← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. BOYAN STOYCHEV, Υπόθεση Αρ.: 5158/2023, 26/6/2024

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. BOYAN STOYCHEV, Υπόθεση Αρ.: 5158/2023, 26/6/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Λ. Μουγής, Π.Ε.Δ. Μ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Υπόθεση Αρ.: 5158/2023 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ v. BOYAN STOYCHEV Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 26 Ιουνίου 2024 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Μ. Κουτσόφτας. Για τον Κατηγορούμενο: Ο κ. Κ. Ταμπούρλας. Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος έχει βρεθεί ένοχος μετά από ακροαματική διαδικασία στα αδικήματα της κλοπής από υπηρέτη, κατά παράβαση των άρθρων 255 και 268 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (κατηγορία 1) και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά παράβαση του Περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου, Ν. 188(Ι)/2007 (κατηγορία 2). Τα γεγονότα που συνθέτουν τη διάπραξη των αδικημάτων αναφέρονται στην αιτιολογημένη απόφαση του Δικαστηρίου που δόθηκε στις 4/6/

  1. Για σκοπούς της παρούσας, παραθέτουμε αυτολεξεί τα ευρήματα του Δικαστηρίου: «Οι σύζυγοι Yuriy Derevyanko MK4 και Anastasiia Zvierieva ΜΚ5, κατάγονται από την Ουκρανία και τον Μάιο του 2022 ήρθαν στην Κύπρο μαζί με τα παιδιά τους λόγω του πολέμου στην χώρα τους. Ενοικίασαν την οικία αριθμός 3 στην [ ] στα Περβόλια. Προέβηκαν σε αγγελία για εργοδότηση μάγειρα, θέση για την οποία εξέφρασε ενδιαφέρον ο κατηγορούμενος ο οποίος και προσελήφθηκε. Η ΜΚ5 του ανέθεσε τα καθήκοντα του η οποία και του καθόρισε και τους χώρους εντός της οικίας που θα διακινείτο που ήταν η κουζίνα και το ισόγειο. Ο μισθός του συμφωνήθηκε στα €1900 μηνιαίως. Λόγω του ότι διέμενε στα Μανδριά της Πάφου, ενοικίασε διαμέρισμα στο Μενεού με το ενοίκιο να καταβάλλεται από τους εργοδότες του. Ο κατηγορούμενος διακινείτο με το όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ], που είχε ενοικιάσει από την εταιρεία Zampus Trading Ltd στις 25/11/
  2. Ερχόμενοι στην Κύπρο οι ΜΚ4 και ΜΚ5, έφεραν το ποσό των 100.000 Δολαρίων Αμερικής, €45.000-€50.000 και διάφορα κοσμήματα. Τα πιο μεγάλης αξίας κοσμήματα μαζί με τα χρήματα τοποθετήθηκαν σε ένα έπιπλο τύπου poof με καπάκι εντός του υπνοδωματίου τους. Τα μικρότερης αξίας καθημερινά κοσμήματα τοποθετήθηκαν σε κουτάκι και πάλι εντός του υπνοδωματίου τους. Στις 15/7/2022 οι ΜΚ4 και ΜΚ5 μετέβηκαν στην Αγία Νάπα μαζί με τα τρία από τα τέσσερα παιδιά τους ενώ στο σπίτι έμειναν οι δύο νταντάδες με το μικρότερο τέταρτο παιδί και ο κατηγορούμενος. Κατά την επιστροφή τους το βράδυ της ίδιας ημέρας η ΜΚ5 πήγε να τοποθετήσει τα σκουλαρίκια που φορούσε στο κουτάκι με τα υπόλοιπα καθημερινά κοσμήματα. Διαπίστωσε ότι το κουτάκι ήταν άδειο. Ενημέρωσε το σύζυγο της για το γεγονός αυτό και μαζί πήγαν για να κοιτάξουν και για τα υπόλοιπα κοσμήματα. Διαπίστωσαν ότι και τα κοσμήματα αλλά και τα χρήματα έλειπαν. Έψαξαν και στο υπόλοιπο σπίτι χωρίς όμως αποτέλεσμα. Ο κατηγορούμενος αν και το πρωινό της 15/7/2022 είχε μεταβεί στην οικία που εργαζόταν, εν τούτοις κατά τις 13:05, που η Victoria Larionova είχε κατεβεί στο ισόγειο μέρος της κατοικίας, δεν βρισκόταν στο σπίτι. Ο κατηγορούμενος οδήγησε το όχημα με αριθμούς εγγραφής [] από την οικία των εργοδοτών του στη Λεωφόρο Μακαρίου στη Λευκωσία όπου και το εγκατέλειψε χωρίς να ενημερώσει την ιδιοκτήτρια εταιρεία. Στη συνέχεια και ώρα 14:40 μετέβηκε στις κατεχόμενες περιοχές από όπου και έφυγε από την Κύπρο. Στις 16/7/2022 ο ΜΚ4 μετέβηκε στον αστυνομικό σταθμό Κιτίου και κατάγγειλε την κλοπή των χρημάτων και των κοσμημάτων. Από έρευνα στην οικία δεν διαπιστώθηκε παραβίαση της. Την ίδια μέρα εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του κατηγορούμενου. Το όχημα μετά από εντοπισμό του στη Λεωφόρο Μακαρίου στη Λευκωσία, μεταφέρθηκε στον αστυνομικό σταθμό Κιτίου. Σε έρευνα του, που έγινε στις 18/7/2022, εντοπίστηκαν ένα δακτυλίδι χρώματος άσπρου χρυσού με μαργαριτάρι, ένα δακτυλίδι αρραβώνα χρώματος άσπρου χρυσού με μαύρο κεραμικό περιμετρικά, δύο σκουλαρίκια χρώματος άσπρου χρυσού με μαργαριτάρια και μία καδένα χεριού χρώματος ασημί. Η ΜΚ5 τα αναγνώρισε ως μέρος των κοσμημάτων που κλάπηκαν από την οικία της. Διεξάχθηκε έρευνα και στο διαμέρισμα που διέμενε ο κατηγορούμενος χωρίς να εντοπιστεί κλαπείσα περιουσία. Στις 22/7/2022 εκδόθηκε Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης. Εκδόθηκε επίσης και Ερυθρά Αγγελία μέσω της Interpol. Ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε στη Γεωργία και στις 17/5/2023 παραδόθηκε στους ΜΚ8 και αστυφύλακα 3736 Στ. Βασιλείου η οποίοι μετέβηκαν εκεί για την παραλαβή και μεταφορά του στην Δημοκρατία. Παραδόθηκε στον ΜΚ8 και το τεκμήριο 14 αλλά και πέντε άλλοι φάκελοι, αντικείμενα που παρέδωσε στον λοχία Κουμή. Το τεκμήριο 14 περιείχε μέρος των κλαπέντων κοσμημάτων και εντοπίστηκαν από τις Γεωργιανές αρχές μετά από έρευνα στο όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος. Με την άφιξη τους στην Κύπρο ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε και του παραδόθηκαν τα δικαιώματα του τα οποία διάβασε και υπέγραψε.» Τέθηκε από πλευράς κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Για σκοπούς μετριασμού και επιβολής ποινής o συνήγορος του κατηγορούμενου αγορεύοντας ενώπιον του Δικαστηρίου, υιοθέτησε την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας όπου αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος κατάγεται από τη Βουλγαρία, είναι ηλικίας 54 ετών, νυμφευμένος και πατέρας δύο ενήλικων τέκνων. Ο πατέρας του πριν τη συνταξιοδότηση του ήταν στρατιωτικός και απεβίωσε το 1994 σε ηλικία 70 ετών. Η μητέρα του ηλικίας 77 ετών, πριν τη συνταξιοδότηση της, ήταν διευθύντρια ιδιωτικής εταιρείας στη Βουλγαρία και από τον 9/22 έχει εγκατασταθεί στη Ρωσία. Μετά την αποφοίτηση του κατηγορούμενου από το λύκειο, την περίοδο 1987-1989, εξέτισε υποχρεωτική στρατιωτική θητεία στη Βουλγαρία. Ακολούθως, μετέβηκε στην Ιταλία για σπουδές μαγειρικής, διάρκειας 1,5 ετών και το 1990 μετέβηκε στη Ρωσία για σκοπούς εργασίας ως μάγειρας. Στη Ρωσία γνώρισε τη σύζυγό του με την οποία είναι παντρεμένοι 30 χρόνια. Η σύζυγος του εργάζεται ως γιατρός-φυσιοθεραπεύτρια στη Μόσχα. Έχουν αποκτήσει 2 παιδιά και 3 εγγόνια. Το 2002 ο κατηγορούμενος ήρθε στην Κύπρο για σκοπούς εργασίας αφήνοντας την οικογένεια του στη Ρωσία. Για 20 χρόνια πηγαινοερχόταν τακτικά στη Ρωσία και η οικογένεια του τον επισκεπτόταν τα καλοκαίρια στην Κύπρο. Έχει εργασθεί σε διάφορα εστιατόρια και ξενοδοχεία ως μάγειρας με μικρά διαστήματα ανεργίας κάθε φορά. Περαιτέρω, ο συνήγορος του κατηγορούμενου ανέφερε ότι ο τελευταίος βρίσκεται στην Κυπριακή Δημοκρατία εδώ και 23 χρόνια, χωρίς ποτέ να απασχολήσει τις Διωκτικές Αρχές με οποιοδήποτε αδίκημα. Έθεσε επίσης ότι το επίδικο διάστημα ο κατηγορούμενος βρίσκονταν σε μια πολύ δύσκολη περίοδο και αισθανόταν ένταση και ανησυχία γιατί ο 26χρόνος τότε γιος ο οποίος αντιμετώπιζε σοβαρά ψυχιατρικά προβλήματα προέβη σε απόπειρα αυτοκτονίας, γεγονός που αναστάτωσε τη ζωή όλης της οικογένειας και κυρίως του ίδιου του κατηγορούμενου που βρισκόταν μακριά από τον γιο του και την οικογένεια του. Κάλεσε επίσης το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του τις επιπτώσεις που η αναμενόμενη, ως την χαρακτήρισε, ποινή φυλάκισης που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο θα έχει στην οικογένεια του. Πρόσθεσε ότι ο κατηγορούμενος με την εργασία του στην Κύπρο προσπαθούσε να βοηθήσει τη μητέρα του, τη σύζυγό του και τα δύο παιδιά του και εδώ και 2 χρόνια δεν τυγχάνουν της βοήθειάς του και δεν θα την λαμβάνουν για πολύ περισσότερο χρόνο αναλόγως της ποινής που θα επιβληθεί. Αναφέρθηκε επίσης στα ιατρικά προβλήματα που αντιμετωπίζει και έχουν σχέση με την όραση και τα νεύρα του για τα οποία λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Κάλεσε τέλος το Δικαστήριο να δείξει κάθε δυνατή επιείκεια. Έχει κατ' επανάληψη τονισθεί ότι η σοβαρότητα ενός αδικήματος αντικατοπτρίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπει ο Νόμος (βλ. Λεβέντης ν. Αστυνομίας

(1999)2 ΑΑΔ 632, Βραχίμη ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 727, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Evans
(2005)2 ΑΑΔ 639). Στην υπό εξέταση περίπτωση, σε ότι αφορά το αδίκημα της κλοπής από υπηρέτη προνοείται ποινή φυλάκισης δεκατεσσάρων χρόνων. Για το δε αδίκημα της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες προβλεπόμενη ποινή είναι αυτή της φυλάκισης των δεκατεσσάρων χρόνων ή χρηματική ποινή μέχρι πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ (€500.000) ή και οι δύο αυτές ποινές. Η σοβαρότητα τους όμως δεν φαίνεται μόνο από τις ποινές που προβλέπονται από τον Νόμο αλλά και από το γεγονός ότι αδικήματα κατά της περιουσίας διαπράττονται με ιδιαίτερη συχνότητα για το οποίο λαμβάνουμε γνώση από τον πολύ μεγάλο αριθμό υποθέσεων που καταχωρούνται ενώπιον των Δικαστηρίων. Σύμφωνα δε με τη νομολογία, σε αδικήματα της εξεταζόμενης φύσης, πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές λόγω του ότι οι κλοπές και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή εγκληματικότητας, δημιουργούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαταράσσουν το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών (βλ. Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ 565, Παναγίδη ν Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 104, 106, Τσιλικίδης ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 272, Balampanidιs ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 210/18, ημερομηνίας 10/5/2019, ECLI:CY:AD:2019:B178 και Manga Ekole v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 108/2021, 15/2/2022), ECLI:CY:AD:2022:B62. Ειδικότερα, σε ότι αφορά το αδίκημα της κλοπής από υπηρέτη, στην υπόθεση Attorney-General of The Republic ν. Vasiliotis
(1967)2 CLR 20 επισημάνθηκε η σπουδαιότητα και η ανάγκη διασφάλισης της σχέσης ασφάλειας και εμπιστοσύνης που πρέπει να υπάρχει μεταξύ εργοδότη και εργοδοτούμενου. Λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Stealing by servant tends to undermine the basis, upon which hundreds of people carry on their business as employers, or earn their living as employees. The relationship of trust and confidence which must always exist between them, is of great importance; and is entitled to adequate protection from the Law.» Περαιτέρω, στην υπόθεση Gheorghe Lucian και Άλλοι ν. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 824, λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Στις πλέον πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με υποθέσεις διάρρηξης και κλοπής, επανατονίσθηκε, η χωρίς σημεία κάμψης συνεχόμενη αυξητική τάση των διαρρήξεων και κλοπών, γεγονός που κλονίζει την ασφάλεια που πρέπει να αισθάνεται κάθε πολίτης ενός εύνομου κράτους, (Φραντζίδης ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 146). Παρόμοια επισήμανση ως προς το γεγονός ότι αδικήματα της φύσεως αυτής απασχολούν σχεδόν καθημερινά τα Δικαστήρια, με αποτέλεσμα οι ποινές που επιβάλλονται να πρέπει να είναι αποτρεπτικές, έγινε και στις υποθέσεις Bukowski και άλλος v. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 92. . Αναφορά μπορεί να γίνει και στην Τσιλικίδης ν. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 272 στην οποία το Εφετείο απέρριψε την έφεση κατά της ποινής των τριών ετών που επιβλήθηκε σε άτομο ηλικίας 23 ετών με λευκό ποινικό μητρώο για έξι διαρρήξεις και κλοπές που απέφεραν στον εφεσείοντα τιμαφλή και μετρητά ύψους €64.000 περίπου, από τα οποία τίποτε δεν επιστράφηκε στους δικαιούχους. Το Εφετείο τόνισε εκ νέου ότι κλοπές, διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα παραμένουν στην πρώτη γραμμή εγκληματικότητας, χωρίς σημεία κάμψης. Τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα εφόσον δημιουργούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαταράσσουν το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών. Περαιτέρω, στην ακόμη πιο πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην Bezanidis v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 785, όχι μόνο επιβεβαιώθηκαν τα πιο πάνω, αλλά έγινε αναφορά και στις υποθέσεις Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342 και Κλεοβούλου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 485, στις οποίες τονίστηκε η ανάγκη για αποτροπή τόσο των ιδίων των παραβατών, όσο και της αναχαίτησης τρίτων από τη διάπραξη ομοίων ή παρομοίων εγκλημάτων. Η κατανόηση που το Δικαστήριο οφείλει να επιδεικνύει στις προσωπικές περιστάσεις του δράστη δεν υπερφαλαγγίζει την ανάγκη της αποτροπής υπό το φως των περιστατικών και της φύσης των ιδίων των αδικημάτων.» Σε αδικήματα κλοπών, στην επιμέτρηση της ποινής λαμβάνεται υπόψη η αξία της κλαπείσας περιουσίας και τυχόν επιστροφή, έστω μέρους αυτής, ή η αποζημίωση του θύματος (βλ. Τσιλικίδης (ανωτέρω) και Τζιαμά ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 17/2017, ημερομηνίας 18/12/2017), ECLI:CY:AD:2017:B468. Περαιτέρω, μέσα από τη νομολογία προκύπτει ότι προσμετρά επιβαρυντικά στην επιμέτρηση, η με συστηματικό τρόπο τέλεση των αδικημάτων των διαρρήξεων και κλοπών (βλ. Παναγή ν. Δημοκρατίας
(1993)2 ΑΑΔ 47 και Σωκράτους ν Δημοκρατίας
(2016)2Α ΑΑΔ 167), η τάση επαναλαμβανόμενης συμπεριφοράς (βλ. Φραντζίδης ν Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 146), η πρόκληση ζημιών σε περιουσία ή τραυματισμών σε ενοίκους (βλ. Χρίστου ν Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 85 και Τράντας ν. Αστυνομίας
(2016)2Β ΑΑΔ 1116) ως επίσης και η ύπαρξη προσχεδιασμού (βλ. Lungu ν Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 545). Εν προκειμένω, τόσο η αξία της κλοπιμαίας περιουσίας όσο και οι συνθήκες διάπραξης της κλοπής εκ μέρους του κατηγορούμενου είναι ιδιαίτερα επιβαρυντικά για τον ίδιο. Όπως προκύπτει από την καταδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος έκλεψε από την οικία των εργοδοτών του διάφορα χρυσαφικά αξίας περί τις €80.000, το χρηματικό ποσό των €45.000 σε μετρητά και το χρηματικό ποσό των $100.000 σε μετρητά. Μάλιστα, δεν επέστρεψε οποιοδήποτε μέρος της κλοπιμαίας περιουσίας. Ήταν μετά από την καταγγελία του ιδιοκτήτη της στην αστυνομίας που εντοπίστηκε μόνο μέρος των κοσμημάτων κατόπιν έρευνας που διενήργησαν στο όχημα ενοικιάσεως που χρησιμοποιούσε ο κατηγορούμενος και το οποίο εγκατέλειψε πριν φύγει από την Κύπρο ως επίσης και μετά από έρευνα που διενήργησαν οι Γεωργιανές αρχές στο όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος στη Γεωργία όπου συνελήφθη. Ο ίδιος δηλαδή ουδέποτε επέστρεψε τα κλοπιμαία ή και μέρος αυτών αφού επέμενε στην θέση του μέχρι τέλους, ως είχε κάθε δικαίωμα, ότι δεν είχε διαπράξει τα αδικήματα που του καταλόγισαν. Περαιτέρω, όπως επίσης προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ο τρόπος δράσης του κατηγορούμενου καταδεικνύει ένα οργανωμένο από τον ίδιο σχέδιο. Είχε σχεδιάσει την κλοπή της περιουσίας γνωρίζοντας από προηγουμένως ότι οι εργοδότες του μαζί με τα τρία μεγαλύτερα παιδιά τους θα έφευγαν από το σπίτι το πρωί της 15/7/2022 και γνωρίζοντας επίσης ότι είχαν χρήματα και κοσμήματα στην οικία. Αφού έκλεψε τα κοσμήματα και τα χρήματα, επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητο που ο ίδιος είχε ενοικιάσει και χρησιμοποιούσε από τις 25/11/2021, μεταβαίνοντας στη Λευκωσία όπου το εγκατέλειψε σε σημείο της Λεωφόρου Μακαρίου, χωρίς να ειδοποιήσει την ιδιοκτήτρια εταιρεία. Στη συνέχεια, μετέβη στις κατεχόμενες περιοχές και εγκατέλειψε την Κύπρο. Χρειάστηκε μάλιστα να ενεργοποιηθεί ο μηχανισμός έκδοσης Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και ερυθράς αγγελίας μέσω της Interpol για να καταστεί εν τέλει δυνατή η σύλληψη του από τις Γεωργιανές Αρχές δύο περίπου μήνες αργότερα στη Γεωργία και να παραδοθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία πολύ αργότερα, ήτοι στις 17/5/2023. Η όλη συμπεριφορά και τρόπος δράσης του που μάλιστα δεν δίστασε να μεταβεί στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές προκειμένου να εγκαταλείψει την Κυπριακή Δημοκρατία, δεν καταδεικνύει τίποτε άλλο από προσπάθεια διαφυγής για αποφυγή των ευθυνών του. Παρά τα πιο πάνω όμως το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής δεν μειώνεται αλλά ούτε και ατονεί αφού οφείλει να προσεγγίζει την κάθε περίπτωση στη βάση των δικών της γεγονότων και τον κάθε κατηγορούμενο, ανάλογα με τις προσωπικές και άλλες περιστάσεις του (βλ. Παναγιώτου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 478). Από την άλλη όμως η διεργασία εξατομίκευσης δεν σημαίνει ότι θα πρέπει ταυτόχρονα να υπερακοντίζει και το άλλο Δικαστικό καθήκον για την επιβολή της αρμόζουσας για τον συγκεκριμένο παραβάτη ποινής. Άλλωστε, η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής, (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (Αρ.2)
(2001)2 ΑΑΔ 285) και η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο τον συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη· όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες αυτού (βλ. Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 ΑΑΔ 135). Προς όφελος του κατηγορούμενου λαμβάνουμε υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του και τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του, ως αυτές καταγράφονται στην έκθεση του γραφείου ευημερίας αλλά τέθηκαν και από τον συνήγορο υπεράσπισης. Επιπλέον, δεν παραβλέπουμε τις συνέπειες που ο εγκλεισμός του στις φυλακές θα έχει στον ίδιο αλλά και στην οικογένεια του. Είναι όμως νομολογημένο ότι η κατανόηση που το Δικαστήριο οφείλει να επιδεικνύει στις προσωπικές περιστάσεις του δράστη δεν πρέπει να υπερφαλαγγίζει την ανάγκη της αποτροπής υπό το φως των περιστατικών και της φύσης των ίδιων των αδικημάτων και ότι οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του παραβάτη σε τέτοιας φύσεως υποθέσεις λαμβάνονται μεν υπόψη αλλά στο βαθμό και κατά την έκταση που δεν εξουδετερώνεται το αποτρεπτικό στοιχείο της ποινής αφού προέχει η αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου για προστασία του κοινωνικού συνόλου (βλ. Gheorghe Lucian και Άλλοι ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), Κλεοβούλου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 485, Bezanidis v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 785, Balampanidιs v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 210/18 ημερ. 10/5/2019), ECLI:CY:AD:2019:B178. Επομένως, το ότι ο κατηγορούμενος θα κληθεί να εκτίσει ποινή σε μια ξένη για αυτόν χώρα σε φυλακή όπου παρατηρείται υπερπληθυσμός, λαμβάνεται μεν υπόψη, αλλά δεν είναι παράγοντας που μπορεί να έχει καταλυτική σημασία στην επιμέτρηση της ποινής. Να επισημάνουμε περαιτέρω εδώ ότι ο κατηγορούμενος βρίσκεται στην Δημοκρατία εδώ και 23 χρόνια κάτι που καθιστά την Κύπρο οικείο περιβάλλον για τον ίδιο. Περαιτέρω, δεν θα συμφωνήσουμε με την εισήγηση του κ. Ταμπούρλα ότι θα πρέπει να ληφθεί μετριαστικά υπόψη αφενός ότι μέρος των κοσμημάτων έχει επιστραφεί στην ιδιοκτήτρια τους και αφετέρου, πως τα αδικήματα δεν τελέστηκαν σε ένα μεγάλο χρονικό διάστημα αφού αυτά έγιναν «συγκεκριμένα και μεμονωμένα» όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο συνήγορος του κατηγορούμενου. Καταρχάς, το γεγονός ότι ήδη επιστράφηκε μέρος των κοσμημάτων που είχαν κλαπεί (ήτοι αυτά που βρέθηκαν στο όχημα που ο κατηγορούμενος εγκατέλειψε στην Κύπρο, μετά από αίτημα της ΜΚ5 προς την Αστυνομία) και πρόκειται να δοθούν οδηγίες για επιστροφή και των υπόλοιπων κοσμημάτων που εντοπίστηκαν στο όχημα του κατηγορούμενου στη Γεωργία, δεν οφείλεται σε πρωτοβουλία του κατηγορούμενου. Ο μοναδικός λόγος που οι παραπονούμενοι θα ανακτήσουν μέρος των κοσμημάτων που κλάπηκαν είναι οι ενέργειες των αρμόδιων αστυνομικών αρχών οι οποίες προέβηκαν στον εντοπισμό και κατάσχεση τους μετά από έρευνα στα οχήματα του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος αυτό που έπραξε ήταν ενέργειες διαφυγής του. Περαιτέρω, σε ότι αφορά την εισήγηση περί μεμονωμένης δράσης του κατηγορούμενου, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι το γεγονός ότι προσμετρά επιβαρυντικά στην επιμέτρηση της ποινής σε τέτοιας φύσεως αδικήματα η με συστηματικό τρόπο τέλεση των αδικημάτων (βλ. Παναγή (ανωτέρω) και Σωκράτους (ανωτέρω)) και η τάση επαναλαμβανόμενης συμπεριφοράς (βλ. Φραντζίδης (ανωτέρω)), δεν συνεπάγεται ότι η απουσία τέτοιων περιστάσεων μπορεί να προσμετρήσει μετριαστικά για τον κατηγορούμενο. Σε σχέση με το ζήτημα των προβλημάτων υγείας που αναφέρθηκαν από τον κ. Ταμπούρλα, σημειώνουμε ότι κατά κανόνα τα όποια προβλήματα υγείας αντιμετωπίζει ένας κατηγορούμενος δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο για την αποφυγή επιβολής ποινής φυλάκισης, όταν ο νόμος και οι περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος καθιστούν επιτακτική τέτοια ποινή. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η υπόθεση Attorney General v. Mavrokefalos
(1966)2 CLR 93. Στην υπόθεση Ανδρέας Σοφοκλέους ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 144, έγινε δεκτό πως, εάν λόγω κάποιας σωματικής ανικανότητας ή ασθένειας η φυλάκιση θα προκαλέσει σε ένα αδικοπραγούντα ταλαιπωρία ασυνήθιστου βαθμού αυτό επενεργεί σαν ελαφρυντικός παράγοντας. Όμως, για να αποφευχθεί η ποινή φυλάκισης, απαιτείται η προσκόμιση ιατρικής ή άλλης μαρτυρίας που να βεβαιώνει πως η κατάσταση της υγείας του κατηγορουμένου θα επιδεινωθεί λόγω της φυλάκισης ή ότι τα προβλήματα υγείας δεν μπορούν να τύχουν διαχείρισης με τις κατάλληλες οδηγίες από τις κεντρικές φυλακές. Ενδεικτικά παραπέμπουμε στις υποθέσεις Σοφοκλέους (ανωτέρω), El Kara Amira Mohammad ν. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 239, Μίλτος Απόστολου ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 153/17, ημερομηνίας 27/9/2017, ECLI:CY:AD:2017:D321 και Παπαεπιφανείου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 16/2021, ημερομηνίας 19/10/2021. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει τεθεί από την πλευρά του κατηγορουμένου οποιοδήποτε ιατρικό δεδομένο που να βεβαιώνει ότι η επιβολή ποινής φυλάκισης θα προκαλέσει ταλαιπωρία ασυνήθιστου βαθμού ή θα επιδεινώσει το όποιο πρόβλημα υγείας αντιμετωπίζει ή ότι το περιβάλλον της φυλακής είναι ακατάλληλο αναφορικά με την κατάσταση υγείας του. Επίσης, δεν έχει τεθεί οτιδήποτε που να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι λόγω του εγκλεισμού του, δεν θα μπορεί να λαμβάνει την κατάλληλη θεραπεία ή δεν θα μπορεί να αντιμετωπιστεί η κατάσταση της υγείας του αποτελεσματικά από το τμήμα φυλακών. Σημειώνουμε τέλος ότι ο κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε ενοχή, κάτι που αποτελεί απόλυτο δικαίωμα του και δεν μπορεί να εκληφθεί ως επιβαρυντικός παράγοντας. Αυτό όμως έχει σαν συνεπακόλουθο ο κατηγορούμενος να μην είναι δυνατόν να τύχει της επιείκειας που θα δικαιούτο και την έκπτωση στην ποινή που θα λάμβανε αν δήλωνε παραδοχή κάτι που θα καταδείκνυε και την έμπρακτη μεταμέλεια του (βλ. Χαρτούπαλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 28). Σε σχέση προς την ποινολογική μεταχείριση κατηγορούμενων σε παρόμοιας φύσης υποθέσεις και προβαίνοντας πάντοτε στις ανάλογες και επιβαλλόμενες αναπροσαρμογές στη βάση του τι ισχύει εδώ ως ζήτημα γεγονότων και έχοντας συγχρόνως κατά νου πως «Προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν, όμως, το δεσμευτικό χαρακτήρα, που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που την συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη.» (βλ. Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 1), παραθέτουμε ως καθοδηγητικές και ενδεικτικές και τις ακόλουθες αποφάσεις. Θα πρέπει σε αυτό το σημείο να επισημάνουμε ότι τόσο για το αδίκημα της κλοπής από γραμματέα και υπηρέτη (άρθρο 268 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154), στο οποίο κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, όσο και για το αδίκημα της κλοπής από αντιπρόσωπο (άρθρο 270 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154), προνοείτο αρχικά ποινή φυλάκισης 7 ετών. Στη συνέχεια, με τον Νόμο 43(Ι)/2010 η προβλεπόμενη ποινή αυξήθηκε σε 10 χρόνια και ακολούθως, με τον Νόμο 84(I)/2012 ο οποίος δημοσιεύθηκε στις 29/6/2012, η προβλεπόμενη ποινή αυξήθηκε από 10 χρόνια σε 14 χρόνια. Η πρόθεση του νομοθέτη με την αύξηση των προβλεπόμενων ποινών είναι προφανής. Θέλησε ακριβώς να προστατεύσει αυτή την εμπιστοσύνη που πρέπει να υπάρχει μεταξύ εργοδότη και εργοδοτούμενου. Στην Sydenham ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 210, επικυρώθηκε κατά πλειοψηφία επταετής ποινή φυλάκισης σε κατηγορίες κλοπής υπό αντιπροσώπου, πλαστογραφίας και κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου για κλοπή £945.605 στερλινών, $376.171 και €31.483, ενώ η ποινή είχε επιβληθεί μετά από παραδοχή. Το συνολικό ποσό που υπεξαίρεσε ο εφεσείων ήταν μεγαλύτερο και τα ανωτέρω αναφερόμενα ποσά ήταν αυτά που δεν επέστρεψε. Περαιτέρω, ήταν λευκού ποινικού μητρώου και είχε συνεργαστεί με την Αστυνομία. Στην Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2007)2 ΑΑΔ 519, ο εφεσείων αντιμετώπιζε διάφορα αδικήματα μεταξύ των οποίων το αδίκημα της κλοπής από υπάλληλο στο οποίο καταδικάστηκε και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης πέντε ετών η οποία επικυρώθηκε κατ' έφεση. Ο εφεσείων διέπραξε τα αδικήματα καταχρώμενος την εμπιστοσύνη των εργοδοτών του. Η σχεδιασμένη εγκληματική δραστηριότητα του εφεσείοντος κράτησε ως την αποκάλυψή της από το 2001 μέχρι το 2003 και αφορούσε συνολικό ποσό ύψους £82.625. Περαιτέρω, λήφθηκαν υπόψη αδικήματα τα οποία αφορούσαν κατά κύριο λόγο στον καταρτισμό εικονικών δανείων και αφορούσαν ποσό πέραν των £100.000. Ο εφεσείων συνεργάστηκε με την Αστυνομία και επέστρεψε ποσό της τάξης των £25.000. Στην Ανδρονίκου και άλλοι ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 486, ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας για αδικήματα συγκάλυψης και κλοπή υπό αντιπροσώπου κατά παράβαση του Άρθρου 270 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  1. Είχε κλαπεί συνολικό ποσό ύψους £4.888.
  2. Του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης επτά ετών οι οποίες επικυρώθηκαν κατ' έφεση. Ο εφεσείων ήταν λευκού ποινικού μητρώου. Στην Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 19, ο εφεσείων παραδέχθηκε ενοχή σε 90 κατηγορίες που αφορούσαν κλοπή υπό υπαλλήλου (μία κατηγορία), πλαστογραφία (30 κατηγορίες), κυκλοφορία πλαστού εγγράφου (30 κατηγορίες), απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις (28 κατηγορίες) και συγκάλυψη αδικήματος (μια κατηγορία). Του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 4, 5½ , 5½ , 3 και 5½ χρόνων σε κάθε κατηγορία, αντιστοίχως εμπίπτουσα στις προαναφερόμενες ενότητες. Ο εφεσείων ήταν 31 ετών, πατέρας ενός μικρού παιδιού και εργαζόταν ως λογιστής σε εταιρεία και υπεξαίρεσε €604.572 χωρίς να επιστρέψει οποιοδήποτε ποσό. Στην Αδάμου ν. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 494 ο εφεσείων καταδικάστηκε κατόπιν παραδοχής σε 49 κατηγορίες κλοπής υπό υπαλλήλου, κατά παράβαση των Άρθρων 268 και 29 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης έξι χρόνων. Ο Εφεσείων ήταν υπάλληλος Ημικρατικού οργανισμού και είχε προβεί σε κλοπή καλωδίων συνολικής αξίας €973.983,
  1. Τα κλοπιμαία καλώδια τα πωλούσε σε τρίτους και καρπώθηκε ποσό περί τις €60.
  2. Επισημάνθηκε ότι σημασία για σκοπούς επιβολής ποινής έχει η ζημιά που προκαλείται στον παραπονούμενο και όχι το ποσό που επωφελήθηκε ο ίδιος ο εφεσείων, παράγων που έχει πολύ πιο περιορισμένο ελαφρυντικό χαρακτήρα. Ο εφεσείων ήταν λευκού ποινικού μητρώου. Στην Κουμπαρή v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 215/2018, 11/5/2020, ECLI:CY:AD:2020:B151 η Εφεσείουσα καταδικάστηκε πρωτοδίκως κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας σε εννέα κατηγορίες κλοπής υπό αντιπροσώπου, κατά παράβαση των άρθρων 255 και 270(β) του Ποινικού Κώδικα (κατηγορίες 3 - 11) και μια κατηγορία νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά παράβαση των άρθρων 2-8 του περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου του 2007 (Νόμος 188
(1)/2007) (δωδέκατη κατηγορία). Της επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με ανώτατη ποινή τα 8 έτη (7η και 12η κατηγορία). Η Εφεσείουσα, από τον Φεβρουάριο μέχρι τον Νοέμβριο του 2012, σε διάφορες ημερομηνίες που αναφέρονται στις κατηγορίες 3-11, έκλεψε το συνολικό ποσό του €1.975.000. Περαιτέρω, ήταν λευκού ποινικού μητρώου. Η ποινή επικυρώθηκε κατ' έφεση. Στην υπόθεση Mαληκκίδης ν. Δημοκρατίας
(2016)2 ΑΑΔ 1186, η ποινή των 6 ετών που επιβλήθηκε πρωτόδικα κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες επικυρώθηκε κατ' έφεση. Ο εφεσείων είχε νομιμοποιήσει ποσό ύψους €498.000. Λαμβανομένων υπόψη των πιο πάνω και συνεκτιμώντας τους μετριαστικούς παράγοντες που έχουν τεθεί ενώπιον μας και τη σοβαρότητα των αδικημάτων, κρίση μας είναι ότι η μοναδική ενδεικνυόμενη υπό τις περιστάσεις ποινή είναι αναπόφευκτα αυτή της φυλάκισης. Ως εκ τούτου, επιβάλλουμε στον κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές φυλάκισης: Στην πρώτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 6 ετών. Στη δεύτερη κατηγορία ποινή φυλάκισης 6 ετών. Οι ποινές θα συντρέχουν. Ο χρόνος που ο κατηγορούμενος τέλεσε σε προφυλάκιση στην παρούσα υπόθεση, (από 1/9/2022), να συνυπολογιστεί κατά το άρθρο 117
(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155. Τα τεκμήρια, μετά την παρέλευση του χρόνου καταχώρισης έφεσης, να επιστραφούν στους νόμιμους δικαιούχους τους. Τα έξοδα που ανέρχονται σε €140 να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.) ........... Λ. Μουγής, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ........... Μ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ........... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.