ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ SASON TAL, Αρ. Αίτησης: 4/2024, 7/11/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Κούρα, προσ. Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 4/2024 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 07/11/2024 Αίτηση ημερομηνίας 06/11/2024 για παράταση του χρόνου καταχώρησης Έφεσης κατά της απόφασης στην αίτηση ΕΕΣ Αρ. 4/2024 και αναστολή της παράδοσης του Εκζητούμενου Αιτητή μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αίτησης Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κος Α. Αναστασίου Για Κεντρική Αρχή: κος Κουτσόφτας ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Επιλαμβάνομαι της παρούσας αίτησης σήμερα μετά από άδεια που δόθηκε από το Δικαστήριο να οριστεί σήμερα λόγω της εξαιρετικής φύσης της υπόθεσης (εκτέλεσης) του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης (στο εξής «ΕΕΣ») αλλά και λόγω των αυστηρών χρονοδιαγραμμάτων που προνοούνται στο Νόμο για την πλήρη διεκπεραίωση της διαδικασίας εκτέλεση ΕΕΣ, περιλαμβανομένης και της έφεσης. Σημειώνω εδώ ότι η αίτηση καταχωρήθηκε χθες, 6/11/2024 και ώρα 13:00 και έλαβε ημερομηνία ορισμού την 8/11/
- Λόγω, όμως, ακριβώς των προβλεπόμενων χρονοδιαγραμμάτων της διαδικασίας αλλά και λόγω ενημέρωσης που έλαβε το Δικαστήριο ότι είχαν γίνει από πλευράς Δημοκρατίας διευθετήσεις προκειμένου να αναχωρήσει ο εκζητούμενος από την Κύπρο, σήμερα, η ώρα 16:30, προκειμένου να παραδοθεί στις Γερμανικές Αρχές εντός της προβλεπόμενης από το Νόμο προθεσμίας των 10 ημερών, από την ημερομηνία που αποφασίστηκε από το παρόν Δικαστήριο η έκδοση (01/11/2024), κρίθηκε ορθό και δίκαιο όπως η αίτηση οριστεί σήμερα. Όσον αφορά το πραγματικό και νομικό πλαίσιο που περιβάλλει την καταχώρηση της παρούσας αίτησης σημειώνω τα εξής: Στις 19/03/2024, το Επαρχιακό Δικαστήριο του Αμβούργου στη Γερμανία, κατόπιν εντάλματος σύλληψης ημερομηνίας 05/03/2024 του ίδιου Δικαστηρίου, εξέδωσε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, προκειμένου να ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον του εκζητούμενου. Το ΕΕΣ διαβιβάστηκε στις Κυπριακές Αρχές και με βάση αυτό ο Εκζητούμενος συνελήφθη στις 28/09/2024 στο αεροδρόμιο Λάρνακας. Την ίδια ημέρα, ήτοι στις 28/09/2024, ο Εκζητούμενος οδηγήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο Εκζητούμενος στη συνέχεια δεν συγκατατέθηκε στην παράδοση του και η υπόθεση οδηγήθηκε σε Ακρόαση. Η Ακρόαση της υπόθεσης ολοκληρώθηκε στις 25/11/2024 και η απόφαση του Δικαστηρίου στην αίτηση για έκδοση με αρ. ΕΕΣ4/24 εκδόθηκε από το παρόν Δικαστήριο την 01/11/2024, ήτοι εντός των 35 ημερών που καθορίζει ο Νόμος. Επισημαίνω ότι η Δημοκρατία είχε υποχρέωση να παραδώσει τον εκζητούμενο εντός 10 ημερών από την 01/11/2024 που εκδόθηκε η απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, εκτός βέβαια και αν καταχωρείτο έφεση. Σύμφωνα με τα άρθρα 24 του Νόμου και 4 του Κανονισμού, τυχόν έφεση από οποιοδήποτε από τα μέρη έπρεπε να καταχωρηθεί εντός 3 ημερών από την εν λόγω ημερομηνία. Καμία έφεση δεν καταχωρήθηκε από την πλευρά του εκζητούμενου. Αυτό που καταχωρήθηκε όμως από πλευράς εκζητούμενου ήταν η παρούσα αίτηση (Έντυπο 34), στις 06/11/2024 η ώρα 13:00 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας στη βάση του Μέρους 23 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 (στο εξής «ΚΠΔ») για να δοθεί από το παρόν Επαρχιακό Δικαστήριο παράταση του χρόνου καταχώρησης Έφεσης κατά της απόφασης στην αίτηση ΕΕΣ Αρ. 4/2024 και αναστολή της παράδοσης του Εκζητούμενου Αιτητή μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αίτησης. Όπως ανέφερα και πιο πάνω, με οδηγίες του Δικαστηρίου, η αίτηση ορίστηκε για Ακρόαση σήμερα η ώρα 09:
- Κατά την Ακρόαση της αίτησης τέθηκε σε αμφότερες τις πλευρές από το Δικαστήριο προβληματισμός ως προς το κατά πόσο, υπό το φως του Νόμου και των σχετικών Κανονισμών παρέχεται εξουσία και δικαιοδοσία στο παρόν Δικαστήριο να εγκρίνει οποιοδήποτε αίτημα της παρούσας φύσης λαμβανομένου υπόψη, μεταξύ άλλων, και του ότι τυχόν έγκριση του αιτήματος θα επηρεάσει τις προθεσμίες που τάσσονται από το Νόμο για την ολοκλήρωση ενώπιον του Εφετείου της όποιας τυχόν έφεσης καταχωρηθεί. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών προέβησαν σε εμπεριστατωμένες αγορεύσεις ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με τον προβληματισμό του Δικαστηρίου. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω τα όσα ανέφεραν οι συνήγοροι, αυτά έχουν καταγραφεί στα πρακτικά και έχουν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Ειδική αναφορά στις αγορεύσεις των συνηγόρων κάνω αναφορά κατωτέρω όπου κρίνεται αναγκαίο. Σημειώνω όμως, παρά το ότι κανένα από τα μέρη δεν αμφισβήτησε τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, το θέμα της δικαιοδοσίας, μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, είτε από τους διαδίκους είτε από το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα, ακόμα και κατ' έφεση και επιβάλλεται νομολογιακά όπως εξετάζεται προδικαστικά όπου παρέχεται η δυνατότητα, έτσι ώστε να αποφεύγεται η αχρείαστη σπατάλη χρόνου και χρήματος (βλ. Πετράκη Μαρία ν. Μάριου Φωτίου,
(2012)1 Α.Α.Δ. 625). (βλ. Takis P Markides Ltd ανωτέρω, Central Co-Operative Bank v. CY.E.M.S.
(1984)1 C.L.R. 435, Πετράκη Μαρία ν. Μάριου Φωτίου,
(2012)1 Α.Α.Δ. 625, Λογγίνος ν. Λογγίνου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1347, Ρ.Ι.Κ. κ.ά. ν. Νικολαΐδη
(1993)1 ΑΑΔ 364, Δαδακαρίδης ν. Δαδακαρίδου
(1990)1 ΑΑΔ 566 και YAEL NAVARO YASHIN, Πολιτική Αίτηση αρ. 41/16, 31/5/2016). Το γεγονός ότι στην παρούσα περίπτωση ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κεντρικής Αρχής, δεν ήγειρε θέμα δικαιοδοσίας καμία σημασία δεν έχει και αυτό γιατί ούτε η καθυστέρηση στην αμφισβήτηση της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου να επιληφθεί μιας υπόθεσης αλλά ούτε και συμφωνία μεταξύ των διαδίκων δύναται να επεκτείνει ή να δώσει σε Δικαστήριο δικαιοδοσία που ουδέποτε είχε, εφόσον η διαδικασία θεωρείται, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας, εξ' υπαρχής άκυρη. Αν το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία τότε δεν θα την αποκτήσει απλά και μόνο διότι η άλλη πλευρά καθυστέρησε ή παρέλειψε να θίξει το θέμα ενωρίτερα, εφόσον το θέμα αφορά στη ρίζα της διαδικασίας («goes to the root of the proceedings») και μπορεί και πρέπει να εξεταστεί, όποτε εγερθεί. (βλ. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ TΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ TOLKACHEVA, Πολιτική Έφεση Αρ. 151/2019, 6/9/2019, Philippou v. Philippou
(1986)1 C.L.R. 689, Γενικός Εισαγγελέας (Αρ.7)
(1993)1 ΑΑΔ 793, Ηλίας Ηλία (Αρ. 1)
(1995)1 ΑΑΔ 1 και Νικολαΐδη ανωτέρω). Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι ενόψει της ενημέρωσης που έλαβε το Δικαστήριο ότι η Δημοκρατία έχει προβεί σε διευθετήσεις προκειμένου ο εκζητούμενος να αναχωρήσει σήμερα στις 16:30, προς εκτέλεση της απόφασης της 1/11/2024 και ενόψει του ότι ένα από τα θέματα που ηγέρθηκαν στην παρούσα διαδικασία αφορά στο κατά πόσο εξουσία και δικαιοδοσία για την εξέταση της ουσίας του υπό κρίση αιτήματος βρίσκεται στο Επαρχιακό Δικαστήριο ή στο Εφετείο που θα κληθεί να εξετάσει την οποιαδήποτε έφεση ήθελε καταχωρηθεί, κρίθηκε ορθό και δίκαιο όπως η απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου εκδοθεί το αργότερο μέχρι και τις 12:00μμ σήμερα. Αυτό διότι σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η εξουσία και δικαιοδοσία για εξέταση της ουσίας της υπό κρίσης αίτησης ανήκει στο Εφετείο και όχι στο Επαρχιακό Δικαστήριο να παρέχεται ο χρόνος στην πλευρά του εκζητούμενου να προβεί σε οποιαδήποτε διαβήματα θεωρεί ορθό για να προωθήσει το αίτημα του. Λόγω όμως του ότι ο εκζητούμενος δεν ήταν παρών και ο κος Αναστασίου δήλωσε ότι δεν επιθυμούσε να προχωρήσει επί της αγόρευσης του επί της υπό κρίση αίτησης αν δεν ήταν παρών ο πελάτης του και αυτό παρά το ότι το Δικαστήριο είχε αναφέρει ότι ενόψει της επείγουσας αίτησης ήταν διατεθειμένο να ακούσει την νομική επιχειρηματολογία του συνηγόρου, διότι περί νομικής επιχειρηματολογίας επρόκειτο, η διαδικασία δεν μπόρεσε να ολοκληρωθεί πριν της 12:00 διότι έπρεπε να γίνουν διευθετήσεις για να μεταφερθεί ο εκζητούμενος στο Δικαστήριο κάτι που έγινε στις 12:40. Σημειώνεται ότι οι αγορεύσεις των συνηγόρων ολοκληρώθηκαν στις 13:00 και η απόφαση δόθηκε στις 14:00. Έχω λοιπόν μελετήσει με πολύ προσοχή την υπό κρίση αίτηση και τη μαρτυρία που την υποστηρίζει καθώς επίσης και τα όσα επιχειρηματολόγησαν οι δύο συνήγοροι και λαμβάνοντας υπόψη τη σχετική Νομοθεσία, τους Κανονισμούς και νομολογία τόσο του Ανώτατου όσο και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αναφέρω τα κάτωθι. Η Κυπριακή Δημοκρατία υλοποιώντας την υποχρέωση που επιβάλλει η Απόφαση - Πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ημερομηνίας 13/06/02 ως τροποποιήθηκε (στο εξής «απόφαση- πλαίσιο») σε σχέση με το ΕΕΣ και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ κρατών μελών προχώρησε στη θέσπιση του Νόμου 133(Ι)/2004 (στο εξής «Νόμος»). Οι πρόνοιες του Νόμου, θα πρέπει να διαβάζονται σε συνάρτηση με την Απόφαση - Πλαίσιο. Σύμφωνα με το άρθρο 23 του Νόμου «
(1)Στην περίπτωση που ο εκζητούμενος έχει συγκατατεθεί στην παράδοσή του, ο αρμόδιος Επαρχιακός Δικαστής αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης εντός δέκα
(10)ημερών από τη δήλωση συγκατάθεσης του εκζητουμένου.
(2)Στην περίπτωση που ο εκζητούμενος δεν συγκατατίθεται στην παράδοσή του, η τελεσίδικη απόφαση για την εκτέλεση του εντάλματος λαμβάνεται εντός εξήντα
(60)ημερών από τη σύλληψη του εκζητουμένου.
(3)Σε ειδικές περιπτώσεις, όταν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης δεν μπορεί να εκτελεσθεί εντός των προβλεπομένων στα εδάφια 1 και 2 προθεσμιών, το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η υπόθεση ενημερώνει αμέσως, μέσω της Κεντρικής Αρχής, τη δικαστική αρχή έκδοσης αναφέροντας τους σχετικούς λόγους. Στις περιπτώσεις αυτές, οι προθεσμίες μπορεί να παραταθούν μέχρι τριάντα
(30)ημέρες.
(4)Όταν σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος, περιλαμβανομένου και του Εφετείου σε περίπτωση έφεσης, δεν μπορεί να τηρήσει τις προβλεπόμενες στο παρόν άρθρο προθεσμίες, ενημερώνει σχετικά την "Eurojust", αναφέροντας τους λόγους της καθυστέρησης.
(5)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, η διαδικασία εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης διεξάγεται χωρίς καθυστέρηση.» Το δικαίωμα άσκησης έφεσης κατά της απόφασης προβλέπεται στο άρθρο 24 του Νόμου όπου αναφέρεται: «
(1)Σε περίπτωση μη συγκατάθεσης του εκζητουμένου επιτρέπεται η άσκηση έφεσης στο Εφετείο επί νομικών σημείων μόνο, από τον εκζητούμενο ή το Γενικό Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά της οριστικής απόφασης του αρμοδίου Δικαστή, εντός 3 ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης.
(2)(α) Το Εφετείο καθορίζει τις προθεσμίες ακρόασης της έφεσης και έκδοσης της απόφασης με διαδικαστικό κανονισμό που εκδίδει δυνάμει του άρθρου 39, λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων του άρθρου
- (β) Ο εκζητούμενος κλητεύεται αυτοπροσώπως ή μέσω αντικλήτου, όπως ήθελε καθορισθεί με διαδικαστικό κανονισμό που εκδίδεται από το Ανώτατο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 39.» To Ανώτατο Δικαστήριο το 2021 έκδωσε τον Περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Διαδικαστικό Κανονισμό (17/2021) (στο εξής «Κανονισμός») όπου καθορίστηκε μεταξύ άλλων ότι ο Επαρχιακός Δικαστής ενώπιον του οποίου τίθεται ΕΕΣ προς εκτέλεση οφείλει να εκδώσει την απόφαση του εντός 35 ημερών από τη σύλληψη του εκζητούμενου, σε περίπτωση ακρόασης, και σε ειδικές περιπτώσεις, αν η απόφαση δεν μπορεί να εκδοθεί εντός της πιο πάνω προθεσμίας η προθεσμία μπορεί να παραταθεί κατά 15 ημέρες (Βλ. άρθρο 3 του Κανονισμού). Στο άρθρο 4 του Κανονισμού αναφέρεται ρητά ότι η Έφεση εναντίον της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστή καταχωρίζεται στο Πρωτοκολλητείο του Εφετείου εντός της προθεσμίας που ορίζει ο Νόμος, αναφέρει το ποσό που πρέπει να καταβληθεί και κάνει αναφορά σε ποια πρόσωπα πρέπει να επιδοθεί. Αναφέρεται επίσης ότι το Εφετείο εκδίδει την απόφαση του εντός 25 ημερών από την καταχώριση της έφεσης και δύναται σε ειδικές περιπτώσεις, το Εφετείο να παρατείνει την εν λόγω προθεσμία μέχρι 15 ημέρες. Με άλλα λόγια η Δημοκρατία έχει κρίνει ορθό και δίκαιο να κατανέμει σε εθνικό διαδικαστικό επίπεδο, δηλαδή μεταξύ 1ου και 2ου βαθμού, το συνολικό χρόνο των 60 ημερών, ανά 35 ημέρες για την έκδοση απόφασης σε 1ο βαθμό και 25 ημέρες για την έκδοση απόφασης σε εφετειακό βαθμό, αναφορικά με τον συνολικό χρόνο των 30 ημερών που δικαιούται ένα κράτος μέλος να λάβει παράταση για σκοπούς απόφασης επί του αιτήματος, ο χρόνος μοιράστηκε ανά ½ σε πρώτο και δεύτερο βαθμό. Από το σκεπτικό της απόφασης της υπόθεσης C‑168/13 PPU ημερομηνίας 30/05/2013 μεταξύ Jeremy F. κατά Premier προκύπτει ότι η Απόφαση - Πλαίσιο δεν περιέχει οποιαδήποτε υποχρέωση στα κράτη - μέλη να παρέχουν σε κάποιο εκζητούμενο δικαίωμα για άσκηση έφεσης εναντίον απόφασης για την εκτέλεση ενός ΕΕΣ. Μπορούν όμως τα κράτη μέλη να προνοούν την παροχή δικαιώματος άσκησης έφεσης, νοουμένου ότι δεν θα καταστρατηγούνται τα αυστηρά χρονοδιαγράμματα πλήρους διεκπεραίωσης της όλης διαδικασίας (60 ημέρες και 30 ημέρες παράταση). Σημειώνω επίσης και την Κυπριακή νομολογία που υιοθέτησε την εν λόγω απόφαση Πολ.Εφ.154.2017, Ανδρέας Γεωργίου -και- Γεν. Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ημερομηνίας 06/07/
- Αυτό που συνάγεται από την πιο πάνω απόφαση είναι ότι όποιες εσωτερικές διαδικασίες και αν ήθελε ένα κράτος μέλος θεσπίσει με σκοπό την εκτέλεση ενός ΕΕΣ, η υποχρέωση παραμένει να είναι η ολοκλήρωση των διαδικασιών αυτών εντός του αυστηρού χρονοδιαγράμματος των 60 ημερών και σε περίπτωση παράτασης εντός περαιτέρω 30 ημερών. Ο Κύπριος νομοθέτης έκρινε ορθό και δίκαιο να δώσει σε κάποιο εκζητούμενο δικαίωμα έφεσης και το Ανώτατο Δικαστήριο, ως το αρμόδιο νομοθετικό όργανο, με την έκδοση του Κανονισμού, έκρινε ότι οι 35 ημέρες από τις 60 ημέρες θα δοθούν στο πρωτόδικο Δικαστήριο και οι άλλες 25 ημέρες στο Εφετείο, ενώ για τον χρόνο παράτασης, έκρινε ότι ο κάθε βαθμός θα έχει το ½ του προβλεπόμενου συνολικά χρόνου, δηλαδή 15 ημέρες. Αυτό σημαίνει ότι και το πρωτόδικο Δικαστήριο αλλά και το Εφετείο έχουν ξεχωριστές προθεσμίες για τις ενώπιον τους διαδικασίες καθώς και ξεχωριστές εξουσίες για να ρυθμίζουν τις προθεσμίες αυτές. Υπό αυτά τα δεδομένα καθώς και με γνώμονα ότι σύμφωνα με το Νόμο και τους Κανονισμούς η έφεση εναντίον απόφασης ΕΕΣ πρέπει να καταχωρηθεί στο Εφετείο, θεωρώ, ότι το κατά πόσο θα δοθεί ή όχι παράταση για την άσκηση του δικαιώματος καταχώρησης έφεσης, συνιστά θέμα που θα πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο που είναι αρμόδιο να επιληφθεί της έφεσης και το οποίο είναι δεσμευμένο με τις δικές του ξεχωριστές και ανεξάρτητες υποχρεώσεις για τήρηση των δικών του χρονοδιαγραμμάτων, τα οποία και σαφώς θα επηρεαστούν από τυχόν χορήγηση της αιτούμενης παράτασης. Άλλωστε ο χρόνος των 60 ημερών δεν σταματά να τρέχει. Θεωρώ λοιπόν ότι αρμόδιο Δικαστήριο να αποφασίσει για την παράταση ή μη της προθεσμίας καταχωρηθείσας έφεσης είναι το Εφετείο και όχι το παρόν πρωτόδικο Δικαστήριο. Όσο αφορά το επιχείρημα ότι η παρούσα αίτηση έπρεπε να καταχωρηθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας όπως οι αιτήσεις αναφορικά με διαφοροποίηση προθεσμίας έφεσης σε πολιτική διαδικασία όπου πρώτα πρέπει να καταχωρούνται στο κατώτερο Δικαστήριο και μετά σε περίπτωση απόρριψης στο Εφετείο (βλ. Μέρος 41.6.
(1)των ΚΠΔ ως τροποποιήθηκε) αυτό δεν με βρίσκει σύμφωνη. Πέραν των όσων αναφέρω πιο πάνω, σημειώνω ότι για την περίπτωση καταχώρησης ειδοποίησης έφεσης σε διαδικασία πολιτικής έφεσης η ρητή αναφορά του Μέρους 41.2.
(2)των ΚΠΔ είναι ότι η ειδοποίηση αυτή καταχωρείται στο κατώτερο Δικαστήριο. Στην προκειμένη όμως περίπτωση η έφεση κατά απόφασης ΕΕΣ πρέπει να καταχωρηθεί στο Πρωτοκολλητείο της αρμόδιας εφετειακής δικαιοδοσίας. Στη βάση των όσων έχουν αναφερθεί ανωτέρω, κρίνω ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει εξουσία και δικαιοδοσία να επιληφθεί του αιτήματος και συνεπώς αυτό απορρίπτεται. Εν όψει της ιδιόμορφης φύσης του θέματος δεν κρίνω ορθό να αναφέρω οτιδήποτε σε σχέση με την ουσία του αιτήματος ή σε σχέση με το πώς πρέπει να υπολογιστεί η προθεσμία που καθορίζει ο Νόμος ή σε σχέση με το αν η παρούσα αίτηση καταχωρίστηκε εντός ή εκτός της προθεσμίας, εφόσον το θέμα αυτό είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το θέμα της αρμοδιότητας. (Υπ.) ............ Α. Κούρα, προσ. Ε.Δ Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο