← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Έρσης Κουρτελλή κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 286/2021, 13/12/2024

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Έρσης Κουρτελλή κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 286/2021, 13/12/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 286/2021 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας εναντίον

  1. Μάριου Νικολαΐδη
  2. Έρσης Κουρτελλή Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 13.12.2024 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ελ. Γιακουμεττή Για τον Κατηγορούμενο αρ. 1: κ. Γ. Εφφέ Κατηγορούμενος αρ. 1: Παρών ΠΟΙΝΗ Στο κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης περιλαμβάνονται 14 κατηγορίες στις οποίες ο 1ος κατηγορούμενος (στη συνέχεια «ο κατηγορούμενος») αρχικά δήλωσε μη παραδοχή. Ακολούθως παραδέχθηκε τις κατηγορίες 5 έως 8, 12 και 13 και η ποινική δίωξη στις υπόλοιπες κατηγορίες αναστάλθηκε. Οι κατηγορίες 5, 6 και 7 αφορούν το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α και Β και συγκεκριμένα 3,06 γρ. κοκαΐνης, 3,15 γρ. μεθαμφεταμίνης και 16,94 γρ. μεικτού βάρους κάνναβης αντίστοιχα χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας και η 8η κατηγορία το αδίκημα της κατοχής σκεύους κατασκευασμένου για τη λήψη ναρκωτικών ήτοι μιας ζυγαριάς ακριβείας κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Ν.29/
  3. Η 12η κατηγορία αφορά το αδίκημα της παράνομης κατοχής απαγορευμένης ουσίας ήτοι 9 ml Testosterone, 9 ml Nadrolone και 9,8 γρ. της ουσίας Oxymetholove Mestalone που ανήκουν στην ομάδα των στεροειδών αναβολικών κατά παράβαση του περί της Διεθνούς Σύμβασης (Ουνέσκο) κατά του ντόπινγκ στον Αθλητισμό (Κυρωτικού) Νόμου 7(ΙΙΙ)/2009 και τέλος η 13η κατηγορία αφορά το αδίκημα της κατοχής φαρμακευτικού προϊόντος χωρίς άδεια κυκλοφορίας κατά παράβαση των προνοιών του περί Φαρμάκων Ανθρώπινης Χρήσης (Έλεγχος Ποιότητας, Προμήθειας και Τιμών) Νόμου 70(Ι)/2001 και συγκεκριμένα 9 ml Testosterone, 9 ml Nadrolone και 9,8 γρ. της ουσίας Oxymetholove Mestalone. Τα ως άνω αδικήματα διαπράχθηκαν στις 2.12.2020 στην Ορόκλινη της Επαρχίας Λάρνακας. Στην παρούσα υπόθεση δόθηκε η συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας δυνάμει των προνοιών του άρθρου 24

(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 για τη συνοπτική εκδίκασή της. Ο κατηγορούμενος αιτήθηκε και η κατηγορούσα αρχή συγκατατέθηκε όπως για σκοπούς επιβολής ποινής ληφθούν υπόψη στην παρούσα υπόθεση και οι υποθέσεις 5175/2021 και 7294/2024 του Ε.Δ. Λάρνακας τις οποίες επίσης αντιμετωπίζει. Οι 2 κατηγορίες στην υπόθεση 5175/2021 αφορούν το αδίκημα της κατοχής αντικειμένου κατασκευασμένου ή διασκευασμένου για εκκένωση ή εκτόξευση επιβλαβούς υγρού ή αερίου ή χημικής ουσίας ή παρόμοιου υλικού κατά παράβαση των προνοιών του περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113(Ι)/
  1. Τα ως άνω αδικήματα διαπράχθηκαν επίσης στις 2.12.2020 στην Ορόκλινη. Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του 2 αντικείμενα, κατασκευασμένα, το ένα να εκτοξεύει επιβλαβές αέριο και το άλλο να εκτοξεύει ηλεκτρική ενέργεια. Οι κατηγορίες 2 έως 5 και 7 τις οποίες ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην υπόθεση 7294/2024 αφορούν αδικήματα κατά παράβαση των προνοιών του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Ν.29/1977 και συγκεκριμένα τα αδικήματα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α και Β ποσότητας 4,45 γρ. μεθαμφεταμίνης (2η κατηγορία), ιχνών κοκαΐνης (3η κατηγορία), ιχνών μεθαμφεταμίνης (4η κατηγορία), ιχνών κάνναβης (5η κατηγορία) και 1,09 γρ. κάνναβης αντίστοιχα (7η κατηγορία) χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας. Τα γεγονότα της υπόθεσης καθώς και της υπόθεσης 5175/2021 ως εκτέθηκαν από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής και δεν αμφισβητήθηκαν από τον κατηγορούμενο έχουν ως ακολούθως: στις 2.12.2020 έγινε έρευνα στην κατοικία του κατηγορούμενου δυνάμει δικαστικού εντάλματος έρευνας και εντοπίστηκαν ένα τεμάχιο από νάιλον σακούλι εντός του οποίου υπήρχε πράσινη ξηρή φυτική ύλη κάνναβης. Επίσης εντοπίστηκε νάιλον σακούλι εντός του οποίου υπήρχε μεθαμφεταμίνη. Εντοπίστηκαν δύο μικρά νάιλον σακουλάκια τα οποία περιείχαν μεθαμφεταμίνη και μια ζυγαριά ακριβείας. Επίσης σε υπνοδωμάτιο εντοπίστηκε ένα νάιλον σακούλι το οποίο περιείχε πράσινη ξηρή φυτική ύλη κάνναβης. Στην ίδια έρευνα εντοπίστηκε και ένα σπρέι το οποίο εκτοξεύει επιβλαβές αέριο και ένα αντικείμενο το οποίο είναι κατασκευασμένο για να εκτοξεύει ηλεκτρική ενέργεια. Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή και για τις ναρκωτικές ουσίες οι οποίες εντοπίστηκαν. Επίσης στην ίδια έρευνα εντοπίστηκαν και όλα όσα αναφέρονται στις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών 12 και
  2. Επρόκειτο για αναβολικές ουσίες και είναι αυτές που αναφέρονται στις λεπτομέρειες αδικήματος. Τα ναρκωτικά που εντοπίστηκαν ήταν βάρους 3,06 γρ. κοκαΐνης, επίσης 3, 15 γραμμάρια μεθαμφεταμίνης και 16,94 γραμμάρια μεικτού βάρους κάνναβης. Ο Κατηγορούμενος στη συνέχεια έδωσε θεληματική κατάθεση όπου παραδέχτηκε ενοχή. Ως γεγονότα της υπόθεσης 7294/2024 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: στις 19.1.2023 έγινε έρευνα στην κατοικία του κατηγορούμενου όπου διέμενε μαζί με τη σύζυγό του και εντοπίστηκε στην κατοχή του μεθαμφεταμίνη βάρους 4,45 γραμμάρια, μια ζυγαριά ακριβείας, η οποία είχε ίχνη κοκαΐνης, ίχνη μεθαμφεταμίνης, καθώς και ίχνη κάνναβης. Επίσης εντοπίστηκε και ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Β, ήτοι κάνναβη βάρους 1,09 γρ. Ο κατηγορούμενος έδωσε θεληματική κατάθεση στην οποία παραδέχθηκε ενοχή. Αναφέρθηκε επίσης ότι ο κατηγορούμενος βαρύνεται με μια προηγούμενη καταδίκη στην υπόθεση 8705/2016 του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας στην οποία στις 18.5.2017 του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 9 ετών για τα αδικήματα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα. Μετά που το Δικαστήριο ζήτησε να διευκρινιστεί κατά πόσο ο κατηγορούμενος ευεργετήθηκε με αναστολή της ποινής του από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας αναφέρθηκε ότι ο κατηγορούμενος πράγματι ευεργετήθηκε με τέτοια αναστολή ποινής διάρκειας 902 ημερών με τον όρο να μην διαπράξει οποιοδήποτε νέο αδίκημα εντός 3 ετών. Σε περίπτωση διάπραξης άλλου νέου αδικήματος και καταδίκης του για αυτό σε ποινή φυλάκισης ακόμα και μετά τη λήξη της εν λόγω περιόδου των 3 ετών η ανασταλείσα ποινή φυλάκισης θα ενεργοποιείτο αυτόματα εις τρόπον ώστε μετά την έκτιση της οποιασδήποτε τέτοιας νέας ποινής φυλάκισης να εκτίσει στη συνέχεια και το υπόλοιπο της ανασταλείσας ποινής διάρκειας ως αναφέρθηκε 902 ημερών. Στις 31.3.2020 ο κατηγορούμενος απολύθηκε από τις Κεντρικές Φυλακές δυνάμει της εν λόγω αναστολής της ποινής αντί στις 19.9.
  3. Ο δικηγόρος του κατηγορούμενου προς μετριασμό της ποινής παρέδωσε στο Δικαστήριο πολυσέλιδο γραπτό κείμενο με τις θέσεις και εισηγήσεις του στο οποίο αναφέρθηκε στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων και σε μετριαστικούς παράγοντες όπως η παραδοχή του και το γεγονός ότι πλέον δεν προβαίνει σε χρήση ναρκωτικών ουσιών. Μελέτησα με προσοχή και έχω λάβει υπόψη μου όλα όσα οι δικηγόροι των διαδίκων ανέφεραν. Το Δικαστήριο κατά τη διαδικασία επιλογής του είδους της ποινής που θα επιβάλει σε μια συγκεκριμένη υπόθεση λαμβάνει υπόψη του τη σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων ως αυτή προκύπτει από την προβλεπόμενη από τον νόμο ποινή, τις συνθήκες διάπραξής τους καθώς επίσης και τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου. Επιπλέον, σε αδικήματα στα οποία παρατηρείται αυξητική τάση διάπραξής τους η επιβολή αποτρεπτικών ποινών καθίσταται αναγκαία. Στο έργο εξατομίκευσης της ποινής είναι καθήκον του Δικαστηρίου να λαμβάνει επίσης υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη καθώς και εκείνα που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, για εξισορρόπηση της ποινής έτσι ώστε η ποινή να μη συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Από την άλλη όμως η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή (Μιχάλης Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 557). Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής (Γενικός Εισαγγελέας v. Ευαγόρου
(2001)2 Α.Α.Δ. 285). Οι παλαιότερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου που αφορούν στην επιβολή ποινών παρέχουν ένδειξη του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής πλην όμως δεν έχουν τον δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου επειδή η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και των συνθηκών του παραβάτη (Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1, Γεωργίου κ.ά. v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 61/2020, ημερομηνίας 14.7.2022, ECLI:CY:AD:2022:B304 και ANDREI ν. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 164 και 165/2022, ημερομηνίας 23.1.2023). Το άρθρο 6
