← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν. Γ. Σ., Γενική Αίτηση 88/2024, 22/11/2024

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν. Γ. Σ., Γενική Αίτηση 88/2024, 22/11/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Γενική Αίτηση 88/2024 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ v. Γ. Σ. _______________ Ημερομηνία: 22 Νοεμβρίου 2024 Εμφανίσεις: Σ. Χρυσοστόμου, για τον Αιτητή Χρ. Πουργουρίδης, για τον Καθ' ου η αίτηση Καθ' ου η αίτηση: παρών Αίτηση και προσωρινά διατάγματα ημερομηνίας 30.10.2024 Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αίτηση και τα προσωρινά διατάγματα

  1. Την 30.10.2024, κατόπιν μονομερούς αίτησης ιδίας ημερομηνίας, το Δικαστήριο, έχοντας βασιστεί στην προσκομισθείσα μαρτυρία και έχοντας ικανοποιηθεί ότι εκ πρώτης όψεως πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, προχώρησε στην έκδοση των ακόλουθων προσωρινών διαταγμάτων: Α. Προσωρινό διάταγμα αποκλεισμού, με το οποίο απαγορεύεται στον Καθ' ου η αίτηση, δυνάμει του ν.115(Ι)/2021, να πλησιάζει την οικία του φερόμενου ως θύματος Χ. Μ., μέχρι τη συμπλήρωση των αστυνομικών ανακρίσεων ή και μέχρι την καταχώριση ποινικής υπόθεσης ή και μέχρι την εκδίκαση οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας καταχωριστεί εναντίον του στο Ε.Δ. Πάφου ή και μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Προσωρινό διάταγμα δυνάμει του ν.114(Ι)/2021, με το οποίο απαγορεύεται στον Καθ' ου η αίτηση να προσεγγίζει ή και να ακολουθεί ή και να παρενοχλεί με οποιονδήποτε τρόπο το προαναφερόμενο πρόσωπο, είτε σωρευτικά είτε διαζευκτικά είτε κεχωρισμένα, μέχρι τη συμπλήρωση των αστυνομικών ανακρίσεων ή και μέχρι την καταχώριση ποινικής υπόθεσης ή και μέχρι την εκδίκαση οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας καταχωριστεί εναντίον του στο Ε.Δ. Πάφου ή και μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.
  2. Στη νομική βάση της αίτησης περιλαμβάνονται τα σχετικά άρθρα των προαναφερόμενων νόμων.
  3. Η μαρτυρία επί της οποίας βασίστηκε η αίτηση και εκδόθηκαν τα εν λόγω διατάγματα αναφέρει τα εξής γεγονότα, συνοπτικά: Το πρόσωπο που φέρεται ως το θύμα και ο Καθ' ου η αίτηση είναι γείτονες, τα σπίτια τους απέχουν περίπου 50 μέτρα. Παλαιότερα, ήταν οικογενειακοί φίλοι. Πρόκειται για πρώην Αστυνομικό. Το 2018, η παραπονούμενη είχε καταγγείλει τον Καθ' ου η αίτηση για σεξουαλική κακοποίησή της, ενώ ήταν ακόμα ανήλικη. Ο Καθ' ου η αίτηση αθωώθηκε. Αντιμετωπίζει, όμως, όπως ανέφερε, διάφορα προβλήματα μαζί του. Εκείνος συνηθίζει να την παρακολουθεί σε σημείο που να την παρενοχλεί. Εκτός της παρακολούθησης, που είναι συνεχής, την προκαλεί με διάφορες ενέργειες, μέχρι του σημείου που την εξυβρίζει. Την 27.10.2024, το φερόμενο ως θύμα, κατήγγειλε στην Αστυνομία πως, πριν «κανένα δύο βδομάδες», είχε πάει μόνη της στο πολυκατάστημα «My Mall», στην Πάφο. Εκεί, εισήλθε σε κατάστημα που πουλά αποκλειστικά γυναικεία είδη ρουχισμού, όπως φορέματα. Ξαφνικά, όπως κοιτούσε τα ρούχα, ήρθε δίπλα της, σε απόσταση λιγότερη από ένα μέτρο και την κοιτούσε προκλητικά για μερικά λεπτά. Τότε, η ίδια έφυγε αμέσως γιατί φοβήθηκε. Εκείνος, την ακολουθούσε μέχρι τις σκάλες. Η ίδια έτρεξε και μπήκε στο αυτοκίνητό της και έφυγε από το μέρος. Αυτό, όπως κατήγγειλε, γίνεται τακτικά, δηλαδή όποτε πάει στο «My Mall», εκείνος είναι εκεί τριγύρω και την παρακολουθεί, δηλαδή την ακολουθεί σε οποιοδήποτε από τα καταστήματα εισέλθει. Άλλο περιστατικό που της συνέβη, όπως κατέθεσε, την 20.10.2024, Κυριακή, κατά τις 7:30 - 8:00 το απόγευμα, ήταν σε βόλτα στην Κάτω Πάφο. Πήγε στο λιμανάκι μαζί με έναν φίλο της, που κατονομάζει, και περπατούσαν. Ξαφνικά, αντιλήφθηκε τον Καθ' ου η αίτηση που πέρασε από μπροστά τους με το αυτοκίνητό του, ένα Toyota άσπρο, με αριθμό εγγραφής που αναφέρει. Ακολούθως, πηγαινοέρχονταν πάνω-κάτω με το αυτοκίνητό του, την κοιτούσε έντονα, και έκανε διάφορους μορφασμούς. Δηλαδή, την έβλεπε έντονα, κουνούσε το κεφάλι του και χαμογελούσε ειρωνικά και περιπαιχτικά, όπως το κατάλαβε η ίδια. Εκείνη φοβήθηκε με τη συμπεριφορά του, πήρε τη μητέρα της τηλέφωνο για να την ενημερώσει. Η μητέρα της την καθησύχασε και την συμβούλεψε να μην κάνει οτιδήποτε, και να καταγγείλει το περιστατικό στην Αστυνομία. Γενικά, αλλά κυρίως τις τελευταίες δύο εβδομάδες, όποτε γυρίσει σπίτι από κάπου, όπου κι αν βρίσκεται, ο Καθ' ου η αίτηση κάπως το αντιλαμβάνεται, πιθανόν βλέποντάς την από το παράθυρο, βγαίνει έξω στο πεζοδρόμιο και κοιτάει έντονα και πολλές φορές την υβρίζει, λέγοντάς της «σκατοπουτάνα». Για παράδειγμα, την Παρασκευή, 25.10.2024, όταν σχόλασε και έφτασε στο σπίτι της με το αυτοκίνητό της, κατά τις 6:30 το απόγευμα, κατέβηκε από το αυτοκίνητο, ήρθε και αυτός στο πεζοδρόμιο και στέκονταν και την έβλεπε μέχρι να μπει στο σπίτι της. Το προηγούμενο βράδυ, την 26.10.2024, άνοιξε την κουρτίνα του δωματίου της και τον είδε απέναντι από το παράθυρο της κουζίνας, να κοιτάει επίμονα στο υπνοδωμάτιο της. Αυτά γίνονται σε καθημερινή βάση, μη μπορώντας να ζήσει φυσιολογική ζωή και καθημερινότητα. Ζει συνεχώς με τον φόβο ότι θα τον δει μπροστά της ή ότι κάποιος είναι πίσω της και την παρακολουθεί όλο το εικοσιτετράωρο. Επίσης, στη γειτονιά που μένουν, υπάρχει μόνον ένας δρόμος που οδηγεί και δεν μπορεί να αλλάξει δρομολόγιο. Έτσι, όταν την δει και είναι και αυτός με το αυτοκίνητό του, της κόβει τον δρόμο, και δεν την αφήνει να περάσει. Εξέφρασε την επιθυμία να ληφθούν μέτρα, για να μην την πλησιάζει ή παρενοχλεί με οποιονδήποτε τρόπο.
  4. Ο Καθ' ου η αίτηση, την 18.11.2024, καταχώρισε ένσταση στην αίτηση και στην εξακολούθηση της ισχύος των προσωρινών διαταγμάτων, προβάλλοντας λόγους για τους οποίους αυτά θα πρέπει να ακυρωθούν. Ειδικότερα, είναι η θέση του Καθ' ου η αίτηση πως ο Αιτητής απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη στοιχεία που ενδεχομένως να επηρέαζαν την κρίση του Δικαστηρίου, ειδικότερα ότι οι εμπλεκόμενοι ήταν τα ίδια πρόσωπα στην ποινική υπόθεση 4171/2019 Ε.Δ. Πάφου, η ακρόαση της οποίας είχε αρχίσει, και ότι εγείρονταν θέμα εξαίρεσης ή και άρνησης του Δικαστηρίου να επιληφθεί της αίτησης. Επίσης, η καταγγελία εις βάρος του Καθ' ου η αίτηση υποβλήθηκε για αλλότριους και εκδικητικούς σκοπούς χωρίς οι ισχυρισμοί του φερόμενου ως θύματος να υποβληθούν στον στοιχειώδη έλεγχο για το βάσιμό της. Η αίτηση, όπως προβάλλεται, είναι ουσιαστικά και νομικά αβάσιμη, και υποβλήθηκε βεβιασμένα ή και επιπόλαια, χωρίς στοιχειώδη σεβασμό προς το τεκμήριο της αθωότητας του Καθ' ου η αίτηση.
  5. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Καθ' ου η αίτηση, που υποστηρίζει την ένσταση, τα γεγονότα έχουν ως εξής: Η καταγγελία της παραπονούμενης είναι ψευδής και κατασκευασμένη. Αρχικά, είχε κατηγορήσει ψευδώς τον Καθ' ου η αίτηση, το 2018, ότι την κακοποίησε σεξουαλικά, οδηγήθηκε ενώπιον Κακουργιοδικείου, με σωρεία κατηγοριών, στην ποινική υπόθεση 2801/
  6. Είχε παραμείνει υπό κράτηση για μεγάλο χρονικό διάστημα, με τις συνεπακόλουθες κακουχίες. Έπειτα, αφέθηκε ελεύθερος με όρους την 30.07.
  7. Την 28.06.2019, η Κατηγορούσα Αρχή είχε υποβάλει αίτηση, με την οποία ζητούσε να ακυρώσει το διάταγμα με το οποίο αφέθηκε ελεύθερος και να διαταχθεί η κράτησή του μέχρι τη δίκη. Την 17.07.2019, ο δικηγόρος του Καθ' ου η αίτηση, καταχώρισε ένσταση. Το Κακουργιοδικείο απέρριψε την αίτηση, η οποία είχε στηριχθεί σε εξ ολοκλήρου ψευδείς και κατασκευασμένους ισχυρισμούς της παραπονούμενης, μελών της οικογένειάς της και φιλικών προσώπων. Την 22.06.2020 συνελήφθη και πάλι από άνδρες του ΤΑΕ, ύστερα από καταγγελία της παραπονούμενης ότι την απείλησε και πάλι στο «My Mall». Έμεινε υπό κράτηση για μία νύχτα. Στην επιμονή του δικηγόρου του να ελεγχθούν οι κάμερες ασφαλείας, έγινε αυτό, και όταν ο φάκελος στάλθηκε στη Νομική Υπηρεσία, δόθηκαν οδηγίες να μην καταχωριστεί υπόθεση διότι, από τα πλάνα των καμερών, είχε καταδειχθεί πως η καταγγελία ήταν ψευδής. Και όσα αναφέρει η παραπονούμενη για την 27.10.2024 αποτελούν συνέχεια των προηγούμενων αποκυημάτων της φαντασίας της. Όπως αναφέρει ο Καθ' ου η αίτηση, ο ίδιος δεν είναι τρελός να την πλησιάζει και να την υβρίζει, ξέροντας πως διατρέχει κίνδυνο, εάν κάνει το παραμικρό. Και πάλι, είναι πολύ εύκολο να διαπιστωθεί η αλήθεια όσων λέει, εφόσον υπάρχουν κάμερες σε όλα τα καταστήματα και τους διαδρόμους στο «My Mall». Η Αστυνομία έπρεπε να είχε εξασφαλίσει το υλικό, γνωρίζοντας την προϊστορία των ψεμάτων της, με πιο σοβαρό όταν είχε πει πως βιάστηκε και το Κακουργιοδικείο την είχε κρίνει ως αναξιόπιστη. Κάμερες, όπως γνωρίζει, υπάρχουν και στο σπίτι της και μπορεί να διακριβωθεί και από αυτές εάν ήταν στο πεζοδρόμιο κι αν την έβλεπε, όπως λέει. Την 12.11.2024, μετά που εμφανίστηκε στο Δικαστήριο, είχε καθίσει με τον δικηγόρο του στο καφενείο του Δικαστηρίου για να περίπου 45 λεπτά. Στη συνέχεια, έφυγε. Σε κάποιο σημείο της πόλης συνάντησε την παραπονούμενη, στον δρόμο, και ακολούθως η παραπονούμενη πήγε στην Αστυνομία και κατήγγειλε ότι την συνάντησε στον δρόμο και ότι είχε παραβεί το διάταγμα. Η παραπονούμενη, κατά τον Καθ' ου η αίτηση, πάσχει από μανία καταδίωξης και επιδιώκει, με ψευδείς και κατασκευασμένες καταγγελίες, να τον κλείσει στη φυλακή. Δεν έγιναν οι στοιχειώδεις ανακριτικές πράξεις, για να διακριβωθεί η αλήθεια των ισχυρισμών της, και πίστεψαν πως κάθε φορά που η παραπονούμενη πηγαίνει στο «My Mall», είναι τριγύρω και ο Καθ' ου η αίτηση και την παρακολουθεί, ως να μην έχει άλλη δουλειά ή ζωή, ή ότι συχνά στέκεται στο πεζοδρόμιο, την κοιτάζει έντονα και της λέει «σκατοπουτάνα». Από τα δύο παράθυρα της κουζίνας του δεν υπάρχει απρόσκοπτη θέα προς τα παράθυρα των δωματίων του σπιτιού της παραπονούμενης. Από το ένα παράθυρο, δεν υπάρχει καθόλου θέα, από το άλλο, μόλις διακρίνονται πίσω από κάτι κορμούς. Είναι αδύνατο να τον δει η παραπονούμενη από το δωμάτιο της να κοιτάζει επίμονα και δη μέσα στη νύχτα, ενώ και ο ίδιος, όπως τονίζει, δεν είναι τρελός, για να προβεί σε κάτι τέτοιο, να κοιτάζει μέσα σε ένα σπίτι με κουρτίνες τραβηγμένες για να δει την παραπονούμενη, όλο το εικοσιτετράωρο, ενώ έχεις τόσες δουλειές που δεν προλαβαίνει. Ζουν σε ένα χωριό που ο ένας ξέρει τον άλλον και δεν είναι πρακτικά δυνατό να της κόβει τον δρόμο και κανείς άλλος να μην βλέπει τι γίνεται. Έκανε την καταγγελία την 29.10.2024, που η υπόθεση 4171/2019 ήταν ορισμένη για συνέχιση της ακρόασης, σχετικά με τις καταγγελίες της που δεν είχε κάνει δεκτές το Κακουργιοδικείο. Ζητά και ο ίδιος την προστασία του Δικαστηρίου, από τη μανιακή καταδίωξη που δέχεται από αυτή την κοπέλα. Διαδικασία
  8. Η ακρόαση έγινε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση, αντίστοιχα, χωρίς αντεξέταση.
  9. Οι δύο πλευρές αγόρευσαν, επιχειρηματολογώντας υπέρ της οριστικοποίησης ή της ακύρωσης των προσωρινών διαταγμάτων, αντίστοιχα.
  10. Έχω υπόψη μου όσα αναφέρθηκαν από τις δύο πλευρές, στην πλήρη τους μορφή. Νομικές πτυχές
  11. «Βία», στο πλαίσιο του ν.115(Ι)/2021, σημαίνει πράξη, παράλειψη ή σεξουαλική πράξη χωρίς συναίνεση ή συμπεριφορά με την οποία δύναται να προκληθεί βλάβη στο θύμα και περιλαμβάνει σωματική, λεκτική, σεξουαλική, ψυχολογική, οικονομική και κάθε άλλης μορφής βία ή πόνο έναντι γυναίκας, κάθε απειλή για τέτοια πράξη, καθώς και εξαναγκασμό ή αυθαίρετη στέρηση της ελευθερίας, είτε αυτά διενεργούνται στον δημόσιο είτε στον ιδιωτικό βίο. Ο «εξαναγκασμός» αναφέρεται στην κάμψη της ελεύθερης βούλησης προσώπου με την χρήση βίας ή απειλών ή κατά κατάχρηση ή εκμετάλλευση σχέσης εμπιστοσύνης ή εξουσίας ή επιρροής ή/και ευάλωτης θέσης ή με τη χρήση άλλων μέσων απαγορευμένων διά νόμου, με σκοπό την πρόκληση σωματικής, σεξουαλικής, ψυχολογικής ή οικονομικής βλάβης ή πόνου ή της αυθαίρετης στέρησης της ελευθερίας του στον δημόσιο ή ιδιωτικό βίο ή τη σύναψη αναγκαστικού γάμου· την απειλή πρόκλησης βλάβης εναντίον προσώπου ή περιουσίας ή σωματικού περιορισμού οποιουδήποτε προσώπου· οποιαδήποτε συμπεριφορά ή σχέδιο στοχεύει στη δημιουργία της εντύπωσης σε πρόσωπο ότι η παράλειψη εκτέλεσης συγκεκριμένης πράξης θα επιφέρει βλάβη εναντίον προσώπου ή περιουσίας ή σωματικό περιορισμό προσώπου· κατάχρηση ή επαπειλούμενη κατάχρηση νομικών ή διοικητικών διαδικασιών αναφορικά με το καθεστώς οποιουδήποτε προσώπου· κατάχρηση σχέσης εμπιστοσύνης ή εξουσίας ή επιρροής ή/και ευάλωτης θέσης. Η άσκηση βίας κατά γυναίκας είναι ποινικό αδίκημα, διακεκριμένης μορφής, σε ορισμένες περιπτώσεις.
  12. Το άρθρο 32, με τον πλαγιότιτλο «προσωρινό διάταγμα αποκλεισμού υπόπτου ή κατηγορούμενου» έχει ως εξής (οι υπογραμμίσεις πρόσθετες): 32.-

(1)Το Δικαστήριο δύναται, έπειτα από μονομερή (ex parte) αίτηση του θύματος, της Αστυνομίας, του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, ή, όπου το θύμα είναι παιδί, επιτρόπου διορισμένου δυνάμει των διατάξεων του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου, να εκδώσει προσωρινό διάταγμα, με το οποίο να απαγορεύει στον κατηγορούμενο ή ύποπτο να εισέρχεται ή να πλησιάζει σε συγκεκριμένη απόσταση ή να παραμένει στην κατοικία ή στον χώρο διαμονής του θύματος ή και να το πλησιάζει στον χώρο εργασίας του ή άλλο χώρο που θα αποφασίσει το Δικαστήριο, μέχρις ότου καταχωριστεί και εκδικαστεί ποινική υπόθεση εναντίον του υπόπτου για αδίκημα βίας κατά γυναίκας.
(2)Το Δικαστήριο εκδίδει το διάταγμα αποκλεισμού καθ' οιονδήποτε χρόνο ύστερα από την καταχώρηση αίτησης, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(1)η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του θύματος ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου είναι σε θέση να έχει άμεση γνώση των γεγονότων ή εφόσον προσκομιστούν ενώπιόν του, οποιαδήποτε άλλα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία δημιουργούν εκ πρώτης όψεως κίνδυνο άσκησης βίας κατά γυναίκας ή ενδοοικογενειακής βίας ή επανάληψης του αδικήματος ή την ανάγκη προστασίας του θύματος από επηρεασμό ή άλλως πως, περιλαμβανομένων και καταθέσεων του θύματος ή άλλων προσώπων σε οποιαδήποτε μορφή, πιστοποιητικών, βεβαιώσεων ή άλλων αποδεικτικών στοιχείων δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή οποιουδήποτε άλλου Νόμου.
(3)Το προσωρινό διάταγμα ισχύει για περίοδο η οποία δεν υπερβαίνει τις οκτώ
(8)ημέρες από την ημέρα επίδοσής του στον ύποπτο και είναι επιστρεπτέο εντός της περιόδου αυτής, σε ώρα και ημέρα που θα ορίσει το Δικαστήριο.
(4)Κατά την ορισμένη ημέρα και ώρα, το Δικαστήριο ακούει τον ύποπτο, όπως και κάθε επηρεαζόμενο ή ενδιαφερόμενο πρόσωπο που θα παρουσιασθεί και αποφασίζει εάν θα τερματίσει την ισχύ του διατάγματος ή εάν θα παρατείνει αυτό για περαιτέρω χρονική περίοδο η οποία δεν υπερβαίνει τις οκτώ
(8)ημέρες.
(5)Το Δικαστήριο δύναται να παρατείνει περαιτέρω την ισχύ του διατάγματος για τόση περίοδο όση κρίνει αναγκαία, χωρίς η περίοδος ισχύος του διατάγματος να υπερβαίνει τις εξήντα
(60)ημέρες στο σύνολό της για την περίοδο που προηγείται της άσκησης ποινικής δίωξης εναντίον του υπόπτου.
(6)Το Δικαστήριο δύναται, μετά την άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον υπόπτου, να εκδώσει ή παρατείνει την ισχύ του διατάγματος αποκλεισμού μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης.
  1. Το άρθρο 32 ν. 115(Ι)/2021 ρυθμίζει τη δυνατότητα έκδοσης προσωρινού διατάγματος αποκλεισμού μέχρι να καταχωριστεί ή και να εκδικαστεί η ποινική υπόθεση. Το διάταγμα που εκδίδεται με βάση το άρθρο 32 μέχρι την καταχώριση της ποινικής υπόθεσης μπορεί να παραταθεί με ισχύ μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης, ενώ το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα, μετά την καταχώριση της ποινικής υπόθεσης, να εκδώσει προσωρινό διάταγμα αποκλεισμού στο πλαίσιο της ποινικής υπόθεσης.
  2. Σύμφωνα με το άρθρο 32 §§ 2, 6, το Δικαστήριο δύναται, μεταξύ άλλων, έπειτα από αίτηση των φορέων ή προσώπων που αναφέρονται, που υποβάλλεται μετά από την καταχώριση της ποινικής υπόθεσης για ποινικό αδίκημα βίας κατά γυναίκας, να εκδώσει προσωρινό διάταγμα αποκλεισμού του Κατηγορούμενου, μέχρι να εκδικαστεί ποινική υπόθεση. Η αίτηση συνοδεύεται είτε από ένορκη δήλωση του θύματος είτε οποιουδήποτε άλλου προσώπου είναι σε θέση να έχει άμεση γνώση των γεγονότων είτε οποιουδήποτε άλλου προσώπου εφόσον προσκομιστούν ενώπιόν του αποδεικτικά στοιχεία τα οποία δημιουργούν εκ πρώτης όψεως κίνδυνο άσκησης βίας κατά γυναίκας ή ενδοοικογενειακής βίας ή επανάληψης του αδικήματος ή την ανάγκη προστασίας του θύματος από επηρεασμό ή άλλως πως, περιλαμβανομένων και καταθέσεων του θύματος ή άλλων προσώπων σε οποιαδήποτε μορφή, πιστοποιητικών, βεβαιώσεων ή άλλων αποδεικτικών στοιχείων δυνάμει των διατάξεων του νόμου.
  3. Η ουσιαστική προϋπόθεση για την έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το άρθρο 32 είναι η εκ πρώτης όψεως υπόδειξη κινδύνου άσκησης βίας κατά γυναίκας ή ενδοοικογενειακής βίας ή επανάληψης του αδικήματος ή η ανάγκη προστασίας του θύματος από επηρεασμό ή άλλως πώς. Το Δικαστήριο δεν αξιολογεί τη μαρτυρία και δεν εκδικάζει την υπόθεση, αλλά την εξετάζει στην όψη της, όπως εκτίθεται ενώπιον του.
  4. «Παρενόχληση», στο πλαίσιο του ν.114(Ι)/2021, σημαίνει την πρόκληση ανησυχίας ή αγωνίας σε άλλο πρόσωπο∙ «συμπεριφορά» σε σχέση με την παρενόχληση ενός προσώπου, σημαίνει την επίδειξη τουλάχιστον δύο φορές συμπεριφοράς που συνιστά παρενόχληση. Πρόσωπο, το οποίο προβαίνει σε συμπεριφορά η οποία προκαλεί παρενόχληση ή συνιστά παρακολούθηση που προκαλεί παρενόχληση, ενώ γνωρίζει ή όφειλε να γνωρίζει ότι η εν λόγω συμπεριφορά προκαλεί παρενόχληση, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος. Το αξιόποινο είναι διευρυμένο σε περίπτωση κατά την οποία η παρενόχληση ή παρενοχλητική παρακολούθηση συνίσταται στην πρόκληση φόβου στο θύμα ότι θα ασκηθεί βία εναντίον του. «Παρακολούθηση» μπορεί να συνιστά η ακολούθηση άλλου προσώπου· η επαφή ή η απόπειρα επαφής με άλλο πρόσωπο με οποιοδήποτε μέσο∙ η παρακολούθηση της χρήσης του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή/και οποιασδήποτε άλλης ηλεκτρονικής επικοινωνίας άλλου προσώπου ή η αποστολή αναρτήσεων σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης που αφορούν στην προσωπική ζωή του θύματος ή η παρέμβαση σε αναρτήσεις του θύματος στο διαδίκτυο· η παρακώλυση της διακίνησης άλλου προσώπου προς ή από την οικία του ή/και τον επαγγελματικό του χώρο ή από δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο στον οποίο το εν λόγω πρόσωπο συχνάζει, μέσω περιπλάνησης ή παρουσίας στους χώρους αυτούς∙ η επέμβαση σε περιουσία που βρίσκεται στην κατοχή ή ιδιοκτησία άλλου προσώπου ή η απειλή παρέμβασης σε τέτοια περιουσία· η παρακολούθηση ή/και κατασκοπεία άλλου προσώπου.
  5. Το άρθρο 6, με τον πλαγιότιτλο «διατάγματα Δικαστηρίου» έχει ως εξής (οι υπογραμμίσεις πρόσθετες): 6.
(1)Δικαστήριο, το οποίο ασκεί ποινική δικαιοδοσία δύναται, κατόπιν αίτησης της Αστυνομίας, του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, του θύματος, μέλους της οικογένειας του θύματος ή/και άλλου προσώπου που ενεργεί για λογαριασμό οποιουδήποτε από αυτούς, να εκδώσει διάταγμα με το οποίο επιβάλλει σε ύποπτο οποιαδήποτε απαγόρευση ή/και οποιονδήποτε περιορισμό θεωρεί αναγκαίο ή/και επιθυμητό υπό τις περιστάσεις, μέχρις ότου καταχωριστεί ποινική υπόθεση εναντίον του για ποινικό αδίκημα που προβλέπεται στον παρόντα Νόμο: Νοείται ότι, η ως άνω αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του θύματος ή/και εκπροσώπου του θύματος ή/και μέλους της οικογένειας του θύματος, το οποίο έχει άμεση γνώση των γεγονότων ή/και των αποδεικτικών στοιχείων.
(2)Το αναφερόμενο στο εδάφιο
(1)διάταγμα εκδίδεται κατόπιν απόδειξης γεγονότων ή/και στοιχείων, τα οποία εκ πρώτης όψεως δημιουργούν κίνδυνο επανάληψης ή/και εξακολούθησης της συμπεριφοράς που συνιστά ποινικό αδίκημα δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου και θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια ή/και σωματική ή/και ψυχική υγεία του θύματος ή/και μέλους της οικογένειάς του.
(3)Η εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση διατάγματος δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1)περιλαμβάνει την έκδοση διαταγμάτων με τα οποία δύναται να- (α) απαγορεύει ή/και να περιορίζει τον ύποπτο ή/και άλλο πρόσωπο το οποίο προσδιορίζεται στο διάταγμα να προσεγγίζει ή να ακολουθεί το θύμα∙ ή/και (β) απαγορεύει ή/και να περιορίζει την πρόσβαση του υπόπτου για συγκεκριμένη περίοδο ή μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης επί του κατηγορητηρίου, στον τόπο διαμονής ή/και εργασίας ή/και σε υποστατικό του θύματος ή/και άλλου προσώπου το οποίο προσδιορίζεται στο διάταγμα, ή/και στον τόπο που αυτό συχνάζει∙ ή/και (γ) απαγορεύει στον ύποπτο να έρχεται σε επαφή ή/και να παρενοχλεί το θύμα ή/και άλλο πρόσωπο το οποίο προσδιορίζεται στο διάταγμα.
(4)(α) Διάταγμα, το οποίο εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1), ισχύει για περίοδο που δεν υπερβαίνει τις οκτώ
(8)ημέρες από την ημερομηνία επίδοσής του στον ύποπτο και είναι επιστρεπτέο στο δικαστήριο εντός της περιόδου αυτής, σε μέρα και ώρα που ορίζεται από το δικαστήριο. (β) Κατά την ορισμένη μέρα και ώρα, το δικαστήριο ακούει τον ύποπτο ή/και κάθε επηρεαζόμενο ή ενδιαφερόμενο πρόσωπο που θα παρουσιαστεί και αποφασίζει κατά πόσο θα τερματίσει την ισχύ του διατάγματος ή θα το παρατείνει μέχρι και οκτώ
(8)ημέρες, χωρίς η συνολική ισχύς του διατάγματος να υπερβαίνει τις είκοσι τέσσερις
(24)ημέρες μέχρι την καταχώριση ποινικής δίωξης εναντίον του υπόπτου. (γ) Ο ύποπτος δύναται να ζητήσει την ακύρωση ή την τροποποίηση του διατάγματος πριν από τη λήξη της καθοριζόμενης σε αυτό περιόδου.
(5)Το δικαστήριο δύναται μετά την καταχώριση ποινικής δίωξης εναντίον του υπόπτου, να εκδώσει νέο διάταγμα ή να παρατείνει το διάταγμα που εκδόθηκε δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1), με ισχύ μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης: Νοείται ότι, για την έκδοση τέτοιου διατάγματος εφαρμόζονται κατ' αναλογίαν οι διατάξεις των εδαφίων
(1),
(2)και
(3).
(6)Το προβλεπόμενο στο εδάφιο
(1)διάταγμα δυνατόν να επιβληθεί αντί οποιασδήποτε άλλης ποινής ή/και μαζί με άλλες ποινές τις οποίες το δικαστήριο έχει εξουσία να επιβάλει δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή οποιουδήποτε άλλου Νόμου.
(7)Πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδόθηκε διάταγμα δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου και το οποίο παραβαίνει οποιονδήποτε από τους όρους αυτού, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο
(2)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τέσσερις χιλιάδες ευρώ (€4.000) ή σε αμφότερες τις ποινές.
  1. Ουσιαστικά ζητούμενο, για να εκδοθεί προσωρινό διάταγμα με βάση το άρθρο 6 § 5, είναι η εκ πρώτης όψεως απόδειξη του κινδύνου επανάληψης ή/και εξακολούθησης της συμπεριφοράς που συνιστά ποινικό αδίκημα δυνάμει των διατάξεων του εν λόγω νόμου και θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια ή/και σωματική ή/και ψυχική υγεία του θύματος ή/και μέλους της οικογένειάς του.
  2. Το προσωρινό διάταγμα με βάση το άρθρο 6 § 5 παρέχει ακόμα ευρύτερη προστασία στο θύμα, εφόσον επεκτείνεται στην απαγόρευση παρενόχλησής του με οποιονδήποτε τρόπο.
  3. Επειδή αμφότερα τα διατάγματα, ως εκ της φύσης τους, εκδίδονται κατά βάση μονομερώς, υπάρχει το καθήκον του προσώπου που αιτείται να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη όλων των γεγονότων που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου, κατ' αναλογία με ό,τι ισχύει σε κάθε περίπτωση που το Δικαστήριο επιλαμβάνεται αίτησης χωρίς την προηγούμενη ειδοποίηση της άλλης πλευράς, κατ' εξαίρεση στον κανόνα πως αμφότερες οι πλευρές θα πρέπει να ακούγονται πριν την απόδοση οποιασδήποτε θεραπείας. Σε περίπτωση που διαπιστωθεί παράβαση αυτού του καθήκοντος, που είναι καθήκον ύψιστης πίστης, το Δικαστήριο ακυρώνει πάραυτα τα μονομερώς εκδοθέντα διατάγματα, χωρίς περαιτέρω ενασχόληση[1]. Εξέταση
  4. Καταρχάς, σχετικά με το ζήτημα που, κατά την ακροαματική διαδικασία, παρουσιάστηκε ως προδικαστική ένσταση από πλευράς του Καθ' ου η αίτηση, σημειώνονται τα εξής: 19.
  5. Το ζήτημα εγέρθηκε δια λόγου ένστασης, που συμπλέκεται με τα θέματα αποκάλυψης, και δεν υποβλήθηκε ξεκάθαρα αίτημα για εξαίρεση του Δικαστηρίου με αυτή τη σύνθεση. 19.
  6. Ως γεγονός, το Δικαστήριο δεν είχε αντιληφθεί, κατά την εξέταση της αίτησης, πως ο Καθ' ου η αίτηση είναι το ίδιο πρόσωπο με τον Κατηγορούμενο στην ποινική υπόθεση 4171/2019 Ε.Δ. Πάφου, η ακρόαση της οποίας είναι σε εξέλιξη. Το Δικαστήριο, όταν εξετάζει υποθέσεις, εστιάζει στα γεγονότα. 19.
  7. Ωστόσο, εάν το Δικαστήριο είχε εξ αρχής την πληροφορία σχετικά με την ταυτότητα των εμπλεκομένων, και πάλι, δεν θα τίθετο θέμα εξαίρεσης. 19.
  8. Το Δικαστήριο δεν έχει να κάνει εδώ με ιδιωτικές διαφορές, μεταξύ της παραπονούμενης και του Καθ' ου η αίτηση. Η Αστυνομία δεν είναι διάδικος σε ιδιωτική διαφορά. Όλες οι ενώπιον του Δικαστηρίου υποθέσεις είναι υποθέσεις της Αστυνομίας. 19.
  9. Ο λόγος είναι απλώς για περισσότερες υποθέσεις εναντίον του ιδίου προσώπου, του Καθ' ου η αίτηση, που διερευνώνται ή εκκίνησαν από την Αστυνομία κατόπιν παραπόνων της ίδιας παραπονούμενης. 19.
  10. Συχνά, ενώπιον του Δικαστηρίου εκκρεμούν περισσότερες υποθέσεις που αφορούν στα ίδια άτομα, ως ύποπτους ή κατηγορούμενους. Η απόφαση του Δικαστηρίου σε μια κατηγορία ή υπόθεση ή απλώς η ανάληψη της δικαιοδοσίας σε μία εξ αυτών για σκοπούς εκδίκασης, δεν σημαίνει πως καθιστά το Δικαστήριο μη κατάλληλο για να εκδικάσει οποιανδήποτε άλλη· ούτε ασφαλώς καθιστά το Δικαστήριο μεροληπτικό υπέρ της μίας ή της άλλης «πλευράς». Κάθε υπόθεση έχει τα δικά της γεγονότα. 19.
  11. Πρόσωπα που έχουν περισσότερες εναντίον τους υποθέσεις ή κατηγορίες δεν έχουν δικαίωμα σε ξεχωριστό Δικαστήριο για το κάθε ένα αδίκημα ή για την κάθε μία υπόθεση. 19.
  12. Νοείται, επίσης, ότι ουδείς έχει το δικαίωμα επιλογής δικαστή, με βάση δικά του κριτήρια, που ενδεχομένως να θεωρεί ότι θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη δικαστική κρίση (π.χ. φύλο). 19.
  13. Σε υποθέσεις «vice-versa», εκεί είναι που το Δικαστήριο δυνατόν, εάν έχει εκδικάσει ή εκδικάζει τη μία υπόθεση και κρίνει αυτό δέον (π.χ. γιατί άκουσε ή αξιολόγησε μαρτυρία ενός προσώπου ως παραπονούμενου και στην άλλη υπόθεση, που απορρέει από τα ίδια γεγονότα, είναι κατηγορούμενος), να μην ασχοληθεί και με την άλλη, αντίστροφη υπόθεση. Χωρίς βεβαίως και τότε να τίθεται κατ' ανάγκη θέμα, εάν τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης είναι σε διαφορετικό χωρόχρονο. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο, να υπάρχουν αντίστροφες υποθέσεις και να εκδικάζει ή να έχει αποφασίσει το Δικαστήριο τη μία εξ αυτών. Επίσης, το Δικαστήριο ουδέποτε αξιολόγησε την παραπονούμενη σε κάποια υπόθεση ως προς την αξιοπιστία της, ούτε και σε αυτήν την υπόθεση την αξιολογεί, ως προς την αξιοπιστία της. 19.
  14. Δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος εξαίρεσης, αλλά ούτε και θα επιτρέπονταν εξαίρεση, του Δικαστηρίου με αυτή τη σύνθεση από την εκδίκαση της αίτησης αυτής, και το ίδιο θα ίσχυε εάν υπήρχε και εξ αρχής η γνώση περί της ταυτότητας των προσώπων.
  15. Ως προς το θέμα της απόκρυψης, ευρύτερα, θα επανέλθω εντός ολίγου. Προχωρώντας με την εξέταση της αίτησης, πρώτα απ' όλα, να λεχθεί πως αυτή έχει σχετική νομική βάση και δεν υπάρχει ασάφεια ως προς το είδος των διαταγμάτων που εκδόθηκαν. Συνακόλουθα, και αυτός ο λόγος ένστασης, ότι είναι νομικά αβάσιμη, δεν μπορεί να επιτύχει, στον βαθμό που έχει την έννοια ότι στερείται νομικής βάσης.
  16. Τα ζητήματα βίας είναι ευαίσθητα και πολύ λεπτά. Συχνά, οι λέξεις δύσκολα τα συνθέτουν, για να εκφράσουν τα διάφορα συναισθήματα, στα οποία μπορούν οι σιωπές, τα βλέμματα, οι κινήσεις, να διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο, πέρα από τις εκφρασμένες λέξεις και τις έκδηλες συμπεριφορές που αφήνουν ορατά ίχνη. Έναντι στην ανάγκη προστασίας από συμπεριφορές που κάποιος εκλαμβάνει και βιώνει ως βία ή παρενόχληση, υπάρχει πάντοτε η ανάγκη διασφάλισης των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων. Το ισοζύγιο μπορεί να καταστεί δυσχερές όταν η καθημερινότητα του φερόμενου ως θύματος και του φερόμενου ως δράστη φυσιολογικά συμπλέκονται (π.χ. είναι γείτονες).
  17. Σχετικά με το διάταγμα αποκλεισμού που εκδόθηκε υπό τον ν.115(Ι)/2021, μέσα από τη μαρτυρία που διατέθηκε από την Αστυνομία, που βασίζεται στην κατάθεση της παραπονούμενης μόνο, που δεν αξιολογείται ως σε δίκη, διαφάνηκε, εκ πρώτης όψεως, άσκηση ψυχολογικής βίας σε γυναίκα δια συμπεριφοράς που συνίσταται σε παρακολούθηση, έντονα κοιτάγματα και ειρωνικά ή περιπαιχτικά γέλια και εκστόμιση υβριστικών λέξεων, που δημιουργούν στην παραπονούμενη την ανάγκη προστασίας της από την εξακολούθηση της συμπεριφοράς που η ίδια κατέθεσε ότι λαμβάνει χώρα. Επίσης, σχετικά με το διάταγμα που εκδόθηκε υπό τον ν.114(Ι)/2021, είχε διαφανεί, εκ πρώτης όψεως, και πάλι χωρίς ουσιαστική αξιολόγηση της μαρτυρίας, απόδειξη του κινδύνου επανάληψης ή και εξακολούθησης συμπεριφοράς που συνιστά ποινικό αδίκημα δυνάμει των διατάξεων του εν λόγω νόμου και θέτει σε κίνδυνο την ψυχική υγεία του φερόμενου ως θύματος.
  18. Ασφαλώς, η έκδοση των εν λόγω διαταγμάτων ήταν και υπό την επιφύλαξη τυχόν ακρόασης της άλλης πλευράς και αναθεώρησής τους. Συναφώς και το επιχείρημα του Αιτητή πως, εφόσον εκδόθηκαν τα διατάγματα, πληρούνται οι προϋποθέσεις, δεν είναι βάσιμο. Πληρούνταν με βάση όσα εξέθεσε η μία πλευρά, τα οποία δυνατόν να ανατραπούν, με βάση όσα εκθέτει η άλλη, εμφανιζόμενη στη διαδικασία. Ορίζονται για επιστροφή τα διατάγματα και δεν εκδίδονται ως οριστικά, για να ακουστεί και η άλλη πλευρά.
  19. Είχε αναφερθεί στη μαρτυρία που τέθηκε εξ αρχής ενώπιον του Δικαστηρίου πως προηγήθηκε καταγγελία από μέρους της παραπονούμενης εναντίον του Καθ' ου η αίτηση για σοβαρά αδικήματα και ότι ο Καθ' ου η αίτηση είχε αθωωθεί. Δεν αποκρύφθηκε εκείνο το γεγονός.
  20. Βεβαίως, δεν είχαν αναφερθεί και όλα τα υπόλοιπα γεγονότα, που με αρκετά μεγαλύτερη λεπτομέρεια εξέθεσε ο Καθ' ου η αίτηση, όπως για την υπόθεση του 2019, για κάποια παλαιότερη καταγγελία της παραπονούμενης εναντίον του το 2020, ίδιας φύσης, και την εξέλιξή της, κ.λπ.. Ούτε η μαρτυρία του Καθ' ου η αίτηση αξιολογείται επί της ουσίας της. Ορισμένες αναφορές σε αυτήν, όπως για παράδειγμα ότι την 29.10.2024 υπήρχε διάταγμα και κατόπιν τυχαίας συνάντησής του με την παραπονούμενη στην πόλη εκείνη τον κατήγγειλε για παράβασή του, ενδεχομένως να μην είναι επαρκώς διευκρινισμένες, με δεδομένο πως τα υπό εξέταση προσωρινά διατάγματα τουλάχιστον είναι την 30.10.2024 που εκδόθηκαν. Εν πάση περιπτώσει, αυτό που θέλω να πω είναι πως οι αναφορές του Καθ' ου η αίτηση, ως σύνολο, δίνουν μια αρκετά διαφορετική εικόνα στη σχέση μεταξύ των εμπλεκόμενων, όπως και για τις πιθανότητες που με αυτόν τον τρόπο αντικειμενικά υπάρχουν, προς τη μία και προς την άλλη κατεύθυνση.
  21. Η εικόνα που εξ αρχής μεταφέρθηκε στο Δικαστήριο, μέσα από την αίτηση, ήταν, στη σύνοψή της, ότι κάποιος που αθωώθηκε παλαιότερα σε υπόθεση σεξουαλικής κακοποίησης ακολουθεί μανιωδώς την τότε καταγγέλλουσα, επειδή ενδεχομένως έχει πρόβλημα ή για να την εμπαίξει που απέτυχε στην καταγγελία της και εκείνος την γλίτωσε ή για να την εκδικηθεί. Παρουσιάστηκε, ο Καθ' ου η αίτηση, ως ένας άνθρωπος με εμμονή στο πρόσωπο της παραπονούμενης, ο οποίος είναι απανταχού παρών, και δη τον τελευταίο καιρό κατ' επιδείνωση, ώστε πλέον η παραπονούμενη να έφτασε στο σημείο να χρειάζεται προστασία, καταφεύγοντας στην Αστυνομία, προκειμένου να αποφευχθεί περαιτέρω ψυχολογική βλάβη της ή διακινδύνευση της ασφάλειάς της, που υπό τις περιστάσεις που παρουσίασε, έδειξε να υφίσταται, και ότι πρέπει να ανακοπεί από το Δικαστήριο.
  22. Κατόπιν και της ακρόασης του Καθ' ου η αίτηση, η εικόνα είναι πως υπάρχει μεν πρόβλημα αναμεταξύ αυτών των δύο ανθρώπων, το οποίο όμως φαίνεται βαθύτερο· είτε το έχει ο ένας, είτε ο άλλος. Ποιος λέει την αλήθεια, και ποιος όχι, θα απασχολήσει προφανώς κατά την εκδίκαση της υπόθεσης αυτής· με τη διάσταση να είναι, σε κάθε περίπτωση, πως και η καταγγελία φανταστικών αδικημάτων και η απασχόληση των Αρχών με γεγονότα που ουδέποτε έλαβαν χώρα, προκειμένου να ταλαιπωρηθούν άνθρωποι ή να επιτευχθούν άλλοι σκοποί, είναι αξιόποινη. Όπως αξιόποινη ασφαλώς είναι και η συμπεριφορά που καταγγέλθηκε από την παραπονούμενη στην Αστυνομία, εάν διαπιστωθεί, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης και την αξιολόγηση της μαρτυρίας της επί της ουσίας, που εν πολλοίς βασίζεται σε υποκειμενικούς παράγοντες όπως την αξιοπιστία της παραπονούμενης, ότι πράγματι συνέβη.
  23. Για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας, δεν μπορεί να διατυπωθεί πως το μαρτυρικό υλικό δεν είναι πλήρες, γιατί η μαρτυρία της παραπονούμενης δεν ενισχύθηκε με άλλη μαρτυρία. Αρκεί η μαρτυρία του προσώπου που φέρεται ως το θύμα, η δε προσπάθεια αυτών των ειδικών νόμων ήταν, μεταξύ άλλων, να ξεπεραστούν αυτού του είδους τα προβλήματα.
  24. Στη σύνοψή της, η εικόνα μπορεί να μην διαφοροποιείται ως προς το ότι υπάρχει ένταση στη σχέση αναμεταξύ των εμπλεκομένων, που εκκίνησε με την καταγγελία της παραπονούμενης παλαιότερα εναντίον του Καθ' ου η αίτηση, ο οποίος αθωώθηκε, και η μία πλευρά αποδίδει στην άλλη προβληματική συμπεριφορά που άπτεται της ψυχοπνευματικής κατάστασης του καθενός. Η παραπονούμενη ισχυρίζεται ότι παρακολουθείται παρενοχλητικά από τον Καθ' ου η αίτηση και ο Καθ' ου η αίτηση ότι καταδιώκεται μανιωδώς από την παραπονούμενη, που νομίζει ότι τον βλέπει παντού, γιατί θέλει να τον κλείσει στη φυλακή.
  25. Εάν όμως το Δικαστήριο γνώριζε εξ αρχής όλες τις λεπτομέρειες, εάν είχε και την εικόνα του Καθ' ου η αίτηση, κυρίως ότι καταγγέλθηκε κατ' επανάληψη για ίδιας φύσης αδικήματα ή παρεμφερείς συμπεριφορές, θα ήταν πιο προσεκτικό στην ανάγνωση των γεγονότων, κατ' επέκταση των επιμέρους προϋποθέσεων, ως προς την ύπαρξη βίας ή και που σχετίζονται με την εκτίμηση του κινδύνου άσκησης ή επανάληψης τέτοιας βίας, στην οποία βασίστηκε ουσιαστικά η έκδοση αμφότερων των διαταγμάτων. Ενδεχομένως να αναζητούσε περαιτέρω διευκρινίσεις από την Αστυνομία. Ασχέτως του αποτελέσματος στο οποίο θα κατέληγε. Η Αστυνομία, ευλόγως, γνώριζε τις λεπτομέρειες αυτές και όφειλε να δώσει στο Δικαστήριο μια πιο ισορροπημένη εικόνα σε σχέση με τις εκατέρωθεν θέσεις των εμπλεκόμενων σε αυτού του είδους τα παράπονα.
  26. Ο τρόπος που ενήργησε η Αστυνομία, αιτούμενη τα συγκεκριμένα διατάγματα από το Δικαστήριο, εκ μέρους της παραπονούμενης, χωρίς την έκθεση όλων των λεπτομερειών που θα μπορούσαν να επιδράσουν ουσιωδώς στην κρίση του Δικαστηρίου, και η παρουσίαση μιας αλλοιωμένης και μη ισορροπημένης εικόνας, για να εξασφαλιστούν τα διατάγματα, δεν ανταποκρίνεται στο καθήκον πλήρους αποκάλυψης που είχε προς το Δικαστήριο.
  27. Παρέλκει η εξέταση οποιουδήποτε άλλου θέματος. Τα διατάγματα είναι ακυρωτέα λόγω μη πλήρους αποκάλυψης από την πλευρά του Αιτητή όλων των λεπτομερειών που θα μπορούσαν να επιδράσουν στην κρίση του Δικαστηρίου να εκδώσει ή όχι τα αιτούμενα διατάγματα. Κατάληξη
  28. Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, τα προσωρινά διατάγματα ημερομηνίας 30.10.2024 ακυρώνονται και η αίτηση απορρίπτεται. (Υπ.) ......... Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Vuitton ν. Δέρμοσακ Λτδ
(1992)1 ΑΑΔ 1453, Odysseos ν. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 CLR 557, Staνros Hotels Aprts Ltd (Αρ.2)
(1994)1 ΑΑΔ 836· Βαβέλ Μπουτίκ Λτδ
(1995)1 ΑΑΔ 947· In Re B.P. Cyprus Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 861· Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν. Aristo Developers Ltd
(2011)1 ΑΑΔ 1377· Αμβροσιάδου ν. Martin Coward, Έφεση 3/2011, ημερομηνίας 15.1.2013· Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου, Πολιτική Έφεση 52/2010, ημερομηνίας 19.03.2014. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.