Παναγιώτου ΜΚ4 και αστυφύλακα 4880 Μιχάλη Ευτυχίου ΜΚ
  4. Περί ώρα 12:20 ο Παύλου θεάθηκε να αναχωρεί από την οικία του οδηγώντας το διπλοκάμπινο όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ] με κατεύθυνση την βιομηχανική περιοχή Δρομολαξιάς. Πριν την βιομηχανική περιοχή Δρομολαξιάς έστριψε δεξιά και κατευθύνθηκε προς τη βιομηχανική περιοχή Αραδίππου. Αφού πέρασε κάτω από την αερογέφυρα του αυτοκινητόδρομου Λάρνακας-Λευκωσίας εισήλθε δεξιά σε χωμάτινο δρόμο και αφού προχώρησε έκανε επαναστροφή, εξήλθε του χωμάτινου δρόμου και κατευθύνθηκε προς το νέο δημοτικό κοιμητήριο Λάρνακας που βρίσκεται στην οδό Αγίου Γεωργίου. Από το αλτ της εν λόγω οδού προχώρησε ευθεία και εισήλθε στον απέναντι χωματόδρομο και σταμάτησε σε κοντινή απόσταση από το δρόμο. Στην οδό Αγίου Γεωργίου κινήθηκε και το όχημα μάρκας BMW χρώματος μπλε με αριθμούς εγγραφής [ ] το οποίο αρχικά κινήθηκε σε αντίθετη πορεία από αυτή που κινήθηκε διπλοκάμπινο το όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ], αλλά μπροστά από το κοιμητήριο έκανε επαναστροφή και κατευθύνθηκε προς το σημείο αλτ της αναφερόμενης οδού. Στη συνέχεια προχώρησε απέναντι, εισήλθε εντός του χωματόδρομου και στάθμευσε δίπλα από το διπλοκάμπινο που οδηγείτο από τον Παύλου. Ο Παύλου κατέβηκε από το όχημα που οδηγούσε και προσέγγισε το παράθυρο του οδηγού του BMW όπου είχαν σύντομη συνομιλία. Στη συνέχεια ο Παύλου πλησίασε στο χώρο αποσκευών του BMW με την πόρτα να ανοίγει και αφού πήρε με τα χέρια του ένα τροχό αυτοκινήτου με το ελαστικό του το τοποθέτησε στην πισινή αριστερή θέση του δικού του οχήματος. Εισήλθε στη θέση του οδηγού και τα δύο οχήματα αναχώρησαν από το μέρος. Ο Παύλου ακολούθησε το χωματόδρομο ο οποίος κατέληγε στην οδό Κώστα Φράγκου. Τα δύο οχήματα ακολουθήθηκαν από οχήματα με μέλη της ΥΚΑΝ με το ΒΜW να διαφεύγει ενώ το όχημα που οδηγούσε ο Παύλου ανακόπηκε αν και ανέπτυξε ταχύτητα και προσπάθησε να διαφύγει. Στην προσπάθεια διαφυγής του συγκρούστηκε με δύο υπηρεσιακά οχήματα. Από τη σύγκρουση τραυματίστηκαν ο ΜΚ4 με την συνοδηγό του. Ο Παύλου συνελήφθηκε από τον ΜΚ5 για το αυτόφωρο αδίκημα των αμελών και απερίσκεπτων πράξεων. Στη συνέχεια και μετά από έρευνα στο όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ] εντοπίστηκε πίσω από τη θέση του συνοδηγού ένας τροχός αυτοκινήτου με το ελαστικό του. Ο ΜΚ5 δημιούργησε με μαχαίρι μια οπή στο ελαστικό και αναδύθηκε έντονη μυρωδιά κάνναβης. Στο σημείο μετάβηκε ο ΜΚ6 όπου ο ΜΚ5 του παρέδωσε τον τροχό μέσα στον οποίο υπήρχαν νάιλον συσκευασίες. Στη συνέχεια ο ΜΚ6 παρέδωσε τα τεκμήρια στον ΜΚ2 που ήταν ο χειριστής τους. Ο ΜΚ2 άνοιξε οπή στο ελαστικό και βρήκε οκτώ νάιλον συσκευασίες. Αφού τις διαχώρισε από το περιεχόμενο τους, χρησιμοποίησε αντιδραστήριο και αναδείχθηκε θετικό στην κάνναβη. Την ίδια μέρα ήτοι 9/11/2021 εξασφαλίστηκε Δικαστικό διάταγμα έρευνας της οικίας του Παναγιώτη Σωτηρίου στην οδό [ ] 64 [ ] 7 διαμέρισμα 104 στα [ ]. Στην οικία του Σωτηρίου για εκτέλεση του εντάλματος μετέβηκαν οι ΜΚ2, ΜΚ6 και ο Λοχίας 2389 Μ. Κακουλλής. Διενεργήθηκε έρευνα στο διαμέρισμα και λήφθηκαν δύο κινητά τηλέφωνα. Επιστήθηκε η προσοχή του στο νόμο από τον ΜΚ2 και ο Σωτηρίου απάντησε «Έννεν δικά μου, εν της γεναίκας μου». Τον πληροφόρησε ότι θα κατασχεθούν ως τεκμήρια και αφού του επέστησε εκ νέου την προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε «Τα τηλέφωνα της γεναίκας μου γιατί να τα πιάτε». Ο ΜΚ2 ερεύνησε το αυτοκίνητο χωρίς να εντοπίσει οτιδήποτε το παράνομο. Ο ΜΚ6 συνέλαβε τον Σωτηρίου δυνάμει Δικαστικού εντάλματος και αφού τον πληροφόρησε για τους λόγους της σύλληψης του, του εξήγησε τα δικαιώματα του και του επέστησε την προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε «Θα με ταλαιπωρήσετε άδικα πάλε». Ο ΜΚ6 στα γραφεία της ΥΚΑΝ έλαβε παρειακά επιχρίσματα και τα παρέδωσε στον ΜΚ2 ο οποίος έλαβε δακτυλικά αποτυπώματα και αποτυπώματα παλάμης. Ο ΜΚ6 πληροφόρησε εκ νέου τον Σωτηρίου για τους λόγους που συνελήφθηκε ότι δηλαδή σύμφωνα με μαρτυρία στην κατοχή της αστυνομίας αυτός σε αγροτική περιοχή στη Δρομολαξιά προμήθευσε τον Παύλου με κάνναβη και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο αυτός απάντησε «Εγιώ εν επία πούποτε και δεν έκαμα τίποτε». Στις 11/11/2021 ο Δαμιανός Δαμιανού, τεχνικός συστημάτων ασφαλείας στην εταιρεία D.S. Damianou Security Systems και κατόπιν εντολής του ΜΚ2, αντέγραψε πλάνα από τις κάμερες 1 και 3 του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης που η εν λόγω εταιρεία τοποθέτησε στο νέο κοιμητήριο του Δήμου Λάρνακας και τις αποθήκευσε στο τεκμήριο
  5. Στις 12/11 και 14/11/2021 λήφθηκαν από τον Σωτηρίου δύο ανακριτικές καταθέσεις αντίστοιχα στις οποίες αρνήθηκε να απαντήσει στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. Από επιστημονικές εξετάσεις που διενεργήθηκαν από τη Μαρία Κωνσταντίνου στο Γενικό Χημείο του Κράτους στο περιεχόμενο των 8 νάιλον συσκευασιών που βρίσκονταν εντός του ελαστικού διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο ελεγχόμενο φάρμακο τάξης Β δηλαδή κάνναβη συνολικού βάρους 1 κιλού και 969,3 γραμμαρίων. Κατά την δακτυλοσκοπική εξέταση στο εργαστήριο της ΥΠΕΓΕ στις νάιλον συσκευασίες και στα διαφανή πλαστικά σακούλια δεν εντοπίστηκε οποιοδήποτε αξιοποιήσιμο αποτύπωμα. Από τις εξετάσεις που έγινα και σε επίπεδο γενετικού υλικού δεν προέκυψαν οποιαδήποτε στοιχεία που να συνδέουν τον κατηγορούμενο με αντικείμενα της υπόθεσης από τα οποία απομονώθηκε γενετικό υλικό του οποίου το προφίλ ήταν κατάλληλο για συγκρίσεις. Μετά την αξιολόγηση της ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσας μαρτυρίας και στην κατάληξη μας στα πιο πάνω ευρήματα θα προχωρήσουμε να εξετάσουμε κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου στα αδικήματα που αντιμετωπίζει. Έχουμε αναφέρει προηγουμένως ότι ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις κατηγορίες της παράνομης κατοχής με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β και της παράνομης προμήθειας του σε άλλο πρόσωπο. Όσον αφορά το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος είναι η γνώση και η άσκηση, συγχρόνως, ελέγχου επί του ελεγχόμενου φαρμάκου (βλ. κατ' αναλογίαν, Hiscock v Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 183/15, ημ. 19/10/17, ECLI:CY:AD:2017:B362, Χαραλάμπους και Άλλων ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 96/16, ημ. 28/11/17), ECLI:CY:AD:2017:B
