← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Πέτρος Χήρας κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 931/2021, 11/12/2024

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Πέτρος Χήρας κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 931/2021, 11/12/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 931/2021 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας εναντίον

  1. Πέτρος Χήρας
  2. Μιχάλης Ανδρέου Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 11.12.2024 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Γιάλλουρου Για τον Κατηγορούμενο αρ. 1: κ. Κ. Ταμπούρλας Κατηγορούμενος αρ.1: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης περιλαμβάνει 3 κατηγορίες. Οι κατηγορίες 1 και 2 αφορούν από κοινού και τους 2 κατηγορούμενους ενώ η 3η κατηγορία αφορά μόνο τον 2ο κατηγορούμενο. Για τον 2ο κατηγορούμενο η υπόθεση ολοκληρώθηκε σε προγενέστερο στάδιο αφού λήφθηκε υπόψη για σκοπούς ποινής σε άλλη υπόθεση που αυτός αντιμετώπιζε και συγκεκριμένα στην υπόθεση με αρ. 4118/
  3. Η 1η κατηγορία αφορά το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη του κακουργήματος της διάρρηξης κατοικίας και η 2η το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας με σκοπό τη διάπραξη του κακουργήματος της κλοπής ως ειδικότερα αναγράφεται στις λεπτομέρειες αδικήματος της επίδικης κατηγορίας. Στην παρούσα υπόθεση δόθηκε η συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για τη συνοπτική εκδίκασή της δυνάμει των προνοιών του άρθρου 24

(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
  1. Ο 1ος κατηγορούμενος (ακολούθως «ο κατηγορούμενος») δήλωσε μη παραδοχή στις κατηγορίες 1 και 2 και η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Η κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη των κατηγοριών παρουσίασε 2 μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 παρουσιάστηκε ο Στέλιος Αντωνίου ο οποίος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του τη γραπτή του κατάθεση ημερ. 13.8.2020 η οποία σημειώθηκε ως τεκμήριο 1 και στην οποία περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: στις 22.7.2020 του τηλεφώνησε η μητέρα του Ειρήνη Μιχαήλ η οποία διαμένει στην οδό Ωκεανίδων 2, διαμέρισμα 4 στον 1ο όροφο και του ανέφερε ότι λίγο νωρίτερα είχε επιστρέψει στο σπίτι της και βρήκε στα δωμάτια του διαμερίσματος τους γείτονές της Πέτρο Χήρα και Μιχάλη Ανδρέου οι οποίοι μπήκαν μέσα να κλέψουν όπως του είπε. Σε 20΄ μετέβηκε εκεί και βρήκε τη μητέρα του φοβισμένη και αυτή του επανέλαβε όσα του είχε πει νωρίτερα στο τηλέφωνο. Ακολούθως τηλεφώνησαν στην Αστυνομία η οποία ανέλαβε την υπόθεση. Σε ερωτήσεις που του τέθηκαν στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής του ο Μ.Κ.1 ισχυρίστηκε ότι η μητέρα του τού ανέφερε πως στο ένα δωμάτιο βρισκόταν ο ένας κατηγορούμενος και στο άλλο ο άλλος χωρίς όμως να του υποδείξει το δωμάτιο στο οποίο ήταν καθένας από αυτούς. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο ίδιος μπήκε στα δωμάτια και διαπίστωσε ότι τα κρεβάτια ήταν ανακατεμένα και τα ρούχα έξω από τα ερμάρια, κάτω, δεξιά και αριστερά. Ισχυρίστηκε τέλος ότι τα δωμάτια είναι στο πίσω μέρος του διαμερίσματος σε σχέση με την κύρια είσοδό του και σε απόσταση περίπου 5 με 6 μέτρα από αυτή. Κατά την αντεξέτασή του ο Μ.Κ.1 ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος δεν ήταν παρών στο επίδικο περιστατικό που η μητέρα του ισχυρίστηκε ότι είδε τους κατηγορούμενος εντός του διαμερίσματός της καθώς επίσης ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει κατά πόσο η μητέρα του είχε τακτοποιήσει τα πράγματά της πριν την έλευση της Αστυνομίας. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο ίδιος παρέμεινε στον χώρο μέχρι να έρθει η Αστυνομία και μέχρι εκείνου του χρονικού σημείου κανένας δεν τακτοποίησε τα πράγματα και η ακαταστασία παρέμενε. Ως Μ.Κ.2 παρουσιάστηκε η Ειρήνη Μιχαήλ η οποία κατά την κυρίως εξέτασή της υιοθέτησε τη γραπτή της κατάθεση ημερ. 22.7.2020 η οποία σημειώθηκε ως τεκμήριο 2 και στην οποία περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: διαμένει σε πολυκατοικία στην οδό Ωκεανίδων 2 στο διαμέρισμα 4 στον 1ο όροφο. Στις 22.7.2020 γύρω στις 7 τη νύκτα έφυγε από το σπίτι της και επέστρεψε σε αυτό γύρω στις
  2. Όταν ξεκλείδωσε την πόρτα με το κλειδί της και μπήκε στο διαμέρισμα άκουσε τα ερμάρια από τα 2 δωμάτια του διαμερίσματος να κλείνουν απότομα και ακολούθως αντιλήφθηκε μέσα στο διαμέρισμα 2 άτομα τα οποία βρίσκονταν στα 2 δωμάτια. Ήταν οι 2 κατηγορούμενοι οι οποίοι διαμένουν σε διπλανά διαμερίσματα και τους οποίους γνωρίζει πολύ καλά. Όταν τους ρώτησε τι κάνουν στο σπίτι της ο Μιχάλης της είπε ότι είχε αφήσει την πόρτα της ανοικτή. Όταν του απάντησε πως δεν αφήνει την πόρτα ανοικτή αυτός της είπε ότι αν πάει στην Αστυνομία είναι ποσπασμένη και αμέσως μετά έφυγαν από το μέρος. Φοβήθηκε με τη συμπεριφορά τους και ακολούθως τηλεφώνησε στον γιο της Στέλιο και στην Αστυνομία. Μετά που ήρθε η Αστυνομία έλεγξε και διαπίστωσε ότι δεν κλάπηκε οτιδήποτε αλλά τα ερμάρια της ήταν ανακατεμένα. Όταν είχε φύγει από το σπίτι της κλείδωσε όλες τις πόρτες και παράθυρα και όταν επέστρεψε ήταν κλειδωμένα όπως τα είχε αφήσει και δεν διαπίστωσε οτιδήποτε να ήταν παραβιασμένο ή σπασμένο. Για το διαμέρισμά της έχει 3 κλειδιά, το ένα το έχει ο γιος της, το άλλο η ίδια και το τρίτο το έχασε τις τελευταίες 3 εβδομάδες περίπου. Υπολογίζει ότι πιθανόν να μπήκαν στο διαμέρισμά της με το κλειδί που έχασε. Στη συνέχεια σε ερωτήσεις που της τέθηκαν κατά την κυρίως εξέτασή της η Μ.Κ.2 ισχυρίστηκε περαιτέρω πως εισερχόμενη στο διαμέρισμά της είδε τον Πέτρο στο ένα δωμάτιο και τον Μιχάλη στο άλλο και όταν τους ρώτησε τι κάνουν εκεί ο Μιχάλης της απάντησε ότι αφήνει τις πόρτες της ανοικτές και φεύγει. Αυτή ακολούθως του απάντησε ότι δεν αφήνει τις πόρτες της ανοικτές. Ισχυρίστηκε επίσης πως όταν πήγε στα υπνοδωμάτια δεν άγγιξε πουθενά και τηλεφώνησε του γιου της. Τα ερμάρια ήταν ανακατεμένα. Κατά την αντεξέτασή της η Μ.Κ.2 ισχυρίστηκε πως όταν μπήκε στο διαμέρισμά της η πόρτα ήταν κλειστή αλλά όχι ασφαλισμένη. Όταν της υποβλήθηκε ότι στην κατάθεσή της αναγράφεται ότι ξεκλείδωσε την πόρτα με το κλειδί της απάντησε ότι είπε πως όταν πήγε να βάλει το κλειδί της η πόρτα της ήταν ανοικτή χωρίς να είναι κλειδωμένη. Ισχυρίστηκε επίσης ότι άκουσε τα ερμάρια, είχε θορύβους και είδε τον ένα που έβγαινε από το ένα δωμάτιο και τον άλλο που έβγαινε από το άλλο. Ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε είχε διαφορές με τον 1ο κατηγορούμενο αλλά εκείνο το διάστημα δεν τα πήγαινε καλά μαζί του επειδή τον φοβόταν. Όταν ρωτήθηκε αν της έκανε κακό και τον φοβόταν απάντησε ότι απλά ήθελε να είναι πιο προσεκτική. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι ο 1ος κατηγορούμενος δεν της είπε τίποτε και έφυγε σκυφτός. Ακολούθως αρνήθηκε υποβολή ότι ο 1ος κατηγορούμενος ήταν έξω από το διαμέρισμά της στο οποίο είχε εισέλθει μόνο ο Μιχάλης Ανδρέου. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ακαταστασία υπήρχε στα ερμάρια τα οποία δεν άγγιξε ούτε συγύρισε πριν να έρθει η Αστυνομία η οποία όταν έφθασε προχώρησε στη λήψη αποτυπωμάτων. Ισχυρίστηκε τέλος πως όταν είδε τους κατηγορούμενους δεν φορούσαν γάντια. Τέλος κατατέθηκε ως τεκμήριο 3 η κατάθεση του κατηγορούμενου ημερ. 23.7.2020 στην οποία αφού πληροφορήθηκε για την υπόθεση που ήταν υπό διερεύνηση αναφορικά με τα αδικήματα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος και νυκτερινής διάρρηξης κατοικίας ανέφερε τα ακόλουθα: την προηγούμενη ημέρα η ώρα 5 με 5:30 το απόγευμα ήταν μόνος στο διαμέρισμά του όταν τον επισκέφθηκε ο Μιχάλης Ανδρέου και αφού συνομίλησαν για λίγο κατέβηκαν κάτω από τις σκάλες. Όταν έφθασαν εκεί που είναι το διαμέρισμά της Ειρήνης Μιχαήλ είδαν ότι η πόρτα του διαμερίσματός της ήταν λίγο ανοικτή και ο Μιχάλης την εφώναξε χωρίς όμως αυτή να του απαντήσει. Ο Μιχάλης κτύπησε της πόρτας της Ειρήνης και όταν αυτή δεν του απάντησε και άνοιξε την πόρτα και μπήκε λίγο μέσα και της φώναξε ξανά αλλά και πάλι δεν του απάντησε. Καθώς ο Μιχάλης ήταν κανένα μέτρο μέσα στο διαμέρισμα της Ειρήνης και της φώναζε αυτή ήρθε από τις σκάλες και είπε τους τι κάμνουν εκεί και ότι θα έμπαιναν σπίτι της. Ο Μιχάλης της είπε ότι άφησε την πόρτα της ανοικτή και νόμισε ότι αυτή ήταν μέσα αλλά η Ειρήνη του είπε ότι δεν ήταν στο σπίτι. Ο Μιχάλης της απάντησε εντάξει και της είπε ότι θα πήγαινε αργότερα για να πιουν καφέ. Έφυγαν και μετά από μισή ώρα επέστρεψαν στο διαμέρισμα του Μιχάλη και άκουσε τον γιο της Ειρήνης να φωνάζει ότι πήγαν να την κλέψουν. Ο ίδιος σε καμία περίπτωση δεν πήγε να κλέψει την Ειρήνη ούτε καν μπήκε στο διαμέρισμά της εκείνη την ημέρα. Με την Ειρήνη παλαιότερα έπιναν καφέ στο διαμέρισμά της αλλά τον τελευταίο καιρό δεν μιλούν επειδή του δάνεισε €150,00 τα οποία της επέστρεψε πριν από 4 μήνες αλλά έκτοτε δεν μιλούν. Δεν ξέρει να περιγράψει πώς είναι διαμορφωμένο το διαμέρισμά της Ειρήνης επειδή δεν μπήκε μέσα στα δωμάτιά της μόνο στο χωλ και στην κουζίνα που είναι απέναντι το ένα από το άλλο. Ο ίδιος δεν μπήκε στο διαμέρισμά της και κατά το επίδικο περιστατικό ο Μιχάλης δεν απείλησε καθόλου την Ειρήνη. Η πόρτα του διαμερίσματός της ήταν λίγο ανοικτή όπως την είχε δει και πολλές φορές στο παρελθόν να είναι έτσι. Μετά που το Δικαστήριο έκρινε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και αφού εξήγησε στον κατηγορούμενο τα δικαιώματά του αυτός επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση δηλώνοντας πως όσα καταγράφονται στην κατάθεσή του είναι αληθή. Ακολούθως κλήθηκε ως Μ.Υ.1 ο Αστ. 2699 Κ. Κωνσταντίνου ο οποίος υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του τη γραπτή του κατάθεση η οποία σημειώθηκε ως τεκμήριο 4 και στην οποία περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: είναι τοποθετημένος στην Α.Δ.Ε. Λάρνακας και είναι αποσπασμένος στο Τ.Α.Ε. Λάρνακας. Στις 22.7.2020 και περί ώρα 20:45 μετά από σχετική καταγγελία επισκέφθηκε το διαμέρισμα αρ. 4 στην οδό Ωκεανίδων 2 όπου η παραπονούμενη Ειρήνη Μιχαήλ παρόντος του γιου της Στέλιου κατήγγειλε ότι περί ώρα 20:00 όταν επέστρεψε στο διαμέρισμά της εντόπισε σε αυτό 2 άτομα που προσπαθούσαν να κλέψουν από τα δωμάτια και συγκεκριμένα τους κατηγορούμενους οι οποίοι είναι γείτονές της. Του ανέφερε επίσης ότι αυτοί βρίσκονταν στα 2 δωμάτια του διαμερίσματος και άκουσε θορύβους προερχόμενους από τα ερμάρια των δωματίων. Διενήργησε εξετάσεις στη σκηνή χωρίς να εντοπιστεί οποιαδήποτε παραβίαση. Δεν υπήρχε οποιαδήποτε ακαταστασία αφού σύμφωνα με την παραπονούμενη εντόπισε μικροακαταστασία εντός των ερμαριών την οποία συγύρισε πριν την άφιξη της Αστυνομίας. Όταν αναζήτησε τους κατηγορούμενους στα διαμερίσματά τους αυτοί απουσίαζαν. Ο Μ.Υ.1 κατά την αντεξέτασή του ισχυρίστηκε πως όταν έφθασε στο διαμέρισμα της παραπονούμενης δεν υπήρχε οποιαδήποτε έντονη ακαταστασία και κάποια μικροακαταστασία που η παραπονούμενη βρήκε στο ερμάρι τη συγύρισε πριν να αφιχθεί στο μέρος η Αστυνομία. Ισχυρίστηκε επίσης ότι πήγε και είδε τα ερμάρια στα οποία η παραπονούμενη του είχε αναφέρει ότι υπήρχε ακαταστασία και οι πόρτες τους ήταν κλειστές. Στη συνέχεια η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις. Η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο είναι αξιόπιστη και πρέπει να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Εισηγήθηκε επίσης ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την ενοχή του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και κάλεσε το Δικαστήριο να τον κρίνει ένοχο. Αντίθετη ήταν η εισήγηση του δικηγόρου του κατηγορούμενου ο οποίος εισηγήθηκε ότι η Μ.Κ.2 δεν είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια αφού από το σημείο στο οποίο στεκόταν ήταν ανθρωπίνως αδύνατο να είχε δει τους κατηγορούμενους να ανακατεύουν τα ερμάρια της καθώς επίσης ότι ο εν λόγω ισχυρισμός της διαψεύδεται από τον Μ.Υ.1 ο οποίος ισχυρίστηκε ότι δεν υπήρχε ακαταστασία αφού η παραπονούμενη του είπε ότι είχε συγυρίσει. Εισηγήθηκε επίσης ότι δεν αποδείχθηκαν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας οι επίδικες κατηγορίες και κάλεσε το Δικαστήριο να τον αθωώσει σε αυτές. Έχω μελετήσει τις θέσεις τους, τις έχω υπόψη μου και θα κάνω αναφορά σε αυτές όπου είναι αναγκαίο. Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδείχθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Έχω επίσης υπόψη μου ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Σχετική, επίσης, είναι η απόφαση Πιριλλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, Ποινική Έφεση Αρ. 331/2015, ημερ. 11.12.2017, ECLI:CY:AD:2017:B454, όπου επαναλήφθηκε η αρχή πως η παράλειψη αντεξέτασης γενικά θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που θέτει ο μάρτυρας. Επιπλέον, είναι καλά νομολογημένο ότι η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νου στους μάρτυρες κατηγορίας, ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Σχετική είναι απόφαση Pal Tekinder κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551. Οι υποβολές όμως των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλώς μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετική είναι η απόφαση Ησαΐας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640. Σχετικά με τις καταθέσεις των κατηγορουμένων το Δικαστήριο μπορεί να αξιολογήσει το περιεχόμενο των γραπτών τους καταθέσεων οι οποίες βρίσκονται ενώπιόν του. Θεμελιακή επί του θέματος είναι η υπόθεση Χαράλαμπος Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109, στην οποία υιοθετηθήκαν οι αρχές της αγγλικής υπόθεσης Findlay Duncan 73 Cnm. App R. 359. Στην Κωνσταντίνου (ανωτέρω), υποδείχθηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου που γίνεται δεκτό αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία για την αλήθεια των γεγονότων στα οποία αναφέρεται και όχι μόνο το μέρος εκείνο που συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Λέχθηκε επίσης πως μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο της κατάθεσης, το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια στα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Στην εν λόγω υπόθεση εξηγήθηκε επίσης ότι το βάρος το οποίο θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης ενός κατηγορουμένου αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια των κριτών των γεγονότων της υπόθεσης. Όσον αφορά την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου, σύμφωνα με τη νομολογία, ο χαρακτήρας της ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστικής παρά αποδεικτικής αξίας, εφόσον δεν δύναται να τεκμηριώσει ή αποδείξει γεγονότα τα οποία δεν στοιχειοθετούνται από το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, δύναται όμως να επεξηγήσει αποδεδειγμένα γεγονότα. Στην απόφαση στην υπόθεση Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R 97, αναφέρεται, σε σχέση με το χαρακτήρα της ανώμοτης δήλωσης: «What was said in a statement was not to be altogether brushed aside, but its potential effect was persuasive rather than evidential. It could not prove facts not otherwise proved by the evidence but it might show the evidence in a different light." Τέλος, στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιόμυλου ν. Έλλης Μιχαήλ Κτωρίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 204, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο καταλήγει στην απόφασή του λαμβάνοντας υπόψη του το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας ανεξαρτήτως της προέλευσής της. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Ο Μ.Κ.1 μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας και αποδέχομαι τη μαρτυρία του ως ειλικρινή και ανταποκρινόμενη στην αλήθεια. Έχοντας υπόψη μου ότι μετέβηκε στον επίδικο χώρο σε σύντομο χρόνο μετά που η Μ.Κ.2 του τηλεφώνησε κρίνω ότι ήταν σε καλή θέση να θυμάται και να μεταφέρει στο Δικαστήριο τις διαπιστώσεις του και ως εκ τούτου αποδέχομαι τον ισχυρισμό του πως όταν μετέβηκε στο διαμέρισμα της μητέρας του διαπίστωσε ότι υπήρχαν ρούχα έξω από τα ερμάρια, κάτω, δεξιά και αριστερά. Ομοίως καλή εντύπωση ως μάρτυρας μου έκανε και η Μ.Κ.2. Κρίνω ότι η μαρτυρία της είχε λογική και συνοχή, δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέτασή της και την αποδέχομαι ως ειλικρινή και ανταποκρινόμενη στην αλήθεια. Κρίνω ότι οι κρίσιμοι ισχυρισμοί της ότι την επίδικη ημέρα κλείδωσε την πόρτα του διαμερίσματός της προτού φύγει για λίγο από αυτό και ότι επιστρέφοντας σε αυτό βρήκε την πόρτα ξεκλείδωτη και είδε τους 2 κατηγορούμενους να βρίσκονται ο καθένας σε ένα από τα 2 υπνοδωμάτια είναι λογικοί, πείθουν για τη βασιμότητά τους και ως εκ τούτου ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Δεν μου διαφεύγει ότι στη γραπτή της κατάθεση η Μ.Κ.2 ισχυρίστηκε πως όταν ξεκλείδωσε την πόρτα του διαμερίσματος της και εισήλθε σε αυτό άκουσε τα ερμάρια από τα 2 δωμάτια να κλείνουν απότομα και ακολούθως αντιλήφθηκε μέσα στο διαμέρισμα 2 άτομα τα οποία ευρίσκονταν μέσα στα 2 δωμάτια ενώ κατά την αντεξέτασή της ισχυρίστηκε πως όταν άνοιξε την πόρτα είδε τον Μιχάλη Ανδρέου που ήταν μέσα στην κάμαρη, όπως ανέφερε επί λέξει, ο οποίος έτρεξε και μπήκε στον διάδρομο. Κρίνω όμως ότι τα πιο πάνω δεν αποτελούν ουσιώδεις αντιφάσεις που να καθιστούν τη μαρτυρία της αναξιόπιστη. Δεν μου διαφεύγει ούτε ότι κατά την παρουσία της στο εδώλιο του μάρτυρα η Μ.