← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. SYMELA KYRIAKIDOU, Αρ. Υπόθεσης: 7472/2020, 2/10/2024

Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου ν. SYMELA KYRIAKIDOU, Αρ. Υπόθεσης: 7472/2020, 2/10/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ Ενώπιον: Μ. Μυτίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7472/2020 Αστυνομικός Διευθυντής Πάφου εναντίον SYMELA KYRIAKIDOU Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 02.10.2024 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Περγαντή Χ. (για να ακούσει ποινή κος Νεοκλέους) Για τον Κατηγορούμενο: κος Σιαηλής Κ. Κατηγορούμενη παρούσα ΠΟΙΝΗ Με δική της παραδοχή η Κατηγορούμενη βρέθηκε ένοχη σε τρεις κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της κλοπής από αντιπρόσωπο (2η κατηγορία) και της δημόσιας βλάβης (3η κατηγορία). Ένεκα της παραδοχής της στα πιο πάνω αδικήματα η κατηγορούσα αρχή καταχώρισε προφορικά αναστολή ποινικής δίωξης στην 1η κατηγορία που αφορούσε το αδίκημα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος και έτσι η κατηγορούμενη απαλλάχθηκε αυτής Τα αδικήματα διαπράχθηκαν περί το μήνα Σεπτέμβριο του 2015 στην Πάφο. Τα γεγονότα, όπως έχουν αναφερθεί από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση, έχουν ως οι λεπτομέρειες των κατηγοριών και συνοπτικά είναι τα ακόλουθα: Στις 16.09.15 η κατηγορούμενη έδωσε γραπτή κατάθεση στο ΤΑΕ Πάφου και κατήγγειλε ότι στις 14 έως και 16.09.15 αντίστοιχα κλάπηκε το όχημα με αριθμό εγγραφής [ ] το οποίο είχε σταθμευμένο, ξεκλείδωτο και με τα κλειδιά στη μηχανή, απέναντι από την οικία της στην Έμπα. Σύμφωνα με την ίδια, το όχημα το χρησιμοποιούσε τον τελευταίο χρόνο και της το έδωσε ο ιδιοκτήτης Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (παραπονούμενος) προς διευθέτηση οικονομικών τους διαφορών και το οδηγούσε με τη συγκατάθεση του. Την ίδια μέρα, μετέβηκε και ο παραπονούμενος στο ΤΑΕ Πάφου και έδωσε κατάθεση στην οποία ανέφερε ότι δάνεισε το υπό αναφορά στην κατηγορούμενη για το λόγο ότι το δικό της ήταν χαλασμένο και με την προϋπόθεση ότι θα του το επέστρεφε γιατί το χρωστούσε σε χρηματοπιστωτικό ίδρυμα. Ανέφερε περαιτέρω ότι η αξία του ήταν €6.000 και υπήρχε ασφάλεια έναντι κλοπής. Την επόμενη μέρα (17.09.15) λήφθηκε πληροφορία ότι το εν λόγω όχημα στις 09.09.15 είχε μεταφερθεί σε συγκεκριμένο γκαράζ στην Πάφο όπου αντικαταστάθηκαν οι πινακίδες εγγραφής του με πινακίδες άλλου οχήματος ιδίου τύπου και με αριθμούς [ ]. Στην πορεία το επίδικο όχημα εγγράφηκε σε άλλο πρόσωπο και παράλληλα δηλώθηκε ως ακινητοποιημένο. Μετά από έρευνες της αστυνομίας εντοπίστηκε στην οδό Αξιοθέας και έφερε αριθμό εγγραφής [ ], όμως διαπιστώθηκε ότι ο αριθμός πλαισίου του αντιστοιχούσε στο όχημα με αριθμό εγγραφής [ ]. Εκεί κλήθηκε η τελευταία ιδιοκτήτρια η οποία ανέφερε από που αγόρασε το όχημα. Στην πορεία ακολούθησαν συλλήψεις του ιδιοκτήτη του γκαράζ και του διαμεσολαβητή οι οποίοι έδωσαν τη δική τους εκδοχή για την υπόθεση. Εν τέλει πρόσωπο κατονόμασε την κατηγορούμενη, η οποία αφού συνελήφθηκε με δικαστικό ένταλμα σύλληψης ανακρινόμενη παραδέχθηκε τη διάπραξη όλων των αδικημάτων. Συγκεκριμένα ότι ο παραπονούμενος της είχε παραχωρήσει το όχημα ένα έτος πριν τη διάπραξη των αδικημάτων, για να