ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Hisham Taleb κ.α., Υπόθεση Αρ.: 12499/2023, 6/11/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Λ. Μουγής, Π.Ε.Δ. Μ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Υπόθεση Αρ.: 12499/2023 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν.
- Hisham Taleb
- Raad Jawaied Al Lami
- Salah Al Daher Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 6 Νοεμβρίου 2024 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κ. Α. Αντωνίου. Για τον Κατηγορούμενο 1: Η κα Κ. Σοφοκλέους. Για τον Κατηγορούμενο 2: Η κα Χ. Κωνσταντίνου. Κατηγορούμενοι παρόντες. ΑΠΟΦΑΣΗ Αρχικά οι 3 κατηγορούμενοι αντιμετώπιζαν 3 συνολικά κατηγορίες. Κατά τη δικάσιμο ημερομηνίας 19/3/2024 η ποινική δίωξη εναντίον του κατηγορουμένου 3 αναστάληκε και έτσι απέμειναν οι κατηγορούμενοι 1 και
- Ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει κατηγορία για το αδίκημα της συμμετοχής σε λαθρεμπόριο μεταναστών, κατά παράβαση των άρθρων 2,8 και 10 του Κυρωτικού Νόμου 11(ΙΙΙ)/2003 και άρθρων 3 και 6
(1)(a),
(2)(b),3(a) του Πρωτοκόλλου ΙΙΙ κατά του Λαθρεμπορίου Μεταναστών διά Εδάφους, Θαλάσσης και Αέρος της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος, (πρώτη κατηγορία). Αυτό που αποδίδεται στον κατηγορούμενο 1 είναι ότι στις 24 και 25/9/2023 συμμετείχε σε λαθρεμπόριο μεταναστών έχοντας το ρόλο του οδηγού της βάρκας με την οποία μεταφέρονταν έναντι χρηματικής αμοιβής 94 μετανάστες κατευθυνόμενοι από τον Λίβανο προς τη Δημοκρατία. Ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει κατηγορία για το αδίκημα της συνομωσίας με σκοπό τη διάπραξη του κακουργήματος της παροχής συνδρομής σε απαγορευμένο μετανάστη να εισέλθει στη Δημοκρατία, κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154, και των άρθρων 2,6,
(1)(α))λ) και 19 (ζ) του Περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου,(τρίτη κατηγορία). Προσάπτεται στον κατηγορούμενο 2 ότι στις 23/9/2023 συνωμότησε με άλλο πρόσωπο να παράσχουν συνδρομή σε απαγορευμένο μετανάστη, ήτοι στην Shadia Mohammed El Ahmed, από τη Συρία για να εισέλθει στη Δημοκρατία. Προς απόδειξη της υπόθεσής της η κατηγορούσα αρχή κάλεσε 5 μάρτυρες ενώ δηλώθηκαν και παραδεκτά γεγονότα. Κατά τη δικάσιμο, ημερομηνίας 14/6/2024, δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι όλοι οι επιβαίνοντες στο σκάφος, πλην του κατηγορουμένου 1 και ενός προσώπου ονόματι Ahmad Omar, κατάγονται από τη Σύρια. Ο κατηγορούμενος 1 και ο Ahmad Omar, κατάγονται από τον Λίβανο. Επιπλέον κατά τη δικάσιμο, ημερομηνίας 27/6/2024, κατατέθηκε η γραπτή κατηγορία που προσήφθη στον κατηγορούμενο 2, ως τεκμήριο 8. Τέλος, κατά τη δικάσιμο, ημερομηνίας 10/7/2024, δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι το σκάφος επί του οποίου επέβαιναν οι μετανάστες εντοπίστηκε σε απόσταση 21 ναυτικών μιλίων από τη γραμμή βάσης, ως αυτή καθορίζεται στη σχετική νομοθεσία. Αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή ότι γεγονός που δηλώνεται ως παραδεκτό, αποτελεί όχι μόνο μέρος της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά και αδιαμφισβήτητο γεγονός αναγόμενο σε ουσιαστικό δεδομένο. Ενδεικτικά παραπέμπουμε στις αποφάσεις, Ανδρέα κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 498 και Ihab Im Sbaih v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 188/2014, ημερομηνίας 17.7.
- Συνεπώς, τα όσα δηλώθηκαν ενώπιον μας, ως παραδεκτά γεγονότα, τα εντάσσουμε ως μέρος των ευρημάτων μας. Τυχόν αποσπάσματα που αναφέρονται στην απόφαση μεταφέρθηκαν αυτούσια από τα πρακτικά, τα τεκμήρια και τις γραπτές αγορεύσεις. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω προχωρούμε με την παράθεση της ενώπιον μας μαρτυρίας. Πρώτος μάρτυρας ήταν ο Mohammad Hazza, ΜΚ
- Ο ΜΚ1 ήταν ένας εκ των επιβαινόντων στη βάρκα. Ο ΜΚ1 δεν υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης που έδωσε στην αστυνομία όταν αυτή του υποδείχθηκε από τον συνήγορο της κατηγορούσας αρχής. Παρά ταύτα, αναγνώρισε τον κατηγορούμενο 1 ως οδηγό της βάρκας αναφέροντας ότι τον αναγνώρισε αρχικά από φωτογραφία διαβατηρίου. Επιπλέον, αναφέρθηκε στις ενέργειες του πριν την επιβίβαση του στη βάρκα και την είσοδο του στη Δημοκρατία. Τέλος αναφέρθηκε στον συνωστισμό που υπήρχε στη βάρκα. Κατά την αντεξέτασή του από τη συνήγορο του κατηγορουμένου 1 αναφέρθηκε στις οικογενειακές και οικονομικές του περιστάσεις, καθώς και στο ποσό που κατέβαλε για το ταξίδι. Επιπλέον, αναφέρθηκε στα χαρακτηριστικά της βάρκας δηλώνοντας ότι η βάρκα ήταν μήκους 5 περίπου μέτρων. Αποδέχθηκε δε ότι υπήρχε ξεχωριστό δωμάτιο πλοήγησης. Αναφέρθηκε, επίσης, και στις συνθήκες του ταξιδιού. Αναφέρθηκε εκ νέου στις συνθήκες που κατά τη θέση του αναγνώρισε τον κατηγορούμενο 1 ως τον οδηγό της βάρκας. Ο μάρτυρας δεν αντεξέταστηκε από τη συνήγορο του κατηγορουμένου
- Επόμενη μάρτυρας ήταν η αρχιαστυφύλακας Β. Σαουρή, ΜΚ
- Η εν λόγω μάρτυρας ήταν η ανακρίτρια της υπόθεσης. Κατά την κυρίως εξέτασή της, υιοθέτησε την κατάθεσή της, η οποία σημειώθηκε ως τεκμήριο
- Κατέθεσε περαιτέρω την κατάθεση του κατηγορουμένου 1 στην μητρική του γλώσσα και την μετάφραση αυτής στην Ελληνική ως τεκμήρια 2 και 3 αντίστοιχα. Το ίδιο έπραξε και για την κατάθεση του κατηγορουμένου 2 και την μετάφραση αυτής, οι οποίες κατατέθηκαν ως τεκμήρια 4 και 5 αντίστοιχα. Η ΜΚ2 αναφέρθηκε στις ανακριτικές τις ενέργειες. Κατά την αντεξέτασή της από την κα Σοφοκλέους, αναφέρθηκε στον λόγο που μετέβη η Λιμενική στο σημείο που βρισκόταν η βάρκα, διευκρινίζοντας ότι μετέβη για σκοπούς διάσωσης και μετέφερε ακολούθως τους επιβαίνοντες στη Δημοκρατία. Αναφέρθηκε, επίσης, στον τρόπο που άχθηκε η αστυνομία στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος 1 ήταν ο πλοηγός. Ήταν η θέση της, ότι κατονομάστηκε ως ο πλοηγός από άλλους επιβαίνοντες στη βάρκα. Σε έρευνα που προέβη στον φάκελο της υπόθεσης δεν εντόπισε διαβατήριο του κατηγορουμένου 1 και η ίδια δεν υπέδειξε ούτε γνώριζε εάν υπέδειξε οποιοσδήποτε άλλος το διαβατήριο του στον ΜΚ
- Δέχθηκε, τέλος, ότι δεν ήταν παρούσα όταν κατ' ισχυρισμόν υποδείχθηκε ο κατηγορούμενος 1 ως ο πλοηγός. Κατά την αντεξέτασή της από την κα Κωνσταντίνου αναφέρθηκε στις ανακριτικές της ενέργειες. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο αστυφύλακας 3115 Χ. Κωνσταντινίδης, ΜΚ
- Ο εν λόγω μάρτυρας υιοθέτησε την κατάθεσή του, η οποία σημειώθηκε ως τεκμήριο
- Ανέφερε ότι υπηρετεί στη μονάδα Λιμενικής και Ναυτικής αστυνομίας και τον επίδικο χρόνο μετέβη στο σημείο που βρισκόταν η επίδικη βάρκα για εντοπισμό και αναγνώριση. Κατά την αντεξέτασή του από τη συνήγορο του κατηγορουμένου 1, αναφέρθηκε στην εμπειρία του στον χειρισμό παρόμοιων υποθέσεων. Αναφέρθηκε επίσης και στο σημείο που εντοπίστηκε η βάρκα που μετέφερε μετανάστες και στην κατάσταση της τονίζοντας ότι ήταν σε κίνδυνο. Επόμενος μάρτυρας ήταν ο 2101 Αβραάμ Αβραάμ, ΜΚ
- Ο ΜΚ4 ήταν το πρόσωπο που έλαβε την κατάθεση από τον κατηγορούμενο
- Υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, την κατάθεσή του, ημερομηνίας 3/10/2023, η οποία σημειώθηκε ως τεκμήριο
- Ο μάρτυρας αντεξετάστηκε από τη συνήγορο του κατηγορουμένου 2 οπόταν και αναφέρθηκε στις συνθήκες λήψης της κατάθεσης του εν λόγω κατηγορούμενου και στις ανακριτικές του ενέργειες. Τελευταίος μάρτυρας ήταν ο αστυφύλακας 1029 Δημήτρης Νικολάου, ΜΚ
- Ο μάρτυρας κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στο ΤΑΕ Λάρνακας και υπό αυτή του ιδιότητα μετέβη στον χώρο που αφίχθηκαν οι επιβαίνοντες στην επίδικη βάρκα. Αναφέρθηκε στη μέθοδο που ακολουθούν κατά το στάδιο διερεύνησης παρόμοιας φύσης υποθέσεων. Στην προκειμένη περίπτωση εντόπισε 2 πρόσωπα που έδωσαν κατάθεση και υπέδειξαν το ίδιο πρόσωπο ως οδηγό της βάρκας. Κατατέθηκε σχετικά, για τον περιορισμένο σκοπό της λήψης και μόνο της κατάθεσης, η μετάφραση στην Ελληνική της κατάθεσης του ΜΚ1, ως τεκμήριο
- Εξήγησε, επίσης, τη διαδικασία λήψης της κατάθεση από τον ΜΚ
- Κατά την αντεξέτασή του αναφέρθηκε στην εμπειρία και στις ενέργειες του όταν μετέβη στο σημείο άφιξης των μεταναστών. Ήταν θετικός στο ότι ίδιος δεν υπέδειξε οπουδήποτε διαβατήριο για σκοπούς αναγνώρισης του πλοηγού της βάρκας. Μετά την κλήση των κατηγορουμένων σε απολογία, ο κατηγορούμενος 1 άσκησε το δικαίωμα σιωπής και δεν προσέφερε μαρτυρία, ενώ ο κατηγορούμενος 2 έδωσε ένορκη μαρτυρία και κάλεσε και μια μάρτυρα προς υπεράσπισή του. Ο κατηγορούμενος 2, κατά την κυρίως εξέτασή του, αναφέρθηκε στην κατάθεσή του, ημερομηνίας 25/9/2023, τεκμήριο
- Δήλωσε πως όσα ανέφερε, δεν ήταν όλα ορθά, αποδίδοντας το πιο πάνω γεγονός στον φόβο που είχε για την οικογένεια του και την αναστάτωση που του προκάλεσε η πληροφόρηση που έλαβε από τη σύζυγό του για το ότι η τελευταία βρισκόταν στην επίδικη βάρκα και κινδύνευε. Κατά την αντεξέτασή του επανέλαβε τους ισχυρισμούς του. Ως ΜΥ1 προσήλθε η Shadia Ahmad, σύζυγος του κατηγορουμένου
- Υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της τις καταθέσεις τεκμήρια 11 και
- Κατατέθηκαν επίσης τα μεταφρασμένα αντίγραφα των εν λόγω καταθέσεων ως τεκμήρια 12 και 14 αντίστοιχα. Κατά την κυρίως εξέτασή της αναφέρθηκε στις συνθήκες υπό τις οποίες ήρθε στη Δημοκρατία. Κατά την αντεξέτασή της, επανέλαβε τους ισχυρισμούς που προέβαλε κατά την κυρίως εξέτασή της και επέμεινε στη θέση ότι το ταξίδι της το είχε οργανώσει ο πατέρας της εν αγνοία του συζύγου της. Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διάδικων, με εμπεριστατωμένες αγορεύσεις, υποστήριξαν ο κάθε ένας τις θέσεις του. Αναφορά στα επί μέρους επιχειρήματα των συνηγόρων θα γίνει κατωτέρω όπου κριθεί αναγκαίο. Αξιολογώντας τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μας είχαμε την ευκαιρία μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης κάτι που θέτει το Δικαστήριο σε πλεονεκτική θέση στο να βλέπει, να ακούει και να αξιολογεί τους μάρτυρες (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Μελή ν. Κωνσταντίνου κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. 2/13, ημερομηνίας 13/3/19), ECLI:CY:AD:2019:A83, να παρακολουθήσουμε και να ακούσουμε με προσοχή και υπομονή τους μάρτυρες που κατέθεσαν. Θέσαμε ως δείκτη ανάμεσα σε άλλα το στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία, την πηγή και το κύρος της γνώσης των μαρτύρων, το όποιο προσωπικό συμφέρον ή προκατάληψη τους, τις ευκαιρίες που είχαν για να αντιληφθούν τα διαδραματιζόμενα, τη μνήμη τους και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή για να πιστεύουν σε αυτά στα οποία κατέθεσαν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους και τις όποιες υπερβολές, ανακολουθίες ή αντιφάσεις τους σε αντιπαραβολή με τις μικροαντιφάσεις, τη φιλαλήθεια τους και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων. Ήμασταν προσεκτικοί να μην προσδώσουμε υπέρμετρο βάρος στα εξωτερικά γνωρίσματα της μαρτυριακής τους συμπεριφοράς αφού κάτι τέτοιο εμπεριέχει επικινδυνότητα δεδομένου ότι δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να είναι ιδιαίτερα ικανοί στο να παρουσιάζουν μία εντελώς διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει αλλά και διότι κάποιες συμπεριφορές στο εδώλιο του μάρτυρα μπορεί να εδράζονται σε μεγάλο αριθμό αιτιών και όχι κατ΄ ανάγκη από διάθεση να πουν ψέματα ή να παραπλανήσουν. Αποτιμώντας τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μας δεν περιοριστήκαμε στην ατομική εκτίμηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, αλλά τη συσχετίσαμε και την αντιπαραβάλαμε με το σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας. Τη μαρτυρία των αστυνομικών την προσεγγίσαμε με ιδιαίτερη προσοχή έτσι ώστε να διακριβώσουμε αν τα όσα ανέφεραν εξέφραζαν πιστά και ορθά την πραγματικότητα (βλέπε, Volettos v. The Republic
(1960)CLR 169). Έχει σημασία, ως ζήτημα αρχής, να υπογραμμιστεί πως το γεγονός ότι κάποιοι μάρτυρες γίνονται δεκτοί ως αξιόπιστοι, δεν εξυπακούει αδηρίτως πως τα όσα είπαν υπέχουν και ανάλογης αποδεικτικής βαρύτητας, μια και η γενικότερη αξιοπιστία των μαρτύρων δεν εναρμονίζεται πάντοτε με την αποδεικτική δύναμη της μαρτυρίας τους (βλ. κατ' αναλογίαν, Κίμωνος ως Εκκαθαριστή της Blue Seal Shoes Ltd v. Χρ. Ιωάννου & Υιοί (Υποδήματα) Λτδ, Πολιτική Έφεση 66/13, ημερομηνίας 4/11/19, Ευσταθίου ν. Μιχαήλ και Άλλης, Πολιτική Έφεση 269/12, ημερομηνίας 23/7/19, ECLI:CY:AD:2019:A341, Θεοχαρίδης ν. Ιωάννου κ.ά
(2012)1Β ΑΑΔ 1311, 1319-1322). Σημειώνουμε, περαιτέρω, ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλώς μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετική είναι η απόφαση Ησαΐας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 640. Αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή ότι έκαστος μάρτυρας θα πρέπει να αντεξετάζεται επί όλων των αμφισβητούμενων γεγονότων. Σχετικές, ως προς τις συνέπειες παράλειψης αντεξέτασης είναι η αποφάσεις Frederickou Schools Co Ltd κ.α. ν. Acuac Inc
(2002)1 ΑΑΔ 1527, Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, Ποινική Έφεση 331/2015, ημερομηνίας 11/12/2017, ECLI:CY:AD:2017:B454, όπου επαναλήφθηκε η αρχή πως η παράλειψη αντεξέτασης γενικά θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που θέτει ο μάρτυρας. Έχουμε βέβαια υπόψη μας ότι όπως λέχθηκε στην απόφαση Προδρόμου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 260, «ο εν λόγω κανόνας έχει ευρύτερο πεδίο εφαρμογής στις πολιτικές παρά στις ποινικές υποθέσεις». Επιπλέον, είναι καλά νομολογημένο ότι η Υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νουν στους μάρτυρες κατηγορίας, ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Σχετική είναι απόφαση Tekinder Pal κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ
- Με γνώμονα τα πιο πάνω προχωρούμε με την αξιολόγηση της ενώπιον μας μαρτυρίας έχοντας κατά νουν τις κατηγορίες που απέμειναν προς εξέταση και που ο καθένας των κατηγορούμενων αντιμετωπίζει. Ως προς τη μαρτυρία του ΜΚ1 σημειώνουμε ότι η μαρτυρία του σχετίζονταν κυρίως με την αναγνώριση του κατηγορουμένου 1 ως οδηγού της επίδικης βάρκας. Ο ΜΚ1 κληθείς να αναγνωρίσει την κατάθεσή του, αρκέστηκε να αναφέρει ότι στην αστυνομία ανέφερε μόνο για το ταξίδι. Όμως, κατατέθηκε για τον περιορισμένο σκοπό του ότι όντως λήφθηκε η κατάθεση του ΜΚ1, η σχετική κατάθεση ως τεκμήριο
- Όπως επισημαίνεται στο σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη, το Δίκαιο της Απόδειξης 1η έκδοση, 2014, σελ. 393, όταν έγγραφο κατατεθεί για περιορισμένο σκοπό δεν μπορεί να αξιολογηθεί για οτιδήποτε άλλο πέραν του περιορισμένου σκοπού. Επομένως η κατάθεση του ΜΚ1 δεν μπορεί να αξιολογηθεί για οτιδήποτε άλλο πέραν του σκοπού που κατατέθηκε. Η μαρτυρία του ΜΚ1, ως δόθηκε δια ζώσης στερείται πειστικότητας. Συγκεκριμένα, ο μάρτυρας ανέφερε ότι αναγνώρισε τον κατηγορούμενο 1 μέσω φωτογραφίας διαβατηρίου που του υποδείχθηκε. Δήλωσε περαιτέρω ότι θυμόταν τον οδηγό υποδεικνύοντας τον κατηγορούμενο
- Κατά την αντεξέτασή του δέχθηκε ότι δεν γνώριζε τον οδηγό από πριν και ότι τον είδε πρώτη φορά μέσα στη βάρκα. Παρά ταύτα, ήταν σε θέση να τον αναγνωρίσει από φωτογραφία διαβατηρίου. Όμως, δεν θυμόταν να αναφέρει οποιαδήποτε άλλη λεπτομέρεια που αφορούσε την εμφάνιση του οδηγού. Επιπλέον, δεν θυμόταν τα χαρακτηριστικά του προσώπου που απεικόνιζε η φωτογραφία και κατέληξε να δηλώσει ότι η φωτογραφία απεικόνιζε πρόσωπο που απλώς έμοιαζε του οδηγού. Επιπροσθέτως, ως προς τη διαδικασία υπόδειξης της φωτογραφίας, δήλωσε ότι ο αστυνομικός του υπέδειξε μια φωτογραφία και τον ρώτησε εάν το πρόσωπο που απεικονίζεται σε αυτή είναι ο οδηγός και ο ίδιος περιορίστηκε στο να συμφωνήσει. Προκύπτει, συνεπώς, ότι ο ΜΚ1 από την αρχική βεβαιότητα ως προς το πρόσωπο που οδηγούσε τη βάρκα, κατέληξε να δηλώνει ότι το πρόσωπο που είδε στη φωτογραφία απλώς έμοιαζε στον οδηγό χωρίς να είναι σε θέση να δώσει λεπτομέρειες για τα χαρακτηριστικά του προσώπου που απεικόνιζε η φωτογραφία και ως προς άλλα χαρακτηριστικά της εμφάνισης του οδηγού την επίδικη ημερομηνία. Τα πιο πάνω πλήττουν την αξιοπιστία του μάρτυρα επί του ουσιωδέστερου σημείου της μαρτυρίας του. Η εναλλαγή της θέσης του από βεβαιότητα σε πιθανότητα, αλλά και η αδυναμία του να δώσει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες ως προς τα χαρακτηριστικά του προσώπου που είδε για να αναγνωρίσει και της εμφάνισης του προσώπου που εν τέλει αναγνώρισε, καθιστούν την μαρτυρία του αναξιόπιστη και μη αποδεκτή. Η θέση του επίσης περί ύπαρξης φωτογραφίας και αναγνώρισης μέσω αυτής παρουσιάζει κενά. Συγκεκριμένα θα αναμενόταν να προσκομιζόταν η σχετική φωτογραφία για να ελεγχθεί ο συγκεκριμένος ισχυρισμός του ΜΚ
- Τέτοια φωτογραφία όμως όχι μόνο δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, αλλά όταν κλήθηκε η ΜΚ2 να την εντοπίσει στον φάκελο της αστυνομίας αυτό δεν κατέστη δυνατό. Ο μη εντοπισμός της φωτογραφίας, που κατά τον ισχυρισμό του ΜΚ1 αποτέλεσε τη βάση της αναγνώρισης, στον αστυνομικό φάκελο εγείρει από μόνος του αμφιβολία για τη φιλαλήθεια του ΜΚ1 και επηρεάζει την αξιοπιστία του. Επιπλέον, ο ίδιος ο ΜΚ1 έθεσε αμφιβολίες για την ποιότητα της αναγνώρισης. Συγκεκριμένα, κατά την αντεξέτασή του, δέχθηκε ότι του υποδείχθηκε μια φωτογραφία και κλήθηκε να απαντήσει εάν το πρόσωπο που απεικονίζεται είναι ο οδηγός και ο ΜΚ1 περιορίστηκε απλώς να συμφωνήσει ότι έτσι είχαν τα πράγματα. Το πιο πάνω δημιουργεί από μόνο του αμφιβολία ως προς την ορθότητα της αναγνώρισης και καθιστά ακροσφαλές για το Δικαστήριο να βασιστεί επ' αυτής της θέσης και μόνο και να συναγάγει ότι ο κατηγορούμενος 1 είναι το πρόσωπο που απεικονίζεται στη βάρκα. Σχετικά παραπέμπουμε στην απόφαση Θεοδωρίδης ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 160, όπου κρίθηκε πως η αναγνώριση μέσω της επίδειξης μιας και μόνο φωτογραφίας αποστερεί το αποτέλεσμα των εχέγγυων της αυθόρμητης αναγνώρισης και κλονίζει την αυθεντικότητά της. Επομένως, κρίνουμε ότι ο ΜΚ1 δεν είναι αξιόπιστος μάρτυρας και ότι είναι ακροσφαλές για το Δικαστήριο να βασιστεί στη μαρτυρία του για την εξαγωγή ευρημάτων. Η ΜΚ2 ήταν η ανακρίτρια την υπόθεσης. Η μάρτυρας προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία της χαρακτηρίζεται από ευθύτητα σταθερότητα και ειλικρίνεια. Η ίδια κατέθεσε για τις ανακριτικές ενέργειες και για το περιεχόμενο του φακέλου που καταρτίσθηκε. Σε σχέση με τον φάκελο των ανακρίσεων, ευθαρσώς δήλωσε ότι δεν υπάρχει σε αυτόν το διαβατήριο του κατηγορουμένου
- Δήλωσε επίσης ευθέως, χωρίς να αμφισβητηθεί, ότι η αστυνομία την ημέρα που έφθασαν οι μετανάστες δεν υπέδειξε οποιεσδήποτε φωνογραφίες για αναγνώριση. Ήταν η θέση της ότι εξασφαλίστηκε επαρκής μαρτυρία για την εμπλοκή του κατηγορουμένου
- Όμως, δέχθηκε με ειλικρίνεια ότι η ίδια δεν ήταν παρούσα στη λήψη των καταθέσεων. Επομένως, το εάν οι μαρτυρίες που χαρακτήρισε η ίδια ως επαρκείς δεν έχουν παρουσιαστεί στο Δικαστήριο, δεν επηρεάζει την αξιοπιστία της αλλά τη βαρύτητα των αναφορών της. Επομένως, η μαρτυρία της κρίνεται αξιόπιστη. Ο ΜΚ3 ήταν ο πλοηγός της αστυνομικής ακάτου που εντόπισε την επίδικη βάρκα. Στη μαρτυρία του αναφέρθηκε στο σημείο που αυτή εντοπίστηκε στοιχείο που δηλώθηκε σε μεταγενέστερο στάδιο ως παραδεκτό γεγονός και ως εκ τούτου η μαρτυρία του επί του προκειμένου σημείου δεν χρήζει πλέον αξιολόγησης. Ως προς τη μαρτυρία του σε σχέση με την κατάσταση της επίδικης βάρκας, ότι δηλαδή ήταν επικίνδυνη λόγω του μεγάλου αριθμού επιβαινόντων, δεν έχει ουσιαστικά αμφισβητηθεί. Ούτε και η θέση του πως, όταν κατέφθασαν στο σημείο τους δηλώθηκε ότι η βάρκα δεν είχε κυβερνήτη έχει αμφισβητηθεί. Ο ΜΚ3 κρίνεται αξιόπιστος μάρτυρας. Ο ΜΚ4 ήταν ο αστυφύλακας που έλαβε την κατάθεση από τον κατηγορούμενο
- Η μαρτυρία του αφορούσε τις ανακριτικές του ενέργειες και χαρακτηρίζεται από σαφήνεια συνοχή και επί της ουσίας δεν έχουν αμφισβητηθεί οι ενέργειες του. Το γεγονός ότι ο ίδιος ο ΜΚ2 προσήλθε στον αστυνομικό σταθμό για να αναφέρει το γεγονός ότι η σύζυγος του δεν αφίχθηκε με τη βάρκα ως αναμενόταν παρέμεινε αδιαμφισβήτητο. Το ίδιο και ότι έλαβε την κατάθεση τεκμήριο 4 από τον κατηγορούμενο 2 και ότι ο τελευταίος είχε αγωνία, επειδή ήθελε να εντοπιστεί η σύζυγός του. Αναλλοίωτη παρέμεινε και η θέση του ότι μετά που ο κατηγορούμενος 2 κατηγορήθηκε γραπτώς προσήλθε εκ νέου στον σταθμό για να καταγγείλει το συγκάτοικό του αναφορικά με απειλή που δέχθηκε επειδή ενώ είχαν κανονίσει μαζί να έρθει η σύζυγος του κατηγορουμένου 2 ο τελευταίος προέβη σε καταγγελία στην αστυνομία. Ο ΜΚ 4 κρίνεται αξιόπιστος μάρτυρας. Ο ΜΚ5 ήταν το πρόσωπο που έλαβε την κατάθεση από τον ΜΚ1 καταθέτοντας την για τον περιορισμένο σκοπό που ήταν ότι λήφθηκε. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, σταθερότητα και πειστικότητα. Συγκεκριμένα, το γεγονός ότι έλαβε κατάθεση από τον ΜΚ1 και ότι αυτή λήφθηκε στη παρουσία διερμηνέως που κατέγραφε αυτό που του μετάφραζε η τελευταία δεν έχει αμφισβητηθεί. Αυτό που αμφισβητήθηκε ήταν ότι ο ΜΚ1 ανέφερε το όνομα Hisham Taleb στην κατάθεσή του. Επί του προκείμενου η θέση του ΜΚ5 ήταν σαφής στο ότι του ανέφερε η μεταφράστρια το κατέγραφε και δεν έχει τεθεί οτιδήποτε στην αντεξέταση που να δεικνύει ότι ο ΜΚ5 επινόησε το όνομα αυτό. Επιπλέον, έχουμε υπόψη μας ότι ο μάρτυρας ήταν επαγγελματίας αστυνομικός και ενεργούσε κατά τον επίδικο χρόνο στο πλαίσιο των καθηκόντων του, ώστε εύλογα να αναμένεται ότι ήταν επικεντρωμένος στον σκοπό που είχε να επιτελέσει (βλ. κατ' αναλογία Σπανούδη ν. Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας Ποινική Έφεση 283/2018, ημερομηνίας 20.11.2019), ECLI:CY:AD:2019:B
- Επομένως, αποδεχόμαστε τη θέση του ΜΚ5 ότι το όνομα που του αναφέρθηκε κατά τη λήψη της κατάθεσης του ΜΚ1 ήταν Hisham Taleb. Η πιο πάνω δήλωση κρίνουμε ότι δεν αποτελεί εξ ακοής δήλωση, αλλά εμπίπτει στην εξαίρεση του res gestae. Η έννοια και το εύρος του όρου res gestae έχει συνοψισθεί με ενάργεια στην απόφαση Μαυρόλουκα ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 74/2021, 95/2021, ημερομηνίας 31.10.
- Στην παρούσα περίπτωση ο ΜΚ5 κατέγραψε και γνώριζε το όνομα Hisham Taleb, κατόπιν της αναφοράς της διερμηνέως. Επομένως, η σχετική αναφορά/ καταγραφή αποτελεί μαρτυρία που ακολούθησε και επεξηγείται από την πράξη της λήψης κατάθεσης. Στη βάση των πιο πάνω αποδεχόμαστε την αναφορά του ΜΚ5 περί το ότι το όνομα που του αναφέρθηκε ως οδηγός της επίδικης βάρκας ήταν ο Hisham Taleb. Ο κατηγορούμενος 1, όταν κλήθηκε σε απολογία επέλεξε το δικαίωμα στη σιωπή. Ενώπιον του Δικαστηρίου όμως είναι κατατεθειμένη η γραπτή κατάθεση του ιδίου, ως τεκμήριο 2 και η μετάφραση αυτής ως τεκμήριο
- Οι πιο πάνω καταθέσεις κατατέθηκαν από τη κατηγορούσα αρχή στο στάδιο προσκόμισης της μαρτυρίας της και στο πλαίσιο του καθήκοντός της να δώσει ολοκληρωμένη εικόνα της υπόθεσης ( βλ. Γενικός Εισαγγελέας. v. Χ. Κωνσταντίνου
(1989)2 ΑΑΔ 99). Παρά το ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξαγάγει οποιοδήποτε εύρημα ενοχής από τη σιωπή του κατηγορουμένου, μπορεί να αξιολογήσει το περιεχόμενο των γραπτών του καταθέσεων, οι οποίες βρίσκονται κατατεθειμένες ενώπιον του. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η απόφαση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109, όπου υιοθετηθήκαν οι αρχές της αγγλικής υπόθεσης Findlay Duncan 73 Cnm. App R. 359. Στην απόφαση Κωνσταντίνου (ανωτέρω), υποδείχθηκε ότι μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο της κατάθεσης, το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια στα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Σχετικές, επίσης, είναι οι αποφάσεις Γαβριήλ ν. Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 693, Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας Ποινικές Εφέσεις 96/2016, 100/2016 και 101/16, ημερομηνίας 17/11/2017, Σταματίου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 163/2018, ημερομηνίας 11/3/2020, ECLI:CY:AD:2020:B101 και Γιώρκας ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 27/2021, ημερομηνίας 16/3/2022. Στην κατάθεσή του ο κατηγορούμενος 1 προβαίνει σε διάφορες αναφορές σε σχέση με το ότι δεν ήταν ο οδηγός της επίδικης βάρκας και ισχυρίζεται ότι ήταν απλός επιβάτης σε αυτή. Δέχθηκε, όμως, ότι δεν κατέβαλε οποιοδήποτε αντάλλαγμα. Προκύπτει συνεπώς ότι βασική εκδοχή του κατηγορουμένου 1 είναι ότι ήταν απλώς επιβάτης. Προβαίνει παράλληλα σε παραδοχή ότι δεν κατέβαλε αντάλλαγμα για το ταξίδι του. Το πιο πάνω, και ειδικότερα ότι ήταν απλώς επιβάτης δεν συνάδει με την ενώπιον μας αξιόπιστη μαρτυρία. Επομένως δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Αντιθέτως, το γεγονός ότι παραδέχεται ότι δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό συνδέεται με το στοιχείο του οικονομικού οφέλους που είχε ο κατηγορούμενος 1 για τη συμμετοχή στο ταξίδι. Επομένως, συνιστά δήλωση που έρχεται σε αντίθεση με τα συμφέροντα του και σύμφωνα με τις αρχές της απόφασης Κωνσταντίνου (ανωτέρω) και ως τέτοια, παρά την απόρριψή του υπόλοιπου μέρους της κατάθεσης του κατηγορουμένου 1, μπορεί να γίνει δεκτή. Ο κατηγορούμενος 2 τώρα καταθέτοντας ενόρκως δεν προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από αντιφάσεις, έλλειψη συνοχής, λογικής και πειστικότητας. Επίσης ήταν εμφανής η εναλλαγή θέσεων και η προσπάθειά του να παρουσιάσει μια εκδοχή που απλώς θα εξυπηρετούσε τον ίδιο. Συγκεκριμένα, αναγνώρισε την κατάθεση του τεκμήριο 4, η οποία κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου χωρίς υποβολή ένστασης. Παρά ταύτα, κατά την κυρίως εξέτασή του, προσπάθησε να δώσει μια διαφοροποιημένη εκδοχή των πραγμάτων, ισχυριζόμενος ότι αυτά που ανέφερε στην κατάθεσή του δεν ήταν όλα ορθά. Ισχυρίστηκε, επίσης, ότι δεν γνώριζε ότι η σύζυγός του θα έρθει στη Δημοκρατία δια θαλάσσης, καθώς επίσης δεν γνώριζε ούτε τον τρόπο που θα ερχόταν. Τέλος δήλωσε ότι δεν γνώριζε καν ότι θα έρθει. Απέδωσε τις πιο πάνω διαφοροποιήσεις στο ότι ήταν φοβισμένος, κατά τον χρόνο της κατάθεσής του, επειδή μόλις είχε λάβει τηλεφώνημα από τη σύζυγό του, η οποία του ανέφερε πως κινδυνεύει. Τα πιο πάνω συνιστούν ουσιώδεις διαφοροποιήσεις μεταξύ της κατάθεσης και της δια ζώσης μαρτυρίας του, οι οποίες τείνουν να εμφανίσουν τον κατηγορούμενο 2 ως πρόσωπο που ουσιαστικά πληροφορήθηκε το γεγονός του ταξιδιού της συζύγου όταν ήδη αυτή ήταν εντός της βάρκας και κινδύνευσε και ουδεμία σχέση είχε με αυτό. Η απόδοση δε των πιο πάνω αρχικών του θέσεων, στον φόβο και στο άγχος μην χάσει την οικογένειά του στερείται πειστικότητας και αφίσταται της λογικής. Συγκεκριμένα δεν έχει εξηγηθεί με ποιο τρόπο οι αναφορές του πως ο ίδιος επικοινώνησε με συγκεκριμένο πρόσωπο στη Συρία, διοργανωτή τέτοιων εγχειρημάτων, ότι συμφώνησε συγκεκριμένο ποσό και τρόπο αποπληρωμής του σε συγκεκριμένο λογαριασμό, θα βοηθούσε στη ανεύρεση ης συζύγου του, η οποία κατά τον χρόνο της κατάθεσης βρισκόταν στη θάλασσα και κινδύνευε. Οι πιο πάνω λεπτομέρειες δεν είναι λεπτομέρειες που το άγχος ή αγωνία εντοπισμού της συζύγου του θα οδηγούσαν κάποιο πρόσωπο να τις αναφέρει χωρίς να ανταποκρίνονται στη πραγματικότητα, αφού τέτοιες λεπτομέρειες ήταν παντελώς άσχετες με το ζητούμενο, ήτοι την ανεύρεση της βάρκας. Κανένα λόγο είχε ο κατηγορούμενος 2 να τις αναφέρει πόσω δε μάλλον τη στιγμή που κατά τη θέση του δεν ίσχυαν. Ανεξάρτητα με τα πιο πάνω, ο κατηγορούμενος 2, στο κείμενο της γραπτής κατηγορίας, τεκμήριο 8, δηλώνει ότι : «αφού η Κυπριακή Δημοκρατία δεν μου προσέφερε οποιαδήποτε βοήθεια, βάση Νομοθεσίας, αναγκάστηκα να βρω άλλο τρόπο να φέρω τη γυναίκα μου». Η πιο πάνω αναφορά έλαβε χώρα την επομένη μέρα της κατάθεσής του και αφού η σύζυγός του είχε ανευρεθεί και διασωθεί. Επομένως, κατά τον χρόνο που προέβαινε στην πιο πάνω δήλωση, ο λόγος που κατ' ισχυρισμόν του προκαλούσε το άγχος και την αγωνία, είχε εκλείψει. Περαιτέρω, στο τεκμήριο 8, δεν ανέφερε οτιδήποτε περί άγχους που τον οδήγησε να προβεί σε ανακριβείς ή αναληθείς ισχυρισμούς την προηγούμενη μέρα. Ούτε υποστήριξε ότι ουδεμία σχέση είχε με τη μεταφορά μέσω βάρκας της συζύγου του. Αντίθετα, με τις αναφορές του στο τεκμήριο 8, επιβεβαιώνει τον πυρήνα της αρχικής του κατάθεσης, ότι μετά την αποτυχία του να φέρει τη σύζυγό του με νόμιμο τρόπο βρήκε άλλο τρόπο να τη φέρει. Θέτοντας μάλιστα ότι «βρήκε άλλο τρόπο να φέρει τη σύζυγό του», πρσδίδει στον εαυτό του ενεργητικό ρόλο στην όλη μεταφορά της συζύγου και που εν πάση περιπτώσει καταρρίπτει τη θέση περί άγνοιας που προώθησε στην κυρίως εξέτασή του. Τα πιο πάνω καθιστούν τη μαρτυρία του μη πειστική και δεικνύουν κατά τρόπο εμφανή την προσπάθεια του να μην πει τη αλήθεια στο Δικαστήριο ώστε να απεκδυθεί των ευθυνών του. Επομένως ο κατηγορούμενος 2 κρίνεται αναξιόπιστος. Παρά τα πιο πάνω όμως σε σχέση με τον κατηγορούμενο 2 έχουμε υπόψη μας την αρχή ότι ακόμα και η εκούσια ομολογία πρέπει να υποβάλλεται στη βάσανο της σύγκρισης της με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό και την επισήμανση των στοιχείων ενοχής του κατηγορούμενου που υποστηρίζουν την αυθεντικότητα της ομολογίας. Σχετικά παραπέμπουμε στην απόφαση F. L. H. ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 4/2020, ημερομηνίας 31.1.2022, ECLI:CY:AD:2022:D32 και στην απόφαση Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας (Αρ.1)
(2012)2 ΑΑΔ 370, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα : «Είναι στοιχειώδες πως και τη θεληματική ομολογία το Δικαστήριο την αξιολογεί ... Παγίως, λοιπόν, τα Δικαστήρια εξετάζουν την ομολογία σε συσχετισμό προς την υπόλοιπη μαρτυρία και ανάλογα με τη φύση και την ποιότητα της ως ενοχοποιητικής ή αναιρετικής, αναλόγως. Απαντούν στον κρίσιμο προβληματισμό ως προς το αν αυτή είναι αληθής και αν, εν τέλει, όπως είναι η πεμπτουσία του συστήματός μας, η ενοχή του κατηγορουμένου αποδεικνύεται, από την κατηγορούσα αρχή, πέραν από κάθε λογική αμφιβολία». Στην υπό κρίση υπόθεση ο κατηγορούμενος 2 προέβη σε σειρά παραδοχών στην κατάθεσή του τεκμήριο
- Σε αυτή ανέφερε το πρόσωπο με το όποιο συμφώνησε στη Συρία, ώστε να έλθει στην Κύπρο η σύζυγος του. Επίσης ανέφερε και το ακριβές ποσό που συμφώνησε για το ταξίδι της συζύγου του και λεπτομέρειες ως προς το μέσο επικοινωνίας του με το εν λόγω πρόσωπο. Η ουσία της πιο πάνω εκδοχής επιβεβαιώθηκε σε μεταγενέστερη του δήλωση όταν κατηγορήθηκε γραπτώς, τεκμήριο
- Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 2 την επόμενη μέρα της κατάθεσης του επιβεβαιώνει τον πυρήνα την εκδοχής του υποστηρίζει και το γνήσιο και αληθές της ομολογίας του. Επιπλέον, ενώπιον μας δεν υφίσταται άλλη αξιόπιστη μαρτυρία που να κατατείνει ή να αφήνει ως πιθανότητα ότι η ομολογία του κατηγορουμένου, αν και θεληματική, ήταν αναληθής ή ότι οι ενοχοποιητικές αναφορές σε αυτή δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Η μαρτυρία της ΜΥ1 παρουσιάζει κενά και στερείται πειστικότητας. Συγκεκριμένα η ΜΥ1 υιοθέτησε τις καταθέσεις της τεκμήρια 11 και
- Οι εν λόγω καταθέσεις δόθηκαν, η μεν τεκμήριο 11 στις 27/9/2023, η δε κατάθεση τεκμήριο 13 στις 29/9/2023, ήτοι μετά από 2 και 4 μέρες αντίστοιχα, που η ίδια εισήλθε στη Δημοκρατία. Σε αυτές δηλώνει άγνοια για το εάν έχουν δοθεί χρήματα είτε από τον πατέρα της είτε από τον σύζυγος της για το ταξίδι και δεν γνώριζε εάν ο πατέρας της είχε κάνει οποιαδήποτε συνεννόηση με τον σύζυγό της. Όμως στη δια ζώσης μαρτυρία της, κατά την κυρίως εξέτασή της, δήλωσε ότι ο σύζυγός της δεν δεχόταν να έρθει δια θαλάσσης στην Κύπρο αλλά ούτε και παράνομα και ότι έχουν πολλές διαφορές από προηγουμένως με τον πατέρα της για αυτό το θέμα. Επίσης, κατά την αντεξέτασή της, δήλωσε πως έμαθε ότι ο πατέρας της προέβη σε όλες τις διευθετήσεις. Μάλιστα ισχυρίστηκε ότι έμαθε το πιο πάνω γεγονός μετά που έφθασε στην Κύπρο χωρίς να προσδιορίσει χρόνο. Επιπροσθέτως υποστήριξε ότι κατηγορούμενος 2 είχε από προηγουμένως μιλήσει με τον πατέρα της και είχε αποκλείσει το ταξίδι δια θαλάσσης. Δήλωσε επιπλέον ότι ο κατηγορούμενος 2 απέκλεισε από τις επιλογές της ΜΥ1 το παράνομο ταξίδι. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι, ενώ αρχικά στις καταθέσεις της η ΜΥ1 παρουσιάζεται να αγνοεί το εάν ο σύζυγος της και ο πατέρας της είχαν συνεννοηθεί για το ταξίδι, ακολούθως στη μαρτυρία της παρουσιάζεται βέβαιη για το ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν γνώριζε. Μάλιστα δήλωνε ότι ο κατηγορούμενος 2 αποκλείεται να είχε σχέση αφού προηγουμένως απέκλεισε ρητά ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Τη βεβαιότητα της αυτή την άντλησε από γεγονότα που προϋπήρχαν των καταθέσεων της και συνεπώς, εάν όντως ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, δεν θα έκφραζε άγνοια αλλά θα τοποθετείτο θετικά και θα τα δήλωνε. Παρά ταύτα επέλεξε να τα αναφέρει πρώτη φορά στη δια ζώσης μαρτυρία της ενώπιον του Δικαστηρίου. Η παράλειψή της να αναφέρει τα πιο πάνω γεγονότα στις καταθέσεις της, ενώ αφορούσαν γεγονότα που χρονικά, σύμφωνα με την ίδια ήταν γνωστά πριν τις καταθέσεις της, χωρίς να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση, πλήττει την αξιοπιστία της. Επιπρόσθετα, στην ένορκη μαρτυρία της επιχείρησε να παρουσιάσει μια εκδοχή διαφορετική από την αρχική της, η οποία προφανώς θα εξυπηρετούσε τον κατηγορούμενο 2 και θα τον αποσυνέδεε από την όλη συμμετοχή και συνεννόηση για τη διακίνηση της ΜΥ
- Το πιο πάνω πλήττουν την εκδοχή της με τρόπο που η ΜΥ1 να κρίνεται αναξιόπιστη μάρτυρας. Με γνώμονα τα πιο πάνω προχωρούμε με τη διατύπωση των ευρημάτων μας ως προς τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης. Στις 25/9/2023 διαβιβάστηκε πληροφορία στη Λιμενική και Ναυτική Αστυνομία ότι σε απόσταση 19 ναυτικών μιλίων νοτιοδυτικά του Κάβο Γκρέκο, βρίσκεται ακινητοποιημένη βάρκα με μετανάστες. Προς το σημείο έσπευσε αστυνομική άκατος, η οποία εντόπισε τη βάρκα σε απόσταση 21 ναυτικών μιλίων από τη γραμμή βάσης ως αυτή καθορίζεται στη σχετική νομοθεσία. Στη βάρκα επέβαιναν 95 άτομα εκ των οποίων οι 93 είχαν καταγωγή από τη Συρία και 2 από τον Λίβανο. Οι επιβαίνοντες δήλωσαν ότι κατευθύνονταν προς την Κύπρο, αλλά εγκαταλείφθηκαν στο σημείο από τον κυβερνήτη της βάρκας. Η κατάσταση της βάρκας κρίθηκε ως επικίνδυνη λόγω υπερφόρτωσης και οργανώθηκε επιχείρηση διάσωσης. Στο πλαίσιο της επιχείρησης διάσωσης μετέβηκαν στο σημείο οι άκατοι Ονήσιλλος και Οδυσσέας. Οι μετανάστες επιβιβάστηκαν στις δυο λιμενικές ακάτους που έσπευσαν στο σημείο και μεταφέρθηκαν στο Λιμάνι Λάρνακας. Η βάρκα ρυμουλκήθηκε και μεταφέρθηκε στο αλιευτικό καταφύγιο Αγίας Νάπας. Μεταξύ των επιβαινόντων ήταν και ο κατηγορούμενος 1 και η ΜΥ1, σύζυγος του κατηγορουμένου
- Ο κατηγορούμενος 2 στις 25/9/2023 μετέβηκε στο ΤΑΕ Αμμοχώστου και ανέφερε πως η σύζυγός του η οποία επέβαινε σε βάρκα με κατεύθυνση προς την Κύπρο έπρεπε να αφιχθεί στις 24/9/2023 αλλά δεν είχε αφιχθεί. Ανακρινόμενος ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε πως συνομίλησε με κάποιο πρόσωπο ονόματι Sakr στη Συρία με τον όποιο ήλθε σε συνεννόηση για τη μεταφορά της ΜΥ1 στην Κύπρο. Ο κατηγορούμενος 2 συμφώνησε να καταβάλει στο Sakr το ποσό των €3.000 σε συγκεκριμένο λογαριασμό, όταν θα έφθανε η ΜΥ1 στην Κύπρο. Επικοινωνούσε δε με το εν λόγω πρόσωπο μέσω της εφαρμογής What's up. Στο σημείο άφιξης των μεταναστών έσπευσε ο ΜΚ5, ο οποίος έλαβε κατάθεση από τον ΜΚ1 μέσω διερμηνέως. Κατά τη λήψη της κατάθεσης αναφέρθηκε στον ΜΚ5, μέσω της διερμηνέως, το όνομα Hisham Taleb ως το όνομα του οδηγού της βάρκας. Έχοντας υπόψη την ενώπιον μας αποδεκτή μαρτυρία και τα ευρήματα στα οποία καταλήξαμε θα προχωρήσουμε να εξετάσουμε αν η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της εναντίον των κατηγορούμενων. Στην υπό κρίση υπόθεση το βάρος απόδειξης της συνδρομής των συστατικών στοιχείων των επίδικων αδικημάτων βρίσκεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής, η οποία όφειλε να αποδείξει την υπόθεσή της στο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η απόφαση Charitonos and others v. The Republic
(1971)2 CLR 40. Η πιο πάνω υποχρέωση είναι άσχετη από την απόρριψη ή όχι της εκδοχής του κατηγορουμένου, αφού τυχόν απόρριψη της εκδοχής ενός κατηγορούμενου καθίσταται μοιραία για την υπεράσπιση μόνο όταν η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής παραμένει ισχυρή στο τέλος, ώστε να οδηγήσει με την απαιτούμενη ασφάλεια σε καταδίκη (βλ. Τρύφωνος ν. Αστυνομία Ποινική Έφεση 41/2019, ημερομηνίας 8.4.2020, ECLI:CY:AD:2020:B119 και Kafalos v. The Queen 19 CLR 121). Σαφώς, όμως, η βεβαιότητα, η οποία αναζητείται στη Δικαστική απόφαση δεν είναι αυτή της απόλυτης μαθηματικής βεβαιότητας, αλλά το είδος της βεβαιότητας που ικανοποιεί την κρίση και τη συνείδηση των Δικαστών στα πλαίσια της λογικής (βλ. Μαμαλικόπουλος κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 25 και 29/2014, ημερομηνίας 20.9.2018, Rex v. Dickman
(1910)5 Cr.App.R. 135 και Miller v. Minister of Pensions
(1947)2 All E.R. 372). Στην υπό κρίση υπόθεση το αδίκημα της κατηγορίας 1, που στρέφεται εναντίον του κατηγορούμενου 1, ερείδεται στον περί της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος και Πρωτοκόλλων (Κυρωτικό) Νόμο, Ν. 11(ΙΙΙ)/2003. Όπως το παρόν Δικαστήριο ανέφερε με ενδιάμεση απόφασή του, ημερομηνίας 9/1/2024, στο «άρθρο 10 του Νόμου προνοείται ότι τα Δικαστήρια της Δημοκρατίας έχουν και χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του άρθρου 5 και παρά τις διατάξεις του άρθρου 6 του Ποινικού Κώδικα, δικαιοδοσία να εκδικάζουν αδικήματα κατά παράβαση των διατάξεων 5, 6, 8 και 23 της Σύμβασης στις περιπτώσεις που αναφέρονται στις παραγράφους
(1)και
(2)της Σύμβασης». Η πιο πάνω πρόνοια του Κυρωτικού Νόμου, μας οδηγεί στην Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος (United Nations Convention Against Transnational Organised Crime and The Protocols thereto), η οποία σύμφωνα με το άρθρο 37, θα συμπληρώνεται με ένα ή περισσότερα Πρωτόκολλα και που αυτά με τη σειρά τους θα ερμηνεύονται μαζί με τη Σύμβαση. Σύμφωνα δε με το άρθρο 8 του Κυρωτικού Νόμου, κάθε πράξη που αναφέρεται στο άρθρο 6 του Πρωτοκόλλου συνιστά ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δέκα έτη ή και με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες λίρες. Στην υπό κρίση υπόθεση σχετικό είναι το άρθρο 6 1(α) του Τρίτου Πρωτόκολλου της Σύμβασης, με τον τίτλο Protocol against the Smuggling of Migrants by Land, Sea and Air, supplementing the United Nations Convention Against Transanational Organised Crime. Σε αυτό προνοείται ότι: «
- Each State Party shall adopt such legislative and other measures as may be necessary to establish as criminal offences, when committed intentionally and in order to obtain, directly or indirectly, a financial or other material benefit: (a) The smuggling of migrants; .................................... Σύμφωνα δε με το άρθρο 3 του Πρωτοκόλλου ο όρος «smuggling of migrants» έχει την ακόλουθη έννοια: «Smuggling of migrants" shall mean the procurement, in order to obtain, directly or indirectly, a financial or other material benefit, of the illegal entry of a person into a State Party of which the person is not a national or a permanent resident. » Προκύπτει από τα ανωτέρω ο ημεδαπός Νόμος παραπέμπει στο Πρωτόκολλο, το οποίο καθιστά ποινικό αδίκημα την λαθραία διακίνηση μεταναστών. Ως λαθραία μετακίνηση μεταναστών νοείται η εξασφάλιση παράνομης εισόδου σε κάποιο κράτος μέλος ενώ το εν λόγω πρόσωπο δεν είναι υπήκοος ή δεν έχει άδεια μόνιμης διαμονής στο εν λόγω κράτος, με σκοπό την αποκόμιση άμεσου ή έμμεσου οικονομικού ή άλλου υλικού ανταλλάγματος. Συστατικό στοιχείο του αδικήματος είναι η εξασφάλιση της παράνομης εισόδου, η οποία πρέπει να γίνεται με σκοπό την αποκόμιση οικονομικού ή άλλου υλικού οφέλους. Επίσης δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι στο προοίμιο του Πρωτοκόλλου καταγράφεται μεταξύ άλλων η ανάγκη να παρέχεται στους μετανάστες ανθρώπινη μεταχείριση και πλήρης προστασία των δικαιωμάτων τους. Έτσι, όπως σημειώνεται στο σύγγραμμα της Π. Νάσκου. Περράκη Δικαιώματα του Ανθρώπου, Παγκόσμια και Περιφερειακή Προστασία 3η έκδοση, 2022, σελ.397, η λαθροδιακίνηση είναι παράνομη πρακτική που διενεργείται από εγκληματικές ομάδες και αντιβαίνει στα ανθρώπινα δικαιώματα. Προκύπτει, συνεπώς, ότι οι πρόνοιες του Πρωτοκόλλου σκοπεύουν και στην προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των μεταναστών. Η κα Σοφοκλέους εισηγήθηκε ότι στην υπό κρίση υπόθεση δεν είχε επιτευχθεί είσοδος των μεταναστών στη Δημοκρατία, επειδή η βάρκα εντοπίστηκε εκτός των χωρικών υδάτων της Δημοκρατίας και οι μετανάστες μεταφέρθηκαν στη Δημοκρατία από τη Λιμενική. Το ουσιαστικό ζήτημα που προκύπτει από την εισήγηση της κας Σοφοκλέους έγκειται στο κατά πόσο, όταν κάποιο σκάφος ανακοπεί πριν την είσοδο του στα χωρικά ύδατα της Δημοκρατίας και ακολούθως οι μετανάστες, αφού περισυνελλέγουν και διασωθούν από τις αρμόδιες αρχές, μεταφέρονται στην Κύπρο, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για παράνομη είσοδο στη Δημοκρατία. Σε περίπτωση επιτυχίας του πιο πάνω επιχειρήματος καθίσταται αχρείαστη η ενασχόληση με οποιοδήποτε άλλο ζήτημα τυχόν αφορά η παρούσα εν σχέση με τον κατηγορούμενο
- Έτσι, ενόψει της δραστικότητας του σχετικού επιχειρήματος θα μας απασχολήσει κατά προτεραιότητα. Όπως προκύπτει από το λεκτικό του Πρωτοκόλλου συστατικό στοιχείο είναι η παράνομη είσοδος μεταναστών. Στην υπό κρίση υπόθεση αποτέλεσε εύρημα του Δικαστηρίου ότι η επίδικη βάρκα εντοπίστηκε εκτός των χωρικών υδάτων της Δημοκρατίας. Στο σημείο έσπευσε αστυνομική άκατος για σκοπούς έρευνας και διάσωσης. Ακολούθως οι επιβαίνοντες στη βάρκα περισυνελέγησαν από δύο σκάφη της Λιμενικής, που έπλευσαν στο σημείο και μεταφέρθηκαν στη Δημοκρατία. Το ερώτημα που αναδύεται στην παρούσα είναι το κατά πόσο τα πιο πάνω γεγονότα επαρκούν, ώστε να κριθεί ότι επήλθε παράνομη είσοδος. Κατ' αρχάς σημειώνουμε ότι η έννοια της παράνομης εισόδου δεν μπορεί να σημαίνει οτιδήποτε άλλο εκτός από την είσοδο χωρίς άδεια. Η νόμιμη είσοδος στη Δημοκρατία μόνον κατόπιν άδειας μπορεί να επέλθει. Οποιαδήποτε άλλη είσοδος δεν μπορεί να κριθεί νόμιμη. Παρόμοιο με το εξεταζόμενο θέμα κρίθηκε στην αγγλική υπόθεση R v. Bani [2021] EWCA Crim
- Η εν λόγω υπόθεση αφορούσε το αδίκημα της υποβοήθησης της παράνομης μετανάστευσης σε κράτος μέλος, κατά παράβαση του άρθρου 25 του Immigration Act του
- Η κατ' ισχυρισμόν παραβίαση έγκειτο στην είσοδο μεταναστών μέσω θαλάσσης με μικρές βάρκες από τη Γαλλία προς το Ηνωμένο Βασίλειο, χωρίς άδεια. Οι 4 εφεσείοντες ήταν οι οδηγοί τεσσάρων διαφορετικών σκαφών στα οποία επέβαιναν σε όλα μετανάστες οι οποίοι σκόπευαν να εισέλθουν στο Ηνωμένο Βασίλειο χωρίς προηγουμένως να λάβουν σχετική άδεια. Το Αγγλικό Εφετείο ασχολήθηκε με την έννοια του όρου παράνομη είσοδος, κρίνοντας ότι παράνομη είσοδος υφίσταται όποτε κάποιο πρόσωπο εισέλθει στο Ηνωμένο Βασίλειο χωρίς άδεια. Ακολούθως στην παράγραφο 102 έκρινε τα ακόλουθα σχετικά: «The offence is complete when the facilitating act is done. This will usually be before the outcome of a Channel crossing can be known. At the point of setting out many outcomes are possible, including being picked up and taken lawfully into the United Kingdom, landing on a beach, sinking, or being turned back by the French authorities.» Προκύπτει, συνεπώς, ότι το αδίκημα της υποβοήθησης για παράνομη είσοδο συντελείται πριν το αποτέλεσμα της διακίνησης γίνει γνωστό. Όταν ακόμη υφίστανται πέραν του ενός ενδεχομένων, συμπεριλαμβανομένου της διάσωσης και παραλαβής των μεταναστών από τις αρμόδιες αρχές του κράτους. Κατά τον ίδιο τρόπο στην περίπτωση που οι επιβαίνοντες σε κάποιο σκάφος, οι οποίοι επιδιώκουν να εισέλθουν στη Δημοκρατία χωρίς άδεια, εισέρχονται τελικά σε αυτό κατόπιν επιχείρησης διάσωσης η είσοδος τους αυτή δεν μπορεί να κριθεί νόμιμη. Αντίθετη προσέγγιση, κατά την κρίση μας, συνιστά λογική και νομική αντινομία, αφού θα επέτρεπε στον οποιοδήποτε διακινητή ή πρόσωπο που υποβοηθά τη λαθραία διέλευση μεταναστών, να οδηγεί το σκάφος μέχρι τα χωρικά ύδατα ενός κράτους, να δημιουργεί συνθήκες που επιβάλλουν την ενεργοποίηση της υποχρέωσης έρευνας και διάσωσης και ακολούθως να κρίνεται ότι δεν υποβοήθησε την παράνομη είσοδο, αφού η είσοδος ήταν νόμιμη. Τέτοια προσέγγιση θα υποβοηθούσε τους διακινητές ανθρώπων να επιτυγχάνουν το σκοπό τους, ήτοι τη διακίνηση ανθρώπων. Προφανώς και αντιβαίνει στον σκοπό του Πρωτοκόλλου που είναι πρόληψη καταστολή και τιμωρία της λαθραίας διακίνησης και όχι η υπόθαλψή της. Επομένως, κατά την κρίση μας, το γεγονός ότι οι μετανάστες που επέβαιναν στη επίδικη βάρκα διασώθηκαν από τις αρμόδιες αρχές και εισήλθαν στα χωρικά ύδατα της Δημοκρατίας μέσω σκάφους της λιμενικής αστυνομίας δεν καθιστά τη είσοδο τους νόμιμη. Αντιθέτως, εφόσον σκοπός τους ήταν να εισέλθουν στη Δημοκρατία και αφ' ης στιγμής δεν είχαν τέτοια άδεια, η είσοδος τους ήταν παράνομη. Συνακόλουθα κρίνουμε ότι έχει επιτευχθεί η παράνομη είσοδος των μεταναστών στη Δημοκρατία. Συνεπώς προχωρούμε να εξετάσουμε το κατά πόσο ο κατηγορούμενος 1 με οποιαδήποτε πράξη συνέτεινε στην εξασφάλιση της παράνομης εισόδου των μεταναστών στη Δημοκρατία. Αυτό που του αποδίδεται με βάση τις λεπτομέρειες της κατηγορίας που αντιμετωπίζει είναι ότι συμμετείχε στη λαθραία μετακίνηση μεταναστών ενεργώντας ως οδηγός της βάρκας. Επί του προκειμένου η μόνη αξιόπιστη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μας είναι η αναφορά του ΜΚ5 ότι κατά τη λήψη κατάθεσης από τον ΜΚ1 το όνομα που αναφέρθηκε ήταν το όνομα του Hisham Taleb. Επιπλέον υπάρχει ως μαρτυρία το γεγονός ότι δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό για το ταξίδι. Η πιο πάνω αναφορά, όμως, είχε ως βάση τη μαρτυρία και την αναγνώριση του ΜΚ1 η οποία κρίθηκε ότι δεν μπορεί να αποτελέσει βάση για τη συναγωγή ευρημάτων. Επομένως και η σχετική αναφορά του ΜΚ5, οποία προέκυψε από τη μαρτυρία του ΜΚ1 δεν μπορεί να αποτελέσει στέρεα βάση για την κατάληξη στο ότι ο κατηγορούμενος 1 ήταν οδηγός της επίδικης βάρκας. Ούτε το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό για το ταξίδι μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα, στον βαθμό που απαιτείται σε ποινικές υποθέσεις, ότι ήταν ο οδηγός της βάρκας. Τέτοια κατάληξη αποτελεί εικασία που όσο εύλογη και να είναι δεν είναι επιτρεπτή σε ποινικές υποθέσεις (βλ. Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363). Επομένως, αποτελεί κατάληξή μας ότι η κατηγορία εναντίον του κατηγορουμένου 1 δεν έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό. Δεν έχουμε ενώπιον μας επαρκή μαρτυρία που θα μας οδηγούσε με την αναγκαία ασφάλεια ότι ο κατηγορούμενος 1 ήταν το πρόσωπο που οδηγούσε τη βάρκα με κατεύθυνση την Δημοκρατία. Σε σχέση με τον κατηγορούμενο 2 αυτό που του αποδίδεται είναι ότι συνωμότησε με άλλο πρόσωπο ώστε να παράσχουν συνδρομή στην Shadia Mohammed El Ahmed, απαγορευμένη μετανάστη, να εισέλθει στη Δημοκρατία. Στην υπόθεση Λαζάρου v. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 633 με παραπομπή και στην Gani ν. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 134 επαναλήφθηκαν οι αρχές που έχουν τεθεί και εφαρμόζονται αναφορικά με την συνωμοσία. «Η συνωμοσία, εκτός της ύπαρξης συμφωνίας, περιλαμβάνει και το στοιχείο της πρόθεσης (mens rea) και για τούτο, η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδεικνύει όχι μόνο τη συμφωνία μεταξύ των κατ' ισχυρισμό συνωμοτών να εκτελέσουν ένα παράνομο σκοπό (αποδεικνυόμενης είτε με λόγια είτε άλλο τρόπο επικοινωνίας μεταξύ τους), αλλά επιπρόσθετα θα πρέπει να αποδεικνύει την πρόθεση στη σκέψη καθενός κατ' ισχυρισμό συνωμότη να εκτελέσει τον παράνομο σκοπό (R. v. Thompson, 50 Cr. App. R. 1).» Το αδίκημα λοιπόν της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότερα πρόσωπα συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα και προς στοιχειοθέτηση της απαιτείται η απόδειξη συμπληρωμένης συμφωνίας που αποτελεί ζήτημα πραγματικό το οποίο εξαρτάται από τα περιστατικά κάθε υπόθεσης. Απαιτείται περαιτέρω και η ένοχη διάνοια κάθε συνωμότη που συνίσταται στην πρόθεση εκτέλεσης του παράνομου σκοπού (βλ. Dejan v. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 205/2017 ημερομηνίας 11/5/2022). Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε άλλο πέραν από τη συμφωνία. Είναι δε αδιάφορο αν οι συνωμότες μετάνιωσαν, σταμάτησαν, παρεμποδίστηκαν, απέτυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας. Ακόμα και σε περίπτωση που κατηγορούμενος αθωωθεί στην κατηγορία για διάπραξη ενός αδικήματος δεν έπεται ότι θα πρέπει να απαλλαγεί και στην κατηγορία για συνωμοσία διάπραξης εκείνου του αδικήματος (βλ. Λαζάρου (ανωτέρω)). Από την ενώπιον μας μαρτυρία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος 2 είχε έλθει σε συνεννόηση με τρίτο πρόσωπο στη Συρία ώστε η Shadia Mohammed El Ahmed, σύζυγος του κατηγορουμένου 2 να ταξιδέψει στη Δημοκρατία. Η συνεννόηση περιλάμβανε συγκεκριμένο ποσό ως κόστος της διακίνησης και τον τρόπο και χρόνο εξόφλησής του. Επιπλέον, στο πλαίσιο της πιο πάνω συνεννόησης ο κατηγορούμενος 2 είχε και τηλεφωνικές επικοινωνίες με το τρίτο πρόσωπο στη Συρία, μέσω της εφαρμογής What's up. Επιπροσθέτως, ο κατηγορούμενος 2 αναζήτησε το τρίτο πρόσωπο, αφότου κατέστη σαφές ότι δεν μπορεί να έρθει η σύζυγός του νόμιμα στη Δημοκρατία και επεδίωκε την με οποιοδήποτε τρόπο είσοδο της στη Δημοκρατία. Επίσης, ο κατηγορούμενος 2 γνώριζε και τον αναμενόμενο χρόνο άφιξης της συζύγου του. Τα πιο πάνω καταδεικνύουν συμφωνία μεταξύ του κατηγορουμένου 2 και του τρίτου προσώπου στη Συρία. Επίσης, από τα πιο πάνω προκύπτει από μέρους του κατηγορουμένου 2 και ο σκοπός εκπλήρωσης της συμφωνίας και του παράνομου σκοπού αφού προέβη στην εν λόγω συμφωνία όταν κατέστη σαφές ότι δεν είχε νόμιμο τρόπο να βοηθήσει τη σύζυγό του να εισέλθει στη Δημοκρατία. Από τα πιο πάνω εξάγεται τόσο η συμφωνία όσο και η πρόθεση εκπλήρωσής της από τον κατηγορούμενο 2. Το εάν αποδείχθηκε ή όχι η καταβολή του τιμήματος δεν επηρεάζει την κατάληξη περί συνδρομής των στοιχείων του αδικήματος της συνωμοσίας. Τα στοιχεία που έχουν αποδειχθεί μέσα από την ενώπιον μας αξιόπιστη μαρτυρία, επαρκούν για την στοιχειοθέτηση της κατηγορίας 3 εναντίον του στον απαιτούμενο βαθμό. Καταληκτικά ο κατηγορούμενος 1 αθωώνεται και απαλλάσσεται στην πρώτη κατηγορία που αντιμετωπίζει. Αντιθέτως ο κατηγορούμενος 2 κρίνεται ένοχος στην τρίτη κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ........... Λ. Μουγής, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ........... Μ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ........... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο