← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. GURPREET SINGH JANDU κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 456/2024, 9/12/2024

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. GURPREET SINGH JANDU κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 456/2024, 9/12/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 456/2024 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας εναντίον

  1. GURPREET SINGH JANDU
  2. ALEXANDRU BOIDACHE Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 9.12.2024 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ζ. Κούμουρου Για τον Κατηγορούμενο αρ. 1: κ. Κ. Ταμπούρλας Κατηγορούμενος αρ. 1: Παρών ΠΟΙΝΗ Ο 1ος κατηγορούμενος κατόπιν ακρόασης κρίθηκε ένοχος στην 1η κατηγορία και αθωώθηκε στη 2η ενώ ο 2ος κατηγορούμενος αθωώθηκε στις κατηγορίες 3 και 4 τις οποίες αντιμετώπιζε. Η 1η κατηγορία αφορά το αδίκημα της παραμονής αλλοδαπού στη Δημοκρατία χωρίς άδεια κατά παράβαση των άρθρων 2, 19

(1)(λ) του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105 και του Καν. 9
(1)(ε) των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Κανονισμών του 1972 (Κ.Δ.Π. 242/1972). Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου ο Μ.Κ.1 ο οποίος υπηρετεί στην Υ.Α.Μ. Αρχηγείου και είναι τοποθετημένος στην Υ.Α.Μ. Λάρνακας στις 15.1.2024 και ώρα 08:50 μαζί με άλλους συναδέλφους του μετέβηκαν στη βιοτεχνική περιοχή Λειβαδιών στις εγκαταστάσεις της επιχείρησης της εταιρείας του 2ου κατηγορούμενου. Ο Μ.Κ.1 γνώριζε τον κατηγορούμενο από προηγούμενη υπόθεση την οποία είχε διερευνήσει. Του φώναξε «Αστυνομία - Police» και αφού τον ακινητοποίησαν διαπίστωσε ότι ήταν ο αλλοδαπός Gurpreet Singh Jandu. Στη συνέχεια από τον έλεγχο στον οποίο προέβηκαν στα συστήματα της Αστυνομίας και του Τ.Α.Π.Μ. επιβεβαίωσε ότι επρόκειτο για τον 1ο κατηγορούμενο ο οποίος δεν είχε άδεια παραμονής στη Δημοκρατία. Ο εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος βαρύνεται με μια προηγούμενη καταδίκη στην υπόθεση 20619/2022 στην οποία στις 12.1.2023 του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 3 μηνών για το αδίκημα της παράνομης απασχόλησης. Ο δικηγόρος του κατηγορούμενου όταν έλαβε τον λόγο ανέφερε ότι η εν λόγω προηγούμενη καταδίκη είναι παραδεκτή και περαιτέρω εξέφρασε την απολογία του κατηγορούμενου. Ανέφερε επίσης ως μετριαστικό παράγοντα την άγνοια του νόμου εκ μέρους του κατηγορούμενου ο οποίος επειδή είχε καταχωρήσει την προσφυγή με αρ. 1399/2021 στο Διοικητικό Δικαστήριο διότι ενώ ήταν παντρεμένος με ευρωπαία υπήκοο το Τ.Α.Μ. θεώρησε ότι ο γάμος του ήταν εικονικός και του ακύρωσε την άδεια παραμονής καλόπιστα θεωρούσε ότι η εν λόγω προσφυγή του έδινε το δικαίωμα να παραμείνει στη Δημοκρατία μέχρι αυτή να εξεταστεί από το Διοικητικό Δικαστήριο. Ανέφερε επίσης ότι ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 36 ετών, αφίχθηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία το έτος 2017 και εξέφρασε την πρόθεσή του περί οικειοθελούς αποχώρησης από τη Δημοκρατία. Έχω μελετήσει και λαμβάνω υπόψη μου όσα ο δικηγόρος του κατηγορούμενου ανέφερε προς μετριασμό, περιλαμβανομένης και της απόφασης στην ως άνω προσφυγή. Το Δικαστήριο κατά τη διαδικασία επιλογής του είδους της ποινής που θα επιβάλει σε μια συγκεκριμένη υπόθεση λαμβάνει υπόψη του τη σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων ως αυτή προκύπτει από την προβλεπόμενη από τον Νόμο ποινή, τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων καθώς επίσης τις προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του εκάστοτε κατηγορούμενου. Επιπλέον λαμβάνει υπόψη του πως σε αδικήματα στα οποία παρατηρείται αυξητική τάση διάπραξής τους η επιβολή αποτρεπτικών ποινών καθίσταται αναγκαία. Στο έργο εξατομίκευσης της ποινής είναι καθήκον του Δικαστηρίου να λαμβάνει επίσης υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη καθώς και εκείνα που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, για εξισορρόπηση της ποινής έτσι ώστε αυτή να μη συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Από την άλλη όμως η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή (Μιχάλης Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 557). Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής (Γενικός Εισαγγελέας v. Ευαγόρου
(2001)2 Α.Α.Δ. 285). Οι παλαιότερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου που αφορούν στην επιβολή ποινών παρέχουν ένδειξη του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων αδικημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής πλην όμως δεν έχουν τον δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου επειδή η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και των συνθηκών του εκάστοτε παραβάτη (Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 1, Γεωργίου κ.ά. v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 61/2020, ημερομηνίας 14.7.2022, ECLI:CY:AD:2022:B304 και ANDREI ν. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 164 και 165/2022, ημερομηνίας 23.1.2023). Το άρθρο 19(λ) του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ.105 προνοεί για το επίδικο αδίκημα φυλάκιση για χρονικό διάστημα πoυ δεv υπερβαίνει τους 12 μήνες ή πρόστιμο πoυ δεv υπερβαίνει τις χίλιες λίρες (περίπου €1.708) ή και τις 2 ποινές της φυλάκισης και του προστίμου. Η σοβαρότητα των αδικημάτων που σχετίζονται με την παράνομη είσοδο και παραμονή αλλοδαπών στη Δημοκρατία και η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών δεν προκύπτουν μόνο από τις προβλεπόμενες για αυτά τα αδικήματα ποινές αλλά έχουν επίσης τονισθεί και από τη σχετική νομολογία. Ενδεικτικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Tabrizi v. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 421: «Αδικήματα που αφορούν την παράνομη είσοδο και παραμονή αλλοδαπών στην Κύπρο ή που σχετίζονται με τέτοια αδικήματα αντιμετωπίζονται ως σοβαρά. Έχει επισημανθεί στην σχετική νομολογία ότι τόσο η παράνομη είσοδος στο έδαφος της Δημοκρατίας όσο και η παράνομη παραμονή προσώπων που εισήλθαν αρχικά νόμιμα έχει φθάσει σε τέτοια επίπεδα που δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα κοινωνικής και οικονομικής φύσεως αλλά και προβλήματα αστυνόμευσης. Ακόμα ότι η Κύπρος είναι φιλόξενη χώρα αλλά ο καθένας που επιθυμεί να ζήσει εδώ οφείλει να συμμορφώνεται με τους Νόμους και τους Κανονισμούς της χώρας αυτής». Στην υπόθεση ALI HASSAIN KHALAF AL JIBOURI ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 143 που αφορούσε στο αδίκημα της παραμονής στη Δημοκρατία μετά τη λήξη άδειας παραμονής κατά παράβαση του άρθρου 19(λ) του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105 έγινε αναφορά στην υπόθεση Gaby Toufic Atallah ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 94 στην οποία αναφέρθηκε ότι: «οι προσωπικές περιστάσεις των κατηγορουμένων όσο και αν, όπως σε κάθε περίπτωση, είναι παράγοντες σχετικοί με την επιμέτρηση της ποινής, είναι περιορισμένης σημασίας και σίγουρα δεν μπορούν να αφεθούν να οδηγήσουν σε αναποτελεσματική εφαρμογή του νόμου σε υποθέσεις όπως η παρούσα, στις οποίες οι ποινές είναι αναγκαίο να είναι αποτρεπτικές». Στην ως άνω απόφαση ALI HASSAIN KHALAF AL JIBOURI ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ (πιο πάνω) κρίθηκε ότι η ποινή φυλάκισης 1 μηνός που επιβλήθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ήταν έκδηλα υπερβολική. Εξετάζοντας ποιο είδος ποινής είναι κατάλληλο να επιβληθεί στην παρούσα υπόθεση, συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω και ιδιαίτερα τη φύση και τη σοβαρότητα του αδικήματος ως προκύπτουν από την ανώτατη προβλεπόμενη από τον νόμο ποινή και τη σχετική νομολογία καθώς και την ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών σε αδικήματα όπως το επίδικο λόγω της ανησυχητικής έξαρσης που παρατηρείται στη διάπραξή τους κρίνω ότι αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή είναι η επιβολή ποινής φυλάκισης. Οποιαδήποτε άλλη ποινή όχι μόνο δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς του νόμου αλλά επιπλέον θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε νέους επίδοξους παραβάτες. Το Δικαστήριο έχει καθήκον να πατάξει αξιόποινες συμπεριφορές προκειμένου να καταδείξει ότι η συνέχιση της διάπραξης τέτοιων αδικημάτων δεν είναι ανεκτή και θα πρέπει επιτέλους να τερματιστεί. Στα πλαίσια προσδιορισμού του είδους της κατάλληλης ποινής στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου τη σοβαρότητα του επίδικου αδικήματος ως αυτή προκύπτει από την προβλεπόμενη για αυτό μέγιστη ποινή. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου ότι ελλείπει ένας ισχυρός μετριαστικός παράγοντας όπως είναι η παραδοχή. Στα πλαίσια εξατομίκευσης της ποινής λαμβάνω υπόψη μου προς όφελος του 1ου κατηγορούμενου την απολογία του ως εκφράστηκε από τον δικηγόρο του καθώς επίσης και την άγνοια του νόμου ως την εξειδίκευσε ο δικηγόρος του. Σχετικά με τις προηγούμενες καταδίκες ενός κατηγορούμενου στην υπόθεση DYGDALOWICZ ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 11/2021, ημερ. 4.11.2022 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όμως η σημασία των προηγούμενων καταδικών έγκειται στο ότι η ύπαρξη τους τείνει να μειώσει σε κάποιο βαθμό, την επιείκεια που μπορεί να επιδειχθεί. Και τούτο, κυρίως, γιατί αποτελούν ένδειξη της στάσης του κατηγορούμενου στην τήρηση των νόμων (Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου
(1997)2 Α.Α.Δ. 17). Στην Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 306 τονίστηκε και πάλι ότι οι προηγούμενες καταδίκες δεν αποτελούν παράγοντα επιβαρυντικό της ποινής, αλλά επενεργούν ως παράγων περιορισμού της επιείκειας, της οποίας θα μπορούσε να τύχει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος, αν δεν βαρυνόταν με τις προηγούμενες καταδίκες (βλ. επίσης Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565 και Vedat v. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 787)». Από το πιο πάνω απόσπασμα είναι προφανές ότι η προηγούμενη καταδίκη με την οποία βαρύνεται ο κατηγορούμενος και η οποία αφορά το αδίκημα της παράνομης απασχόλησης αλλοδαπού, το οποίο είναι αδίκημα ομοειδές με αυτό της παρούσας υπόθεσης, τείνει να μειώσει σε κάποιο βαθμό την επιείκεια που μπορεί να του επιδειχθεί. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω κρίνω ότι αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή είναι αυτή της φυλάκισης 6 μηνών. Έχοντας επιβάλει στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης κάτω των 3 ετών προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω το θέμα της αναστολής της ποινής φυλάκισης που του επιβλήθηκε. Το θέμα της αναστολής ποινής φυλάκισης ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και σχετικές είναι οι πρόνοιες του άρθρου 3
(2)του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 186(Ι)/2003 καθώς επίσης και οι αρχές που έχει καθιερώσει η νομολογία επί του θέματος (Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161). Επιβληθείσα ποινή φυλάκισης είναι δυνατό να ανασταλεί εφόσον αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης ή και από τα προσωπικά περιστατικά ενός κατηγορούμενου. Σχετικά με το ζήτημα της αναστολής ποινής φυλάκισης στην υπόθεση Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930 λέχθηκε ότι «κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας». Στην υπόθεση Απέργη ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 64/2023, ημερ. 22.6.2023 έγινε αναφορά στην υπόθεση Νεοφύτου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 9/2021, ημερ. 29.7.2021 στην οποία εξηγήθηκε ότι ποινή φυλάκισης, ακόμα και εκεί όπου θα μπορούσε να θεωρηθεί και αυστηρή λόγω του ύψους της, μπορεί να απωλέσει το στοιχείο της αποτροπής εφόσον ανασταλεί, ακόμα και να καταστεί ανεπαρκής για την τιμωρία του καταδικασθέντα. Έχοντας υπόψη μου τις πρόνοιες του άρθρου 3
(2)του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 186(Ι)/2003 και τις αρχές που έχει καθιερώσει η νομολογία επί του θέματος (Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161) και λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη μου τη σοβαρότητα του επίδικου αδικήματος, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος βαρύνεται με μια προηγούμενη καταδίκη για ομοειδές αδίκημα η οποία δεν λειτούργησε αποτρεπτικά για τον κατηγορούμενο καθώς και την ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών για αδικήματα όπως το επίδικο κρίνω ότι στην παρούσα υπόθεση δεν δικαιολογείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να ασκηθεί υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης που του επιβλήθηκε. Κρίνω περαιτέρω πως αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν θα αντικατόπτριζε τη σοβαρότητα του αδικήματος ούτε θα εξυπηρετούσε την παράμετρο της αποτροπής. Λόγω των πιο πάνω κρίνω ότι δεν δικαιολογείται όπως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκηθεί υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο. Η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο να εκτελεστεί άμεσα. Ο χρόνος φυλάκισης μειώνεται για το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση ήτοι από τις 21.11.2024. (Υπ.) ........... Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.