← Κύπρος

V. E., ΕΕΣ 11/2024, 23/12/2024

V. E., ΕΕΣ 11/2024, 23/12/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. ΕΕΣ 11/2024 Αναφορικά με τον περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητούμενων μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμο 133(Ι)/2004 και τον V. E. από την Ουκρανία ___________________ Ημερομηνία: 23 Δεκεμβρίου 2024 Εμφανίσεις: Α. Χ' Κύρου, για τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Β. Ακάμας και Α. Ανδρέου, για τον Καθ' ου η αίτηση Καθ' ου η αίτηση: παρών Διερμηνέας: Γαλάτεια Γεωργίου Α Π Ο Φ Α Σ Η 1. Ο Καθ' ου η αίτηση συνελήφθη την 23.10.2024, στην Πάφο, και οδηγήθηκε αυθημερόν ενώπιον του Δικαστηρίου, ως το αρμόδιο Δικαστήριο, προς εκτέλεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης (ΕΕΣ) που εκδόθηκε εναντίον του από το Amtsgericht Dresden (Επαρχιακό Δικαστήριο του Dresden, στη Γερμανία) την 04.10.2024, με σκοπό την παράδοσή του στη Γερμανία και την εναντίον του άσκηση ποινικής δίωξης, περιλαμβανομένης της προανάκρισης, για πράξεις που, σύμφωνα με το κράτος έκδοσης, συνιστούν απάτη και αδικήματα σχετικά με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, που διαπράχθηκαν την περίοδο από 05.11.2019 - 21.04.2021, και τιμωρούνται με ποινές στερητικές της ελευθερίας, πολυετείς. 2. Δεν υπήρξε αμφισβήτηση της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου. Επίσης, δεν υπήρξε οποιαδήποτε αμφισβήτηση της ταυτότητας του Καθ' ου η αίτηση ως του εκζητούμενου προσώπου, έλαβε υπηρεσίες διερμηνέως στην ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία και εκπροσωπήθηκε από δικηγόρους, δια των οποίων έλαβε γνώση της διαδικασίας και όλων των δικονομικών δικαιωμάτων του, κατά τρόπο ώστε να ικανοποιούνται οι πρόνοιες των άρθρων 17 και 20 του περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμου 133(I)/2004. 3. Οι συνήγοροι του Καθ' ου η αίτηση πρόβαλαν ένσταση στην παράδοσή του στο κράτος έκδοσης του εντάλματος σύλληψης. Ακολούθησε ακροαματική διαδικασία. Διαδικασία 4. Η διαδικασία διεξήχθη έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του νόμου και των διαδικαστικών κανονισμών, περιλαμβανομένων των προβλεπόμενων προθεσμιών, ως προς τις οποίες υπήρξαν δέουσες ενημερώσεις, για την καθυστέρηση που υπήρξε (με αναφορά στη συντομότερη προθεσμία που προβλέπει ο διαδικαστικός κανονισμός), προκειμένου να διασφαλιστεί η άσκηση των δικαιωμάτων του εκζητούμενου. 5. Κατέθεσαν ως μάρτυρες, εκ μέρους της αιτούσας αρχής, ο Προκόπης Χίντικος (Μ1) και ο Αστ.2482 Χρ. Σάββα (Μ2), οι οποίοι αντεξετάστηκαν από τους δικηγόρους του εκζητούμενου. Από πλευράς του εκζητούμενου, κατέθεσαν ως μάρτυρες ο ίδιος ο εκζητούμενος (Μ3), ο Θεοδόσης Καραμανής (Μ4) και η A. R. (M5). Η μαρτυρία τους καταγράφθηκε στα πρακτικά της δίκης, που τηρήθηκαν. Έγγραφη μαρτυρία αποτελούμενη από δέσμες εγγράφων ή έγγραφα που σημάνθηκαν ως τεκμήρια (Τ1-Τ19) είναι επίσης ασφαλισμένα στον φάκελο της διαδικασίας. 6. Μετά την ολοκλήρωση της ακρόασης της μαρτυρίας, αμφότερες οι πλευρές αγόρευσαν, προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων. 7. Έχω υπόψη μου ό,τι κατατέθηκε και ό,τι αναφέρθηκε, στην πλήρη του μορφή, ακόμα κι αν δεν γίνεται αυτούσια, ειδική ή λεπτομερής αναφορά και στο κείμενο της απόφασης. Μαρτυρία 8. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, ως καθοδηγεί η νομολογία[1], γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και την πειστικότητά της, σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία και την αντικειμενική όψη των πραγμάτων. Δυνατόν να λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες, που δεν εκτίθενται εκ προοιμίου ή εξαντλητικά, όπως η αμεσότητα στις απαντήσεις, η συνοχή και η λογική συνέχειά τους, η απουσία ουσιωδών αντιφάσεων ή υπερβολών, η πιθανότητα όπως κάποια εκδοχή ως προς τα πράγματα να επηρεάζεται από την ευκαιρία γνώσης των γεγονότων ή από το προσωπικό συμφέρον ή την επιθυμία ή από τη μνήμη. Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να δει και τη συμπεριφορά των μαρτύρων στο εδώλιο του μάρτυρα. Η εκδοχή του κάθε μάρτυρα δεν προσεγγίζεται μικροσκοπικά, με εστίαση απλώς στις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν ή τη σειρά τους, αλλά ως ένα σύνολο, μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της προφορικής δίκης, με όσα την περιστοιχίζουν, στην οποία ο προφορικός λόγος των μαρτύρων μπορεί να μην είναι σε τέλεια γλώσσα ή καλά συνταγμένος και εκφρασμένος, ή απόλυτα ακριβής. Το Δικαστήριο μπορεί να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο, εάν κάτι τέτοιο δικαιολογείται, χωρίς ωστόσο να υπάρχει η δυνατότητα να δέχεται ή να απορρίπτει συστηματικά σημεία της μαρτυρίας κατά το δοκούν ή με επιλεκτικότητα που να παραπέμπει σε κατάτμηση και χρησιμοποίηση της μαρτυρίας, για να υποστηριχθεί συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Η αναφορά του Δικαστηρίου σε αξιοπιστία της μαρτυρίας, στο πλαίσιο συγκεκριμένης υπόθεσης, δεν απευθύνεται στο άτομο, την εντιμότητά του ή την ειλικρίνειά του ως γενικότερα χαρακτηριστικά του. Μ1 9. Ο Μ1 εργάζεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξης, που είναι η Κεντρική Αρχή. Κατέθεσε στο Δικαστήριο τα έγγραφα που κατέχει σχετικά με το αίτημα που παραλήφθηκε από το κράτος έκδοσης και τη διαδικασία που γνωρίζει πως ακολούθησε η Κεντρική Αρχή, παραλαμβάνοντας το αίτημα. Ειδικότερα, κατέθεσε τα ακόλουθα έγγραφα: 17.1. Ηλεκτρονική επικοινωνία ημερομηνίας 17.10.2024 μεταξύ του S. K., που αναφέρεται ως ανακριτής της υπόθεσης στη Γερμανία, και του Μ1, δια του οποίου διαβιβάστηκε, μεταξύ άλλων, το προς εκτέλεση ΕΕΣ, με ρητές οδηγίες να μην εκτελεστεί πριν από την 23.10.2024 (Τ1). 17.2. Επιστολή ημερομηνίας 21.10.2024 από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξης προς τον Αρχηγό της Αστυνομίας, δια της οποίας διαβιβάστηκε προς εκτέλεση το ΕΕΣ, με οδηγίες να μην εκτελεστεί πριν από την 23.10.2024, η οποία ορίστηκε ως ημέρα κοινής δράσης (Τ2). 17.3. Ηλεκτρονικό επικοινωνία ημερομηνίας 24.10.2024 από την E. G. από τη Γενική Εισαγγελία στο Dresden (GeneralStaatsanwaltschaft Dresden) προς τον Μ1, με την οποία διαβιβάστηκε συνημμένο το ΕΕΣ προς εκτέλεση, στα Γερμανικά και στα Αγγλικά, με σχετική συνοδευτική επιστολή, ημερομηνίας 23.10.2024 (Τ3). 17.4. Ηλεκτρονική επικοινωνία ημερομηνίας 25.10.2024 μεταξύ της δικηγόρου εκ μέρους της Κεντρικής Αρχής και του Μ1, δια της οποίας ζητήθηκαν έγγραφα και διευκρινίσεις, που είχαν ζητηθεί από τους δικηγόρους του Καθ' ου η αίτηση (Τ4). 17.5. Ηλεκτρονική επικοινωνία ημερομηνίας 29.10.2024 μεταξύ του Μ1 και της G. E., εκπροσώπου της αρχής έκδοσης, με συνημμένη επιστολή, στην οποία ζητούνται τα στοιχεία που ζητήθηκαν από τους δικηγόρους του Καθ' ου η αίτηση (Τ5). 17.6. Επιστολή ημερομηνίας 29.10.2024 από τον S. S.-R., για τη Γερμανική Γενική Εισαγγελία, στα Γερμανικά και στα Αγγλικά, με την οποία διευκρινίζει, σε σχέση με τα στοιχεία που αναζητήθηκαν από τους δικηγόρους του Καθ' ου η αίτηση, πως η παράδοση ζητείται για σκοπούς ποινικής δίωξης και δεν υπήρξε οποιαδήποτε δίκη ή απόφαση που εκδόθηκε στο πλαίσιο δίκης, επομένως τα σημεία 2 και 3.4 στο μέρος (
  2. d)του ΕΕΣ λανθασμένα σημειώθηκαν. Με αυτήν την επιστολή διαβιβάστηκε και το εθνικό ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε από το Δικαστήριο του Dresden την 04.10.2024, στα Γερμανικά και στα Αγγλικά (Τ6). 17.7. Ηλεκτρονική επικοινωνία της δικηγόρου της Κεντρικής Αρχής προς τον Μ1, ημερομηνίας 19.11.2024, με την οποία διαβιβάστηκαν ερωτήματα από τους δικηγόρους του Καθ' ου η αίτηση, εάν έχει καταρτιστεί κατηγορητήριο εναντίον του εκζητούμενου κι αν η παράδοσή του ζητείται για σκοπούς προφυλάκισης μέχρι τη δίκη, σε συγκεκριμένη ποινική υπόθεση, με συγκεκριμένες κατηγορίες (Τ7). 17.8. Ηλεκτρονική επικοινωνία του Μ1 με την E. G., με συνημμένη επιστολή ημερομηνίας 19.11.2024, με την οποία ζητούνται οι συγκεκριμένες διευκρινίσεις, καθώς και σχετικές πληροφορίες για το Γερμανικό δίκαιο (Τ8). 17.9. Ηλεκτρονική επικοινωνία ημερομηνίας 21.11.2024, με συνημμένη επιστολή ημερομηνίας 19.11.2024, με την οποία αναφέρεται πως η διερεύνηση γίνεται αναφορικά με αριθμό κατηγοριών, που αναφέρονται στο εθνικό ένταλμα σύλληψης, και ότι η παράδοση ζητείται για σκοπούς διερεύνησης. Αναφέρει πως δεν υπάρχει κατηγορητήριο και ότι δεν είναι επιτρεπτό να κατηγορηθεί κάποιο πρόσωπο χωρίς δίκαιη δίκη, ωστόσο ο εκζητούμενος, μέχρι στιγμής, δεν είναι στη διάθεση των Γερμανικών Αρχών. Προσκόμισε μεταφρασμένα τα άρθρα 263, 25 και 53 του Γερμανικού Ποινικού Κώδικα. Αναφέρθηκε εκ νέου πως δεν υπάρχει δίκη που να οδηγεί σε απόφαση ως στο μέρος (
  3. d)του ΕΕΣ, επομένως γι' αυτό αναφέρθηκε ο σκοπός της ποινικής δίωξης και εστάλη εκ νέου το εθνικό ένταλμα σύλληψης. Δεν αναφέρθηκε ξεκάθαρα, παρόλο που η ερώτηση των δικηγόρων του Καθ' ου η αίτηση ήταν σαφής, εάν υπάρχει δικαστική απόφαση για μέτρο στερητικό της ελευθερίας του Καθ' ου η αίτηση (Τ9). 17.10. Επιστολή ημερομηνίας 06.12.2024 με συνημμένο διάταγμα στην πολιτική αίτηση 200/2024 ημερομηνίας 05.12.2024 και ένορκη δήλωση επίδοσης (Τ10). 10. Κατά την αντεξέτασή του, που ήταν εκτενής, ο Μ1 απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις που έγιναν, κατατοπιστικά, με αναφορά και στα υφιστάμενα έγγραφα. Όλες οι απαντήσεις του Μ1 ήταν με βάση τα έγγραφα που κατέχει η Κεντρική Αρχή, που αναμφίβολα υπάρχουν, με το περιεχόμενο που φέρουν και είναι ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν υπάρχουν σημεία αναξιοπιστίας της μαρτυρίας του, η οποία άλλωστε ήταν για να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τα έγγραφα που αποτελούν και τις βάσεις διεξαγωγής της όλης διαδικασίας. Το Δικαστήριο δεν βασίζεται σε γνώμες που εκφράστηκαν από τον Μ1. Μ2 11. Ο Μ2 αναγνώρισε και υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής του ημερομηνίας 23.10.2024 (Τ11), στην οποία αναφέρει πως την 23.10.2024, στο πλαίσιο συντονισμένης επιχείρησης από διάφορα τμήματα της Αστυνομίας, μετέβη μαζί με τους Αστ.3345, Αστ.2814, Αστ.2196 και B. F. της Γερμανικής Αστυνομίας στο διαμέρισμα του εκζητούμενου, με σκοπό την εκτέλεση του ΕΕΣ με αριθμό αναφοράς 273Gs5151/24 που εκδόθηκε από τις Γερμανικές Αρχές την 04.10.2024 καθώς επίσης και για εκτέλεση εντάλματος έρευνας που εκκρεμούσε για την οικία του. Την ίδια ημέρα και ώρα 07:05 συνέλαβε τον εκζητούμενο βάσει του ΕΕΣ, που του υπέδειξε, και τον πληροφόρησε για τα αδικήματα που διερευνώνται εναντίον του, του επέστησε την προσοχή του στον νόμο, χωρίς να δοθεί απάντηση. Αμέσως μετά τη σύλληψή του, τον ενημέρωσε προφορικά για τα δικαιώματά του. Ακολούθως, επέδωσε τα δικαιώματά του στη Ρωσική γλώσσα, μετά από δική του επιθυμία, τα οποία διάβασε. Εξέφρασε την επιθυμία να μιλήσει με δικηγόρο, όπως και έγινε. Ώρα 08:28 υπέγραψε τα δικαιώματα κρατουμένων. Από την έρευνα που έγινε στην οικία, βάσει του εντάλματος έρευνας, ανευρέθηκε και παραλήφθηκε αριθμός τεκμηρίων. Η έρευνα διενεργήθηκε στην παρουσία του εκζητούμενου και της συμβίας του. Μετά το πέρας της έρευνας, οδηγήθηκε στα γραφεία του ΤΑΕ Πάφου. Ο Μ2 αναγνώρισε πως το εγχειρίδιο δικαιωμάτων υπόπτων/κρατουμένων που δόθηκε στον εκζητούμενο και που ο εκζητούμενος υπέγραψε είναι αυτό που καταχωρίστηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου μαζί με το ΕΕΣ (Τ12). Αναγνώρισε επίσης το ΕΕΣ βάσει του οποίου έγινε η σύλληψη του εκζητούμενου με τη φέρουσα οπισθογράφηση εκτελεσής του (Τ13), που διαβιβάστηκε στο Δικαστήριο ως αρχή εκτέλεσης, μαζί με το αντίγραφο της άδειας διαμονής του εκζητούμενου (Τ14) και το αντίγραφο του διαβατηρίου του (Τ15). Ανέφερε πως η έρευνα δεν έγινε από τον ίδιο, ο οποίος ήταν υπεύθυνος μόνο για τη σύλληψη και την ασφαλή μεταφορά του εκζητούμενου, τον οποίο επίσης αναγνώρισε ως το πρόσωπο που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου. 12. Κατά την αντεξέτασή του, ο Μ2 ανέφερε, μεταξύ άλλων, πως αρχικά είχαν πάει στην οικία του εκζητούμενου τα πρόσωπα που ανέφερε στο Τ11, και στην πορεία είχαν μεταβεί και άλλοι αστυνομικοί. Δεν ήταν επικεφαλής κάποιας δράσης, απλώς ορίστηκε ως υπεύθυνος, εάν και εφόσον εντοπίζονταν ο εκζητούμενος, να διενεργήσει τη σύλληψή του. Ο ίδιος είχε στην κατοχή του μόνο το ΕΕΣ και όχι κάποιο ένταλμα έρευνας. Υπήρχε ένταλμα έρευνας, το είδε, αλλά δεν ασχολήθηκε μαζί του. Η είσοδος στην οικία είχε γίνει βάσει του εντάλματος έρευνας (Τ16). Ο ίδιος δεν επέβλεπε την έρευνα, αν και ήταν εκεί, για να είναι παρών ο εκζητούμενος κατά τη διάρκειά της, έχοντας υπό την επίβλεψή του τον εκζητούμενο. Η σύλληψη προηγήθηκε της έρευνας. Δεν γνωρίζει ποιος εξουσιοδότησε τον B. F. να είναι παρών, αλλά γνωρίζει πως είναι μέλος της Γερμανικής Αστυνομίας και είχε εισέλθει και εκείνος στην οικία. Είχε μεταβεί εκεί με όχημα της Αστυνομίας. Έβλεπε κάποια τεκμήρια που παραλαμβάνονταν, ορισμένα παραλήφθηκαν μετά από δικές του υποδείξεις. Όσον αφορά την πρακτική που ακολουθείται σε περιπτώσεις κατασχέσεων αντικειμένων κατόπιν εκτέλεσης ενταλμάτων έρευνας, όπως ανέφερε, καθένας έχει τον δικό του τρόπο που χειρίζεται τα τεκμήρια, μπορούν να παραληφθούν, να γίνει κατάλογος, να υποδειχθεί στο πρόσωπο στο οποίο ανήκουν, εάν συμφωνεί, να το υπογράψει. Δεν θυμάται ο ίδιος τι ακριβώς κατασχέθηκε, θυμάται όμως πως ήταν κάποιες ηλεκτρικές συσκευές, δηλαδή τηλέφωνα και laptop, αλλά και ορισμένα έγγραφα. Δεν θυμάται εάν κλήθηκε να υπογράψει. Όταν μεταφέρθηκε στο ΤΑΕ δεν έγινε ανάκριση, ανέμενε μέχρι να οδηγηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν γνωρίζει τι έγινε μετέπειτα. Θυμάται ότι είχε επιδοθεί στη σύζυγο του εκζητούμενου ειδοποίηση για λήψη κατάθεσης (Τ17). Δεν μπορεί να γνωρίζει εάν κατά την έρευνα είχε κατασχεθεί και το δικό της κινητό τηλέφωνο. Θυμάται πως δόθηκαν κάποιοι κωδικοί, αλλά δεν θυμάται για ποια συσκευή ούτε τη διαδικασία με την οποία δόθηκαν· δεν θυμάται και να του ζητήθηκαν με επιμονή, δηλαδή να έγινε κάτι επεισοδιακό. Ο λόγος σύλληψης του εκζητούμενου δεν ήταν άλλος, όπως είπε, παρά η εκτέλεση του ΕΕΣ. 13. Ο Μ2 ανέφερε με σταθερότητα και σαφήνεια τι ακριβώς έπραξε και τι θυμάται από τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στην οικία του εκζητούμενου την 23.10.2024 και δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις. Οι αναφορές του συνάδουν με τα έγγραφα, απαντούσε με αμεσότητα και σαφήνεια, και δεν υπάρχουν σημεία αναξιοπιστίας της μαρτυρίας του. Μ3 14. Ο εκζητούμενος (Μ3) υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής του δήλωσης (Τεκμήριο Α). Σε αυτήν αναφέρει τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν την 23.10.2024, από τη δική του οπτική, εκφράζοντας παράπονα για τον τρόπο μεταχείρισης που είχε. Ειδικότερα, αναφέρει πως ενώ η γλώσσα του είναι η Ουκρανική, του δόθηκε το εγχειρίδιο δικαιωμάτων του στη Ρωσική γλώσσα, γιατί μόνο σε εκείνη την γλώσσα ήταν διαθέσιμο. Εισήλθαν στην οικία του αριθμός Κύπριων και Γερμανών ερευνητών. Του ζήτησαν αμέσως το κινητό του και η εντύπωσή του ήταν πως ήταν το μόνο που τους ενδιέφερε. Υπήρχε μια γυναίκα μαζί τους η οποία μιλούσε γρήγορα, επιθετικά, ζητώντας τους να ξεκλειδώσουν τα κινητά τους και να τα βάλουν σε λειτουργία πτήσης. Όταν είδε πως το κινητό του είχε κωδικό pin και πρόσθετα χρειάζονταν δακτυλικό αποτύπωμα για το ξεκλείδωμα, ρώτησε πώς να το ξεκλειδώσει, όταν της απάντησε σχετικά με τον τρόπο ξεκλειδώματος, άρχισε να τον πιέζει να της πει τον κωδικό. Το ίδιο έπραξε και με την συμβία του. Ζήτησε πιεστικά το κινητό και τον κωδικό. Παρατήρησε πως φορούσε και έξυπνο ρολόι, έλεγξε κάτι σε αυτό και έπειτα αποφάσισε πως δεν το χρειάζεται. Πήραν το κινητό, γνωρίζοντας πως ήταν δικό της. Εκείνος ρώτησε εάν έχουν δικαίωμα να το κάνουν αυτό, και έλαβε θετική απάντηση, αναφέροντας πως δεν έχουν ένταλμα σύλληψης εναντίον της και πως, εάν χρειαστεί, θα εξασφαλίσουν. Ενημερώθηκαν για το δικαίωμά τους να διορίσουν δικηγόρο. Η συμβία του ρώτησε εάν θα μπορούσε να καλέσει το τμήμα ανθρώπινου δυναμικού της εταιρείας της, για να τη συμβουλεύσουν σχετικά με τον δικηγόρο, ωστόσο ανέφεραν πως επιτρέπεται μόνο η επικοινωνία με δικηγόρο και ότι η εταιρεία της είναι υπό διερεύνηση. Ένας μεγαλόσωμος αστυνομικός τους έδωσε το κινητό του, για να καλέσουν από αυτό δικηγόρο. Επικοινώνησε με δικηγόρο που γνώριζε ο Μ3, που θα μπορούσε να μεταβεί αργότερα. Έλαβαν το macbook air από το τραπέζι και τον σκληρό δίσκο από τον υπολογιστή της συμβίας του, που χρησιμοποιεί για την εργασία της εξ αποστάσεως. Εισήλθαν και άλλοι στο διαμέρισμα, πηγαινοέρχονταν, ένας φωτογράφος άρχισε να βγάζει φωτογραφίες. Τους ρώτησε εάν έχουν ένταλμα έρευνας και κατάσχεσης, αλλά αισθάνθηκε πως δεν του έδωσαν σαφή απάντηση. Αν και ενημερώθηκε για το ΕΕΣ, δεν είχε ενημερωθεί και για την ύπαρξη της Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας (ΕΕΕ) και του εθνικού εντάλματος έρευνας, για τα οποία ενημερώθηκε εκ των υστέρων, από τους δικηγόρους του. Άρχισαν να ελέγχουν διάφορα έγγραφα με τον Γερμανό, εάν τα χρειάζονται ή όχι, για να τα πάρουν. Την ίδια ημέρα επέδωσαν στην συμβία του ειδοποίηση (Τ17) με την οποία της είπαν ότι είναι υποχρεωμένη να δώσει κατάθεση. Τον ίδιο τον οδήγησαν σε κράτηση και μετέπειτα στο Δικαστήριο. Την επόμενη ημέρα, το πρωί, τον επισκέφθηκε γυναίκα αστυνομικός, που του επέδωσε και αυτού σχετική ειδοποίηση για λήψη κατάθεσης, και του είπε ότι θα έρχονταν αργότερα για να ληφθεί η κατάθεση

(19). Ζήτησε από τον δικηγόρο Θεοδόση Καραμανή να είναι μαζί του. Ο δικηγόρος του τον ενημέρωσε για το δικαίωμα σιωπής που είχε. Κατά την ανάκριση ήταν παρούσα η γυναίκα Αστυνομικός και ο Γερμανός. Η γυναίκα αστυνομικός είπε στην αρχή πως υπήρχε το δικαίωμα της σιωπής. Ερωτήθηκε περίπου 36 ερωτήσεις για τη δουλειά του και τους ανθρώπους που δουλεύουν μαζί του. Άσκησε το δικαίωμα σιωπής. Ενώ είχε επιλέξει να ασκήσει αυτό το δικαίωμα, κάποια στιγμή, επενέβη ο Γερμανός και ρώτησε εάν είχε αποφασίσει να μην απαντήσει σε οποιαδήποτε ερώτηση. Ο Μ3 απάντησε πως ήταν δικαίωμά του. Ακολούθως, τον ενημέρωσε πως εάν συνεργαστεί, μπορεί να επωφεληθεί χαμηλότερης ποινής στη Γερμανία, ειδάλλως θα είναι η αυστηρότερη ποινή, που είναι μέχρι και δέκα χρόνια. Ένιωσε, ο Μ3, όπως αναφέρει, πως ήθελαν να λάβουν από εκείνον όσο το δυνατόν περισσότερες πληροφορίες και ότι εκείνος ήταν ο σκοπός της σύλληψής του. Οι δικηγόροι του τον ενημέρωσαν πως η παρέμβαση του Γερμανού κατά την ανάκριση ήταν ενάντια στα δικαιώματά του. Επίσης, το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε το ένταλμα έρευνας (Τ18) και όλα τα αντικείμενα που συλλέχθηκαν θα επιστραφούν στους νόμιμους ιδιοκτήτες τους. 15. Κατά την αντεξέτασή του, ο Μ3 δέχθηκε πως αντιλαμβάνεται και τη Ρωσική γλώσσα, ωστόσο, επειδή η Ουκρανική είναι η μητρική του γλώσσα, θα μπορούσε να αντιληφθεί καλύτερα. Δέχθηκε πως αντιλήφθηκε όμως πλήρως τα δικαιώματά του. Όταν τα διάφορα άτομα άρχισαν να εισέρχονταν στην οικία του, τους ζήτησε να επιδείξουν κάποια έγγραφα, για να κατανοήσει ποια ήταν αυτά τα άτομα και μόνο ο βασικός αστυνομικός του έδειξε το σήμα του. Τον ρώτησε αν θα μπορούσε να καταγράψει το όνομά του, επειδή δεν είχε αντιληφθεί, αλλά δεν του το επέτρεψε. Άλλα άτομα απλά εισέρχονταν και εξέρχονταν, και ο ίδιος δεν είχε κανένα έλεγχο του διαμερίσματός του. Ανέφερε πως ο Μ2 είχε μεταβεί στην οικία του στη μέση της διαδικασίας, σε ένα «δεύτερο μέρος», ενώ εξ αρχής εκεί ήταν η γυναίκα και ένας μεγαλόσωμος αστυνομικός. Ανέφερε πως ο Μ2 δεν του έδωσε οποιεσδήποτε πληροφορίες και στοιχεία. Υποβλήθηκε στον Μ3 πως είχαν ενημερωθεί για το δικαίωμά τους να μην δώσουν στοιχεία για το ξεκλείδωμα των συσκευών και ότι, σε περίπτωση που τα δώσουν, ενδεχομένως να χρησιμοποιηθούν σε δικαστική διαδικασία. Ο Μ3 έδωσε μακροσκελή απάντηση, λέγοντας πως βασικά πρώτα πιέστηκε να δώσει τον κωδικό του, που ούτως ή άλλως είδαν να χρησιμοποιεί, και μετά ανέφερε ο μεγαλόσωμος αστυνομικός πως μπορεί να επιλέξει να μην τον δώσει. Αναφέρθηκε στον Μ3 πως το ΕΕΣ, που δέχθηκε πως του υπέδειξαν, εξουσιοδοτούσε και τη λήψη συσκευών, ο Μ3 ανέφερε πως δεν είχε ξεκάθαρη απάντηση, αν και του υποδείχθηκε το ΕΕΣ, που δεν μπορεί να θυμάται αν ήταν το Τ13, εφόσον υπήρξαν πολλές εκδοχές του ΕΕΣ. Επέμεινε πως αισθάνθηκε πίεση για να συνεργαστεί και πως ήθελαν απλώς να επέμβουν στις συσκευές, διαφορετικά ήξεραν πού να τον βρουν. Έπειτα, η παρέμβαση του Γερμανού κατά την ανάκριση φάνηκε στον ίδιο υπόσχεση ότι σε περίπτωση συνεργασίας θα μείωναν ποινή που θεωρούσαν δεδομένη, ενώ ο ίδιος θεωρεί τον εαυτό του αθώο. Δεν θεωρεί ότι θα πρέπει να εκτελεστεί το ΕΕΣ βάσει εύλογης υποψίας, για σκοπούς διερεύνησης που θα μπορούσε ούτως ή άλλως να γίνει και χωρίς ένταλμα σύλληψης. 16. Τα όσα ανέφερε ο Μ3 σχετικά με την κατάθεση που λήφθηκε από τη συμβία του είναι εξ ακοής μαρτυρία, και εφόσον έχει ενώπιον του το Δικαστήριο την ίδια, δεν χρειάζεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία αυτή του Μ3. Επίσης τα όσα ανέφερε ο Μ3 και δεν σχετίζονται με γεγονότα, αλλά με συμπεράσματα δικά του ή γνώμες δεν αξιολογούνται. 17. Εκ των γεγονότων, η αναφορά του Μ3 ότι ο Μ2 ήρθε μετέπειτα και μετείχε σε κάποιο δεύτερο μέρος, είναι ενάντια στο γεγονός, που δεν αμφισβητήθηκε, πως το ΕΕΣ εκτελέστηκε από τον Μ2 ώρα 07:05 και μετέπειτα έγινε η έρευνα, άρα ο Μ2 δεν μετέβη στη οικία του στη μέση κάποιας άλλης διαδικασίας. Ενώ ο Μ3 ανέφερε πως ο Μ2 δεν του έδωσε πληροφορίες ή στοιχεία, ο Μ2 ανέφερε το αντίθετο, το Τ12 υπογράφεται και από τον Μ2 και δεν είχε υποβληθεί στον Μ2 τέτοια εκδοχή. Ο Μ3 δεν αμφισβητεί πως υπέγραψε το Τ12 ως σε γλώσσα που κατανοεί και η εκδοχή πως δεν κατανοεί τη Ρωσική γλώσσα, επίσης, ουδέποτε υποβλήθηκε στον Μ2. Εάν δεν κατανοούσε τα δικαιώματά του, θα μπορούσε να μην υπογράψει το εγχειρίδιο δικαιωμάτων, ενώ δεν αμφισβητήθηκε το γεγονός που ανέφερε ο Μ2 πως το υπέγραψε και μετά από επικοινωνία που είχε με δικηγόρο της επιλογής του. Κατά την αντεξέτασή του, ο Μ3, δέχθηκε πως κατανοεί τη Ρωσική γλώσσα και κατανόησε και τα δικαιώματά του, ωστόσο είχε ακόμα την αίσθηση ότι παραβιάστηκαν δικαιώματά του, την οποία εξέφραζε, δείχνοντας προσπάθεια να βρει σημεία να υποστηρίξει πως παραβιάστηκαν δικαιώματά του, χωρίς όμως στην ουσία να έχουν παραβιαστεί. Αυτή η υπερβολή στην προσέγγιση του Μ3 έπληξε την αξιοπιστία της μαρτυρίας του, ως προς τα αμφισβητούμενα γεγονότα. 18. Με ίδια υπερβολή ήταν και η αναφορά του Μ3 πως πιέστηκε να δώσει τον κωδικό, όπως και η συμβία του. Δεν συνάδει με το γεγονός ότι ο ίδιος και η συμβία του έδωσαν τους κωδικούς τους μόλις τους ζητήθηκε, χωρίς να περιγράφεται περαιτέρω στιχομυθία, που να περιέχει στοιχεία αντίστασης ή άρνησης ή δυσφορίας. Εάν δεν ήθελαν, θα μπορούσαν να μην τους δώσουν ή να ρωτήσουν εάν υπάρχει τέτοιο δικαίωμα, όπως υπήρξαν, κατά τον ίδιο τον Μ3, ερωτήσεις για άλλα θέματα. Είναι βεβαίως κατανοητό πως, εφόσον τους ζητήθηκε κάτι τέτοιο από την Αστυνομία, ενδεχομένως, εκείνη την ώρα, να αισθάνθηκαν επιβολή και υποχρέωση ή απουσία επιλογής ως προς το να δώσουν τους κωδικούς τους, κατ' επέκταση και υποκειμενική «πίεση», ιδίως εάν δεν εξηγήθηκαν με ήρεμο τρόπο εξ αρχής όλες οι διαθέσιμες επιλογές και εάν δεν δόθηκε ξεκάθαρα και με τη μεσολάβηση περισσότερου χρόνου κάποια συγκατάθεση. Αυτή η εικόνα όμως, όπως μεταφέρεται από τον Μ3, με τις προσωπικές του εκτιμήσεις, δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο σε διαπίστωση ότι αποσπάστηκαν οι κωδικοί των συσκευών με άσκηση βίας ή εξαναγκασμού από τα μέλη της Αστυνομίας της Κύπρου, ή και ότι υπήρξε πρόσβαση σε δεδομένα τους παράνομα, κατά τρόπο που να θέτει και βάσιμο λόγο να θεωρηθεί ότι ο εκζητούμενος εκτίθεται σε πραγματικό κίνδυνο προσβολής δικαιωμάτων, εάν παραδοθεί στις Γερμανικές Αρχές. 19. Ακόμα, υπήρξε εστίαση από τον Μ3 στο γεγονός ότι παραλήφθηκε και το κινητό της συμβίας του Μ3, κατά την έρευνα. Η έρευνα, όμως, αφορά χώρους, όχι σε πρόσωπα· επομένως δεν έχει σχετική βάση ούτε αυτό το παράπονο του Μ3. Είναι φυσιολογικό να αισθάνθηκε ο Μ3 ότι κατά την έρευνα στον χώρο του δεν έχει τον έλεγχο. Η εκτέλεση κάθε εντάλματος έρευνας σε οικία είναι έντονα επεμβατικό μέτρο. Δεν υπήρξε όμως εκφρασμένη αμφιβολία πως η έρευνα διενεργείτο από την Αστυνομία. Ωστόσο, δόθηκε, και πάλι εκ των υστέρων, υπερβάλλουσα έμφαση από τον εκζητούμενο, ότι δεν γνώριζε και τις προσωπικές ταυτότητες ενός εκάστου που είχαν εισέλθει στο σπίτι του, και ότι ήταν διάφορα άτομα που μπαινόβγαιναν, και δεν μπορούσε ο ίδιος να ελέγξει ποιοι ήταν ο καθένας από αυτούς, και την όλη κατάσταση. Δεν υπάρχουν ενδείξεις πως συμμετείχαν στην έρευνα άτομα, περιλαμβανομένου του Γερμανού, που δεν είχαν την σχετική εξουσιοδότηση να συμμετάσχουν, για τους σκοπούς της έρευνας. Εκ των γεγονότων, αναφέρεται πως δεν αμφισβητείται η έκδοση ΕΕΕ στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε εθνικό ένταλμα έρευνας, που ακυρώθηκε με το Τ18. Το εθνικό ένταλμα έρευνας, όμως, όπως διαφαίνεται από το Τ18, ακυρώθηκε για τον λόγο ότι ο δικαστής που το υπέγραψε παρέλειψε να διαγράψει σε ένα σημείο τις επιλογές «έχω/δεν έχω ικανοποιηθεί», με τον τρόπο που αυτή η παράλειψη προσεγγίστηκε. Όχι για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκ των όσων ανέφερε ο Μ3, την εκδοχή του οποίου δεν υποστηρίζει το ίδιο το Τ18. 20. Συνολικά αποτιμώμενη, η μαρτυρία του Μ3, σχετικά με τα αμφισβητούμενα γεγονότα, επειδή παρουσίασε τις αντιφάσεις σχετικά με την κατανόηση της γλώσσας των δικαιωμάτων του και ήταν αντίθετη με το Τ13 όσον αφορά τον χρόνο προσέλευσης του Μ2, και λόγω του ότι ήταν διανθισμένη με υπερβολή, συνάδουσα με την προσπάθεια του Μ3 να επικαλεστεί παραβιάσεις δικαιωμάτων σχετικά με τον τρόπο εκτέλεσης της έρευνας στην οικία του, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ως σχετική και έπειτα ως αξιόπιστη μαρτυρία για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας. Μ4 21. Η μαρτυρία του Μ4, Θεοδόση Καραμανή, ως προς τα γεγονότα κατά την ανάκριση του Μ3 στο πλαίσιο εκτέλεσης της ΕΕΕ έγινε αποδεκτή από την πλευρά της αιτούσας αρχής, ότι δηλαδή ο Γερμανός ανακριτής επενέβη κάποια στιγμή, αναφέροντας πως εάν ο εκζητούμενος συνεργαστεί, θα του επιβληθεί χαμηλότερη ποινή, ειδάλλως θα υπόκειται στη μέγιστη. Κατ' επέκταση, είναι αποδεκτή και από το Δικαστήριο, ως αδιαμφισβήτητη, η μαρτυρία του αυτή. Δεν είναι όμως αποδεκτή ως σχετική η γνώμη του για το εάν αυτή η παρέμβαση συνιστά παραβίαση δικαιώματος ή ένδειξη περί των προθέσεων των Γερμανικών Αρχών. Ο Μ4 δεν κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας, ούτε τέτοια εμπειρογνωμοσύνη ζητήθηκε από το Δικαστήριο. Μ5 22. Η Μ5 αναγνώρισε και υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής της δήλωσης (Τεκμήριο Β). Είναι όμοια με αυτήν του Μ3, με την ίδια δομή και λεκτικό, ως προς τα όσα διαδραματίστηκαν κατά την έρευνα στην οικία του Μ3. Συνεπώς, ισχύουν τα ίδια που αναφέρθηκαν και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ3. Υπάρχει η ίδια υπερβολή, ενώ είναι προφανής η συνεννόηση του Μ3 με την Μ5 για το τι να λεχθεί στο Δικαστήριο και η Μ5 έχει κάθε λόγο να υποστηρίξει την εκδοχή του Μ3. Έπειτα, αναφέρεται στη δική της διαδικασία ανάκρισης, στην παρουσία της δικηγόρου της. Ανακρίθηκε από την Κύπρια αστυνομικό, στην παρουσία μίας γυναίκας ανακρίτριας από τη Γερμανία και ενός άνδρα ανακριτή από τη Γερμανία. Άσκησε το δικαίωμα της σιωπής, για το οποίο ήταν ενήμερη. Ανέφερε επίσης παρέμβαση, στο μέσο της ανάκρισης, από τον Γερμανό ανακριτή, ο οποίος εξέφρασε με δυσανασχέτηση διαπίστωση πως η Μ5 δεν θέλει να συνεργαστεί, και αποχώρησε από το δωμάτιο. Από τις ερωτήσεις που της έγιναν, αντιλήφθηκε πως δεν ερωτήσαν οτιδήποτε για τον εκζητούμενο, αλλά για την εταιρεία στην οποία εργάζονταν. Κατά την προφορική της μαρτυρία, στην κυρίως εξέταση, ερωτήθηκε εάν ο Γερμανός ανακριτής ανέφερε οτιδήποτε άλλο. Τότε, η Μ5 ανέφερε πως η Γερμανίδα ανακρίτρια της είχε πει προηγουμένως να βοηθήσει στην έρευνα και θα υπάρξει μειωμένη ποινή για τον συμβίο της. Ερωτήθηκε, η Μ5, γιατί αυτό δεν το ανέφερε στην κατάθεσή της, κατ' επανάληψη, και δεν έδωσε σχετική απάντηση. Ο τρόπος που απέφυγε να απαντήσει, ενώ της εξηγήθηκε η ερώτηση επανειλημμένα, ήταν ενδεικτικός πως προσπαθούσε να ήταν προσεκτική στις αναφορές της. Δεν απαντούσε με φυσικότητα. Κλονίστηκε η αξιοπιστία της μαρτυρίας της Μ5 εκ της προσπάθειάς της να αποφύγει να πει ξεκάθαρα στο Δικαστήριο γιατί θεώρησε σημαντικό να αναφέρει την παρέμβαση του Γερμανού ανακριτή που ήταν απλώς ότι δεν συνεργάζεται, και να παραλείψει να αναφέρει την υποτιθέμενη παρέμβαση της Γερμανίδας ανακρίτριας, που μάλιστα εξέλαβε και ως υπόσχεση περί μειωμένης ποινής στον συμβίο της. Τέτοιο γεγονός δεν συνάδει εξάλλου και με την αναφορά της ίδιας πως δεν έγιναν ερωτήσεις για τον συμβίο της, αλλά για την εταιρεία στην οποία εργάζονταν. Κατά την αντεξέτασή της, αναφέρονταν σε παρεμβάσεις κατά την ανάκριση του Τ3, μεταφέροντας δηλώσεις άλλων, περί νομικών ζητημάτων. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία της Μ5 ως σε σχετική και έπειτα ως σε αξιόπιστη μαρτυρία για την εξαγωγή ευρημάτων σε σχέση με τα γεγονότα που ενδιαφέρουν αυτή τη διαδικασία. Σύνοψη ευρημάτων 23. Με βάση την αποδεκτή μαρτυρία των Μ1, Μ2, και Μ4, και όσα συνομολογούνται ως παραδεκτά γεγονότα, η πραγματική βάση είναι η εξής: Την 23.10.2024 ώρα 07:05 συνελήφθη ο εκζητούμενος από τον Μ2 βάσει ΕΕΣ (Τ13) που εκδόθηκε από τις Γερμανικές Αρχές, με αριθμό αναφοράς 273 Gs 5151/2024. Ο Μ2 συνέταξε σχετική κατάθεση (Τ11), στην οποία περιγράφει τη διαδικασία. To ΕΕΣ είχε διαβιβαστεί στην Κεντρική Αρχή την 17.10.2024, με οδηγίες να μην εκτελεστεί πριν από την 23.10.2024, εφόσον η 23.10.2024 είχε οριστεί ως ημέρα κοινής δράσης στο πλαίσιο της επιχείρησης [] (Τ1, T2). Βασίζεται σε ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε από Δικαστήριο του Dresden (Amtsgericht Dresden) την 04.10.2024 και αφορά αδικήματα που φέρονται να διαπράχθηκαν μεταξύ των ημερομηνιών 05.11.2019 - 21.04.2021 σχετικά με απάτη και με ηλεκτρονικούς υπολογιστές, τιμωρούμενα με βάση το Γερμανικό δίκαιο με ποινές φυλάκισης μέχρι και δέκα ετών. Το Τ13 βάσει του οποίου έγινε η σύλληψη είναι το ίδιο με το Τ1 που διαβιβάστηκε προς εκτέλεση την 17.10.2024. Μετά τη σύλληψη του εκζητούμενου, στην παρουσία του, εκτελέστηκε και ένταλμα έρευνας που εκδόθηκε προς εκτέλεση ΕΕΕ (Τ16). Κατασχέθηκαν από την οικία του συσκευές (κινητά τηλέφωνα, laptop, tablet) και έγγραφα. Η κατάσχεση τέτοιων συσκευών εξουσιοδοτείτο και με το ΕΕΣ (Τ1, Τ13). Μετά από τη σύλληψη του εκζητούμενου βάσει του ΕΕΣ, ο εκζητούμενος οδηγήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, για την έναρξη της διαδικασίας παράδοσής του. Την 24.10.2024 ο εκζητούμενος ανακρίθηκε στο πλαίσιο εκτέλεσης ΕΕΕ και βάσει σχετικής ειδοποίησης (Τ19), που επίσης δόθηκε και προς τη συμβία του εκζητούμενου (Τ17). Κατά την ανάκριση του εκζητούμενου, τήρησε το δικαίωμα της σιωπής και είχε τις υπηρεσίες δικηγόρου, για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων του. Υπήρξε παρέμβαση από τον Γερμανό ανακριτή, ο οποίος του ανέφερε πως, εάν συνεργαστεί και απαντήσει στις ερωτήσεις, μπορεί να αντιμετωπιστεί με επιείκεια όσον αφορά την ποινή, ενώ σε αντίθετη περίπτωση θα υπόκειται στη μέγιστη ποινή. Την 24.10.2024 διαβιβάστηκε ηλεκτρονικά στην Κεντρική Αρχή, με επιστολή ημερομηνίας 23.10.2024, με συνημμένο το υπό αναφορά ΕΕΣ στα Γερμανικά και στα Αγγλικά, με οδηγίες να προχωρήσει η διαδικασία παράδοσης του εκζητούμενου (Τ3). Στο Τ3 είναι εκ νέου συμπληρωμένο το σχετικό έντυπο του ΕΕΣ, με ορισμένες διαφοροποιήσεις ως προς τον τρόπο συμπλήρωσής του στα Τ13 και Τ1, χωρίς όμως και ουσιώδεις διαφοροποιήσεις. Απουσιάζει από το Τ3 η εξουσιοδότηση κατάσχεσης συσκευών (σημείο g). Στο πλαίσιο εκδίκασης της υπόθεσης, ζητήθηκαν και δόθηκαν διευκρινίσεις (Τ4, T5, T6, T7, T8, Τ9), μεταξύ των οποίων το ότι το ΕΕΣ εκδόθηκε με σκοπό την ποινική δίωξη του εκζητούμενου και όχι την εκτέλεση απόφασης ή μέτρου στερητικών της ελευθερίας του, και ότι το σημείο (
  1. d)στη σελίδα 5 και το σημείο 3.4 στη σελίδα 6 σημειώθηκαν εκ λάθους. Στάλθηκε και το εθνικό ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε από το Δικαστήριο του Dresden την 04.10.2024. Αναφέρθηκε πως ο εκζητούμενος διερευνάται στη βάση υποψίας εμπλοκής στα υπό διερεύνηση αδικήματα, όπως εξηγείται και στο εθνικό ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε. Δεν υπάρχουν κατηγορίες, εφόσον ο ύποπτος δεν είναι στη διάθεση των Γερμανικών Αρχών, για να μπορέσει να διεξαχθεί η ανάκριση. Την 06.12.2024 οι δικηγόροι του εκζητούμενου ενημέρωσαν πως την 05.12.2024 εξασφάλισαν άδεια για καταχώριση αίτησης για έκδοσης προνομιακού εντάλματος Certiorari σχετικά με το ένταλμα έρευνας που εκδόθηκε την 14.10.2024 από το Ε.Δ. Πάφου (Τ10). Την 18.12.2024 το εθνικό ένταλμα έρευνας βάσει του οποίου κατασχέθηκαν από την οικία του εκζητούμενου τεκμήρια ακυρώθηκε με προνομιακό ένταλμα Certiorari επειδή ο δικαστής που το υπέγραψε δεν σημείωσε, σε ένα σημείο του, την επιλογή «έχω/δεν έχω ικανοποιηθεί» (Τ18). Νομικές πτυχές και εξέταση 24. Τη διαδικασία παράδοσης συλληφθέντος βάσει ΕΕΣ διέπει ο ν.133(Ι)/2004, που ενσωματώνει μεταξύ άλλων την Απόφαση - Πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ. 25. Σύμφωνα με το άρθρο 2 § 2 ν.113(Ι)/2004, η εφαρμογή των διατάξεων του εν λόγω νόμου δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την παραβίαση της υποχρέωσης σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών, σύμφωνα με το άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΣΔΑ). Σε κάθε περίπτωση, ο εκζητούμενος δεν εκδίδεται σε κράτος όπου διατρέχει σοβαρό κίνδυνο να του επιβληθεί η ποινή του θανάτου ή να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική ποινή ή μεταχείριση. 26. Το ΕΕΣ μπορεί να εκδοθεί, μεταξύ άλλων, για την άσκηση ποινικής δίωξης [άρθρο 3 (α) ν.113(Ι)/2004]. Σε τέτοια περίπτωση, πρέπει να περιέχει την ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου όπου είναι γνωστή· όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπικής σύνδεσης και ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος· μνεία του εντάλματος σύλληψης ή της συναφούς διάταξης δικαστικής αρχής· τη φύση και τον νομικό χαρακτηρισμό της αξιόποινης πράξης· περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του εγκλήματος (χρόνος και ο τόπος τέλεσης και μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου)· και το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και στο μέτρο του δυνατού, τις οποιεσδήποτε λοιπές συνέπειες, περιλαμβανομένης οποιασδήποτε παρεπόμενης ποινής. Μπορεί να αφορά περισσότερες από μια αξιόποινες πράξεις. Όταν υποβάλλεται ΕΕΣ στις Κυπριακές αρχές πρέπει να είναι διατυπωμένο σε μια από τις επίσημες γλώσσες της Κυπριακής Δημοκρατίας ή στην Αγγλική γλώσσα. Η δικαστική αρχή έκδοσης υποχρεούται να συμπληρώνει το Παράρτημα Α, το οποίο παρέχει τα πιο πάνω στοιχεία [άρθρο 4 ν.113(Ι)/2004]. 27. Σύμφωνα με το άρθρο 12 § 2 ν.113(Ι)/2004, η εκτέλεση του ΕΕΣ επιτρέπεται χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου, για ορισμένες αξιόποινες πράξεις που προβλέπονται συγκεκριμένα, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, εφόσον τιμωρούνται στο κράτος αυτό με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφάλειας, ανώτατης διάρκειας τουλάχιστον τριών ετών. Οι πράξεις αυτές περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, εγκλήματα σχετικά με ηλεκτρονικούς υπολογιστές (ια), και απάτη (κ). 28. Το άρθρο 13 ν.113(Ι)/2004 προβλέπει εξαντλητικά λόγους υποχρεωτικής άρνησης εκτέλεσης του ΕΕΣ σε συγκεκριμένες διαζευκτικά τιθέμενες περιπτώσεις: η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ΕΕΣ, να καλύπτεται από αμνηστία σύμφωνα με τους Κυπριακούς ποινικούς νόμους, εφόσον η Κυπριακή Δημοκρατία είχε την αρμοδιότητα για τη δίωξη αυτής της αξιόποινης πράξης· από τις πληροφορίες που διαθέτει η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος να προκύπτει ότι ο εκζητούμενος έχει δικασθεί τελεσιδίκως για τις ίδιες πράξεις από κράτος μέλος της Ε.Ε., εφόσον, σε περίπτωση καταδίκης, η ποινή έχει εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους έκδοσης που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση· το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ΕΕΣ, να είναι ανεύθυνο ποινικά λόγω της ηλικίας του για την αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ένταλμα, σύμφωνα με τους Κυπριακούς ποινικούς νόμους· το ΕΕΣ να έχει εκδοθεί προς το σκοπό της δίωξης ή τιμωρίας προσώπου λόγω του φύλου, της φυλής, της θρησκείας, της εθνοτικής καταγωγής, της ιθαγένειας, της γλώσσας, των πολιτικών φρονημάτων, ή του γενετήσιου προσανατολισμού του. 29. Το άρθρο 14 ν.113(Ι)/2004 προβλέπει εξαντλητικά προαιρετικούς λόγους μη εκτέλεσης του ΕΕΣ, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, που όσον αφορά την εκτέλεση για σκοπούς δίωξης, είναι διαζευκτικά τιθέμενες οι εξής: το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ΕΕΣ, να διώκεται στην Κυπριακή Δημοκρατία για την ίδια αξιόποινη πράξη με εκείνη που αναφέρεται στο ΕΕΣ· οι Κυπριακές αρχές να αποφάσισαν είτε να μην ασκήσουν ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ΕΕΣ, είτε να παύσουν τη δίωξη· να έχει επέλθει παραγραφή της ποινικής δίωξης σύμφωνα με τους νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας και η αξιόποινη πράξη υπάγεται στην αρμοδιότητα των Κυπριακών δικαστικών αρχών σύμφωνα με τους Κυπριακούς Ποινικούς νόμους· ο εκζητούμενος να έχει δικασθεί αμετακλήτως για την αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ΕΕΣ, σε κράτος μέλος της Ε.Ε., ώστε να κωλύεται η μεταγενέστερη άσκηση δίωξης· από τις πληροφορίες που διαθέτει η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ΕΕΣ να προκύπτει ότι ο εκζητούμενος έχει δικασθεί αμετακλήτως για τις ίδιες πράξεις σε τρίτη χώρα, εφόσον, σε περίπτωση καταδίκης, η ποινή έχει εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί σύμφωνα με το δίκαιο της χώρας που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση· το ΕΕΣ να έχει εκδοθεί για αξιόποινη πράξη, η οποία θεωρείται κατά τον Κυπριακό ποινικό νόμο ότι τελέστηκε εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας ή σε εξομοιούμενο προς αυτό τόπο, ή τελέστηκε εκτός του εδάφους του Κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και κατά τους Κυπριακούς ποινικούς νόμους δεν επιτρέπεται η δίωξη για την ίδια αξιόποινη πράξη που διαπράττεται εκτός του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας. 30. Κατά το άρθρο 15 ν.113(Ι)/2004, αν η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ΕΕΣ, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη ή με μέτρο στερητικό της ελευθερίας εφόρου ζωής, η εκτέλεση του ΕΕΣ μπορεί να εξαρτηθεί από την προϋπόθεση ότι στο νομικό σύστημα του κράτους έκδοσης ισχύουν διατάξεις για την επανεξέταση της επιβληθείσας ποινής - κατ' αίτηση ή το αργότερο μετά την πάροδο είκοσι 20 ετών - ή για την εφαρμογή των μέτρων επιείκειας που προβλέπει υπέρ του προσώπου του δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος και τα οποία αποσκοπούν στην μη εκτέλεση μιας τέτοιας ποινής ή μέτρου. Αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ΕΕΣ προς το σκοπό της δίωξης, είναι ημεδαπός ή κατοικεί στην Κυπριακή Δημοκρατία, η εκτέλεση του ΕΕΣ από την αρμόδια δικαστική αρχή μπορεί να εξαρτηθεί από την προϋπόθεση ότι ο εκζητούμενος, μετά από ακρόαση του, θα διαμεταχθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία, ώστε να εκτίσει την στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που θα απαγγελθεί εναντίον του στο κράτος έκδοσης του εντάλματος. 31. Όπως άλλωστε προκύπτει και από το κείμενο του νόμου, η εκτέλεση του ΕΕΣ συνιστά τον κανόνα. Η άρνηση εκτέλεσης έχει προβλεφθεί ως η εξαίρεση, η οποία πρέπει να ερμηνεύεται στενά[2]. 32. Παρεμβάλλεται πως η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης προϋποθέτει ότι μόνον τα ΕΕΣ, κατά την έννοια του άρθρου 1 § 1 της Αποφάσεως-Πλαισίου πρέπει να εκτελούνται σύμφωνα με τις διατάξεις της απόφασης αυτής. Το ένταλμα σύλληψης αποτελεί «δικαστική απόφαση», πράγμα που σημαίνει ότι πρέπει να έχει εκδοθεί από «δικαστική αρχή» κατά την έννοια του άρθρου 6 § 1 της Απόφασης - Πλαισίου. Το ΔΕΕ έχει αποφανθεί ότι στο εννοιολογικό περιεχόμενο του όρου «δικαστική αρχή» μπορούν να περιληφθούν και οι αρχές κράτους μέλους οι οποίες μετέχουν στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης στο εν λόγω κράτος μέλος χωρίς να είναι κατ' ανάγκην δικαστές ή δικαιοδοτικά όργανα. Στο μέτρο που το ΕΕΣ διευκολύνει την ελεύθερη κυκλοφορία των δικαστικών αποφάσεων που αφορούν την άσκηση ποινικής δίωξης, πριν από την έκδοση της απόφασης, γίνεται δεκτό ότι οι αρχές οι οποίες, δυνάμει του εθνικού δικαίου, είναι αρμόδιες για την έκδοση τέτοιων αποφάσεων δύνανται να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω Απόφασης-Πλαισίου[3]. Ποιο ΕΕΣ 33. Αρχικά είχε διαβιβαστεί προς εκτέλεση το ΕΕΣ, που περιλαμβάνεται στο Τ1, που είναι ίδιο με το Τ13, βάσει του οποίου έγινε η σύλληψη, με οδηγίες να μην εκτελεστεί πριν από την 23.10.2024, καθότι επιχειρείτο κοινή δράση την 23.10.2024. Ωστόσο, μετά τη σύλληψη που διενεργήθηκε την 23.10.2024, την επόμενη ημέρα, 24.10.2024, εστάλη εκ νέου προς εκτέλεση το ΕΕΣ που περιλαμβάνεται στο Τ3 με διαφοροποιήσεις σε ορισμένα σημεία. Δεν διαφαίνεται πως ο Καθ' ου η αίτηση συνελήφθη παράνομα, εφόσον, κατά τη σύλληψή του, υφίστατο το εθνικό ένταλμα σύλληψης του κράτους έκδοσης και σχετικό ΕΕΣ που είχε διαβιβαστεί προς εκτέλεση από την 23.10.2024. Το Δικαστήριο είναι που θα αποφασίσει ποιο ΕΕΣ εν τέλει θα εκτελέσει. Σχετικός είναι και ο λόγος της Bienioszek v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Έφεση ΕΕΣ 2/2024, 26.03.2024. Το προς εκτέλεση ΕΕΣ είναι το Τ13, που είχε εξ αρχής τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, για τον σκοπό αυτό. Δεν προκύπτει πως οποιαδήποτε διαφοροποίηση στη συμπλήρωση του εντύπου του ΕΕΣ (Τ3) επηρεάζει τη διαδικασία της εκτέλεσης. Επίσης, δεν τέθηκε πως η διενέργεια της σύλληψης είναι τέτοια που να παραβιάζει συγκεκριμένα δικαιώματα του Καθ' ου η αίτηση. Οι διαφοροποιήσεις που υποδείχθηκαν μεταξύ του ΕΕΣ που αρχικά διαβιβάστηκε και του εκ νέου συνημμένου στην αλληλογραφία ΕΕΣ, όπως και η διορθωτική επισήμανση που τέθηκε δια της επιστολής του Τ6, δεν είναι ικανές να στοιχειοθετήσουν πως δεν υφίσταται ενώπιον του Δικαστηρίου ΕΕΣ που να περιέχει τα απαιτούμενα στοιχεία και που να υπόκειται σε εκτέλεση. Ο σκοπός της ποινικής δίωξης 34. Σε αμφότερα τα ΕΕΣ (Τ13/Τ1 και Τ3) αναφέρθηκε πως το ΕΕΣ σκοπεί στην ποινική δίωξη του Καθ' ου η αίτηση. Έχει πρόσθετα διευκρινιστεί με την επιστολή του Τ6 πως η παράδοση ζητείται με σκοπό την ποινική δίωξη και ότι οι αναγραφές των σημείων 2 και 3.4 στο μέρος (
  2. d)του ΕΕΣ τέθηκαν εκ λάθους. Στο εθνικό ένταλμα σύλληψης του Δικαστηρίου του Dresden, ως είναι μεταφρασμένο από τα Γερμανικά στα Αγγλικά (Τ6), γίνεται αναφορά σε «preliminary proceedings» και σε πρόσωπο που είναι «accused». Αναφέρεται επίσης «pre-trial detention is ordered» βάσει λόγων που εκτίθενται στο κείμενό του, που σχετίζονται με τον κίνδυνο φυγοδικίας. 35. Παρεμβάλλεται πως δεν υπήρξε ενασχόληση με την απόφαση που περιέχεται στο εθνικό ένταλμα σύλληψης για προφυλάκιση στη βάση δυνατής υποψίας (strong suspicion / dringender Tatverdacht) (Untersuchungshaft - 112 StPO), και με το γεγονός ότι, με την παράδοση του εκζητούμενου, ενδέχεται να προφυλακιστεί. Εκείνος ήταν προφανώς και ο λόγος που στο ΕΕΣ εκ λάθους σημειώθηκαν αρχικά τα σημεία (
  3. d)στη σελίδα 5 και 3.4 στη σελίδα 6. 36. Επί τούτου, επειδή έτυχε της προσοχής του Δικαστηρίου κατά την εξέταση, ν' αναφερθεί πως η έννοια του «μέτρου ασφαλείας, στερητικού της ελευθερίας», όπως προκύπτει και από το κείμενο του άρθρου 2 ή και του άρθρου 4 § 6 ή και του άρθρου 5 § 1 της Απόφασης - Πλαισίου, ως τροποποιήθηκε και με την Απόφαση-Πλαίσιο 2009/299, είναι στο πλαίσιο της ποινικής μεταχείρισης που επιβάλλεται από το Δικαστήριο κατόπιν δίκης ουσίας, στην οποία υπάρχει καταδίκη. Η απουσία δίκης και καταδικαστικής απόφασης και απόφασης για ποινή ή μέτρο ασφαλείας κατόπιν τέτοιας δίκης είναι εκείνη που οδηγεί την αρχή έκδοσης ν' αναφέρει εν προκειμένω πως ο σκοπός του εκδοθέντος ΕΕΣ είναι η ποινική δίωξη, περιλαμβανομένου του να διεξαχθεί διαγνωστική δίκη. Η δε απόφαση προφυλάκισης κατά την προδικασία, με βάση τις υφιστάμενες ερμηνευτικές προσεγγίσεις, δεν θεωρείται τέτοιο μέτρο ασφαλείας στερητικό της ελευθερίας για τους σκοπούς της συγκεκριμένης Απόφασης - Πλαισίου, κατ' επέκταση για να αναμένονταν και διαφορετική συμπλήρωση του σχετικού εντύπου του ΕΕΣ, στο μέρος (d)· συνακόλουθα, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται και στο εάν η απόφαση προφυλάκισης με την εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης ή καθαυτή η απόφαση έκδοσης του εντάλματος σύλληψης στο κράτος έκδοσης εκδόθηκε ή όχι in absentia[4]. Στο ίδιο πλαίσιο κινείται και η Οδηγία (ΕΕ) 2016/343· ότι το δικαίωμα παράστασης του Κατηγορουμένου στη δίκη του μπορεί να ασκηθεί μόνον εάν διεξάγεται ακροαματική διαδικασία και αυτό σημαίνει ότι το δικαίωμα παράστασης του Κατηγορουμένου στη δίκη του δεν μπορεί να ισχύει αν δεν προβλέπεται ακροαματική διαδικασία σύμφωνα με τους εθνικούς δικονομικούς κανόνες. 37. Συναφώς, εάν οι αποφάσεις προφυλάκισης μέχρι τη δίκη σε ένα κράτος μέλος λαμβάνονται πριν από την παραπομπή του Κατηγορούμενου σε δίκη στο ακροατήριο ή και χωρίς προηγούμενη ακροαματική διαδικασία στην οποία να έχει συμμετοχή και ο ύποπτος ή Κατηγορούμενος, ταυτόχρονα με την απόφαση για έκδοση εντάλματος σύλληψής του που επίσης λαμβάνεται μονομερώς, δεν μπορεί να απαιτηθεί από αυτό εκείνο το κράτος μέλος να διαφοροποιήσει τους δικονομικούς του κανόνες, για να αντιστοιχούν σε τυχόν δικαίωμα δίκης, παράστασης και ακρόασης που δίδεται σε άλλο κράτος μέλος επί του ιδίου ζητήματος. 38. Τα ερωτήματα που έθεσαν οι δικηγόροι του Καθ' ου η αίτηση αποσκοπούσαν στο να καταστεί σαφέστερο εάν εκδόθηκε ήδη κατηγορητήριο από την Εισαγγελία, που παρουσιάστηκε σε Δικαστήριο [Strafprozessordnung (stop) - 170
(1)StPO], και η παράδοσή του ζητείται για να εκδικαστεί σχετική υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου του Dresden. Συναφώς, κατά πόσον ο αριθμός 273 Gs 5151/24 αντιστοιχεί σε υπόθεση καταχωρισμένη ενώπιον του Δικαστηρίου του Dresden. Eίναι η θέση των δικηγόρων του εκζητούμενου πως, εάν είναι να γίνει απλώς διερεύνηση, δεν επιτρέπεται η έκδοση και εκτέλεση ΕΕΣ γιατί, σε τέτοια περίπτωση, δεν υπάρχει ειλημμένη απόφαση για ποινική δίωξη ή και ποινική δίωξη.
  1. Η Κ.Α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Έφεση ΕΕΣ 1/2023, 27.03.2023, στην οποία παρέπεμψαν οι δικηγόροι του εκζητούμενου, για την υποστήριξη της συγκεκριμένης άποψης, δεν λέει αυτό που εισηγούνται, αλλά ακριβώς το αντίθετο, παραπέμποντας στην Ghebali, Πολιτική ΄Εφεση 51/20, 11.05.2020, και στην εκεί παρατιθέμενη νομολογία. Και εκεί, όπως και εδώ, η υπόθεση δεν αφορούσε το στάδιο που θα πρέπει να υποβληθούν ερωτήσεις στον εκζητούμενο, για να διαφανεί αν αυτός θα καταταχθεί ως ύποπτος, ή όχι, Ήταν ύποπτος. Όπως και εδώ, ο εκζητούμενος είναι ύποπτος για τη διάπραξη των υπό διερεύνηση αδικημάτων, με βάση όσα αναφέρονται λεπτομερώς στο εθνικό ένταλμα σύλληψης του Δικαστηρίου του Dresden αλλά και στο ΕΕΣ. Η υπόθεση είναι στο στάδιο όπου καθηκόντως πρέπει να ανακριθεί, και ακολούθως να διαταχθεί η ποινική του δίωξη, εάν αυτό κριθεί αναγκαίο στη βάση των αποτελεσμάτων της ανάκρισης. Όπως λέχθηκε και στην Ghebali (ανωτέρω), πρόκειται για μια διαδικασία προερχόμενη από δικαστική αρχή που οδηγεί σε ποινική δίωξη και θα ήταν μικροσκοπικό και εκτός της έννοιας της αρχής της αλληλεγγύης που διέπει την ευρωπαϊκή ενότητα να σταθούμε σε επιμέρους έννοιες και λεπτομέρειες που αφορούν τη διαδικασία στη χώρα έκδοσης[5]. Το ότι εντέλει μπορεί η δίωξη να μη συντελεστεί, όπως λέχθηκε, δεν αλλάζει τη βασική αρχή ότι ο σκοπός του εντάλματος είναι η ποινική δίωξη.
  2. Παρόλο που η προαναφερόμενη νομολογία απαντά εξαντλητικά το ζήτημα, να λεχθεί πως και η Vey v Office of the Public Prosecutor of the County Court of Montlucon [2006] EWHC 760 (Admin), στην οποία παρέπεμψε η πλευρά του εκζητούμενου, δεν απέκλινε από αυτή τη γραμμή. Όπως ούτε και η μετέπειτα νομολογία των Αγγλικών δικαστηρίων, που βασίστηκε στην προαναφερόμενη απόφαση. Το θέμα εκεί ήταν θέμα επαρκούς λεπτομέρειας και σαφήνειας, σχετικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες ο εκζητούμενος φέρεται να διέπραξε το αδίκημα και τη συμπεριφορά του σε σχέση με την υποτιθέμενη υπό διερεύνηση δολοφονία, ώστε να καταστεί ασφαλές πως ο εκζητούμενος θα ανακριθεί με προοπτική την ποινική δίωξη, και όχι απλώς για να του υποβληθούν ερωτήσεις. Το ιστορικό της υπόθεσης ήταν τέτοιο που δημιουργούσε αμφιβολίες. Δεν έχει η απόφαση αυτή το νόημα που επιχείρησε να δώσει η πλευρά του εκζητούμενου, ενώ στην προκειμένη περίπτωση, στην όψη του ΕΕΣ, φαίνεται πως υπάρχει μαρτυρία στην κατοχή των Γερμανικών Αρχών που συνέδεσε τον ύποπτο με 48 αδικήματα, που αναφέρονται με λεπτομέρεια, λόγος για τον οποίο, μεταξύ άλλων, φαίνεται να διατάχθηκε και η προφυλάκισή του.
  3. Ούτε και η υπόλοιπη νομολογία που παραθέτει η πλευρά του εκζητούμενου υποστηρίζει την εκδοχή της. Χάριν συντομίας, υπό τις περιστάσεις, και συνοψίζοντας επί της αγγλικής νομολογίας[6], η έννοια της ποινικής δίωξης ή της ύπαρξης προσώπου που είναι «accused» (of an offence) δεν είναι να έχει καταχωριστεί ποινική υπόθεση ενώπιον Δικαστηρίου, όπως λανθασμένα εισηγήθηκε η πλευρά του εκζητούμενου. Είναι να είναι σε στάδιο η υπόθεση ώστε να μην είναι αφηρημένα ύποπτος ή να χρειάζεται η παρουσία του απλώς για να του υποβληθούν ερωτήσεις για υποβοήθηση των ερευνών. Το στάδιο, μιλώντας πάντοτε για στάδιο διερεύνησης, όπου ένα πρόσωπο από «suspect» περνά στο στάδιο του «accused» δεν είναι πάντοτε ξεκάθαρο. Μπορεί να είναι κατά το σημείο όπου διαμορφώνεται συγκεκριμένη κατηγορία εναντίον του, που υποστηρίζεται από αποδείξεις· ή μπορεί να αρκεί ότι περιγράφονται τα πραγματικά περιστατικά του αδικήματος και οι νομοθετικές διατάξεις που φέρονται να έχουν παραβιαστεί να είναι προσδιορισμένες. Για να διαπιστωθεί αν ένα πρόσωπο είναι «accused», το ένταλμα πρέπει να ερμηνεύεται στο σύνολό του και στο πλαίσιο της ανάγκης να ληφθούν υπόψη οι τοπικές πρακτικές των διαφορετικών δικαιοδοσιών· και παρόλο που οι ελλείψεις στη διατύπωση του νόμου δεν είναι καθοριστικές, το αίτημα πρέπει να συντάσσεται έτσι ώστε να υπάρχει σαφήνεια. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, εάν η διατύπωση του εντάλματος είναι διφορούμενη, το Δικαστήριο μπορεί να έχει το δικαίωμα, να μπει στη διαδικασία να πάει πίσω από την έκδοσή του και να εξετάσει εξωγενή μαρτυρία από την πλευρά του εκζητούμενου.
  4. Στη προκειμένη περίπτωση, δεν είναι διφορούμενη η διατύπωση του εντάλματος, περιέχει σαφή και λεπτομερή παράθεση των γεγονότων που καθιστούν τον εκζητούμενο εμπλεκόμενο στη διάπραξη των υπό διερεύνηση συγκεκριμένων αδικημάτων, οι λεπτομέρειες των οποίων παρατίθενται και έχουν πρόσθετα σταλεί και οι λεπτομέρειες των νομοθετικών ρυθμίσεων. Εμπλέκεται με συγκεκριμένο τρόπο, που περιγράφεται αναλυτικά. Η υπόθεση είναι σε στάδιο που ο εκζητούμενος θεωρείται πλέον «accused», όχι απλώς «suspect», λόγος για τον οποίο διατάχθηκε και η προφυλάκισή του από το Γερμανικό Δικαστήριο.
  5. Και η υπόθεση 32999/2024 του Ποινικού Ακυρωτικού Δικαστηρίου της Ιταλίας, Τμήμα F, ημερομηνίας 20.08.2024, στην οποία παρέπεμψε ακροθιγώς η πλευρά του εκζητούμενου, επίσης, δεν λέει κάτι διαφορετικό από όσα έχουν ήδη εκτεθεί. Στην ίδια υπόθεση, μάλιστα, αναφέρθηκε πως, ως γεγονός, εγκρίθηκαν πολλές περιπτώσεις αιτημάτων που περιλάμβαναν και την ανάκριση ή την ολοκλήρωση του ανακριτικού έργου. Όμως δεν επρόκειτο για εντελώς απροσδιόριστες πράξεις, όπως ήταν σ' εκείνη την υπόθεση. Θίχθηκε βεβαίως η ανάγκη επικαιροποίησης των διαδικασιών στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής συνεργασίας, με δεδομένη και τη θέσπιση επιπλέον διαδικασιών για σκοπούς διερεύνησης, περιλαμβανομένης της ΕΕΕ.
  6. Πέραν των προαναφερόμενων, να μην λησμονείται πως η Απόφαση - Πλαίσιο είχε στοχεύσει στο να επιτύχει τη μεγαλύτερη δυνατή σύγκλιση μεταξύ των επιμέρους διαφορετικών έννομων τάξεων. Δεν θα ήταν συμβατό με τον ενωσιακό αυτό στόχο η έννοια της «δίωξης» να ερμηνεύεται ή να εκλαμβάνεται τεχνικά ή στενά ή με βάση κάποια μονοδιάστατη εθνική αντίληψη, ότι σημαίνει την καταχώριση ποινικής υπόθεσης στο Δικαστήριο ή άλλο στάδιο της ποινικής διαδικασίας ειδικότερα μετά την καταχώριση ποινικής υπόθεσης στο Δικαστήριο (π.χ. απαγγελία κατηγορίας σε ακροατήριο). Εάν ήθελε ο ενωσιακός νομοθέτης να υπάρχει τέτοια εννοιολογική περιστολή, θα όριζε ο ίδιος συγκεκριμένα τη «δίωξη». Ο «διωκόμενος» όμως περιλαμβάνει ευρέως και τον ύποπτο, ο οποίος υπόκειται στο ‒ μη απλώς διοικητικό αλλά υποχρεωτικό ‒ στάδιο της ποινικής ανάκρισης βάσει συγκεκριμένων στοιχείων, προκειμένου να διωχθεί ποινικά, και που, στο πλαίσιο του ΕΕΣ, αναγκαστικά εξισώνεται εννοιολογικά με τον «κατηγορούμενο».
  7. Στη βάση όλων όσων έχουν λεχθεί, κρίνεται, καταληκτικά, πως το υπό εκτέλεση ΕΕΣ εκδόθηκε για σκοπό που περιλαμβάνεται στον ορισμό του, κατά τον άρθρο 1 § 1 της Απόφασης - Πλαισίου, δηλαδή για την ποινική δίωξη του εκζητούμενου, που περιλαμβάνει και το ανακριτικό στάδιο, που, ως τέτοιος ο σκοπός επιβεβαιώνεται και από την όψη του περιεχομένου του του ΕΕΣ· τον βαθμό και τη σαφήνεια των παρεχόμενων λεπτομερειών στη βάση των οποίων ο εκζητούμενος εμπλέκεται στη διάπραξη συγκεκριμένων υπό διερεύνηση αδικημάτων.
  8. Έχοντας διαπιστώσει ότι υπάρχει εκτελεστό ΕΕΣ, εάν αυτό περαιτέρω θα εκτελεστεί ή όχι, λαμβάνεται υπόψη ο σκοπός του, σε συνάρτηση με τους προβλεπόμενους λόγους υποχρεωτικής ή προαιρετικής μη εκτέλεσης καθώς και τυχόν ανάγκη για αναζήτηση εγγυήσεων. ΕΕΕ και ΕΕΣ
  9. Το παράπονο του εκζητούμενου εστιάστηκε βασικά περισσότερο στην αναγκαιότητα του να συλληφθεί για να ανακριθεί ως ύποπτος, από άποψη αναλογικότητας, εφόσον μπορούσε απλώς να του ζητηθεί κάτι τέτοιο. Έθεσε αυτόν τον συλλογισμό του υπό το πρίσμα της αναλογικότητας και ταυτόχρονα της κατάχρησης του να εκκρεμούν παράλληλα ΕΕΕ και ΕΕΣ.
  10. Καταρχάς, η αναγκαιότητα έκδοσης του ΕΕΣ σχετίζεται με την αναγκαιότητα έκδοσης του εθνικού εντάλματος σύλληψης από το Γερμανικό Δικαστήριο, μίας αλλοδαπής δικαστικής απόφασης, και το Δικαστήριο αυτό δεν ενεργεί ως ελεγκτικό ή ακυρωτικό Δικαστήριο του Γερμανικού Δικαστηρίου, για να πρέπει να μπει σε κρίση σχετικά με την ορθότητα της απόφασης του Γερμανικού Δικαστηρίου να εκδώσει ένταλμα σύλληψης του εκζητούμενου και στη βάση αυτού και ΕΕΣ.
  11. Το γεγονός ότι εκδόθηκε και ΕΕΕ δεν σημαίνει πως η έκδοση και κατ' επέκταση η εκτέλεση του ΕΕΣ είναι καταχρηστική, ότι γίνεται προς εξυπηρέτηση αλλότριου σκοπού ή ότι αποσκοπεί στην καταπίεση του Καθ' ου η αίτηση[7]. Δεν θα μπορούσε με την ΕΕΕ να συλληφθεί και να παραδοθεί στις Γερμανικές Αρχές ο εκζητούμενος. Το ΕΕΣ διέπει άλλο νομοθέτημα. Είναι διαφορετικός ο σκοπός της ΕΕΕ από τον σκοπό του ΕΕΣ, ενώ ακόμα και για την προσωρινή μεταγωγή στο πλαίσιο της ΕΕΕ, πάλι, χρειάζεται ΕΕΣ με βάση την Απόφαση - Πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ (βλ. και εισαγωγική σκέψη 25 της Οδηγίας 2014/41). Εάν θα μπορούσαν να γίνουν ανακριτικές πράξεις ή να ληφθούν «ερευνητικά μέτρα» για να συλλεχθούν και να συγκεντρωθούν αποδεικτικά στοιχεία που να χρησιμοποιηθούν στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας, με την ΕΕΕ, είναι διακριτό θέμα, που δεν απολήγει και σε «καταπίεση»· όπως γενικότερα δεν συνιστά καταπίεση η απλή συνύπαρξη εντάλματος έρευνας και εντάλματος σύλληψης. Στην προσαγωγή του Καθ' ου η αίτηση ενώπιον των Γερμανικών Αρχών είναι που αποσκοπεί η εκτέλεση του ΕΕΣ, εφόσον στη Γερμανία, που είναι το αιτούν κράτος, εκκρεμεί σχετική ποινική διερεύνηση με σκοπό την ποινική δίωξη, που τον εμπλέκει, με συγκεκριμένο τρόπο, στη διάπραξη συγκεκριμένων σοβαρών ποινικών αδικημάτων, και την 04.10.2024 εκδόθηκε σχετικό εθνικό ένταλμα σύλληψής του από δικαστική αρχή του κράτους έκδοσης, που για να εκτελεστεί στην επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας, όπου βρίσκεται ο Καθ' ου η αίτηση, το ΕΕΣ ήταν και είναι το μόνο αναγκαίο μέσο. Η παράδοση προϋποθέτει τη σύλληψη, ως στάδιο της διαδικασίας, η οποία πρέπει να γίνει διακριτά και που μπορεί να γίνει σε χρονική στιγμή διαφορετική από την παρουσία του Καθ' ου η αίτηση σε καθορισμένο χώρο για σκοπούς εξέτασής του, για την συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων, στο πλαίσιο ΕΕΕ. Η αναγκαιότητα ο Καθ' ου η αίτηση να εξεταστεί και να συλληφθεί και να προσαχθεί στις Γερμανικές Αρχές δεν μπορεί δικαιολογημένα να εκλαμβάνεται ως «καταπίεσή» του από τις Γερμανικές Αρχές, και το ζήτημα αυτό να ανάγεται και σε λόγο άρνησης εκτέλεσης του ΕΕΣ από την αρχή εκτέλεσης.
  12. Η αρχή εκτέλεσης, επίσης, δεν μπορεί να υπεισέλθει σε κρίση που σχετίζεται με την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας από το κράτος έκδοσης, που εξέδωσε παράλληλα ΕΕΣ και ΕΕΕ, για τους σκοπούς της ποινικής διερεύνησης της συγκεκριμένης υπόθεσης και παράλληλα της ποινικής δίωξης του Κατηγορούμενου βάσει του ήδη υφιστάμενου μαρτυρικού υλικού, που το κράτος έκδοσης έκρινε - και είναι δική του η κρίση - πως επαρκεί για τον σκοπό αυτό. Κακή ανακριτική συμπεριφορά
  13. Η αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης, όσον αφορά μεταξύ άλλων τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, επιβάλλει σε κάθε κράτος μέλος να δέχεται, πλην εξαιρετικών περιστάσεων, ότι όλα τα λοιπά κράτη μέλη τηρούν το δίκαιο της Ε.Ε., ιδίως δε ότι σέβονται τα αναγνωρισμένα από το δίκαιο της Ε.Ε. θεμελιώδη δικαιώματα[8]. Τα κράτη μέλη, όταν θέτουν σε εφαρμογή το δίκαιο της Ε.Ε., υποχρεούνται να θεωρήσουν δεδομένο τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων από τα λοιπά κράτη μέλη, με αποτέλεσμα να μην έχουν τη δυνατότητα, όχι μόνον να απαιτήσουν από κάποιο άλλο κράτος μέλος να εφαρμόσει εθνικό επίπεδο προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων υψηλότερο από το επίπεδο προστασίας που εγγυάται το δίκαιο της Ε.Ε., αλλά επίσης, πλην εξαιρετικών περιπτώσεων, να ελέγξουν αν το άλλο κράτος μέλος έχει πράγματι σεβαστεί, σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνει η Ε.Ε.[9].
  14. Η δικαστική αρχή εκτέλεσης οφείλει, όταν εξετάζει την ύπαρξη τέτοιου σχετικού κίνδυνου, να κάνει πλήρη χρήση των προβλεπόμενων μέσων, μεταξύ αυτών της δυνατότητας να ζητήσει από το κράτος έκδοσης συμπληρωματικές πληροφορίες καθώς και της δυνατότητας να ζητήσει την παροχή πρόσθετων εγγυήσεων, όταν εκτιμά ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι για να θεωρηθεί ότι υφίσταται πραγματικός κίνδυνος. Δεν υπάρχει είτε υποχρέωση είτε δυνατότητα άρνησης εκτέλεσης ΕΕΣ επειδή, για παράδειγμα, η εκτέλεση του ιδίου ή άλλου ΕΕΣ που εξέδωσε η αρχή έκδοσης του συγκεκριμένου κράτους μέλους απορρίφθηκε από αρχή εκτέλεσης άλλου κράτους μέλους. Κάθε κράτος εκτέλεσης προβαίνει το ίδιο σε εξακρίβωση της συνδρομής τυχόν λόγου που δικαιολογεί τη μη εκτέλεση ΕΕΣ. Εάν πρόκειται για το ίδιο ΕΕΣ ή για ΕΕΣ που εκδόθηκε στο πλαίσιο της ίδιας υπόθεσης εναντίον άλλου προσώπου, στο πλαίσιο της δικής της εξέτασης περί συνδρομής λόγου μη εκτέλεσης, η μετέπειτα ή ίδια αρχή εκτέλεσης οφείλει να λάβει υπόψη τους λόγους στους οποίους στηρίχθηκε η απορριπτική απόφαση που εξέδωσε η πρώτη αρχή εκτέλεσης του εντάλματος ή η ίδια προηγουμένως. Χωρίς επίσης να εμποδίζεται, υπό τις ίδιες περιστάσεις, η δικαστική αρχή που εξέδωσε το ΕΕΣ να το διατηρήσει σε ισχύ, στον βαθμό που, κατά την κρίση της, δεν χωρεί άρνηση εκτέλεσης του εντάλματος[10].
  15. Υποβλήθηκε από την πλευρά του εκζητούμενου ότι έχουν παραβιαστεί και ενδέχεται να παραβιαστούν τα δικαιώματά του με βάση το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, εισήγηση που ήταν συνακόλουθη της προσέγγισης που είχαν σχετικά με την παρέμβαση και εν γένει συμπεριφορά του Γερμανού ανακριτή στο πλαίσιο εκτέλεσης της ΕΕΕ, αλλά και με θέση πως στη διατύπωση του ΕΕΣ υπάρχουν αναφορές περί ενοχής του.
  16. Υπενθυμίζεται πως οι ισχυρισμοί περί παραβιάσεων της δίκαιης δίκης δεν μπορεί να είναι στη βάση στιγμιαίων συμπεριφορών και εκδηλώσεων, ούτε μπορούν να προβληθούν προληπτικά βάσει μεμονωμένων στιγμών. Επίσης, ουδέποτε τέθηκε θέμα κινδύνου ο εκζητούμενος να τεθεί σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση, εάν παραδοθεί στις Γερμανικές Αρχές ή και σχετικά αντικειμενικά στοιχεία. Η προβολή τέτοιων ισχυρισμών θα πρέπει να γίνει με την προσοχή που επιβάλλει η σοβαρότητά τους. Όπως και η προβολή ισχυρισμών περί κακοβουλίας του Δικαστηρίου του Dresden.
  17. Παρόλο που η συμπεριφορά του συγκεκριμένου Γερμανού ανακριτή στην Κύπρο, να προσπαθήσει να παροτρύνει σε συνεργασία, στη βάση υποσχέσεων σχετικών με ποινή δεν ήταν ορθή, δεν προκύπτει, εξ αυτής, πως εάν ο εκζητούμενος παραδοθεί στις Γερμανικές Αρχές, θα παραβιαστούν τα δικαιώματά του σε δίκαιη δίκη, κατά το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Ούτε συνιστά ένδειξη με τις προοπτικές που επιχειρήθηκαν να δοθούν, που να δίνει βάσιμο λόγο να συμπεράνει το Δικαστήριο πως ο εκζητούμενος διατρέχει πραγματικό κίνδυνο προσβολής. Δεν αποτελεί επαρκές πραγματικό στοιχείο που να μπορεί να βασίσει εκτίμηση ύπαρξης πραγματικού κινδύνου.
  18. Έγινε προσπάθεια παραλληλισμού της υπό εξέταση υπόθεσης με την Καναδική απόφαση στην Cobb & Grossman v. USA
(2001)SCC
  1. Δεν είναι συγκρίσιμη η υπόθεση εκείνη. Εκεί, Αμερικανός δικαστής, στο πλαίσιο επιβολής ποινής σε κατ' ισχυρισμό συνωμότη των εκζητούμενων, είχε διατυπώσει πως εκείνοι που δεν συνεργάστηκαν, εάν τελικά εκδοθούν και βρεθούν ένοχοι, θα έχουν τη μέγιστη ποινή την οποία μπορεί να επιβάλει. Ο κατήγορος, σε τηλεοπτική εκπομπή, είχε δηλώσει πως μπορούσαν οι εκζητούμενοι να μεταβούν οικειοθελώς στις ΗΠΑ, να αποζημιώσουν τα θύματα και να εκτίσουν τις ποινές τους, ειδάλλως θα εξέτιαν μεγαλύτερη ποινή, υπό δυσμενέστερες συνθήκες. Ήταν συνθήκες υπό τις οποίες διαφάνηκε, μεταξύ άλλων, πως παραβιάστηκε ευρέως το τεκμήριο αθωότητας των εκζητούμενων, από άτομα που μπορούσαν να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο. Στην προκειμένη περίπτωση, ο Γερμανός ανακριτής που λανθασμένα είχε παρέμβει κατά την ανάκριση στο πλαίσιο εκτέλεσης ΕΕΕ, αναφερόμενος και σε ποινή, δεν προκύπτει από οπουδήποτε να έχει σημαίνοντα ρόλο στην απόφαση εάν θα ασκηθεί τελικά ποινική δίωξη εναντίον του εκζητούμενου, ούτε είναι το πρόσωπο που θα εκδικάσει την υπόθεση, εάν τελικά καταχωριστεί ποινική υπόθεση. Δεν είναι συγκρίσιμη η υπόθεση και για άλλους λόγους, αλλά αρκεί αυτός.
