← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 6726/21, 18/6/2024

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 6726/21, 18/6/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Σύνθεση Κακουργιοδικείου : Λ. Μουγής, Π.Ε.Δ. Μ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6726/21 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν.

  1. ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ
  2. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΡΕΚΛΑ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 18 Ιουνίου 2024 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: O κ. Μ. Κουτσόφτας. Για τον Κατηγορούμενο 1: Καμία Εμφάνιση Για τον Κατηγορούμενο 2: Ο κ. Κ. Ανδρέου. Κατηγορούμενος 1 απών Κατηγορούμενος 2 παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος 2 (εφεξής ο κατηγορούμενος), αντιμετωπίζει τις ακόλουθες τρεις κατηγορίες: - Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 341 και 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορία 17), - Πρόκλησης εκτέλεσης εγγράψου με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 20, 21, 341 και 335 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορία 18) και - Νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά παράβαση του Περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου, Ν.118(Ι)/2007 (κατηγορία 19). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 12/11/2019 συνωμότησε με τον κατηγορούμενο 1 να διαπράξουν κακούργημα και ότι την ίδια ημερομηνία, στο Κτηματολόγιο Λάρνακας, με ψευδείς και δόλιες παραστάσεις προκάλεσε την Σωτηρία Χαραλάμπους να αποδεχθεί και να υπογράψει το έγγραφο μεταβίβασης της οικίας της στην οδό [ ] 17 στη Λεμεσό ενώ γνώριζε ότι το πρόσωπο αυτό πάσχει από άνοια. Του προσάπτεται τέλος ότι απέκτησε περιουσία που ήταν έσοδο από τη διάπραξη του γενεσιουργού αδικήματος της πρόκλησης εκτέλεσης εγγράφου με ψευδείς παραστάσεις. Ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε και τις κατηγορίες 7-9 για τις οποίες όμως έχει αθωωθεί αφού δεν είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του. Να θέσουμε περαιτέρω εδώ ότι ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 17- 19 μαζί με τον κατηγορούμενο 1, ο οποίος κατηγορούμενος 1 έχει δηλώσει παραδοχή τόσο σε αυτές τις κατηγορίες όσο και σε αριθμό άλλων κατηγοριών. Για την απόδειξη της υπόθεσης της η κατηγορούσα αρχή κάλεσε 13 μάρτυρες και κατατέθηκαν συνολικά 89 τεκμήρια. Ο κατηγορούμενος επέλεξε, ως είχε κάθε δικαίωμα, να παραμείνει σιωπηλός, ενώ για την υπεράσπιση του κάλεσε 3 μάρτυρες. Προτού προβούμε στη σύνοψη της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μας, να επισημάνουμε ότι θα περιοριστούμε στο μέρος αυτής που αφορά τις υπό εξέταση κατηγορίες 17-19, εκτός και αν κριθεί αναγκαία άλλη αναφορά, έχοντας δεδομένο ότι η μαρτυρία που προσκομίστηκε από την πλευρά της κατηγορούσας αρχής είχε σκοπό να αποδείξει και τις υπόλοιπες κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο. Μετά όμως την παραδοχή του κατηγορούμενου 1, αφού κλήθηκε σε απολογία, θεωρούμε αχρείαστο να παραθέσουμε το σύνολο της μαρτυρίας και μάλιστα όταν αυτή δεν σχετίζεται με τις κατηγορίες που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Συνοψίζουμε τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μας. Ο αρχιαστυφύλακας 1150 Ιωάννης Ιωάννου ΜΚ1, ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης ο οποίος παρέθεσε τις ενέργειες του στα πλαίσια διερεύνησης της και κατέθεσε και αριθμό εγγράφων τα οποία περισυνέλεξε κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Η Χριστίνα Αλεξάνδρου ΜΚ2, κατέθεσε σε σχέση με τα αδικήματα που αφορούν τον κατηγορούμενο 1 και που δεν έχουν σχέση με τα αδικήματα για τα οποία κρίνεται ο κατηγορούμενος. Ως εκ τούτου δεν θα μας απασχολήσει περαιτέρω η μαρτυρία της. Η Θάλεια Κυπριανού ΜΚ3, κατέθεσε σε σχέση με τραπεζικό λογαριασμό που εντοπίστηκε στο όνομα της Σωτηρίας Χαραλάμπους και αναφέρθηκε στα στοιχεία και λογαριασμούς τα οποία της ζητήθηκαν από τις ανακριτικές αρχές για τη διερεύνηση της υπόθεσης. Κατέθεσε τα τεκμήρια 48-
  3. Ο Κώστας Σάββα ΜΚ4, αναφέρθηκε στη συνάντηση που είχε με τον Θεόδωρο Θεοδώρου αναφορικά με την πρόθεση πώλησης ενός σπιτιού στη Λεμεσό, την ενημέρωση προς τον κατηγορούμενο και το τι αντιλήφθηκε όταν ο Θεόδωρος Θεοδώρου, ο κατηγορούμενος και μία γριά γυναίκα συναντήθηκαν στο χώρο της υπεραγοράς Στέλιος στα Λειβάδια. Η μαρτυρία του Στέλιου Ανδρέου ΜΚ5, δεν αφορά τις υπό κρίση κατηγορίες και ως εκ τούτου δεν θα μας απασχολήσει περαιτέρω. Η Κυριακή Καλλέσιη ΜΚ6, κατέθεσε σε σχέση με τις αρμοδιότητες της στον κλάδο εγγραφής του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας. Η Παναγιώτα Χριστοφή ΜΚ7, κατέθεσε αναφορικά με συνάντηση που είχε με τον Θεόδωρο Θεοδώρου αλλά και κατά πόσο γνώριζε τον κατηγορούμενο. Η Ανδρούλα Στυλιανού ΜΚ8, αδελφή της Σωτηρίας Χαραλάμπους, κατέθεσε σε σχέση με το τι γνώριζε για την υπόθεση αλλά και για τα προβλήματα υγείας τα οποία η αδελφή της αντιμετώπιζε κατά τον κρίσιμο χρόνο. Η Τροοδία Χριστοδούλου ΜΚ9, γειτόνισσα της Σωτηρίας Χαραλάμπους, αναφέρθηκε στο τι αντιλήφθηκε όσον αφορά την υγεία της τελευταίας και το τι συνέβηκε στις 24/10/2019 όταν της ζητήθηκε, ως ιδιοκτήτρια του άλλου ½ του όλου ακινήτου, να υπογράψει σχετική συγκατάθεση για να πωληθεί το σπίτι της Σωτηρίας Χαραλάμπους. Οι ΜΚ 10 και 11 Χριστάκης Χατζηαντώνης και Μάριος Χατζηαντώντης κατέθεσαν αναφορικά με κατηγορίες που αφορούν τον κατηγορούμενο 1 και ουδεμία σχέση έχουν με τον κατηγορούμενο
  4. Συνεπώς δεν θα μας απασχολήσει περαιτέρω η μαρτυρία τους. Ο Ανδρέας Παπάς ΜΚ12, κλήθηκε, ως εμπειρογνώμονας, να καταθέσει σε σχέση με την κατάσταση της υγείας της Σωτηρίας Χαραλάμπους και κατά πόσο μπορούσε να διαχειριστεί τα οικονομικά της κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ο Ανδρέας Μουζές ΜΚ13, κατέθεσε αναφορικά με κατηγορίες που αφορούν τον κατηγορούμενο 1 χωρίς η μαρτυρία του να συνδέεται με τις υπό κρίση κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος.. Ο Παναγιώτης Αβραάμ ΜΥ1, διεκπεραίωσε τα έγγραφα του τεκμηρίου 14 για την μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στο όνομα του κατηγορούμενου 2 στο κτηματολόγιο Λάρνακας. Η Φαίδρα Παπαγεωργίου ΜΥ2 ήταν η υπάλληλος στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας που χειρίστηκε και διενήργησε τη μεταβίβαση στο όνομα του κατηγορούμενου
  5. Η Λουΐζα Βερεσιέ ΜΥ3, κατέθεσε σε σχέση με το περιεχόμενο των ιατρικών πιστοποιητικών τεκμήρια 83 και 84 και παρέθεσε την ακολουθούμενη διαδικασία για διάγνωση ατόμου που πάσχει από άνοια. Οι δύο πλευρές με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με την πλευρά του κατηγορούμενου να υποστηρίζει ότι η συναλλαγή μεταξύ του ίδιου και της Σωτηρίας Χαραλάμπους ήταν καθόλα νόμιμη και ότι δεν γνώριζε αλλά ούτε και αντιλήφθηκε ότι η τελευταία έπασχε από άνοια. Από τη δική της πλευρά η κατηγορούσα αρχή υποστήριξε ότι με την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία προκύπτει αφενός ότι η Σωτηρία Χαραλάμπους έπασχε από άνοια και δεν είχε την ικανότητα να συναλλαχθεί με τον κατηγορούμενο, κάτι που ο τελευταίος γνώριζε. Είχαμε την ευκαιρία μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης κάτι που θέτει το Δικαστήριο σε πλεονεκτική θέση στο να βλέπει, να ακούει και να αξιολογεί τους μάρτυρες (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Μελή ν. Κωνσταντίνου κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. 2/13, ημερομηνίας 13/3/19), ECLI:CY:AD:2019:A83, να παρακολουθήσουμε και να ακούσουμε με προσοχή και υπομονή τους μάρτυρες που κατέθεσαν. Θέσαμε ως δείκτη ανάμεσα σε άλλα το στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία, την πηγή και το κύρος της γνώσης των μαρτύρων, το όποιο προσωπικό συμφέρον ή προκατάληψη τους, τις ευκαιρίες που είχαν για να αντιληφθούν τα διαδραματιζόμενα, τη μνήμη τους και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή για να πιστεύουν σε αυτά στα οποία κατέθεσαν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους και τις όποιες υπερβολές, ανακολουθίες ή αντιφάσεις τους σε αντιπαραβολή με τις μικροαντιφάσεις, τη φιλαλήθεια τους και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων. Ήμασταν προσεκτικοί να μην προσδώσουμε υπέρμετρο βάρος στα εξωτερικά γνωρίσματα της μαρτυριακής τους συμπεριφοράς αφού κάτι τέτοιο εμπεριέχει επικινδυνότητα δεδομένου ότι δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να είναι ιδιαίτερα ικανοί στο να παρουσιάζουν μία εντελώς διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει αλλά και διότι κάποιες συμπεριφορές στο εδώλιο του μάρτυρα μπορεί να εδράζονται σε μεγάλο αριθμό αιτών και όχι κατ΄ ανάγκη από διάθεση να πουν ψέματα ή να παραπλανήσουν. Αποτιμώντας τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μας δεν περιοριστήκαμε στην ατομική εκτίμηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, αλλά τη συσχετίσαμε και την αντιπαραβάλαμε με το σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας. Τη μαρτυρία των αστυνομικών την προσεγγίσαμε με ιδιαίτερη προσοχή έτσι ώστε να διακριβώσουμε αν τα όσα ανέφεραν εξέφραζαν πιστά και ορθά την πραγματικότητα (βλέπε, Volettos v. The Republic

(1960)CLR 169). Έχει σημασία, ως ζήτημα αρχής, να υπογραμμιστεί πως το γεγονός ότι κάποιοι μάρτυρες γίνονται δεκτοί ως αξιόπιστοι, δεν εξυπακούει αδηρίτως πως τα όσα είπαν υπέχουν και ανάλογης αποδεικτικής βαρύτητας, μια και η γενικότερη αξιοπιστία των μαρτύρων δεν εναρμονίζεται πάντοτε με την αποδεικτική δύναμη της μαρτυρίας τους (βλ. κατ' αναλογίαν, Κίμωνος ως Εκκαθαριστή της Blue Seal Shoes Ltd v. Χρ. Ιωάννου & Υιοί (Υποδήματα) Λτδ, Πολ.Έφεση 66/13, ημ. 4/11/19, Ευσταθίου ν. Μιχαήλ και Άλλης, Πολ.Έφεση 269/12, ημ. 23/7/19, ECLI:CY:AD:2019:A341, Θεοχαρίδης ν. Ιωάννου κ.ά
(2012)1Β ΑΑΔ 1311, 1319-1322). Ο αρχιαστυφύλακας 1150 Ιωάννης Ιωάννου, ΜΚ1, στην κατάθεση του τεκμήριο 2 αναφέρεται στην αλληλογραφία που λήφθηκε στις 13/12/2019 από το ΤΑΕ Λεμεσού σύμφωνα με την οποία η Ανδρούλα Στυλιανού κατήγγειλε ότι η αδελφή της Σωτηρία Χαραλάμπους, η οποία πάσχει από γεροντική άνοια, μεταφέρθηκε στη Λάρνακα όπου πώλησε στον Κωνσταντίνο Καρεκλά την οικία της στην οδό Φιλεποίμονος 17 στη Λεμεσό. Δεν έχουμε οποιαδήποτε αμφιβολία ότι ο ΜΚ1 ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Κατέθεσε με ευθύτητα και σταθερότητα τις ενέργειες του ως προς τη διερεύνηση της υπόθεσης αφού ήταν και ο εξεταστής της και το τι ο ίδιος αντιλήφθηκε μετά από συνάντηση που είχε με την Σωτηρία Χαραλάμπους στις 28/2/
  1. Ήταν η θέση του ΜΚ1 ότι κατ΄ εκείνη τη συνάντηση η Σωτηρία Χαραλάμπους φάνηκε να μπερδεύει τα λόγια της και να είναι συγχυσμένη, με τις κουβέντες της να είναι ασυνάρτητες. Αυτός ήταν και ο λόγος που δεν μπορούσε να της πάρει κατάθεση. Ο ίδιος δεν επεδίωξε να την δει ξανά σε άλλο χρονικό διάστημα. Ο ΜΚ1 δεν κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας προς απόδειξη τυχόν προβλήματος υγείας της Χαραλάμπους παρά μόνο τί αντιλήφθηκε από τη συνάντηση μαζί της. Τέθηκε στο μάρτυρα ότι υπήρχε διαφωνία και τσακωμός μεταξύ της Σωτηρίας Χαραλάμπους και της αδελφής της Ανδρούλας Στυλιανού ως προς τη διαχείριση των χρημάτων που η Σωτηρία Χαραλάμπους λάμβανε από τη σύνταξη της. Η γραμμή αυτή αντεξέτασης από την υπεράσπιση είχε σαν στόχο να αποδώσει αλλότρια κίνητρα στην καταγγελία της Ανδρούλας Στυλιανού στην αστυνομία. Ο μάρτυρας βέβαια δεν γνώριζε κατά πόσο υπήρχαν τσακωμοί μεταξύ των δύο αδελφών πλην όμως κατά την εκεί παρουσία του δεν αντιλήφθηκε να υπάρχει τέτοιο ζήτημα μεταξύ τους. Ανέφερε τέλος ότι η πληρωμή του ποσού από τον κατηγορούμενο 2 στη Σωτηρία Χαραλάμπους, που ήταν το τίμημα για την πώληση της οικίας της, δεν αμφισβητήθηκε από τον οποιοδήποτε. Αποδεχόμαστε τη μαρτυρία του ΜΚ
  2. Αποδεκτή γίνεται και η μαρτυρία της Θάλειας Κυπριανού ΜΚ
  3. Πρόκειται για ανεξάρτητη μάρτυρα η οποία κατέθεσε το τι γνώριζε για την υπόθεση στα πλαίσια των καθηκόντων της ως υπάλληλος στην Ελληνική Τράπεζα στην Αγία Φύλα στη Λεμεσό. Κατέθεσε την επιστολή ημερομηνίας 14/9/2020 τεκμήριο 48, που περιλαμβάνει τα στοιχεία τα οποία ζητήθηκαν από την αστυνομία μετά από το Δικαστικό διάταγμα αποκάλυψης εγγράφων, ως επίσης και κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 49, κάρτα πελάτη τεκμήριο 50 και τα τεκμήρια 51-
  4. Ανέφερε ότι η τακτική των τραπεζών είναι να γίνεται επικαιροποίηση των στοιχείων με συνέντευξη με τον πελάτη και από το 2014 μέχρι και το 2019 είχαν αυτές τις επικαιροποιήσεις στο λογαριασμό της Σωτηρίας Χαραλάμπους. Κατά τις επικαιροποιήσεις διαπιστώνουν την ικανότητα του πελάτη να έχει συναλλαγές και να τηρεί τις συμφωνίες με την τράπεζα. Η επικαιροποίηση γίνεται στην παρουσία του πελάτη. Ο Κώστας Σάββα ΜΚ4, δημιούργησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ήταν άμεσος, σταθερός και σαφής στις απαντήσεις του. Δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία του παρά το γεγονός ότι είναι υπάλληλος του κατηγορούμενου. Στην κατάθεση του τεκμήριο 56, αναφέρει ότι τον Ιούλιο του 2019 τον βρήκε ο κατηγορούμενος 1 και του ανέφερε για κάποια γριά από τη Λεμεσό που ήθελε να πωλήσει το σπίτι της και τον ρώτησε αν ενδιαφέρονταν οι εργοδότες του. Ενημέρωσε τον κατηγορούμενο ο οποίος αφού έλεγξε μέσω του Κτηματολογίου για το ακίνητο εξέφρασε το ενδιαφέρον του. Ενημέρωσε στη συνέχεια τον Θεόδωρο ο οποίος την επόμενη μέρα πήγε στις αποθήκες της υπεραγοράς Στέλιος στα Λειβάδια μαζί με μία γριά γυναίκα και μίλησαν με τον κατηγορούμενο. Στην παρουσία του υπογράφηκε η συμφωνία τεκμήριο 15, στην οποία έθεσε και την υπογραφή του ως μάρτυρας και ο κατηγορούμενος έδωσε στη γυναίκα αυτή το ποσό των €35.000 περίπου σε μετρητά η οποία τα μέτρησε και τα έβαλε στην τσάντα της. Ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε άλλη εμπλοκή στην υπόθεση. Ανέφερε επίσης ότι ήταν ο ίδιος που σύστησε τον Θεόδωρο Θεοδώρου στον κατηγορούμενο αφού μέχρι τη συνάντηση τους δεν γνωρίζονταν μεταξύ τους. Μέχρι και τη συνάντηση τους στην υπεραγορά Στέλιος ήταν ο ίδιος που συνομιλούσε με τον Θεοδώρου. Ερωτώμενος εάν η γυναίκα ήταν στα καλά της απάντησε χαρακτηριστικά «.ήταν στα καλά της, πολλά καλά θέμας». Αποδεχόμαστε τη μαρτυρία του ΜΚ
  5. Η Κυριακή Καλλέσιη ΜΚ6, δεν είχε ουσιαστική εμπλοκή στην υπόθεση αναφορικά με τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Η ίδια ως αναφέρει και στην κατάθεση της τεκμήριο 61, εργάζεται στο Κτηματολόγιο Λάρνακας στον κλάδο εγγραφής. Ερωτήθηκε κατά την αντεξέταση της από τον συνήγορο υπεράσπισης ως προς τη διαδικασία που ακολουθείται για τις μεταβιβάσεις πλην όμως δεν ήταν της αρμοδιότητας της να απαντήσει. Είπε όμως ότι για να προχωρήσει το Κτηματολόγιο στη μεταβίβαση ακινήτου πρέπει τα πρόσωπα που συναλλάσσονται να βρίσκονται ενώπιον του αρμόδιου λειτουργού, εκτός εάν υπάρχει πληρεξούσιο έγγραφο, και βεβαιώνονται κατά πόσο το πρόσωπο που κάνει μία μεταβίβαση έχει ικανότητα δικαιοπραξίας. Η μαρτυρία της ΜΚ6 γίνεται αποδεκτή. Η μαρτυρία της Παναγιώτας Χριστοφή ΜΚ7, η οποία κατά τον κρίσιμο χρόνο ήταν πιστοποιούσα υπάλληλος, περιστράφηκε, ως καταγράφεται και στην κατάθεση της τεκμήριο 62, σε συναντήσεις της με τον Θεόδωρο Θεοδώρου και την πιστοποίηση πληρεξουσίων εγγράφων τα οποία ο τελευταίος της έδιδε για το σκοπό αυτό. Δεν είχε οποιαδήποτε σχέση ή και συνάντηση με τον κατηγορούμενο εξ ου και η ξεκάθαρη θέση της, κατά την αντεξέταση της, ότι της είναι εντελώς άγνωστος, δεν συνομίλησε ποτέ μαζί του για την υπόθεση, δεν είχε κάποια συμμετοχή στα πληρεξούσια και τον είδε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο. Αποδεχόμαστε τη μαρτυρία της στο βαθμό που αυτή σχετίζεται με τον κατηγορούμενο. Η Ανδρούλα Στυλιανού ΜΚ8, αδελφή της Σωτηρίας Χαραλάμπους, υιοθέτησε το περιεχόμενο των καταθέσεων της τεκμήρια 64, 65, 71 αλλά και της δικής της δήλωσης τεκμήριο
  6. Στις εν λόγω καταθέσεις και ειδικότερα στο τεκμήριο 72 περιγράφει την κατάσταση της υγείας της αδελφής της η οποία ήταν και η αιτία, κατά τη θέση της μάρτυρος, που έτυχε εκμετάλλευσης από διάφορους επιτήδειους συμπεριλαμβανομένου και του κατηγορούμενου
  7. Στο πλέγμα της εκμετάλλευσης σημαντικό ρόλο κατείχε και ο αδελφός τους Αντώνης Χαραλάμπους. Αυτό που θα πρέπει να πούμε σε σχέση με την όλη παρουσία της ΜΚ8 στο εδώλιο της μάρτυρας είναι ο σαφής προσανατολισμός της και η έντονη προσπάθεια της να πείσει ότι για τη συγκεκριμένη περίπτωση η αδελφή της λόγω της άνοιας που είχε δεν μπορούσε να αντιληφθεί τι έπραττε. Η θέση της όμως αυτή προσκρούει κατ΄ αρχάς στο ότι δεν ήταν παρούσα κατά τους ουσιώδεις χρόνους της κατάρτισης συμφωνίας και της μεταβίβασης ακινήτου αλλά και στο γεγονός ως και η ίδια δέχθηκε, ότι η αδελφή της είχε εκλάμψεις που της επέτρεπαν να διαχειρίζεται τα προσωπικά της θέματα. Αυτό επιβεβαιώνεται και από ενέργεια της ίδιας της ΜΚ8 όταν μετέφερε την αδελφή της στην τράπεζα για να διαχειριστεί θέμα λογαριασμού της εκεί. Είναι χαρακτηριστική η απάντηση που έδωσε σε ερώτηση του συνηγόρου υπεράσπισης: «Ε. Σε αυτήν την αγγαρεία ήτο ικανή να κάμει τη συναλλαγή της στην τράπεζα, μάλιστα μετά την μεταβίβαση, ήταν ικανή; Α. Καλά τη μεταβίβαση της έκανε την, τη συναλλαγή της γιατί να μην την κάνει;». Ούτε βέβαια και είναι σε θέση η μάρτυρας να αναφερθεί επί ιατρικών θεμάτων και ειδικότερα σε σχέση με θέματα άνοιας. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η ΜΚ8 εξέφρασε δικές της αντιλήψεις και πεποιθήσεις για το τι συνέβηκε κατά το χρόνο της μεταβίβασης του ακινήτου, έχοντας ως υπόβαθρο το ότι η αδελφή της έπασχε από άνοια και ως εκ τούτου έτυχε εκμετάλλευσης από τον κατηγορούμενο. Η γνώση της όμως επί αυτού δεν μπορεί να υποστηρίξει τη θέση της. Δεν αποδεχόμαστε τη μαρτυρία της. Η Τροοδία Αντωνίου ΜΚ9, ήταν γειτόνισσα, ως αναφέρει στην κατάθεση της τεκμήριο 75, με την Σωτηρία Χαραλάμπους και διέμενε στην οδό [ ] 15 στη Λεμεσό. Η οικία της ανεγέρθηκε στο ίδιο οικόπεδο, στο οποίο ήταν ιδιοκτήτρια κατά το 1/2 που ανεγέρθηκε και η οικία της Χαραλάμπους που ήταν ιδιοκτήτρια στο άλλο 1/
  8. Η μαρτυρία της περιστράφηκε γύρω από την συμπεριφορά της Χαραλάμπους η οποία, σύμφωνα με τη μάρτυρα, κατά το έτος 2019 δεν ήταν καλά και ότι την εκμεταλλευόταν οικονομικά ο αδελφός της. Αναφέρθηκε και στο ότι της ζητήθηκε από δύο πρόσωπα, ένα εκ των οποίων ήταν ο Θεόδωρος, να υπογράψει, όπως και έπραξε, κάποιο έγγραφο για να πωληθεί η οικία της Χαραλάμπους. Παρά το γεγονός ότι ήταν εμφανής η προσπάθεια της ΜΚ9 να πείσει ότι δεν αντιλήφθηκε τι ακριβώς υπέγραψε, αφού ως είπε θα μετέβαινε στη Λευκωσία για σοβαρές ιατρικές εξετάσεις και ήταν αγχωμένη, εν τούτοις επί της ουσίας η μαρτυρία της δεν αμφισβητήθηκε. Σε κάθε περίπτωση δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τι προηγήθηκε της υπογραφής του εγγράφου για την πώληση της επίδικης οικίας αλλά ούτε και τι έγινε στη συνέχεια. Η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή. Ο ψυχίατρος Παναγιώτης Παπάς, ΜΚ12, κλήθηκε ως εμπειρογνώμονας μάρτυρας για να καταθέσει σε σχέση με την κατάσταση της υγείας της Σωτηρίας Χαραλάμπους και αν είχε την ικανότητα να χειρίζεται τα οικονομικά θέματα της και να αντιλαμβανόταν τις συνέπειες των πράξεων της. Είναι νομολογημένο ότι ο πραγματογνώμονας θα πρέπει να παρουσιάσει αιτιολογημένα, αντικειμενικά και αμερόληπτα τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια έτσι ώστε να δώσουν την δυνατότητα στο Δικαστήριο να κρίνει την ακρίβεια των επίδικων συμπερασμάτων του για να διαμορφώσει την δική του ανεξάρτητη άποψη με την εφαρμογή των κριτηρίων αυτών στα γεγονότα της υπόθεσης (βλ. Σαρρής v. Καλλέγιας κ.ά.
(2011)1Β Α.Α.Δ. 958, Πιττάλης κ.ά. v. Ianira Enterprises Ltd κ.ά.
(1997)1 Α.Α.Δ. 814). Είναι επίσης νομολογημένο ότι η μαρτυρία εμπειρογνωμόνων δεν δεσμεύει αλλά απλώς βοηθά το Δικαστήριο το οποίο δικαιούται να διαφοροποιήσει τη θέση του και να μη δεχθεί τη μαρτυρία ενός εμπειρογνώμονα, νοουμένου ότι υπάρχουν οι συνθήκες εκείνες που να δικαιολογούν τέτοια κατάληξη (βλ.Muskita Aluminium Industries Ltd κ.ά. v. Alsako Aluminium Ltd κ.ά.
(2009)1Β ΑΑΔ 1481). Αναφορικά με τα προσόντα του ΜΚ12, πέραν του ότι αυτά δεν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά της υπεράσπισης, ο ίδιος ανέφερε ότι είναι απόφοιτος ψυχίατρος του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και ασκεί το επάγγελμα του ειδικού ψυχίατρου από το
  1. Αρχικά εργάστηκε στο Δημόσιο για 31/2 χρόνια και από το 2007 διατηρεί δικό του ιατρείο. Είπε περαιτέρω ότι στα πλαίσια της ειδικότητας του έχει δει περί τους 10.000 ασθενείς. Από τα όσα ο μάρτυρας ανέφερε κρίνουμε ότι είναι εμπειρογνώμονας στο θέμα για το οποίο κλήθηκε να καταθέσει. Πριν όμως προχωρήσουμε στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΚ12, να πούμε αρχικά ότι δεν υπήρχε επί της ουσίας αμφισβήτηση ότι η Σωτηρία Χαραλάμπους αντιμετώπιζε κάποιο πρόβλημα υγείας σε σχέση με άνοια πλην όμως είχε την ικανότητα να διαχειριστεί τα οικονομικά της. Αυτό που αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση είναι η διαδικασία εξέτασης που ακολούθησε ο μάρτυρας ως εμπειρογνώμονας και αν αυτή ήταν η ορθή και επιστημονικά ενδεδειγμένη για να καταλήξει στα συμπεράσματα του και αν τα συμπεράσματα του αυτά καταδεικνύουν τον ισχυριζόμενο βαθμό του προβλήματος άνοιας στον οποίο ο ΜΚ12 κατέληξε με αποτέλεσμα κατά τους κρίσιμους χρόνους να μην είχε την ικανότητα να αντιληφθεί ότι πώλησε και μεταβίβασε το σπίτι της στον κατηγορούμενο. Το ζήτημα έχει ιδιαίτερη σημασία αφού έχει να κάνει με το κατά πόσο η ίδια η Σωτηρία Χαραλάμπους μπορούσε να αντιληφθεί στις 12/11/2019 ότι στο Κτηματολόγιο Λάρνακας υπέγραφε για την μεταβίβαση της οικίας της, στην οδό [ ] 17 στη Λεμεσό, επ' ονόματι του κατηγορούμενου αλλά και αν ο τελευταίος υπό αυτές τις συνθήκες γνώριζε για το πρόβλημα υγείας της και εν τούτοις την προκάλεσε να υπογράψει το έγγραφο μεταβίβασης. Θεωρούμε ότι για σκοπούς αξιολόγησης του ΜΚ12 θα πρέπει να αντιπαραβάλουμε τη μαρτυρία του με τη μαρτυρία της Δρος Λουΐζας Βερεσιέ ΜΥ3 και η οποία κλήθηκε και αυτή ως εμπειρογνώμονας μάρτυρας από την πλευρά του κατηγορούμενου και την οποία αποδεχόμαστε ως τέτοια αφού είναι γιατρός ψυχίατρος με μεταπτυχιακό στη Δικανική ψυχιατρική και δίπλωμα στις άνοιες. Από το 2010 μέχρι το 2015 εργαζόταν στις υπηρεσίες ψυχικής υγείας και από το 2015 και εντεύθεν ιδιωτεύει στη Λάρνακα. Κλήθηκε στην παρούσα υπόθεση, ως και η ίδια ανέφερε, όχι για να παραθέσει συμπεράσματα για την Σωτηρία Χαραλάμπους αλλά για να δώσει την άποψη της ως προς την ιατρική βεβαίωση που ετοιμάστηκε από τον ΜΚ
  2. Προς το σκοπό αυτό ετοίμασε και έκθεση, τεκμήριο 88, στην οποία γίνεται σχετική ανάλυση της γνωστικής διαταραχής, τα συμπτώματα και η μέθοδος διάγνωσης της. Κατέθεσε επίσης και βιβλιογραφία, τεκμήριο 89, για το εργαλείο ανίχνευσης των γνωστικών διαταραχών με την ονομασία MMSE (Mini Mental Status Examination). Συνεπώς τα όσα ανέφεραν και οι δύο εμπειρογνώμονες μάρτυρες θα πρέπει να ιδωθούν στο πλαίσιο εξέτασης του ζητήματος ως το θέσαμε πιο πάνω. Να επισημάνουμε εδώ ότι αντιπαραβάλλοντας το μέρος της μαρτυρίας της στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΚ12 είναι για να καταδείξουμε ουσιαστικά τους λόγους για τους οποίους απορρίπτουμε τη μαρτυρία του ΜΚ12 τους οποίους και θα εξηγήσουμε πιο κάτω χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι ο λόγος απόρριψης της μαρτυρίας του είναι επί τη βάσει της αποδοχής της μαρτυρίας της ΜΥ
  3. Σε κάθε περίπτωση η ίδια δεν εξέτασε την Χαραλάμπους και δεν θα μπορούσε να εκφέρει άποψη ως προς το ουσιαστικό ζήτημα της ικανότητας να διαχειριστεί τα οικονομικά της. Παρέθεσε όμως με σαφή και επιστημονικό τρόπο τη μέθοδο που ακολουθείται και τα κριτήρια που εξετάζονται για τη διάγνωση άνοιας. Στην έκθεση της τεκμήριο 88, που στην ουσία το περιεχόμενο του δεν αμφισβητήθηκε, γίνεται ανάλυση του θέματος. Η εξέταση της Χαραλάμπους και τα συμπεράσματα που κατέληξε ο ΜΚ12, ιδωμένη ακόμα και από μόνη της δεν έχει τα επιστημονικά εχέγγυα που θα την καθιστούσε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Με τη μαρτυρία όμως της ΜΥ3 τέθηκε ενώπιον μας η ορθά ενδεδειγμένη μέθοδος εξέτασης ατόμου με ενδεχόμενη άνοια και είναι κάτω από αυτό το πλαίσιο που εξετάζεται η μαρτυρία του εμπειρογνώμονα μάρτυρα για την κατηγορούσα αρχή. Ο ΜΚ12 αναγνώρισε και υιοθέτησε το περιεχόμενο των ιατρικών πιστοποιητικών ημερομηνίας 20/11/2019 και 26/2/2020 τεκμήρια 83 και 84 αντίστοιχα. Η κατάληξη του και στα δύο πιστοποιητικά είναι πανομοιότυπη την οποία θεωρούμε σκόπιμο να παραθέσουμε « Συμπερασματικά έχω την ισχυρή άποψη ότι επί μακρόν δεν είναι σε θέση να χειρίζεται τα οικονομικά της ζητήματα και ότι χρήζει έκδοσης διατάγματος διαχείρισης ανικάνου προσώπου.». Πέραν όμως του πανομοιότυπου και στα δύο τεκμήρια συμπεράσματος του, πανομοιότυπο είναι και το περιεχόμενο τους με μοναδική διαφορά να αποτελεί η προσθήκη μίας παραγράφου στο τεκμήριο 84 που αναφέρει ότι κατά τη διάρκεια της κλινικής εξέτασης, της χορήγησε το «τεστ εκτίμησης γνωσιακών λειτουργιών Mini Mental State Examination», (MMSE), με απόδοση 18/30 που συμβαδίζει με την απόδοση ατόμου που εμφανίζει προχωρημένου βαθμού άνοια. Το ερώτημα που τίθεται είναι για ποιο λόγο ο ΜΚ12 εξέδωσε δύο πιστοποιητικά τη στιγμή που η εξέταση αφορούσε την επίσκεψη της Χαραλάμπους στο ιατρείο του στις 19/11/2019 και ένιωσε μάλιστα την ανάγκη στο δεύτερο, τεκμήριο 84, να προσθέσει ότι της χορήγησε το πιο πάνω αναφερόμενο τεστ και γιατί δεν το ανέφερε στο πρώτο πιστοποιητικό τεκμήριο
  4. Ο μάρτυρας κατά την κυρίως εξέταση του είπε ότι του ζητήθηκε ξανά το πιστοποιητικό εννοώντας προφανώς ότι αυτός ήταν ο λόγος που το ξανάγραψε, λέγοντας περαιτέρω ότι «Αν έχει γίνει κάποια αλλαγή είναι εντελώς επουσιώδης, νομίζω δεν έγινε.». Θεωρούμε ότι η αλλαγή που αφορά την προσθήκη για εφαρμογή του τεστ και που το αποτέλεσμα ήταν 18/30 δεν μπορεί να κριθεί ως επουσιώδης. Πρόκειται για πολύ ουσιώδες στοιχείο αφού, ως αναφέρει και η ΜΥ3 στο τεκμήριο 88, η γνωστική έκπτωση διαγιγνώσκεται μετά από αντικειμενική αξιολόγηση των γνωστικών λειτουργιών με την χρήση του MMSE. Αναφορά από το μάρτυρα γίνεται και για εξέταση της Χαραλάμπους την 31/8/2019 οπόταν και διαπίστωσε το ίδιο πρόβλημα. Επί της διενεργηθείσας εξέτασης υπήρξε αμφισβήτηση από την υπεράσπιση. Χαρακτηριστική είναι η απάντηση που έδωσε όταν του υποβλήθηκε ότι από αυτή την εξέταση δεν μπορούν να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα τη στιγμή που ήταν μια κατ' οίκον επίσκεψη για να δουν τι μπορεί να γίνει «Α. Έγινε μια εξέταση, δεν έγινε μια εξέταση κάθομαι εκεί και αρχίζω και κάνω το τεστ, αλλά δέκτηκε να απαντήσει ερωτήσεις, ήταν ένα πλαίσιο λίγο πιο ασαφές, οπότε ήταν πιο μεγάλη δυσκολία για εμένα να κάνω κανονικά ένα τεστ αλλά μέσα από τη συνομιλία και τις πληροφορίες που πήρα και τα λοιπά είχα διαμορφώσει μια άποψη.». Βέβαια η εξέταση της την 31/8/2019 αποτελεί μέρος και των δύο εκθέσεων του μάρτυρα ως προς τα συμπεράσματα του. Το ότι έλαβε υπόψη την άποψη που δημιούργησε κατά την πιο πάνω ημερομηνία προκύπτει και από το γεγονός ότι την καταγράφει στα τεκμήρια 83 και
  5. Η μέθοδος όμως που χρησιμοποίησε αφού ζήτησε «ένα χαρτάκι» για να γράψει «2-3 πραγματάκια» πόρρω απέχει από αυτή που εξήγησε η ΜΥ3 και ότι εφόσον διαπίστωσε το αναφερόμενο πρόβλημα θα έπρεπε να εκδώσει και το ανάλογο πιστοποιητικό. Σημαντικό όμως είναι και το αποτέλεσμα που εξήγαγε ο ΜΚ12 με τη χρήση του MMSE. Καταγράφει στο τεκμήριο 84 ότι η απόδοση της Χαραλάμπους ήταν 18/
  6. Στο τεκμήριο 89 περιλαμβάνεται το ερωτηματολόγιο που τίθεται στους ασθενείς για να είναι δυνατή η σχετική διάγνωση. Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν τέθηκε σε ποιο σημείο δεν υπήρχε σωστή ανταπόκριση. Η ΜΥ3 εξήγησε ότι αυτό είναι σημαντικό γιατί με αυτό τον τρόπο κρίνεται αν η γνωσιακή έκπτωση που έχει το άτομο είναι σοβαρής μορφής ή αν είναι αποτέλεσμα κάποιας άλλης πάθησης και όχι άνοιας. Εξίσου σημαντικό όμως είναι και το γεγονός ότι, σύμφωνα με τα όσα καταγράφονται στο τεκμήριο 84, η Χαραλάμπους πήγε στο ιατρείο οικειοθελώς, γνώριζε που βρισκόταν αλλά και την ιδιότητα του μάρτυρα και ζήτησε η ίδια να τύχει ψυχιατρικής εκτίμησης της γνωσιακής της κατάστασης. Αυτό θεωρούμε, κάτι που επεσήμανε και η ΜΥ3, ότι αντιτίθεται στο συμπέρασμα του ΜΚ12 περί ύπαρξης προχωρημένου βαθμού άνοιας. Να σημειώσουμε εδώ ότι με βάση το τεκμήριο 89, η επίδοση 18/30 εμπίπτει στην μέτρια ανοϊκή διαταραχή και είναι ένα μόλις επίπεδο πιο κάτω από το τελευταίο που είναι η σοβαρή ανοϊκή διαταραχή. Παρά ταύτα η Χαραλάμπους είχε πλήρη επίγνωση για το που βρισκόταν, για το λόγο που βρισκόταν εκεί και πήγε στο ιατρείο οικειοθελώς διότι είχε πληροφορηθεί ότι το σπίτι της είχε πωληθεί. Υπήρξε βέβαια σε κάποιο βαθμό αναδίπλωση από τον μάρτυρα επί του συγκεκριμένου σημείου αποδίδοντας στην υπεράσπιση προσπάθεια διαστρέβλωσης των αναφορών του. Ανέφερε συγκεκριμένα ο μάρτυρας «Α. Εγώ νομίζω ότι συνεχίζετε να δίνεται άλλο νόημα σε αυτά που εξήγησα πριν, ότι με πρωτοβουλία της αδελφής της αποδέχθηκε μέσα στον πανικό της να έρθει να εξεταστεί και εσείς επιμένετε να λέτε ότι ήταν, έκατσε μόνη της, σκέφτηκε, έβγαλε πλάνο να έρθει στον γιατρό, να κάνει, είπα εγώ κάτι τέτοιο;». Η αναφορά αυτή του ΜΚ12 δεν διαφοροποιεί τα περί αντίληψης της Χαραλάμπους ως προς τον χώρο και το λόγο που βρισκόταν στο ιατρείο του. Είχε γίνει αναφορά από τη ΜΥ3 ότι το γεγονός ότι η Χαραλάμπους ήταν αναστατωμένη όταν επισκέφθηκε τον ΜΚ12 πιθανόν να επηρεάζει την ψυχομετρική εξέταση της. Αν και δεν έχουμε λόγο να αμφισβητήσουμε τη θέση αυτή της μάρτυρος, εν τούτοις είναι ένα ζήτημα που δεν τέθηκε στον ΜΚ12 κατά την αντεξέταση του έτσι ώστε το Δικαστήριο να έχει τη θέση του. Διαβλητά όμως καθίστανται τα συμπεράσματα του ΜΚ12 λόγω μη επιστημονικής προσέγγισης της εξέτασης της Χαραλάμπους και από το ότι καταλήγει ότι η τελευταία «επί μακρόν» δεν είναι σε θέση να διαχειριστεί τα οικονομικά της. Προκύπτει όμως, κάτι που και ο ίδιος δέχθηκε, ότι η πληροφόρηση που είχε από την οικογένεια της ήταν ότι η έκπτωση των γνωσιακών της λειτουργιών άρχισε προ πενταετίας. Η πληροφόρηση από την οικογένεια του ασθενούς είναι μέρος της διαδικασίας, ως ανέφερε και η ΜΥ3, πλην όμως εδώ φαίνεται ότι ο μάρτυρας αποδέχθηκε, χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω έρευνα, ότι όντως το πρόβλημα ξεκίνησε πριν από πέντε χρόνια. Είδε, ως ο ίδιος ανέφερε, την Χαραλάμπους δύο φορές με την πρώτη (31/8/2019) χωρίς κάποια επιστημονική τοποθέτηση εκ μέρους του και κατέληξε ότι επί μακρόν δεν είναι σε θέση να διαχειρίζεται τα οικονομικά της. Μάλιστα είπε ότι το ερωτηματολόγιο του MMSE δεν είναι για διάγνωση αλλά για παρακολούθηση ανά εξάμηνο για να βλέπεις το ρυθμό. Ο ΜΚ12 εφάρμοσε το ερωτηματολόγιο μία φορά καταλήγοντας σε συμπέρασμα προχωρημένου βαθμού άνοιας και περαιτέρω ότι επί μακρόν η Χαραλάμπους δεν μπορεί να διαχειριστεί τα οικονομικά της. Τα συμπεράσματα αυτά, υπό τον τρόπο που εξάχθηκαν από τον ΜΚ12 δεν μπορούν να κριθούν ως συμπεράσματα που είναι απόρροια επιστημονικά ενδεδειγμένης μεθόδου. Eν αμφιβόλω, στη βάση των όσων ο ίδιος ο μάρτυρας ανέφερε, τίθεται και η κατάληξη του στα πιστοποιητικά που έκδωσε, ότι η Χαραλάμπους πάσχει από ανοϊκή συνδρομή (Νόσος Alzheimer). Κατά την αντεξέταση του και στην υποβολή ότι η αναφορά του σε Alzheimer είναι εσφαλμένη έδωσε την εξής απάντηση «Α. Εγώ θα έλεγα ότι έχει μια ευρύτητα, με την έννοια ότι η ουσία είναι η ανοϊκή συνδρομή και τα ευρήματα όλα συνηγορούν για Alzheimer αλλά επειδή δεν είχαμε τη δυνατότητα να κάνουμε εξονυχιστικές εξετάσεις που λέτε δεν μπορώ να πω αυστηρά Alzheimer όμως ανοϊκή συνδρομή υπάρχει, αυτό είναι η ουσία.». Σε κατοπινή ερώτηση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι δεν μπορεί να γίνει κατάταξη ποια μορφή άνοιας είχε η Χαραλάμπους, ο μάρτυρας απάντησε ως εξής «Α. Μπορούμε να πιθανολογήσουμε με μεγάλο βαθμό βεβαιότητας γιατί η αγγειακή άνοια συνυπάρχει με Alzheimer, δηλαδή μπορεί κάποιος να κάνει μικρά μικρά εγκεφαλικά. Με βάση το ιστορικό της κάποιο σοβαρό εγκεφαλικό δεν πέρασε, άρα μια άνοια λόγω εγκεφαλικού δεν είχε.». Από τα πιο πάνω προκύπτει μια επιφανειακή εξέταση της Χαραλάμπους από τον μάρτυρα και η πιθανολόγηση ως προς ο είδος της άνοιας. Η ΜΥ3 εξήγησε ότι η συγκεκριμένη νόσος σε ένα άτομο 75 χρόνων δεν τοποθετείται μόνο από την κλινική εξέταση αλλά και από τις επιπλέον εξετάσεις που γίνονται όπως αξονικός εγκεφάλου ή μέσω MRI. Πρόσθεσε περαιτέρω ότι γίνονται και απλές εργαστηριακές εξετάσεις όταν γίνεται έλεγχος για αρτηριακού τύπου άνοια. Είπε τέλος ότι αν διαγνωσθεί άνοια παρέχεται φαρμακευτική αγωγή για να σταματήσει η προόδος της άνοιας. Στην εδώ περίπτωση ουδέν από τα πιο πάνω έγινε παρά μόνο από μία επίσκεψη στο ιατρείο του κατέληξε σε διάγνωση ανοϊκής συνδρομής (νόσος Alzheimer). Ο ΜΚ12 αυτό που έπραξε ήταν η εξέταση της Χαραλάμπους χωρίς να ακολουθήσει την ορθή και ενδεδειγμένη επιστημονική μέθοδο για να καταλήξει στα συμπεράσματα του κάτι που δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να κρίνει την ακρίβεια τους και να δύναται να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα. Δεν μπορούμε να κρίνουμε ούτε αν η Χαραλάμπους είχε άνοια και ποιου είδους άνοια αλλά ούτε και αν κατά τους ουσιώδεις χρόνους δεν μπορούσε να διαχειριστεί τα οικονομικά της. Ετοίμασε τα τεκμήρια 83 και 84 με σκοπό τη χρήση τους από την ΜΚ8 για να εξασφαλίσει διάταγμα από το Δικαστήριο περί ανικανότητας της Χαραλάμπους να διαχειρίζεται την περιουσία της και να ακυρώσει την πώληση της οικίας της τελευταίας. Αυτό ανέφερε και ο ίδιος ο μάρτυρας όταν συμφώνησε με τη θέση της υπεράσπισης ότι σκοπός της εξέτασης και ο σκοπός σύνταξης του πιστοποιητικού ήταν να ακυρώσει την πράξη πώλησης του σπιτιού. Δεν αποδεχόμαστε τη μαρτυρία του. Αποδεκτή γίνεται η μαρτυρία του Παναγιώτη Αβραάμ ΜΥ
  7. Ο εν λόγω μάρτυρας ασχολείται με κτηματολογικές εργασίες εδώ και 33 χρόνια και χειρίστηκε συναλλαγές του κατηγορούμενου, συμπεριλαμβανομένης και της υπό κρίση περίπτωσης, για μεταβίβαση ακίνητης περιουσίας στο όνομα του τελευταίου. Ήταν άμεσος και σταθερός στις απαντήσεις του και δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία του. Παρέθεσε με σαφήνεια και χωρίς αμφιταλαντεύσεις το τι συνέβηκε στις 12/11/2019 κατά τη διεκπεραίωση των εγγράφων μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου. Δεν δημιουργήθηκε η εντύπωση ούτε στο ελάχιστο ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να βοηθήσει τον κατηγορούμενο, ως ήταν η θέση της κατηγορούσας αρχής. Αναγνώρισε τα έγγραφα της μεταβίβασης τεκμήριο
  8. Είπε ότι αρχικά ο κατηγορούμενος του ανέφερε, κάτι που ζήτησε η Χαραλάμπους, να γίνει πληρεξούσιο έγγραφο έτσι ώστε να μην είναι αναγκαία η παρουσία της πωλήτριας στη Λάρνακα κάτι με το οποίο ο ίδιος διαφώνησε και του είπε να τη φέρει στο κτηματολόγιο Λάρνακας για να πάρει και τα λεφτά της, όπως και έγινε. Συνομίλησε με την Χαραλάμπους της οποίας η συμπεριφορά ήταν φυσιολογική, γνώριζε που βρισκόταν και γνώριζε ότι πουλούσε το σπίτι της και την είδε στην καντίνα που μετρούσε τα λεφτά. Ήταν παρών όταν ρωτήθηκε από τη λειτουργό του κτηματολογίου αν πήρε τα λεφτά της με την Χαραλάμπους να απαντά «ακόμα». Βγήκαν έξω μέτρησαν τα χρήματα και ξαναμπήκαν μέσα οπόταν και ρωτήθηκε ξανά αν πήρε τα λεφτά, απάντησε καταφατικά και ολοκληρώθηκε η μεταβίβαση. Είδε που μετρούσαν τα χρήματα αλλά δεν γνώριζε να πει τι ποσό έλαβε η Χαραλάμπους ούτε τι αξίας χαρτονομίσματα δόθηκαν. Δεν αντιλήφθηκε κατά την παραμονή της στο κτηματολόγιο να χάνει τα λόγια της ή να φαίνεται χαμένη στο χρόνο. Δεν του έδειξε κανένα σημείο που να του δημιουργηθεί η αμφιβολία ότι δεν ήταν καλά. Αν όντως ήταν έτσι περίπτωση θα το καταλάβαινε αφού του έχουν τύχει τέτοιες περιπτώσεις. Είπε ότι αν αντιλαμβανόταν ότι η πωλήτρια επεδείκνυε αφύσικη συμπεριφορά δεν θα προέβαινε στην μεταβίβαση. Αναλλοίωτη παρέμεινε η θετική εικόνα του μάρτυρα και στην προσπάθεια από πλευράς κατηγορούσας αρχής να πλήξει την αξιοπιστία του υποβάλλοντας ότι είχε οικονομικό συμφέρον να ολοκληρωθεί η μεταβίβαση. Το γεγονός ότι δεν θυμόταν το ποσό που χρέωσε δεν αποτελεί στοιχείο αναξιοπιστίας του δεδομένου ότι τα γεγονότα επεσυνέβηκαν εδώ και πλέον 41/2 χρόνια. Ανέφερε ότι εξυπηρετεί περί τους 20 πελάτες εβδομαδιαίως κάτι που συνηγορεί στο να μην θυμάται το ποσό που εισέπραξε. Θυμόταν όμως την περίπτωση αφού είχε ζητήσει από τον κατηγορούμενο η πωλήτρια να έρθει στη Λάρνακα. Η μαρτυρία της Φαίδρας Παπαγεωργίου ΜΥ2, έχει σημαίνουσα αξία στην υπόθεση αφού ήταν η κτηματολογική λειτουργός που χειρίστηκε την μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα του κατηγορούμενου, λόγω της θέσης της στον κλάδο μεταβιβάσεων στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας. Ενώπιον της παρουσιάστηκαν τα συμβαλλόμενα μέρη στην πώληση. Δεν έχουμε οποιαδήποτε αμφιβολία ότι η μάρτυρας παρέθεσε με κάθε ειλικρίνεια τόσο τις ενέργειες της που άπτονται των καθηκόντων της όσο και το τι υπέπεσε στην αντίληψη της κατά την διαδικασία της επίδικής μεταβίβασης. Η αξιοπιστία της παρέμεινε αλώβητη. Η μάρτυρας θυμόταν την περίπτωση αφού σε μεταγενέστερο χρόνο της μεταβίβασης δημιουργήθηκε κάποιο θέμα με το Κτηματολόγιο Λεμεσού. Εξήγησε η ΜΥ2 ότι μετά που ήρθαν τα έγγραφα από τον κλάδο εκτιμήσεων κάλεσε τον δικαιοπάροχο και τον δικαιοδόχο για να γίνει η μεταβίβαση. Είδε την Χαραλάμπους η οποία ήταν εντάξει και γνώριζε ότι βρισκόταν στο κτηματολόγιο και γνώριζε ότι θα υπέγραφε για πώληση του σπιτιού της αφού πέραν από ερωτήσεις για να διασταυρώσουν διευθύνσεις και τηλέφωνα, διαβάζουν λεπτομερώς και το τι θα κάνουν. Συμπλήρωσε ότι θα διαβαστεί η υπόθεση λεπτομερώς και για να κλείσει μια μεταβίβαση θα πρέπει απαραίτητα να ξέρουν ότι ο πωλητής πληρώθηκε. Για να εκδώσει απόδειξη σημαίνει ότι η Χαραλάμπους πληρώθηκε. Τη συγκεκριμένη στιγμή η πωλήτρια αντιλήφθηκε την πράξη μεταβίβασης. Δεν αντιλήφθηκε σε κανένα στάδιο της συνομιλίας που είχε μαζί της να χάνει τα λόγια της ή να μην θέλει να κάνει τη μεταβίβαση. Η συμπεριφορά της ήταν «φυσιολογικότατη» όπως χαρακτηριστικά ανέφερε. Αν είχε κάποια άνοια δεν ήταν σε θέση να το αντιληφθεί. Της έτυχε πολλές φορές να έρθουν άτομα τα οποία δεν ξέρουν τι πρόκειται να κάνουν και σε τέτοια περίπτωση καλούν την προϊσταμένη για να διασταυρώσει το γεγονός αυτό και δεν υλοποιούν τη μεταβίβαση. Τόνισε η μάρτυρας ότι ουδέποτε διεκπεραιώνουν μεταβίβαση χωρίς να διαβάσουν τα πάντα και να εξηγήσουν το καθετί στα μέρη. Η Χαραλάμπους ήταν σύμφωνη με την μεταβίβαση που έκανε. Από κάποιες ερωτήσεις που τις έκανε όπως διεύθυνση και τηλέφωνο αντιλήφθηκε ότι ήταν άτομο που επικοινωνούσες μαζί του. Αποδεχόμαστε τη μαρτυρία της ΜΥ
  9. Η ψυχίατρος Λουΐζα Βερεσιέ, ΜΥ3, ως έχουμε αναφέρει και προηγουμένως, κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας μάρτυρας τόσο σε σχέση με την διαδικασία και μέθοδο διάγνωσης άνοιας αλλά σχολίασε, σε συνάρτηση με την εν λόγω διαδικασία, και το περιεχόμενο των ιατρικών πιστοποιητικών, τεκμήρια 83 και 84, που ο ΜΚ12 συνέταξε για την κατάσταση της υγείας της Σωτηρίας Χαραλάμπους και αν αυτή ήταν σε θέση να διαχειριστεί τα οικονομικά της. Έχουμε αντιπαραβάλει μέρος της μαρτυρίας της στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΚ12 αποδεχόμενοι τη μαρτυρία της. Ο κατηγορούμενος 2 επέλεξε, ως είχε κάθε δικαίωμα να παραμείνει σιωπηλός. Η άσκηση του δικαιώματος της σιωπής δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να εκληφθεί εναντίον του αλλά ούτε και μπορεί να έχει οποιαδήποτε επίδραση στην απόφαση του Δικαστηρίου (βλ. Mohammad κ.ά ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 590). Θα πρέπει όμως και πριν προβούμε στα ευρήματα μας να πούμε ότι τα όσα αναφέρει στην κατάθεση του τεκμήριο 30 και έχουν σχέση με τις υπό κρίση κατηγορίες, θα αξιολογηθούν και ως τέθηκε και στην Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109, το Δικαστήριο μπορεί να αποδώσει τη βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη της κατάθεσης όπως στο μέρος εκείνο που συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια στα συμφέροντα του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του στην αστυνομία, αν και του τέθηκαν ερωτήσεις, δεν απαντούσε. Επέλεξε και έδωσε δική του δακτυλογραφημένη κατάθεση που είναι μέρος του τεκμηρίου 30, όπου καταγράφει την δική του εκδοχή ως προς το πως διαδραματίστηκαν τα γεγονότα. Διεξερχόμενοι το περιεχόμενο της θα πρέπει να πούμε ότι υπάρχουν σημεία που συνάδουν με την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία όπως παραδείγματος χάριν ότι γνώρισε τον κατηγορούμενο 1 μέσω του υπαλλήλου του ΜΚ4 και την πληροφορία που έλαβε για την πώληση του επίδικου ακινήτου. Υπάρχουν όμως και αναφορές που δεν τέθηκαν στους μάρτυρες ή τέθηκαν με διαφορετικό τρόπο από αυτά που αναφέρουν οι μάρτυρες και που θεωρούμε ότι έχουν σημασία στην παρούσα περίπτωση. Τέθηκε λόγου χάριν από τον συνήγορο υπεράσπισης στον ΜΚ4 ότι μέχρι και την υπογραφή του συμβολαίου οι δύο κατηγορούμενοι δεν γνωρίζονταν μεταξύ τους. Από την κατάθεση όμως του κατηγορούμενου, προκύπτει ότι και πριν την υπογραφή της συμφωνίας στις 22/7/2019, οι δύο τους είχαν συναντηθεί στην υπεραγορά Στέλιος όπου ο κατηγορούμενος 1 του είπε για το ακίνητο με τον ίδιο να του λέει ότι ενδιαφέρεται. Αναφέρει περαιτέρω ότι στις 22/7/2019 μετέβηκαν στο κτηματολόγιο με την Χαραλάμπους και εκεί ο ΜΥ1 πρόβηκε σε έρευνα για το ακίνητο αν ήταν ελεύθερο εμπράγματων βαρών. Συνεπώς, και σύμφωνα με την κατάθεση του κατηγορούμενου είχε δει τον κατηγορούμενο 1 στην υπεραγορά Στέλιος, ως επίσης και στις 22/7/
  1. Το ίδιο και ο ΜΥ1 που είχε δει την Χαραλάμπους και στις 22/7/2019 και όχι μόνο στις 12/11/2019 ημερομηνία της μεταβίβασης. Παρών ήταν και όταν ζητήθηκε από την ΜΚ9 να υπογράψει έγγραφο συγκατάθεσης για την μεταβίβαση του ακινήτου. Κατ' εκείνη τη συνάντηση τους η Χαραλάμπους του ζήτησε και συμφώνησαν να μειώσουν το τίμημα πώλησης από €175.000 σε €140.000 νοουμένου ότι η τελευταία θα διέμενε στο σπίτι εφ' όρου ζωής. Υπάρχουν και άλλες αναφορές του κατηγορούμενου για πληρωμές που έκανε στην Χαραλάμπους αλλά και για τηλεφωνικές επικοινωνίες που είχε μαζί της. Η εικόνα όμως που θέλησε να δημιουργήσει τόσο με την αντεξέταση των ΜΚ αλλά και με την μαρτυρία που προσκόμισε ήταν αυτή της άγνοιας του ισχυριζόμενου προβλήματος που η Χαραλάμπους αντιμετώπιζε αφού η επαφή μαζί της ήταν περιορισμένη. Βέβαια η παράλειψη αναφοράς των στοιχείων αυτών δεν μπορούν να μας οδηγήσουν σε κατάληξη ότι πρόκειται περί δηλώσεων ενάντια στα συμφέροντα του αφού δεν πρόκειται περί τέτοιων. Να προσθέσουμε περαιτέρω ότι δεν αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου της κατάθεσης του. Αναδύεται όμως μία, οφείλουμε να πούμε, στάση απέκδυσης οποιασδήποτε ευθύνης δυνατόν να δημιουργείται σε βάρος του. Έχοντας υπόψιν το σύνολο της μαρτυρίας, δεδομένης και της αξιολόγησης της καταλήγουμε στα κάτωθι ευρήματα: Η Σωτηρία Χαραλάμπους ιδιοκτήτρια του ½ μεριδίου του τεμαχίου [ ] με αρ. εγγραφής 6/451 επί του οποίου βρίσκεται η κατοικία της στην οδό [ ] 17 στην ενορία Μέσα Γειτονιά στη Λεμεσό, συμφώνησε με τον Κωνσταντίνο Καρεκλά την πώληση στον τελευταίο του εν λόγω ακινήτου για την τιμή των €175.
  2. Στις 12/7/2019 υπογράφηκε σχετικό πωλητήριο έγγραφο τεκμήριο
  3. Είχε προηγηθεί συνάντηση του κατηγορούμενου 1 με τον κατηγορούμενο με την μεσολάβηση του ΜΚ4, όταν ο κατηγορούμενος 1 του είπε ότι υπήρχε γυναίκα που ήθελε να πωλήσει το σπίτι της στη Λεμεσό. Η ΜΚ9 η οποία ήταν η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του άλλου ½ του τεμαχίου 558, υπέγραψε έγγραφο με το οποίο συγκατατέθηκε στην πώληση του μεριδίου της Σωτηρίας Χαραλάμπους. Στις 12/11/2019 η Χαραλάμπους μετέβηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας όπου και αφού ο ΜΥ1 διεκπεραίωσε τα απαιτούμενα έγγραφα, στην παρουσία της ΜΥ2 αποδέχθηκε και υπέγραψε για την μεταβίβαση του ακινήτου της στον κατηγορούμενο. Η ΜΥ2 πριν τη μεταβίβαση διάβασε και εξήγησε τα έγγραφα στην Σωτηρία Χαραλάμπους η οποία συμφώνησε και δήλωσε ότι πληρώθηκε το τίμημα της πώλησης το οποίο στα έγγραφα του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας, τεκμήριο 14, καθορίζεται στις €140.
  4. Αγοραία αξία της προς μεταβίβαση περιουσίας στις 12/8/2019, σύμφωνα με τον κλάδο εκτιμήσεων του κτηματολογίου ανερχόταν στις €240.
  5. Στις 26/11/2019 μετά από μονομερή αίτηση στην αγωγή με αριθμό 2767/2019 εξασφαλίστηκε προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στον Κωνσταντίνο Καρεκλά να πωλήσει ή και να μεταβιβάσει ή και να αποξενώσει το επίδικο ακίνητο. Η Σωτηρία Χαραλάμπους απεβίωσε πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και σε άγνωστο για το Δικαστήριο χρόνο. Μετά την αξιολόγηση της ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσας μαρτυρίας και στην κατάληξη μας στα πιο πάνω ευρήματα, θα προχωρήσουμε να εξετάσουμε κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου στα αδικήματα που αντιμετωπίζει. Το αδίκημα της κατηγορίας 17 που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει είναι αυτό της συνομωσίας κατά παράβαση των άρθρων 341 και 371 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154, ότι δηλαδή στις 12/11/2019 συνωμότησε με τον κατηγορούμενο 1 να προκαλέσουν την εκτέλεση εγγράφου με ψευδείς παραστάσεις. Στην υπόθεση Λαζάρου v. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 633 με παραπομπή και στην Gani ν. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 134 επαναλήφθηκαν οι αρχές που έχουν τεθεί και εφαρμόζονται αναφορικά με την συνωμοσία. «Η συνωμοσία, εκτός της ύπαρξης συμφωνίας, περιλαμβάνει και το στοιχείο της πρόθεσης (mens rea) και για τούτο, η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδεικνύει όχι μόνο τη συμφωνία μεταξύ των κατ' ισχυρισμό συνωμοτών να εκτελέσουν ένα παράνομο σκοπό (αποδεικνυόμενης είτε με λόγια είτε άλλο τρόπο επικοινωνίας μεταξύ τους), αλλά επιπρόσθετα θα πρέπει να αποδεικνύει την πρόθεση στη σκέψη καθενός κατ' ισχυρισμό συνωμότη να εκτελέσει τον παράνομο σκοπό (R. v. Thompson, 50 Cr. App. R. 1).» Το αδίκημα λοιπόν της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότερα πρόσωπα συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα και προς στοιχειοθέτηση της απαιτείται η απόδειξη συμπληρωμένης συμφωνίας που αποτελεί ζήτημα πραγματικό το οποίο εξαρτάται από τα περιστατικά κάθε υπόθεσης. Απαιτείται περαιτέρω και η ένοχη διάνοια κάθε συνωμότη που συνίσταται στην πρόθεση εκτέλεσης του παράνομου σκοπού (βλ. Dejan v. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 205/2017 ημερομηνίας 11/5/2022). Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε άλλο πέραν από τη συμφωνία. Είναι δε αδιάφορο αν οι συνωμότες μετάνιωσαν, σταμάτησαν, παρεμποδίστηκαν, απέτυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας. Ακόμα και σε περίπτωση που κατηγορούμενος αθωωθεί στην κατηγορία για διάπραξη ενός αδικήματος δεν έπεται ότι θα πρέπει να απαλλαγεί και στην κατηγορία για συνωμοσία διάπραξης εκείνου του αδικήματος (βλ. Λαζάρου (ανωτέρω)). Στην υπό κρίση περίπτωση αυτό που προέκυψε από την μαρτυρία είναι ότι την Σωτηρία Χαραλάμπους την γνώρισε ο κατηγορούμενος μέσω του κατηγορούμενου 1 που ήταν και το πρόσωπο που του ανέφερε για την πώληση του επίδικου ακινήτου. Τον κατηγορούμενο 1 τον γνώρισε στην υπεραγορά Στέλιος και τον είδε ξανά όταν μετέβηκαν στο κτηματολόγιο, παρουσία της Χαραλάμπους για να ελέγξουν για το ακίνητο. Αυτή είναι ουσιαστικά η μαρτυρία που υπάρχει σε σχέση με συνάντηση των δύο. Δεν έχει τεθεί οτιδήποτε περαιτέρω για άλλη συνάντηση ή επικοινωνία τους. Η συνάντηση όμως των δύο από μόνη της δεν οδηγεί στο ασφαλές συμπέρασμα και στο επίπεδο που απαιτείται σε ποινικές υποθέσεις περί ύπαρξης συμφωνίας για διάπραξη του κακουργήματος της πρόκλησης εκτέλεσης εγγράφου με ψευδείς παραστάσεις. Δεν πρέπει να διαφεύγει ότι κατά τη συνάντηση τους και στις δύο περιπτώσεις παρόντα ήταν και άλλα πρόσωπα όπως ο ΜΚ4, χωρίς να τεθεί κάποιο στοιχείο το οποίο θα οδηγούσε σε αυτό το συμπέρασμα. Από τα περιστατικά της υπόθεσης που έχουν τεθεί ενώπιον μας δεν προκύπτει ούτε συμφωνία αλλά ούτε και ένοχη διάνοια από πλευράς κατηγορούμενου για τέτοια συμφωνία. Να τονίσουμε εδώ ότι σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της κατηγορίας 17, αυτό που προσάπτεται στον κατηγορούμενο είναι ότι στις 12/11/2019, που ήταν η ημερομηνία της μεταβίβασης του ακινήτου, συνωμότησε για να διαπράξει κακούργημα που ήταν η πρόκληση εκτέλεσης εγγράφου με ψευδείς παράστασεις. Από τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από την κατηγορούσα αρχή και σχετίζεται με τα διαδραματισθέντα στο κτηματολόγιο, δεν έχει την υφή που θα οδηγούσε σε χωρίς λογική αμφιβολία κατάληξη για συνομωσία εκ μέρους του κατηγορούμενου. Το άρθρο 341 του Ποινικού Κώδικα επί του οποίου εδράζεται η κατηγορία 18 έχει ως εξής: «341. Όποιος µε ψευδείς και δόλιες παραστάσεις ως προς το χαρακτήρα, το περιεχόµενο ή την ισχύ εγγράφου, προκαλεί άλλο να υπογράψει να εκτελέσει το έγγραφο, είναι ένοχος ποινικού αδικήµατος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή ωσάν είχε πλαστογραφήσει το έγγραφο.» Από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης προκύπτει ότι για απόδειξη του απαιτείται πέραν από ψευδών και η ύπαρξη δόλιων παρατάσεων. Στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 861 τέθηκαν τα ακόλουθα ως προς τα στοιχεία της ψευδούς παράστασης και της πρόθεσης καταδολίευσης: «Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington v. Fitzmaurice [1885] 29 Ch.D. 459, 483), "The state of a man´s mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη.». Οι πιο πάνω αρχές επαναλήφθηκαν και επισημάνθηκαν σε πολλές αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου (βλ. Ιωάννου ν Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 417, Mitskevich v. F.T. Investments Ltd κ.ά Ποιν. Έφεση Αρ.182/18 ημερ. 20/3/2019), ECLI:CY:AD:2019:B
  1. Αποτελεί κοινό έδαφος στην υπό κρίση περίπτωση ότι η Σωτηρία Χαραλάμπους υπέγραψε τα έγγραφα του τεκμηρίου 14 για την μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι του κατηγορούμενου. Η εκδοχή από πλευράς κατηγορούσας αρχής και που περιλαμβάνεται και στις λεπτομέρειες του αδικήματος της κατηγορίας 18, είναι ότι ενώ ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι το πρόσωπο αυτό έπασχε από άνοια την προκάλεσε να υπογράψει μεταβίβαση της οικίας της στο όνομα της. Αυτό όμως ακόμα και αν γινόταν δεκτό, και που δεν γίνεται, δεν θα μπορούσε να αποδείξει το εν λόγω αδίκημα αφού για στοιχειοθέτηση του απαιτείται με επαρκή μαρτυρία και η απόδειξη ψευδών και δόλιων παραστάσεων. Καταρχάς ουδέν έχει τεθεί που να αποδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος στις 12/11/2019 προκάλεσε την Χαραλάμπους με ψευδείς και δόλιες παραστάσεις να υπογράψει το έγγραφο μεταβίβασης αφού δεν έχουν τεθεί αλλά ούτε περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο ποιες ήταν αυτές οι ψευδείς παραστάσεις που προκάλεσαν το εν λόγω πρόσωπο να υπογράψει το έγγραφο μεταβίβασης. Πέραν των πιο πάνω η παρουσία της Σωτηρίας Χαραλάμπους στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας και η υπογραφή των για την μεταβίβαση απαραίτητων εγγράφων, χωρίς μαρτυρία που να θέτει το υπόβαθρο ότι η υπογραφή τέθηκε κάτω από ψευδείς και δόλιες παραστάσεις που προήλθαν από τον κατηγορούμενο, αφήνει την κατηγορία έκθετη σε απόρριψη. Τα πιο πάνω επουδενί ικανοποιούν κατά το ελάχιστο για απόδειξη του αδικήματος του άρθρου 341 πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ούτε όμως και η γνώση του για άνοια της Σωτηρίας Χαραλάμπους έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Να πούμε αρχικά ότι η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μας και προήλθε από τον ΜΚ12 αναφορικά με την άνοια δεν έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο με αποτέλεσμα να μην υπάρχει μαρτυρία και για τη γνώση του κατηγορούμενου περί άνοιας. Περαιτέρω, δεν χρειάζεται να επαναλάβουμε το περιεχόμενο της αποδεκτής μαρτυρίας των ΜΥ1 και ΜΥ2 οι οποίοι είχαν συναντήσει και συνομιλήσει στις 12/11/2019, ο καθένας στο πλαίσιο της εργασίας και καθηκόντων του, την Χαραλάμπους και η οποία συμπεριφερόταν με φυσιολογικό τρόπο, παρουσιάστηκε ενώπιον της ΜΥ2 η οποία της εξήγησε τη φύση της διαδικασίας και των εγγράφων που υπέγραφε με την Χαραλάμπους να αντιλαμβάνεται, να αποδέχεται και να υπογράφει το έντυπο μεταβίβασης. Το ότι ο κατηγορούμενος συνάντησε την Σωτηρία Χαραλάμπους και σε δύο άλλες περιστάσεις χωρίς όμως να υπάρχει μαρτυρία ότι η συμπεριφορά της δεν ήταν φυσιολογική, δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση για το επιδιωκόμενο από την κατηγορούσα αρχή αποτέλεσμα. Ούτε όμως και η αναφορά του ΜΚ1 ότι όταν την συνάντησε, στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης, φάνηκε να μπερδεύει τα λόγια της, μπορεί να οδηγήσει στο ασφαλές συμπέρασμα ότι το εν λόγω πρόσωπο στις 12/11/2019 είχε άνοια κάτι που ο κατηγορούμενος γνώριζε και την προκάλεσε να εκτελέσει το έγγραφο μεταβίβασης. Κρίση μας είναι ότι το αδίκημα της κατηγορίας 18 δεν έχει αποδειχθεί. Αυτό που παραμένει προς εξέταση είναι το αδίκημα της κατηγορίας 19 για το ότι ο κατηγορούμενος 2 απέκτησε περιουσία γνωρίζοντας ότι ήταν έσοδο από τη διάπραξη του γενεσιουργού αδικήματος της πρόκλησης εγγράφου με ψευδείς παραστάσεις. Το εν λόγω αδίκημα εδράζεται στις πρόνοιες του Περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου 188(Ι)/
  2. Το άρθρο 4
(1)
(2)προνοεί τα ακόλουθα: «4
(1)Κάθε πρόσωπο το οποίο ενώ (α) γνωρίζει ή (β) όφειλε να γνωρίζει ότι οποιαδήποτε μορφής περιουσία αποτελεί 1 έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος, προβαίνει σε οποιαδήποτε από όπως πιο κάτω ενέργειες: ................................... (iii) αποκτά, κατέχει ή χρησιμοποιεί τέτοια περιουσία ...................................
(2)Για σκοπούς του εδαφίου
(1): (α) ∆εν έχει καµιά σηµασία κατά πόσο οι παράνοµες δραστηριότητες υπόκεινται ή όχι στη δικαιοδοσία των Κυπριακών ∆ικαστηρίων· (β) τα αδικήµατα νοµιµοποίησης εσόδων από παράνοµες δραστηριότητες δύνανται να διαπραχθούν και από τους δράστες γενεσιουργών αδικηµάτων· (γ) η γνώση, πρόθεση ή σκοπός που απαιτούνται ως στοιχεία αδικηµάτων που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)δύνανται να συναχθούν από αντικειµενικές πραγµατικές περιστάσεις· (δ) δεν απαιτείται προηγούµενη ή ταυτόχρονη καταδίκη για γενεσιουργό αδίκηµα, από το οποίο προήλθαν έσοδα· (ε) δεν απαιτείται να αποδειχθεί η ταυτότητα του προσώπου που διέπραξε τις παράνοµες δραστηριότητες από τις οποίες προήλθαν τα έσοδα· (στ) καταδίκη για τα αναφερόµενα στο εδάφιο
(1)αδικήµατα είναι δυνατή σε περίπτωση που µε βάση αντικειµενικές πραγµατικές περιστάσεις στοιχειοθετείται ότι η περιουσία προήλθε από παράνοµες δραστηριότητες, χωρίς να απαιτείται η στοιχειοθέτηση όλων των πραγµατικών στοιχείων ή όλων των περιστάσεων που σχετίζονται µε τις εν λόγω παράνοµες δραστηριότητες. .................................... Διαπράττει αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση δεκατεσσάρων ετών ή με χρηματική ποινή μέχρι πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ (500.000) ή και με όπως δύο αυτές ποινές στην περίπτωση (α) πιο πάνω, και με φυλάκιση πέντε ετών ή με χρηματική ποινή μέχρι πενήντα χιλιάδες ευρώ (50.000) ή και με όπως δύο αυτές ποινές στην περίπτωση (β) πιο πάνω.» «Γενεσιουργό αδίκημα» σύμφωνα με το άρθρο 5 του ίδιου Νόμου είναι οποιοδήποτε αδίκημα, καθορίζεται ως ποινικό αδίκηµα από νόµο της Κυπριακής ∆ηµοκρατίας. «Έσοδο» δε σύμφωνα με το άρθρο 2 του ιδίου Νόμου αποτελεί οποιαδήποτε μορφής περιουσία ή οικονομικό όφελος που προήλθε άμεσα ή έμμεσα από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος.» Το άρθρο 7 του Νόμου 188(Ι)/2007 θέτει το πλαίσιο και τα στοιχεία που το Δικαστήριο εξετάζει για να καταλήξει ως προς το κατά πόσο αποτελεί έσοδο από παράνομες δραστηριότητες και το οποίο θεωρούμε σκόπιμο να παραθέσουμε. «7.
(1)Για τους σκοπούς του παρόντος Νόµου- (α) Λογίζονται ως έσοδα του κατηγορουµένου από παράνοµες δραστηριότητες ή από τη διάπραξη αδικήµατος νοµιµοποίησης εσόδων από παράνοµες δραστηριότητες όλες οι πληρωµές οι οποίες καταβλήθηκαν σ' αυτόν ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο είτε πριν είτε µετά την έναρξη της ισχύος του Νόµου αυτού σε σχέση µε παράνοµες δραστηριότητες ή µε αδίκηµα νοµιµοποίησης εσόδων από παράνοµες δραστηριότητες, ανεξάρτητα αν αυτό έχει διαπραχθεί από τον ίδιο τον κατηγορούµενο ή από άλλο πρόσωπο˙ (β) τα έσοδα του κατηγορουµένου από παράνοµες δραστηριότητες ή από τη διάπραξη αδικήµατος νοµιµοποίησης εσόδων από παράνοµες δραστηριότητες είναι το σύνολο των πληρωµών ή αµοιβών οι οποίες έχουν καταβληθεί σ' αυτόν ή το προϊόν παράνοµων δραστηριοτήτων ή αδικήµατος νοµιµοποίησης εσόδων από παράνοµες δραστηριότητες ή έσοδα όπως ο όρος αυτός ερµηνεύεται στο άρθρο 2 του παρόντος Νόµου.
(2)Το ∆ικαστήριο, για να διαπιστώσει κατά πόσο ο κατηγορούµενος απεκόµισε έσοδα από παράνοµες δραστηριότητες ή από τη διάπραξη αδικήµατος νοµιµοποίησης εσόδων από παράνοµες δραστηριότητες και για να υπολογίσει το ύψος των εσόδων του, δύναται, εκτός αν στη συγκεκριµένη περίπτωση καταδειχθεί το αντίθετο, να υποθέσει ότι— (α) Οποιαδήποτε περιουσία απέκτησε ο κατηγορούµενος µετά τη διάπραξη της εν λόγω παράνοµης δραστηριότητας ή του εν λόγω αδικήµατος νοµιµοποίησης εσόδων από παράνοµες δραστηριότητες ή απέκτησε ή µεταβιβάστηκε σε αυτόν οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια των τελευταίων έξι ετών πριν από την έναρξη της ποινικής διαδικασίας εναντίον του αποτελεί έσοδο, πληρωµή ή αµοιβή από παράνοµες δραστηριότητες ή από τη διάπραξη αδικήµατος νοµιµοποίησης εσόδων από παράνοµες δραστηριότητες ˙ (β) κάθε δαπάνη του κατηγορουµένου κατά τη διάρκεια της πιο πάνω περιόδου έχει γίνει από τα έσοδα του κατηγορουµένου από παράνοµες δραστηριότητες ή αδίκηµα νοµιµοποίησης εσόδων από παράνοµες δραστηριότητες ή πληρωµές ή αµοιβές οι οποίες καταβλήθηκαν σε αυτόν σε σχέση µε τη διάπραξη από τον ίδιο παράνοµων δραστηριοτήτων ή αδικήµατος νοµιµοποίησης εσόδων από παράνοµες δραστηριότητες ˙ (γ) οποιαδήποτε περιουσία απέκτησε ο κατηγορούµενος σύµφωνα µε την παράγραφο (α) την παρέλαβε ελεύθερη από επιβαρύνσεις και συµφέροντα άλλων προσώπων για σκοπούς υπολογισµού της αξίας της: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, το ∆ικαστήριο δύναται να λάβει υπόψη τα πραγµατικά περιστατικά και τα διαθέσιµα αποδεικτικά στοιχεία, συµπεριλαµβανοµένου του ότι η περιουσία ή/και οι δαπάνες του κατηγορουµένου που αναφέρονται στις παραγράφους (α) και (β) είναι δυσανάλογα ή/και δεν δικαιολογούνται από τα νόµιµα εισοδήµατά του.
(3)Οι πρόνοιες του εδαφίου
(2)δεν εφαρµόζονται αν- (α) Αποδειχθεί ότι δεν ισχύουν στην περίπτωση του κατηγορουµένου ή (β) το δικαστήριο κρίνει ότι θα υπήρχε σοβαρός κίνδυνος αδικίας εις βάρος του κατηγορουµένου αν εφαρµόζονταν.
(4)Σε περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο δεν εφαρµόζει τις πρόνοιες του εδαφίου
(2), εκθέτει τους λόγους του για την απόφασή του αυτή.
(5)Για σκοπούς υπολογισµού των εσόδων του κατηγορουµένου από παράνοµες δραστηριότητες ή τη διάπραξη αδικήµατος νοµιµοποίησης εσόδων από παράνοµες δραστηριότητες, αν σε προηγούµενη περίπτωση εκδόθηκε εναντίον του διάταγµα δήµευσης, το δικαστήριο δε θεωρεί έσοδα από διάπραξη γενεσιουργού αδικήµατος τα έσοδα τα οποία θα καταδειχθεί ότι λήφθηκαν υπόψη για τον υπολογισµό του ποσού το οποίο αναφέρεται στο προηγούµενο διάταγµα. ∆ιάταγµα δήµευσης.» Στην υπόθεση Λεμονάρη ν. Δημοκρατίας Ποιν.Έφεση 212/2017 ημερ. 17/4/2019, ECLI:CY:AD:2019:B150, τέθηκε σε σχέση με το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες: «Όπως επισημάνθηκε στην Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 40/2015 ημερ. 25.11.2016 με αναφορά στη Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22, το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες διακρίνεται νομοθετικώς από τη διάπραξη του γενεσιουργού αδικήματος. Τούτο γιατί ο σκοπός του Νόμου είναι η πάταξη της κατοχής, χρήσης και διαχείρισης των εσόδων της παρανομίας αφού η κατοχή και διαχείριση των εσόδων επεκτείνεται σε εύρος χρόνου πέραν του χρόνου διάπραξης του γενεσιουργού αδικήματος. Πρόκειται επομένως για αυτοτελές αδίκημα, το οποίο στοιχειοθετείται όταν αποδεικνύεται μια από τις πέντε ενέργειες του άρθρου 4[3] του Νόμου, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι ο δράστης γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι «οποιασδήποτε μορφής περιουσία αποτελεί έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος». Με βάση λοιπόν τα πιο πάνω το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες διαπράττεται και από πρόσωπο που αποκτά περιουσία ενώ γνωρίζει ή όφειλε να γνωρίζει ότι αποτελεί έσοδο από παράνομες δραστηριότητες. Αναφορικά τώρα με το στοιχείο της γνώσης, αυτό όπως τέθηκε στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Περδίκη Ποιν. Έφεση 98/20 Σχ. με 140/20 και 142/20 ημερ. 27/5/21: «...το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες διακρίνεται νομοθετικά από τη διάπραξη του γενεσιουργού αδικήματος[2] και σύμφωνα με το άρθρο 4
(2)(δ) του Νόμου, δεν απαιτείται προηγούμενη ή ταυτόχρονη καταδίκη για γενεσιουργό αδίκημα από το οποίο προήλθαν έσοδα, στην προκειμένη περίπτωση αυτό της εμπορίας ναρκωτικών. Το δε συστατικό στοιχείο της γνώσης, μπορεί να αποδειχτεί σύμφωνα με το άρθρο 4
(2)(γ) από αντικειμενικές πραγματικές περιστάσεις, δηλαδή με περιστατική μαρτυρία,[3] με το βάρος απόδειξης να παραμένει πάντα στους ώμους της κατηγορούσας αρχής.». Στην ίδια υπόθεση Περδίκη (ανωτέρω) τέθηκε σε σχέση με την περιστατική μαρτυρία ότι: «Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να οδηγήσει σε εύρημα ενοχής όταν δεν συμβιβάζεται με οτιδήποτε άλλο παρά με συμπέρασμα ενοχής του κατηγορούμενου (Γενικός Εισαγγελέας ν. Χάρπα, Ποιν. Έφ. Αρ.71/2012, ημερ.21.2.2014). Αυτό συμβαίνει όταν δεν επιδέχεται άλλη λογική ερμηνεία ή εξήγηση, συμβατή με άλλη άποψη των πραγμάτων, έτσι ώστε η ενοχή του κατηγορούμενου να προκύπτει από τη σύνθεση της περιστατικής μαρτυρίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Χρυσάνθου ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 687, 696 και Farooq κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ.165, 166, 169 και 170/2018, ημερ.7.9.2020)». Εξετάζοντας την παρούσα υπόθεση να πούμε καταρχάς ότι στις λεπτομέρειες του αδικήματος γίνεται αναφορά «στο πιο πάνω ποσό» χωρίς να καθορίζεται οποιοδήποτε ποσό σε κάποια από τις κατηγορίες που ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει και που αφορά την οικία στην οδό Φιλεποίμονος 17 στη Λεμεσό. Δεν θα μας απασχολήσει περαιτέρω το στοιχείο αυτό δεδομένου ότι στα πλαίσια εφαρμογής του Νόμου 188(Ι)/2007 έσοδο θεωρείται και η ακίνητη περιουσία, ως η εδώ περίπτωση. Επί της ουσίας όμως κρίση μας είναι ότι ούτε και αυτή η κατηγορία εναντίον του κατηγορούμενου έχει αποδειχθεί στον αναγκαίο βαθμό. Δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος απέκτησε οποιοδήποτε ποσό το οποίο να αποτελούσε έσοδο από συγκεκριμένη παράνομη δραστηριότητα και συγκεκριμένα του γενεσιουργού αδικήματος της εκτέλεσης εγγράφου με ψευδείς παραστάσεις, ως του αποδίδεται στις λεπτομέρειες της κατηγορίας
  1. Είναι νομολογημένο ότι ακόμα και σε περίπτωση απαλλαγής κατηγορούμενου από το γενεσιουργό αδίκημα, δυνατόν να κριθεί ένοχος σε αδίκημα για νομιμοποίηση εσόδου από παράνομες δραστηριότητες. Στην εδώ περίπτωση δεν έχουμε μαρτυρία ότι η εις το όνομα του κατηγορούμενου μεταβίβαση του ακινήτου ήταν απόρροια ψευδούς παράστασης και άρα έσοδο από παράνομη δραστηριότητα γεγονός που διαγράφει και την τύχη της κατηγορίας
  2. Καταληκτικά, κρίση μας είναι ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποτύχει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του κατηγορούμενου στις κατηγορίες 17,18 και
  3. Ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος Κωνσταντίνος Καρεκλάς αθωώνεται και απαλλάττεται στις κατηγορίες 17, 18 και
  4. (Υπ.) ........... Λ. Μουγής, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ........... Μ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ........... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.