(1)και
(2)του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/1977 ορίζει ότι είναι αδίκημα κάποιο πρόσωπο να αγοράζει ή προμηθεύεται ή να έχει στην κατοχή του «ελεγχόμενον φάρμακον». Σύμφωνα με τον Τρίτο Πίνακα του Ν.29/1977 το αδίκημα της αγοράς ή προμήθειας ή κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α τιμωρείται με ποινή φυλάκισης 12 χρόνων ή με πρόστιμο και τα ίδια αδικήματα σε σχέση με ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Β τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης 8 ετών ή με πρόστιμο ή και με τις 2 αυτές ποινές. Το άρθρο 10 του επίδικου νόμου ορίζει ότι αποτελεί αδίκημα για οποιοδήποτε πρόσωπο να έχει στην κατοχή του σκεύη κατασκευασμένα για λήψη ναρκωτικών ουσιών και για το αδίκημα αυτό προβλέπεται από τον Τρίτο Πίνακα του άρθρου 30 ποινή φυλάκισης διά βίου ή ποινή προστίμου ή και οι 2 αυτές ποινές. Το άρθρο 30
(4)του Ν.29/1977 ορίζει τα περιστατικά τα οποία καθιστούν το αδίκημα ως ιδιαίτερα σοβαρό και το άρθρο 30
(5)τα περιστατικά που το καθιστούν λιγότερο σοβαρό. Το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής μεταξύ άλλων λαμβάνει υπόψη του τα εν λόγω περιστατικά. Η σοβαρότητα των αδικημάτων που σχετίζονται με τα ναρκωτικά και η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών για τέτοιας φύσεως αδικήματα δεν προκύπτουν μόνο από την ανώτατη προβλεπόμενη ποινή και την ίδια τη φύση τους αλλά έχουν επίσης τονισθεί και από τη σχετική νομολογία. Ενδεικτικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γλυκερίου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 171/2020, ημερ. 8.6.2022, ECLI:CY:AD:2022:B287: «Η νομολογία υπαγορεύει την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε υποθέσεις που αφορούν ναρκωτικές ουσίες. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Ναζίπ ν. Αστυνομίας,
(2014)2(Β) ΑΑΔ 808, η ενασχόληση με τα ναρκωτικά, είτε για ιδία χρήση ή κατά μείζονα λόγο με την εισαγωγή και διάθεση ή προμήθεια σε τρίτους, αποτελεί μέγιστο κίνδυνο στην κοινωνική συνοχή ενόψει των προβλημάτων που επιφέρει η εξάρτηση. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Bora ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 79/2017, ημερ. 13/3/2018, ECLI:CY:AD:2018:B110: «Μπορεί να αποτυπωθεί, ως απαύγασμα της εν λόγω νομολογίας, η ανάγκη για επιβολή αυστηρών ποινών, αποτρεπτικού χαρακτήρα, ακριβώς λόγω των ολέθριων αποτελεσμάτων που ενέχει η εγκληματική αυτή συμπεριφορά. Η αυστηρή μεταχείριση των παραβατών προβάλλει ως επιτακτική, δεδομένης της συχνότητας των υποθέσεων αυτής της μορφής που τίθενται ενώπιον των Δικαστηρίων και της ραγδαίας επιδείνωσης του φαινομένου της κατοχής και διακίνησης ναρκωτικών ουσιών. Η εξαθλίωση των θυμάτων, αλλά και η απώλεια ζωών, κυρίως νέων ανθρώπων, επιβάλλει τη δραστική παρέμβαση και συμμετοχή της δικαιοσύνης στην καθολική προσπάθεια αναχαίτισης της σύγχρονης μάστιγας των ναρκωτικών». Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Κλεομένης ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 350: «Αν και πιστεύουμε ότι επαναλαμβάνουμε εαυτούς και τα τετριμμένα, κρίνουμε σκόπιμο να υπενθυμίσουμε την κατ' επανάληψη επισήμανση της νομολογίας μας «πως τα ναρκωτικά έχουν εξελιχθεί σε μάστιγα και καρκίνωμα της κοινωνίας μας, πληγές οι οποίες δυστυχώς, όπως διαπιστώνουμε από τη συχνότητα των υποθέσεων που έρχονται ενώπιον των δικαστηρίων, όχι μόνο δεν φαίνεται να υποχωρούν, αλλά επιδεινώνονται ραγδαία. Και στη συντριπτική πλειοψηφία τους οι παραβάτες είναι πρόσωπα νεαρής ηλικίας. Είναι πραγματικά λυπηρό, οδυνηρό και τραγικό να διαπιστώνουμε πως η απώλεια ζωών, νέων κυρίως ανθρώπων, έχει γίνει μέρος της καθημερινής μας πραγματικότητας και πως η λίστα των νέων που έχουν εθιστεί στα ναρκωτικά μεγαλώνει μέρα με τη μέρα. Η σκληρή αυτή πραγματικότητα επιτάσσει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών και καθιστά την αυστηρή μεταχείριση των παραβατών επιτακτική». Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 281/2022, ημερ. 27.3.2023, ECLI:CY:AD:2023:B111 τονίστηκε για άλλη μια φορά η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε υποθέσεις ναρκωτικών. Αναφέρθηκε ότι «η σοβαρότητα των αδικημάτων που σχετίζονται με τα ναρκωτικά καθιστούν την ανάγκη για αποτροπή και προστασία της κοινωνίας από το σοβαρό πρόβλημα των ναρκωτικών, μέσω της επιβολής αυστηρών ποινών». Σε άλλο σημείο της ως άνω απόφασης αναφέρθηκε επίσης ότι «όμως παραμένει η αρχή ότι η σοβαρότητα των αδικημάτων που αφορούν σε ναρκωτικά δεν πρέπει να υποβαθμίζεται όταν η ποσότητα των ναρκωτικών δεν είναι μεγάλη». Στην ως άνω υπόθεση Γρηγορίου έγινε αναφορά στην υπόθεση Βαρδάκη ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 186/2021, ημερ. 14.7.2022, ECLI:CY:AD:2022:B302 στην οποία τονίστηκε ότι «Η εμφάνιση ενώπιον των Δικαστηρίων υποθέσεων που αφορούν σε πολύ μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών τα τελευταία χρόνια, δεν πρέπει να οδηγήσει στην υποβάθμιση της σοβαρότητας των υποθέσεων με μικρότερες ποσότητες. Αντίθετα, αναδεικνύεται το τεράστιο πρόβλημα και η ανάγκη καταπολέμησης της διάδοσης των ναρκωτικών σε κάθε της έκφανση. Ωστόσο, η αγωνία των Δικαστηρίων για επίτευξη του πιο πάνω σκοπού δεν πρέπει να παρασύρει στην επιβολή ποινών που εκφεύγουν του μέτρου που η νομολογία έχει καθιερώσει». Στην υπόθεση COSMIN SCORTEANU ν. Αστυνομίας
(2014)2 Α.Α.Δ. 15 απορρίφθηκε έφεση εναντίον απόφασης με την οποία επιβλήθηκε άμεση ποινή φυλάκισης 1 μηνός κατόπιν παραδοχής σε κατηγορία κατοχής χωρίς άδεια ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β ήτοι 6 γραμμαρίων κάνναβης σε κατηγορούμενο με λευκό ποινικό μητρώο που είχε συνεργαστεί με την Αστυνομία παρά την αναφορά του Εφετείου πως η επιβληθείσα ποινή θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αυστηρή. Το άρθρο 5
(2)(β) του περί της Διεθνούς Σύμβασης (Ουνέσκο) κατά του ντόπινγκ στον Αθλητισμό (Κυρωτικού) Νόμου 7(ΙΙΙ)/2009 προνοεί για το αδίκημα της παράνομης κατοχής απαγορευμένης ουσίας κατά παράβαση του άρθρου 5
(1)(ε) του ως άνω νόμου ποινή φυλάκισης μέχρι 5 χρόνια ή ποινή προστίμου μέχρι 50.000 ή και τις 2 αυτές ποινές. Το άρθρο 99 του περί Φαρμάκων Ανθρώπινης Χρήσης (Έλεγχος Ποιότητας, Προμήθειας και Τιμών) Νόμος 70(Ι)/2001 προνοεί ότι όποιος κατέχει φαρμακευτικό προϊόν χωρίς άδεια κυκλοφορίας διαπράττει αδίκημα και υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα 5 χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις 50.000,00 λίρες (περίπου €85.000) ή και τις δύο αυτές ποινές. Στα πλαίσια προσδιορισμού του είδους της κατάλληλης ποινής στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου τη σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων ως αυτή προκύπτει από την προβλεπόμενη για καθένα από αυτά μέγιστη ποινή και από τη σχετική νομολογία. Από την άλλη λαμβάνω υπόψη μου ως μετριαστικό παράγοντα προς όφελος του κατηγορούμενου την παραδοχή του η οποία, παρόλο που δεν ήταν άμεση, δεν παύει από το να αποτελεί ένα σημαντικό μετριαστικό παράγοντα. Στην υπόθεση Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 λέχθηκε ότι «η παραδοχή ενοχής πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή». Σχετικά με τις προηγούμενες καταδίκες ενός κατηγορούμενου στην υπόθεση DYGDALOWICZ ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 11/2021, ημερ. 4.11.2022 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όμως η σημασία των προηγούμενων καταδικών έγκειται στο ότι η ύπαρξη τους τείνει να μειώσει σε κάποιο βαθμό, την επιείκεια που μπορεί να επιδειχθεί. Και τούτο, κυρίως, γιατί αποτελούν ένδειξη της στάσης του κατηγορούμενου στην τήρηση των νόμων (Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου
(1997)2 Α.Α.Δ. 17). Στην Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 306 τονίστηκε και πάλι ότι οι προηγούμενες καταδίκες δεν αποτελούν παράγοντα επιβαρυντικό της ποινής, αλλά επενεργούν ως παράγων περιορισμού της επιείκειας, της οποίας θα μπορούσε να τύχει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος, αν δεν βαρυνόταν με τις προηγούμενες καταδίκες (βλ. επίσης Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565 και Vedat v. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 787)». Από το πιο πάνω απόσπασμα είναι προφανές ότι η προηγούμενη καταδίκη με την οποία βαρύνεται ο κατηγορούμενος και η οποία αφορά ομοειδή αδικήματα με αυτά της παρούσας υπόθεσης τείνουν να μειώσουν την επιείκεια που μπορεί να του επιδειχθεί. Στην υπόθεση Παντελής Κυριάκου Ιωάννου ν. Γεν. Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 598 λέχθηκε πως «όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και άλλα αδικήματα, μπορεί να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή στις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, από εκείνη που θα επέβαλλε αν είχε ενώπιόν του μόνο τις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο». Έχοντας περαιτέρω υπόψη μου ότι ο κατηγορούμενος ευεργετήθηκε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με αναστολή της ποινής του διάρκειας 902 ημερών και ότι τα επίδικα αδικήματα διαπράχθηκαν εντός της περιόδου των 3 ετών από την αποφυλάκισή του με την εν λόγω χάρη καθώς επίσης και τις αρχές και τα θέματα που τέθηκαν με τις υποθέσεις Παπαχρίστου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 62, Σωτηριάδου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 356 και Φραντζίδης ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 63/2022, ημερ. 26.10.2022 κρίνω ότι είναι αναγκαίο στο παρόν στάδιο να εξεταστεί το θέμα της συνολικότητας της ποινής. Στην υπόθεση Ευσταθίου ν. Δημοκρατίας
(2014)2 Α.Α.Δ. 541, λέχθηκε ότι «ένα ποινικό δικαστήριο θα πρέπει πρώτιστα να αναλογίζεται το ορθό ποινικό μέτρο σε κάθε κατηγορία και μετά να εξετάζει το ενδεχόμενο της επιβολής διαδοχικότητας των ποινών. Έχοντας πάντοτε υπόψη, όπως αναφέρθηκε και στη Μιχαήλ (ανωτέρω), με αναφορά στην Prime [1983] 5 Cr. App. R. (S) 127, ότι η αθροιστική ποινή δεν θα πρέπει να είναι υπερβολική. (Σχετικό είναι και το «Definitive Guideline» (ανωτέρω), ιδιαίτερα η σελ. 6.)». Στην ως άνω υπόθεση Παπαχρίστου ν. Αστυνομίας λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι θεμελιωμένη αρχή της επιβολής ποινών ότι όταν επιβάλλονται διαφορετικές ποινές σε ένα κατηγορούμενο ή όταν επιβάλλεται μια ποινή και ταυτόχρονα ενεργοποιείται άλλη ανασταλείσα ποινή, διαδοχικά προς την δεύτερη ποινή που επιβάλλεται, το καθήκον του Δικαστηρίου που επιβάλλει τέτοια ποινή είναι να βεβαιωθεί πως το σύνολο των διαδοχικών ποινών δεν είναι υπερβολικό (Δέστε: Bocskei [1970] 54 Cr. App. R. 519). Το επιβάλλον ποινή Δικαστήριο, υπό συνθήκες όπως της παρούσας υπόθεσης, θα πρέπει να λάβει υπόψη του και την αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του αδικήματος και της ποινής. Σε κάθε περίπτωση η συνολική ποινή που επιβάλλεται σε ένα κατηγορούμενο πρέπει να είναι ανάλογη προς το αδίκημα που διέπραξε. Οι ίδιες αρχές ισχύουν και στην περίπτωση ενεργοποίησης ποινής φυλάκισης διαδοχικά προς την επιβαλλόμενη ποινή. Και πάλιν σε τέτοια περίπτωση το τελικό καθήκον του Δικαστηρίου είναι να εξετάσει κατά πόσο το σύνολο των ποινών είναι υπερβολικό και αν είναι υπερβολικό να το μειώσει έτσι ώστε να είναι δίκαιο για τον κατηγορούμενο (Δέστε: Rafferty, 23.11.71, 2800/B/71, η οποία αναφέρεται στο σύγγραμμα D.A. Thomas, Principles of Sentencing, 2nd Ed., p. 255).». Επίσης στην ως άνω υπόθεση Σωτηριάδου ν. Αστυνομίας λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η καταδίκη επομένως της εφεσείουσας και η επιβολή σ' αυτήν της ποινής φυλάκισης κατά την 14.1.2009 με την υπό έφεση πρωτόδικη απόφαση, θα έχει ως αποτέλεσμα τη διακοπή της αναστολής έκτισης της προηγούμενης ποινής που είχε δοθεί με την Προεδρική απόφαση, και συνακόλουθα η εφεσείουσα μετά την έκτιση της εξάμηνης ποινής φυλάκισης που είναι εδώ αντικείμενο της έφεσης, θα υποχρεούται να εκτίσει διαδοχικά και την υπολοιπόμενη ποινή του 1 έτους, 6 μηνών και 15 ημερών από την προηγούμενή της καταδίκη. Αυτός είναι ο βασικός λόγος για τον οποίο η εφεσείουσα προσέφυγε στο Εφετείο, επικαλούμενη κατά κύριο λόγο το ότι τα γεγονότα που αφορούσαν στην ύπαρξη της Προεδρικής αναστολής και στην αυτόματη ενεργοποίηση της υποχρέωσης έκτισης του υπολοίπου της προηγούμενης ποινής που της είχε επιβληθεί, δεν είχαν τεθεί δυστυχώς υπόψη του πρωτόδικου ποινικού Δικαστηρίου. Εάν δε το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε υπόψη του ότι επιβάλλοντας ποινή φυλάκισης, αυτό θα είχε το πιο πάνω σοβαρό επακόλουθο, ίσως να απέφευγε να επιβάλει μια τέτοια ποινή, ή ενδεχόμενα να ανέστελλε την έκτισή της, έτσι ώστε η συνολική τιμωρία της να μην ήταν τελικά υπερβολική. . Σχολιάζοντας δε την παράλειψη γνωστοποίησης των γεγονότων που σχετίζονταν με την ανασταλείσα ποινή προς το εκδικάζον Δικαστήριο, το Εφετείο επισήμανε ότι τόσο η υπεράσπιση όσο και η κατηγορούσα αρχή είχαν καθήκον να τα αναφέρουν ώστε να ληφθούν και αυτά υπόψη. Παρόμοια με την ανωτέρω ήταν η προσέγγιση του Εφετείου και στην υπόθεση Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 155. Όπως παρατήρησε το Εφετείο στη σελίδα 158 του τόμου των Αποφάσεων, το πρωτόδικο Δικαστήριο μη γνωρίζοντας τη συγκεκριμένη πτυχή της υπόθεσης και τις συνεπαγόμενες επιπτώσεις από την επιβολή ποινής φυλάκισης, επέβαλε την ποινή στον εφεσείοντα και αυτομάτως προκάλεσε την ενεργοποίηση της ανασταλείσας ποινής φυλάκισης, σύμφωνα με τους όρους του προεδρικού εντάλματος. Οπότε, δικαίως ο εφεσείων επαραπονείτο ότι δεν είχε τεθεί το θέμα ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, η συνεκτίμηση του οποίου ενδεχόμενα να οδηγούσε το Δικαστήριο σε άλλη σκέψη. Τελικά το Εφετείο αντικατέστησε την εφεσιβληθείσα ποινή 6μηνης φυλάκισης με εγγύηση £500 για 3 έτη αφού όμως έλαβε υπόψη και το γεγονός ότι είχε ήδη παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από το χρόνο τέλεσης των νέων αδικημάτων. Στη μεταγενέστερη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Ηρακλέους ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 327 και πάλι το Εφετείο απέδωσε ικανή σημασία στο γεγονός πως δεν είχε τεθεί ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου το γεγονός ότι με την επιβολή φυλάκισης θα ενεργοποιείτο αυτόματα και η ανασταλείσα με προεδρικό ένταλμα ποινή, το υπόλοιπο της οποίας ήταν 9 μήνες και 23 ημέρες. Λαμβάνοντας και αυτό υπόψη, το Εφετείο μείωσε την επιβληθείσα για το νέο αδίκημα ποινή από 15 σε 9 μήνες φυλάκιση, έτσι ώστε το σύνολο επιβληθείσας και ενεργοποιηθείσας ποινής να μην ήταν υπερβολικό. Για παρόμοιους λόγους όπως και στις προαναφερθείσες αποφάσεις, το Εφετείο στην πρόσφατη απόφασή του την οποία εξέδωσε στη Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(2009)2 A.A.Δ. 243, διέταξε την αναστολή έκτισης επιβληθείσας ποινής 14μηνης φυλάκισης, η επιβολή της οποίας θα είχε ως αποτέλεσμα την ενεργοποίηση άλλης ποινής 3 περίπου ετών η οποία είχε ανασταλεί με προεδρικό ένταλμα. Έλαβε όμως σοβαρά υπόψη του το Εφετείο στην κατάληξή του αυτή, το ότι είχε παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα μεταξύ της διάπραξης του νέου αδικήματος και της επιβολής ποινής, καθώς επίσης έλαβε ιδιαίτερα υπόψη το γεγονός ότι στο μεταξύ οι προσωπικές συνθήκες του εφεσείοντα άλλαξαν ουσιωδώς υπέρ του. Τονίζοντας τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης, το Εφετείο ανέστειλε την έκτιση της ποινής έτσι ώστε να μην είχε ως συνέπεια την ενεργοποίηση της ποινής που είχε ανασταλεί με προεδρική απόφαση.». Στην ως άνω υπόθεση Φραντζίδης ν. Αστυνομίας λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Αναμφίβολα το γεγονός ότι με την επιβολή ποινής φυλάκισης η περίοδος φυλάκισης των 361 ημερών θα ενεργοποιείτο αυτόματα, ήταν παράμετρος που θα έπρεπε να είχε αντίχτυπο στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου και δεν μπορεί παρά να ληφθεί υπόψη από το Εφετείο (Σωτηριάδου, 361-3 και Χρίστου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. Αρ.151/2020, ημερ. 18.5.2021, ECLI:CY:AD:2021:B207). Επομένως, ό,τι ενδιαφέρει είναι η ορθότητα της επιβληθείσας ποινής λαμβάνοντας υπόψη τη συνέπεια της αυτόματης ενεργοποίησης στην περίπτωση επιβολής ποινής φυλάκισης που, επαναλαμβάνουμε, δεν ήταν υπόψη του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Ακόμα και έτσι, η ποινή της φυλάκισης ήταν αναπόφευκτη. Η φύση του αδικήματος και το είδος και η ποσότητα των ναρκωτικών που ο Εφεσείων κατείχε, δεν άφηναν άλλη επιλογή. Ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στις καταστροφικές συνέπειες που επιφέρει η χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών, κυρίως από νεαρά πρόσωπα και την ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών, παραθέτοντας περικοπή από την Ismen Bora ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. Αρ.79/2017, ημερ.13.3.2018, ECLI:CY:AD:2018:B
  1. Ούτε οι προσωπικές περιστάσεις του Εφεσείοντα θα μπορούσαν να συνδράμουν ώστε να επιλεγεί άλλου είδους ποινή. Το ποινικό του μητρώο αρχίζει από το
  2. Φυλακίστηκε τέσσερις φορές, σε αντίστοιχο αριθμό υποθέσεων, που αφορούσαν διαρρήξεις, σε δύο από τις οποίες είχαν ληφθεί υπόψη αριθμός άλλων υποθέσεων, κυρίως διαρρήξεις. Είχε καταδικαστεί σε φυλάκιση τριών χρόνων το 2001, σε φυλάκιση τριών χρόνων το 2004, σε φυλάκιση τεσσάρων χρόνων το 2007 και σε φυλάκιση επίσης τεσσάρων χρόνων το
  3. Η φυλάκιση των πέντε χρόνων που τώρα εκτίει, δεν συνιστά προηγούμενη καταδίκη σε σχέση με την εφεσιβαλλόμενη ποινή. Ορθά λοιπόν σημειώθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι η επιείκεια που θα μπορούσε διαφορετικά να επιδειχτεί, είχε περιοριστεί σε ουσιαστικό βαθμό. Και όση συμπάθεια και αν δικαιολογείται για τα όσα βίωσε ο Εφεσείων στην παιδική του ηλικία, δεν θα μπορούσαν, στις περιστάσεις της υπόθεσης, να δικαιολογήσουν άλλη ποινή. . Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της αναστολής της ποινής που επέβαλε. Κρίνουμε ότι ενήργησε μέσα στα ορθά πλαίσια και η κατάληξη του ήταν απόλυτα δικαιολογημένη. Ποινή φυλάκισης μπορεί να ανασταλεί ώστε να δοθεί μια περαιτέρω ευκαιρία στον καταδικασθέντα για αναμόρφωση εκτός των φυλακών, με το ενδεχόμενο της ενεργοποίησης σε περίπτωση παραβίασης των όρων της αναστολής συνήθως να επενεργεί ανασταλτικά για τη διάπραξη νέου αδικήματος. Το ποινικό μητρώο του Εφεσείοντα κάθε άλλο παρά συνηγορούσε υπέρ της αναστολής. Περαιτέρω, ακόμα μια φορά στο παρελθόν είχε λάβει Προεδρική χάρη και αδικοπράγησε επιστρέφοντας στη φυλακή, ενώ στην προκειμένη περίπτωση, διέπραξε τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης δυόμισι μήνες μετά που του απονεμήθηκε χάρη από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Ως προς το ζήτημα κατά πόσο η ποινή θα ήταν διαδοχική ή θα συνέτρεχε με την ποινή φυλάκισης που εξέτιε ο Εφεσείων, το πρωτόδικο Δικαστήριο καθοδηγήθηκε ορθά από τη σχετική νομολογία και την εφάρμοσε. Διαπίστωσε ότι τα αδικήματα στα οποία είχε επιβάλει ποινές δεν αποτελούσαν μέρος μιας ενιαίας ενέργειας σε σχέση με το αδίκημα του εμπρησμού για το οποίο ο Εφεσείων ήταν στη φυλακή, καταλήγοντας ότι η ποινή που επέβαλε δεν δικαιολογείτο να συντρέχει με τη φυλάκιση που εξέτιε ο Εφεσείων. Η συνολικότητα της ποινής είναι θεμελιακή αρχή που εφαρμόζεται κατά την επιβολή ποινής. Υπαγορεύει ότι η τιμωρία δεν πρέπει να είναι δυσανάλογη ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη του καταδικασθέντα. Όχι μόνο στα πλαίσια της υπόθεσης που εκδικάζεται, αλλά και με αναφορά σε υποθέσεις που λαμβάνονται υπόψη ή που έχει ήδη καταδικαστεί και του επιβλήθηκε ή και εκτίει ποινή (Χριστοφόρου ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 443, 447-8). Ωστόσο, παράμετρος που δεν πρέπει να παραγνωρίζεται είναι ότι η ποινή που θα επιβληθεί, δεν πρέπει να είναι τέτοια που να δημιουργεί στον κατηγορούμενο το αίσθημα ότι δεν τιμωρήθηκε για την αδικοπραξία του και γενικότερα την εντύπωση ότι μπορεί κάποιος να αδικοπραγεί χωρίς ουσιαστικές συνέπειες. Ότι εφόσον έχει αδικοπραγήσει, θα είναι δυνατόν άλλες αδικοπραγίες του, έστω μικρότερης σοβαρότητας, να απορροφηθούν από την σοβαρότερη εξαλείφοντας κάθε συνέπεια. Η ποινή που επέβαλε το πρωτόδικο Δικαστήριο, με τα δεδομένα που είχαν τεθεί ενώπιον του, ήταν απρόσβλητη. Έλαβε υπόψη του τα γεγονότα της υπόθεσης, την καθυστέρηση και τους υπόλοιπους μετριαστικούς παράγοντες. Ορθά αποφάσισε να επιβάλει ποινή φυλάκισης και ορθά έκρινε ότι δεν θα έπρεπε να την αναστείλει, αλλά ούτε και να διατάξει να συντρέχει με τη φυλάκιση που εξέτιε ο Εφεσείων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επιμέτρησε την ποινή που θα επέβαλλε έτσι ώστε για τις επίδικες αδικοπραξίες του ο Εφεσείων να εκτίσει ποινή φυλάκισης για ακόμα ένα χρόνο. Η πραγματικότητα όμως ήταν ότι με την αυτόματη ενεργοποίηση, θα εξέτιε ποινή φυλάκισης για ακόμα δύο χρόνια. Η περίοδος των 361 ημερών αφορούσε παρελθούσα συμπεριφορά του, όμως είχε ευεργετηθεί με την αναστολή της και η ποινή για τις επίδικες αδικοπραξίες προκαλούσε την ενεργοποίηση της. Η ενεργοποίηση ήταν συνέπεια της επιβληθείσας ποινής, που έτσι επιτεινόταν ως προς τις επιβαρυντικές συνέπειες της για τον Εφεσείοντα. Υπό τις περιστάσεις, η επέμβαση του Εφετείου καθίσταται επιβεβλημένη. Η επιβληθείσα ποινή στην κατηγορία 2 μειώνεται σε έξι μήνες φυλάκιση, συντρέχουσα με τις ποινές που επιβλήθηκαν στις άλλες δύο κατηγορίες και που θα εκτιθεί διαδοχικά προς την ποινή που εκτίει ο Εφεσείων, όπως διέταξε το πρωτόδικο Δικαστήριο. Σε αυτή την έκταση ο λόγος έφεσης 1 επιτυγχάνει, ενώ οι λόγοι έφεσης 2 και 3 απορρίπτονται.». Το θέμα της συνολικότητας της ποινής εξετάστηκε στην υπόθεση Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 443 στην οποία λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Η αρχή της συνολικότητας της ποινής ισχύει βεβαίως στην Κύπρο όπως ισχύει και στην Αγγλία. Επεκτείνεται πέραν της περίπτωσης διαδοχικών ποινών που επιβάλλονται από το ίδιο δικαστήριο την ίδια ώρα στην ίδια ή σε διαφορετικές υποθέσεις και καλύπτει περιπτώσεις όπως η προκειμένη στην οποία οι ποινές επιβάλλονται από διαφορετικό δικαστήριο σε διαφορετικό χρόνο και σε διαφορετικές υποθέσεις. Ακόμα, δεν περιορίζεται σε αδικήματα που είναι όμοια ή σχετίζονται μεταξύ τους ως μέρος μίας ενιαίας ενέργειας, ως προς τα οποία ο γενικός κανόνας είναι ότι δεν πρέπει να επιβάλλονται διαδοχικές ποινές (ίδε και Αχιλλέως ν. Αστυνομίας