Κ.2 αρκετές φορές όταν της υποβάλλονταν ερωτήσεις εξέφραζε μια έντονη δυσαρέσκεια. Λαμβάνοντας όμως υπόψη μου ότι πρόκειται για ένα άτομο με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο ως προκύπτει από το γεγονός ότι την κατάθεσή της δεν την έγγραψε η ίδια και πως κατά την παρουσία της στο Δικαστήριο δεν ήταν σε θέση να τη διαβάσει η ίδια κρίνω ότι η πιο πάνω αντίδρασή της δεν υποδηλώνει ότι η μαρτυρία της ήταν μεθοδευμένη αλλά αντιθέτως δεικνύει ένα φιλαλήθες άτομο το οποίο ήρθε στο Δικαστήριο και είπε την αλήθεια. Εξάλλου κατά τη μαρτυρία της δεν προέκυψε αλλά ούτε και της υποβλήθηκε πως είχε οποιοδήποτε λόγο να πει ψέματα για να βλάψει τον κατηγορούμενο. Αναφορικά με την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου κρίνω ότι δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε αποδεικτική αξία σε όσα περιέχονται σε αυτή αφού δεν τέθηκαν στη βάσανο της αντεξέτασης για να κριθεί η βασιμότητά τους ούτε και υποστηρίζονται από οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Ο Μ.Υ.1 κρίνω ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή αφού οι ισχυρισμοί του είναι λογικοί και δεν περιέχουν ουσιώδεις αντιφάσεις. Ο ίδιος έφθασε στο διαμέρισμα της Μ.Κ.2 μετά που έγινε η καταγγελία και κατά την εκεί παρουσία του διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε πλέον ακαταστασία την οποία η Μ.Κ.2 του είπε πως συγύρισε πριν την άφιξή του εκεί. Έχοντας υπόψη μου τη μαρτυρία που δεν αμφισβητήθηκε καθώς επίσης και τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα σχετικά με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης: στις 22.7.2020 η ώρα 7 το βράδυ η Μ.Κ.2 η οποία διαμένει στην οδό Ωκεανίδων 2, διαμέρισμα 4 στον 1ο όροφο κλείδωσε το διαμέρισμά της και επισκέφθηκε μια γειτόνισσά της. Όταν επέστρεψε η ώρα 8 και προσπάθησε να ξεκλειδώσει την πόρτα με το κλειδί της διαπίστωσε ότι αυτή ήταν ξεκλείδωτη καθώς επίσης άκουσε τα ερμάρια των 2 δωματίων του διαμερίσματός της να κλείνουν απότομα και ακολούθως αντιλήφθηκε ότι μέσα στα δωμάτια βρίσκονταν 2 άτομα δηλαδή ο Πέτρος Χήρας και ο Μιχάλης Ανδρέου οι οποίοι διαμένουν σε διπλανά διαμερίσματα και τους οποίους η Μ.Κ.2 γνωρίζει. Όταν τους ρώτησε τι κάνουν στο διαμέρισμά της ο Μιχάλης της είπε πως είχε αφήσει ανοικτή την πόρτα του διαμερίσματός της και αυτή του απάντησε ότι δεν αφήνει την πόρτα της ανοικτή. Ακολούθως τηλεφώνησε στον γιο της Μ.Κ.1 και του είπε τι είχε συμβεί καθώς επίσης και στην αστυνομία όπου κατήγγειλε το περιστατικό. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης της σωρευτικής ύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσον εύλογες και εάν είναι (Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.. 246) «οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Όπως καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί και αθωωθεί από την κατηγορία. Η 1η κατηγορία αφορά το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη του κακουργήματος της διάρρηξης κατοικίας κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Στην υπόθεση Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134 σε σχέση με το αδίκημα της συνωμοσίας λέχθηκε ότι η κατάταξη της συνωμοσίας στην κατηγορία κακουργήματος ή πλημμελήματος εξαρτάται από το κατά πόσο αντικείμενο της είναι η διάπραξη κακουργήματος ή πλημμελήματος ή η πραγματοποίηση των σκοπών του άρθρου 373. Συστατικό στοιχείο για τη διάπραξη συνωμοσίας είναι μια συμπληρωμένη, τελική συμφωνία μεταξύ δύο ή περισσοτέρων ατόμων για διάπραξη αδικήματος ή για επίτευξη νόμιμου σκοπού με παράνομα μέσα. Η ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας είναι θέμα πραγματικό και εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η αθώωση ενός κατηγορούμενου στα αδικήματα που αποτελούν αντικείμενο της συνωμοσίας δεν επηρεάζει τα ευρήματα του Δικαστηρίου αναφορικά με την κατηγορία της συνωμοσίας. Στην υπόθεση Λαζάρου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 633 λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το αδίκημα της συνωμοσίας: «Το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότερα πρόσωπα συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέραν από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν, σταμάτησαν, παρεμποδίστηκαν, απέτυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. Αν ένας κατηγορούμενος αθωωθεί στην κατηγορία για τη διάπραξη ενός αδικήματος, δεν έπεται ότι θα πρέπει να απαλλαγεί και στην κατηγορία με την οποία κατηγορείται για συνωμοσία διάπραξης εκείνου του αδικήματος (Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134). Η συνωμοσία, εκτός της ύπαρξης συμφωνίας, περιλαμβάνει και το στοιχείο της πρόθεσης (mens rea) και για τούτο, η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδεικνύει όχι μόνο τη συμφωνία μεταξύ των κατ' ισχυρισμό συνωμοτών να εκτελέσουν ένα παράνομο σκοπό (αποδεικνυόμενης είτε με λόγια είτε άλλο τρόπο επικοινωνίας μεταξύ τους), αλλά επιπρόσθετα θα πρέπει να αποδεικνύει την πρόθεση στη σκέψη καθενός κατ' ισχυρισμό συνωμότη να εκτελέσει τον παράνομο σκοπό (R. v. Thompson, 50 Cr. App. R. 1)». Ως προκύπτει από τα πιο πάνω η αντικειμενική υπόσταση (actus reus) του αδικήματος της συνωμοσίας έγκειται στη συμφωνία δύο ή περισσότερων προσώπων να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν κάποιο νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Είναι η συμπεφωνημένη συμπεριφορά η οποία αποτελεί τη βάση της κατηγορίας. Η ένοχη διάνοια (mens rea) δεν μπορεί να εξακριβωθεί, αφού αυτή βρίσκεται στη διανοητική κατάσταση του ατόμου, παρά μόνο από τις πράξεις των συνωμοτών όπως αυτές αναφύονται από τα γεγονότα που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου. Αναφορικά με το αδίκημα της 1ης κατηγορίας λαμβάνοντας υπόψη μου τη σχετική επί του θέματος νομολογία κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή έχει το βάρος να αποδείξει ότι (α) υπήρξε συμφωνία μεταξύ των κατηγορουμένων να διαπράξουν το κακούργημα της διάρρηξης κατοικίας και (β) την πρόθεση στη σκέψη καθενός από αυτούς να εκτελέσουν τον παράνομο σκοπό, ήτοι στην παρούσα υπόθεση να διαρρήξουν το διαμέρισμα της Μ.Κ.
  1. Από τη σχετική νομολογία προκύπτει ότι η ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας είναι θέμα πραγματικό και εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και αποδεικνύεται είτε με λόγια είτε με άλλο τρόπο επικοινωνίας μεταξύ των κατηγορουμένων. Προκύπτει επίσης, ως αναφέρθηκε και πιο πάνω, ότι η ένοχη διάνοια (mens rea) δεν μπορεί να εξακριβωθεί, αφού αυτή βρίσκεται στη διανοητική κατάσταση του ατόμου, παρά μόνο από τις πράξεις των συνωμοτών όπως αυτές αναφύονται από τα γεγονότα που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου. Λαμβάνοντας αφενός υπόψη μου ότι στην παρούσα υπόθεση η παραπονούμενη είχε κατά τον κρίσιμο χρόνο κλειδώσει την πόρτα του διαμερίσματος της προτού φύγει από αυτό και αφετέρου ότι επιστρέφοντας σε αυτό βρήκε την πόρτα ξεκλείδωτη και τους 2 κατηγορούμενους εντός του διαμερίσματός της κρίνω πως από τα πιο πάνω προκύπτει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι αυτοί συμφώνησαν να τελέσουν το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας καθώς επίσης ότι είχαν και την απαιτούμενη ένοχη διάνοια (mens rea) προς τούτο. Συνεπώς κρίνω ότι οι πιο πάνω ενέργειές τους οδηγούν πέραν πάσης αμφιβολίας στο λογικό συμπέρασμα ότι συμφώνησαν μεταξύ τους να διαπράξουν το κακούργημα της διάρρηξης κατοικίας και ότι είχαν πρόθεση να εκτελέσουν τον ως άνω παράνομο σκοπό. Λαμβάνοντας υπόψη μου τα πιο πάνω κρίνω περαιτέρω ότι αποδείχθηκε τόσο η ένοχη πράξη (actus reus) όσο και η ένοχη διάνοιά τους (mens rea) ότι συνωμότησαν να διαπράξουν το κακούργημα της διάρρηξης κατοικίας ως η κατηγορούσα αρχή τους καταλογίζει με την 1η κατηγορία. Συνακόλουθα λόγω των πιο πάνω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της 1ης κατηγορίας. Αναφορικά με το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος σχετικά είναι τα άρθρα 291 και 292(α) του Ποινικού Κώδικα τα οποία έχουν ως ακολούθως: «
  2. Όποιος διαρρήχνει οποιοδήποτε μέρος κτιρίου, εξωτερικό ή εσωτερικό ή ανοίγει με ξεκλείδωμα, έλξη, ώθηση, ανύψωση ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο, θύρα, παράθυρο, παραθυρόφυλλο, πόρτα υπογείου ή άλλο πράγμα προορισμένο για το κλείσιμο ή για την κάλυψη ανοίγματος σε κάποιο κτίριο ή άνοιγμα που επιτρέπει τη δίοδο από ένα μέρος του κτιρίου σε άλλο, θεωρείται ότι διαρρήχνει το κτίριο. Κάποιο πρόσωπο θεωρείται ότι εισέρχεται σε κτίριο αμέσως όταν οποιοδήποτε μέρος του σώματος του ή οποιοδήποτε μέρος οργάνου που χρησιμοποιείται από αυτό, βρίσκεται εντός του κτιρίου. Εκείνος που επιτυγχάνει την είσοδο του σε κτίριο με τη χρήση απειλής για αυτό το σκοπό ή με τέχνασμα ή με τη συμπαιγνία μαζί με άλλο που βρίσκεται στο κτίριο ή αυτός που εισέρχεται από την καπνοδόχο ή από άλλη τρύπα του κτιρίου η οποία παραμένει μόνιμα ανοικτή για κάποιο αναγκαίο σκοπό, δεν προορίζεται όμως να χρησιμοποιείται συνήθως ως μέσο εισόδου, θεωρείται ότι διάρρηξε και ότι εισήλθε στο κτίριο.
  3. Όποιος (α) διαρρήχνει και εισέρχεται σε κτίριο, αντίσκηνο ή σκάφος το οποίο χρησιμοποιείται ως κατοικία ανθρώπων ή σε κτίριο που χρησιμοποιείται ως χώρος λατρείας, με σκοπό διάπραξης κακουργήματος σε αυτό ή (β) αν εισέλθει σε κτίριο, αντίσκηνο ή σκάφος που χρησιμοποιείται ως κατοικία ανθρώπων ή σε κτίριο που χρησιμοποιείται ως χώρος λατρείας, με σκοπό διάπραξης κακουργήματος σε αυτό ή αν διάπραξε κακούργημα σε οποιοδήποτε από τα πιο πάνω, διαρρήχνει αυτό και εξέρχεται από αυτό, είναι ένοχος του κακουργήματος της διάρρηξης και υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων. Αν το ποινικό αδίκημα διαπράττεται κατά τη διάρκεια νύχτας, αυτό καλείται διάρρηξη κατά τη διάρκεια νύχτας, ο δε υπαίτιος υπόκειται σε φυλάκιση δέκα χρόνων.». Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω ευρήματά μου κρίνω επίσης ότι αποδείχθηκαν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και της 2ης κατηγορίας και συγκεκριμένα ότι οι κατηγορούμενοι διέρρηξαν και εισήλθαν στο επίδικο διαμέρισμά της Μ.Κ.2 το οποίο αποτελεί την κατοικία της με σκοπό να διαπράξουν το κακούργημα της κλοπής αφού η πράξη τους να ανοίξουν τα ερμάρια των δωματίων της και να ρίξουν κάτω, δεξιά και αριστερά τα ρούχα που υπήρχαν σε αυτά οδηγεί λογικά μόνο στο συμπέρασμα ότι έπραξαν τα πιο πάνω αναζητώντας περιουσία για να κλέψουν. Λόγω των πιο πάνω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων των κατηγοριών 1 και 2 και συνακόλουθα ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις εν λόγω κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει. (Υπ.) ........... Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.