← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΖΑΧΑΡΙΑ, Υπόθεση Αρ.: 13070/2023, 15/4/2024

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΖΑΧΑΡΙΑ, Υπόθεση Αρ.: 13070/2023, 15/4/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Λ. Μουγής, Π.Ε.Δ. Μ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Υπόθεση Αρ.: 13070/2023 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΖΑΧΑΡΙΑ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 15 Απριλίου 2024 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Μ. Κουτσόφτας. Για τον Κατηγορούμενο: Η κα Σ. Στυλιανού με κ. Γ. Εφφέ. (Για την απόφαση ο κ. Εφφέ) Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μία κατηγορία που αφορά το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος (κατηγορία 1) και πέντε κατηγορίες για αδικήματα κατά παράβαση του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 (κατηγορίες 2-6), κατηγορίες στις οποίες έχει δηλώσει παραδοχή. Αντιμετωπίζει επίσης και κατηγορία κατά παράβαση του Περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου 188(Ι)/2007, κατηγορία στην οποία έχει δηλώσει μη παραδοχή, (κατηγορία 7). Κατηγορείται ότι στις 25/10/2023 στα Λειβάδια της Επαρχίας Λάρνακας κατείχε το ποσό των €8.300 γνωρίζοντας ότι το εν λόγω ποσό ήταν έσοδο από τη διάπραξη του γενεσιουργού αδικήματος της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών. Για την απόδειξη της υπόθεσης της η κατηγορούσα αρχή κάλεσε δύο μάρτυρες, ενώ ο κατηγορούμενος επέλεξε να παραμείνει σιωπηλός. Κάλεσε όμως και κατέθεσαν για την υπεράσπιση του τρεις μάρτυρες. Κατατέθηκαν τέλος και 11 συνολικά τεκμήρια. Οι αναφορές όλων των μαρτύρων ως επίσης και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν αξιολογήθηκαν πλήρως έστω και αν αυτά δεν αναφέρονται ρητά στην απόφαση χωρίς να είναι αναγκαία η καταγραφή του περιεχομένου τους κάτι το οποίο θα είναι εκεί όπου κριθεί αναγκαίο (Βλέπε κατ΄ αναλογίαν, G & K Exclusive Fashions Ltd v. Παπαδοπούλου κ.ά

(2001)1 ΑΑΔ 88 και Al Watani κ.ά. ν. Παπαδόπουλου
(2001)1Γ ΑΑΔ 1924). Τυχόν αποσπάσματα που αναφέρονται στην απόφαση μεταφέρθηκαν αυτούσια από τα πρακτικά, τα τεκμήρια και τις γραπτές αγορεύσεις. Να πούμε καταρχάς εδώ ότι ενόψει και της παραδοχής του κατηγορούμενου στις κατηγορίες 1 - 6, θα περιοριστούμε, εκτός και αν κριθεί αναγκαίο, στη μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον μας και αφορά το αδίκημα της 7ης κατηγορίας στην οποία ο κατηγορούμενος δήλωσε μη παραδοχή. Συνοψίζουμε τη μαρτυρία των μαρτύρων. Ο Αστυφύλακας 1080 Βάσος Βαρνάβα, ΜΚ1, μετέβηκε στη σκηνή όπου ανακόπηκε ο κατηγορούμενος οπόταν και του παραδόθηκαν διάφορα τεκμήρια. Έλαβε μέρος στην έρευνα στην οικία του κατηγορούμενου όπου και εντόπισε, μετά από υπόδειξη του τελευταίου, το χρηματικό ποσό των €8.300, το οποίο και παρέλαβε. Ο Αναπληρωτής Λοχίας 3060 Χρίστος Μάμας, ΜΚ2, έλαβε μέρος στην έρευνα της οικίας του κατηγορούμενου, ως αναφέρει και στην κατάθεση του τεκμήριο 4 και έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο στις 25/10/2023 και στις 30/10/2023. Ο Μάριος Φωκά, ΜΥ1, πατέρας του κατηγορούμενου, αναφέρθηκε στην εργοδότηση του κατηγορούμενου από τον ίδιο και στο μισθό τον οποίο του καταβάλλει. Ο Ζαχαρίας Ζαχαρίου, ΜΥ2, εξάδελφος του κατηγορούμενου, κατέθεσε σε σχέση με την εργασία που παρείχε κοντά του ο κατηγορούμενος και το μισθό τον οποίο τον πλήρωνε. Ο Γιάννης Αντωνίου, ΜΥ3, κατέθεσε αναφορικά με τη συμφωνία που ο κατηγορούμενος ήρθε μαζί του για αγορά διαμερίσματος και για το ποσό το οποίο συμφωνήθηκε να καταβληθεί για κράτηση του διαμερίσματος αυτού αλλά και το ποσό της προκαταβολής. Είχαμε την ευκαιρία μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης κάτι που θέτει το Δικαστήριο σε πλεονεκτική θέση στο να βλέπει, να ακούει και να αξιολογεί τους μάρτυρες (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Μελή ν. Κωνσταντίνου κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. 2/13, ημερομηνίας 13/3/19), ECLI:CY:AD:2019:A83, να παρακολουθήσουμε και να ακούσουμε με προσοχή και υπομονή τους μάρτυρες που κατέθεσαν. Θέσαμε ως δείκτη ανάμεσα σε άλλα το στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία, την πηγή και το κύρος της γνώσης των μαρτύρων, το όποιο προσωπικό συμφέρον ή προκατάληψη τους, τις ευκαιρίες που είχαν για να αντιληφθούν τα διαδραματιζόμενα, τη μνήμη τους και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή για να πιστεύουν σε αυτά στα οποία κατέθεσαν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους και τις όποιες υπερβολές, ανακολουθίες ή αντιφάσεις τους σε αντιπαραβολή με τις μικροαντιφάσεις, τη φιλαλήθεια τους και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων. Ήμασταν προσεκτικοί να μην προσδώσουμε υπέρμετρο βάρος στα εξωτερικά γνωρίσματα της μαρτυριακής τους συμπεριφοράς αφού κάτι τέτοιο εμπεριέχει επικινδυνότητα δεδομένου ότι δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να είναι ιδιαίτερα ικανοί στο να παρουσιάζουν μία εντελώς διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει αλλά και διότι κάποιες συμπεριφορές στο εδώλιο του μάρτυρα μπορεί να εδράζονται σε μεγάλο αριθμό αιτιών και όχι κατ΄ ανάγκη από διάθεση να πουν ψέματα ή να παραπλανήσουν. Αποτιμώντας τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μας δεν περιοριστήκαμε στην ατομική εκτίμηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, αλλά τη συσχετίσαμε και την αντιπαραβάλαμε με το σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας. Τη μαρτυρία των αστυνομικών την προσεγγίσαμε με ιδιαίτερη προσοχή έτσι ώστε να διακριβώσουμε αν τα όσα ανέφεραν εξέφραζαν πιστά και ορθά την πραγματικότητα (βλέπε, Volettos v. The Republic
(1960)CLR 169). Έχει σημασία, ως ζήτημα αρχής, να υπογραμμιστεί πως το γεγονός ότι κάποιοι μάρτυρες γίνονται δεκτοί ως αξιόπιστοι, δεν εξυπακούει αδηρίτως πως τα όσα είπαν υπέχουν και ανάλογης αποδεικτικής βαρύτητας, μια και η γενικότερη αξιοπιστία των μαρτύρων δεν εναρμονίζεται πάντοτε με την αποδεικτική δύναμη της μαρτυρίας τους (βλ. κατ' αναλογίαν, Κίμωνος ως Εκκαθαριστή της Blue Seal Shoes Ltd v. Χρ. Ιωάννου & Υιοί (Υποδήματα) Λτδ, Πολ.Έφεση 66/13, ημ. 4/11/19, Ευσταθίου ν. Μιχαήλ και Άλλης, Πολ.Έφεση 269/12, ημ. 23/7/19, ECLI:CY:AD:2019:A341, Θεοχαρίδης ν. Ιωάννου κ.ά
(2012)1Β ΑΑΔ 1311, 1319-1322). Ο Αστυφύλακας 1080 Βάσος Βαρνάβα, ΜΚ1, ήταν το πρόσωπο το οποίο κατά την εκτέλεση του εντάλματος έρευνας στο διαμέρισμα που ο κατηγορούμενος διαμένει στην οδό [ ] 17, [ ], διαμέρισμα 201 στα Λειβάδια, παρέλαβε μετά από υπόδειξη του κατηγορούμενου το ποσό των €8.300 που βρισκόταν σε κομοδίνο δίπλα από το κρεβάτι του. Ανέφερε ότι το ποσό αποτελείτο από ένα χαρτονόμισμα των €500, 27 χαρτονομίσματα των €200, 3 χαρτονομίσματα των €100, 16 χαρτονομίσματα των €50 και 65 χαρτονομίσματα των €
  1. Καταγράφει επίσης στην κατάθεση του, τεκμήριο 1, την απάντηση που έδωσε ο κατηγορούμενος όταν του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο. Δεν έχουμε οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την ειλικρίνεια του μάρτυρα ο οποίος παρέθεσε στο Δικαστήριο με σαφή και ξεκάθαρο τρόπο τις ενέργειες του σε σχέση με την υπόθεση. Δεν προέκυψε οτιδήποτε κατά την αντεξέταση του που να κλονίζει την αξιοπιστία του. Ανέφερε ότι μετά από τη δήλωση του κατηγορούμενου ότι τα λεφτά που εντοπίστηκαν ήταν από τη δουλειά του, κάλεσαν μάρτυρες για διερεύνηση των ισχυρισμών του και έλαβαν αριθμό καταθέσεων. Δεν μπορούσε να θυμηθεί τι ανέφεραν οι εν λόγω μάρτυρες αφού ο ίδιος ήταν ο χειριστής των τεκμηρίων, παρά το γεγονός ότι βοήθησε στις καταθέσεις. Συμφώνησε ότι ο κατηγορούμενος του είπε ότι το ανευρεθέν ποσό θα το χρησιμοποιούσε για προκαταβολή για αγορά διαμερίσματος. Διαφώνησε με την υποβολή ότι τα εν λόγω χρήματα δεν προέρχονται από παράνομες δραστηριότητες επικαλούμενος και την εμπειρία των 12 χρόνων στην ΥΚΑΝ αλλά και από το τι εντοπίστηκε στην κατοχή του κατηγορούμενου κατά την ανακοπή του και την έρευνα που ακολούθησε στην οικία του. Ανέφερε ο μάρτυρας ότι κατά την ανακοπή του εντοπίστηκε ποσότητα ναρκωτικών όπως ναρκωτικά εντοπίστηκαν και στην έρευνα που ακολούθησε στην οικία του με αυτά να είναι χωρισμένα σε μικρότερες ποσότητες. Εντοπίστηκαν ακόμα δύο ζυγαριές ακριβείας. Ο ΜΚ1 κατέθεσε και την απόδειξη παραλαβής τεκμήριο 2 και την απόδειξη παραλαβής του διατάγματος κατακράτησης τεκμηρίων τεκμήριο
  2. Αποδεχόμαστε τη μαρτυρία του ΜΚ
  3. Αποδεκτή είναι και η μαρτυρία του Αναπληρωτή Λοχία 3060 Χρίστου Μάμα, ΜΚ
  4. Κρίνεται ως μάρτυρας της αλήθειας ο οποίος αναφέρθηκε στις δικές του ενέργειες σε σχέση με την υπόθεση χωρίς προσπάθεια υπεκφυγής ή και ενίσχυσης της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής. Στην κατάθεση του, τεκμήριο 4, αναφέρει ότι είναι τοποθετημένος στο κλιμάκιο της ΥΚΑΝ Λάρνακας και μετά από πληροφόρηση του ότι συνελήφθηκε συγκεκριμένο πρόσωπο που είχε στην κατοχή του μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών, μετέβηκε μαζί με άλλους συναδέλφους του σε χωράφι στα Λειβάδια. Εκεί συνάντησε τον αστυφύλακα 158 Μ. Μιχαήλ της ΥΚΑΝ Αρχηγείου μαζί με τον κατηγορούμενο. Ορίστηκε εξεταστής της υπόθεσης και παρέλαβε τα τεκμήρια που αφορούν την υπόθεση. Στη συνέχεια ερεύνησαν το διαμέρισμα στο οποίο διέμενε ο κατηγορούμενος όπου και εντοπίστηκαν τεκμήρια τα οποία και παρέλαβε. Στις 25/10/2023 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, τεκμήριο 6 και στις 30/10/2023 έλαβε και πάλι ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, τεκμήριο
  5. Αναφέρθηκε και ο μάρτυρας αυτός στο ότι υπήρχαν ναρκωτικά χωρισμένα σε δόσεις και δύο ζυγαριές ακριβείας αλλά και στις ενέργειες που προέβηκε για εξέταση των ισχυρισμών του κατηγορούμενου σε σχέση με το ποσό που εντοπίστηκε στην οικία του. Είπε ότι ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι το εν λόγω ποσό αφορούσε το μισθό που έπαιρνε από την εργασία του με τον πατέρα του να του δίδει και επιπλέον λεφτά για να τον βοηθήσει για αγορά διαμερίσματος. Προς τούτο έλαβε κατάθεση από τον πατέρα του κατηγορούμενου. Εξέτασε περαιτέρω και τον ισχυρισμό του ότι εργαζόταν και με κάποιο εξάδελφο του ο οποίος και του κατέβαλλε ένα χρηματικό ποσό για τη βοήθεια που του παρείχε. Αναγνώρισε και κατέθεσε τις καταθέσεις που έλαβε από τον Μάριο Φωκά, Γιάννη Αντωνίου και Ζαχαρία Ζαχαρίου, τεκμήρια 7, 8 και 9 αντίστοιχα. Δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε έρευνα στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις αλλά ούτε και σε τράπεζες για να διαπιστώσει κατά πόσο ο κατηγορούμενος είχε καταθέσεις ή και αναλήψεις. Εξέφρασε και αυτός ο μάρτυρας την πεποίθηση του ότι τα χρήματα που κατασχέθηκαν προέρχονταν από παράνομες δραστηριότητες αφού τα ναρκωτικά ήταν χωρισμένα σε δόσεις και υπήρχαν και δύο ζυγαριές ακριβείας. Περαιτέρω από τα εισοδήματα του και τα έξοδα που είχε, όπως του τα ανέφερε ο κατηγορούμενος, οδηγούν σε αυτήν την κατάληξη. Σε ερώτηση της υπεράσπισης κατά πόσο γνωρίζει πόσα χρόνια εργάζεται ο κατηγορούμενος, ο μάρτυρας απάντησε ότι εργάζεται τα τελευταία 2 με 3 χρόνια αφού αποφυλακίστηκε πρόσφατα. Ανέφερε τέλος ότι δεν αμφιβάλλει ότι ο κατηγορούμενος μάζευε λεφτά για να αγοράσει διαμέρισμα αλλά η αμφιβολία του είναι η προέλευση των λεφτών και κατά πόσο αυτή είναι νόμιμη. Ο Μάριος Φωκά, ΜΥ1, πατέρας του κατηγορούμενου, υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του τεκμήριο 7, όπου αναφέρει τα εισοδήματα του κατηγορούμενου γιου του. Τον πληρώνει €250 την εβδομάδα και τον βοηθά οικονομικά όσο μπορεί για να αγοράσει διαμέρισμα, καταβάλλοντας του περίπου €250-€300 την εβδομάδα μετρητά. Θέτει επίσης ότι, ως του ανέφερε ο γιος του, φύλαγε και κάποια λεφτά για να τα δώσει ως προκαταβολή για την αγορά του διαμερίσματος. Παρακολουθώντας τον μάρτυρα στο εδώλιο ήταν εμφανής η προσπάθεια του να βοηθήσει την υπόθεση του γιου του. Τα όσα ανέφερε καταθέτοντας ενόρκως δεν πείθουν για την αλήθεια τους αλλά εντάσσονται στην όλη προσπάθεια του να υποστηρίξει την εκδοχή του κατηγορούμενου σε σχέση με το ανευρεθέν ποσό των €8.
  6. Ανέφερε καταρχάς ότι καταβάλλει στο γιο του €250 την εβδομάδα ως μισθό ο οποίος συμποσούται σε €1.000 μηνιαίως. Για υποστήριξη της θέσης του αυτής κατέθεσε το τεκμήριο 10, που είναι πιστοποιητικά αποδοχών για τα έτη 2019 μέχρι και 2023 όπου καταγράφεται το ολικό ποσό των αποδοχών του κατηγορούμενου. Χωρίς να καθιστούμε τους εαυτούς μας λογιστές ή και εμπειρογνώμονες για λογιστικά θέματα, αλλά προβαίνοντας σε απλές και μόνο μαθηματικές πράξεις, το ποσό το οποίο ανέφερε ο ΜΥ1 ότι πληρώνει ως μισθό στο γιο του δεν συνάδει με τα δηλωθέντα ποσά στο τεκμήριο
  7. Παίρνοντας σαν παράδειγμα το έτος 2023, που είναι και το πιο πρόσφατο, στις αποδοχές καταγράφεται το ποσό των €7.800 δηλαδή ποσό κατά πολύ μικρότερο από αυτό που θα έπρεπε να δηλωθεί σύμφωνα με το ποσό το οποίο ο μάρτυρας ανέφερε ότι καταβάλλει στο γιο του. Θα έπρεπε δηλαδή να καταγράφεται το ποσό των €12.