(1989)1 Α.Α.Δ. 331). Επίκεντρο της είναι ο τιμωρούμενος και προοπτική της η αποφυγή υπέρμετρης ή δυσανάλογης ποινής ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη του. Και υπόβαθρο της είναι οι ευρύτεροι παράμετροι που διέπουν την αναλογικότητα της τιμωρίας προς το έγκλημα και που έχουν έρεισμα στις θεμελιακές αρχές του δικαίου και αναγνώριση στο Σύνταγμα και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, υπό το φως των οποίων και θα πρέπει να εφαρμόζεται το άρθρο 117
(2)και να ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ύψος της επιβληθησομένης ποινής. Εφόσον πρόκειται για στέρηση της ελευθερίας του ατόμου για σκοπούς τιμωρίας, η ποινική ευθύνη του τιμωρούμενου πρέπει να αντικρίζεται διαχρονικά σαν σύνολο σε κάθε δεδομένη περίπτωση φυλάκισής του. Ειδικά στην περίπτωση όπως η προκειμένη, στην οποία επιβάλλεται ποινή ενώ ο τιμωρούμενος εκτίει άλλη ποινή, αποτελούν καλό κανόνα τα λεχθέντα από το Richards, J., στην υπόθεση R v. Watts [2000] 1 Cr. App. R. (S.) 460, στην οποία μας ανέφερε ο κ. Πικής: "If the offence had fallen to be dealt with at the same time would the same total sentence have resulted. If not, then the total produced by making the sentences consecutive may be disproportionate and excessive." Ο κανόνας αυτός αντιστοιχεί προς το γενικό κανόνα που το δικαστήριο, όταν εξετάζει το ενδεχόμενο επιβολής συντρεχουσών ή διαδοχικών ποινών, εφαρμόζει ως απόρροια της αρχής της συνολικότητας της ποινής. Όπως το έθεσε ο Lawton, L.J., στην υπόθεση R. v. Barton, October 6, 1972 (αναφερόμενη στο Encyclopaedia of Current Sentencing Practice, section A5-3A) (στην οποία επίσης μας ανέφερε ο κ. Πικής) υποδεικνύοντας το καθήκον του δικαστηρίου: "It must look at the totality of the criminal behaviour and ask itself what is the appropriate sentence for all the offences." Και πάλι δε ο Lawton, L.J., στην υπόθεση R. v. Holderness, July 15, 1974 (αναφερόμενος στην ως άνω Encyclopaedia, section Α5-3Β): "... the step which this Court on numerous occasions has said should be taken, namely of standing back and looking at the overall effect of the sentences which had been passed."». Επίκεντρο της αρχής της συνολικότητας της ποινής αποτελεί η αποφυγή υπέρμετρης ή δυσανάλογης ποινής ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου (Αχιλλέως ν. Αστυνομίας, ανωτέρω, Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 443, Παναγή ν. Αστυνομίας (Αρ. 1)
(2012)2 ΑΑΔ 512, Φράγκου ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 13). Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω και λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη μου αφενός ότι σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ως αρμόζουσα ποινή για να επιβληθεί στην παρούσα υπόθεση αυτή της ποινής φυλάκισης ο κατηγορούμενος θα κληθεί μετά την έκτισή της να εκτίσει και την ποινή των 902 ημερών για την οποία του απονεμήθηκε Προεδρική χάρη και αφετέρου τις αρχές που διέπουν το θέμα της συνολικότητας της ποινής κρίνω πως υπό τις περιστάσεις αρμόζουσα ποινή είναι αυτή του προστίμου. Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω επιβάλλω στον κατηγορούμενο τις πιο κάτω ποινές: · στην 5η κατηγορία ποινή προστίμου €1.250,00 · στην 6η κατηγορία ποινή προστίμου €1.250,00 · στην 7η κατηγορία ποινή προστίμου €750,00 · στην 8η κατηγορία καμία ποινή · στη 12η κατηγορία καμία ποινή γιατί τα γεγονότα της εμπεριέχονται στα γεγονότα της 13ης κατηγορίας · στη 13η κατηγορία ποινή προστίμου €1.250,00 Το ποσό του προστίμου το οποίο επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο να συμψηφιστεί με το ποσό της εγγύησης ύψους €20.000 το οποίο αυτός κατέθεσε στο Δικαστήριο και το υπόλοιπο να του επιστραφεί. Κατά την επιμέτρηση της ποινής λήφθηκαν υπόψη και οι υποθέσεις 5175/2021 και 7294/2024 του Ε.Δ. Λάρνακας (Υπ.) .................................. Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.