← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν. JADAAN BASHAR κ.α., Υπόθεση αρ. 1314/2019, 22/11/2024

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν. JADAAN BASHAR κ.α., Υπόθεση αρ. 1314/2019, 22/11/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Υπόθεση αρ. 1314/2019 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν.

  1. JADAAN BASHAR
  2. MAHDY KAHEEL
  3. ΜΙΧΑΛΑΚΗΣ ΑΝΔΡΕΟΥ ____________________ Ημερομηνία: 22 Νοεμβρίου 2024 Εμφανίσεις: Σ. Παπαλαζάρου (κα), για την Κατηγορούσα Αρχή Π. Σιαηλή, για τους Κατηγορούμενους 1 και 2 Κ. Σιαηλής, για τον Κατηγορούμενο 3 Κατηγορούμενος 2: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η (εκ πρώτης όψεως) (ex tempore)
  4. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν μία κατηγορία επί του κατηγορητηρίου, την 1η Κατηγορία, ότι την 18.02.2019, στην Πάφο, είχαν στην κατοχή τους περιουσία για την οποία υπήρχε εύλογη υπόνοια ότι ήταν κλοπιμαία, δηλαδή: · ένα σμυρίλιο μάρκας Bosch με αρ. μοντέλου GWS 22-230 JS χρώματος πράσινου χωρίς δίσκο, · ένα σμυρίλιο μάρκας Makita χρώματος πράσινου στο οποίο αναγράφεται 9049 χωρίς δίσκο, · ένα σμυρίλιο μάρκας Bosch με αρ. μοντέλου GWS 22-230 με δίσκο, · ένα σμυρίλιο χρώματος μάρκας Makita πράσινου χωρίς δίσκο, · ένα κρουστικό τρυπάνι μάρκας HILTI ΤΕ 30-C με S/N 04-0155285-AS-14 χρώματος κόκκινου σε κόκκινη θήκη με 5 αρίδες, · ένα κρουστικό τρυπάνι μάρκας HILTI TE 70-C χωρίς S/N χρώματος κόκκινου σε κόκκινη θήκη με 4 αρίδες, · ένα σμυρίλιο μάρκας Makita μοντέλο GA 9020 χρώματος πράσινου σε πράσινη θήκη με δίσκο και · μία ραπτομηχανή μάρκας Element.
  5. Ο Κατηγορούμενος 3 αντιμετωπίζει μία κατηγορία επί του κατηγορητηρίου, την 2η Κατηγορία, ότι, σε άγνωστη ημερομηνία εντός του μηνός Φεβρουαρίου του 2019, στην Πάφο, είχε στην κατοχή του παράνομη περιουσία, δηλαδή όλα τα προαναφερόμενα αντικείμενα.
  6. Οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 δεν παραδέχθηκαν τη διάπραξη των αδικημάτων που καταλογίζονται σε αυτούς.
  7. Μετά το πέρας της υπόθεσης για της Κατηγορούσας Αρχής, υποβλήθηκε από τους δικηγόρους των Κατηγορούμενων 1, 2 και 3, σύμφωνα με το άρθρο 74(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155, πως δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορούμενων 1, 2 και 3, επαρκώς, ώστε να υποχρεούνται να προβάλουν υπεράσπιση.
  8. Αμφότερες οι πλευρές αγόρευσαν επί αυτής της εισήγησης και έχω υπόψη μου ό,τι αναφέρθηκε, στην πλήρη μορφή. Νομικές πτυχές
  9. Κατά κανόνα, το Δικαστήριο δεν καταλήγει σε κρίση περί αθωότητας ή ενοχής, εάν δεν ακούσει το σύνολο της μαρτυρίας. Σε περίπτωση που υπάρξει εισήγηση ή διαπίστωση του Δικαστηρίου (χωρίς εισήγηση) ότι η δίκη θα πρέπει να διακοπεί στο στάδιο αυτό, αφενός τέτοια εισήγηση ή διαπίστωση πρέπει να είναι συγκεκριμένη, απαντώντας σε μία εκ των δύο περιπτώσεων που θα εξηγηθούν στη συνέχεια, αφετέρου είναι εισήγηση ή διαπίστωση βασικά πως «δεν υπάρχει υπόθεση» ("no case").
  10. Όπως έχει διαχρονικά νομολογηθεί[1], η διακοπή της δίκης στο στάδιο αυτό και, κατ' επέκταση η αθώωση του κατηγορούμενου, δικαιολογείται μόνον σε δύο περιπτώσεις, εάν: (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας, λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, ή (β) η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτήν την καταδίκη του κατηγορούμενου.
  11. Το μέτρο είναι αντικειμενικό. Εξετάζεται εάν, πρώτα απ' όλα, υφίσταται μαρτυρία, και έπειτα εάν επικαλύπτει τα συστατικά στοιχεία του κάθε αδικήματος. Αυτή είναι η πιο εύκολη περίπτωση.
  12. Η πιο σύνθετη περίπτωση είναι να υπάρχει μαρτυρία που επικαλύπτει και τα συστατικά στοιχεία του κάθε αδικήματος. Και πάλι, μπορεί να διακοπεί η δίκη στο στάδιο αυτό, με αναφορά πλέον σε αυτήν την υφιστάμενη μαρτυρία. Θεωρείται στην όψη της η μαρτυρία, χωρίς να αξιολογείται. Το ίδιο αντικειμενικό κριτήριο επιτάσσει και τότε πως, για να καταδειχθεί αντινομία ή έλλειψη πειστικότητας στη μαρτυρία, χωρίς όμως αξιολόγησή της, στην όψη της και μόνον, θα πρέπει να είναι καταφανώς θεμελιακό το πρόβλημα που αναδεικνύεται σε αυτήν μέσα από την αμφισβήτησή της, δια της αντεξέτασης, ώστε να μην μπορεί, οποιοδήποτε Δικαστήριο, να αντιπαρέλθει, εάν σε ένα επόμενο στάδιο προχωρήσει με την αξιολόγηση της μαρτυρίας αυτής.
  13. Το ερώτημα που τίθεται σε αυτό το στάδιο, εάν υφίσταται μαρτυρία, είναι εάν ένα λογικό Δικαστήριο θα μπορούσε να καταδικάσει με βάση αυτήν την συγκεκριμένη μαρτυρία, στο απόγειό της, ώστε να μπορεί να λεχθεί πως υπάρχει υπόθεση, εκ πρώτης όψεως υπόθεση, για να απαντηθεί. Εάν στην υφιστάμενη μαρτυρία υπάρχουν ζητήματα αξιοπιστίας της εκδοχής των μαρτύρων σχετικά με τα γεγονότα, από τα οποία εξαρτάται η ισχύς ή η στάθμιση της δύναμης της μαρτυρίας, ή άλλα ζητήματα που καθορίζονται υποκειμενικά, και υπάρχουν στοιχεία στη βάση των οποίων θα μπορούσε να βασιστεί και κρίση ενοχής, η δίκη θα πρέπει να συνεχιστεί, εάν αυτή η μαρτυρία δεν εκθεμελιώθηκε, με συντριπτική αντεξέταση, ώστε να αναδύεται φυσιολογικά η ανάγκη να μην προχωρήσει η υπόθεση, και όχι το αντίθετο. Τέτοια ανάδυση συμβαίνει στη λειτουργία της λογικής πως, εάν δεν μπορεί να αποδειχθεί μια υπόθεση στη όψη της υφιστάμενης μαρτυρίας, γιατί είναι τόσο πολύ αδύναμη η μαρτυρία αυτή, δεν μπορεί να αποδειχθεί και πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, που θα είναι το αποδεικτικό βάρος στη συνέχεια της υπόθεσης.
  14. Συναφώς, εάν δεν υφίσταται μαρτυρία που να επικαλύπτει όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή εάν υφίσταται μαρτυρία και εκθεμελιώνεται ώστε να μην μπορεί να επιβιώσει σε περίπτωση που συνεχίσει η δίκη, και μπορεί αντικειμενικά να διατυπωθεί πως «δεν υπάρχει υπόθεση», είναι καθήκον του Δικαστηρίου να διακόψει τη δίκη. Η πλευρά του Κατηγορούμενου δεν καλείται να θεραπεύσει ελαττώματα στη μαρτυρία της πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής, ούτε να την ενισχύσει, με δική της μαρτυρία.
  15. Το Δικαστήριο προχωρά στην εκτίμηση για το εκ πρώτης όψεως με συνοπτική αιτιολόγηση, χωρίς ανάλυση της μαρτυρίας, κατά τρόπο που θα μπορούσε να υπεισέλθει και σε αξιολόγηση[2]. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος
  16. Σύμφωνα με το 309 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου Κεφ.154: «
  17. Όποιος έχει στην κατοχή του κινητό, χρήματα, αξιόγραφο ή οποιαδήποτε άλλην περιουσία, για τα οποία υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι είναι κλοπιμαία, είναι ένοχος .. ., εκτός αν αποδείξει με αυτό τον τρόπο που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι απόκτησε νόμιμα την κατοχή τους.»
  18. Για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος του άρθρου 309 ΠΚ, θα πρέπει να αποδειχθούν[3]: (α) η κατοχή κινητού, αξιογράφου ή περιουσίας που δεν είναι γνωστό εάν είναι ή όχι κλοπιμαία και δεν μπορεί να αποδειχθεί ως κλοπιμαία· (β) η κατοχή της περιουσίας να είναι υπό τέτοιες συνθήκες, ύποπτες, ώστε να δημιουργείται υπόνοια ότι είναι κλοπιμαία· (γ) η υπόνοια που δημιουργείται είναι εύλογη.
  19. Το κριτήριο ως προς το εύλογο της υποψίας είναι αντικειμενικό, με αναφορά εάν υπό τις ίδιες συνθήκες, ο μέσος λογικός άνθρωπος, που βλέπει την περιουσία στην κατοχή του Κατηγορούμενου, θα υποψιάζονταν πως πρόκειται για κλοπιμαία περιουσία. Η υποκειμενική αντίληψη δεν αποτελεί απόδειξη του εύλογου.
  20. Εφόσον στοιχειοθετηθεί από την Κατηγορούσα Αρχή η κατοχή περιουσίας και η εύλογη υπόνοια ότι είναι κλοπιμαία, τότε μόνο μεταφέρεται το αποδεικτικό (όχι το νόμιμο) βάρος στον κάτοχο των εκ πρώτης όψεως κλοπιμαίων αντικειμένων, ώστε αυτός να δώσει μαρτυρία που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι η κατοχή της περιουσίας αποκτήθηκε νόμιμα[4].
  21. Όταν η κατοχή καταλογίζεται σε περισσότερα πρόσωπα κατά τον ίδιο χρόνο και τόπο, θα πρέπει να είναι κοινή, δηλαδή τα περισσότερα πρόσωπα να έχουν τον φυσικό έλεγχό της και λόγο επί της μεταχείρισής της σε επίπεδο άσκησης κατοχής. Επιπλέον, ο κάτοχος, θα πρέπει να γνωρίζει ότι βρίσκεται υπό την κατοχή του η περιουσία. Δεν αρκεί η απλή γνώση της ύπαρξης της περιουσίας στην κατοχή άλλου, για να στοιχειοθετήσει κοινή κατοχή[5].
  22. Σύμφωνα με το άρθρο 20 ΠΚ: «Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) εκείνος που διενεργεί πράγματι την πράξη ή παράλειψη, η οποία συνιστά το ποινικό αδίκημα (β) εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι με σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήματος από άλλον (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος (δ) εκείνος που συμβουλεύει ή που προάγει άλλον για διάπραξη ποινικού αδικήματος. .»
  23. Στις υποθέσεις κατοχής, η ανοχή ή η συγκατάθεση (acquiescence) δεν συνιστά, δίχως άλλο, παροχή βοήθειας ή υποκίνηση. Απαιτείται περαιτέρω μαρτυρία που να στοιχειοθετεί, τουλάχιστον, ενθάρρυνση[6]. Περιγραφή της μαρτυρίας
  24. Το Δικαστήριο έχε ενώπιον του τη μαρτυρία του Λοχ.3179 Χ. Αντωνίου (ΜΚ1), που κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στον ΟΠΕ Πάφου, και ο οποίος την 10.10.2024 αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεσή του (Τ1). Σύμφωνα με αυτήν, την 18.02.2019 ώρα 21:45 βρίσκονταν σε υπηρεσιακό όχημα με τον Αστ.737, για μηχανοκίνητη περιπολία στην οδό Ήρας, στην Πάφο, για πρόληψη διαρρήξεων και κλοπών. Εντόπισαν σταματημένο το όχημα με αριθμό εγγραφής KWH757 και δύο πρόσωπα να στέκονται έξω από αυτό. Αφού στάθμευσε, κατέβηκε από το όχημά του και τους υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα. Ακολούθως, τους ζήτησε να παρουσιάσουν τα στοιχεία τους, στην Ελληνική γλώσσα, που έδειξαν να αντιλαμβάνονται. Ο ένας εξ αυτών, Κατηγορούμενος 1, παρουσίασε την άδεια παραμονής του και ενημέρωσε πως είναι και ο ιδιοκτήτης του προαναφερόμενου οχήματος. Ο συνοδηγός του, επίσης, ενημέρωσε για τα στοιχεία της ταυτότητάς του. Τους ρώτησε για τον σκοπό της παρουσίας τους στο μέρος και ο Κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι περιμένει τη Λία για να τον πληρώσει, αφού είναι μηχανικός, και θα της φτιάξει το αυτοκίνητο, γι' αυτό πήγε στο συγκεκριμένο μέρος με τον Κατηγορούμενο
  25. Ο Κατηγορούμενος 1 συγκατατέθηκε να ερευνηθεί το όχημά του, στο πίσω κάθισμα του οποίου εντοπίστηκαν τα αντικείμενα που αναφέρονται στην 1η Κατηγορία. Τότε, ο ΜΚ1, ρώτησε για την προέλευση των εργαλείων και ο Κατηγορούμενος 1 απάντησε «είναι δικά μου, τα αγόρασα» και ο Κατηγορούμενος 2 συμπλήρωσε «ναι, είναι δικά του». Μάλιστα, του ανέφερε πως τα αγόρασε από τον Μιχάλη Τταπολό για €900 πριν από 15 ημέρες. Επειδή δεν είχε μαζί του απόδειξη και οι εξηγήσεις αυτές δεν ικανοποίησαν τον ΜΚ1, επέστησε την προσοχή του Κατηγορούμενου 1 στον νόμο, εκφράζοντάς του την υποψία του πως είναι κλοπιμαία, και ο Κατηγορούμενος 1 επέμεινε «εγώ τα αγόρασα». Κατόπιν της έρευνας στο πορτ μπαγκάζ του οχήματος, εντοπίστηκε και η ραπτομηχανή, που αναφέρεται στην 1η Κατηγορία, η οποία ήταν συσκευασμένη με πολυστερίνη, κατά τρόπο που φαίνονταν καινούργια. Ρώτησε για την προέλευσή της, και ο Κατηγορούμενος 2 απάντησε «μου την έδωσε η Λία για να της σάσω το αυτοκίνητο» και ο Κατηγορούμενος 1 απάντησε «ναι, είναι δική του». Πληροφόρησε τότε τον Κατηγορούμενο 2 για την υπόνοιά του πως είναι κλοπιμαία, έχοντας επιστήσει την προσοχή του στον νόμο, και ο Κατηγορούμενος 2 απάντησε «εντάξει». Μεταφέρθηκαν στα κρατητήρια και τέθηκαν και υπό κράτηση. Ο ΜΚ1 αναγνώρισε τους Κατηγορούμενους 1 και 2, ως τα πρόσωπα που αναφέρει στο Τ
  26. Στη συνέχεια, κατέθεσε φωτογραφίες (Τ2, Τ3, Τ4), που απεικονίζουν την περιουσία που εντοπίστηκε στο όχημα του Κατηγορούμενου 1 και αναφέρεται στο Τ
  27. Την 24.10.2024 δηλώθηκε και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός πως ο Αστ.3731 Η. Μιχαήλ έλαβε την ανακριτική κατάθεση (Τ5) από τον Κατηγορούμενο 1, η οποία αποτελεί πιστή μετάφραση από τα Αραβικά στα Ελληνικά. Επίσης, δηλώθηκε και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός πως ο Αστ.4908 Μ. Χρίστου έλαβε την ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο 2 (Τ6) και ότι αποτελεί πιστή μετάφραση από τα Αραβικά στα Ελληνικά. Κατατέθηκε εκ συμφώνου ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου 3 (Τ7) και δηλώθηκε και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός πως τα αντικείμενα που αναφέρονται στο Τ1 βρίσκονται στην ΑΔΕ Πάφου.
  28. Στο Τ5, ο Κατηγορούμενος 1 είχε αναφέρει πως εργάζεται ως κτίστης στην εταιρεία του αδελφού του, με την επωνυμία «Pafoso» και διαμένει στη διεύθυνση που έδωσε. Το όχημα KWH757 είναι ιδιοκτησίας του. Ο Κατηγορούμενος 2 είναι φίλος του. Την 18.02.2019, γύρω στις 21:30, πήγε από το σπίτι του Κατηγορούμενου 2 για να τον πάρει στο σπίτι κάποιας Έλενας, για να πάρει κάποια χρήματα από την ίδια. Τον πήρε με το αυτοκίνητό του σε μία πολυκατοικία και αφού σταμάτησαν εκεί, ήταν μία κοπέλα σε ένα Nissan, η οποία του ανέφερε πως θα πήγαινε να υπογράψει στην Αστυνομία και θα επέστρεφε σε λίγα λεπτά. Καθώς την περίμεναν να επιστρέψει, μέσα στο όχημα, ήρθε η Αστυνομία και ζήτησε να κάνει έρευνα. Δεν είχε οτιδήποτε να κρύψει, γι' αυτό συγκατατέθηκε στην έρευνα. Βρήκαν στο πίσω κάθισμα κάποια εργαλεία. Τον ρώτησαν πού τα βρήκε και τους απάντησε πως δύο κάγκο μάρκας HILTI και τρία φλεξ μάρκας τα δύο Bosch και το ένα Makita, χρώματος πράσινα, τα αγόρασε πριν από 15 ημέρες μεταχειρισμένα, για τη δουλειά του, υποδεικνύοντας τον τόπο από όπου τα αγόρασε. Ορισμένα από τα εργαλεία, το φλεξ Makita στη θήκη χρώματος πράσινου και το μικρό φλεξ Makita χρώματος πράσινου τα έχει εδώ και δύο χρόνια και τα χρησιμοποιεί για τη δουλειά του. Τη ραπτομηχανή στο πορτ μπαγκάζ την τοποθέτησε ο Κατηγορούμενος 2, όταν έφτασαν στο σπίτι της Έλενας, πήγε στην πολυκατοικία και την έφερε, είπε πως είναι δική του.
  29. Στο Τ6 ο Κατηγορούμενος 2 είχε αναφέρει πως κατάγεται από τη Συρία, διαμένει εδώ και 14 χρόνια στην Πάφο, είναι νυμφευμένος με γυναίκα από την Πολωνία, με την οποία διαμένουν στη διεύθυνση που έδωσε, και έχουν δύο παιδιά. Με τον Κατηγορούμενο 1 είναι φίλοι εδώ και αρκετά χρόνια, τον γνώρισε από δουλειά, όπου δούλευαν μαζί, στα κτίσματα. Όλα τα εργαλεία που είχε εντοπίσει η Αστυνομία στο όχημα του Κατηγορούμενου 1 ανήκουν στον Κατηγορούμενο
  30. Ο ίδιος κανόνισε και τα είχε αγοράσει από το μαγαζί που υπέδειξε, πριν από περίπου 20 ημέρες, μέσω του «Μιχάλη Τταπολού», που ήταν υπεύθυνος στο κατάστημα του Μάριου Χαραλάμπους στην Αγία Βαρβάρα, που πουλά τέτοια εργαλεία, χωρίς να μπορεί να γνωρίζει και πού τα βρήκε· είναι όμως παλιά εργαλεία και τέτοια εργαλεία, παλιά, αγοράζουν από εταιρείες που κλείνουν ή και δεν τα χρειάζονται. Τη ραπτομηχανή του την έδωσε η Λία, η γυναίκα του «Μιχάλη», της είχε επιδιορθώσει το όχημα και δεν είχε χρήματα για να τον πληρώσει και του έδωσε τη ραπτομηχανή για να καλυφθεί μέρος του ποσού. Δεν του ανέφερε πού την βρήκε, αλλά ούτε ο ίδιος ρώτησε.
  31. Στο Τ7 ο Κατηγορούμενος 3 ανέφερε πως ό,τι έχει να πει, θα το πει στο Δικαστήριο.
  32. Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΚ1, ανέφερε πως κατέληξε στο συμπέρασμα πως ο Κατηγορούμενος 2 ήταν ο συνοδηγός, λόγω του ότι ο Κατηγορούμενος 1 ήταν ο ιδιοκτήτης του οχήματος. Του ανέφεραν προφορικά πως είχαν πάει μαζί με το αυτοκίνητο στο μέρος. Τα εργαλεία ήταν πάνω στο πίσω κάθισμα. Γνώριζαν και οι δύο για την ύπαρξη των εργαλείων, στο συγκεκριμένο σημείο. Σε αυτό κατέληξε συμπερασματικά από την ετοιμότητα των απαντήσεων που έδωσαν, δηλαδή και ο Κατηγορούμενος 2 είχε πει άμεσα πως τα εργαλεία ανήκουν στον Κατηγορούμενο
  33. Ενώ απάντησαν με ετοιμότητα πως τα εργαλεία ανήκουν στον Κατηγορούμενο 1 και η ραπτομηχανή στον Κατηγορούμενο 2, σε εκείνο το στάδιο, όπως ανέφερε ο ΜΚ1, δεν είχε λόγο να τους πιστέψει ή όχι, αλλά είχε υποψία πως η αιτία απόκτησης των αντικειμένων αυτών δεν ήταν νόμιμη, την οποία ο ίδιος θεώρησε εύλογη. Ο ίδιος δεν είναι ο εξεταστής της υπόθεσης και δεν έκανε οποιαδήποτε περαιτέρω ενέργεια, ούτε γνωρίζει τι έκαναν οι συνάδελφοί του. Ερωτήθηκε, εφόσον ήταν λεπτομερείς οι εξηγήσεις που δόθηκαν, δόθηκαν ονόματα συγκεκριμένα, ατόμων, γιατί δεν πίστεψε τους Κατηγορούμενους 1 και 2, τι ήταν εκείνο που πυροδοτούσε τις υποψίες του για παρανομία. Ο ΜΚ1 απάντησε πως επειδή ο Κατηγορούμενος 1 του είπε ότι τα αγόρασε από τον Κατηγορούμενο 3, ο οποίος απασχόλησε την Αστυνομία με άλλες υποθέσεις, δεν τον έπειθε για τη νόμιμη προέλευση. Ερωτήθηκε, εάν το πρόβλημα ήταν δηλαδή η αναφορά του Κατηγορούμενου
  34. Όπως απάντησε, ήταν μέρος της εξίσωσης. Πρόσθετα, τα εργαλεία δεν είχαν λόγο να μεταφέρονται με το όχημα εκείνη την βραδινή ώρα, αφού τα αγόρασε πριν από 15 ημέρες, εφόσον δεν τα μετέφερε κάπου. Παρά ταύτα, δεν ρώτησε για την εργασία του Κατηγορούμενου 1, αλλά ο ίδιος του ανέφερε πως ασχολείται με οικοδομές, γεγονός που παρέλειψε να αναφέρει στην κατάθεσή του. Δεν θυμάται αν του είπε και πού ακριβώς δουλεύει. Ωστόσο, δεν διαφοροποιήθηκε η άποψή του πως ένας άνθρωπος που ασχολείται με οικοδομικές εργασίες είχε στην κατοχή του διάφορα μεταχειρισμένα εργαλεία, γιατί, όπως ανέφερε, το όχημα δεν ήταν όχημα που χρησιμοποιείται για τη δουλειά, ήταν καθαρό αυτοκίνητο, και τα συγκεκριμένα εργαλεία δεν ήταν μέρος ενός συνόλου εργαλείων που χρησιμοποιεί ένας οικοδόμος, για να τα έχει μέσα στο αυτοκίνητό του, φαίνονται πως από κάπου παραλήφθηκαν και κάπου πήγαιναν. Δεν χρησιμοποιούνταν για τη δουλειά, τη δεδομένη στιγμή, είχε πέντε φλεξ και τράπανα, ένας που ασχολείται με τη δουλειά, όπως είπε, δεν χρειάζεται να έχει όλα αυτά, ενώ και οποιοσδήποτε είναι οικοδόμος, δεν απαλλάσσεται με το να έχει εργαλεία που είναι προϊόν κλοπής, υπάρχουν, όπως έθιξε, σχετικές εμπειρίες. Τα στοιχεία που τον έκαναν να πιστέψει πως είναι κλοπιμαία η περιουσία τη δεδομένη στιγμή ήταν αυτά, τους ρώτησε από πού τα βρήκαν, του είπαν κάποιους ισχυρισμούς, που δεν τον έπεισαν, σε συνδυασμό με τα άλλα που παρατήρησε στο μέρος, κατέληξε στα συγκεκριμένα συμπεράσματα. Δεν ερεύνησε την αξία εκείνη τη χρονική στιγμή. Τα αντικείμενα δεν ήταν καινούργια, ούτε γνωρίζει εάν ήταν λειτουργικά ή εάν είχαν πρόβλημα. Η εύλογη υπόνοια, όπως είπε, δημιουργήθηκε εκεί, στο μέρος, όχι μετέπειτα. Συνοπτικά, απαρτίζεται από την προέλευση, το από πού τα αγόρασαν, ότι δεν υπήρχε απόδειξη αγοράς, δεν υπήρχε λογική αιτία που τα είχαν στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου εκείνη την ώρα, οπότε και δεν ικανοποιήθηκε από πού τα πήραν και πού τα έπαιρναν, τέθηκε ισχυρισμός που έχρηζε διερεύνησης, που δεν τον έπειθε τη δεδομένη στιγμή. Και για τη ραπτομηχανή, οι ίδιοι ισχυρισμοί, ιδίως η προέλευσή της, δεν τον έπεισε τη δεδομένη χρονική στιγμή. Το όχημα ήταν έξω από την πολυκατοικία στην οποία διαμένει η Λία, χωρίς να είναι βέβαιος εάν διέμενε και ο Κατηγορούμενος 3 εκεί. Δεν αναζήτησε τη Λία, εκείνη θα ήταν ενέργεια σε κατοπινό στάδιο, σχετικά με την οποία, όπως και για όλη τη διερεύνηση, δεν γνωρίζει τι έλαβε χώρα.
  35. Δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία, περιλαμβανομένης μαρτυρίας από τον εξεταστή της υπόθεσης. Σχετικά με την 1η Κατηγορία
  36. Δεν υπάρχει μαρτυρία πως ο Κατηγορούμενος 2 είχε στην κατοχή του τα εργαλεία που βρέθηκαν στο πίσω κάθισμα, και πως ο Κατηγορούμενος 1 είχε στην κατοχή του τη ραπτομηχανή που βρέθηκε στο πορτ μπαγκάζ του αυτοκινήτου του, έχοντας τοποθετηθεί εκεί από τον Κατηγορούμενο 2, ως δική του.
  37. Σχετικά με τα εργαλεία που βρέθηκαν στην κατοχή του Κατηγορούμενου 1, και σχετικά με τη ραπτομηχανή που βρέθηκε στην κατοχή του Κατηγορούμενου 2 υπήρξε η υποψία του ΜΚ1 τη δεδομένη χρονική στιγμή, που μαρτυρήθηκε από τον ΜΚ
  38. Ωστόσο, από το σύνολο της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής, δεν προκύπτει ως αντικειμενικά εύλογη η υποψία που εξ αρχής σχημάτισε ο ΜΚ
  39. Δεν μαρτυρήθηκε πως οι Κατηγορούμενου 1 και 2 είχαν ύποπτες κινήσεις τη δεδομένη χρονική στιγμή που προσεγγίστηκαν από τον ΜΚ
  40. Δεν ήταν πολύ περασμένη η ώρα. Ενεργούσαν απροκάλυπτα. Τα αντικείμενα ήταν μεταχειρισμένα. Έδωσαν με ετοιμότητα απαντήσεις, χωρίς να περιγράφεται συμπεριφορά ύποπτη, που να δεικνύει φόβο και προσπάθεια απόκρυψης. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 είχαν δώσει λεπτομερείς ισχυρισμούς για την προέλευση των αντικειμένων, τα οποία δεν ήταν αξίας ή ποσότητας, ώστε να δημιουργούνται από εκεί αντικειμενικά υποψίες ότι μπορεί να κλάπηκαν από κάπου, σε συνάρτηση και με τις εξηγήσεις που έδωσαν.
  41. Στην εντελώς υποκειμενική κρίση του ΜΚ1 είχε επιδράσει καθοριστικά, όπως και ο ίδιος ανέφερε, η εμπλοκή του «Μιχάλη» στις αναφορές των Κατηγορούμενων 1 και 2, απορρέουσα μόνον εκ του γεγονότος ότι ο Κατηγορούμενος 3 είχε απασχολήσει ξανά τις Αρχές ή παρεμφερή κριτήρια, που δεν εκτέθηκαν και ικανοποιητικά· αγνοώντας, όμως, έναντι σε αυτήν την επικρατούσα στη σκέψη του ΜΚ1 διασύνδεση, οποιαδήποτε εξήγηση είχε δοθεί από τους Κατηγορούμενους 1 και 2 περί νόμιμης αγοράς ή απόκτησης. Μετέπειτα, οι υποκειμενικές υποψίες του ΜΚ1 δεν διερευνήθηκαν περαιτέρω, ώστε να καταδειχθεί αντικειμενικότητα στο εύλογο των υποψιών. Σχετικά με την 2η Κατηγορία
  42. Η μαρτυρία που υφίσταται σε σχέση με την κατοχή, από τον Κατηγορούμενο 3, των εργαλείων, είναι η κατάθεση του Κατηγορούμενου 2 (Τ6), στην οποία όμως ο Κατηγορούμενος 2 αναφέρει πως η αγορά έγινε από το κατάστημα του Μάριου Χαραλάμπους, στη βιομηχανική περιοχή Αγίας Βαρβάρας, στο οποίο ήταν υπεύθυνος ο «Μιχάλης Ταππολός», τον οποίον ο Κατηγορούμενος 2 γνώριζε γιατί είχε εργαστεί και ο ίδιος στο εν λόγω κατάστημα. Αντίστοιχα, στη μαρτυρία του Κατηγορούμενου 1 (Τ5) γίνεται επίσης αναφορά σε αγορά που έγινε από το κατάστημα του Μάριου στην Αγία Βαρβάρα, όπου πωλούν μεταχειρισμένα εργαλεία, από κάποιον υπάλληλο εκεί, το όνομα του οποίου δεν γνώριζε ο Κατηγορούμενος
  43. Δεν προκύπτει, από τη μαρτυρία αυτή, πως ο Κατηγορούμενος 3 είχε στη δική του κατοχή τα μεταχειρισμένα εργαλεία ή και τη ραπτομηχανή, που βρέθηκαν στην κατοχή των Κατηγορούμενων 1 και 2, αντίστοιχα. Η δε μαρτυρία του Κατηγορούμενου 2 πως η Λία είναι γυναίκα του «Μιχάλη» δεν συνιστά μαρτυρία ότι η ραπτομηχανή ήταν οποτεδήποτε στην κατοχή του Κατηγορούμενου
  44. Ο ΜΚ1, στη δια ζώσης μαρτυρία του, ανέφερε πως δεν γνωρίζει εάν ο Κατηγορούμενος 3 διέμενε με τη Λία.
  45. Ακόμα, όμως, κι αν θεωρούνται πως οι αναφορές των Κατηγορούμενων 1 και 2 στον υπάλληλο του καταστήματος του Μάριου στην Αγία Βαρβάρα ή στον «Μιχάλη Ταππολό» συνιστά μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος 3 είχε ιδία ή κοινή κατοχή των εργαλείων, που αγοράστηκαν από το κατάστημα, που πουλά μεταχειρισμένα εργαλεία, του οποίου ήταν εκείνος υπεύθυνος, ως εκ του ρόλου του αυτού, και πάλι, δεν προκύπτει, από οποιαδήποτε μαρτυρία, υποψία ότι τέτοια κατοχή ήταν παράνομη.
  46. Το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος 3 απασχόλησε τη δικαιοσύνη με άλλα ζητήματα, και γενικότερα το γεγονός πως οποιοσδήποτε απασχόλησε τη δικαιοσύνη σε άλλα ζητήματα, δεν σημαίνει πως όλες οι ενέργειές του είναι μολυσμένες με παρανομία, οπότε οποιαδήποτε αναφορά στο όνομά του, ενέχει και παρανομία. Αυτή η διατύπωση δεν συνιστά υποψία, πόσω μάλλον αντικειμενικά εύλογη. Είναι συνειρμική σκέψη που εκδηλώθηκε αρχικά από τον ΜΚ1, όπως ο ίδιος ανέφερε, και παρέμεινε σε επίπεδο προκατάληψης, εφόσον ουδέποτε διερευνήθηκε, για να πλαισιωθεί με μαρτυρία, μέσα από την οποία να δίδεται λογικό πλαίσιο και αντικειμενική υφή. Κατάληξη
  47. Δεν μπορεί να προκύψει οτιδήποτε άλλο από τη συνέχιση αυτής της διαδικασίας, ώστε να χρειάζεται η υπεράσπιση των Κατηγορούμενων 1, 2 και
  48. Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, επειδή δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορούμενων 1 και 2 για την 1η Κατηγορία, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αθωώνονται στην 1η Κατηγορία και απαλλάσσονται από αυτήν.
  49. Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, επειδή δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου 3 για την 2η Κατηγορία, ο Κατηγορούμενος 3 αθωώνεται στην 2η Κατηγορία και απαλλάσσεται από αυτήν.
  50. Τα εργαλεία που κατασχέθηκαν ως τεκμήρια να επιστραφούν στον Κατηγορούμενο 1 και η ραπτομηχανή που κατασχέθηκε ως τεκμήριο να επιστραφεί στον Κατηγορούμενο
  51. Έξοδα €60 να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.) .......... Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Πρακτική του 1962 (Practice Note

(1962)1 All ER 448, R. v. Hipson
(1969)Cr. L.R. 85, R. v. Galbraith [1981] 2 All ER 1060, Azinas v. Police
(1981)2 CLR 9, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133, Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191, Γεωργίου v. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 515, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Δράκου
(2012)2 ΑΑΔ 851, Mariano v. Αστυνομίας
(2015)2 ΑΑΔ 808, Ι.Π.Κ. Ηχοκίνηση Λτδ ν. Σιέγγερη
(2016)2 ΑΑΔ 851, Silver Leaf Developments Ltd v. Στυλιανού, ΠΕ 120/2019, 01.07.2021, ECLI:CY:AD:2021:B301, Fowles v. A.M.G., ΠΕ 57/22, 08.05.2023, ECLI:CY:AD:2023:B152, Νικολάου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 125/2021, 14.03.2024. [2] Παναγιώτου κ.ά. v. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191, Νικολάου ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 125/2021, 14.03.
  1. [3] Kamilaris and another v. The Police (V18) 1 CLR 78, Narmania v. Αστυνομίας, ΠΕ 4/2018 και 5/2018, 03.04.2019, Κλεάνθους ν. Αστυνομίας, ΠΕ 236/2018, 11.01.2019, ECLI:CY:AD:2019:B3, Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας, ΠΕ 72/2018, 24.10.2019, ECLI:CY:AD:2019:B444, Νεοκλέους ν. Αστυνομίας, ΠΕ 26/2022, 07.04.2023, ECLI:CY:AD:2023:B
  2. [4] Νεοκλέους ν. Αστυνομίας, ΠΕ 26/2022, 07.04.2023, ECLI:CY:AD:2023:B
  3. [5] Κατ' αναλογία R v. Irala-Prevost [1965] Crim. L.R. 606, R v. Strong
(1989)86
(10)L.S.G. 41, Σίφουνας ν. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 91, Hiscock ν. Δημοκρατίας, ΠΕ 183/15 κ.ά., 19.10.2017, [6] Κατ' αναλογία R v. Conway and Burkes [1994] Crim. L.R. 887. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.