Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. ARAZ IBRAHIM JALIL JALIL, Αρ. Υπόθεσης: 5859/2021, 2/10/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Μ. Μυτίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5859/2021 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου εναντίον ARAZ IBRAHIM JALIL JALIL Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 02.10.2024 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Περγαντή Χ. (για να ακούσει ποινή ο κος Νεοκλέους Ν.) Για τον Κατηγορούμενο: κος Σιαηλής Κ. Κατηγορούμενος παρών ΠΟΙΝΗ Ο Κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος μετά από δική του παραδοχή στην κατηγορία της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος (1η κατηγορία) σε δυο κατηγορίες πλαστογραφίας (2η και 3η κατηγορία) και σε δυο κατηγορίες για κυκλοφορία πλαστού εγγράφου (4η και 5η κατηγορία). Συγκεκριμένα παραδέχθηκε ότι μεταξύ άγνωστης ημερομηνίας και 17.12.21 συνωμότησε με άγνωστο πρόσωπο να διαπράξουν τα αδικήματα των κατηγοριών αρ.2 και αρ.3, ότι κατά την ίδια χρονική περίοδο κατάρτισε πλαστό έγγραφο με σκοπό την καταδολίευση, δηλαδή το πλαστό διαβατήριο με αριθμό [ ] στο όνομα ARAZ IBRAHIM JALIL και το πλαστό διαβατήριο με αριθμό [ ] στο όνομα SARIA ARAZ IBRAHIM (κατηγορίες αρ.2 και αρ.3) και τέλος ότι έθεσε σε κυκλοφορία τα εν λόγω διαβατήρια στις 17.12.21 στο ΚΕΔ Αερολιμένα Πάφου, παρουσιάζοντας τα στην Αστ. 1735 Α. Προκοπίου. Εκθέτοντας τα γεγονότα η κα Περγαντή ανέφερε ότι αυτά έχουν ως οι λεπτομέρειες των κατηγοριών. Περαιτέρω ανέφερε ότι στις 17.12.21 και ενώ η ΜΚ.1 επί του κατηγορητηρίου βρισκόταν στον αερολιμένα Πάφου και διενεργούσε διαβατηριακό έλεγχο στον τομέα αναχωρήσεων, παρουσιάστηκε ενώπιον της για να αναχωρήσει για το Ζαγκρεπ της Κροατίας, μια οικογένεια ασιατικής καταγωγής αποτελούμενη από πέντε μέλη τα οποία παρουσίασαν ιρακινά διαβατήρια. Επρόκειτο για τον κατηγορούμενο, τη σύζυγο του και τα τρία παιδιά τους, των οποίων η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής ανέφερε τα ονόματα τους. Κατά το διαβατηριακό έλεγχο διαπιστώθηκε ότι εκ πρώτης όψεως τα διαβατήρια ήταν γνήσια, ωστόσο το διαβατήριο του κατηγορούμενου με αριθμό [ ] και της δίχρονης (τότε) κόρης του με αριθμό [ ] είναι τοποθετημένα στον κατάλογο στοπ λιστ, αφού σύμφωνα με μήνυμα που λήφθηκε την 01.01.15 από την Ιντερπόλ ήταν δηλωμένα ως κλοπιμαία. Επιπλέον ήταν κενά και δεν είχαν εκδοθεί. Επίσης τα εν λόγω διαβατήρια βρίσκονταν στη λίστα FIND ως κλοπιμαία και ως εκ τούτου χρησιμοποιούνταν παράνομα. Ανακρινόμενος προφορικά ο κατηγορούμενος δήλωσε ότι πλήρωσε δικηγόρο στο Ιράκ για να τα εκδώσει. Από περαιτέρω έλεγχο που διενεργήθηκε στο σύστημα αρχείου πληθυσμού και μετανάστευσης διαπιστώθηκε ότι όλες οι σχετικές άδειες της οικογένειας είναι σε ισχύ. Κατά την εγγραφή του κατηγορούμενου και της κόρης του, πρόσθεσε, δηλώθηκαν διαφορετικοί αριθμοί διαβατηρίων. Αφού συνελήφθηκε δυνάμει δικαστικού εντάλματος απάντησε «I am sorry, I will tell you everything». Ακολούθως παραλήφθηκαν ως τεκμήρια τα υπό αναφορά διαβατήρια. Ανακρινόμενος γραπτώς ο κατηγορούμενος ανέφερε, μεταξύ άλλων, πως τα δυο διαβατήρια είχαν λήξει και επειδή δεν υπήρχε πρεσβεία του Ιρακ, εντόπισε στην πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης Facebook ένα group (ομάδα) όπου αναγραφόταν ότι μπορούσαν να εκδώσουν διαβατήρια. Ανέφερε ακόμα ότι στις 25.11.2020 σε τηλεφωνική συνομιλία που είχε με κάποιο πρόσωπο, που διαμένει στο Κουρδιστάν, συμφώνησε να τον πληρώσει €1000 για κάθε διαβατήριο. Το εν λόγω πρόσωπο ανέφερε στον κατηγορούμενο ότι θα έβαζε ημερομηνίες παλιότερες από αυτές που δηλώθηκαν. Ακολούθως ο αδελφός του κατηγορούμενου ο οποίος διαμένει στο Ιράκ, πλήρωσε το εν λόγω πρόσωπο και έτσι στις 06.12.20 ο κατηγορούμενος παρέλαβε πακέτο που περιείχε τα υπό αναφορά διαβατήρια, τα οποία δεν γνώριζε, ως ισχυρίστηκε, ότι ήταν πλαστά. Η κα Περγαντή ανέφερε ότι δεν υπάρχουν διαθέσιμες προηγούμενες καταδίκες και ζήτησε όπως τα διαβατήρια κατασχεθούν και καταστραφούν ως κλοπιμαία και πλαστά. Δεν ζητήθηκαν έξοδα. Αγορεύοντας προς μετριασμό της ποινής ο κος Σιαηλής μετέφερε την απολογία του πελάτη του για τα αδικήματα που διέπραξε. Δήλωσε επίσης ότι ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε τη σοβαρότητα τους. Πρόσθεσε ότι επέδειξε πλήρη συνεργασία με τις αστυνομικές αρχές εξηγώντας τους τις συνθήκες υπό τις οποίες απέκτησε τα πλαστά διαβατήρια. Ήρθε νόμιμα στη Δημοκρατία, και το 2020 αποφάσισε να πάει σε άλλη χώρα για ένα καλύτερο μέλλον. Διαπίστωσε ότι το διαβατήριο του ήταν ληγμένο ενώ η δίχρονη κόρη του δεν είχε ταξιδιωτικά έγγραφα. Λόγω του ότι δεν ήταν εφικτό αφενός να ανανεώσει το διαβατήριο του και αφετέρου να εκδοθούν ταξιδιωτικά έγγραφα για τη θυγατέρα του στη Δημοκρατία, αποφάσισε να ενεργήσει κατά τον τρόπο που αναφέρθηκε, εφόσον δεν είχε άλλη επιλογή. Δεν υπολόγισε ότι τα διαβατήρια (αυτού και της κόρης του) που θα λάμβανε θα ήταν πλαστά. Πρόκειται για μια φτωχή οικογένεια και πλήρωσαν €2000 συνολικά, χωρίς όμως να έχει πρόθεση να παρανομήσει. Αγορεύοντας στη συνέχεια ο κος Σιαηλής καταχώρησε έκθεση του γραφείου ευημερίας η οποία ετοιμάστηκε στα πλαίσια αίτησης νομικής αρωγής του κατηγορούμενου (Έγγραφο Α), και υιοθέτησε το περιεχόμενο της ως προς τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις. Τόνισε ότι καθ' όλη τη διάρκεια παραμονής του στη Δημοκρατία δεν διέπραξε οποιοδήποτε άλλο αδίκημα. Λόγω δε αυτής της κατάστασης επηρεάστηκε η υγεία τόσο του ίδιου όσο και της συζύγου του. Κατέθεσε ιατρικές εκθέσεις / βεβαιώσεις ψυχιάτρων ως Έγγραφα Β και Γ, αντίστοιχα. Ήταν η θέση του κου Σιαηλή ότι η κατάσταση της υγείας της συζύγου του έφτασε σε σημείο που να μην μπορεί να φροντίζει τα παιδιά τους και να χρειάζεται και η ίδια φροντίδα, την οποία της παρέχει ο κατηγορούμενος. Ένεκα των πιο πάνω, αποτάθηκε, μέσω του συνηγόρου του, στο Γενικό Εισαγγελέα με γραπτή επιστολή, εκφράζοντας την επιθυμία του όπως αυτός και η οικογένεια του επαναγκατασταθούν στο Ιράκ (Έγγραφο Δ). Δεν λήφθηκε οποιαδήποτε απάντηση στην εν λόγω επιστολή, αν και, ως δέχθηκε ο κος Σιαηλής, έγιναν προσπάθειες και από λειτουργούς της νομικής υπηρεσίας στην επαρχία της Πάφου. Συνοψίζοντας ο κος Σιαηλής ανέφερε ότι μοναδική επιθυμία του κατηγορούμενου είναι να μεταβεί το συντομότερο δυνατό οικογενειακώς στη χώρα καταγωγής του και όχι να παρανομεί στη χώρα μας. Εισηγήθηκε ότι τα περιστατικά της υπόθεσης σε συνδυασμό με τους μετριαστικούς παράγοντες, συνηγορούν στην άσκηση της ευχέρειας του για αναστολή τυχόν ποινή φυλάκισης. Αναφέρθηκε επίσης και στο χρόνο που έχει παρέλθει από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα, καθώς και στις συνέπειες που θα επιφέρει ποινή άμεσης φυλάκισης στους οικείους του. Αναμφίβολα, οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι πολύ σοβαρές. Το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος τιμωρείται με ποινή φυλάκισης επτά
(7)ετών εκτός αν το κακούργημα που διαπράχθηκε επισύρει κατά ανώτατο όριο ποινή κατώτερη από τη φυλάκιση επτά χρόνων, οπότε υπόκειται σε τέτοια κατώτερη ποινή. Όσον δε αφορά τα αδικήματα της πλαστογραφίας και κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου προνοείται ποινή φυλάκισης 10 ετών. Στην υπόθεση Μαληκκίδης ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 40/15, ημερ. 25.11.2016, επαναλήφθηκε η αρχή πως το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι βασική παράμετρος που προσμετρά το Δικαστήριο στην πορεία για επιμέτρηση της ποινής. Τούτο ασχέτως του δυνατότητας επιβολής ποινής μέχρι ενός συγκεκριμένου ύψους (βλ. Ghafari v. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 442). Η σοβαρότητα όμως των πιο πάνω αδικημάτων προκύπτει και μέσα από ανασκόπηση της νομολογίας, όπου τονίστηκε ότι θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Στην υπόθεση Ματούρ ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 36 αναφορικά με τη χρήση και εμπορία πλαστών διαβατηρίων: «Η εμπορία πλαστών διαβατηρίων μπορεί εύκολα να χαρακτηριστεί σαν ένα διεθνές έγκλημα ή ένα έγκλημα με διεθνείς προεκτάσεις και η Κύπρος δεν μπορεί να είναι ένας πρόσφορος τόπος για τη διάπραξη τέτοιων εγκλημάτων. Προσφέρουμε φιλοξενία στους ξένους με πλήρη κατανόηση των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν στις χώρες τους αλλά και αυτοί πρέπει να αντιληφθούν ότι η κατάχρηση αυτής της φιλοξενίας συνεπάγεται κυρώσεις και ότι ταυτόχρονα μειώνει την προσφορά ευκαιριών στους ιδίους και σε άλλους συμπατριώτες τους από του να βρίσκονται με τόση ευκολία στον τόπο μας ... ». Στην πιο πάνω υπόθεση το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε ποινή φυλάκισης 12 μηνών αναφέροντας ότι κατάχρηση της φιλοξενίας που προσφέρεται σε ξένους υπηκόους στην Κύπρο, προκύπτουσα από την χρήση πλαστών διαβατηρίων, συνιστά σοβαρό αδίκημα το οποίο δικαιολογεί την επιβολή ανάλογα αυστηρών κυρώσεων. Επιπλέον αποφάσισε ότι τα όσα λέχθηκαν εκ μέρους του εφεσείοντα από τον δικηγόρο του ως προς την αγωνιώδη κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει ο ίδιος και η οικογένειά του στην πατρίδα του δεν ήταν ικανά ούτε να διαγράψουν την σοβαρότητα του αδικήματος της χρήσης πλαστού διαβατηρίου, ούτε να αλλοιώσουν τον χαρακτήρα του. Τέλος λήφθηκε υπόψη ότι η αποτροπή τέτοιων αδικημάτων στην περίπτωση της Κύπρου ενέχει ιδιαίτερη σημασία. Στην υπόθεση Khaknegad v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 148/2010 ημερομηνίας 24.05.11 επικυρώθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 15 μηνών σε αδικήματα πλαστογραφίας διαβατηρίου και κυκλοφορίας τέτοιου πλαστού εγγράφου, 3 μηνών σε αδίκημα πλαστοπροσωπίας, 2 μηνών για τη διάπραξη των αδικημάτων της παράνομης εισόδου και παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας και 10 μηνών στο αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη των προαναφερόμενων αδικημάτων σε άτομο από το Ιράν που ήλθε στην Κύπρο επειδή κινδύνευε η ζωή του. Επρόκειτο για άτομο που προερχόταν από γονείς χαμηλής οικονομικής κατάστασης, με τον πατέρα του να είχε αποβιώσει 2 χρόνια προηγουμένως, την μητέρα του να παρουσιάζει προβλήματα υγείας και να είχε άλλα 10 αδέλφια, 4 από τα οποία διέμεναν με την μητέρα του. Επιπροσθέτως, είχε τονιστεί ότι τον τελευταίο χρόνο κινδύνευε η προσωπική του ασφάλεια στη χώρα καταγωγής του εξαιτίας πολιτικών συγκρούσεων που επικρατούν εκεί και για αυτό αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα του και να αιτηθεί πολιτικό άσυλο σε ευρωπαϊκή χώρα. Παρά τη συμπάθεια που το Δικαστήριο έδειξε, εντούτοις τονίστηκε ότι η συμπεριφορά του αλλοδαπού θα έπρεπε να ήταν διαφορετική. Στην υπόθεση Rachoo v. Αστυνομίας
(2014)2 ΑΑΔ 644, ECLI:CY:AD:2014:B690, ημερ. 22.09.2014, τα γεγονότα ήταν πανομοιότυπα. Ο εκεί εφεσείων επιχείρησε να αναχωρήσει από τη Δημοκρατία χρησιμοποιώντας πλαστό διαβατήριο. Μετά που συνελήφθηκε, παραδέχθηκε ότι αγόρασε το εν λόγω πλαστό διαβατήριο με στόχο να αναχωρήσει από την Κύπρο για το εξωτερικό, με στόχο να εργαστεί σε άλλη χώρα. Είναι επίσης δεκτό ότι ο εφεσείων κατέβαλε το ποσό των €1.000 για την αγορά του εν λόγω διαβατηρίου. Το Εφετείο επικύρωσε τις συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 12 μηνών για την κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, 5 μηνών για την πλαστοπροσωπία και ενός μηνός για την παράνομη είσοδο με την παρατήρηση ότι θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως επιεικής. Έγινε επίσης αναφορά στην Αl Μohammed v. Αστυνομίας
(2014)2 Α.Α.Δ. 62, ECLI:CY:AD:2014:B70, όπου επίσης η ποινή των 9 μηνών χαρακτηρίστηκε ως επιεικής. Ποινές φυλάκισης από 9 έως 12 μηνών για παρόμοια αδικήματα επιβλήθηκαν στις υποθέσεις Kandiah v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 324, Khalife v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 315, Thuo David William ν. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 431 και Eurgan Ali Bhatti ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 661. Η σοβαρότητα ενός αδικήματος δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Παράλληλα, είναι σαφώς νομολογημένο ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά του αδικήματος (Βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 245 και Γενικού Εισαγγελέα ν. Στυλιανού
(2001)2 Α.Α.Δ. 55). Δηλαδή, όπου διαπιστώνεται η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής ο παράγοντας της εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε έκταση τέτοια ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής (Βλ. Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248). Ως επιβαρυντικούς παράγοντες στην υπό κρίση περίπτωση θεωρώ τη σοβαρότητα των αδικημάτων, την έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη τους, καθώς επίσης και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος προμηθεύτηκε δυο πλαστά διαβατήρια. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής λαμβάνω υπόψη μου τα πιο κάτω: α) Το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου, β) Την παραδοχή του στο Δικαστήριο η οποία αν και δεν ήταν άμεση εντούτοις προέβηκε σε αυτή πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και περισώθηκε έτσι πολύτιμος δικαστικός χρόνος. γ) Τη συνεργασία του με τις Αρχές της Δημοκρατίας. Ο κατηγορούμενος μετά που συνελήφθηκε όχι μόνο ομολόγησε τα αδικήματα που διέπραξε αλλά έδωσε και περαιτέρω εξηγήσεις ως προς το πως έλαβε κατοχή των πλαστών διαβατηρίων δ) Τις προσωπικές οικονομικές και οικογενειακές του περιστάσεις ως εκτέθηκαν από το συνήγορο του αλλά και ως περιγράφοντας από το Έγγραφο Α. Στην έκθεση του γραφείου ευημερίας, η οποία συντάχθηκε το 2022, αναφέρεται ότι πρόκειται για πρόσωπο ηλικίας 26 ετών (σήμερα 28) άνεργος και καταγωγής από το Ιράκ. Είναι πατέρας τριών ανήλικων παιδιών που τότε ήταν ηλικίας 6, 5 και 3 ετών. Διέμεναν με διευθετήσεις των υπηρεσιών κοινωνικής ευημερίας σε ξενοδοχειακά καταλύματα από το 2021, το κόστος των οποίων επωμίστηκαν οι εν λόγω υπηρεσίες. Διατηρώ βέβαια υπόψη μου ότι όπως επισημάνθηκε στην Μαληκκίδης ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) στις περιπτώσεις που η ποινή που πρέπει να επιβάλλεται θα πρέπει να είναι αυστηρή και να ενέχει έντονα το στοιχείο της αποτροπής, ναι μεν οι προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορουμένου λαμβάνονται υπόψη, αλλά στο βαθμό και κατά την έκταση που δεν εξουδετερώνεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής καθότι προέχει η αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου. ε) Ιδιαίτερη βαρύτητα προσδίδω στο νεαρό της ηλικίας του Κατηγορουμένου αφού αυτός είναι ηλικίας σήμερα 28 ετών. Έχει επανειλημμένα λεχθεί ότι σε πρόσωπα νεαρής ηλικίας η επιβολή ποινής φυλάκισης θα πρέπει να αποφεύγεται εκτός αν κρίνεται ως η μόνη αρμόζουσα ποινή. Όπως έχει λεχθεί στην Αργυρίδης κ.α ν. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 449, στα άτομα αυτά προέχει η αναμόρφωση παρά η τιμωρία. ζ) Τα προβλήματα ψυχικής υγείας του κατηγορούμενου και της συζύγου του. Μέσα από τα Έγγραφα Β και Γ καταδεικνύεται αφενός ότι ο η σύζυγος του πάσχει από βαριά κατάθλιψη με ψυχωσική συμπτωματολογία και ο κατηγορούμενος χρειάζεται να είναι μαζί της και τα τέκνα τους συνεχώς. Αναφέρεται ακόμα ότι η οικογένεια δεν έχει υποστηρικτικό περιβάλλον και η οικονομική τους κατάσταση δεν τους επιτρέπει να εξεύρουν εναλλακτικές λύσεις. Αφετέρου, για τον κατηγορούμενο αναφέρεται ότι παρακολουθείται από το Φεβρουάριο του 2021 και έχει διαγνωστεί με μέτριας βαρύτητας καταθλιπτικό επεισόδιο καθώς και από διαταραχή stress μετά από ψυχοτραυματική εμπειρία. Περαιτέρω, λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή και αναμένεται να συνεχίσει τις συνεργασία με ψυχιατρικό κέντρο που παρακολουθείται. Διατηρώ την ίδια ώρα υπόψη μου ότι παρά το συνυπολογισμό των λόγων υγείας στην επιμέτρηση της ποινής, ιδιαίτερα των ψυχικών προβλημάτων, σε σοβαρά αδικήματα, όπως εν προκειμένω, οι εν λόγω παράγοντες είναι ήσσονος σημασίας εφόσον προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας (βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 540) η) Τις δυσμενείς επιπτώσεις που μπορεί να έχει στον ίδιο καθώς και στην οικογένεια του η τυχόν επιβολή σε αυτόν ποινής φυλάκισης (κατ' αναλογία Astrid Schadow v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 5576, ημερ. 13.04.1992) θ) Την απολογία και μεταμέλεια του ι) Το χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355 υποδείχθηκε ότι η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος, εφόσον σε τέτοια περίπτωση μειώνεται ουσιαστικά η αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον κατηγορούμενο. Φυσικά όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ζήνωνα Γεωργίου
(2001)2 ΑΑΔ 271 «η καθυστέρηση εξετάζεται πάντοτε με συνάρτηση με την αλλαγή στις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου». Όπως έχει αναφερθεί στο μεσοδιάστημα η ψυχική κατάσταση του κατηγορούμενου όπως και της συζύγου του έχει επιδεινωθεί εξαιτίας της υπόθεσης αυτής. Αποφασιστικοί βέβαια παράγοντες στην επιμέτρηση της ποινής είναι η σοβαρότητα του αδικήματος εν' όψει της προβλεπόμενης από τον Νόμο ποινής, οι συνθήκες διάπραξής του και η ανάγκη όπως η ποινή έχει αποτρεπτικό χαρακτήρα (βλ. Γεωργίου Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας
(1998)2 ΑΑΔ 259). Λαμβανομένων υπόψη των πιο πάνω, στην παρούσα περίπτωση, η πάροδος 2 ετών και 9 μηνών από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή δεν είναι τέτοιας έκτασης που να μπορεί να επηρεάσει το είδος της ποινής. Μπορεί όμως να επηρεάσει το εύρος της σε κάποιο βαθμό. κ) Τις συνθήκες υπό τις οποίες διαπράχθηκαν τα αδικήματα. Δεν μπορώ όμως να αποδεχθώ ως ειλικρινή τη θέση του κατηγορούμενου ότι δεν γνώριζε για την πλαστότητα των διαβατηρίων που παρέλαβε. Τούτο καθότι τέτοιας φύσεως έγγραφα δεν αναζητούνται από το διαδίκτυο ούτε και αγοράζονται από φυσικά πρόσωπα και μάλιστα για τα ποσά που ο ίδιος δέχθηκε ότι κατέβαλε. Τέτοιου είδους έγγραφα εκδίδονται μόνο από τις αρμόδιες κρατικές αρχές ή κατάλληλα εξουσιοδοτημένους οργανισμούς. Επιπλέον και χωρίς να παραγνωρίζω ότι σκοπός του σήμερα είναι να επιστρέψει στην πατρίδα του με την οικογένεια του, όπως άλλωστε προκύπτει και από την επιστολή που απέστειλε στο Γενικό Εισαγγελέα με αίτημα την αναστολή της ποινικής διαδικασίας (Έγγραφο Δ), αυτός συνελήφθηκε στον αερολιμένα Πάφου, στην προσπάθεια του να ταξιδέψει στο Ζαγκρεπ της Κροατίας για να αναζητήσει ένα καλύτερο μέλλον. Όφειλε να αναζητήσει νομότυπους τρόπους για να επιλύσει το πρόβλημα των ταξιδιωτικών εγγράφων του ιδίου και της κόρης του και όχι να καταφύγει στην παρανομία Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη όλα τα πιο πάνω, την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα αλλά και την ανάγκη για προστασία της κοινωνίας η ποινή της στερητικής της ελευθερίας στην παρούσα υπόθεση κρίνω ότι καθίσταται απόλυτα αναγκαία. Η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής, θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική και δεν θα εξυπηρετούσε καθόλου το στοιχείο της αποτροπής που θα πρέπει συν τοις άλλοις να χαρακτηρίζει την ποινή και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. Η ποινή της φυλάκισης είναι η μόνη κατάλληλη και αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή και τούτο, έχοντας κατά νου ότι αυτή επιβάλλεται μόνο εκεί όπου οποιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (βλ. Προδρόμου v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 98). Συνακόλουθα επιβάλλω στον κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: Στην 1η κατηγορία δεν επιβάλλεται καμία ποινή. Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Χασάν v Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 196/13 ημερ.10/10/14 δεν συνίσταται η επιβολή ποινής στο αδίκημα της συνωμοσίας εφόσον θα επιβληθεί ποινή και στα ουσιαστικά αδικήματα για τα οποία κάποιος κατηγορείται ότι συνωμότησε προς την διάπραξη τους. Σε έκαστη των κατηγοριών αρ.2 έως και αρ.5 ποινή φυλάκισης 12 μηνών Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Απετέλεσε τέλος εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου, ότι στην περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε επιβάλει ποινή φυλάκισης, αυτή θα πρέπει να έχει ανασταλτικό χαρακτήρα λόγω των περιστάσεων του κατηγορούμενου αλλά και της υπόθεσης. Το νομοθετικό πλαίσιο για την αναστολή της ποινής βρίσκεται στον Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλάκισης εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμο του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε. Με τον τροποποιητικό Νόμο 186(I)/03, που δημοσιεύθηκε στις 19.12.03, καταργήθηκε η απαίτηση για εξαιρετικές περιστάσεις της υπόθεσης ή του κατηγορουμένου με αποτέλεσμα το θέμα της αναστολής σήμερα να μην διέπεται από ανελαστικά κριτήρια. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(2)του Νόμου: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Στη υπόθεση δε Γενικός Εισαγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως εξής: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41
(1)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας» Δεν θα εκθέσω ξανά ό,τι αναφέρθηκε προηγουμένως για τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων και τους ελαφρυντικούς παράγοντες, στοιχεία τα οποία διατηρώ υπόψη μου. Συνοπτικά αναφέρω ότι πρόκειται για αδικήματα που διαπράχθηκαν πριν 3 έτη, με αποκλειστικό σκοπό να εγκαταλείψει τη Δημοκρατία. Δηλώνει σήμερα ότι επιθυμεί να επιστρέψει στη χώρα του και εκεί να εργαστεί και να συντηρήσει την οικογένεια του. Κατέφυγε στις παράνομες πράξεις του καθότι δεν είχε άλλο τρόπο να ανανεώσει το διαβατήριο του και να εκδώσει ταξιδιωτικά έγγραφα για την μικρότερη κόρη του. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω σε συνδυασμό με το λευκό του ποινικό μητρώο, τα προβλήματα υγείας του ίδιου και της συζύγου του, το γεγονός ότι είναι το μόνο πρόσωπο που μπορεί να τη συντηρεί όπως και τα τρία ανήλικα τέκνα τους, θεωρώ, κατόπιν προβληματισμού, πως η μη αναστολή εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης θα συνεπάγετο πολύ επαχθείς συνέπειες για τον ίδιο και την οικογένεια του. Καταλήγω πως θα μπορούσα να δώσω στον κατηγορούμενο, μια δεύτερη ευκαιρία για να αποδείξει εκτός φυλακών ότι από τώρα και στο εξής θα διάγει μια νόμιμη ζωή. Από τον ίδιο εξαρτάται βέβαια να αδράξει αυτή την ευκαιρία που σήμερα του δίδεται ώστε να μην διαπράξει οποιοδήποτε αδίκημα παρόμοιας φύσης ή οποιοδήποτε άλλο αδίκημα. Συνακόλουθα η εκτέλεση των συντρεχουσών ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο στις κατηγορίες αρ.2 έως και αρ.5 στην παρούσα υπόθεση, αναστέλλονται για περίοδο τριών ετών από σήμερα. Τα τεκμήρια, ήτοι τα δυο πλαστά διαβατήρια, να κατασχεθούν και να καταστραφούν (Επεξηγούνται στον Κατηγορουμένο το νόημα και οι συνέπειες της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης). (Υπ.)....................................... Μ. Μυτίδης , Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο