ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. ABDULRAHMAN AL HALABI, Υπόθεση Αρ.: 5210/2024, 17/7/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Λ. Μουγής, Π.Ε.Δ. Μ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Υπόθεση Αρ.: 5210/2024 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ v. ABDULRAHMAN AL HALABI Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 17 Ιουλίου 2024. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Μ. Κουτσόφτας. Για τον Κατηγορούμενο : Η κα Κ. Σοφοκλέους. Κατηγορούμενος παρών. Π Ο Ι Ν Η (Δοθείσα Αυθημερόν) Ο κατηγορούμενος έχει βρεθεί ένοχος με δική του παραδοχή σε δύο κατηγορίες που αφορούν τα αδικήματα του απαγορευμένου μετανάστη που βρέθηκε στη Δημοκρατία και της συνδρομής ή βοήθειας σε απαγορευμένο μετανάστη να εισέλθει στη Δημοκρατία, κατά παράβαση των άρθρων 19
(2)και 19(ζ) αντίστοιχα, του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105. Αυτό που προσάπτεται στον κατηγορούμενο, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, είναι ότι στις 14/04/2024 ως απαγορευμένος μετανάστης βρέθηκε σε χωρικά ύδατα της Δημοκρατίας χωρίς να κατέχει άδεια από το Υπουργικό Συμβούλιο ή από οποιονδήποτε διευθυντή (κατηγορία 1) και ότι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο παρείχε συνδρομή ή βοήθεια σε 21 απαγορευμένους μετανάστες να εισέλθουν παράνομα στη Δημοκρατία (κατηγορία 3). Τα γεγονότα που συνθέτουν τη διάπραξη των αδικημάτων έχουν τεθεί από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής και καταγράφονται στο Έγγραφο Α, τα οποία και παραθέτουμε αυτολεξεί: «Τα γεγονότα ως το κατηγορητήριο. Την 14/04/24 και περί ώρα 14:00 λήφθηκε πληροφορία από την Λιμενική Αστυνομία ότι σε απόσταση 6 ναυτικών Μιλίων Νοτιοανατολικά του ακρωτηρίου Γκρέκο, εντοπίζεται άγνωστος στόχος. Σκάφη της Λιμενικής Αστυνομίας, εντόπισαν και ανέκοψαν το στόχο, όπου διαπιστώθηκε ότι πρόκειται για βάρκα στην οποία επέβαινε αριθμός παράτυπων μεταναστών. Μετά από οδηγίες, ότι παράτυποι μετανάστες επιβιβάστηκαν στο σκάφος πενταδάκτυλος της Λιμενικής και μεταφέρθηκαν στο λιμάνι Λάρνακας, όπου και αποβιβάστηκαν. Με τη βοήθεια διερμηνέων καταγράφηκαν τα στοιχεία των παράτυπων μεταναστών και διαπιστώθηκε ότι πρόκειται για 22 άτομα συνολικά εκ των οποίων 16 άνδρες, 1 γυναίκα, 1 οικογένεια με 2 ανήλικα παιδιά και ένας ασυνόδευτος ανήλικος, όλοι από τη Συρία. Οι μετανάστες μεταφέρθηκαν με λεωφορεία στο κέντρο υποδοχής και προσωρινής φιλοξενίας Πουρνάρα. Ακολούθως την 15/04/24 κατά τη διάρκεια συνεντεύξεων στο κέντρο υποδοχής Πουρνάρα, εξασφαλίστηκε μαρτυρία από επιβαίνοντα της εν λόγω βάρκας, επί του ότι ο κατηγορούμενος ανέλαβε την πλοήγηση και οδήγηση της βάρκας από την πρώτη στιγμή της αναχώρησης τους από το λιμάνι του Ταρτούς της Συρίας μέχρι και την ώρα εντοπισμού τους από τη Λιμενική Αστυνομία. Σύμφωνα με τη μαρτυρία που εξασφαλίστηκε από άλλους επιβαίνοντες, η βάρκα ξεκίνησε από την Περιοχή Ταρτούς της Συρίας περί ώρα 21:00 το βράδυ της 10/04/23 με προορισμό την Κύπρο. Για το ταξίδι τους την Κύπρο, οι μετανάστες κατέβαλαν το ποσό των 2,500-4,000 δολαρίων Αμερικής, περίπου έκαστος στους διακινητές τους στη Συρία. Την 18/04/24 λήφθηκε θεληματική κατάθεση από τον κατηγορούμενο με τη βοήθεια διερμηνέα, στην οποία ο κατηγορούμενος αποδέχθηκε την διάπραξη των αδικημάτων όπου μεταξύ άλλων αναφέρει ότι εργάζεται σε ιχθυοτροφείο και γνωρίζει να πλοηγεί βάρκα. Επίσης αναφέρει ότι 3 ημέρες πριν το ταξίδι το προσέγγισε κάποιος με το όνομα Abu Ahman Tufaha, στη Συρία, ο οποίος του πρότεινε εφόσον γνωρίζει να πλοηγεί βάρκα, να ταξιδέψει στην Κύπρο δωρεάν και ο κατηγορούμενος αποδέχθηκε την πρόταση. Ο κατηγορούμενος είναι Λευκού Ποινικού Μητρώου.» Για σκοπούς επιβολής ποινής ετοιμάστηκε έκθεση του Γραφείου Ευημερίας όπου αναφέρονται οι προσωπικές, οικογενειακές και άλλες περιστάσεις του κατηγορούμενου. Καταγράφεται ότι είναι ηλικίας 21 ετών, κατάγεται από τη Συρία και έχει έναν αδελφό και τρεις αδελφές. Ο πατέρας του έχει αποβιώσει, ενώ η μητέρα του είναι οικοκυρά. Ο ίδιος είναι αναλφάβητος και από μικρή ηλικία εργαζόταν ως ηλεκτρολόγος, συγκολλητής. Συνελήφθηκε κατά τη διάρκεια της άφιξής του με βάρκα. Η συνήγορος υπεράσπισης αγορεύοντας περαιτέρω για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας και κάλεσε το Δικαστήριο όπως προβεί στην εξατομίκευση της ποινής. Ανέφερε η κυρία Σοφοκλέους ότι ο κατηγορούμενος αντιλαμβάνεται τη σοβαρότητα των αδικημάτων, πλην όμως υπάρχουν παράγοντες στην υπό κρίση περίπτωση που το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπ' όψιν του και οι οποίοι του επιτρέπουν να επιδείξει κάθε δυνατή επιείκεια. Ο κατηγορούμενος, έθεσε η συνήγορος υπεράσπισης, είναι λευκού ποινικού μητρώου, παραδέχθηκε άμεσα τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, προέβηκε σε θεληματική κατάθεση λέγοντας λεπτομέρειες για το πώς κατέληξε να πλοηγεί τη βάρκα, κάτι που καταδεικνύει και τη συνεργασία του με τις Αστυνομικές Αρχές. Πρόκειται για νεαρό άτομο, χαμηλού κοινωνικοοικονομικού επιπέδου και επιπλέον είναι και αναλφάβητος. Πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια και οι συνθήκες που επικρατούν στην χώρα του ήταν που τον οδήγησαν να πάρει την απόφαση να έρθει στην Κύπρο. Δεν είχε οποιοδήποτε οικονομικό όφελος, αφού τα λεφτά τα οποία πληρώθηκαν δεν πληρώθηκαν στον ίδιο, εννοώντας η κυρία Σοφοκλέους για τα υπόλοιπα πρόσωπα που επέβαιναν της βάρκας στην οποία βρισκόταν και ο ίδιος ο κατηγορούμενος. Έγινε επίκληση από πλευράς υπεράσπισης ότι τα παρόμοιας φύσεως αδικήματα δεν είναι πλέον σε έξαρση, κάτι το οποίο το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπ' όψιν του ως προς τη γενική αποτροπή. Εξέφρασε την απολογία και μεταμέλεια του κατηγορούμενου καλώντας το Δικαστήριο να τον κρίνει με κάθε επιείκεια. Έχει κατ' επανάληψη τονισθεί ότι η σοβαρότητα ενός αδικήματος αντικατοπτρίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπει ο Νόμος (βλ. Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632, Βραχίμη ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 727, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Evans
(2005)2 ΑΑΔ 639). Στην υπό κρίση υπόθεση η σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος προκύπτει κατ' αρχήν από τις προβλεπόμενες ποινές. Συγκεκριμένα τόσο για το αδίκημα της κατηγορίας 1 όσο και για το αδίκημα της κατηγορίας 3 ο νόμος προβλέπει ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δέκα έτη ή χρηματική ποινή μέχρι €50.000 ή και τις δύο αυτές ποινές. Σημειώνεται ότι πριν την τροποποίηση των επίδικων άρθρων με τον Ν46(Ι)/2021, για τα αδικήματα των κατηγοριών 1 και 3, προβλεπόταν ποινή φυλάκισης μέχρι τρία
(3)έτη ή χρηματική ποινή που δεν υπερέβαινε τις πέντε χιλιάδες λίρες (€8.543) ή και τις δύο αυτές ποινές. Η αισθητή αύξηση των ποινών, αντανακλά ακριβώς την αυξημένη σοβαρότητα που ο νομοθέτης ήθελε να προσδώσει στα υπό εξέταση αδικήματα. Περαιτέρω η νομολογία έχει κατ' επανάληψη τονίσει την ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση των αδικημάτων που σχετίζονται με παράνομη είσοδο, διέλευση και παραμονή στη Δημοκρατία λόγω της έξαρσης που παρατηρείται στη διάπραξή τους, αλλά και του γεγονότος ότι αυτά επιφέρουν προβλήματα κοινωνικής και οικονομικής φύσεως, καθώς και προβλήματα αστυνόμευσης. Παραπέμπουμε στις αποφάσεις Nazari v. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 231, 234, Tabrizi v. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 421, 429, Deveci ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 80 και Στρουθιάς ν. Αστυνομίας
(2015)2Α ΑΑΔ 493 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Kabeer Khan, Ποιν. Έφ. 123/23, ημερομηνίας 15.9.2023. Στην τελευταία απόφαση που αναφέραμε, δηλαδή στην Kabeer Khan αναφέρεται η συχνότητα διάπραξης τέτοιων αδικημάτων και η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Εδώ να πούμε ότι δεν θα συμφωνήσουμε με την εισήγηση της κυρίας Σοφοκλέους ότι δεν υπάρχει τόση έξαρση πλέον σε τέτοιας φύσεως αδικήματα κάτι που επηρεάζει την αναγκαιότητα της γενικής αποτροπής. Αδικήματα παρόμοιας φύσεως διαπράττονται πάρα πολύ συχνά, λαμβάνουμε γνώση από τον μεγάλο αριθμό υποθέσεων που τίθενται ενώπιον των Δικαστηρίων, αλλά και του παρόντος Δικαστηρίου, όπου σχεδόν καθημερινά επιλαμβάνεται υποθέσεις με παράνομους μετανάστες οι οποίοι εισέρχονται στη Δημοκρατία δια της θαλάσσιας οδού. Προκύπτει, συνεπώς, ότι σε υποθέσεις που αφορούν αδικήματα που σχετίζονται με παράνομη μετανάστευση, σύμφωνα με τη νομολογία αλλά και με βάση την έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξή τους αλλά και σε συνάρτηση με τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων υφίσταται η ανάγκη για επιβολή αυστηρών ποινών. Σαφώς, όμως, και στα υπό συζήτηση αδικήματα το μέγεθος της ποινής συναρτάται με τις συνθήκες έκαστου αδικήματος. Σχετικά παραπέμπουμε στην Mohamed κ.α. v. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ
- Ως προς τους παράγοντες που επενεργούν επιβαρυντικά στην επιμέτρηση της ποινής σε παρόμοιας φύσης αδικήματα, διαφωτιστική είναι η πρόσφατη απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ali Terzelaki Ποινική Έφεση 6/23, ημερομηνίας 4.6.
- Στην εν λόγω απόφαση με παραπομπή στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice του 2024 στο Μέρος Β, Ενότητα Β22.51, υιοθετήθηκαν τα νομολογηθέντα στην Αγγλική απόφαση Le and Stark [1999] 1 Cr App R (S) 422, στην οποία καταγράφονται οι επιβαρυντικοί παράγοντες σε σχέση με παρόμοιας φύσης αδικήματα. Σύμφωνα με τη πιο πάνω απόφαση, λαμβάνονται υπόψη οι ακόλουθοι παράγοντες ως επιβαρυντικοί:
(1)αν το αδίκημα διαπράχθηκε κατ' επανάληψη,
(2)αν έγινε με σκοπό το οικονομικό όφελος,
(3)αν η υποβοήθηση αφορούσε πρόσωπα άγνωστα σε αντιδιαστολή με σύζυγο ή στενό συγγενικό πρόσωπο,
(4)όπου υφίσταται συνωμοσία, η διάπραξη του αδικήματος για κάποια χρονική περίοδο,
(5)αν υπήρξε εκτεταμένος προσχεδιασμός και οργάνωση,
(6)αν ο κατηγορούμενος είχε ηγετικό ρόλο, ή αν
(7)το αδίκημα διαπράχθηκε σε σχέση με μεγάλο αριθμό παράνομων μεταναστών. Στην υπό κρίση υπόθεση, αυτό που προκύπτει από τα ενώπιον μας γεγονότα είναι ότι ο κατηγορούμενος έχοντας ως στόχο να έρθει στη Δημοκρατία αποδέχθηκε να πλοηγήσει τη βάρκα αφού συμφώνησε με κάποιον Abu Ahman Tufaha όπως ο ίδιος μη καταβάλει το αντίτιμο που οι υπόλοιποι επιβαίνοντες στη βάρκα κατέβαλαν και που ανερχόταν στο ποσό των 2,500-4,000 δολαρίων Αμερικής. Πλοήγησε το σκάφος μέσω του οποίου εισήλθαν παρανόμως, πέραν του ίδιου και άλλα 21 άτομα όλοι παράνομοι μετανάστες, με τους οποίους δεν προκύπτει ότι ήταν στενά συγγενικά πρόσωπα του κατηγορούμενου. Με τον πιο πάνω τρόπο ο κατηγορούμενος παρείχε συνδρομή σε ένα μη ευκαταφρόνητο αριθμό μεταναστών να εισέλθουν παρανόμως στη Δημοκρατία. Η μη καταβολή του χρηματικού αντιτίμου στον Σύριο διακινητή με ανάληψη πλοήγησης του επίδικου σκάφους, καταδεικνύει οικονομικό όφελος, χωρίς όμως να προκύπτει ότι σκοπός της διάπραξης των επίδικων αδικημάτων ήταν το οικονομικό όφελος. Παρά τα πιο πάνω όμως το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής δεν μειώνεται αλλά ούτε και ατονεί αφού οφείλει να προσεγγίζει την κάθε περίπτωση στη βάση των δικών της γεγονότων και τον κάθε κατηγορούμενο, ανάλογα με τις προσωπικές και άλλες περιστάσεις του (βλ. Παναγιώτου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 478). Από την άλλη όμως η διεργασία εξατομίκευσης δεν σημαίνει ότι θα πρέπει ταυτόχρονα να υπερακοντίζει και το άλλο Δικαστικό καθήκον για την επιβολή της αρμόζουσας για τον συγκεκριμένο παραβάτη ποινής. Προς όφελος του κατηγορούμενου λαμβάνουμε υπ' όψιν μας την παραδοχή του, που είναι παράγοντας ο οποίος, ως είναι νομολογημένο, επιφέρει έκπτωση στην ποινή, Χαρτούπαλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 28, αλλά καταδεικνύει και την έμπρακτη μεταμέλειά του. Λαμβάνουμε περαιτέρω υπ' όψιν μας το λευκό ποινικό μητρώο, το νεαρό της ηλικίας του, τις προσωπικές και άλλες περιστάσεις του, ως αυτές καταγράφονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, αλλά μας έχουν τεθεί και από πλευράς υπεράσπισης. Είναι όμως νομολογημένο ότι οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις σε τέτοιας φύσεως υποθέσεις λαμβάνονται μεν υπόψη αλλά δεν έχουν παρά μόνο μικρή βαρύτητα στην επιμέτρηση της ποινής. ( βλ. Tabrizi v Αστυνομίας (ανωτέρω) και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ali Terzelaki (ανωτέρω)). Ως προς τις συνθήκες διάπραξης των επίδικων αδικημάτων δεν παραγνωρίζουμε ότι, ελλείπουν οι πλείστοι από τους επιβαρυντικούς που έχει αναγνωρίσει η νομολογία. Συγκεκριμένα, στην υπό κρίση υπόθεση, τα αδικήματα δεν τελέστηκαν με σκοπό το οικονομικό όφελος, δεν υφίσταται το στοιχείο της επαναλαμβανόμενης συμπεριφοράς, ο κατηγορούμενος δεν είχε ηγετικό ρόλο αφού δεν ήταν ο διοργανωτής του ταξιδιού και ότι ο αριθμός των μεταναστών που υποβοηθήθηκαν δεν ήταν μεν ευκαταφρόνητος αλλά ούτε και ιδιαίτερα μεγάλος. Σε σχέση προς την ποινολογική μεταχείριση κατηγορούμενων σε παρόμοιας φύσης υποθέσεις και προβαίνοντας πάντοτε στις ανάλογες και επιβαλλόμενες αναπροσαρμογές στη βάση τού τι ισχύει εδώ ως ζήτημα γεγονότων και έχοντας συγχρόνως κατά νουν πως «Προηγούμενες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν, όμως, το δεσμευτικό χαρακτήρα, που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που την συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη.» (βλ. Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 1), παραθέτουμε ως καθοδηγητικές και ενδεικτικές και τις ακόλουθες αποφάσεις τα γεγονότα των οποίων θα πρέπει να πούμε ήταν ιδιαίτερα επιβαρυντικά για τους κατηγορούμενους. Στην υπόθεση Kabeer Khan (ανωτέρω) επιβλήθηκε πρωτοδίκως, κατόπιν παραδοχής, ποινή φυλάκισης 18 μηνών για τα αδικήματα της υποβοήθησης παράνομης παραμονής αλλοδαπού στη Δημοκρατία κατά παράβαση του Άρθρου 19Α
(2)του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105, το οποίο προνοεί ως μέγιστη ποινή φυλάκισης τα 15 έτη. Η ποινή αυξήθηκε κατ' έφεση στα 3 έτη με το Εφετείο να θέτει ότι στην ποινή θα πρέπει να αντικατοπτρίζεται η δράση βάσει οργανωμένου σχεδίου σε δύο περιπτώσεις η υποβοήθηση πέντε αλλοδαπών να παραμείνουν παράνομα στη Δημοκρατία έναντι οικονομικού κέρδους. Στην υπόθεση Ali Terzelaki (ανωτέρω) επιβλήθηκε πρωτοδίκως, κατόπιν παραδοχής, ποινή φυλάκιση 2 ½ ετών για το αδίκημα της εισόδου στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας απαγορευμένου μετανάστη κατά παράβαση των Άρθρων 2, 6
(1)(α)(στ)(ι) - (μ),
(2)και 19
(2)του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105. Το Εφετείο αύξησε την ποινή από 2 ½ σε 4 έτη υποδεικνύοντας ότι η εν λόγω υπόθεση κατατάσσετο ανάμεσα στις σοβαρότερες τους είδους, αφού συνέτρεχαν όλοι οι επιβαρυντικοί παράγοντες που αναγνωρίζονται στην υπόθεση Le and Stark (ανωτέρω), πλην της επαναλαμβανόμενης διάπραξης των αδικημάτων. Συνεκτιμώντας όλα όσα πιο πάνω παραθέσαμε και συζητήσαμε και λαμβάνοντας υπόψιν τις συνθήκες διάπραξης των επίδικων αδικημάτων αλλά και τους μετριαστικούς παράγοντες που η πλευρά της υπεράσπισης έθεσε, κρίνουμε ότι μοναδική ενδεικνυόμενη ποινή υπό τις περιστάσεις είναι αναπόφευκτα αυτή της φυλάκισης. Ως εκ τούτου επιβάλλονται στον κατηγορούμενο: Στην πρώτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 2 ετών Στην τρίτη κατηγορία ποινή φυλάκισης 2 ετών. Οι ποινές θα συντρέχουν. Ο χρόνος κατά τον οποίο ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση, δηλαδή από 14/04/2024, να συνυπολογιστεί σύμφωνα με το άρθρο 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. (Υπ.) ........... Λ. Μουγής, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ........... Μ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ........... Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο