← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν. I. G. S. κ.α., Υπόθεση αρ. 3556/2024, 12/11/2024

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν. I. G. S. κ.α., Υπόθεση αρ. 3556/2024, 12/11/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Υπόθεση αρ. 3556/2024 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν.

  1. I. G. S.
  2. G. P. ____________________ Ημερομηνία: 12 Νοεμβρίου 2024 Εμφανίσεις: Σ. Χρυστοστόμου, για την Κατηγορούσα Αρχή Χρ. Σιμιλλίδης, για τον Κατηγορούμενο 2 Κατηγορούμενος 2: παρών Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (εκ πρώτης όψεως)
  3. Ο Κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει την 1η Κατηγορία και την 3η Κατηγορία επί του κατηγορητηρίου: 1η Κατηγορία: ότι την 05.08.2024, στην Πάφο, συνωμότησε με τον I.G.S (προηγούμενα Κατηγορούμενος 2) να διαπράξουν κλοπή. 3η Κατηγορία: ότι κατά τον χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η Κατηγορία, μαζί με τον I.G.S., έκλεψαν από μάντρα αυτοκινήτων δέκα κιβώτια ταχυτήτων διαφόρων οχημάτων και ένα εργαλείο κάβουρα, όλα συνολικής αξίας €2.520, περιουσία του ιδιοκτήτη της μάντρας οχημάτων Α. Α., και ενώ ο Κατηγορούμενος 2, πριν από τη διάπραξη της κλοπής αυτής, είχε καταδικαστεί για κλοπή από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου στην υπόθεση 781/
  4. Ο Κατηγορούμενος 2 δεν παραδέχθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων που καταλογίζονται σε αυτόν.
  5. Μετά το πέρας της υπόθεσης για της Κατηγορούσας Αρχής, υποβλήθηκε από τον δικηγόρο του Κατηγορούμενου 2, σύμφωνα με το άρθρο 74(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155, πως δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου 2, επαρκώς, ώστε να υποχρεώνεται να προβάλει υπεράσπιση.
  6. Αμφότερες οι πλευρές αγόρευσαν επί αυτής της εισήγησης και έχω υπόψη μου ό,τι αναφέρθηκε, στην πλήρη του μορφή. Νομικές πτυχές
  7. Κατά κανόνα, το Δικαστήριο δεν καταλήγει σε κρίση περί αθωότητας ή ενοχής, εάν δεν ακούσει το σύνολο της μαρτυρίας. Σε περίπτωση που υπάρξει εισήγηση ή διαπίστωση του Δικαστηρίου (χωρίς εισήγηση) ότι η δίκη θα πρέπει να διακοπεί στο στάδιο αυτό, αφενός τέτοια εισήγηση ή διαπίστωση πρέπει να είναι συγκεκριμένη, απαντώντας σε μία εκ των δύο περιπτώσεων που θα εξηγηθούν στη συνέχεια, αφετέρου είναι εισήγηση ή διαπίστωση βασικά πως «δεν υπάρχει υπόθεση» ("no case").
  8. Όπως έχει διαχρονικά νομολογηθεί[1], η διακοπή της δίκης στο στάδιο αυτό και, κατ' επέκταση η αθώωση του κατηγορούμενου, δικαιολογείται μόνον σε δύο περιπτώσεις, εάν: (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας, λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, ή (β) η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτήν την καταδίκη του κατηγορούμενου.
  9. Το μέτρο είναι αντικειμενικό. Εξετάζεται εάν, πρώτα απ' όλα, υφίσταται μαρτυρία, και έπειτα εάν επικαλύπτει τα συστατικά στοιχεία του κάθε αδικήματος. Αυτή είναι η πιο εύκολη περίπτωση.
  10. Η πιο σύνθετη περίπτωση είναι να υπάρχει μαρτυρία που επικαλύπτει και τα συστατικά στοιχεία του κάθε αδικήματος. Και πάλι, μπορεί να διακοπεί η δίκη στο στάδιο αυτό, με αναφορά πλέον σε αυτήν την υφιστάμενη μαρτυρία. Θεωρείται στην όψη της η μαρτυρία, χωρίς να αξιολογείται. Το ίδιο αντικειμενικό κριτήριο επιτάσσει και τότε πως, για να καταδειχθεί αντινομία ή έλλειψη πειστικότητας στη μαρτυρία, χωρίς όμως αξιολόγησή της, στην όψη της και μόνον, θα πρέπει να είναι καταφανώς θεμελιακό το πρόβλημα που αναδεικνύεται σε αυτήν μέσα από την αμφισβήτησή της, δια της αντεξέτασης, ώστε να μην μπορεί, οποιοδήποτε Δικαστήριο, να αντιπαρέλθει, εάν σε ένα επόμενο στάδιο προχωρήσει με την αξιολόγηση της μαρτυρίας αυτής.
  11. Το ερώτημα που τίθεται σε αυτό το στάδιο, εάν υφίσταται μαρτυρία, είναι εάν ένα λογικό Δικαστήριο θα μπορούσε να καταδικάσει με βάση αυτήν την συγκεκριμένη μαρτυρία, στο απόγειό της, ώστε να μπορεί να λεχθεί πως υπάρχει υπόθεση, εκ πρώτης όψεως υπόθεση, για να απαντηθεί. Εάν στην υφιστάμενη μαρτυρία υπάρχουν ζητήματα αξιοπιστίας της εκδοχής των μαρτύρων σχετικά με τα γεγονότα, από τα οποία εξαρτάται η ισχύς ή η στάθμιση της δύναμης της μαρτυρίας, ή άλλα ζητήματα που καθορίζονται υποκειμενικά, και υπάρχουν στοιχεία στη βάση των οποίων θα μπορούσε να βασιστεί και κρίση ενοχής, η δίκη θα πρέπει να συνεχιστεί, εάν αυτή η μαρτυρία δεν εκθεμελιώθηκε, με συντριπτική αντεξέταση, ώστε να αναδύεται φυσιολογικά η ανάγκη να μην προχωρήσει η υπόθεση, και όχι το αντίθετο. Τέτοια ανάδυση συμβαίνει στη λειτουργία της λογικής πως, εάν δεν μπορεί να αποδειχθεί μια υπόθεση στη όψη της υφιστάμενης μαρτυρίας, γιατί είναι τόσο πολύ αδύναμη η μαρτυρία αυτή, δεν μπορεί να αποδειχθεί και πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, που θα είναι το αποδεικτικό βάρος στη συνέχεια της υπόθεσης.
  12. Συναφώς, εάν δεν υφίσταται μαρτυρία που να επικαλύπτει όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή εάν υφίσταται μαρτυρία και εκθεμελιώνεται ώστε να μην μπορεί να επιβιώσει σε περίπτωση που συνεχίσει η δίκη, και μπορεί αντικειμενικά να διατυπωθεί πως «δεν υπάρχει υπόθεση», είναι καθήκον του Δικαστηρίου να διακόψει τη δίκη. Η πλευρά του Κατηγορούμενου δεν καλείται να θεραπεύσει ελαττώματα στη μαρτυρία της πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής, ούτε να την ενισχύσει, με δική της μαρτυρία.
  13. Το Δικαστήριο προχωρά στην εκτίμηση για το εκ πρώτης όψεως με συνοπτική αιτιολόγηση, χωρίς ανάλυση της μαρτυρίας, κατά τρόπο που θα μπορούσε να υπεισέλθει και σε αξιολόγηση[2]. Τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων
  14. Σύμφωνα με το άρθρο 371 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου Κεφ.154: «Όποιος συνωμοτεί με άλλο να διαπράξει κακούργημα ή να διενεργήσει πράξη σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου η οποία αν διενεργόταν στη Δημοκρατία θα ήταν κακούργημα και η οποία είναι ποινικό αδίκημα σύμφωνα με τους νόμους που ισχύουν στον τόπο όπου σκοπεύεται να διενεργηθεί, είναι ένοχος κακουργήματος.»
  15. Για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος του άρθρου 371 ΠΚ, θα πρέπει να αποδειχθούν[3]: (α) Η ύπαρξη δύο ή περισσοτέρων προσώπων που συνεννοούνται και συνενώνουν τις προθέσεις τους, συνάπτοντας συμφωνία, και (β) το περιεχόμενο της συμφωνίας τους είναι η διάπραξη κακουργήματος ή η διενέργεια πράξης οπουδήποτε στον κόσμο που, εάν διαπράττονταν στην Δημοκρατία, θα ήταν κακούργημα και είναι ποινικό αδίκημα και στον τόπο που συμφωνήθηκε να εκτελεστεί.
  16. Η συμφωνία θα πρέπει να είναι τελειωμένη. Μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή. Να μαρτυρείται ευθέως ή να συνάγεται φυσιολογικά και λογικά από περιστατική μαρτυρία. Ενέχει τη βούληση, κατ' επέκταση την πρόθεση για το συμπεφωνημένο αποτέλεσμα.
  17. Για να διαπραχθεί το αδίκημα της συνωμοσίας, δεν χρειάζεται να διαπραχθεί και το κακούργημα ή η πράξη που θα τιμωρείτο ως κακούργημα, δηλαδή να εκτελεστεί το περιεχόμενο της συμφωνίας αυτής. Αρκεί η σύναψη της συμφωνίας, με το συγκεκριμένο παράνομο περιεχόμενο, για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα, ακόμα κι αν η συμφωνία μετέπειτα ακυρωθεί ή ματαιωθεί ή η εκτέλεσή της αποτύχει ή ακόμα κι αν εκτελεστεί αλλά υπάρξει αθώωση για το περιεχόμενο κακούργημα.
  18. Σύμφωνα με το άρθρο 255 ΠΚ: «

(1)Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει οτιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό: Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη.
(2)(α) Ο όρος "αποκτά κατοχή" περιλαμβάνει και το να αποκτά κατοχή- (
  1. i)με τέχνασμα (
  2. ii)με εκφοβισμό (iii) με συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώμενου αποκτήθηκε με τέτοιο τρόπο (
  3. iv)με ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να ανακαλυφθεί με εύλογα διαβήματα (β) ο όρος "αποκομίζει" περιλαμβάνει κάθε μετακίνηση οποιουδήποτε πράγματος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειμένου όμως για πράγμα προσαρτημένο, μόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς. (γ) ο όρος "ιδιοκτήτης" περιλαμβάνει και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγματος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής.
(3)Δύναται να είναι αντικείμενο κλοπής κάθε πράγμα που έχει αξία και που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, προκειμένου όμως για πράγμα προσκολλημένο σε ακίνητο μετά το διαχωρισμό του από τέτοιο ακίνητο.»
  1. Για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της κλοπής, θα πρέπει να αποδειχθούν τα ακόλουθα[4]: (α) απόκτηση κατοχής ή αποκόμιση ή ιδιοποίηση πράγματος (υπαλλακτικά), (β) το πράγμα ανήκει σε άλλο πρόσωπο, (γ) το πράγμα μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, (δ) η απουσία συναίνεσης του ιδιοκτήτη του πράγματος, (ε) η απουσία αξίωσης δικαιώματος με καλή πίστη, (στ) η ύπαρξη σκοπού, κατά τον χρόνο της συμπεριφοράς αυτής, ο ιδιοκτήτης του πράγματος να στερηθεί το πράγμα αυτό μόνιμα, (ζ) η ύπαρξη δόλου, που καλύπτει όλα τα προαναφερόμενα, δηλαδή ο δράστης να γνωρίζει και να θέλει αυτά.
  2. Σύμφωνα με το άρθρο 262 ΠΚ: «Αυτός που κλέβει οτιδήποτε το οποίο δύναται να κλαπεί, είναι ένοχος του κακουργήματος της κλοπής και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων, εκτός αν λόγω των περιστάσεων της κλοπής ή της φύσης του πράγματος που κλάπηκε, προβλέπεται κάποια άλλη ποινή.»
  3. Σύμφωνα με το άρθρο 272 § 1 ΠΚ: «Αν ο υπαίτιος, πριν από τη διάπραξη της κλοπής καταδικάστηκε για κλοπή που τιμωρείται σύμφωνα με το άρθρο 262, υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων»
  4. Το άρθρο 262 ΠΚ προβλέπει τη γενική ποινή για την κλοπή και το άρθρο άρθρο 272 § 1 ΠΚ περίπτωση διακεκριμένης κλοπής, όταν υπάρχει προηγούμενη καταδίκη για κλοπή με βάση το άρθρο 262 ΠΚ. Με βάση τις προβλεπόμενες ποινές και ως ρητά αναφέρεται, η κλοπή, ως ορίζεται στο άρθρο 255 ΠΚ και διαπράττεται αφού συσταθεί στη βάση όσων προαναφέρθηκαν αποτελεί κακούργημα.
  5. Σύμφωνα με το άρθρο 20 ΠΚ: «Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) εκείνος που διενεργεί πράγματι την πράξη ή παράλειψη, η οποία συνιστά το ποινικό αδίκημα (β) εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι με σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήματος από άλλον (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος (δ) εκείνος που συμβουλεύει ή που προάγει άλλον για διάπραξη ποινικού αδικήματος. .»
  6. Το άτομο που είναι παρόν κατά τη διάπραξη κλοπής, γνωρίζει ότι αυτή συντελείται και παραλείπει να πράξει προς αποτροπή της και την επόμενη χρονική στιγμή ενεργεί με σκοπό να βοηθήσει τον δράστη (π.χ. φροντίζοντας να προμηθευτεί καύσιμο, για να φύγει από τον χώρο της κλοπής), θεωρείται συνεργός. Με τη συνέργειά του παρέχει βοήθεια και συνεισφέρει στη διάπραξη του εγκλήματος, ακόμα και αν δεν είναι ο κύριος δράστης. Η ενέργεια της παροχής βοήθειας (όπως π.χ. το να παρέχει ή να φροντίσει να προμηθευτεί με καύσιμο ο δράστης για να διαφύγει), ενισχύει τη διάπραξη του εγκλήματος και καθιστά το άτομο αυτό συνένοχο. Μπορεί να διωχθεί και ως αυτουργός. Περιγραφή της μαρτυρίας
  7. Την 25.09.2024 κατατέθηκαν στο Δικαστήριο εκ συμφώνου τα ακόλουθα: Τ1: η κατάθεση της διερμηνέως Γ.Π. ημερομηνίας 06.08.2024, η οποία διενήργησε τη μετάφραση από τα Ρουμανικά στα Ελληνικά και αντίστροφα, για τους σκοπούς της ανακριτικής διαδικασίας, με κοινή δήλωση πως δεν αμφισβητείται η πιστότητα της μετάφρασης των καταθέσεων, που διενήργησε. Τ2: Ανακριτική κατάθεση του S.I.G. (προηγούμενα Κατηγορούμενος 1) («ο G» ημερομηνίας 06.08.2024, στα Ρουμανικά και στα Ελληνικά, με κοινή δήλωση πως δεν αμφισβητείται η πιστότητα της μετάφρασης. Τ3: Ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου 2 ημερομηνίας 06.08.2024, στα Ρουμανικά και στα Ελληνικά, με κοινή δήλωση πως δεν αμφισβητείται η πιστότητα της μετάφρασης. Ο Κατηγορούμενος 2, στην κατάθεσή του, ανέφερε πως την 05.08.2024 πήγε με τον G., φίλο του, με το αυτοκίνητο του G., σε μία μάντρα, στην Αργάκα, με πολύ παλιά αυτοκίνητα και ο G. άρχισε να κλέβει σίδερα και κιβώτια ταχυτήτων και να τα βάζει στο αυτοκίνητό του. Δεν τον βοήθησε και σε κάποια στιγμή έφυγε και τον άφησε μόνο του. Αφού έφτασε στην πόλη, τον πήρε τηλέφωνο ο G. και του είπε πως δεν είχε βενζίνη το αυτοκίνητό του και ήθελε να του πάρει. Τότε, τηλεφώνησε σε ένα φίλο του, Ινδικής καταγωγής, και του ζήτησε να έρθει με το αυτοκίνητό του να τον πάρει στον G. να του πάρουν βενζίνη. Την αγόρασε ο φίλος του και την είχε σε πλαστικό παγούρι. Αφού πήγαν και του πήραν το καύσιμο και ο G. ήταν μέσα στη μάντρα, ήρθε κάποιος Κύπριος και τους ρώτησε τι κάνουν εκεί. Τότε, έτρεξε και έφυγε με τον Ινδό, που τον περίμενε. Όταν υποβλήθηκε στον Κατηγορούμενο 2 ότι βοήθησε τον G και να φορτώσει τα αντικείμενα στο όχημα, απάντησε πως δεν τον βοήθησε και δεν ήταν δική του ιδέα να κλέψουν τη μάντρα. Τ4: Γραπτές συγκαταθέσεις του G. (προηγούμενα Κατηγορούμενος 1) (Α) και του Κατηγορούμενου 2 (Β), που λήφθηκαν με τη βοήθεια της διερμηνέως. Τ5: Κατάθεση του Ε/Αστ.5715 Χ. Ιωάννου, με δήλωση πως είναι αποδεκτή και για την αλήθεια του περιεχομένου της. Σε αυτήν, αναφέρεται πως ο Ε/Αστ.5715 συνέλαβε τον Κατηγορούμενο 2 κατόπιν δικαστικού εντάλματος σύλληψης και αφού προηγουμένως τον πληροφόρησε για τους λόγους της σύλληψής του και το αξιόποινο των πράξεων του και αφού του επέστησε την προσοχή του στον νόμο απάντησε «είπε μου ο G. να πάμε». Τ6: Κατάθεση της Δ/Αστ.1274 Ζ. Σταύρου, με δήλωση πως είναι αποδεκτή και για την αλήθεια του περιεχομένου της. Σε αυτήν, η Δ/Αστ.1274 αναφέρει πως την 06.08.2024 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον K.S.D. («ο D»), Ινδικής καταγωγής. Τ7: Ανακριτική κατάθεση του D. από την Ινδία, ημερομηνίας 06.08.2024 στα Ινδικά και στα Ελληνικά, με δήλωση ότι δεν αμφισβητείται η πιστότητα της μετάφρασης. Σε αυτήν, ο D. ανέφερε πως την 05.08.2024, τον πήρε τηλέφωνο ο Κατηγορούμενος 2 και του είπε ότι θέλει να του πάρει βενζίνη αξίας €10 σε μπουκάλα γιατί ήθελαν να βάλουν σε ένα αυτοκίνητο. Πήγε και την αγόρασε. Παρέλαβε τον Κατηγορούμενο 2 από το Δημοτικό της Αργάκας, τον έβαλε στο αυτοκίνητο, και προχώρησαν προς τα πάνω του χωριού και μετά δεξιά και έφτασαν σε μία μάντρα με παλιά αυτοκίνητα. Τότε, σταμάτησε το αυτοκίνητο έξω από τη μάντρα, κατέβηκε ο Κατηγορούμενος 2 και ο ίδιος θα αποχωρούσε από το μέρος. Τότε, εμφανίστηκε ένας Κύπριος και ρώτησε τι κάνει εκεί. Του είπε πως πήρε βενζίνη κάποιου φίλου του. Του έδωσε τον αριθμό του τηλεφώνου του και έφυγε. Δεν γνωρίζει τον G., αλλά τον Κατηγορούμενο 2 τον γνώρισε πριν πέντε μήνες. Δεν γνώριζε ότι κλέβουν. Τ8: Κατάθεση του Αστ.1262 Π. Ανδρονίκου ημερομηνίας 06.08.2024, με δήλωση πως είναι αποδεκτή και για την αλήθεια του περιεχομένου της. Σε αυτήν ο Αστ.1262 αναφέρει πως συνέλαβε κατόπιν δικαστικού εντάλματος σύλληψης τον D, ινδικής καταγωγής, και αφού του εξήγησε τους λόγους σύλληψής του και του επέστησε την προσοχή του στον νόμο, απάντησε «εγώ μάστρο μόνο πεζίνα πήρα». Αναφέρει και τις μετέπειτα ενέργειες σχετικά με το πρόσωπο αυτό, που διαπιστώθηκε πως παρέμενε στην Κύπρο παράνομα.
  8. Την 21.10.2024, κατέθεσε στο Δικαστήριο, εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής, ο Αστ.779, Α. Ιωάννου (ΜΚ1). Κατέθεσε ψηφιακό δίσκο CD (Τ9), ο οποίος περιέχει φωτογραφίες της περιουσίας. Αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεσή του (Τ10). Σε αυτήν ο ΜΚ1 αναφέρει πως έλαβε ανακριτικές καταθέσεις από τον Κατηγορούμενο 2 και από τον G.. Έγινε κοινή δήλωση ότι δεν αμφισβητείται πως τα συγκεκριμένα αντικείμενα, που αναφέρονται στις λεπτομέρειες της 3ης Κατηγορίας είναι αυτά στα οποία αναφέρεται ο ΜΚ1 και τα τεκμήρια στα οποία κάνει αναφορά ο παραπονούμενος και τα τεκμήρια στα οποία θα γίνεται αναφορά κατά τη διαδικασία από τους υπόλοιπους μάρτυρες, τα οποία φωτογραφήθηκαν από την Αστυνομία και στη συνέχεια παραδόθηκαν στον ιδιοκτήτη τους, την 10.09.2024 ώρα 12:
  9. Ο ΜΚ1 αναγνώρισε πως έλαβε την ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο 2, που είναι το Τ3, καθώς και τον Κατηγορούμενο 2, ως το πρόσωπο που βρίσκονταν στο εδώλιο. Κατά την αντεξέτασή του, ερωτήθηκε κατά πόσο διερεύνησε τους ισχυρισμούς του Κατηγορούμενου 2 στο Τ3 και ο ΜΚ1 ανέφερε πως και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος 2 είχε αναφέρει πως ήταν μαζί με τον Κατηγορούμενο
  10. Με βάση τις μαρτυρίες που είχε, δεν χρειάζονταν επιπλέον δεδομένα.
  11. Την ίδια ημέρα, κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου και ο παραπονούμενος, Α. Α. (ΜΚ2). Αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεσή του (Τ11). Σε αυτήν ο ΜΚ2 ανέφερε πως την 05.08.2024, μετέβη στον χώρο στην Αργάκα όπου διατηρεί αποθήκη με εξαρτήματα αυτοκινήτων που είναι περιφραγμένη με τέλι και η είσοδος είναι κλειστή με κάγκελο. Εξαρτήματα έχει και στον περιφραγμένο χώρο. Η αποθήκη και το κάγκελο ήταν ανοιχτά. Όταν έφτασε πρόσεξε ότι μέσα στον περιφραγμένο χώρο υπήρχαν δύο άνδρες, άγνωστοί του, και στον εξωτερικό χώρο ήταν ένα ακόμα άτομο μέσα σε αυτοκίνητο. Κατάλαβε ότι τον έκλεβαν. Πήγε κοντά στον οδηγό και τον ρώτησε τι γυρεύει εκεί και του απάντησε στα ελληνικά «ετηλεφώνησε μου τζίνος που μέσα ότι έλειψε του πεζίνα τζιαι ήρτα να του φέρω». Είπε ότι είναι Ινδός και του έδωσε και το τηλέφωνό του. Ο ΜΚ2 προχώρησε και μπήκε μέσα στον περιφραγμένο χώρο και ο ένας από τους δύο έτρεξε και έφυγε ενώ ο άλλος ήταν κοντά στο αυτοκίνητο, μέσα στο οποίο υπήρχαν αρκετά κιβώτια ταχυτήτων που αναγνώρισε ως δικά του. Αφού πλησίασε, τον άρπαξε από το χέρι και τον κρατούσε εκεί. Τον ρώτησε γιατί τον έκλεψε και του είπε στα ελληνικά «συγγνώμη μάστρε έκαμα λάθος να πληρώσω τζιαι μην τηλεφωνήσεις αστυνομία». Τον ρώτησε το όνομά του και το έδωσε. Τον ρώτησε ποιος ήταν ο άλλος που ήταν μαζί του μέσα και έφυγε και του είπε πως ήταν ο Κατηγορούμενος 2 και ότι τον ξέρει η Αστυνομία. Συνέχισε να τον κρατά, τηλεφώνησε στην Αστυνομία που κατέφθασε σε λίγα λεπτά. Ενημέρωσε την Αστυνομία πως τον έπιασε να κλέβει μαζί με άλλον που έφυγε, κατάφερε να ακινητοποιήσει μόνον αυτόν. Στην παρουσία των μελών της Αστυνομίας, άκουσε το πρόσωπο αυτό που παραδέχθηκε πως πήγαν με τον Κατηγορούμενο 2 για να κλέψουν. Ο ΜΚ2 αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο 2 στο εδώλιο του μάρτυρα, αναφέροντας πως ήταν συνεργός με τον G. και αυτό το αντιλήφθηκε εφόσον ήταν εκεί, στα ρούχα του είχα λάδια που φαίνονταν να προέρχονται από τα κιβώτια ταχυτήτων, ενώ και τα κιβώτια ταχυτήτων δεν θα μπορούσαν να φορτωθούν στο όχημα του G. από ένα άτομο. Ρώτησε τον Ινδό, που ήταν έξω, ποιοι είναι μέσα, του είπε πως ήταν δύο άτομα. Όταν φώναξε σε αυτούς, ο Κατηγορούμενος 2 ξεκίνησε από το σημείο που ήταν τα αντικείμενα μέχρι το κάγκελο, που ήταν ο παραπονούμενος. Ανέφερε στον παραπονούμενο πως δεν πήγε να κλέψει, αλλά να πάρει βενζίνη, αλλά τα ρούχα του είχαν λάδια και ο παραπονούμενος αντιλήφθηκε πως βοήθησε το άλλο άτομο, που ήταν εντός του περιφραγμένου χώρου, να τοποθετήσουν τα αντικείμενα στο αυτοκίνητο, λόγω του βάρους τους. Στη συνέχεια, ο Κατηγορούμενος 2 έτρεξε και έφυγε, με αποτέλεσμα ο παραπονούμενος να μην μπορέσει να σταματήσει και τους δύο. Τα κιβώτια ταχυτήτων τα παρέλαβε από την Αστυνομία (Τ12).
  12. Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΚ2 ανέφερε πως, όταν πλησίασε, είδε τα κιβώτια ταχυτήτων φορτωμένα πάνω στο όχημα. Δεν είδε τη διαδικασία της φόρτωσής τους, αλλά είδε και τα δύο πρόσωπα, περιλαμβανομένου του Κατηγορούμενου 2, εκεί. Εμπειρικά, γνωρίζει από τα λάδια των κιβωτίων ταχυτήτων και μπορεί να αναγνωρίσει το λάδι που είχε στα ρούχα του ο Κατηγορούμενος 2, τον οποίο, όπως ανέφερε, δεν γνώριζε και στο παρελθόν, για να θέλει να τον εμπλέξει χωρίς λόγο. Επίσης, και το άλλο πρόσωπο, που έμεινε στον χώρο, του είχε πει πως ήταν μαζί με τον Κατηγορούμενο
  13. Όταν φώναξε στα άτομα που ήταν μέσα στον περιφραγμένο χώρο, ο Κατηγορούμενος 2 είχε πλησιάσει προς το μέρος του παραπονούμενου, το άλλο άτομο ήταν ακόμα κοντά στο αυτοκίνητο, προσπαθώντας να το φτιάξει. Ενδεχομένως, όπως αντιλήφθηκε, να ακινητοποιήθηκε το όχημα λόγω του βάρους των κιβωτίων ταχυτήτων, από το οποίο ακούμπησε στο έδαφος και ίσως να «τρίφτηκε» η σωλήνα που πάει η δεξαμενή καυσίμων στο καρμπιρατέρ, να έσπασε και να χύθηκε το καύσιμο. Αυτό το υπολόγισε εκ των υστέρων, γιατί όταν μετακινήθηκε το όχημα και τοποθετήθηκε πάνω σε πλατφόρμα, είδε το κάτω μέρος. Πρώτα πλησίασε ο Κατηγορούμενος 2, ανέφερε πως πήγε εκεί να πάρει βενζίνη, και μετά ο τρόπος που έφυγε δεν ήταν με τα πόδια. Δεν έτρεξε με τα πόδια. Έτρεξε και έφυγε με τον Ινδό, με το όχημα του Ινδού.
  14. Μαρτυρία, την 21.10.2024, δόθηκε και από τον Α/Αστ.2177 Γ. Κουλουντή (ΜΚ3), ο οποίος αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεσή του (Τ13). Σε αυτήν, αναφέρει πως παρέλαβε, από τον Δ/Αστ.2019, 10 κιβώτια ταχυτήτων και ένα μεγάλο κάβουρα που ανευρέθηκαν εντός του οχήματος και αποτελούσαν τεκμήρια σε διερευνώμενη υπόθεση, τα φύλαξε, τα φωτογράφησε και τα παρέδωσε στον ιδιοκτήτη τους. Αναγνώρισε και το Τ12, που είναι η βεβαίωση παραλαβής της περιουσίας από τον παραπονούμενο και όπου γίνεται αναφορά σε 10 κιβώτια ταχυτήτων. Ο Κατηγορούμενος 2 του είχε αναφέρει πως δεν εργάζονταν. Αντεξεταζόμενος, ο ΜΚ3, ανέφερε πως δεν έλαβε μέρος στη λήψη των καταθέσεων.
  15. Την ίδια ημέρα κατατέθηκε εκ συμφώνου η κατάθεση του Αστ.711 Θ. Παπαδόπουλου (Τ14) και δηλώθηκε από κοινού πως δεν αμφισβητείται η αλήθεια του περιεχομένου της. Σε αυτήν αναφέρει, μεταξύ άλλων, πως είχε συλλάβει τον G., κατόπιν δικαστικού εντάλματος σύλληψης, και αφού προηγουμένως τον πληροφόρησε για τους λόγους σύλληψής του και του επέστησε την προσοχή στον νόμο, απάντησε «συγνώμη μάστρε».
  16. Την 31.10.2024 κατατέθηκε εκ συμφώνου η κατάθεση του Αστ.2019 Γ. Σιβιτανίδη (Τ15) και δηλώθηκε από κοινού πως δεν αμφισβητείται η αλήθεια του περιεχομένου της. Σε αυτήν αναφέρει πως έλαβε τηλεφώνημα από τον παραπονούμενο ότι άγνωστοι τον έκλεβαν από τη μάντρα του στην Αργάκα. Αμέσως, με τον Ε/Α.5448 Π. Κλεάνθους μετέβηκαν στο σημείο όπου εντόπισαν τον παραπονούμενο με τον G. και το όχημα του G., στο οποίο υπήρξαν τα εξαρτήματα, που αναγνώρισε ο παραπονούμενος ως δικά του. Συνέλαβε τον G., που απάντησε «συγνώμη μάστρε, έκαμα λάθος». Το όχημα σφραγίστηκε, τοποθετήθηκε σε ρυμουλκό και μεταφέρθηκε στον Αστυνομικό Σταθμό Πόλης Χρυσοχούς. Στη συνέχεια, ξεσφραγίστηκε στην παρουσία του G., ερευνήθηκε με τη συγκατάθεσή του, και εντοπίστηκαν, στον χώρο αποσκευών, 10 κιβώτια ταχυτήτων. Αφού του τα υπέδειξε και του επέστησε την προσοχή στον νόμο, απάντησε «μόνο τούτα επιάσαμε τζιαι συγνώμη μάστρε». Την ίδια ημέρα, εντόπισε εντός του οχήματος, στα πίσω καθίσματα, και ένα μεγάλο κάβουρα, σχετικά με τον οποίον ο G. δεν απάντησε.
  17. Την ίδια ημέρα κατατέθηκε εκ συμφώνου απόσπασμα από το ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου 2 (Τ16), στο οποίο περιλαμβάνεται καταδίκη ημερομηνίας 01.03.2023, στην υπόθεση 781/2020 Ε.Δ. Πάφου, μεταξύ άλλων για κλοπή, που διαπράχθηκε την 24.10.2019, στην οποία επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 1 μήνα με αναστολή. Σχετικά με την 3η Κατηγορία
  18. Υπάρχει μαρτυρία, η οποία, στην όψη της, επικαλύπτει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κλοπής κατά τα άρθρα 255 και 272 § 1 ΠΚ. Ειδικότερα, υπάρχει μαρτυρία του ίδιου του Κατηγορούμενου 2 (Τ3) ότι ο Κατηγορούμενος 2 και ο G. μετέβησαν μαζί με το αυτοκίνητο του G. στη μάντρα και ο σκοπός κατέστη σε αμφότερους γνωστός, να κλαπούν τα εξαρτήματα. Έπειτα, υπάρχει μαρτυρία ότι αποκτήθηκε η κατοχή των εξαρτημάτων που ανήκαν στον παραπονούμενο και μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο κλοπής με τη φόρτωσή τους στο όχημα του G., χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη τους, χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, με σκοπό ο ιδιοκτήτης τους να αποστερηθεί τα αντικείμενα αυτά μόνιμα, ενώ αμφότεροι ο Κατηγορούμενος 2 και ο G. γνώριζαν και ήθελαν, κατά τον χρόνο φόρτωσης των αντικειμένων στο όχημα του G., αυτήν την ενέργεια και αυτό το αποτέλεσμα. Υπάρχει μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος 2 βοήθησε τον G. να φορτώσει τα κιβώτια ταχυτήτων στο όχημά του, γιατί πήγαν μαζί εκεί (μαρτυρία Κατηγορούμενου 2, Τ3), πρόκειται για βαριά αντικείμενα που δεν μπορεί να φορτώσει μόνο του ένα άτομο, και θεάθηκε με λάδια στα ρούχα του (μαρτυρία ΜΚ2), αν και είχε δηλώσει πως δεν εργάζεται (μαρτυρία ΜΚ3). Έπειτα, υπάρχει μαρτυρία του ιδίου του Κατηγορούμενου 2 (Τ3) πως, ενώ ο Κατηγορούμενος 2 γνώριζε ότι διενεργείται κλοπή, φρόντισε ο G. να προμηθευτεί με καύσιμο, για να μπορέσει να διαφύγει από τον χώρο της κλοπής, αναζητώντας γι' αυτό τον σκοπό τη βοήθεια του D., ινδικής καταγωγής. Ο Κατηγορούμενος 2 τηλεφώνησε στον D. πως ο φίλος του χρειάζεται βενζίνη, έλαβε τη βενζίνη από τον D. και την πήρε στον G. (μαρτυρία Κατηγορούμενου 2 Τ3, κατάθεση D. Τ7, και μαρτυρία MK2). Όταν κατέφθασε στο σημείο εκείνη την ώρα ο ιδιοκτήτης της μάντρας, παραπονούμενος, ο Κατηγορούμενος 2 δεν παρέμεινε στο σημείο, όπως είχε παραμείνει ο G., αλλά έφυγε (μαρτυρία Κατηγορούμενου 2 Τ3, μαρτυρία ΜΚ2). Υπάρχει επίσης μαρτυρία πως ο Κατηγορούμενος 2 είχε παλαιότερα καταδικαστεί για κλοπή στην υπόθεση 781/2020 Ε.Δ. Πάφου (Τ16).
  19. Η μαρτυρία αυτή δεν αξιολογείται, ως σε δίκη, αλλά δεν φαίνεται να παρουσιάζει και θεμελιακά προβλήματα, ώστε κανένα λογικό Δικαστήριο να μπορεί να βασιστεί σε αυτήν. Προφανώς, χρειάζεται ουσιαστική αξιολόγηση σε ορισμένα αμφισβητούμενα σημεία, όπως η μαρτυρία του ΜΚ2, ειδικότερα ως προς τα γεγονότα που ανέφερε και σχετίζονται με την παροχή βοήθειας από τον Κατηγορούμενο 2 στον G. και για τη φόρτωση των εξαρτημάτων στο όχημα του G., ή για τον τρόπο που έφυγε ο Κατηγορούμενος 2 από το σημείο. Αξιολόγηση χρειάζεται και η μαρτυρία του D., που είναι εξ ακοής. Υπάρχει όμως εκ πρώτης όψεως υπόθεση όσον αφορά την 3η Κατηγορία, για την οποία θα πρέπει να συνεχίσει η ακροαματική διαδικασία. Σχετικά με την 1η Κατηγορία
  20. Παρεμβάλλεται, ως προς το σχετικό ζήτημα που τέθηκε από την πλευρά του Κατηγορούμενου, πως η αναστολή της ποινικής δίωξης από τον Γενικό Εισαγγελέα για την κακουργηματική συνωμοσία της 1ης Κατηγορίας εναντίον του Κατηγορούμενου 1, ως αποτέλεσμα της παραδοχής του στην κατηγορία της κλοπής της 2ης Κατηγορίας και σύμφωνα με το άρθρο 154 § 1 Κεφ.155, η οποία οδήγησε στην απαλλαγή του Κατηγορούμενου 1 για την κατηγορία αυτή, δεν ευνοεί κατ' ανάγκη τον Κατηγορούμενο 2, ούτε επηρεάζει απαραίτητα την πορεία της διαδικασίας γι' αυτόν. Οι κατηγορίες εξετάζονται χωριστά για κάθε κατηγορούμενο. Εάν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για τη δίωξη του Κατηγορούμενου 2, η διαδικασία μπορεί να συνεχιστεί κανονικά για εκείνον.
  21. Μαρτυρία σχετικά με την ύπαρξη διακριτά συμφωνίας μεταξύ του G. και του Κατηγορούμενου 2 για τη διάπραξη της κλοπής, δηλαδή για συνωμοσία, στην οποία αφορά η 1η Κατηγορία, δεν θεωρείται πως υφίσταται, μόνον εκ των αναφορών του Κατηγορούμενου 2 ότι μετέβηκαν μαζί στη μάντρα οι δύο τους και ότι κατέστη τότε γνωστό στον Κατηγορούμενο 2 πως η μετάβασή τους εκεί ήταν για να διαπραχθεί κλοπή, από τον G.. Ο Κατηγορούμενος 2, στο Τ3, δεν ανέφερε για την ύπαρξη συμφωνίας αναμεταξύ τους να διαπράξουν κλοπή. Ανέφερε: «εχτές 5/8/24 εγώ πήγα με τον G. το φίλο μου και με το αυτοκίνητό του στην Αργάκα γιατί κάτι ήθελε να κάνει ο G.. Πήγαμε σε μια μάντρα με πολλά παλιά αυτοκίνητα και ο G. άρχισε να κλέβει.». Στην ανακριτική κατάθεση του ο G. (T2) δεν είχε αναφερθεί οτιδήποτε για συμφωνία. Βασικά, δεν είχε αναφέρει οτιδήποτε για τα γεγονότα που έλαβαν χώρα την 05.08.
  22. O G., επίσης, δεν κατέθεσε ως μάρτυρας κατηγορίας εναντίον του Κατηγορούμενου 2, για να υποστηρίξει τέτοια εκδοχή, ότι η κλοπή ήταν συμφωνημένη μεταξύ τους, με τρόπο ώστε να αναδύεται διακριτό αξιόποινο για παράνομη συμφωνία. Από τη μαρτυρία για συνέργεια σε κλοπή, που όπως αναφέρθηκε υπάρχει και θέτει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου 2, δεν μπορεί να εξαχθεί και μαρτυρία για συνωμοσία, και δη απομονωμένα, από την κατάθεση του ίδιου του Κατηγορούμενου 2 στην Αστυνομία (Τ3), που είναι και η μόνη που αναφέρεται στα γεγονότα πριν από τη διάπραξη της κλοπής.
  23. Η συνέργεια σε κλοπή και η συνωμοσία για τη διάπραξή της είναι διαφορετικά αδικήματα. Η συνέργεια αναφέρεται στη συνεισφορά στην εκτέλεση του εγκλήματος, για παράδειγμα, μέσω της παροχής βοήθειας ή διευκόλυνσης, αλλά δεν απαιτεί συνωμοσία ή κοινή πρόθεση από την αρχή. Η συνωμοσία απαιτεί τη συνεννόηση και συμφωνία μεταξύ του Κατηγορούμενου 2 και του G. για την τέλεση της κλοπής (π.χ., να είχαν οργανώσει από κοινού την κλοπή). Η συνωμοσία και η συνέργεια μπορούν μεν να συνυπάρχουν αν, για παράδειγμα, κάποιος οργανώνει ή σχεδιάζει την κλοπή με άλλους, και στη συνέχεια βοηθά και στην εκτέλεσή της, ωστόσο, δεν είναι απαραίτητο να υπάρχει συνωμοσία για να υπάρξει συνέργεια σε κλοπή, ούτε η συνέργεια συνεπάγεται αυτόματα και κατηγορία συνωμοσίας. Το ότι κάποιος συμμετέχει στην εκτέλεση της κλοπής δεν σημαίνει ότι έχει συνωμοτήσει να τη διαπράξει.
  24. Δεν υπάρχει μαρτυρία και γι' αυτό δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου 2 για την 1η Κατηγορία. Κατάληξη
  25. Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση για την 1η Κατηγορία και γι' αυτό ο Κατηγορούμενος 2 αθωώνεται στην 1η Κατηγορία και απαλλάσσεται από αυτήν.
  26. Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση για την 3η Κατηγορία και γι' αυτό ο Κατηγορούμενος 2 καλείται να προβάλει την υπεράσπισή του στην 3η Κατηγορία. [Το Δικαστήριο πληροφορεί τον Κατηγορούμενο 2 ότι δύναται να δώσει μαρτυρία από τη θέση εξεταζόμενου μάρτυρα, αφού ορκιστεί ως μάρτυρας, οπότε υπόκειται σε αντεξέταση ως μάρτυρας] (Υπ.) .......... Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Πρακτική του 1962 (Practice Note
(1962)1 All ER 448, R. v. Hipson
(1969)Cr. L.R. 85, R. v. Galbraith [1981] 2 All ER 1060, Azinas v. Police
(1981)2 CLR 9, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133, Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191, Γεωργίου v. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 515, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Δράκου
(2012)2 ΑΑΔ 851, Mariano v. Αστυνομίας
(2015)2 ΑΑΔ 808, Ι.Π.Κ. Ηχοκίνηση Λτδ ν. Σιέγγερη
(2016)2 ΑΑΔ 851, Silver Leaf Developments Ltd v. Στυλιανού, ΠΕ 120/2019, 01.07.2021, ECLI:CY:AD:2021:B301, Fowles v. A.M.G., ΠΕ 57/22, 08.05.2023, ECLI:CY:AD:2023:B152, Νικολάου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 125/2021, 14.03.2024. [2] Παναγιώτου κ.ά. v. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191, Νικολάου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 125/2021, 14.03.2024. [3] R. v. Thompson, 50 Cr. App. R. 1, Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 134, Eminiyet ν. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 216, Χαραλάμπους ν. Δημοκρατία ΠΕ 96/2016 κ.α., 28.11.2017, ECLI:CY:AD:2017:B430, Λαζάρου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 633, [4] Πλατρίτης ν. Αστυνομίας
(1967)2 CLR 174, R. v. Cockburn [1968] 1 All ER 466, Lawrence v Commissioner of Police of the Metropolis (otherwise known as R v Lawrence) [1972] AC 262, Ζησιμίδης ν. Δημοκρατίας
(1978)2 CLR 382, Azinas v. Police
(1981)2 CLR 9, Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 14, Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 486, Αντωνιάδης ν. Αστυνομίας
(2015)2 ΑΑΔ 700, Κλεάνθους ν. Αστυνομίας, ΠΕ 236/2018, 11.01.2019, ECLI:CY:AD:2019:B3. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.