  8. Το ίδιο ισχύει και για το τεκμήριο 11 που είναι η κατάσταση ασφαλιστικού λογαριασμού για όλα τα έτη αλλά και για κάθε συγκεκριμένο έτος ξεχωριστά. Για το 2023 είναι δηλωμένες ως ασφαλιστέες αποδοχές το ποσό των €9.329, ποσό δηλαδή και πάλι κατά πολύ μικρότερο από το μισθό που δήλωσε ο ΜΥ1 ότι καταβάλλει στον κατηγορούμενο. Εντύπωση περαιτέρω δημιουργεί το ότι ενώ του καταβάλλει €250 εβδομαδιαίως ως μισθό, του καταβάλλει περαιτέρω και €250 με €300 εβδομαδιαίως ως επιπρόσθετο ποσό για να τον βοηθήσει να αγοράσει διαμέρισμα. Του καταβάλλει δηλαδή δύο φορές το μισθό του. Η θέση αυτή του ΜΥ1 δεν μπορεί να σταθεί στη λογική και δεν μπορεί παρά να κριθεί ως προσπάθεια να βοηθήσει τον κατηγορούμενο να δικαιολογήσει το ποσό που εντοπίστηκε στο διαμέρισμα. Δεν έχει επίσης διευκρινιστεί και συγκεκριμενοποιηθεί από πότε ο ΜΥ1 καταβάλλει στο γιο του το επιπρόσθετο ποσό των €250 με €300 έτσι ώστε να υπάρχει και σαφής εικόνα ως προς το ποσό που πραγματικά λαμβάνει ο κατηγορούμενος. Η προσπάθεια του να βοηθήσει τον κατηγορούμενο προκύπτει και από την απάντηση την οποία έδωσε όταν του τέθηκε ότι αφαιρουμένων των εξόδων που αφορούν το ενοίκιο, για το διαμέρισμα που ενοικιάζει ο γιος του, τηλέφωνο, ηλεκτρισμός και νερό, δεν απομένει ποσό ικανό για να μπορεί να ζήσει ο κατηγορούμενος πόσο μάλλον και να αποταμιεύσει. Η απάντηση που ο μάρτυρας έδωσε είναι ότι εξαρτάται πόσα κερδίζεις και πόσα ξοδεύεις. Η θέση όμως που υποβλήθηκε στο μάρτυρα αφορά έξοδα που καταβάλλονται και που μπορούν να θεωρηθούν πάγια έξοδα, μη συμπεριλαμβανόμενων και των άλλων εξόδων που έχουν σχέση με τη διατροφή και ένδυση του αλλά και συντήρηση του οχήματος του κατηγορούμενου. Δεν αποδεχόμαστε τη μαρτυρία του ΜΥ
  9. Ο Ζαχαρίας Ζαχαρίου, ΜΥ2, ξάδελφος του κατηγορούμενου, κλήθηκε για να καταθέσει σε σχέση με τη βοήθεια που λάμβανε στην εργασία του από τον κατηγορούμενο σε κάποιες περιπτώσεις και το ποσό που του έδιδε για τη βοήθεια αυτή. Στην κατάθεση του τεκμήριο 9 αναφέρει ότι όταν έχει ανάγκη από βοήθεια στη δουλειά του καλούσε τον κατηγορούμενο ο οποίος εργαζόταν μαζί του και τον πλήρωνε σε μετρητά. Υπολογίζοντας τις ώρες που εργαζόταν μαζί του τον πλήρωνε περίπου €200-€300 τον μήνα αλλά αυτό το ποσό δεν ήταν σταθερό αφού ήταν ανάλογα με τις ανάγκες της δουλειάς. Κρίνουμε ότι και αυτός ο μάρτυρας προσήλθε στο Δικαστήριο για να βοηθήσει την πλευρά του κατηγορούμενου. Η μαρτυρία του είναι διάχυτη από αοριστίες και γενικότητες. Δεν ανέφερε ούτε συγκεκριμένες ημερομηνίες που καλούσε τον κατηγορούμενο να τον βοηθήσει με συνεπακόλουθο να μην έχει θέσει και τα ακριβή ποσά τα οποία είχε καταβάλει στον κατηγορούμενο για τη βοήθεια που ισχυρίζεται ότι του παρείχε αλλά ούτε και από πότε. Οι αναφορές ότι του έδινε περίπου €200-€300 το μήνα, δεν είναι ικανοποιητικές. Ενόψει των αόριστων αναφορών του μάρτυρα δεν υπάρχει το υπόβαθρο το οποίο θα έθετε ενώπιον του Δικαστηρίου κάτι το συγκεκριμένο που θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη σε σχέση με τα εισοδήματα του κατηγορούμενου. Δεν αποδεχόμαστε τη μαρτυρία του ΜΥ
  10. Ο Γιάννης Αντωνίου, ΜΥ3, ήταν το πρόσωπο με το οποίο ο κατηγορούμενος μίλησε εκφράζοντας το ενδιαφέρον του για την αγορά ενός διαμερίσματος που επρόκειτο να ανεγερθεί. Στην κατάθεση του τεκμήριο 8, αναφέρει ότι συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο και κατέληξαν σε προφορική συμφωνία για αγορά ενός διαμερίσματος δύο υπνοδωματίων ύψους €140.000 και για το οποίο θα του έδινε προκαταβολή ένα ποσό μεταξύ των €5.000-€10.
  11. Του είπε περαιτέρω ότι θα μιλούσε και με τράπεζες για να εξασφαλίσει στεγαστικό δάνειο ώστε να μπορέσει να αγοράσει το διαμέρισμα. Του λέχθηκε από τον κατηγορούμενο ότι θα του έφερνε την προκαταβολή τις αμέσως επόμενες ημέρες. Ο εν λόγω μάρτυρας ήταν άμεσος και σταθερός στις απαντήσεις του και δεν προέκυψε οτιδήποτε κατά την αντεξέταση του το οποίο θα κλόνιζε την αξιοπιστία του. Σε κάθε περίπτωση η μαρτυρία του ΜΥ3 περιορίστηκε στη συνάντηση που είχε με τον κατηγορούμενο και την προφορική συμφωνία που είχε μαζί του για την αγορά του διαμερίσματος. Δεν τέθηκε στο μάρτυρα και δεν θα μπορούσε κιόλας να τεθεί, αναφορικά με την προέλευση των εισοδημάτων του κατηγορούμενου, που είναι και το επίδικο θέμα. Το τι προέκυψε όμως από τη μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα είναι ότι το ποσό των €5.000-€10.000 που συμφωνήθηκε ότι θα καταβαλλόταν από τον κατηγορούμενο τις επόμενες μάλιστα μία με δύο μέρες από τις 20/10/2023, αφορούσε την κράτηση του διαμερίσματος μέχρι να ετοιμαστεί το πωλητήριο συμβόλαιο. Η προκαταβολή ανερχόταν στο 20% της αξίας του διαμερίσματος (€140.000), που ανερχόταν στις €28.
  12. Το ποσό μάλιστα των €28.000 ανέμενε ότι θα το λάμβανε ένα μήνα μετά την υπογραφή του συμβολαίου. Αποδεχόμαστε τη μαρτυρία του ΜΥ
  13. Έχουμε αναφέρει προηγουμένως ότι ο κατηγορούμενος επέλεξε, ως είχε απόλυτο δικαίωμα, να παραμείνει σιωπηλός. Η άσκηση του δικαιώματος της σιωπής δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να εκληφθεί εναντίον του αλλά ούτε και μπορεί να έχει οποιαδήποτε επίδραση στην απόφαση του Δικαστηρίου (βλ. Mohammad κ.ά ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 590). Θα πρέπει όμως και πριν προβούμε στα ευρήματα μας να πούμε ότι τα όσα αναφέρει στις καταθέσεις του τεκμήρια 5 και 6 και έχουν σχέση με την υπό κρίση κατηγορία, θα αξιολογηθούν και ως τέθηκε και στην Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109, το Δικαστήριο μπορεί να αποδώσει τη βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη της κατάθεσης όπως στο μέρος εκείνο που συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια στα συμφέροντα του κατηγορούμενου. Αυτό που προβάλλει ο κατηγορούμενος στις καταθέσεις του είναι ότι το ποσό των €8.300 δεν προέρχεται από τα ναρκωτικά αλλά προέρχεται από αποταμίευση μισθών από την εργασία του. Στην κατάθεση του τεκμήριο 5, σε ερωτήσεις που του τέθηκαν από τον ΜΚ2, αναφέρει το εισόδημα που είχε από την εργασία του, ως και το έξτρα ποσό όταν βοηθούσε τον ΜΥ2, το επιπλέον ποσό που λάμβανε από τον πατέρα του, το επίδομα λόγω του ότι είναι πρόσφυγας και το ποσό που κατέβαλλε ως ενοίκιο για το διαμέρισμα στο οποίο διέμενε. Από μία απλή ανάγνωση των ποσών χωρίς να έχει τεθεί χρονικό πλαίσιο που είχε αυτά τα εισοδήματα, αλλά και τα υπόλοιπα έξοδα που είχε, αφού προφανώς δεν περιορίζονταν μόνο στο ενοίκιο, θεωρούμε ότι δεν βοηθούν την υπόθεση του και την εκδοχή που προώθησε. Επί αυτού θα αναφερθούμε σε κατοπινό στάδιο ήτοι κατά την εξέταση της κατηγορίας λαμβάνοντας υπόψη τις πρόνοιες της νομοθεσίας. Αυτό όμως που θα αναμέναμε ήταν να εξηγήσει ο ίδιος ο κατηγορούμενος τα στοιχεία και τις λεπτομέρειες που οδήγησαν στην αποταμίευση, ως η καταγραφόμενη εκδοχή του στις καταθέσεις του, του ποσού των €8.
  1. Έχοντας υπόψιν το σύνολο της μαρτυρίας, δεδομένης και της αξιολόγησης της καταλήγουμε στα κάτωθι ευρήματα: Στις 25/10/2023 μέλη της ΥΚΑΝ Αρχηγείου ανέκοψαν τον κατηγορούμενο και στην κατοχή του εντοπίστηκαν ναρκωτικά. Οι ΜΚ1 και ΜΚ2 μαζί με τους αστυφύλακα 3365 και αστυφύλακα 2757 ερεύνησαν το διαμέρισμα στο οποίο διέμενε ο κατηγορούμενος στην οδό [ ] 17 [ ], διαμέρισμα 201 στα Λειβάδια. Στο μπάνιο εντοπίστηκε μία μικρή τσάντα χρώματος μαύρου που περιείχε δύο νάιλον τσάντες που περιείχαν η καθεμιά από τρεις νάιλον διαφανείς συσκευασίες με κάνναβη και μια ζυγαριά ακριβείας χρώματος μαύρου. Εντοπίστηκε περαιτέρω μια νάιλον τσάντα που περιείχε τέσσερεις νάιλον διαφανείς συσκευασίες με κάνναβη και μια ζυγαριά ακριβείας χρώματος μαύρου. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος υπέδειξε στον ΜΚ1 το κομοδίνο δίπλα από το κρεβάτι του, αναφέροντας του ότι εντός αυτού υπήρχε ένα μεγάλο χρηματικό ποσό. Ο ΜΚ1 άνοιξε το συρτάρι και εντόπισε το ποσό των €8.300 που αποτελείτο από ένα χαρτονόμισμα των €500, 27 χαρτονομίσματα των €200, 3 χαρτονομίσματα των €100, 16 χαρτονομίσματα των €50 και 65 χαρτονομίσματα των €
  2. Τα παρέλαβε, τα υπέδειξε στον κατηγορούμενο και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο ο τελευταίος απάντησε «Τα λεφτά εν που την δουλειά μου και τα φύλαξα». Στις 25/10/23 και 30/10/2023 ο ΜΚ2 έλαβε από τον κατηγορούμενο τις καταθέσεις τεκμήρια 6 και 5 αντίστοιχα. Ο κατηγορούμενος είχε συμφωνήσει προφορικά με την εταιρεία στην οποία εργάζεται ο ΜΥ3 για να αγοράσει διαμέρισμα έναντι του ποσού των €140.
  3. Μετά την αξιολόγηση της ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσας μαρτυρίας και στην κατάληξη μας στα πιο πάνω ευρήματα, θα προχωρήσουμε να εξετάσουμε κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου στο αδίκημα της έβδομης κατηγορίας που αντιμετωπίζει. Το εν λόγω αδίκημα εδράζεται στις πρόνοιες του Περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου188(Ι)/
  4. Το άρθρο 4
(1)
(2)προνοεί τα ακόλουθα: «4
(1)Κάθε πρόσωπο το οποίο ενώ (α) γνωρίζει ή (β) όφειλε να γνωρίζει ότι οποιαδήποτε μορφής περιουσία αποτελεί 1 έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος, προβαίνει σε οποιαδήποτε από όπως πιο κάτω ενέργειες: ................................... (iii) αποκτά, κατέχει ή χρησιμοποιεί τέτοια περιουσία ...................................
(2)Για σκοπούς του εδαφίου
(1): (α) ∆εν έχει καµιά σηµασία κατά πόσο οι παράνοµες δραστηριότητες υπόκεινται ή όχι στη δικαιοδοσία των Κυπριακών ∆ικαστηρίων· (β) τα αδικήµατα νοµιµοποίησης εσόδων από παράνοµες δραστηριότητες δύνανται να διαπραχθούν και από τους δράστες γενεσιουργών αδικηµάτων· (γ) η γνώση, πρόθεση ή σκοπός που απαιτούνται ως στοιχεία αδικηµάτων που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)δύνανται να συναχθούν από αντικειµενικές πραγµατικές περιστάσεις· (δ) δεν απαιτείται προηγούµενη ή ταυτόχρονη καταδίκη για γενεσιουργό αδίκηµα, από το οποίο προήλθαν έσοδα· (ε) δεν απαιτείται να αποδειχθεί η ταυτότητα του προσώπου που διέπραξε τις παράνοµες δραστηριότητες από τις οποίες προήλθαν τα έσοδα· (στ) καταδίκη για τα αναφερόµενα στο εδάφιο
(1)αδικήµατα είναι δυνατή σε περίπτωση που µε βάση αντικειµενικές πραγµατικές περιστάσεις στοιχειοθετείται ότι η περιουσία προήλθε από παράνοµες δραστηριότητες, χωρίς να απαιτείται η στοιχειοθέτηση όλων των πραγµατικών στοιχείων ή όλων των περιστάσεων που σχετίζονται µε τις εν λόγω παράνοµες δραστηριότητες. .................................... Διαπράττει αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση δεκατεσσάρων ετών ή με χρηματική ποινή μέχρι πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ (500.000) ή και με όπως δύο αυτές ποινές στην περίπτωση (α) πιο πάνω, και με φυλάκιση πέντε ετών ή με χρηματική ποινή μέχρι πενήντα χιλιάδες ευρώ (50.000) ή και με όπως δύο αυτές ποινές στην περίπτωση (β) πιο πάνω.» «Γενεσιουργό αδίκημα» σύμφωνα με το άρθρο 5 του ίδιου Νόμου είναι οποιοδήποτε αδίκημα, καθορίζεται ως ποινικό αδίκηµα από νόµο της Κυπριακής ∆ηµοκρατίας. «Έσοδο» δε σύμφωνα με το άρθρο 2 του ιδίου Νόμου αποτελεί οποιαδήποτε μορφής περιουσία ή οικονομικό όφελος που προήλθε άμεσα ή έμμεσα από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος.» Το άρθρο 7 του Νόμου 188(Ι)/2007 θέτει το πλαίσιο και τα στοιχεία που το Δικαστήριο εξετάζει για να καταλήξει ως προς το κατά πόσο αποτελεί έσοδο από παράνομες δραστηριότητες και το οποίο θεωρούμε σκόπιμο να παραθέσουμε. «7.
(1)Για τους σκοπούς του παρόντος Νόµου- (α) Λογίζονται ως έσοδα του κατηγορουµένου από παράνοµες δραστηριότητες ή από τη διάπραξη αδικήµατος νοµιµοποίησης εσόδων από παράνοµες δραστηριότητες όλες οι πληρωµές οι οποίες καταβλήθηκαν σ' αυτόν ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο είτε πριν είτε µετά την έναρξη της ισχύος του Νόµου αυτού σε σχέση µε παράνοµες δραστηριότητες ή µε αδίκηµα νοµιµοποίησης εσόδων από παράνοµες δραστηριότητες, ανεξάρτητα αν αυτό έχει διαπραχθεί από τον ίδιο τον κατηγορούµενο ή από άλλο πρόσωπο˙ (β) τα έσοδα του κατηγορουµένου από παράνοµες δραστηριότητες ή από τη διάπραξη αδικήµατος νοµιµοποίησης εσόδων από παράνοµες δραστηριότητες είναι το σύνολο των πληρωµών ή αµοιβών οι οποίες έχουν καταβληθεί σ' αυτόν ή το προϊόν παράνοµων δραστηριοτήτων ή αδικήµατος νοµιµοποίησης εσόδων από παράνοµες δραστηριότητες ή έσοδα όπως ο όρος αυτός ερµηνεύεται στο άρθρο 2 του παρόντος Νόµου.
(2)Το ∆ικαστήριο, για να διαπιστώσει κατά πόσο ο κατηγορούµενος απεκόµισε έσοδα από παράνοµες δραστηριότητες ή από τη διάπραξη αδικήµατος νοµιµοποίησης εσόδων από παράνοµες δραστηριότητες και για να υπολογίσει το ύψος των εσόδων του, δύναται, εκτός αν στη συγκεκριµένη περίπτωση καταδειχθεί το αντίθετο, να υποθέσει ότι— (α) Οποιαδήποτε περιουσία απέκτησε ο κατηγορούµενος µετά τη διάπραξη της εν λόγω παράνοµης δραστηριότητας ή του εν λόγω αδικήµατος νοµιµοποίησης εσόδων από παράνοµες δραστηριότητες ή απέκτησε ή µεταβιβάστηκε σε αυτόν οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια των τελευταίων έξι ετών πριν από την έναρξη της ποινικής διαδικασίας εναντίον του αποτελεί έσοδο, πληρωµή ή αµοιβή από παράνοµες δραστηριότητες ή από τη διάπραξη αδικήµατος νοµιµοποίησης εσόδων από παράνοµες δραστηριότητες ˙ (β) κάθε δαπάνη του κατηγορουµένου κατά τη διάρκεια της πιο πάνω περιόδου έχει γίνει από τα έσοδα του κατηγορουµένου από παράνοµες δραστηριότητες ή αδίκηµα νοµιµοποίησης εσόδων από παράνοµες δραστηριότητες ή πληρωµές ή αµοιβές οι οποίες καταβλήθηκαν σε αυτόν σε σχέση µε τη διάπραξη από τον ίδιο παράνοµων δραστηριοτήτων ή αδικήµατος νοµιµοποίησης εσόδων από παράνοµες δραστηριότητες ˙ (γ) οποιαδήποτε περιουσία απέκτησε ο κατηγορούµενος σύµφωνα µε την παράγραφο (α) την παρέλαβε ελεύθερη από επιβαρύνσεις και συµφέροντα άλλων προσώπων για σκοπούς υπολογισµού της αξίας της: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, το ∆ικαστήριο δύναται να λάβει υπόψη τα πραγµατικά περιστατικά και τα διαθέσιµα αποδεικτικά στοιχεία, συµπεριλαµβανοµένου του ότι η περιουσία ή/και οι δαπάνες του κατηγορουµένου που αναφέρονται στις παραγράφους (α) και (β) είναι δυσανάλογα ή/και δεν δικαιολογούνται από τα νόµιµα εισοδήµατά του.
(3)Οι πρόνοιες του εδαφίου
(2)δεν εφαρµόζονται αν- (α) Αποδειχθεί ότι δεν ισχύουν στην περίπτωση του κατηγορουµένου ή (β) το δικαστήριο κρίνει ότι θα υπήρχε σοβαρός κίνδυνος αδικίας εις βάρος του κατηγορουµένου αν εφαρµόζονταν.
(4)Σε περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο δεν εφαρµόζει τις πρόνοιες του εδαφίου
(2), εκθέτει τους λόγους του για την απόφασή του αυτή.
(5)Για σκοπούς υπολογισµού των εσόδων του κατηγορουµένου από παράνοµες δραστηριότητες ή τη διάπραξη αδικήµατος νοµιµοποίησης εσόδων από παράνοµες δραστηριότητες, αν σε προηγούµενη περίπτωση εκδόθηκε εναντίον του διάταγµα δήµευσης, το δικαστήριο δε θεωρεί έσοδα από διάπραξη γενεσιουργού αδικήµατος τα έσοδα τα οποία θα καταδειχθεί ότι λήφθηκαν υπόψη για τον υπολογισµό του ποσού το οποίο αναφέρεται στο προηγούµενο διάταγµα. ∆ιάταγµα δήµευσης.» Στην υπόθεση Λεμονάρη ν. Δημοκρατίας Ποιν.Έφεση 212/2017 ημερ. 17/4/2019, ECLI:CY:AD:2019:B150, τέθηκε σε σχέση με το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες: «Όπως επισημάνθηκε στην Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 40/2015 ημερ. 25.11.2016 με αναφορά στη Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22, το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες διακρίνεται νομοθετικώς από τη διάπραξη του γενεσιουργού αδικήματος. Τούτο γιατί ο σκοπός του Νόμου είναι η πάταξη της κατοχής, χρήσης και διαχείρισης των εσόδων της παρανομίας αφού η κατοχή και διαχείριση των εσόδων επεκτείνεται σε εύρος χρόνου πέραν του χρόνου διάπραξης του γενεσιουργού αδικήματος. Πρόκειται επομένως για αυτοτελές αδίκημα, το οποίο στοιχειοθετείται όταν αποδεικνύεται μια από τις πέντε ενέργειες του άρθρου 4[3] του Νόμου, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι ο δράστης γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι «οποιασδήποτε μορφής περιουσία αποτελεί έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος». Με βάση λοιπόν τα πιο πάνω το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες διαπράττεται και από πρόσωπο που αποκτά περιουσία ενώ γνωρίζει ή όφειλε να γνωρίζει ότι αποτελεί έσοδο από παράνομες δραστηριότητες. Αναφορικά τώρα με το στοιχείο της γνώσης, αυτό όπως τέθηκε στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Περδίκη Ποιν. Έφεση 98/20 Σχ. με 140/20 και 142/20 ημερ. 27/5/21: «...το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες διακρίνεται νομοθετικά από τη διάπραξη του γενεσιουργού αδικήματος[2] και σύμφωνα με το άρθρο 4
(2)(δ) του Νόμου, δεν απαιτείται προηγούμενη ή ταυτόχρονη καταδίκη για γενεσιουργό αδίκημα από το οποίο προήλθαν έσοδα, στην προκειμένη περίπτωση αυτό της εμπορίας ναρκωτικών. Το δε συστατικό στοιχείο της γνώσης, μπορεί να αποδειχτεί σύμφωνα με το άρθρο 4
(2)(γ) από αντικειμενικές πραγματικές περιστάσεις, δηλαδή με περιστατική μαρτυρία,[3] με το βάρος απόδειξης να παραμένει πάντα στους ώμους της κατηγορούσας αρχής.». Στην ίδια υπόθεση Περδίκη (ανωτέρω) τέθηκε σε σχέση με την περιστατική μαρτυρία ότι: «Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να οδηγήσει σε εύρημα ενοχής όταν δεν συμβιβάζεται με οτιδήποτε άλλο παρά με συμπέρασμα ενοχής του κατηγορούμενου (Γενικός Εισαγγελέας ν. Χάρπα, Ποιν. Έφ. Αρ.71/2012, ημερ.21.2.2014). Αυτό συμβαίνει όταν δεν επιδέχεται άλλη λογική ερμηνεία ή εξήγηση, συμβατή με άλλη άποψη των πραγμάτων, έτσι ώστε η ενοχή του κατηγορούμενου να προκύπτει από τη σύνθεση της περιστατικής μαρτυρίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Χρυσάνθου ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 687, 696 και Farooq κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ.165, 166, 169 και 170/2018, ημερ.7.9.2020)». Να θέσουμε αρχικά, για την υπό κρίση περίπτωση, ότι το αδίκημα της κατηγορίας 5, για κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β με σκοπό την προμήθεια του σε άλλα πρόσωπα, κατά παράβαση των προνοιών του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, αποτελεί γενεσιουργό αδίκημα εν τη έννοια του άρθρου 2 του Νόμου 188(Ι)/2007, δεδομένου ότι αποτελεί αδίκημα που καθορίζεται από νόμο της Κυπριακής Δημοκρατίας και είναι και αδίκημα το οποίο μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα έσοδα από παράνομες δραστηριότητες. Το γεγονός ότι στις λεπτομέρειες της υπό εξέταση κατηγορίας καταγράφεται ως γενεσιουργό αδίκημα αυτό «της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών» και όχι της κατοχής ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο, δεν μπορεί να κριθεί, ως ήταν η εισήγηση της υπεράσπισης, ως αδίκημα που δεν αναγνωρίζεται από το νόμο. Η έννοια που προκύπτει και από την στις λεπτομέρειες διατύπωση αλλά και που αποδίδει είναι ακριβώς η προμήθεια ναρκωτικών ουσιών σε άλλα πρόσωπα. Αποτελεί προφανώς παράνομη δραστηριότητα από την οποία μπορεί να προκύψει κέρδος. Συνεπώς η εισήγηση της υπεράσπισης στερείται ερείσματος. Το τι αμφισβητήθηκε επί της ουσίας από πλευράς υπεράσπισης είναι ότι το ποσό των €8.300 που εντοπίστηκε εντός του κομοδίνου στο διαμέρισμα, που ο κατηγορούμενος διέμενε, δεν είναι προϊόν παράνομων δραστηριοτήτων. Η θέση η οποία προωθήθηκε είναι ότι το εν λόγω ποσό προήλθε από αποταμιεύσεις του κατηγορούμενου από την εργασία του και η κατηγορούσα αρχή, που έχει και το βάρος απόδειξης, δεν κατάφερε να προσφέρει μαρτυρία που να στοιχειοθετεί το αδίκημα πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Στην εδώ περίπτωση είναι κοινώς αποδεκτό και αποτελεί και εύρημα του Δικαστηρίου ότι στο διαμέρισμα του κατηγορούμενου εντοπίστηκε το ποσό των €8.
  1. Το εν λόγω ποσό κατασχέθηκε από τις ανακριτικές αρχές κατά την έρευνα στο διαμέρισμα του κατηγορούμενου ο οποίος προηγουμένως είχε ανακοπεί και στην κατοχή του βρέθηκε και πάλι ποσότητα ναρκωτικών. Ναρκωτικά βρέθηκαν και στο διαμέρισμα του τα οποία ήταν διαχωρισμένα σε ποσότητες και τοποθετημένα σε νάιλον συσκευασίες. Εντοπίστηκαν περαιτέρω και δύο ζυγαριές ακριβείας. Τα πιο πάνω δεδομένα οδηγούν αβίαστα στο ασφαλές συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος ασχολείται με τη διακίνηση ναρκωτικών. Δεν μπορεί να δικαιολογηθεί διαφορετικά το ότι τα ναρκωτικά εντοπίστηκαν καταμερισμένα σε 7 ξεχωριστές νάιλον συσκευασίες και ταυτόχρονα είχε και δύο ζυγαριές ακριβείας. Τα στοιχεία αυτά έχουν ιδιαίτερη σημασία δεδομένης της φύσης της κατηγορίας που αντιμετωπίζει αφού αυτό που του προσάπτεται είναι ότι το πιο πάνω ποσό των €8.300 είναι έσοδο από παράνομες δραστηριότητες και συγκεκριμένα από τη διακίνηση ναρκωτικών. Αποτελούν και στοιχεία περιστατικής μαρτυρίας σε σχέση με τη γνώση του κατηγορούμενου ως προς την προέλευση και απόκτηση τους. Προσπάθησε βέβαια να πείσει, ως η εκδοχή που προώθησε, ότι το ποσό των €8.300 προήλθε από την εργασία του. Δεν θα επαναλάβουμε τα όσα έχουμε θέσει κατά την αξιολόγηση των ΜΥ που κλήθηκαν από τον κατηγορούμενο και κατέθεσαν για την υπεράσπιση του. Εκτός από την μαρτυρία του ΜΥ3, η μαρτυρία των ΜΥ1 και ΜΥ2 δεν έγινε δεκτή από το Δικαστήριο. Τα ποσά τα οποία ανέφεραν ότι κατέβαλλαν στον κατηγορούμενο δεν μπορούν να υποστηρίξουν ότι το ανευρεθέν ποσό προήλθε από τη μισθοδοσία του. Πέραν της ανακολουθίας των αναφερθέντων, από τον ΜΥ1, μισθών του γιου του σε συνάρτηση με τα τεκμήρια 10 και 11, δεν εξηγήθηκαν ούτε τα έξοδα που είχε για τη διαβίωση του έτσι ώστε να καταδειχθεί ότι αφαιρουμένων και αυτών θα μπορούσε να αποταμιεύσει το ποσό των €8.
  2. Το σύνολο της μαρτυρίας των ΜΥ1 και ΜΥ2 περιστράφηκε σε αόριστα και γενικόλογα επίπεδα και χωρίς συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο. Η μόνη αποδεκτή και συγκεκριμένη μαρτυρία προήλθε από τον ΜΥ3 ο οποίος ανέφερε ότι συμφώνησε προφορικά με τον κατηγορούμενο για πώληση διαμερίσματος αξίας €140.000 για το οποίο ο κατηγορούμενος εντός 1-2 ημερών θα του κατέβαλλε €5.000-€10.000 για να κρατήσει το υπό ανέγερση διαμέρισμα και σε τρεις εβδομάδες με ένα μήνα θα του κατέβαλλε ως προκαταβολή το 20% της αξίας του δηλαδή €28.
  3. Οι αναφορές όμως του ΜΥ3 απλώς επιβεβαιώνουν τη συμφωνία για αγορά του διαμερίσματος και προς τούτο θα καταβαλλόταν ποσό για την κράτηση του και ποσό ως προκαταβολή. Το ερώτημα είναι η πηγή των χρημάτων και όχι που θα χρησιμοποιηθούν και δεν αποτελεί, χωρίς βέβαια να μεταφέρεται το βάρος απόδειξης στον κατηγορούμενο, στοιχείο το οποίο θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο απόδοσης λογικής εξήγησης ότι το εν λόγω ποσό προήλθε από την εργασία του τελευταίου. Το αντίθετο κρίνουμε ότι συμβαίνει. Κάτι που και πάλι παρέμεινε αδιευκρίνιστο δεδομένου ότι ο κατηγορούμενος επέλεξε, ως είχε δικαίωμα, να παραμείνει σιωπηλός είναι και το πως θα εξασφάλιζε το ποσό της προκαταβολής και αν προέβηκε σε ενέργειες προς τούτο όπως δανειοδότηση του. Το επίδικο ποσό αποκτήθηκε από τον κατηγορούμενο από το γενεσιουργό αδίκημα της προμήθειας ναρκωτικών ουσιών σε άλλα πρόσωπα γεγονός που ο ίδιος γνώριζε. Ο εντοπισμός των ναρκωτικών, το γεγονός ότι ήταν χωρισμένα σε συσκευασίες και οι ζυγαριές ακριβείας, χωρίς να έχουμε οτιδήποτε άλλο, δεν συμβιβάζεται με οποιαδήποτε άλλη κατάληξη παρά με συμπέρασμα ενοχής. Να προσθέσουμε εδώ ότι δεν απαιτείται από την κατηγορούσα αρχή να αποδείξει ότι το ποσό των €8.300 προήλθε από την πώληση συγκεκριμένων και καθορισμένων ποσοτήτων ναρκωτικών, σε συγκεκριμένο αριθμό χρηστών έναντι συγκεκριμένων χρηματικών ποσών από το άθροισμα των οποίων να συμποσούται το επίδικο ποσό. Αυτό που απαιτείται είναι η απόδειξη ότι συγκεκριμένη περιουσία αποκτήθηκε από παράνομες δραστηριότητες κάτι που ο δράστης γνωρίζει. Από τη μαρτυρία και τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μας δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την προέλευση του ποσού που δεν είναι άλλη από τη διακίνηση εξαρτησιογόνων ουσιών. Το ποσό των €8.300 είναι έσοδο από παράνομες δραστηριότητες γεγονός που γνώριζε ο κατηγορούμενος. Καταληκτικά κρίση μας είναι ότι η κατηγορούσα αρχή κατάφερε να αποσείσει το βάρος που έχει στους ώμους της και έχει αποδείξει την υπόθεση της. Συνεπώς βρίσκουμε ένοχο τον κατηγορούμενο στο αδίκημα της κατηγορίας 7 που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ........... Λ. Μουγής, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ........... Μ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ........... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.