← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. SARAH OMBA OTSHINGA κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 12027/2024, 4/12/2024

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. SARAH OMBA OTSHINGA κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 12027/2024, 4/12/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12027/2024 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας εναντίον

  1. SARAH OMBA OTSHINGA
  2. ALAIN NGONGO DIKONGO Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 4.12.2024 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Γιάλλουρου Για την Κατηγορούμενη αρ. 1: κα Λ. Κουμή Για τον Κατηγορούμενο αρ. 2: κ. Χρ. Κ. Φελλάς Κατηγορούμενοι: Παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης περιλαμβάνει 6 κατηγορίες. Οι κατηγορίες 1 και 2 αφορούν από κοινού και τους 2 κατηγορούμενους, οι κατηγορίες 3 και 4 αφορούν μόνο την 1η κατηγορούμενη και τέλος οι κατηγορίες 5 και 6 αφορούν μόνο τον 2ο κατηγορούμενο. Η 1η κατηγορούμενη δήλωσε μη παραδοχή στις κατηγορίες 1 και 2 και παραδέχθηκε τις κατηγορίες 3 και 4 ενώ ο 2ος κατηγορούμενος δήλωσε μη παραδοχή σε όλες τις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει. Παραθέτω αυτούσιες όλες τις κατηγορίες: ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 1 Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση των άρθρων 331, 333, 335, 339 και 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  3. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Οι κατηγορούμενοι στις 16/8/2024 στη Λάρνακα της Επαρχίας Λάρνακας συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν κακούργημα δηλαδή κυκλοφορία πλαστού εγγράφου. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 2 Συνωμοσία προς διάπραξη πλημμελήματος, κατά παράβαση των άρθρων 360 και 372 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  4. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Οι κατηγορούμενοι στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν πλημμέλημα δηλαδή πλαστοπροσωπία. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 3 Κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 331, 333, 335, 339 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  5. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Η 1η κατηγορούμενη στις 16/8/2024 και περί ώρα 0510 στο Αεροδρόμιο Λάρνακας στη Λάρνακα της Επαρχίας Λάρνακας εν γνώση της και δολίως έθεσε σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο ήτοι την πλαστή γαλλική ταυτότητα με αριθμό
  6. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 4 Πλαστοπροσωπία, κατά παράβαση των άρθρων 35 και 360 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  7. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Η 1η κατηγορούμενη κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 3η κατηγορία επί σκοπώ καταδολίευσης του Αστ. 4851 Π. Αλαμπρίτη του Κ.Ε.Δ. Αεροδρομίου Λάρνακας ψευδώς παρέστησε τον εαυτό της ως άλλο πρόσωπο ήτοι παρουσιάστηκε ως SARAH OTSHUMBA κάτοχος γαλλικής ταυτότητας. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 5 Παροχή βοήθειας για τη διάπραξη του ποινικού αδικήματος της Κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 20(γ), 331, 333, 335, 339 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  8. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο 2ος κατηγορούμενος κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 3η κατηγορία βοήθησε την 1η κατηγορούμενη εν γνώση του και δολίως να θέσει σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο ήτοι την πλαστή γαλλική ταυτότητα με αριθμό
  9. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Αρ. Κατηγορίας 6 Παροχή βοήθειας για τη διάπραξη του ποινικού αδικήματος της πλαστοπροσωπίας, κατά παράβαση των άρθρων 20(γ), 35 και 360 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  10. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο 2ος κατηγορούμενος κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην 3η κατηγορία βοήθησε την 1η κατηγορούμενη επί σκοπώ καταδολίευσης του Αστ. 4851 Π. Αλαμπρίτη του ΚΕΔ Αεροδρομίου ψευδώς να παραστήσει τον εαυτό της ως άλλο πρόσωπο δηλαδή ως SARAH OTSHUMBA κάτοχος γαλλικής ταυτότητας. Η κατηγορούσα αρχή προς απόδειξη των κατηγοριών παρουσίασε 5 μάρτυρες. Προτού όμως δώσει ένορκη μαρτυρία ο Μ.Κ.1 οι δικηγόροι των διαδίκων δήλωσαν ως παραδεκτά μεταξύ τους γεγονότα τα ακόλουθα: «στις 16.8.2024 και περί ώρα 05:15 η 1η κατηγορούμενη μετέβηκε στο αεροδρόμιο Λάρνακας και συγκεκριμένα στη θυρίδα ελέγχου ταξιδιωτικών εγγράφων όπου βρισκόταν ο Αστ. 4851 Πρόδρομος Αλαμπρίτης και παρουσίασε σε αυτόν πλαστή γαλλική ταυτότητα με αριθμό 170291350479 με στοιχεία κατόχου SARAH OTSHUMBA. Η εν λόγω γαλλική ταυτότητα ήταν πλαστή και η 1η κατηγορούμενη παρουσιάστηκε ως άλλο πρόσωπο. Τα πραγματικά της στοιχεία είναι SARAH OMBA OTSHINGA». Ως Μ.Κ.1 παρουσιάστηκε ο Αστ. 4851 Π. Αλαμπρίτης ο οποίος κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του τη γραπτή του κατάθεση ημερ. 16.8.2024 η οποία σημειώθηκε ως τεκμήριο 1 και στην οποία περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: υπηρετεί στην Υ.Α.Μ. Αρχηγείου και είναι τοποθετημένος στο Κ.Ε.Δ. Αερολιμένα Λάρνακας. Στις 16.8.2024 και ώρα 05:00 ανέλαβε καθήκον στον τομέα αναχωρήσεων του αεροδρομίου Λάρνακας μέχρι τις 17:00 της ίδιας ημέρας. Περί ώρα 05:10 προσήλθε στη θυρίδα ελέγχου διαβατηρίων 23 όπου βρισκόταν, αλλοδαπή η οποία του παρουσίασε μια γαλλική ταυτότητα με αρ. 170291350479 με στοιχεία OTSHUMBA SARAH και ημερ. γεννήσεως 16.6.
  11. Επίσης του έδειξε και μια κάρτα επιβίβασης με προορισμό το Παρίσι - CDG με την πτήση CY 380 η οποία θα αναχωρούσε την ίδια ημέρα και ώρα 07:
  12. Εκ πρώτης όψεως του εγέρθηκαν υποψίες ότι η ταυτότητα που του παρουσίασε η αλλοδαπή ήταν παραποιημένη αφού με τη βοήθεια φωτιζόμενου μεγεθυντικού φακού δεν πληρούσε τις προδιαγραφές ασφαλείας και συγκεκριμένα οι εκτυπώσεις στην πρόσοψη του εγγράφου τόσο στη φωτογραφία όσο και στα γράμματα ήταν από εκτυπωτή. Από τον διαβατηριακό έλεγχο που έκανε διαπίστωσε ότι το δελτίο ταυτότητας δεν ήταν κλαπέν ούτε απολεσθέν. Συνόδεψε την αλλοδαπή στο γραφείο αναχωρήσεων Κ.Ε.Δ. για περαιτέρω εξετάσεις και αυτή του παραδέχθηκε πως η εν λόγω γαλλική ταυτότητα ήταν πλαστή και ισχυρίστηκε ότι της την έδωσε κάποιο άγνωστο πρόσωπο. Τα πραγματικά της στοιχεία είναι SARAH OMBA OTSHINGA, ημερ. γεννήσεως 15.6.2000, κατάγεται από τη Λ.Δ. του Κονγκό, είναι αιτήτρια πολιτικού ασύλου με ARC [ ] ΜΡ [ ] της οποίας η αίτηση τελεί υπό εξέταση. Όταν αρχικά την πληροφόρησε για τα αδικήματα που διέπραξε και ακολούθως την συνέλαβε αφού προηγουμένως της επέστησε εκ νέου την προσοχή της στον νόμο αυτή δεν έδωσε οποιαδήποτε απάντηση. Στη συνέχεια επικοινώνησε με την επί καθήκοντι υπεύθυνη της εταιρείας επίγειας εξυπηρέτησης επιβατών GOLDAIR η οποία του ανέφερε ότι βάσει της ηλεκτρονικής κράτησης που είχε στο σύστημα της κράτησης επιβατών διαπιστώνεται πως την αγορά του εισιτηρίου της την έκανε ο NGONGO DIKONGO ALAIN ο οποίος συνταξίδευε με αυτή. Στη συνέχεια εντόπισε τον πιο πάνω ο οποίος είναι κάτοχος διαβατηρίου της Δημοκρατίας του Κονγκό με αριθμό [ ], ημερ. γεννήσεως 11.8.1969, και κάτοχος άδειας παραμονής στη Γαλλία με αριθμό [ ]. Στην κατοχή του είχε κάρτα επιβίβασης για την πτήση CY 380 για Παρίσι με αριθμό θέσης 25Β. Η πιο πάνω αλλοδαπή είχε κάρτα επιβίβασης με την ίδια πτήση και αριθμό θέσης 25C. Τον οδήγησε στο γραφείο αναχωρήσεων όπου του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και με τη βοήθεια της Μαρίας Δημητριάδου υπαλλήλου της ICTS του ανέφερε ότι την πιο πάνω αλλοδαπή την είχε γνωρίσει αρχικά στο αεροδρόμιο Λάρνακας ενώ στη συνέχεια ανέφερε ότι γνωρίστηκαν μέσω διαδικτύου γιατί ήθελε να τη βοηθήσει να ταξιδεύσει στη Γαλλία. Ακολούθως του έδωσε τα δικαιώματα υπόπτου/κρατουμένου στη γαλλική γλώσσα τα οποία εκείνος αφού διάβασε τα υπέγραψε στην παρουσία του. Βάσει του συστήματος αφίξεων και αναχωρήσεων ο εν λόγω αλλοδαπός αφίχθηκε στις 15.8.
  13. Στις 16.8.2024 και ώρα 10:05 παρέδωσε τους πιο πάνω αλλοδαπούς μαζί με τη γαλλική ταυτότητα, το κονγκολέζικο διαβατήριο με αρ. [ ], την άδεια παραμονής στη Γαλλία με αρ. NSKYZ9G5L, τις κάρτες επιβίβασης και την υπόλοιπη περιουσία τους στην Αστ. 202 του Τ.Α.Ε. Λάρνακας για τα περαιτέρω. Ακολούθως σε ερωτήσεις που τέθηκαν στον Μ.Κ.1 κατά την κυρίως εξέτασή του αυτός κατέθεσε το τεκμήριο 2 το οποίο ισχυρίστηκε ότι είναι η ηλεκτρονική κράτηση των εισιτηρίων μαζί με τα ονόματα των επιβατών. Οι επιβάτες ήταν οι SARAH OTSHUMBA και ο ALAIN NGONGO DIKONGO. Ισχυρίστηκε επίσης ότι στο εν λόγω τεκμήριο αναγράφεται ο αριθμός της κράτησης καθώς επίσης ότι η εν λόγω κράτηση έγινε από τον 2ο κατηγορούμενο και ήταν κοινή και για τους δύο κατηγορούμενους. Κατέθεσε επίσης και τα τεκμήρια 3 έως 5 και ισχυρίστηκε τέλος ότι το τεκμήριο 2 του το προμήθευσε η αεροπορική εταιρεία. Κατά την αντεξέτασή του από τη δικηγόρο της 1ης κατηγορούμενης ο Μ.Κ.1 ισχυρίστηκε ότι μετά που η 1η κατηγορούμενη του παραδέχθηκε εντόπισε τα πραγματικά της στοιχεία με τη φωτογραφία της στο σύστημα ασύλου της Κυπριακής Δημοκρατίας και με βάση την κάρτα επιβίβασης επικοινώνησε με την GOLDAIR και την αεροπορική εταιρεία η οποία του ανέφερε ότι την κράτηση δεν την είχε κάνει η 1η κατηγορούμενη αλλά κάποιος Alain και τον προμήθευσε με το σχετικό έντυπο βάσει του αριθμού PNR. Κατά την αντεξέτασή του από τον δικηγόρο του 2ου κατηγορούμενου ο Μ.Κ.1 όταν ρωτήθηκε πού αναγράφεται στο τεκμήριο 2 ότι την κράτηση την είχε κάνει ο 2ος κατηγορούμενος ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι αυτό προκύπτει από το κοινό PNR (personal number registration) που αναγράφεται στο εν λόγω τεκμήριο το οποίο ακολούθως υπέδειξε. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η εταιρεία του ανέφερε ότι την αγορά και την κράτηση των εισιτηρίων την είχε κάνει ο 2ος κατηγορούμενος. Ακολούθως όταν ρωτήθηκε εάν γνωρίζει από ποια σελίδα κλείστηκαν τα εισιτήρια ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι δεν γνωρίζει, όπως δεν γνωρίζει ούτε το πώς πληρώθηκε το τίμημα για την αγορά τους. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο 2ος κατηγορούμενος δεν ήταν μαζί με την 1η κατηγορούμενη κατά τον διαβατηριακό έλεγχο αλλά παρουσιάστηκε μετά που επικοινώνησαν με την GOLDAIR και τους ανέφερε ότι την κράτηση την είχε κάνει εκείνος. Ισχυρίστηκε ότι για να επιστήσει την προσοχή του 2ου κατηγορούμενου στον νόμο είχε τη συνδρομή της Μαρίας Δημητριάδου η οποία μιλά γαλλικά. Ως Μ.Κ.2 παρουσιάστηκε ο Αστ. 4643 Λ. Σωτηρίου ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του υιοθέτησε τη γραπτή κατάθεσή του ημερ. 18.8.2024 η οποία σημειώθηκε ως τεκμήριο 6 και στην οποία περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: υπηρετεί στην Α.Δ.Ε. Λάρνακας και είναι τοποθετημένος στο Τ.Α.Ε. Στις 16.8.2024 παρέλαβε από την Αστ. 202 Μ. Πολυχρόνη του Τ.Α.Ε. τη γαλλική ταυτότητα με αρ. 170291350479 με στοιχεία OTSHUMBA SARAH, ημερ. γεννήσεως 16.6.2000, το κονγκολέζικο διαβατήριο με αρ. [ ] με στοιχεία NGONGO DIKONGO ALAIN, ημερ. γεννήσεως 11.8.1969 και τη γαλλική άδεια παραμονής με αρ. [ ] με στοιχεία NGONGO DIKONGO ALAIN, ημερ. γεννήσεως 11.8.1969 και τα έθεσε υπό τη φύλαξή του. Την ίδια ημέρα σε 2 διαφορετικές ώρες έλαβε ανακριτική κατάθεση αρχικά από την 1η κατηγορούμενη και ακολούθως από τον 2ο κατηγορούμενο με τη βοήθεια διερμηνέως αφού κάθε φορά είχε επιστήσει σε καθένα από αυτούς την προσοχή του στον νόμο. Στη συνέχεια της κυρίως εξέτασής του ο Μ.Κ.2 κατέθεσε τα τεκμήρια 7 έως
  14. Το τεκμήριο 7 είναι η κατάθεση της 1ης κατηγορούμενης στα γαλλικά ημερ. 16.8.2024 και το τεκμήριο 8 η μετάφρασή της στα ελληνικά, το τεκμήριο 9 είναι η κατάθεση του 2ου κατηγορούμενου στα γαλλικά ημερ. 16.8.2024 και το τεκμήριο 10 η μετάφρασή της στα ελληνικά και τέλος το τεκμήριο 11 είναι το ένταλμα σύλληψης βάσει του οποίου συνελήφθηκε ο 2ος κατηγορούμενος. Σε ερωτήσεις που του τέθηκαν ακολούθως ο Μ.Κ.2 ισχυρίστηκε ότι το ως άνω ένταλμα σύλληψης εκτελέστηκε από την Αστ. 202 Μ. Πολυχρόνη καθώς επίσης ότι το τεκμήριο 5 είναι το έντυπο με τα δικαιώματα συλληφθέντων/κρατουμένων στη γαλλική γλώσσα το οποίο η Αστ. Πολυχρόνη παρέδωσε στον 2ο κατηγορούμενο στις 16.8.2024 και ώρα 11:
  15. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η τελευταία σελίδα του τεκμηρίου 5 είναι η επιβεβαίωση ότι τα δικαιώματα δόθηκαν στον 2ο κατηγορούμενο στις 16.8.2024 και ώρα 06:15 από τον Αστ. Αλαμπρίτη. Ο εν λόγω μάρτυρας ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι ο 2ος κατηγορούμενος κατά τη λήψη των καταθέσεων περιέπεσε σε αντιφάσεις. Στην κατάθεση της 1ης κατηγορούμενης καταγράφονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: κατάγεται από τη Λ.Δ. του Κονγκό και αφίχθηκε στην Κύπρο το
  16. Μετέβηκε στο κέντρο φιλοξενίας Πουρνάρα και υπέβαλε αίτηση να της παρασχεθεί πολιτικό άσυλο. Τους τελευταίους 7 μήνες διαμένει στη Λάρνακα και τη γαλλική ταυτότητα που είχε στην κατοχή της την έλαβε από κάποιον λευκό άντρα στη Λάρνακα. Εδώ και λίγο καιρό μιλά με τον NGONGO DIKONGO ALAIN από το Κονγκό στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και αφού του έστειλε €200,00 αυτός της αγόρασε το εισιτήριο και της έκανε και το check in για την πτήση της. Συνάντησε τον πιο πάνω στο ξενοδοχείο όπου διέμενε για να της οργανώσει τη πτήση της και το πρωί πήραν μαζί το ταξί για το αεροδρόμιο Λάρνακας και πέρασαν μαζί τον έλεγχο διαβατηρίων όπου τους συνέλαβε η αστυνομία. Στην κατάθεση του 2ου κατηγορούμενου καταγράφονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: κατάγεται από τη Λ.Δ. του Κονγκό και αφίχθηκε στην Κύπρο στις 15.8.
  17. Αφίχθηκε στο αεροδρόμιο Λάρνακας από το Παρίσι για να ταξιδεύσει πίσω με τη Sarah Omba Otsinga με την οποία γνωρίστηκαν τον Μάη του 2024 στο Facebook και η οποία του ζήτησε βοήθεια για να φύγει από την Κύπρο. Αρχές Αυγούστου του έστειλε €200,00 με τα οποία της αγόρασε το εισιτήριό της για να ταξίδευε σήμερα μαζί του για το Παρίσι. Για τα 2 εισιτήρια πλήρωσε το ποσό των €700,
  18. Κατά τη σύντομη αντεξέτασή του από τη δικηγόρο της 1ης κατηγορούμενης ο Μ.Κ.2 ισχυρίστηκε ότι η 1η κατηγορούμενη κατά το στάδιο της κατάθεσής της δεν ανέφερε ότι είχε συμφωνήσει με τον 2ο κατηγορούμενο να θέσει σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο. Κατά την αντεξέτασή του από τον δικηγόρο του 2ου κατηγορούμενου ο Μ.Κ.2 όταν ρωτήθηκε εάν έλαβε οποιοδήποτε έγγραφο που να αποδεικνύει ότι ο 2ος κατηγορούμενος αγόρασε το δικό του εισιτήριο και αυτό της 1ης κατηγορούμενης ισχυρίστηκε ότι αυτό επιβεβαιώθηκε από την εταιρεία GOLDAIR και διαπιστώθηκε ότι η ηλεκτρονική κράτηση έγινε από τον 2ο κατηγορούμενο. Ισχυρίστηκε επίσης ότι στο τεκμήριο 5 φαίνεται ότι τα δικαιώματα συλληφθέντων/κρατουμένων στον 2ο κατηγορούμενο τα παρέδωσαν και η Αστ. Πολυχρόνη και ο Αστ. Αλαμπρίτης. Ακολούθως όταν ρωτήθηκε κατά πόσο έλεγξε τον ισχυρισμό του 2ου κατηγορούμενου ότι τα χρήματα στάλθηκαν από την 1η κατηγορούμενη ο μάρτυρας απάντησε ότι η 1η κατηγορούμενη παραδέχθηκε ότι του έστειλε χρήματα και ως εκ τούτου δεν ήταν αναγκαίο να το ερευνήσει. Ισχυρίστηκε επίσης ότι δεν γνωρίζει από ποια σελίδα κλείστηκαν τα επίδικα εισιτήρια ούτε πώς πληρώθηκε το τίμημα για αυτά. Όταν ρωτήθηκε εάν γνωρίζει κατά πόσο ο 2ος κατηγορούμενος γνώριζε ότι το έγγραφο το οποίο η 1η κατηγορούμενη έθεσε σε κυκλοφορία ήταν πλαστό απάντησε αρνητικά. Όταν ρωτήθηκε εάν ο 2ος κατηγορούμενος του ανέφερε ότι συμφώνησε με την 1η κατηγορούμενη για να θέσει σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο απάντησε ότι αυτός δεν του ανέφερε κάτι τέτοιο. Ως Μ.Κ.3 παρουσιάστηκε η Μαρία Δημητριάδου η οποία κατά την κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε ότι εργάζεται στο αεροδρόμιο και γνωρίζει ελληνικά, γαλλικά και αγγλικά καθώς επίσης ότι τα γαλλικά είναι η πρώτη της γλώσσα αφού μεγάλωσε στο Καμερούν, πήγε σε γαλλικό σχολείο και τα ελληνικά τα έμαθε στην πορεία. Ισχυρίστηκε επίσης ότι από το 1974 έως το 2000 ζούσε στο Καμερούν. Η ως άνω μάρτυρας ισχυρίστηκε επίσης ότι στις 16.8.2024 εργαζόταν στο αεροδρόμιο όταν τη φώναξε ο Αστυφύλακας Αλαμπρίτης για να κάμει μια μετάφραση στα γαλλικά. Αναγνώρισε πως τα πρόσωπα στα οποία έκανε τη μετάφραση ήταν οι κατηγορούμενοι και τέλος επεξήγησε ότι κατά τη διαδικασία μετέφραζε με ακρίβεια στα γαλλικά όσα της έλεγε ο ως άνω αστυνομικός και στη συνέχεια στα ελληνικά όσα οι κατηγορούμενοι έλεγαν στα γαλλικά. Η Μ.Κ.3 αντεξετάστηκε μόνο από τον δικηγόρο του 2ου κατηγορούμενου. Κατά την αντεξέτασή της, μετά που της τέθηκε σχετική ερώτηση, ισχυρίστηκε ότι η εταιρεία στην οποία εργάζεται είναι εταιρεία ασφαλείας και πως στο συμβόλαιό της δεν αναγράφεται πως πρέπει να κάνει και μεταφράσεις. Όταν ρωτήθηκε κατά πόσο έχει κάποιο πιστοποιητικό ότι κατέχει και γνωρίζει πολύ καλά τη γαλλική γλώσσα απάντησε αρνητικά. Ως Μ.Κ.4 παρουσιάστηκε η Αστ. 202 Μ. Πολυχρόνη η οποία κατά την κυρίως εξέτασή της κατέθεσε τη γραπτή της κατάθεση ημερ. 18.8.2024 η οποία σημειώθηκε ως τεκμήριο 12 και στην οποία περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: υπηρετεί στην Α.Δ.Ε. Λάρνακας και είναι τοποθετημένη στο Τ.Α.Ε. Στις 16.8.2024 παρέλαβε από τον Αστ. 4851 Π. Αλαμπρίτη του Κ.Ε.Δ. Αερολιμένα Λάρνακας τη γαλλική ταυτότητα με αρ. 170291350479 με στοιχεία OTSHUMBA SARAH, ημερ. γεννήσεως 16.6.2000, το κονγκολέζικο διαβατήριο με αρ. [ ] με στοιχεία NGONGO DIKONGO ALAIN, ημερ. γεννήσεως 11.8.1969 και τη γαλλική άδεια παραμονής με αρ. [ ] με στοιχεία NGONGO DIKONGO ALAIN, ημερ. γεννήσεως 11.8.1969 και τα παρέδωσε στον Αστ. 4643 Λ. Σωτηρίου του Τ.Α.Ε. Λάρνακας. Την ίδια ημέρα σε 2 διαφορετικές ώρες συνέλαβε δυνάμει δικαστικών ενταλμάτων σύλληψης αρχικά την 1η κατηγορούμενη και ακολούθως τον 2ο κατηγορούμενο με τη βοήθεια διερμηνέως και καθένας τους μετά που τους είχε επιστήσει την προσοχή τους στον νόμο απάντησε «ΟΚ». Στη συνέχεια σε ερωτήσεις που τέθηκαν στη Μ.Κ.4 κατά την κυρίως εξέτασή της αυτή ισχυρίστηκε ότι το τεκμήριο 11 είναι το δικαστικό ένταλμα σύλληψης βάσει του οποίου συνέλαβε τον 2ο κατηγορούμενο καθώς επίσης ότι το τεκμήριο 5 είναι το έγγραφο με τα δικαιώματα συλληφθέντων/κρατουμένων που δόθηκε στον ως άνω κατηγορούμενο μετά που η ίδια τον πληροφόρησε για τα δικαιώματά του και υπέδειξε σε αυτό την υπογραφή της. Ισχυρίστηκε επίσης ότι στο εν λόγω έγγραφο υπέγραψε και ο 2ος κατηγορούμενος. Ακολούθως η μάρτυρας κατέθεσε και τα τεκμήρια 13, 14 και
  19. Η Μ.Κ.4 αντεξετάστηκε μόνο από τον δικηγόρο του 2ου κατηγορούμενου και κατά την αντεξέτασή της ισχυρίστηκε ότι προτού προχωρήσει στη σύλληψη του 2ου κατηγορούμενου δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης τον πληροφόρησε για τη σύλληψή του και έπειτα του διάβασε τα δικαιώματα συλληφθέντων γιατί τα είχε ήδη διαβάσει προηγουμένως ως ύποπτος. Όταν ρωτήθηκε εάν ο 2ος κατηγορούμενος της είπε ότι υπήρχε συμφωνία με την 1η κατηγορούμενη απάντησε αρνητικά και όταν ακολούθως ρωτήθηκε από πού συμπέρανε ότι υπήρχε συνωμοσία απάντησε ότι δεν έβγαλε τέτοιο συμπέρασμα και ισχυρίστηκε ότι μόνο τον συνέλαβε. Τέλος απάντησε αρνητικά όταν ρωτήθηκε εάν γνωρίζει πώς πληρώθηκε το ποσό των εισιτηρίων. Τέλος ως Μ.Κ.5 παρουσιάστηκε η Γεωργία Ανδρέου η οποία κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της τη γραπτή της κατάθεση ημερ. 19.9.2024 η οποία σημειώθηκε ως τεκμήριο 16 και στην οποία περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: εργάζεται ως υπεύθυνη βάρδιας στην εταιρεία μεταφορών GOLDAIR στο αεροδρόμιο Λάρνακας για 16 χρόνια. Μεταξύ άλλων τα καθήκοντά της αφορούν την επίβλεψη των πτήσεων, του προσωπικού και τη διανομή καθηκόντων. Στις 16.8.2024 ανέλαβε καθήκον από η ώρα 00:30 μέχρι τις 10:
  20. Περί ώρα 05:30 ο Αστ. 4851 Π. Αλαμπρίτης του Κ.Ε.Δ. Αερολιμένα Λάρνακας της ζήτησε να εκτυπώσει τον ονομαστικό κατάλογο επιβατών (PNR) για την πτήση CY 380 για τις 16.8.2024 σχετικά με υπόθεση που διερευνούσε η Αστυνομία. Την ίδια ημέρα εκτύπωσε τον εν λόγω κατάλογο και του τον παρέδωσε. Βάσει της ηλεκτρονικής κράτησης που είχε στο σύστημα κρατήσεων διαπιστώθηκε ότι η ηλεκτρονική διεύθυνση που κλείστηκαν τα εισιτήρια ήταν στο όνομα του επιβάτη με το όνομα NGONGO ALAIN. Η ηλεκτρονική του διεύθυνση είναι ALAIN.NGONGO//YAHOO.FR και ο κωδικός της κράτησης είναι WQM3R
  21. Στη συνέχεια σε ερωτήσεις που της τέθηκαν κατά την κυρίως εξέτασή της και συγκεκριμένα όταν της ζητήθηκε να δει το τεκμήριο 2 η Μ.Κ.5 ισχυρίστηκε ότι το εισιτήριο κλείστηκε στις 16.8.2024 με κωδικό PNR τον WQM3R2 με 2 ονόματα. Το πρώτο όνομα είναι NGONGO DIKONGO/ALAIN και το δεύτερο OTSHUMBA/SARAH. Ισχυρίστηκε επίσης ότι στην 3η γραμμή του εν λόγω τεκμηρίου αναγράφεται ο αριθμός της πτήσης για την οποία κλείστηκε το εισιτήριο ήτοι η πτήση CY 380 για τις 16.8.2024 από Λάρνακα προς Charles De Gaulle. Στην 9η γραμμή αναγράφεται η ημερ. γέννησης του 1ου επιβάτη που είναι άντρας με το όνομα NGONGO DIKONGO/ALAIN, στη 10η γραμμή αναγράφεται το τηλέφωνο του εν λόγω επιβάτη και στην 11η η διεύθυνση του ηλεκτρονικού του ταχυδρομείου. Στη 12η γραμμή αναγράφεται η ημερ. γέννησης του 2ου επιβάτη που είναι γυναίκα με το όνομα OTSHUMBA/SARAH. Στις γραμμές 15 και 16 αναγράφεται ότι οι ως άνω επιβάτες δεν μεταφέρουν βαλίτσα. Η Μ.Κ.5 αντεξετάστηκε μόνο από τον δικηγόρο του 2ου κατηγορούμενου. Κατά την αντεξέτασή της όταν ρωτήθηκε για ποιο λόγο έδωσε κατάθεση στις 19.9.2024 ισχυρίστηκε ότι τότε την κάλεσαν να δώσει κατάθεση. Ισχυρίστηκε επίσης ότι παρόλο που είχε μεσολαβήσει ενάμιση μήνας από την επίδικη ημέρα θυμόταν όσα ανέφερε επειδή αυτά υπάρχουν γραπτώς στην ημερήσια έκθεση που στέλνουν στην εταιρεία τους. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η κράτηση έγινε είτε από πράκτορα είτε από τον ίδιο τον επιβάτη ηλεκτρονικά. Όταν ρωτήθηκε τέλος εάν γνωρίζει από ποιον έγινε η κράτηση απάντησε ότι αυτό μπορεί να ζητηθεί μόνο από την εταιρεία ήτοι την Cyprus Airways. Μετά που το Δικαστήριο έκρινε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και αφού εξήγησε στους κατηγορούμενους τα δικαιώματά τους αυτοί επέλεξαν να τηρήσουν σιωπή. Στη συνέχεια η υπόθεση ορίστηκε για αγορεύσεις. Η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο είναι αξιόπιστη και πρέπει να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Εισηγήθηκε επίσης ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την ενοχή των κατηγορουμένων πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και κάλεσε το Δικαστήριο να τους κρίνει ένοχους. Η δικηγόρος της 1ης κατηγορούμενης από την άλλη πλευρά εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκαν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας οι επίδικες κατηγορίες 1 και 2 τις οποίες η εν λόγω κατηγορούμενη δεν παραδέχθηκε και κάλεσε το Δικαστήριο να την αθωώσει σε αυτές. Ομοίως και ο δικηγόρος του 2ου κατηγορούμενου εισηγήθηκε ότι δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία που να στοιχειοθετεί τα αδικήματα των κατηγοριών 1 και 2 επειδή δεν έγινε κάποια δήλωση η οποία να αποδεικνύει την ύπαρξη συνωμοσίας. Εισηγήθηκε επίσης ότι ο 2ος κατηγορούμενος δεν παρείχε οποιαδήποτε βοήθεια προς την 1η κατηγορούμενη να διαπράξει το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας αφού η βοήθειά του ήταν να πληρώσει τα εισιτήρια όπου θα ταξίδευαν, η βοήθειά του αυτή ήταν ακούσια και δεν είχε γνώση ότι βοηθούσε με αυτόν τον τρόπο για να διαπράξει το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας. Εισηγήθηκε επίσης ότι τα πραγματικά στοιχεία της 1ης κατηγορούμενης με αυτά της πλαστής γαλλικής ταυτότητας είναι πανομοιότυπα, γεγονός που ενισχύει, ως εισηγήθηκε, τη θέση ότι ο 2ος κατηγορούμενος δεν γνώριζε ότι με την πληρωμή των εισιτηρίων της παρείχε βοήθεια να διαπράξει το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας. Λόγω των πιο πάνω κάλεσε το Δικαστήριο να τον αθωώσει σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου

(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδείχθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Έχω επίσης υπόψη μου ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Σχετική, επίσης, είναι η απόφαση Πιριλλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, Ποινική Έφεση Αρ. 331/2015, ημερ. 11.12.2017, ECLI:CY:AD:2017:B454, όπου επαναλήφθηκε η αρχή πως η παράλειψη αντεξέτασης γενικά θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που θέτει ο μάρτυρας. Επιπλέον, είναι καλά νομολογημένο ότι η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νου στους μάρτυρες κατηγορίας, ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Σχετική είναι απόφαση Pal Tekinder κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551. Οι υποβολές όμως των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλώς μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετική είναι η απόφαση Ησαΐας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640. Σχετικά με τις καταθέσεις των κατηγορουμένων το Δικαστήριο μπορεί να αξιολογήσει το περιεχόμενο των γραπτών τους καταθέσεων οι οποίες βρίσκονται ενώπιόν του. Θεμελιακή επί του θέματος είναι η υπόθεση Χαράλαμπος Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109, στην οποία υιοθετηθήκαν οι αρχές της αγγλικής υπόθεσης Findlay Duncan 73 Cnm. App R. 359. Στην Κωνσταντίνου (ανωτέρω), υποδείχθηκε ότι κάθε μέρος της κατάθεσης του κατηγορουμένου που γίνεται δεκτό αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία για την αλήθεια των γεγονότων στα οποία αναφέρεται και όχι μόνο το μέρος εκείνο που συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Λέχθηκε επίσης πως μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο της κατάθεσης, το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια στα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Στην εν λόγω υπόθεση εξηγήθηκε επίσης ότι το βάρος το οποίο θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης ενός κατηγορουμένου αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια των κριτών των γεγονότων της υπόθεσης. Τέλος, στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιόμυλου ν. Έλλης Μιχαήλ Κτωρίδη
(2007)1 Α.Α.Δ. 204, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο καταλήγει στην απόφασή του λαμβάνοντας υπόψη του το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας ανεξαρτήτως της προέλευσής της. Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Ο Μ.Κ.1 μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας και αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Είναι τοποθετημένος στο Κ.Ε.Δ. Λάρνακας και αναφέρθηκε με πάσα λεπτομέρεια στις ενέργειες στις οποίες προέβηκε στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Η μαρτυρία του είχε λογική και συνοχή, δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέτασή του και την αποδέχομαι ως βάσιμη και ειλικρινή. Αναφέρθηκε σε όσα διαδραματίστηκαν μπροστά του όταν στις 16.8.2024 εκτελούσε καθήκοντα στη θυρίδα ελέγχου διαβατηρίων αρ. 23 στο αεροδρόμιο Λάρνακας και λόγω του γεγονότος ότι ήταν αυτόπτης μάρτυρας αυτών κρίνω ότι ήταν σε καλή θέση να τα θυμάται και να τα μεταφέρει στο Δικαστήριο όπως πράγματι εξελίχθηκαν. Κρίνω περαιτέρω πως το γεγονός ότι ο ως άνω μάρτυρας απάντησε ότι δεν γνωρίζει από ποια σελίδα κλείστηκαν τα επίδικα αεροπορικά εισιτήρια δεν επηρεάζει τη βασιμότητα των ισχυρισμών του αφού αυτό το θέμα δεν είναι μέρος των καθηκόντων του και δεν είχε οποιαδήποτε υποχρέωση να το γνωρίζει. Εξάλλου σχετικό για τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης είναι το ποιος έκλεισε τα εισιτήρια και όχι από ποια σελίδα. Η εντύπωση που αποκόμισα από την παρουσία του Μ.Κ.2 στο εδώλιο του μάρτυρα είναι θετική. Η μαρτυρία του είχε λογική και συνοχή και αφορά στις ενέργειες στις οποίες προέβηκε κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης δεν μπορεί όμως να είναι διαφωτιστική για τα πρωτογενή γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Οι ισχυρισμοί του που αφορούσαν στην παραλαβή των επίδικων εγγράφων και στη λήψη των ανακριτικών καταθέσεων από τους κατηγορούμενους δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέτασή του και συνεπώς γίνονται αποδεκτοί. Ομοίως καλή εντύπωση ως μάρτυρας μου έχει κάνει και η Μ.Κ.
  1. Λόγω του γεγονότος ότι ζούσε στο Καμερούν για την περίοδο από το 1974 έως το 2000 και φοίτησε σε γαλλόφωνο σχολείο κρίνω ότι είναι βάσιμος ο ισχυρισμός της ότι γνωρίζει πολύ καλά τη γαλλική γλώσσα. Η μαρτυρία της αφορούσε τη μετάφραση από τα ελληνικά στα γαλλικά και αντίστροφα που της ζήτησε ο Μ.Κ.1 να κάνει προς τους κατηγορούμενους και την αποδέχομαι ως βάσιμη και ειλικρινή. Το γεγονός ότι στους όρους εργοδότησής της δεν περιλαμβάνεται πρόνοια ότι μπορεί να κάνει μεταφράσεις κρίνω ότι δεν την εμπόδιζε από το να πράξει τούτο μετά που της το ζήτησε ο Μ.Κ.
  2. Η μαρτυρία της βεβαίως δεν μπορεί να είναι διαφωτιστική για τα πρωτογενή γεγονότα της παρούσας υπόθεσης αφού η εμπλοκή της στην παρούσα υπόθεση αφορούσε μόνο στα θέματα της μετάφρασης. Η Μ.Κ.4 μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Οι ισχυρισμοί της είχαν λογική και συνοχή, δεν κλονίστηκαν κατά την αντεξέτασή της και τους αποδέχομαι ως ανταποκρινόμενους στην αλήθεια. Η μαρτυρία της αφορά στις ενέργειες που έκανε κατά τη σύλληψη των κατηγορουμένων καθώς και στην παραλαβή των διαφόρων εγγράφων από τον Μ.Κ.1 τα οποία στη συνέχεια παρέδωσε στον Μ.Κ.
  3. Κρίνω ότι η αξιοπιστία της δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι απάντησε αρνητικά στην ερώτηση που της τέθηκε κατά πόσο γνώριζε πώς πληρώθηκε το ποσό των επίδικων εισιτηρίων αφού το εν λόγω θέμα δεν είναι μέρος των καθηκόντων της και δεν είχε οποιαδήποτε υποχρέωση να το γνωρίζει. Τέλος και η Μ.Κ.5 μου έκανε θετική εντύπωση ως μάρτυρας. Ο ισχυρισμός της ότι εκτελεί για 16 χρόνια τα ίδια καθήκοντα στην εταιρεία GOLDAIR η οποία δραστηριοποιείται στο αεροδρόμιο Λάρνακας μεταξύ των οποίων είναι να επιβλέπει τις πτήσεις και το προσωπικό της εταιρείας και να διανέμει στους εργοδοτούμενους της εταιρείας τα καθήκοντά τους δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέτασή της. Ως εκ της θέσεως και των καθηκόντων της κρίνω ότι ήταν σε θέση να μπορεί να επεξηγήσει με πάσα λεπτομέρεια τι ακριβώς σημαίνουν όσα αναγράφονται στο τεκμήριο
  4. Κρίνω ότι οι ως άνω ισχυρισμοί της για το περιεχόμενο του εν λόγω τεκμηρίου επιβεβαιώνονται από το ίδιο το ως άνω τεκμήριο και συνεπώς γίνονται αποδεκτοί. Κρίνω επίσης πως το γεγονός ότι απάντησε πως δεν γνωρίζει από ποιον έγινε η κράτηση των επίδικων αεροπορικών εισιτηρίων δεν επηρεάζει την αξιοπιστία της αφού δεν είναι μέρος των καθηκόντων της να γνωρίζει για το εν λόγω θέμα και σε κάθε περίπτωση η απάντηση στο εν λόγω θέμα προκύπτει από το ίδιο το τεκμήριο
  5. Αναφορικά με την κατάθεση του 2ου κατηγορούμενου κρίνω ότι οι ισχυρισμοί του πως αφίχθηκε στο αεροδρόμιο Λάρνακας στις 15.8.2024 για να ταξιδεύσει μαζί με τη Sarah Omba Otsinga στις 16.8.2024 με προορισμό το Παρίσι καθώς επίσης ότι αυτός της αγόρασε το αεροπορικό εισιτήριο με τα λεφτά που του είχε αποστείλει και ότι περαιτέρω ο ίδιος κανόνισε τα εισιτήρια και να ταξιδεύσει η πιο πάνω μαζί του γίνονται αποδεκτοί αφού είναι ισχυρισμοί ενάντια στα συμφέροντά του τους οποίους λογικά δεν θα προέβαλλε εάν αυτοί δεν ανταποκρίνονταν στην αλήθεια. Έχοντας υπόψη μου όσα δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα μεταξύ των διαδίκων, τη μαρτυρία που δεν αμφισβητήθηκε καθώς επίσης και τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα σχετικά με τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης: στις 16.8.2024 και περί ώρα 05:15 η 1η κατηγορούμενη παρουσιάστηκε στη θυρίδα αρ. 23 του κέντρου ελέγχου διαβατηρίων του αεροδρομίου Λάρνακας. Στην εν λόγω θυρίδα ασκούσε καθήκοντα ο Μ.Κ.1 ο οποίος υπηρετεί στην Υ.Α.Μ. Αρχηγείου και είναι τοποθετημένος στο Κ.Ε.Δ. Αερολιμένα Λάρνακας. Η 1η κατηγορούμενη του παρουσίασε τη γαλλική ταυτότητα με αρ. 170291350479 με στοιχεία OTSHUMBA SARAH και ημερ. γεννήσεως 16.6.
  6. Επίσης του έδειξε και μια κάρτα επιβίβασης με προορισμό το Παρίσι - CDG με την πτήση CY 380 η οποία θα αναχωρούσε την ίδια ημέρα και ώρα 07:
  7. Εκ πρώτης όψεως εγέρθηκαν υποψίες στον Μ.Κ.1 πως η ταυτότητα που του παρουσίασε η 1η κατηγορούμενη ήταν παραποιημένη αφού όταν την εξέτασε με τη βοήθεια φωτιζόμενου μεγεθυντικού φακού διαπίστωσε ότι αυτή δεν πληρούσε τις προδιαγραφές ασφαλείας και συγκεκριμένα οι εκτυπώσεις στην πρόσοψη του εγγράφου τόσο στη φωτογραφία όσο και στα γράμματα ήταν από εκτυπωτή. Συνόδεψε την εν λόγω αλλοδαπή στο γραφείο αναχωρήσεων Κ.Ε.Δ. για περαιτέρω εξετάσεις και αυτή του παραδέχθηκε πως η εν λόγω γαλλική ταυτότητα ήταν πλαστή και ισχυρίστηκε ότι της την έδωσε κάποιο άγνωστο πρόσωπο. Του ανέφερε επίσης τα πραγματικά της στοιχεία και συγκεκριμένα ότι είναι η SARAH OMBA OTSHINGA, με ημερ. γεννήσεως 15.6.2000, ότι κατάγεται από τη Λ.Δ. του Κονγκό και ότι βρίσκεται στην Κυπριακή Δημοκρατία ως αιτήτρια πολιτικού ασύλου. Ακολούθως ο Μ.Κ.1 ζήτησε από την Μ.Κ.5 η οποία είναι υπεύθυνη βάρδιας στην εταιρεία επίγειας εξυπηρέτησης επιβατών GOLDAIR στο αεροδρόμιο Λάρνακας να του εκτυπώσει τον ονομαστικό κατάλογο επιβατών για τη πτήση CY 380 για το Παρίσι. Από τον εν λόγω κατάλογο διαπίστωσε ότι η ηλεκτρονική διεύθυνση από την οποία έγινε η κράτηση του εισιτηρίου ήταν στο όνομα του επιβάτη με το όνομα NGONGO ALAIN ο οποίος θα ταξίδευε με την ίδια πτήση. Η ηλεκτρονική του διεύθυνση είναι ALAIN.NGONGO//YAHOO.FR και ο κωδικός της κράτησης είναι WQM3R
  8. Η κράτηση έγινε στις 16.8.2024 με κωδικό PNR τον WQM3R2 με 2 ονόματα. Το πρώτο όνομα είναι NGONGO DIKONGO/ALAIN και το δεύτερο OTSHUMBA/SARAH. Σε αυτήν αναγράφεται επίσης ο αριθμός της πτήσης για την οποία κλείστηκε το εισιτήριο ήτοι η πτήση CY 380 για τις 16.8.2024 από Λάρνακα προς Charles De Gaulle. Στην 9η γραμμή αναγράφεται η ημερ. γέννησης του 1ου επιβάτη που είναι άντρας με το όνομα NGONGO DIKONGO/ALAIN, στη 10η γραμμή αναγράφεται το τηλέφωνο του εν λόγω επιβάτη και στην 11η η διεύθυνση του ηλεκτρονικού του ταχυδρομείου. Στη 12η γραμμή αναγράφεται η ημερ. γέννησης του 2ου επιβάτη που είναι γυναίκα με το όνομα OTSHUMBA/SARAH. Ο Μ.Κ.2 ο οποίος υπηρετεί στην Α.Δ.Ε. Λάρνακας και είναι τοποθετημένος στο Τ.Α.Ε. στις 16.8.2024 παρέλαβε από την Αστ. 202 Μ. Πολυχρόνη του Τ.Α.Ε. τη γαλλική ταυτότητα με αρ. 170291350479 με στοιχεία OTSHUMBA SARAH, ημερ. γεννήσεως 16.6.2000, το κονγκολέζικο διαβατήριο με αρ. [ ] με στοιχεία NGONGO DIKONGO ALAIN, ημερ. γεννήσεως 11.8.1969 και τη γαλλική άδεια παραμονής με αρ. [ ] με στοιχεία NGONGO DIKONGO ALAIN, ημερ. γεννήσεως 11.8.1969 και τα έθεσε υπό τη φύλαξή του. Την ίδια ημέρα σε 2 διαφορετικές ώρες έλαβε ανακριτική κατάθεση αρχικά από την 1η κατηγορούμενη και ακολούθως από τον 2ο κατηγορούμενο με τη βοήθεια της Μ.Κ.3 η οποία γνωρίζει γαλλικά αφού διέμενε στο Καμερούν από το 1974 έως το 2000 και η οποία είχε φοιτήσει σε γαλλόφωνο σχολείο αφού κάθε φορά είχε επιστήσει στον καθένα από αυτούς την προσοχή τους στον νόμο. Ο 2ος κατηγορούμενος κατάγεται επίσης από το Κονγκό και αφίχθηκε στην Κύπρο στις 15.8.2024 από το Παρίσι για να ταξιδεύσει την επόμενη ημέρα μαζί με τη Sarah Omba Otsinga προς την ίδια πόλη. Με την 1η κατηγορούμενη γνωρίστηκαν τον Μάη του 2024 στο Facebook και αυτή του ζήτησε βοήθεια για να φύγει από την Κύπρο. Αρχές Αυγούστου του έστειλε €200,00 με τα οποία ο 2ος κατηγορούμενος αγόρασε το εισιτήριό της για να ταξίδευε μαζί του για το Παρίσι στις 16.8.2024 και της έκανε και το check in για την πτήση της. Η 1η κατηγορούμενη συνάντησε τον 2ο κατηγορούμενο στο ξενοδοχείο όπου διέμενε στις 15.8.2024 για να της οργανώσει την πτήση της και στις 16.8.2024 το πρωί πήραν μαζί το ταξί για το αεροδρόμιο Λάρνακας. Ο 2ος κατηγορούμενος έκανε την κράτηση για τη πτήση τους προς το Παρίσι μέσω του ηλεκτρονικού του ταχυδρομείου και δήλωσε ως όνομα της 1ης κατηγορούμενης το όνομα Sarah Otshumba ως αυτό αναγράφεται στην πλαστή γαλλική ταυτότητα που η 1η κατηγορούμενη παρουσίασε κατά τον διαβατηριακό έλεγχο στον Μ.Κ.
  9. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, το βάρος απόδειξης της σωρευτικής ύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η κατηγορούσα αρχή με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσον εύλογες και εάν είναι (Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.. 246) «οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Όπως καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί και αθωωθεί από την κατηγορία. Η 1η κατηγορία αφορά το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη του κακουργήματος της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και η 2η το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη του πλημμελήματος της πλαστοπροσωπίας αντίστοιχα κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Στην υπόθεση Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134 σε σχέση με το αδίκημα της συνωμοσίας λέχθηκε ότι η κατάταξη της συνωμοσίας στην κατηγορία κακουργήματος ή πλημμελήματος εξαρτάται από το κατά πόσο αντικείμενο της είναι η διάπραξη κακουργήματος ή πλημμελήματος ή η πραγματοποίηση των σκοπών του άρθρου 373. Συστατικό στοιχείο για τη διάπραξη συνωμοσίας είναι μια συμπληρωμένη, τελική συμφωνία μεταξύ δύο ή περισσοτέρων ατόμων για διάπραξη αδικήματος ή για επίτευξη νόμιμου σκοπού με παράνομα μέσα. Η ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας είναι θέμα πραγματικό και εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η αθώωση ενός κατηγορούμενου στα αδικήματα που αποτελούν αντικείμενο της συνωμοσίας δεν επηρεάζει τα ευρήματα του Δικαστηρίου αναφορικά με την κατηγορία της συνωμοσίας. Στην υπόθεση Λαζάρου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 633 λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το αδίκημα της συνωμοσίας: «Το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότερα πρόσωπα συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέραν από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν, σταμάτησαν, παρεμποδίστηκαν, απέτυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. Αν ένας κατηγορούμενος αθωωθεί στην κατηγορία για τη διάπραξη ενός αδικήματος, δεν έπεται ότι θα πρέπει να απαλλαγεί και στην κατηγορία με την οποία κατηγορείται για συνωμοσία διάπραξης εκείνου του αδικήματος (Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 134). Η συνωμοσία, εκτός της ύπαρξης συμφωνίας, περιλαμβάνει και το στοιχείο της πρόθεσης (mens rea) και για τούτο, η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδεικνύει όχι μόνο τη συμφωνία μεταξύ των κατ' ισχυρισμό συνωμοτών να εκτελέσουν ένα παράνομο σκοπό (αποδεικνυόμενης είτε με λόγια είτε άλλο τρόπο επικοινωνίας μεταξύ τους), αλλά επιπρόσθετα θα πρέπει να αποδεικνύει την πρόθεση στη σκέψη καθενός κατ' ισχυρισμό συνωμότη να εκτελέσει τον παράνομο σκοπό (R. v. Thompson, 50 Cr. App. R. 1)». Η αντικειμενική υπόσταση (actus reus) του αδικήματος της συνωμοσίας έγκειται στη συμφωνία δύο ή περισσότερων προσώπων να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν κάποιο νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Είναι η συμπεφωνημένη συμπεριφορά η οποία αποτελεί τη βάση της κατηγορίας. Η ένοχη διάνοια (mens rea) δεν μπορεί να εξακριβωθεί, αφού αυτή βρίσκεται στη διανοητική κατάσταση του ατόμου, παρά μόνο από τις πράξεις των συνωμοτών όπως αυτές αναφύονται από τα γεγονότα που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου. Αναφορικά με τα αδικήματα των κατηγοριών 1 και 2 λαμβάνοντας υπόψη μου τη σχετική επί του θέματος νομολογία κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή έχει το βάρος να αποδείξει ότι (α) υπήρξε συμφωνία μεταξύ των κατηγορουμένων να διαπράξουν το κακούργημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και το πλημμέλημα της πλαστοπροσωπίας και (β) την πρόθεση στη σκέψη καθενός από αυτούς να εκτελέσουν τον παράνομο σκοπό, ήτοι στην παρούσα υπόθεση να κυκλοφορήσουν πλαστό έγγραφο και να διαπράξουν πλαστοπροσωπία αντίστοιχα. Από τη σχετική νομολογία προκύπτει ότι η ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας είναι θέμα πραγματικό και εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και αποδεικνύεται είτε με λόγια είτε με άλλο τρόπο επικοινωνίας μεταξύ των κατηγορουμένων. Προκύπτει επίσης, ως αναφέρθηκε και πιο πάνω, ότι η ένοχη διάνοια (mens rea) δεν μπορεί να εξακριβωθεί, αφού αυτή βρίσκεται στη διανοητική κατάσταση του ατόμου, παρά μόνο από τις πράξεις των συνωμοτών όπως αυτές αναφύονται από τα γεγονότα που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου. Λαμβάνοντας αφενός υπόψη μου ότι στην παρούσα υπόθεση ο 2ος κατηγορούμενος γνώριζε τα πραγματικά στοιχεία της 1ης κατηγορούμενης αφού τα ανέφερε στην κατάθεσή του καθώς επίσης ότι στο τεκμήριο 2 που είναι η κράτηση των εισιτηρίων την οποία ο ίδιος πραγματοποίησε ανέγραψε αντί των πραγματικών της στοιχείων τα στοιχεία που ήταν καταγεγραμμένα στην πλαστή ταυτότητα και αφετέρου ότι η 1η κατηγορούμενη παρουσίασε κατά τον διαβατηριακό έλεγχο την εν λόγω ταυτότητα κρίνω πως από τούτο προκύπτει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι αυτοί συμφώνησαν να τελέσουν το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου καθώς επίσης ότι είχαν και την απαιτούμενη ένοχη διάνοια (mens rea) προς τούτο. Από τα πιο πάνω προκύπτει επίσης πως ο 2ος κατηγορούμενος πράγματι γνώριζε ότι τα στοιχεία που ο ίδιος κατέγραψε στο τεκμήριο 2 για την 1η κατηγορούμενη ήτοι το ονοματεπώνυμο OTSHUMBA SARAH δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Το ίδιο γνώριζε και η 1η κατηγορούμενη ότι δηλαδή τα πιο πάνω δεν ήταν τα πραγματικά της στοιχεία. Συνακόλουθα οι ενέργειές τους αυτές οδηγούν πέραν πάσης αμφιβολίας στο λογικό συμπέρασμα ότι συμφώνησαν μεταξύ τους να διαπράξουν το πλημμέλημα της πλαστοπροσωπίας και ότι είχαν πρόθεση να εκτελέσουν τον ως άνω παράνομο σκοπό. Λαμβάνοντας υπόψη μου τα πιο πάνω κρίνω περαιτέρω ότι αποδείχθηκε τόσο η ένοχη πράξη (actus reus) όσο και η ένοχη διάνοιά τους (mens rea) ότι συνωμότησαν να διαπράξουν το πλημμέλημα της πλαστοπροσωπίας. Συνακόλουθα λόγω των πιο πάνω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων των κατηγοριών 1 και 2. Αναφορικά με τα αδικήματα των κατηγοριών 5 και 6 τις οποίες αντιμετωπίζει μόνος του ο 2ος κατηγορούμενος ήτοι της παροχής βοήθειας στην 1η κατηγορούμενη για τη διάπραξη ποινικού αδικήματος κατά παράβαση του άρθρου 20(γ) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το εν λόγω άρθρο προνοεί τα ακόλουθα: «Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) . (β) . (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος (δ) . Στην τέταρτη περίπτωση ο υπαίτιος δύναται να διωχτεί είτε ως αυτουργός του ποινικού αδικήματος είτε σε ποινικό αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Καταδίκη για το αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη ποινικού αδικήματος, συνεπάγει ίδιες συνέπειες από κάθε άποψη, καθώς και καταδίκη για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Εκείνος που προάγει άλλο στη διενέργεια πράξης ή παράλειψης τέτοιας φύσης ώστε, αν γινόταν από τον ίδιο θα διενεργείτο από αυτό κάποιο ποινικό αδίκημα, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή, όπως αν είχε διενεργήσει ο ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη δύναται να διωχτεί δε όπως αν είχε διενεργήσει το ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη». Στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2000 στη σελ. 70 παρα. Α.5.2, αναφέρεται πως η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό εμπεριέχει δύο έννοιες, α) παροχή βοήθειας ή παρακίνηση β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea) αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό στοιχείο που πρέπει να αποδεικνύεται για συνεργό, όπως έχει νομολογηθεί, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Ο Λόρδος Goddard C.J. στην υπόθεση Johnson v. Youden [1950] 1 K.B. 455 στη σελ. 546 αναφέρει πως «πριν κάποιος καταδικαστεί για παροχή βοήθειας στη διάπραξη αδικήματος, πρέπει τουλάχιστον να γνωρίζει τα αναγκαία θέματα που συνιστούν το αδίκημα» («before a person can be convicted of aiding and abetting the commission of an offence, he must at least know the essential matters which constitute that offence"). Ο Devlin J. στην υπόθεση National Coal Board v. Gamble [1959] 1 K.B. 11 στη σελ. 20 λέγει πως «παροχή βοήθειας είναι έγκλημα που απαιτεί την απόδειξη ένοχης σκέψης, δηλαδή, πρόθεση προσφοράς βοήθειας καθώς και γνώση των περιστάσεων» (« . . . aiding and abetting is a crime that requires proof of mens rea, that is to say, of intention to aid as well as of knowledge of the circumstances"). Για να αποδειχθούν οι κατηγορίες 5 και 6 που αντιμετωπίζει ο 2ος κατηγορούμενος κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή πρέπει να αποδείξει την ένοχη πράξη (actus reus) του 2ου κατηγορούμενου η οποία πρέπει να εμπεριέχει 2 στοιχεία: (α) την παροχή βοήθειας ή την παρακίνηση (β) σε αδίκημα και δεύτερο την ένοχη διάνοια (mens rea) η οποία αναμένεται να σχετίζεται και με τις 2 αυτές έννοιες. Κρίνω ότι πρέπει επίσης να αποδείξει ότι τα αδικήματα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και της πλαστοπροσωπίας αντίστοιχα, τα οποία σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των εν λόγω κατηγοριών 5 και 6 η κατηγορούσα αρχή του καταλογίζει ότι βοήθησε την 1η κατηγορούμενη να διαπράξει, πράγματι διαπράχθηκαν από αυτή. Στην παρούσα υπόθεση η διάπραξη των αδικημάτων της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και της πλαστοπροσωπίας εκ μέρους της 1ης κατηγορούμενης έχουν ήδη αποδειχθεί αφού η 1η κατηγορούμενη την οποία αφορούν τα εν λόγω αδικήματα παραδέχθηκε τις κατηγορίες 3 και 4 οι οποίες αφορούν τα ως άνω αδικήματα. Έχοντας υπόψη μου ότι, ως ανέφερα και πιο πάνω, ο 2ος κατηγορούμενος γνώριζε τα πραγματικά στοιχεία της 1ης κατηγορούμενης αφού τα ανέφερε στην κατάθεσή του καθώς επίσης ότι στο τεκμήριο 2 που είναι η κράτηση των εισιτηρίων την οποία ο ίδιος πραγματοποίησε ανέγραψε αντί των πραγματικών της στοιχείων τα στοιχεία που ήταν καταγεγραμμένα στην πλαστή ταυτότητα που η 1η κατηγορούμενη παρουσίασε κατά τον διαβατηριακό έλεγχο, κρίνω ότι από τα πιο πάνω προκύπτει πως ο 2ος κατηγορούμενος γνώριζε τα αναγκαία θέματα που συνιστούν τα αδικήματα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και της πλαστοπροσωπίας που η 1η κατηγορούμενη διέπραξε. Λαμβάνοντας υπόψη μου τα πιο πάνω κρίνω ότι αποδείχθηκαν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η ένοχη πράξη (actus reus) του 2ου κατηγορούμενου η οποία εμπεριέχει 2 στοιχεία: (α) την παροχή βοήθειας ή την παρακίνηση προς την 1η κατηγορούμενη να διαπράξει τα αδικήματα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και της πλαστοπροσωπίας καθώς και την ένοχη διάνοιά του (mens rea) η οποία σχετίζεται και με τις 2 αυτές έννοιες. Επομένως κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή των κατηγορουμένων σε όλα τα αδικήματα που καθένας από τους αυτούς αντιμετωπίζει και για τα οποία διεξήχθη ακροαματική διαδικασία. Για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω οι κατηγορούμενοι κρίνονται ένοχοι στις κατηγορίες 1 και 2 που αντιμετωπίζουν από κοινού και περαιτέρω ο 2ος κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος και στις κατηγορίες 5 και 6 τις οποίες αντιμετωπίζει μόνος του. (Υπ.) ........... Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.