το οδηγεί, με απώτερο σκοπό αφού εξοφλούσε την τράπεζα, στην οποία ήταν υποθηκευμένο, να της το μεταβιβάσει, ως αντάλλαγμα για μέρος οφειλόμενων χρημάτων. Λόγω όμως του ότι ο παραπονούμενος ζητούσε επίμονα την επιστροφή του οχήματος καθότι έπρεπε να το παραδώσει στην τράπεζα, η κατηγορούμενη αποφάσισε να το πωλήσει. Έτσι, τέλη Αυγούστου του 2015 επικοινώνησε τηλεφωνικά με άλλο πρόσωπο με το οποίο συναντήθηκε παρουσία και τρίτου προσώπου και τους δόθηκε το όχημα έναντι του ποσού των €1.900, το οποίο της καταβλήθηκε σε δυο δόσεις. Στη συνάντηση η κατηγορούμενη ξεκαθάρισε στα άλλα δυο πρόσωπα ότι δεν μπορούσε να γίνει νομότυπα η μεταβίβαση. Η κα Περγαντή ανέφερε ότι η κατηγορούμενη δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες ενώ ζήτησε όπως μια πλαστική γρίλια που εντοπίστηκε εντός του οχήματος επιστραφεί στο νόμιμο δικαιούχο της ενώ όπως οι δυο πλαστικές πινακίδες εγγραφής κατασχεθούν και καταστραφούν. Αγορεύοντας προς μετριασμό της ποινής του ο κος Σιαηλής μετέφερε την απολογία και μεταμέλεια της κατηγορούμενης στο Δικαστήριο, η οποία αντιλήφθηκε πλήρως τη σοβαρότητα των αδικημάτων. Πρόσθεσε ότι λόγω της οικονομικής διαφοράς που προέκυψε με τον ιδιοκτήτη του οχήματος και της μετέπειτα υπαναχώρησης του στη συμφωνία για επιστροφή χρημάτων που της όφειλε, δυστυχώς για να μετριάσει τη ζημιά της, προέβηκε στη διάπραξη αυτών των αδικημάτων. Από την πράξη της ο ιδιοκτήτης δεν έχει ζημιωθεί αφού το όχημα περιήλθε στην κατοχή του και το οδηγά μέχρι σήμερα. Πρόκειται για άτομο λευκού ποινικού μητρώου ηλικίας 52 ετών κατά τον ουσιώδη χρόνο, και που δεν απασχόλησε ποτέ ξανά τα Δικαστήρια. Ο κος Σιαηλής αναφέρθηκε στο πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα που παρήλθε για την καταχώρηση του κατηγορητηρίου αλλά και του συνολικού χρόνου που παρήλθε μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή. Στη συνέχεια καταχώρησε αντίγραφο έκθεσης γραφείου ευημερίας ημερομηνίας 14.05.2021 το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε. Μέσα από αυτή διαφαίνεται ότι ο σύζυγος της είναι τετραπληγικός και χρήζει της καθημερινής φροντίδας της κατηγορούμενης. Πρόσθεσε ότι έχει ένα υιό ο οποίο αντιμετωπίζει προβλήματα ψυχικής υγείας ενώ επίσης είναι και χρήστης εξαρτησιογόνων ουσιών. Επιπλέον έχει χάσει τη θυγατέρα της πριν από δυο χρόνια. Εισηγήθηκε ότι η περίπτωση της κατηγορούμενης είναι κατάλληλη περίπτωση για αντιμετώπιση της με τη μέγιστη δυνατή επιείκεια. Σύμφωνα με την έκθεση του γραφείου ευημερίας η κατηγορούμενη είναι μητέρα πέντε ενήλικων παιδιών ηλικίας 22 (δίδυμα), 29, 33 και 34 ετών. Είναι επίσης γιαγιά με εγγόνι ηλικίας 19 μηνών. Τα δίδυμα παιδιά της τα απέκτησε από το δεύτερο της γάμο και διαμένουν μαζί της. Ο υιός είναι κατάδικος στις κεντρικές φυλακές και η θυγατέρα είναι άνεργη. Τα άλλα τρία παιδιά (ηλικίας 29, 33 και 34 ετών) είναι ιδιωτικοί υπάλληλοι και δυο εξ' αυτών διαμένουν στο εξωτερικό, ενώ το τρίτο στην Πάφο. Η ίδια κατάγεται από την Ελλάδα και προέρχεται από οικογένεια χαμηλού βιοτικού επιπέδου. Η μητέρα της απεβίωσε όταν ήταν μόλις 42 ετών και η κατηγορούμενη δεκατριών. Παντρεύτηκε σε ηλικία 16 ετών και μετά από τέσσερα χρόνια, και αφού απέκτησε τα τρία μεγαλύτερα της παιδιά, χώρισε. Λόγω πολλαπλών οικογενειακών δυσκολιών έχει συνεργασία με τις υπηρεσίες κοινωνικής ευημερίας στα πλαίσια προληπτικής εργασίας και στήριξης. Ο β' σύζυγος της είναι τετραπληγικός και πάσχει από επιληπτικές κρίσεις και είναι κλινήρης. Η ίδια έχει αναλάβει αποκλειστικά τη φροντίδα του. Η ίδια αντιμετωπίζει προβλήματα όρασης, ιδιαίτερα στο δεξιό οφθαλμό και πάσχει από σακχαρώδη διαβήτη τύπου II τα τελευταία 12 χρόνια. Επίσης αντιμετωπίζει προβλήματα με την αρτηριακή της πίεση. Για τα προβλήματα υγείας της λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Λόγω της αποκλειστικής φροντίδας που προσφέρει στο σύζυγο της δεν είναι σε θέση να εργαστεί και ως εκ τούτου τα εισοδήματα της οικογένειας προέρχονται από τα επιδόματα που λαμβάνει ο σύζυγος ένεκα των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει. Αυτά ανέρχονται στο ποσό των €3.276. Ο σύζυγος της διατηρεί δάνειο με υπόλοιπο κατά τη σύνταξη της έκθεσης περί των €95.000 έναντι του οποίου καταβάλλονται μόνο οι τόκοι. Υπάρχει επίσης στο όνομα της προσωπικό δάνειο με υπόλοιπο €15.000 το οποίο δεν εξυπηρετείται. Εκκρεμούν δικαστικά εντάλματα ύψους €4.500. Διαμένει με το σύζυγο της τη μικρότερη θυγατέρα και το εγγόνι τους σε διαμέρισμα τριών υπνοδωματίων με τον απαραίτητο εξοπλισμό. Αναμφίβολα, οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη είναι σοβαρές. Η σοβαρότητα αντανακλάται κατ' αρχήν από το ύψος της προβλεπόμενης ποινής σε έκαστη των κατηγοριών. Το αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου επισύρει ποινή φυλάκισης μέχρι και 14 έτη ενώ τέλος για το αδίκημα της δημόσια βλάβης προνοείται χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει τις €2.000 ή σε φυλάκιση ενός χρόνου. Στην υπόθεση Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 40/15, ημερ. 25.11.2016, επαναλήφθηκε η αρχή πως το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο είναι βασική παράμετρος που προσμετρά το Δικαστήριο στην πορεία για επιμέτρηση της ποινής. Τούτο ασχέτως του δυνατότητας επιβολής ποινής μέχρι ενός συγκεκριμένου ύψους (βλ. Ghafari v. Αστυνομίας

(2001)2 ΑΑΔ 442). Πέραν όμως από τη σοβαρότητα που πηγάζει εκ των προβλεπόμενων ποινών σχετικά είναι και τα όσα έχουν διατυπωθεί στη νομολογία. Ειδικότερα για το αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου, στην υπόθεση Αθανασιάδης ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 701 λέχθηκε ότι πρόκειται για σοβαρά αδικήματα καθότι «αναφέρονται στην ύπαρξη και διατήρηση της εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων μερών και τα Δικαστήρια έχουν υποχρέωση να προσφέρουν την κατάλληλη προστασία τιμωρώντας τα πρόσωπα που παραβιάζουν την εμπιστευτική αυτή σχέση. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια τα Δικαστήρια έχουν υποδείξει σε αριθμό υποθέσεων ότι η κατάλληλη ποινή είναι εκείνη της φυλάκισης (Ιδε Attorney-General v. Mavrokefalos
(1966)2 C.L.R. 93, Aristotelous v. Police
(1985)2 C.L.R. 212, Αργυρού ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 434, Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας,
(1999)2 Α.Α.Δ. 109)». Αξίζει να σημειωθεί ότι στην εν λόγω υπόθεση το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε ποινή φυλάκισης 12 μηνών αφού λήφθηκε υπόψη το μεγάλο χρονικό διάστημα από την διάπραξη των αδικημάτων, η αποζημίωση του θύματος και η άμεση παραδοχή του κατηγορουμένου. Επρόκειτο δε για ποσό περί των Λ.Κ10.125,14σ (το ισόποσο σε €17.300,86σ). Ίδια ποινή επικυρώθηκε και στην υπόθεση Αργυρού ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 434, που αφορούσε το ομοειδές αδίκημα της κλοπής από υπάλληλο. Περαιτέρω, στην Πέτρου v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 219, λέχθηκε ότι θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα σωρευτικά αποτελέσματα του συνόλου της εγκληματικής δραστηριότητας για την οποία ο κατηγορούμενος βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση αυτή, ποινή φυλάκισης 2 ½ ετών που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο ηλικίας 31 ετών, οικογενειάρχη με τρία μικρά παιδιά ο οποίος έκλεψε συνολικά το ποσό των £36,000 ενώ ήταν υπάλληλος της ΣΠΕ Πολεμιδιών, υπέστη καταστροφικό πλήγμα στην καριέρα του και αφού λήφθηκε υπόψη το μεγάλο χρονικό διάστημα που εκκρεμούσε η υπόθεση, μειώθηκε σε 18 μήνες κατ' έφεση. Αξίζει να σημειωθεί πως τότε προβλεπόταν κατά ανώτατο όριο ποινή φυλάκισης τα επτά
(7)και όχι τα δεκατέσσερα έτη, ως σήμερα. Στην υπόθεση Χρυσάνθου ν. Αστυνομίας ECLI:CY:AD:2016:B538,
(2016)2 ΑΑΔ 1293, ποινή άμεσης φυλάκισης 15 μηνών, η οποία επιβλήθηκε σε αδίκημα κλοπής υπό αντιπροσώπου για ποσό €90.000, επτά
(7)χρόνια μετά τη διάπραξη του, κρίθηκε ως υπερβολική και μειώθηκε ώστε να αποφυλακιστεί άμεσα. Συγκεκριμένα το αδίκημα διαπράχθηκε την περίοδο Ιουλίου με Αυγούστου του 2008, επιβλήθηκε πρωτόδικα ποινή τον Ιανουάριο του 2016, ενώ η έφεση εκδικάστηκε την 02.12.2016, ήτοι 11 μήνες μετά. Πέραν του χρόνου λήφθηκε σοβαρά υπόψη ότι επήλθε δραματική αλλαγή των προσωπικών περιστάσεων του εκεί εφεσείοντα στο διάστημα που μεσολάβησε, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης για το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα, έφερε ο παραπονούμενος. Λέχθηκε ακόμα ότι το πρωτόδικο δικαστήριο θα έπρεπε να επιδείξει μεγαλύτερη επιείκεια. Πέραν των πιο πάνω θα πρέπει να τονιστεί ότι σε αδικήματα αυτής της φύσης παρατηρείται και ανησυχητική έξαρση κάτι για το οποίο και λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις που επιλαμβάνομαι σχεδόν καθημερινά. Τούτο άλλωστε προκύπτει και μέσα από τη νομολογία. Παραπέμπω ενδεικτικά στις υποθέσεις Nabokov v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 381 και Γ.Ε v. Cham κ.α
(1993)2 Α.Α.Δ. 129. Θεώρηση της νομολογίας καταδεικνύει ότι για αδικήματα όπως κλοπές και διαρρήξεις η συνήθης ποινή που επιβάλλεται είναι αυτή της ποινής φυλάκισης. Η επιβολή αποτρεπτικών ποινών και συνήθως στερητικής της ελευθερίας σε αυτής της φύσης αδικήματα είναι ένας τρόπος πάταξης του φαινομένου (Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστάκη Αναστασίου
(2005)2 Α.Α.Δ. 125, Γρηγορίου ν. Δημοκρατίας
(1993)2 C.L.R. 158 και Nabokov v. Αστυνομίας ανωτέρω). Σε ό,τι αφορά τώρα το αδίκημα της δημόσια βλάβης στην υπόθεση Riley ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 335 ημερ. 20.11.89 τονίστηκε ότι «Η παραπλάνηση των αστυνομικών Αρχών, (.), όχι μόνο αποσπά την προσοχή τους μακριά από τα σοβαρά τους καθήκοντα αλλά ενέχει και ευρύτερους κινδύνους για το κοινωνικό σύνολο». Για να επικροτήσει τη συνέχεια την αντιμετώπιση του εν λόγω αδικήματος από το πρωτόδικο δικαστήριο ως σοβαρού. Στην εν λόγω υπόθεση το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ως υπερβολική την ποινή των 2 μηνών φυλάκισης με αναστολή τριών ετών σε συνδυασμό με την επιβολή χρηματικού προστίμου Λ.Κ300 (το ισόποσο σε €512 περίπου) και διέγραψε την επιβολή ποινής φυλάκισης. Επρόκειτο για πρόσωπο ηλικίας 23 ετών με λευκό ποινικό μητρώο ο οποίος υπηρετούσε στον αγγλικό στρατό, και δόθηκε μαρτυρία ότι τυχόν επιβολή ποινής φυλάκισης θα οδηγούσε στον τερματισμό των υπηρεσιών του με τον αγγλικό στρατό, ενώ ποινή φυλάκισης με αναστολή πιθανό να είχε και πάλι το ίδιο αποτέλεσμα. Από την άλλη στην υπόθεση Γρηγορίου κ.α v. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 688 το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε ποινή άμεσης φυλάκισης 45 ημερών σε δυο πρόσωπα που κατήγγειλαν ψευδώς στην Αστυνομία ότι πλαστογραφήθηκε η υπογραφή τους σε σύμβαση ενοικιαγοράς ενώ από επιστημονικές εξετάσεις διαφάνηκε ότι τέθηκε από τους ίδιους. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι ήταν η ενδεδειγμένη ποινή, ενόψει της σοβαρότητας, της συχνότητας και της έξαρσης του αδικήματος. Επρόκειτο για πρόσωπα λευκού ποινικού μητρώου, που παραδέχθηκαν ενοχή αλλά λήφθηκε επίσης υπόψη πως το αδίκημα διαπράχθηκε μετά από σχεδιασμό ενώ και οι ανακρίσεις που προκάλεσαν διάρκεσαν επί μακρόν. Στρεφόμενος στα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και για σκοπούς καθορισμού της σοβαρότητας τους, λαμβάνω υπόψη μου το σύνολο των ενεργειών και πράξεων της Κατηγορούμενης οι οποίες ουσιαστικά είχαν ως σκοπό την κλοπή του οχήματος του παραπονούμενου ώστε αυτή να αποκομίσει χρηματικό όφελος. Η κατηγορούμενη έδρασε κατά τον πιο πάνω περιγραφόμενο τρόπο μετά που ο παραπονούμενος ζήτησε να του επιστραφεί το όχημα [ ], το οποίο της είχε δανείσει προσωρινά, λόγω μηχανικής βλάβης του δικού της, εφόσον έπρεπε να το επιστρέψει στην τράπεζα. Η κατηγορούμενη ήταν με την εντύπωση ότι το όχημα θα το είχε στην κατοχή της μέχρι που εν τέλει θα ενεγραφόταν επ' ονόματι της ως μέρος εξόφλησης οφειλών του παραπονούμενου προς αυτήν. Σημειώνω εδώ ότι δεν έχει αναφερθεί οτιδήποτε για το ύψος των οφειλών αυτών ή κατά πόσο είχε εκδοθεί οποιαδήποτε δικαστική απόφαση. Ήταν αυτή η στάση του παραπονούμενου που την οδήγησε στη λανθασμένη και αξιόμεμπτη βέβαια πράξη της, να ιδιοποιηθεί το όχημα και να το διαθέσει πωλώντας το σε άλλα πρόσωπα προκειμένου να μετριάσει την (άγνωστη) ζημιά της. Φρόντισε μάλιστα να ενημερώσει τα εν λόγω πρόσωπα ότι νομότυπη μεταβίβαση δεν θα ήταν εφικτή προφανώς λόγω του ότι αυτό ήταν εγγεγραμμένο επ' ονόματι του παραπονούμενου αλλά και λόγω δικαιώματος τράπεζας επ' αυτού. Αυτό προκάλεσε προφανώς και την τοποθέτηση πλαστών πινακίδων εγγραφής. Δεν μου διαφεύγει βέβαια ως ανέφερε και ο κος Σιαηλής ότι το όχημα το είχε στην κατοχή της νόμιμα, μέχρι βέβαια του σημείου που ο παραπονούμενος της ζήτησε να το επιστρέψει. Όφειλε η κατηγορούμενη να διεκδικούσε με νομότυπο τρόπο τα όποια δικαιώματα θεωρούσε ότι είχε απέναντι στον παραπονούμενο και όχι να αυτοδικήσει κατά τον τρόπο που εκτέθηκε στα γεγονότα. Η παραβατική της συμπεριφορά καθίσταται ακόμα πιο ιδιάζουσα αφού ψευδώς κατήγγειλε στην αστυνομία ότι κλάπηκε το όχημα ενώ το είχε ήδη διαθέσει. Από την πράξη της αυτή αναλώθηκε πολύτιμος χρόνος των αστυνομικών αρχών για διερεύνηση ανύπαρκτης υπόθεσης και με πιθανό αποτέλεσμα την πρόκληση ταλαιπωρίας σε ανυποψίαστους συμπολίτες μας. Τέτοιου είδους συμπεριφορές είναι απαράδεκτες και αξιοκατάκριτες και θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με τη δέουσα αυστηρότητα ώστε να αποστέλλονται τα κατάλληλα μηνύματα σε επίδοξους παραβάτες. Η σοβαρότητα ενός αδικήματος δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του, χωρίς όμως να εξουδετερώνεται η αποτελεσματικότητα του νόμου ή να εξαλείφεται στο στοιχείο της αποτροπής που επιβάλλει, όπως εν προκειμένω, η φύση και τα περιστατικά ενός αδικήματος (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 583 και Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ 248). Προς όφελος λοιπόν της κατηγορουμένης λαμβάνω υπόψιν μου τους ακόλουθους παράγοντες: α) Την παραδοχή της, η οποία βέβαια δεν ήταν άμεση, όμως καταχωρήθηκε πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και περισώθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος, σε συνδυασμό με την απολογία και μεταμέλεια της (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)1 ΑΑΔ 28). β) Το λευκό της ποινικό μητρώο σε συνδυασμό με την ηλικίας της που είναι σήμερα 56 ετών. γ) Τις ομολογουμένως δύσκολες οικογενειακές, προσωπικές και οικονομικές της περιστάσεις και ιδιαίτερα το γεγονός ότι η κατηγορούμενη βίωσε σχετικά πρόσφατα την απώλεια της θυγατέρας της. Εκτός τούτου δεν αφήνει αδιάφορο το Δικαστήριο ότι η κατηγορούμενη φροντίζει αποκλειστικά το νυν σύζυγο της ο οποίος είναι τετραπληγικός και χρήζει συνεχούς και καθημερινής φροντίδας. Σημαντική παράμετρος που επιδρά στην ποινή είναι βεβαίως και το γεγονός ότι και η ίδια αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας καθώς και το ότι δεν είναι σε θέση να εργαστεί. Την ίδια ώρα δεν μου διαφεύγει ότι ο γιος της έχει εμπλακεί στη μάστιγα των ναρκωτικών και παράλληλα αντιμετωπίζει προβλήματα ψυχικής υγείας. Αναμφίβολα η κατηγορούμενη βιώνει δύσκολες στιγμές ενώ δεν έχει κανένα οικείο της πρόσωπο για να της συμπαρασταθεί. Βεβαίως, όπως λέχθηκε στην Γ.Ε ν. Παπανικόλα Ποιν. Εφ. 214/2021 ημερ. 19.01.24, με αναφορά στην Παναγιώτου v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 540, «οι προσωπικές περιστάσεις είναι ήσσονος σημασίας σε σοβαρά αδικήματα για τα οποία η συχνότητα διάπραξής τους επιβάλλει την επιβολή αυστηρής και αποτρεπτικής ποινής». Σχετική είναι και η υπόθεση Balampanidis v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 210/18 ημερ. 10/5/2019, ECLI:CY:AD:2019:B178, ECLI:CY:AD:2019:B178, η οποία αφορούσε αδικήματα διαρρήξεων και κλοπών, όπου αναφέρθηκε ότι «ναι μεν λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη αλλά στο βαθμό και κατά την έκταση που δεν εξουδετερώνεται το αποτρεπτικό στοιχείο της ποινής». δ) Το γεγονός ότι η κατηγορούμενη συνεργάστηκε με την αστυνομία εφόσον ανακρινόμενη παραδέχθηκε τη διάπραξη όλων των αδικημάτων (βλ. Chafari v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442). ε) Το γεγονός ότι ο παραπονούμενος έλαβε πίσω το όχημα του το οποίο συνεχίζει να κατέχει και να οδηγεί μέχρι σήμερα. Δεν παραβλέπω βέβαια ότι η κατηγορούμενη προσπορίστηκε από τρίτα πρόσωπα όφελος €1.900 από την παράνομη διάθεση του οχήματος, ποσό που μπορεί να χαρακτηριστεί ως μικρό. ζ) Την πάροδο πολύ μεγάλου χρόνου από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355 υποδείχθηκε ότι η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή, αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος. Ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη. Επίσης, η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον Κατηγορούμενο[1]. Σχετική επίσης είναι και η Γ.Ε v. Καραολή Ποιν Εφ. 230/2019 και 231/2019 ημερομηνίας 27.04.
  1. Όταν όμως για την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης ευθύνεται ο κατηγορούμενος τότε δεν μπορεί να την επικαλείται ως ελαφρυντικό παράγοντα[2]. Σε κάθε όμως περίπτωση, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν ο συνολικός χρόνος που παρήλθε από της διάπραξης του αδικήματος μέχρι την επιβολή της ποινής. Στο θέμα της παρέλευσης του χρόνου λαμβάνεται επίσης ιδιαίτερα υπόψιν κατά πόσο επήλθαν ουσιώδης αλλαγές στις συνθήκες ζωής του κατηγορούμενου (βλ. Louis Travel Ltd v. Idrogios Lia's Travel and Tours Ltd, Ποιν. Έφεση 211/19 ημ. 25/2/2021). Στην προκειμένη περίπτωση τα αδικήματα διαπράχθηκαν κατά το μήνα Σεπτέμβριο του 2015 ενώ το κατηγορητήριο φαίνεται να καταχωρήθηκε την 09.11.
  2. Δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση για την ιδιαίτερα μεγάλη αυτή καθυστέρηση από την εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής ενώ και τα ίδια τα αδικήματα δεν παρουσιάζουν οποιαδήποτε πολυπλοκότητα. Αναμφίβολα το χρονικό αυτό διάστημα θα προσμετρήσει προς όφελος της κατηγορούμενης η οποία και δεν φέρει την οποιαδήποτε ευθύνη. Από δε της καταχώρησης του κατηγορητηρίου μέχρι και σήμερα η κατηγορούμενη ευθύνεται για τις περιόδους από 09.03.21 μέχρι 25.05.21, από 20.09.23 μέχρι 02.11.23, και από 30.11.23 μέχρι 13.05.24 εφόσον απουσίαζε από το Δικαστήριο και εκδόθηκαν εναντίον της εντάλματα σύλληψης. Κατά την 02.11.23 άλλαξε απάντηση από μη παραδοχή σε παραδοχή στη 2η και 3η κατηγορία εμμένοντας στη μη παραδοχή της πρώτης κατηγορίας η οποία εν τέλει αναστάληκε. Συνεπώς η κατηγορούμενη έχει μέρος της ευθύνης για το χρονικό διάστημα που παρήλθε από της καταχώρησης της υπόθεσης μέχρι της επιβολής της ποινής. Σε κάθε όμως περίπτωση το όλο χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει, σε αντιπαραβολή με τη μερική ευθύνη της για μικρό μέρος αυτού, είναι τέτοιας έκτασης ώστε να μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά την ποινή που θα επιβληθεί. Λαμβάνω περαιτέρω υπόψη μου ότι στο διάστημα αυτό που μεσολάβησε οι συνθήκες της κατηγορούμενης έχουν αλλάξει εφόσον έχει χάσει πριν από δυο χρόνια τη θυγατέρα της. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω και λαμβάνοντας υπόψη μου τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων και τη σοβαρότητα τους από την μια και όλα τα ελαφρυντικά της Κατηγορούμενης από την άλλη, κρίνω ότι η ποινή φυλάκισης δεν μπορεί να αποφευχθεί για τη 2η κατηγορία που αφορά το αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου. Οποιαδήποτε άλλη ποινή θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους παραβάτες και δεν θα εξυπηρετούσε τις ανάγκες του Νόμου. Όλα τα πιο πάνω ελαφρυντικά της Κατηγορούμενης και ειδικότερα οι προσωπικές τις περιστάσεις δεν είναι ικανά να διαφοροποιήσουν το είδος της ποινής και ο χρόνος που παρήλθε, θα παίξει σημαντικό ρόλο στο ύψος της ποινής που θα επιβληθεί, η οποία υπό άλλες περιστάσεις θα ήταν σαφώς μεγαλύτερη και όχι στο είδος της. Συνακόλουθα επιβάλλω στην κατηγορούμενη στη 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης εννέα
(9)μηνών ενώ στην 3η κατηγορία χρηματικό πρόστιμο €350. Τονίζω ότι αμφότερες οι ποινές θα ήταν μεγαλύτερες αν δεν εμφιλοχωρούσε το ιδιαίτερα μεγάλο χρονικό διάστημα που παρήλθε, για το οποίο η κατηγορούμενη ευθύνεται σε μικρό βαθμό, καθώς και η παραδοχή της. Τέλος, θα εξετάσω την δυνατότητα αναστολής της ποινής φυλάκισης που σήμερα επέβαλα στην Κατηγορούμενη στη 2η κατηγορία αφού το ζήτημα αυτό τέθηκε και ευθέως από τον συνήγορο της. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλ. επίσης Στεφάνου v. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: "Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303)." Λαμβάνοντας υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες, που πιο πάνω ανέφερα, κρίνω ότι στην παρούσα περίπτωση συντρέχουν λόγοι που να δικαιολογούν την αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Προς τούτο έλαβα ιδιαίτερα υπόψη μου ότι αυτή είναι λευκού ποινικού μητρώου, το μόνο πρόσωπο που μπορεί να φροντίζει το σύζυγο της ο οποίος ως αναφέρθηκε είναι τετραπληγικός, το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι της επιβολής της ποινής, καθώς και το γεγονός ότι διαμένει και υποστηρίζει την άνεργη θυγατέρα της και το εγγόνι της. Υπό το φως των πιο πάνω θεωρώ πως η επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης θα ήταν ένα ιδιαίτερα επαχθές τιμωρητικό μέτρο για την Κατηγορουμένη και με δυσμενείς συνέπειες στα οικεία της πρόσωπα, ενώ ταυτόχρονα το αδικαιολόγητα μακρύ διάστημα που παρήλθε, χωρίς η κατηγορούμενη να έχει υποπέσει σε παρόμοιο ή άλλο αδίκημα ενεργεί καταλυτικά στην αποφυγή του εγκλεισμού της στις φυλακές Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω πως το Δικαστήριο θα μπορούσε να δώσει στην Κατηγορουμένη μια δεύτερη ευκαιρία για να αποδείξει εκτός φυλακών ότι από τούδε και στο εξής δεν θα παρανομήσει ξανά. Από την ίδια βέβαια εξαρτάται να αδράξει την ευκαιρία που σήμερα της δίδεται για να μην διαπράξει οποιοδήποτε αδίκημα παρόμοιας φύσης ή οποιοδήποτε άλλο αδίκημα. Συνακόλουθα η εκτέλεση της ποινής φυλάκισης που σήμερα επέβαλα στην Κατηγορουμένη αναστέλλεται για περίοδο τριών ετών από σήμερα. Σε σχέση με τα τεκμήρια δίδονται οδηγίες όπως α) η πλαστική γρίλια του οχήματος επιστραφεί στο νόμιμο δικαιούχο της και β) οι πινακίδες που φέρουν αριθμούς εγγραφής [ ] κατασχεθούν και καταστραφούν. (Επεξηγούνται στην Κατηγορουμένη το νόημα και οι συνέπειες της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης). (Υπ.)....................................... Μ. Μυτίδης , Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής [1] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355 [2] βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας v. Bαρνάβα
(1999)2 Α.Α.Δ. 638 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.