  6. Για το αναφερόμενο αδίκημα ο κατηγορούμενος πέραν της κατοχής επιβάλλεται και η απόδειξη της πρόθεσης προμήθειας προς άλλο πρόσωπο. Συναφώς, δημιουργείται στον Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμο 29/77 μαχητό τεκμήριο με βάση την ποσότητα του ελεγχόμενου φαρμάκου. Ως προς την έννοια του όρου «κατοχή», όπως ο όρος χρησιμοποιείται στον προαναφερόμενο Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμο 29/77, καθώς και την έννοια του όρου «κατοχή με σκοπό την προμήθεια», όπως ο εν λόγω όρος χρησιμοποιείται στα πλαίσια του ίδιου νομοθετήματος, παραθέτουμε το ακόλουθο απόσπασμα από την Λαζάρου και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 633, 671: « ''Κατοχή'' σημαίνει φυσικό έλεγχο με ταυτόσημη γνώση της φύσης του αντικειμένου που αποτελεί το αντικείμενο της κατοχής (Ιακώβου ν Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 211). Στον όρο ''κατοχή'' η νομολογία είχε δώσει ευρεία έννοια. Καλύπτει και τις περιπτώσεις όπου η απαγορευμένη ουσία, βρίσκεται μεν στη φυσική κατοχή ή φύλαξη τρίτου, ο κατηγορούμενος όμως συνεχίζει να διατηρεί τον έλεγχο της. Συνεπώς η φυσική κατοχή του αντικειμένου δεν αποτελεί προαπαιτούμενο για στήριξη καταδίκης (Ιωάννου άλλως Τίτος κ.ά. ν Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 409). Η συγκεκριμένη νομολογιακή θέση βρίσκει έρεισμα και σε νομοθετικές πρόνοιες. Σχετικό είναι το Άρθρο 2
(3)του Νόμου 29/77, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί, σύμφωνα με τις πρόνοιες του οποίου «. παν πρόσωπο θεωρείται ως έχων εν τη κατοχή αυτού οιαδήποτε αντικείμενα, τελούντα υπό τον έλεγχο αυτού καίτοι ταύτα ευρίσκονται υπό τη φύλαξη ετέρου προσώπου». Τέλος, η νομολογία καθιστά δυνατή την εξ αποστάσεως εμπλοκή (βλ. Αθηνής ν Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 256). Για σκοπούς του αδικήματος της κατοχής με σκοπό την προμήθεια, προσθέτουμε τα εξής: Το Άρθρο 30Α του Νόμου, έχει θεσπίσει μαχητό τεκμήριο απόδειξης της κατοχής των ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια τους σε τρίτο πρόσωπο. Σύμφωνα με αυτό, εφόσον καταδειχθεί ότι πρόσωπο κατείχε ελεγχόμενο φάρμακο η ποσότητα του οποίου υπερβαίνει την υπό του Νόμου καθοριζομένη, τότε αυτός θεωρείται ότι κατείχε το φάρμακο με σκοπό να το προμηθεύσει σε τρίτο πρόσωπο, εκτός αν ικανοποιήσει το Δικαστήριο για το αντίθετο. Για την περίπτωση της κάνναβης, η ύποπτη ποσότητα ικανοποιούσα το τεκμήριο είναι 30 ή περισσότερα γραμμάρια, ποσότητα που στην παρούσα υπόθεση υπερβαίνει κατά πολύ το όριο της ποσότητας που κάποιος θα εδικαιολογείτο να έχει για δική του χρήση». Σχετικό, αναφορικά με την έννοια της κατοχής, είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από ο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2016 paras. B.19.23 και B19.24 που τέθηκε στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 123/15 ημερ.10/9/2018: ««Lord Hope in the House of Lords in Lambert [2002] 2 AC 545, stated that there are two elements to possession. There is the physical element, and there is the mental element.' The approach of Lord Hope is reflected in the other judgments delivered in that case. It confirms the approach taken by the Court of Appeal in McNamara
(1988)87 Cr App R 246 (see B 19.25), and is settled law (consider also DPP v Brooks [1974] AC 862 at B19.29). Custody or Control 'The physical element involves proof that the thing is in the custody of the defendant or subject to his control', per Lord Hope in Lambert [2002] 2 AC 545 (see also Lord Scarman in Boyesen [ 1982] AC 768). This is enlarged by the MDA 1971, s. 37
(3): 'For the purposes of this Act the things which a person has in his possession shall be taken to include anything subject to his control which is in the custody of another'. The ability to demand that the property in question be removed (or the ability to remove it oneself) is no more than evidence of knowledge and acquiescence: it is not to be equated with control {Kousar [2009] 2 Cr App R 88, a case decided in the context of the Trade Marks Act 1994 but which, it is submitted, has relevance here).The description of possession given by Lord Wilberforce in Warner v Metropolitan Police Commissioner [1969] 2 AC 256, at pp. 310-11, remains relevant: The question, co which an answer is required, and in the end a jury must answer it, is whether in the circumstances the accused should be held to have possession of the substance, rather than mere control. In order to decide between these two, the jury should, in my opinion, be invited to consider all the circumstances — to use again the words of Pollock and Wright — the 'Modes or events' — by which the custody commences and the legal incident in which it is held. By these I mean relating them to typical situations, that they must consider the manner and circumstances in which the substance, or something which contains it, has been received, what knowledge or means of knowledge or guilty knowledge as co the presence of the substance, or as to the nature of what has been received, he had at the time of receipt or thereafter up to the moment when he is found with it; his legal relation to the substance or package (including his right of access to it). On such matters as these (not exhaustively stated) they must make the decision whether, in addition to physical control, he has, or ought to have imputed to him the intention to possess, or knowledge that he does possess, what is in fact a prohibited substance. If he has this intention or knowledge, it is not additionally necessary chat he should know the nature of the substance.» Για το θέμα του μαχητού τεκμηρίου του άρθρου 30Α που θέτει ο Νόμος, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χρυσάνθου
(2016)2Α ΑΑΔ 423, τέθηκε ότι: «Σύμφωνα με το Άρθρο 30Α του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου του 1977 (Ν. 29/1977, όπως τροποποιήθηκε) η κατοχή ποσότητας 30 ή περισσοτέρων γραμμαρίων κάνναβης ή παραγώγων αυτής δημιουργεί μαχητό τεκμήριο κατοχής με σκοπό την προμήθεια σε τρίτο πρόσωπο. Τούτο, δεν μεταθέτει το νομικό βάρος απόδειξης στον κατηγορούμενο το οποίο παραμένει καθ' όλη τη διάρκεια της δίκης στους ώμους της κατηγορούσας αρχής. Ο κατηγορούμενος έχει απλώς το βάρος να δημιουργήσει λογική αμφιβολία, χωρίς όμως να υποχρεούται να αποδείξει ότι οι ισχυρισμοί του είναι αληθείς ή βάσιμοι. Δεν είναι συνεπώς αναγκαίο για τον κατηγορούμενο να προσαγάγει μαρτυρία προκειμένου να δημιουργήσει λογική αμφιβολία. Η μαρτυρία μπορεί να προέρχεται είτε από τον ίδιο, είτε από την κατηγορούσα αρχή (Μαυρικίου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 359, Σκούλλου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ.87». Περαιτέρω, το άρθρο 32
(2)του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 προνοεί ότι αποτελεί υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο, η απόδειξη ότι δεν είχε γνώση ή υποψία ούτε λόγο να υποψιαστεί την ύπαρξη οιουδήποτε γεγονότος προβαλλομένου από την κατηγορούσα αρχή, το οποίο η Κατηγορούσα Αρχή πρέπει να αποδείξει για να επιτύχει την καταδίκη του. Το άρθρο 32
(3)(β) (i) προνοεί ότι ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται του αδικήματος εάν αποδείξει ότι δεν είχε γνώση ή υποψία ή λόγο να υποπτεύεται ότι η εν λόγω ουσία ή το εν λόγω προϊόν ήταν ελεγχόμενο φάρμακο. Για να πετύχει στις υπερασπίσεις που προνοούνται στο άρθρο 32 ο κατηγορούμενος θα πρέπει με αξιόπιστη μαρτυρία να δημιουργήσει λογική αμφιβολία για το ζήτημα της γνώσης του (βλ. Μαυρόλουκα ν. Δημοκρατίας Ποιν.Έφεση 74/2021 σχ. με Ποιν. Έφεση 95/2021, ημερ.31/10/2023). Εξετάζοντας την υπό κρίση περίπτωση να πούμε ότι η κατηγορούσα αρχή στήριξε την υπόθεση της στην αναγνώριση του κατηγορούμενου από τον ΜΚ5 ο οποίος, ως έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, τον αναγνώρισε εντός του οχήματος μάρκας BMW χρώματος μπλε με αριθμούς εγγραφής [ ] στην οδό Αγίου Γεωργίου, οδό στην οποία βρίσκεται και το νέο κοιμητήριο Λάρνακας. Ουδείς εκ των άλλων αστυνομικών που μετείχαν στην επιχείρηση είδε και αναγνώρισε τον κατηγορούμενο. Υπάρχει βέβαια η μαρτυρία του ΜΚ4 ο οποίος είδε το εν λόγω όχημα και τους αριθμούς εγγραφής του πλην όμως δεν είχε οπτική επαφή με τον οδηγό του οχήματος έτσι ώστε να πει κατά πόσο στο πρόσωπο του αναγνώρισε τον κατηγορούμενο. Να προσθέσουμε εδώ ότι δεν ήταν ξεκάθαρη η θέση της υπεράσπισης, τουλάχιστον κατά την αντεξέταση των ΜΚ, ως προς το αν όντως το εν λόγω όχημα βρισκόταν στην περιοχή στις 9/11/2021. Είχε αμφισβητηθεί και η θέση του ΜΚ4 ότι δηλαδή μπορούσε να δει τους αριθμούς εγγραφής του οχήματος. Σε κάθε περίπτωση όμως αυτό που, ως άξονας της επιχειρηματολογίας προωθήθηκε από την υπεράσπιση, ήταν το θέμα της αναγνώρισης του κατηγορούμενου ως του οδηγού του οχήματος δεδομένου ότι από την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία προέκυψε ότι όντως το μπλε BMW που θεάθηκε στην περιοχή του νέου κοιμητηρίου Λάρνακας έφερε αριθμούς εγγραφής [ ]. Αυτό προήλθε αρχικά από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης τεκμήριο 8 όπου απεικονίζεται μπλε αυτοκίνητο μάρκας BMW σε συνάρτηση με την μαρτυρία του ΜΚ4 που είδε τους αριθμούς εγγραφής του. Συνεπώς το ερώτημα που χρήζει εξέτασης είναι αν η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό ότι ο οδηγός του συγκεκριμένου οχήματος που στις 9/11/2021 βρισκόταν στην οδό Αγίου Γεωργίου στη Δρομολαξιά ο οποίος οδηγώντας το εισήλθε στον απέναντι χωματόδρομο στάθμευσε δίπλα από το διπλοκάμπινο όχημα που ο Παύλου οδηγούσε με τον τελευταίο να παραλαμβάνει από το χώρο αποσκευών τον τροχό με τα ναρκωτικά είναι ο κατηγορούμενος. Η απόδειξη του στοιχείου αυτού συνδέεται άρρηκτα με την απόδειξη του ότι ο κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του τα επίδικα ναρκωτικά και τα προμήθευσε σε άλλο πρόσωπο που είναι το αντικείμενο των κατηγοριών που ο τελευταίος αντιμετωπίζει. Στην υπόθεση Turnbull [1976] 63 Cr.App.Rep.132, που αποτελεί πλέον την κλασσική υπόθεση σε σχέση με την εξωδικαστική αναγνώριση, τέθηκαν οι κατευθυντήριες γραμμές επί του ζητήματος. Στο σύγγραμμα Blackstone' s Criminal Practice 2020 παρ. F.19.9 παρατίθενται αυτές οι αρχές που το Δικαστήριο οφείλει να εφαρμόσει όταν η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής οφείλεται εξ ολοκλήρου ή ουσιαστικά στην ορθότητα της μαρτυρίας και που συνοπτικά και μεταξύ άλλων είναι (α) να προειδοποιήσει τον εαυτό του για την ιδιαίτερη ανάγκη προσοχής πριν την καταδίκη με βάση αυτή την μαρτυρία, (β) να καθοδηγηθεί ότι πρέπει να εξετάσει προσεκτικά τις περιστάσεις υπό τις οποίες προήλθε η αναγνώριση, (γ) να εντοπίσει οποιαδήποτε τυχόν αδυναμία στη μαρτυρία της αναγνώρισης, (δ) να εντοπίσει μαρτυρία που πιθανόν να εμφανίζεται ότι υποστηρίζει την αναγνώριση και (ε) να εντοπίσει μαρτυρία που πιθανόν να εμφανίζεται ότι υποστηρίζει την αναγνώριση που στην πραγματικότητα όμως δεν έχει αυτή την ποιότητα. Αναφορικά με το θέμα της αυτοκαθοδήγησης του Δικαστηρίου στο σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης Ηλιάδης και Σάντης, σελ.403, καταγράφεται ότι «Ο Δικαστής υποχρεούται να αυτοκαθοδηγείται ότι οφείλει να εξετάζει προσεκτικά τις περιστάσεις της αναγνώρισης από τον καθένα μάρτυρα ξεχωριστά. Για πόσο χρονικό διάστημα διατήρησε τα μάτια ο μάρτυς στον κατηγορούμενο; Από ποια απόσταση; Υπό ποιο είδος φωτισμού; Εμποδιζόταν καθόλου η ορατότητα από την τροχαία κίνηση ή το πλήθος; Είχε δει τον κατηγορούμενο προηγουμένως; Πόσες φορές; Αν μονάχα μερικές φορές τον είχε δει, είχε οποιοδήποτε ειδικό λόγο να τον θυμάται; Πόσος χρόνος μεσολάβησε από την ώρα πού τον είδε αρχικώς μέχρι την αναγνώ­ριση που έγινε στον αστυνομικό σταθμό; Υπήρξε οποιαδήποτε ουσιαστική αντίφαση με την περιγραφή που έδωσε για τον κατηγορούμενο και για την εμφάνιση του όταν πρωτομίλησε με την Αστυνομία.». Οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές αναγνωρίστηκαν και εφαρμόστηκαν και στην Κυπριακή νομολογία. Να θέσουμε όμως, ως τέθηκε στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ιωάννου
(2013)2 Α.Α.Δ 601, ότι θέμα εφαρμογής των αρχών που τέθηκαν στην Turnbull εγείρεται μόνο όταν η υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου εξαρτάται αποκλειστικά ή ουσιαστικά από την αναγνωριστική μαρτυρία και η ορθότητα της εν λόγω μαρτυρίας αμφισβητείται από την υπεράσπιση. Τέθηκε επίσης ότι «Δεν εγείρεται θέμα εφαρμογής των αρχών της Turnbull και κατ' επέκταση θέμα αναζήτησης υποστηρικτικής μαρτυρίας, στην περίπτωση που το Δικαστήριο δεν θα ήταν διατεθειμένο, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, να δεχθεί ως αληθή και να στηριχθεί σ' αυτήν, την εκδοχή του μάρτυρα ότι όντως είδε το δράστη. Σε μια τέτοια περίπτωση το θέμα τελειώνει εκεί.» Είναι λοιπόν σαφές, στη βάση των πιο πάνω τεθέντων, ότι για εφαρμογή των αρχών που καθορίστηκαν στην υπόθεση Turnbull (ανωτέρω) θα πρέπει το Δικαστήριο να έχει κρίνει αξιόπιστη τη μαρτυρία που προέρχεται από ένα ή περισσότερους μάρτυρες, σε σχέση με την αναγνώριση προσώπου, ως τον δράστη του εγκλήματος. Στην υπό κρίση περίπτωση, ως αναφέραμε και προηγουμένως, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής βασίζεται στην φερόμενη αναγνώριση του κατηγορούμενου από τον ΜΚ5. Το Δικαστήριο έχει αξιολογήσει τη μαρτυρία του και την οποία δεν αποδέχθηκε. Δεν χρειάζεται θεωρούμε να επαναλάβουμε τα όσα θέσαμε κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΚ5 πέραν σημείων που έχουν να κάνουν με το θέμα της αναγνώρισης. Η αμφισβήτηση των λεχθέντων του ΜΚ5, ως προς την βεβαιότητα της αναγνώρισης του κατηγορούμενου αρχίζει από τη θέση του ότι γνώριζε τον τελευταίο από προηγούμενες επιχειρήσεις παρακολούθησης που διενεργήθηκαν από την ΥΚΑΝ, αφού ήταν πρόσωπο γνωστό στην υπηρεσία. Έγινε αναφορά ότι τον είδε αρκετές φορές και να οδηγεί το αυτοκίνητο αλλά και πεζό, σε σημείο που μπορεί να τον αναγνωρίσει όπου και να τον δει. Να διευκρινιστεί εδώ ότι η αναγνώριση προσώπων που ήδη γνωρίζει ο μάρτυρας (recognition), διαφέρει από την αναγνώριση προσώπων που του είναι άγνωστα (identification). Στην πρώτη περίπτωση η ποιότητα της αναγνώρισης κρίνεται, πέραν των κριτηρίων της Turnbull, στη βάση του συνόλου της μαρτυρίας, με ιδιαίτερη αναφορά στη χρονική διάρκεια της παρατήρησης όπως και στην απόσταση από τον κατηγορούμενο (βλ. Το Δίκαιο της Απόδειξης Ηλιάδης και Σάντης, σελ.402). Το ερώτημα που εδώ τίθεται είναι αν ο ΜΚ5 όντως είδε το κατηγορούμενο τον οποίο γνώριζε από προηγουμένως αλλά λόγω των συνθηκών η αναγνώριση είναι πτωχή ή δεν τον είχε ξαναδεί προηγουμένως με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση να τον αναγνωρίσει. Αν πρόκειται για πτωχή αναγνώριση τότε σε αυτή την περίπτωση το Δικαστήριο και αφού κρίνει αξιόπιστο τον μάρτυρα, θα εφαρμόσει τις κατευθυντήριες γραμμές που έχουν τεθεί στην Turnbull. Ο ΜΚ5, στην εδώ περίπτωση, αν και αντεξετάστηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης ως προς την αναφορά του ότι γνώριζε τον κατηγορούμενο, ουδέποτε ανέφερε συγκεκριμένα που, πότε και πως τον γνωρίζει. Δεν πήρε τον κατηγορούμενο ούτε στο Δικαστήριο ούτε για προσωποκράτηση. Ζητήθηκαν ημερολόγια ενεργείας σε σχέση με την αναφορά του για τις αναφερόμενες επιχειρήσεις της ΥΚΑΝ που αφορούσαν το συγκεκριμένο πρόσωπο χωρίς όμως να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου. Ρωτήθηκε για το πότε τον είδε να είναι πεζός. Δεν θυμόταν να πει πότε, ούτε καν χρονολογία. Κατά τα άλλα τον είχε δει πολλές φορές και μπορούσε να τον αναγνωρίσει όπου και να τον έβλεπε. Τον είχε δει να οδηγεί το επίδικο αυτοκίνητο αλλά και πάλι δεν θυμόταν πότε. Γνώριζε τους αριθμούς εγγραφής του αφού ξαναείδε το όχημα στην «.περιοχή των Λειβαδιών, στην περιοχή της Λάρνακας.». Το είδε ορισμένους μήνες πριν και του «έκανε εντύπωση διότι είναι BMW M5, ωραίο.». Δεν θυμόταν όμως πότε ακριβώς. Στις 9/11/2021, στην οδό Αγίου Γεωργίου, είδε το αυτοκίνητο, μετά είδε τα νούμερα κατάλαβε ότι είναι το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου και στη συνέχεια εστίασε πάνω στον κατηγορούμενο τον οποίο και αναγνώρισε. Ανάφερε επιπρόσθετα και πάλι, εκ μνήμης, ότι το παράθυρο του οδηγού ήταν ανοιχτό κάτι που θυμόταν αν και δεν το κατάγραψε στην κατάθεση του, όπως δεν κατέγραψε και το ότι αρχικά είδε τον κατηγορούμενο από τον ανεμοθώρακα όταν το όχημα ερχόταν από απέναντι και μετά από το παράθυρο του αυτοκινήτου που ήταν ανοικτό. Τα πιο πάνω, κρίνουμε, ότι αποδομούν το υπόβαθρο που ο ΜΚ5 επικαλέστηκε ότι γνώριζε τον κατηγορούμενο από προηγουμένως και ότι μπορούσε να τον αναγνωρίσει όπου και να τον έβλεπε. Δεν έχει τεθεί οποιοδήποτε αποδεκτό στοιχείο που να αποδεικνύει ότι όντως ο μάρτυρας είχε δει τον κατηγορούμενο σε προηγούμενη περίπτωση, και που θα του έδιδε την απαραίτητη γνώση και ικανότητα να προβεί σε αναγνώριση του στην επίδικη. Να υπενθυμίσουμε εδώ ότι στις 9/11/2021 η πληροφορία για διακίνηση ναρκωτικών αφορούσε μόνο τον Παύλου χωρίς να περιλαμβάνεται και το όνομα του κατηγορούμενου και που ενδεχομένως να διαφοροποιούσε τα δεδομένα καθότι η προσοχή των μελών της αστυνομίας να εστιαζόταν και σ' αυτόν. Η μη αποδοχή της μαρτυρίας του ΜΚ5, υπό τα πιο πάνω δεδομένα, και επί της οποίας η κατηγορούσα αρχή βάσισε την υπόθεση της και που ήταν η αναγνώριση του κατηγορούμενου από τον συγκεκριμένο μάρτυρα δεν αφήνει περιθώριο για εφαρμογή των αρχών της Turnbull. Δεν πρόκειται απλώς για θέμα ορθότητας της αναγνώρισης αλλά κατά πόσο ο ΜΚ5 γνώριζε τον κατηγορούμενο έτσι ώστε να μπορεί να τον αναγνωρίσει. Υπόβαθρο της αναγνώρισης του αποτέλεσε η θέση του ότι γνώριζε τον κατηγορούμενο από άλλες περιπτώσεις που τον είδε και μπορούσε να τον αναγνωρίσει. Ενόψει της κατάληξης μας αυτής δεν τίθεται ούτε και θέμα αναζήτησης υποστηρικτικής μαρτυρίας δεδομένης της μη αποδοχής της μαρτυρίας του ΜΚ5 (βλ. Ιωάννου (ανωτέρω)). Η μη αποδοχή βέβαια της μαρτυρίας του ΜΚ5, που οδήγησε στην πιο πάνω κατάληξη μας, όσον αφορά της ζήτημα της αναγνώρισης, δεν αφήνει έκθετη σε απόρριψη την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής παρά το γεγονός, ως αναφέραμε, ότι αυτή βασίστηκε στην εν λόγω αναγνώριση. Έχουν τεθεί στοιχεία στη βάση της αποδεκτής από το Δικαστήριο μαρτυρίας που θα πρέπει να εξεταστούν στο πλαίσιο περιστατικής μαρτυρίας και να κριθεί αν επαρκούν για καταδίκη του κατηγορούμενου. Στην υπόθεση Χριστάκης Φιλίππου ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 102, τίθενται οι αρχές, ως επαναλήφθηκαν και σε μεταγενέστερες αποφάσεις (βλ. Πατσαλίδης ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 76/22 ημερ.19/1/2023, ECLI:CY:AD:2023:B13, Dejan v. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 205/17 ημερ. 11/5/2022), που διέπουν την αξιολόγηση και την ισχύ της περιστατικής μαρτυρίας ως εξής: «Όπως έχει επανειλημμένα διακηρυχθεί η περιστατική μαρτυρία δεν αποτελεί υποδεέστερη μορφή ή κατηγορία μαρτυρίας της άμεσης μαρτυρίας, δηλαδή μαρτυρίας η οποία αφεαυτής τείνει να αποδείξει το έγκλημα (όπως μαρτυρία αυτόπτων μαρτύρων). Όχι μόνον δεν υπάρχει προκατάληψη, και αυτό είναι η δεύτερη διαπίστωση που θέλουμε να κάμουμε, εναντίον της περιστατικής μαρτυρίας αλλά τουναντίον όταν είναι συμπερασματική τείνει να αφανίσει την πιθανότητα του ανθρώπινου λάθους. Όμως η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συγχύζεται με τις περιστάσεις της υπόθεσης γενικά. Τα γεγονότα τα οποία την συνιστούν πρέπει να αποδεικνύονται όπως και κάθε άλλο πρωτογενές γεγονός. Η ενοχή του κατηγορουμένου πρέπει να προκύπτει από την σύνθεση της περιστατικής μαρτυρίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το σωρευτικό αποτέλεσμα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει για να δικαιολογεί την καταδίκη του κατηγορουμένου να συνάδει συμπερασματικά με την ενοχή του κατηγορουμένου. Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορουμένου πρέπει να είναι άμεση αφενός και να μην μπορεί να συμβιβαστεί αφετέρου με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας. (Βλ. μεταξύ άλλων Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R., 73 p. 79 και Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ.172). Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη του κατηγορουμένου μόνον όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του.» Στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Περδίκη Ποιν. Έφεση 98/20 Σχ. με 140/20 και 142/20 ημερ. 27/5/21 τέθηκε σε σχέση με την περιστατική μαρτυρία ότι: «Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να οδηγήσει σε εύρημα ενοχής όταν δεν συμβιβάζεται με οτιδήποτε άλλο παρά με συμπέρασμα ενοχής του κατηγορούμενου (Γενικός Εισαγγελέας ν. Χάρπα, Ποιν. Έφ. Αρ.71/2012, ημερ.21.2.2014). Αυτό συμβαίνει όταν δεν επιδέχεται άλλη λογική ερμηνεία ή εξήγηση, συμβατή με άλλη άποψη των πραγμάτων, έτσι ώστε η ενοχή του κατηγορούμενου να προκύπτει από τη σύνθεση της περιστατικής μαρτυρίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Χρυσάνθου ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 687, 696 και Farooq κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ.165, 166, 169 και 170/2018, ημερ.7.9.2020).». Στην υπό κρίση περίπτωση τα στοιχεία που αποτελούν την περιστατική μαρτυρία, ως αυτά προκύπτουν από την τεθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία, είναι το όχημα μάρκας BMW χρώματος μπλε με αριθμούς εγγραφής ΡΑΑ299 που θεάθηκε στην οδό Αγίου Γεωργίου στη Δρομολαξιά και το οποίο, από το αλτ της εν λόγω οδού εισήλθε στον απέναντι χωματόδρομο, σταμάτησε δίπλα από το διπλοκάμπινο όχημα, που ο Παύλου οδηγούσε, οπόταν και μεταφέρθηκαν τα ναρκωτικά από το ένα όχημα στο άλλο. Το μπλε BMW εντοπίστηκε σε κατοπινό στάδιο στο χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας όπου διαμένει ο κατηγορούμενος χωρίς να βρεθεί οτιδήποτε που να τον συνδέει με τα ανευρεθέντα ναρκωτικά. Το ερώτημα στο οποίο και πάλι αναπόφευκτα καταλήγουμε, είναι αν κατά τον κρίσιμο χρόνο το εν λόγω όχημα οδηγείτο από τον κατηγορούμενο. Αν και εντοπίστηκε μερικές ώρες αργότερα στην πολυκατοικία όπου διαμένει, εν τούτοις είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι του πατέρα του. Προέκυψε από τη μαρτυρία ότι το πρόσωπο αυτό έδωσε κατάθεση στην αστυνομία πλην όμως δεν περιλαμβάνεται στον κατάλογο των μαρτύρων κατηγορίας αλλά ούτε και κλητεύθηκε να καταθέσει. Ο ΜΚ6 ανέφερε σε σχέση με την κατάθεση αυτή ότι του λέχθηκε από τον πατέρα του κατηγορούμενου ότι το αυτοκίνητο ήταν εγγεγραμμένο στο όνομα του αλλά το οδηγεί μόνο ο Παναγιώτης Σωτηρίου. Πρόκειται προφανώς για εξ ακοής μαρτυρία που αφορά ουσιώδες στοιχείο αφού καταδεικνύει ως μοναδικό οδηγό του εν λόγω οχήματος τον κατηγορούμενο. Θα πρέπει εδώ να εξετάσουμε αν θα πρέπει να αποδώσουμε οποιαδήποτε βαρύτητα στην εξ ακοής μαρτυρία που τέθηκε από πλευράς κατηγορούσας αρχής. Σύμφωνα τώρα με το άρθρο 24 του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9, ως τροποποιήθηκε με το Νόμο 32(Ι)/2004, εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται για το λόγο μόνο ότι πρόκειται για εξ ακοής. Το άρθρο όμως 27 του ίδιου Νόμου καθορίζει τις προϋποθέσεις που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψιν του σε σχέση με την βαρύτητα που θα αποδώσει σε εξ ακοής μαρτυρία ως εξής: «27.—
(1)Κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί σε εξ ακοής µαρτυρία, το ∆ικαστήριο λαµβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων, από τις οποίες µπορεί εύλογα να συναχθεί συµπέρασµα αναφορικά µε την αποδεικτική αξία της εν λόγω µαρτυρίας.
(2)Ειδικότερα, και χωρίς επηρεασµό της γενικότητας του εδαφίου
(1), το ∆ικαστήριο θα λαµβάνει υπόψη τα πιο κάτω: (α) Κατά πόσο θα ήταν εύλογο και εφικτό ο διάδικος, που έχει προσαγάγει τη µαρτυρία, να είχε κλητεύσει ως µάρτυρα στη διαδικασία το πρόσωπο που έκαµε την αρχική δήλωση· (β) το χρονικό διάστηµα µεταξύ της αρχικής δήλωσης και του γεγονότος στο οποίο αυτή αναφέρεται· (γ) το βαθµό της εξ ακοής µαρτυρίας, δηλαδή κατά πόσο η µαρτυρία περιλαµβάνει εξ ακοής µαρτυρία πέραν του πρώτου βαθµού· (δ) κατά πόσο οποιοδήποτε εµπλεκόµενο πρόσωπο είχε οποιοδήποτε κίνητρο να αποκρύψει ή να παραποιήσει τα γεγονότα· (ε) κατά πόσο η αρχική δήλωση µεταφέρθηκε επακριβώς ή όχι· (στ) το πλαίσιο µέσα στο οποίο, ή οποιοσδήποτε σκοπός για τον οποίο έγινε η αρχική δήλωση· (ζ) κατά πόσο η εξ ακοής µαρτυρία είναι ουσιωδώς διαφορετική από την αρχική δήλωση· (η) κατά πόσο, υπό τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες προσάγεται η εξ ακοής µαρτυρία, φαίνεται ότι δε διευκολύνεται η ορθή αξιολόγηση της βαρύτητας της µαρτυρίας ή γίνεται προσπάθεια παρεµπόδισης της ορθής αξιολόγησης της βαρύτητας της µαρτυρίας.
(3)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που προσδίδεται από το ∆ικαστήριο σε εξ ακοής µαρτυρία, λαµβάνεται ιδιαίτερα υπόψη το κατά πόσο ο διάδικος θα µπορούσε να προσκοµίσει την καλύτερη δυνατή µαρτυρία και δεν το έπραξε.». Είναι λοιπόν σαφές ότι κατά την αξιολόγηση εξ ακοής μαρτυρίας το Δικαστήριο έχει υποχρέωση εκ του Νόμου να λάβει υπόψη του όλα τα περιστατικά της υπόθεσης αλλά και αυτά που ειδικότερα τίθενται στο εδάφιο 2 του άρθρου 27. Σε περίπτωση δε που θα αποδεχθεί την εξ ακοής μαρτυρία θα πρέπει τέτοια αποδοχή να εξηγείται από το Δικαστήριο (βλ. Ανδρέου κ.ά ν. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 152). Έχοντας κατά νουν τις πρόνοιες της πιο πάνω αναφερόμενης διάταξης κρίση μας είναι ότι δεν μπορούμε να αποδώσουμε οποιαδήποτε βαρύτητα στη δήλωση του ΜΚ6. Η πλευρά που καταθέτει την εξ ακοής μαρτυρία θα πρέπει να εξηγήσει και να δικαιολογήσει την αδυναμία της να κλητεύσει το πρόσωπο που προέβηκε στην αρχική δήλωση (βλ.Pakistan Cables Limited v. NSB General Trading (Overseas) Co Ltd
(2012)1B ΑΑΔ 1171). Καταρχάς δεν έχει επεξηγηθεί ο λόγος για τον οποίο δεν περιλαμβάνεται στους μάρτυρες του κατηγορητηρίου. Θα μπορούσε όμως η πλευρά της κατηγορούσας αρχής έστω και αν το συγκεκριμένο πρόσωπο δεν περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο να ζητήσει, στη βάση του άρθρου 111 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155, να το προσθέσει ως μάρτυρα. Πρόκειται για ουσιώδη μαρτυρία αφού καθιστά τον κατηγορούμενο τον οδηγό του ενός από τα δύο οχήματα που κατά την εκδοχή της εμπλέκονταν στην υπόθεση, μαρτυρία η οποία έρχεται σε αντίθεση με το τι αποτέλεσε τη γραμμή της υπεράσπισης κατά την αντεξέταση των ΜΚ. Σε περίπτωση μάλιστα που μια ενδεχόμενη καταδίκη στηρίζεται αποκλειστικά σε εξ ακοής μαρτυρία, ιδιαίτερα από απόντες μάρτυρες, ενδεχομένως να εγείρεται και θέμα παραβίασης του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ (βλ. Δίκαιο της Απόδειξης Ηλιάδη και Σάντη 1η Έκδ. σελ.324-325). Ως εκ τούτου και στην εδώ περίπτωση δεν είναι δυνατόν να αποδεχθούμε εξ ακοής μαρτυρία που κατ' ουσία καταρρίπτει την εκδοχή του κατηγορούμενου ως προς την παρουσία του στην περιοχή και στο χώρο που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα και χωρίς να δοθεί η ευκαιρία στον τελευταίο να την αμφισβητήσει. Είναι συνεπώς κατάληξη μας ότι δεν είναι δυνατόν να προσδώσουμε οποιαδήποτε βαρύτητα στην εξ ακοής μαρτυρία που τέθηκε από πλευράς του ΜΚ6 ως προς το σημείο του ποιος οδηγεί το όχημα με αριθμούς εγγραφής ΡΑΑ299. Επανερχόμενοι στην ουσία του ζητήματος της περιστατικής μαρτυρίας αυτό που ουσιαστικά υπάρχει είναι ότι το όχημα θεάθηκε στην περιοχή του νέου κοιμητηρίου Λάρνακας και στη συνέχεια στον τόπο διαμονής του κατηγορούμενου. Αυτά όμως τα στοιχεία από μόνα τους δεν είναι δυνατόν να οδηγήσουν στο ασφαλές συμπέρασμα ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο οδηγός του οχήματος ήταν ο κατηγορούμενος. Θα πρέπει η ενοχή του κατηγορούμενου να προκύπτει από τη σύνθεση της περιστατικής μαρτυρίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Κρίση μας είναι ότι στη βάση των πιο πάνω αναφερθέντων η καταδίκη του κατηγορούμενου δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Παρά το γεγονός ότι η τύχη της υπόθεσης έχει προδιαγραφεί θεωρούμε ορθό, και για σκοπούς πληρότητας, όπως εξετάσουμε τα διάφορα θέματα τα οποία εγείρονται από πλευράς υπεράσπισης και τα οποία δεν αποτέλεσαν αντικείμενο εξέτασης στο πλαίσιο κρίσης της ουσίας της υπόθεσης. Αποτέλεσε ζήτημα εξέτασης το κατά πόσο, κατά τον χρόνο που θεάθηκε το όχημα ΡΑΑ299 παρά το νέο κοιμητήριο Λάρνακας, υπήρχε συνοδηγός σε αυτό. Επί του εν λόγω θέματος αντεξετάστηκαν όλοι οι ΜΚ με την υπεράσπιση να προωθεί ότι όντως υπήρχε συνοδηγός. Προς επίρρωση της θέσης της προσκόμισε και μαρτυρία εμπειρογνώμονα. Η προβαλλόμενη αυτή εκδοχή αυτή του κατηγορούμενου είχε σαν στόχο να πλήξει την αξιοπιστία του ΜΚ5 που ήταν, ως αναφέραμε προηγουμένως, ο αστυνομικός που είδε και αναγνώρισε τον κατηγορούμενο εντός του πιο πάνω αναφερόμενου οχήματος, αφού, σύμφωνα με τη θέση της υπεράσπισης, αν έβλεπε τον κατηγορούμενο ως τον οδηγό θα έβλεπε και θα μπορούσε να πει στο Δικαστήριο ότι υπήρχε και συνοδηγός. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου έχει γίνει προηγουμένως και δεν θεωρούμε αναγκαίο να την επαναλάβουμε. Ειδική αναφορά έγινε για τον ΜΥ1 ο οποίος ήταν ο κατ' εξοχήν μάρτυρας που κατέθεσε για το εν λόγω θέμα αφού κλήθηκε από την υπεράσπιση για να τεκμηριώσει ότι εξόφθαλμα υπήρχε συνοδηγός στο όχημα. Το σημείο στο οποίο καταλήγει η όλη ενασχόληση με το ζήτημα αυτό είναι ότι δεν είναι δυνατόν να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα ότι όντως υπήρχε συνοδηγός στο όχημα κάτι που θα καθιστούσε τέτοια κατάληξη επί εντελώς διαφορετικού πλαισίου αφού θα μπορούσε να συναρτηθεί και να αξιολογηθεί με την υπόλοιπη μαρτυρία. Η προσέγγιση αυτή θα ήταν αναπόφευκτη δεδομένης και της ενασχόλησης του ΜΚ6 ο οποίος και έθεσε συγκεκριμένες ερωτήσεις αν δηλαδή υπήρχε και άλλο άτομο, εκτός του οδηγού, εντός του επίδικου οχήματος. Δεν έχουμε όμως ενώπιον μας ξεκάθαρη μαρτυρία από την μαρτυρία που η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε αλλά ούτε και από πλευράς υπεράσπισης, ενόψει της μη αποδοχής της μαρτυρίας του ΜΥ1, που θα μας επέτρεπε να καταλήξουμε με την απαραίτητη ασφάλεια ότι υπήρχε και δεύτερο άτομο, ως συνοδηγός, στο όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ]. Συνακόλουθα η ενασχόληση μας με το ζήτημα αυτό, υπό αυτά τα δεδομένα, εντάσσοντας το στο πλαίσιο εξέτασης των επίδικων θεμάτων και αδόκιμο θα ήταν αλλά δεν θα είχε και οποιαδήποτε ουσιαστική σημασία. Συνακόλουθα το αν υπήρχε ή όχι συνοδηγός στο πιο πάνω όχημα παρέμεινε θέμα χωρίς την αναγκαία μαρτυρία προς στοιχειοθέτηση του. Προβάλλεται περαιτέρω από πλευράς υπεράσπισης ότι υπήρχε άρνηση των ΜΚ3, ΜΚ4 και ΜΚ5 να απαντήσουν σε βασικές ερωτήσεις της γεγονός που έχει καταλυτικές συνέπειες για την αποδοχή της μαρτυρίας τους και που σε περίπτωση αποδοχής της παραβιάζονται τα δικαιώματα του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη. Ο συνήγορος υπεράσπισης, επικαλούμενος και σχετική νομολογία τόσο του ΕΔΑΔ (βλ. Pichugin v. Russia Appl.no.38623/03, 18/3/2013, Butkevich v. Russia Appl.no. 5865/2007, 2/7/2018), όπως και νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου (βλ. Κουρέα ν. Αστυνομίας
(2014)2Β ΑΑΔ 896), έθεσε ότι οι εν λόγω μάρτυρες αρνούνταν να απαντήσουν αφού αρκετές φορές απαντούσαν με το «Δεν Θυμάμαι» αλλά και ότι οι σημειώσεις του καταγραφέα καταστράφηκαν. Πρόσθεσε επίσης ότι ο καταγραφέας ήταν άγνωστο και ενδεχομένως φανταστικό πρόσωπο με φανταστικές σημειώσεις και η κατηγορούσα αρχή όφειλε να τον παρουσιάσει. Από τα πιο πάνω τεθέντα, που αποτελούν συνοπτικά και την εισήγηση της υπεράσπισης, η τελευταία συμπλέκει το θέμα της δίκαιης δίκης με την αξιοπιστία των αναφερόμενων ΜΚ. Θέτει δηλαδή ο κ. Δημητρίου ότι αφενός οι εν λόγω μάρτυρες είναι αναξιόπιστοι, για τους λόγους που εξηγεί, και αφετέρου αν το Δικαστήριο αποδεχθεί τη μαρτυρία τους τότε για τους ίδιους λόγους που θα πρέπει να κριθούνν αναξιόπιστοι, παραβιάζονται τα δικαιώματα του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη. Στην υπόθεση Γεωργίου ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 38/2019 σχ. με 50/2019 ημερ. 20/1/2022 τέθηκε παρόμοιο ζήτημα όπου και λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Μακρίδης v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 189/2019, ημερ. 7/9/2020: «Συνιστά πάγια γραμμή της νομολογίας μας πως το ερώτημα κατά πόσο μια δίκη είναι δίκαιη, απαντάται με βάση την αξιολόγησή της στο σύνολο. Η όλη δικαστική διαδικασία αποτιμάται στο πλαίσιο του συνόλου της δίκης προς διαπίστωση, έχοντας πλέον ολοκληρωμένη εικόνα το Δικαστήριο, αν η δίκη υπήρξε δίκαιη. Στην πορεία αυτή, ισχυρισμοί που προβάλλονται για παραβίαση του δικαιώματος της δίκαιης δίκης, δεν εξετάζονται μεμονωμένα ή αποσπασματικά, ούτε κατ΄ αφηρημένο τρόπο (in abstracto), αλλά συγκεκριμένα και υπό το φως της κάθε δεδομένης υπόθεσης (in concreto) (xxx Αθανάση (ανωτέρω))[2]. Η αρχή της ισότητας των όπλων, βασίζεται στην εξισορρόπηση και συνεπάγεται ότι οποιοδήποτε μέρος της διαδικασίας - η οποία, ως λέχθηκε, εξετάζεται στο σύνολό της - πρέπει να έχει εύλογη ευκαιρία να παρουσιάσει την υπόθεσή του στο Δικαστήριο κάτω από συνθήκες που δεν το θέτουν σημαντικά σε μειονεκτική θέση έναντι του αντιδίκου του (Parris (ανωτέρω))[3].» .................................. Η αρχή η οποία προκύπτει από τις αποφάσεις του ΕΔΑΔ στην Pichugin (ανωτέρω) και στην υπόθεση Luca v. Italy no. 33354/96, ECHR 2001, είναι το αδιαμφισβήτητο δικαίωμα του Κατηγορούμενου το οποίο απορρέει από το Άρθρο 6
(3)της ΕΣΔΑ να έχει επαρκή και κατάλληλη δυνατότητα να αντικρούσει και να αμφισβητήσει τα εναντίον του αποδεικτικά στοιχεία, καθώς και κάθε μάρτυρα που καταθέτει σε βάρος του ελέγχοντας την αξιοπιστία και την ακεραιότητα του[4]. Η πιο πάνω εισήγηση της υπεράσπισης καθίσταται ακαδημαϊκού ενδιαφέροντος δεδομένου ότι το Δικαστήριο αξιολογώντας τη μαρτυρία του ΜΚ5, επί της μαρτυρίας του οποίου βασίστηκε η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, δεν την αποδέχθηκε. Θα πρέπει όμως να πούμε ο κατηγορούμενος είχε την ευκαιρία να αντεξετάσει τους μάρτυρες οι οποίοι κλήθηκαν από την κατηγορούσα αρχή και να θέσει τις θέσεις του. Είχε επίσης το δικαίωμα να αντεξετάσει και τους μάρτυρες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο και δεν κλήθηκαν να καταθέσουν. Το πως επιθυμεί να απαντά ο κάθε μάρτυρας είναι δικαίωμα του και οι απαντήσεις του αξιολογούνται από το Δικαστήριο και δεν μπορεί να γίνεται λόγος για παραβίαση του δικαιώματος του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη. Δεν είναι η περίπτωση όπου ο μάρτυρας αρνείται να απαντήσει όπως στη υπόθεση Pichugin (ανωτέρω), την οποία επικαλέστηκε η υπεράσπιση, και στην οποία το Δικαστήριο δεν εξήγησε το λόγο για τον οποίο ο μάρτυρας εξαιρέθηκε του καθήκοντος του να απαντήσει στις ερωτήσεις που του τέθηκαν. Αναφορικά με τις σημειώσεις που οι ΜΚ έλεγαν ότι κατέγραφε άλλος αστυνομικός και οι οποίες σημειώσεις δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά ούτε και ο άλλος αστυνομικός κλήθηκε να καταθέσει, είναι ζήτημα που αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης στο πλαίσιο της αξιολόγησης της αξιοπιστίας των ΜΚ. Σε κάθε περίπτωση το κριτήριο είναι η μαρτυρία αυτή να είναι αποφασιστικής σημασίας για το αποτέλεσμα. Στην υπόθεση Pichugin (ανωτέρω), επαναλήφθηκε το πως προσεγγίζεται η λέξη «decisive» και που είναι υπό την στενή έννοια, ως «as indicating evidence of such significance or importance as is likely to be determinative of the outcome of the case.». Το όλο ζήτημα σε σχέση με το μέρος αυτό της μαρτυρίας τέθηκε από την πλευρά της υπεράσπισης και κατά την αντεξέταση των ΜΚ και κρίθηκε από το Δικαστήριο στα πλαίσια της αξιολόγησης της. Δεν θα μπορούσε όμως να κριθεί υπό την έννοια που ο κ. Δημητρίου εισηγείται ότι δηλαδή είναι τέτοιας αποφασιστικής σημασίας που καθιστά την δίκη μη δίκαιη. Επαναλαμβάνουμε ότι η κατηγορούσα αρχή βάσισε την υπόθεση της στην αναγνώριση του κατηγορούμενου από τον ΜΚ5. Η υπεράσπιση αν και έθεσε το θέμα του καταγραφέα εν τούτοις άξονας της εκδοχής της ήταν η μη παρουσία του κατηγορούμενου στην περιοχή όπου διαδραματίστηκαν τα γεγονότα και όχι κατά πόσο υπήρχε ή όχι καταγραφέας ή και αν οι καταγραφές που επικαλέστηκαν οι μάρτυρες είναι ορθές ή όχι. Ένα άλλο θέμα που εγείρεται από πλευράς υπεράσπισης και έχει σχέση με το δικαίωμα για δίκαιη δίκη είναι ότι η διερεύνηση της υπό κρίση υπόθεσης από την ανακριτική ομάδα είναι επιμολυσμένη από στοχοπροσήλωση και παρωπιδισμό που είχε σαν αποτέλεσμα την πλημμελή διερεύνηση της κάτι που έπληξε τα δικαιώματα του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη. Εξειδικεύοντας η υπεράσπιση και παραπέμποντας και σε σχετική νομολογία, προβάλλει ότι ο ΜΚ6 έδωσε αβασάνιστη πίστη στη μαρτυρία του ΜΚ5, ως προς την αναγνώριση του κατηγορούμενου χωρίς να προβεί σε περαιτέρω διερεύνηση, πέραν των καταθέσεων των αστυνομικών, κάτι που οδήγησε στο φαινόμενο του παρωπιδισμού. Προβάλλεται ότι, σε σχέση με ένα «λαστιχάρη», ρωτά μόνο για τον κατηγορούμενο με στοχοπροσήλωση χωρίς να ρωτήσει για τον Παύλου ή και για άλλα πρόσωπα, δεν προέβηκε σε έρευνα των κλειστών κυκλωμάτων παρακολούθησης της περιοχής που διέμενε ο κατηγορούμενος ή και αυτών που βρίσκονταν περιμετρικά του κοιμητηρίου, ως επίσης και σε σχέση με ενδεχόμενη ύπαρξη δακτυλικών αποτυπωμάτων του Παύλου πάνω στο όχημα ΡΑΑ299 και δεν εξετάστηκε δακτυλοσκοπικά ο τροχός που περιείχε τα ναρκωτικά. Η υπεράσπιση, στην τελική αγόρευση της, παραθέτει εκτενή αποσπάσματα από την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία που, κατά την θέση της, υποστηρίζουν την εισήγηση της. Στην υπόθεση Aburamadan v. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση Αρ.148/2021 σχ. με 155/2021, ημερομ.10/11/2022 τέθηκαν τα εξής σε σχέση με την υποχρέωση της αστυνομίας για διερεύνηση της υπόθεσης: «Στη Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 459, που μας παρέπεμψε ο εφεσείων 2 και λήφθηκε υπόψη από το Κακουργιοδικείο, αναφέρθηκαν τα εξής: «Αποτελεί δε υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να παρουσιάζει στοιχεία, ακόμη και αν αυτά είναι υπέρ του κατηγορούμενου διότι είναι κατηγορούσα και όχι διωκτική αρχή, το δε ερευνητικό έργο της αστυνομίας και της ίδιας, δεν στοχεύει απλώς στην προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο με αποκλειστικό γνώμονα την καταδίκη του, αλλά στην ανίχνευση όλων των ουσιωδών γεγονότων ώστε να λάμψει η αλήθεια στην υπόθεση». Έχουμε διεξέλθει με μεγάλη προσοχή τις θέσεις και εισηγήσεις της υπεράσπισης που είχαν σαν επίκεντρο, ως επί το πλείστον, τις ενέργειες του ανακριτή της υπόθεσης ΜΚ6 και δεν διαπιστώνουμε ότι ενήργησε με τον τρόπο που η υπεράσπιση θέτει. Να πούμε καταρχάς ότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις του κατηγορούμενου εξετάστηκαν και κατά το στάδιο αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΚ
  1. Ο ανακριτής αναλαμβάνοντας τη διερεύνηση της υπό κρίση υπόθεσης μετέβηκε στο χώρο όπου εξελίχθηκαν τα γεγονότα παρέλαβε τεκμήρια και έλαβε τις καταθέσεις που τα μέλη της αστυνομίας που μετείχαν στην επιχείρηση έδωσαν και στη βάση αυτών ενήργησε δεδομένου ότι ο ίδιος δεν έλαβε μέρος στην επιχείρηση. Εξήγησε και για τα κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης τόσο στο νέο κοιμητήριο όπως και στην περιοχή που διέμενε ο κατηγορούμενος. Θεωρούμε ότι ενήργησε με τον πρέποντα τρόπο υπό τις συνθήκες που περιέβαλλαν την υπόθεση. Δεν είναι, κρίνουμε, σωστό να προβάλλεται από τη μια ότι ο ΜΚ6 ενήργησε με στοχοπροσήλωση και παρωπιδισμό και από την άλλη να γίνεται δεκτό ότι ορθώς έθεσε ερωτήσεις για την ύπαρξη συνοδηγού στο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΡΑΑ
  2. Από τη μαρτυρία που η αστυνομία είχε στην κατοχή της κατά το στάδιο της διερεύνησης εύλογα δημιουργείτο η υπόνοια για εμπλοκή του κατηγορούμενου και λήφθηκαν όλες οι απαραίτητες ενέργειες για διαλεύκανση της υπόθεσης. Σε κάθε περίπτωση και παρά την παράθεση αποσπασμάτων της μαρτυρίας δεν έχει εξηγηθεί με ποιο τρόπο επηρεάστηκε το δικαίωμα για δίκαιη δίκη του κατηγορούμενου τη στιγμή που αντεξέτασε τους μάρτυρες για τις ισχυριζόμενες πράξεις ή και παραλείψεις τους κατά την διερεύνηση της υπόθεσης. Η παραβίαση του δικαιώματος για δίκαιη δίκη δεν γίνεται αφηρημένα αλλά σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της υπόθεσης (βλ. Yaacoub ν. Δημοκρατίας
(2014)2 ΑΑΔ 165). Στην εδώ περίπτωση δεν έχουμε εντοπίσει τέτοια παράλειψη και που μάλιστα να περιβάλλεται με το κέλυφος της στοχοπροσήλωσης, και που παραβιάζει το δικαίωμα για δίκαιη δίκη του κατηγορούμενου. Είναι λοιπόν κατάληξη μας ότι η εισήγηση της υπεράσπισης στερείται ερείσματος. Εγείρεται τέλος από την υπεράσπιση και θέμα κατάχρησης της διαδικασίας ως προς τον χειρισμό της υπόθεσης από την κατηγορούσα αρχή κάτι που επέφερε παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας και θέτει τον κατηγορούμενο σε δυσμενή θέση με συνεπακόλουθο την παραβίαση του δικαιώματος του για δίκαιη δίκη. Το αίτημα, ως η υπεράσπιση το θέτει, βασίζεται σε δύο πυλώνες. Ο πρώτος είναι ότι η κατηγορούσα αρχή με την έκθεση των γεγονότων σε σχέση με τον κατηγορούμενο 1 έχει σκιαγραφήσει τον κατηγορούμενο 2 πριν η ενοχή του αποφασιστεί από το Δικαστήριο γεγονός που καταστρατηγεί το τεκμήριο αθωότητας. Ο δεύτερος είναι ότι, με βάση το τεκμήριο 40, τα δύο άτομα που οδηγήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου για προσωποκράτηση στις 10/11/2021 εμπλέκουν και φωτογραφίζουν τον κατηγορούμενο στη διάπραξη των αδικημάτων πριν αυτός δικαστεί και καταδικαστεί. Να πούμε αρχικά ότι το εν λόγω ζήτημα τέθηκε από τον κατηγορούμενο και προδικαστικά, εξετάστηκε από το Δικαστήριο και απορρίφθηκε με την ενδιάμεση απόφαση μας ημερομηνίας 10/10/
  1. Υπάρχει, κατά την υπεράσπιση, διαφοροποιό στοιχείο, που είναι η αίτηση προφυλάκισης που κατατέθηκε ως τεκμήριο 40 στην ακροαματική διαδικασία, γεγονός που επιτρέπει στο Δικαστήριο να αποστεί από την προηγούμενη ενδιάμεση απόφαση του χωρίς να καθίσταται εφετείο του εαυτού του. Η εισήγηση της υπεράσπισης δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Το εν λόγω ζήτημα εξετάστηκε με την αιτιολογημένη ενδιάμεση απόφαση να εκδίδεται στα 10/10/2023 στο περιεχόμενο της οποίας και παραπέμπουμε. Το ότι κατατέθηκε το ένταλμα σύλληψης δεν διαφοροποιεί τα δεδομένα αφού το στοιχείο του αιτήματος προφυλάκισης δύο προσώπων τέθηκε από την υπεράσπιση κατά την εκδίκαση του προδικαστικού σημείου και το οποίο κρίθηκε στο πλαίσιο του προβαλλόμενου λόγου και πάλι για παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας. Εκτός τούτου όμως, το τεκμήριο 40 που η υπεράσπιση επικαλείται ως το στοιχείο που διαφοροποιεί τα δεδομένα, κατατέθηκε από την ίδια κατά το στάδιο της αντεξέτασης του ΜΚ
  2. Κατατέθηκε δηλαδή ως τεκμήριο μετά από αίτημα του ίδιου του κατηγορούμενου. Δεν είναι λοιπόν δυνατόν να γίνεται επίκληση του για στοιχειοθέτηση αιτήματος για κατάχρηση της διαδικασίας από την κατηγορούσα αρχή. Δεν είναι η κατηγορούσα αρχή που το έθεσε ενώπιον μας. Κρίνουμε συναφώς ότι και αυτή η εισήγηση στερείται βάσης. Καταληκτικά κρίνουμε ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον του κατηγορούμενου. Συνεπώς ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται και στις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ........... Λ. Μουγής, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ........... Μ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ........... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.