  2. Η R (Raissi) v. Secretary of State for the Home Department [2008] EWCA Civ 72, στην οποία επίσης υπήρξε παραπομπή από πλευράς εκζητούμενου, δεν μπορεί να συσχετιστεί με τα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης, με οποιονδήποτε τρόπο, όπως και άλλη νομολογία που παρατέθηκε. Δεν υπάρχει εδώ «εργαλειοποίηση» του ΕΕΣ, όπως τίθεται, για να επιτευχθεί κάποιος αλλότριος σκοπός. Είναι ξεκάθαρο πως το ΕΕΣ εκδόθηκε για να συλληφθεί ο εκζητούμενος, να παραδοθεί στις Γερμανικές Αρχές, και να προφυλακιστεί στη βάση της υφιστάμενης μαρτυρίας που κατέχεται από τις Γερμανικές Αρχές και τον εμπλέκει στη διάπραξη των αδικημάτων που αναφέρονται συγκεκριμένα, και αφού ολοκληρωθούν οι εναπομείνασες ανακριτικές πράξεις, να διωχθεί ποινικά, εκτός εάν απεμπλακεί, κάτι το οποίο μπορεί ασφαλώς να συμβεί. Δεν υπάρχει αλλότριος σκοπός, όπως το θεωρεί ο εκζητούμενος, να τον χρησιμοποιήσουν, ενώ είναι άσχετος με την υπόθεση, για να ενοχοποιήσουν τον ίδιο ή άλλους.
  3. Συναφώς, ούτε και η ήδη ειλημμένη δικαστική απόφαση για την προφυλάκιση του εκζητούμενου στη Γερμανία, για σκοπούς ολοκλήρωσης της διερεύνησης και ποινικής δίωξης, εάν δεν υπάρξει απεμπλοκή του, συνιστά παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητάς του, το οποίο είναι δεδομένο και αδιαμφισβήτητο. Διατυπώσεις περί ορατής πιθανότητας καταδίκης, στη βάση της οποίας αποφασίζεται προφυλάκιση, δεν αντιτίθενται στο τεκμήριο της αθωότητας. Στο εθνικό ένταλμα σύλληψης της Γερμανίας όπως και στο ΕΕΣ - εξ όψεως τους - δεν υπάρχει οτιδήποτε πέρα από τις διατυπώσεις που υποστηρίζουν πως είναι δυνατή η ποινική δίωξη του εκζητούμενου, λόγω της δυνατής υποψίας ότι διέπραξε τα συγκεκριμένα αδικήματα, εφόσον προηγηθούν και ορισμένες ακόμα ανακριτικές πράξεις, που κατά τον Γερμανό δικαστή καθιστούν αναγκαία την προφυλάκισή του. Δεν τέθηκε οποτεδήποτε ζήτημα πως ο εκζητούμενος στερείται της δυνατότητας να προσβάλει την απόφαση του Γερμανού δικαστή, εάν διαφωνεί με το περιεχόμενό της, ενώ αναφέρθηκε πως έχει ήδη διορίσει δικηγόρο στη Γερμανία, για να υπερασπιστεί τα δικαιώματά του.
  4. Ευλόγως, δεν μπορεί να διατυπωθεί και πως το κράτος έκδοσης ενδέχεται να παραβιάζει το δίκαιο της Ε.Ε. απλώς και μόνον επειδή στο δικό του δικονομικό δίκαιο τα εντάλματα σύλληψης ή οι αποφάσεις προφυλάκισης εκδίδονται με βάση αρχές ή με τρόπο που ενδεχομένως διαφέρουν από τα ισχύοντα στο εγχώριο δίκαιο.
  5. Παρεμβάλλεται και πως το Δικαστήριο του κράτους εκτέλεσης εφάρμοσε, ως άλλωστε προβλέπεται, το εγχώριο δίκαιο, όσον αφορά το ενώπιον του αίτημα για κράτηση του Καθ' ου η αίτηση μέχρι αυτή τη δίκη, χωρίς και αυτή η συνθήκη να ερμηνεύεται ως ευνοϊκότερη για τον Καθ' ου η αίτηση, και χωρίς εκ της ίδιας να απορρέει ενδεχόμενο δυσμενούς για το πρόσωπό του μεταβολής της δυνατότητας απόλυσης υπό όρους, εάν προσαχθεί στο κράτος έκδοσης, κατά τρόπο ώστε η παράδοσή του να απολήγει σε ενδεχόμενη παραβίαση οποιουδήποτε δικαιώματός του· και το άρθρο 7 της ΕΣΔΑ είναι σε ποινή που αναφέρεται. Συμπεράσματα και κατάληξη
  6. Ο Καθ' ου η αίτηση φαίνεται να ενημερώνεται με λεπτομέρεια για τις εναντίον του κατηγορίες, μέσα από τα κείμενα του εθνικού εντάλματος σύλληψης και του ΕΕΣ, ώστε να ξέρει τι ακριβώς έχει να αντιμετωπίσει, εάν προσαχθεί στις Γερμανικές διωκτικές αρχές, για να μπορεί να ασκήσει αποτελεσματικά τα δικαιώματά του. Δεν μπορεί να διαπιστωθεί, στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, από το κράτος εκτέλεσης, παράβαση της Οδηγίας 2012/13, όσον αφορά το επίπεδο ενημέρωσης του Καθ' ου η αίτηση. Εάν εκδόθηκε ή εάν θα εκδοθεί εναντίον του και κατηγορητήριο, πρόκειται για αυτοτελή πράξη ποινικής δίωξης από το κράτος έκδοσης, η δε διαδικασία αυτή ή και η διαδικασία επίδοσής του στον Καθ' ου η αίτηση από το κράτος έκδοσης, αναλόγως των προβλεπόμενων στο δίκαιό του, δεν συμπλέκεται με τη διαδικασία εκτέλεσης του ΕΕΣ. Δεν εγείρεται αμφιβολία σχετικά με τον σκοπό του υπό εκτέλεση ΕΕΣ, ότι είναι για σκοπούς ποινικής δίωξης του Καθ' ου η αίτηση, που περιλαμβάνει και την ποινική ανάκριση με σκοπό την ποινική δίωξη.
  7. Δεν είναι δυνατόν να υπεισέλθει το κράτος εκτέλεσης στην εξέταση της βασιμότητας των κατηγοριών ή στην ύπαρξη επαρκών ενδείξεων, όπως διατυπώθηκαν στο εθνικό ένταλμα σύλληψης και μετέπειτα στο ΕΕΣ. Τέτοιο διάβημα θα ήταν αντίθετο με την αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης που περιβάλλει την όλη διαδικασία. Ο δικαστικός έλεγχος περιορίζεται στον έλεγχο της νομιμότητας, εξωτερικά, εάν δηλαδή το ΕΕΣ εκδόθηκε νομότυπα, από δικαστική αρχή, για κάποιο επιτρεπτό σκοπό, και εσωτερικά, εάν δηλαδή εκδόθηκε για αξιόποινες πράξεις και ποινές που επιτρέπουν την παράδοση του εκζητούμενου, με την απαιτούμενη λεπτομέρεια και σαφήνεια.
  8. Το ΕΕΣ διαπιστώνεται πως εκδόθηκε νομότυπα, από δικαστική αρχή, για επιτρεπτό σκοπό, για αξιόποινες πράξεις, που τιμωρούνται με ποινές φυλάκισης πολυετείς, για τις οποίες επιτρέπεται η έκδοσή του. Έπειτα, διαβιβάστηκε στο Δικαστήριο από την αρμόδια Κεντρική Αρχή. Παρέχει όλη την αναγκαία λεπτομέρεια και σαφήνεια.
  9. Επιπλέον, λόγοι υποχρεωτικής μη εκτέλεσης του ΕΕΣ με βάση το άρθρο 3 της Απόφασης - Πλαισίου και αντίστοιχα το άρθρο 13 ν.113(Ι)/2004 δεν συντρέχουν.
  10. Ούτε λόγοι προαιρετικής μη εκτέλεσης του ΕΕΣ με βάση το άρθρο 4 της Απόφασης - Πλαισίου και αντίστοιχα του άρθρου 14 ν.113(Ι)/2004 συντρέχουν.
  11. Δεν διαφαίνεται πως η εφαρμογή των διατάξεων του νόμου και της Απόφασης-Πλαίσιο και η παράδοση του εκζητούμενου στις Γερμανικές Αρχές μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την παραβίαση της υποχρέωσης σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών, σύμφωνα με το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ.
  12. Τέτοια υπόθεση δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί αποκλειστικά στο γεγονός πως συγκεκριμένος Γερμανός ανακριτής, κατά την ανάκριση που έλαβε χώρα στο πλαίσιο ΕΕΕ, επενέβη, παροτρύνοντας τον εκζητούμενο να συνεργαστεί ή μη δείχνοντας τον δέοντα σεβασμό στο δικαίωμα σιωπής που ο εκζητούμενος επέλεξε να ασκήσει ή στο τεκμήριο αθωότητας που έχει.
  13. Δεν υπάρχει βάσιμος λόγος να θεωρηθεί ότι ο εκζητούμενος εκτίθεται σε πραγματικό κίνδυνο τέτοιας προσβολής, ικανό να οδηγήσει και το Δικαστήριο στο να ζητήσει εγγυήσεις από τη Γερμανία. Εκείνο θα ήταν το διάβημα που θα ακολουθείτο, εάν υπήρχε κάποια βάσιμη υποψία σχετικά με πραγματικό κίνδυνο παραβίασης δικαιωμάτων του εκζητούμενου στη Γερμανία και ο μετέπειτα χειρισμός θα εξαρτάτο από την ανταπόκριση.
  14. Ο λόγος είναι σε κάθε περίπτωση για πραγματικό κίνδυνο παραβίασης, και όχι για απλή διακινδύνευση. Αφηρημένη διακινδύνευση πάντοτε υπάρχει και μπορεί να υπάρχει, σε κάθε δικαστική διαδικασία, με την ευρύτερη έννοιά της, χωρίς να μπορεί να αναχθεί κάθε φορά σε πραγματικό κίνδυνο παραβίασης.
  15. Δεν προκύπτει από οπουδήποτε πως ο εκζητούμενος θεωρείται ήδη ένοχος από τις Γερμανικές Αρχές, χωρίς δίκη και καταδίκη, και ότι δεν υπάρχει σεβασμός στο τεκμήριο αθωότητάς του, κατά τρόπο που να τον θέτει σε πραγματικό κίνδυνο.
  16. Κατόπιν πλήρους ακρόασης, παρά την επιμελή προσπάθεια των δικηγόρων του εκζητούμενου να επιτευχθεί ένα διαφορετικό, εξαιρετικό αποτέλεσμα, έχοντας διαπιστώσει πως δεν συντρέχει πραγματικά οποιοσδήποτε εξαιρετικός λόγος μη εκτέλεσης του ΕΕΣ στην περίπτωση αυτή: Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η εκτέλεση του ΕΕΣ (Τ13) και η παράδοση του εκζητούμενου στις Γερμανικές Αρχές.
  17. Να τηρηθεί η προβλεπόμενη προθεσμία για την παράδοση.
  18. Είθισται η κράτηση του εκζητούμενου μέχρι και την παράδοσή του. Ωστόσο, από την παράγραφο
(4)του άρθρου 29 ν.133(Ι)/2004, προκύπτει η δυνατότητα διατήρησης των περιοριστικών όρων.
  1. Ενόψει και της ανάγκης τελεσιδικίας, μέχρι την ημερομηνία παράδοσης του εκζητούμενου στις Γερμανικές Αρχές, ο εκζητούμενος να παραμείνει ελεύθερος υπό τους όρους που έχουν τεθεί από το Δικαστήριο, οι οποίοι εξακολουθούν να ισχύουν, ως έχουν τεθεί, μέχρι την παράδοσή του, ή μέχρι την εκπνοή της προθεσμίας παράδοσής του, οποιοδήποτε συμβεί πρώτο.
  2. Ειδικότερα, μετά την εκπνοή της προθεσμίας παράδοσης του εκζητούμενου, όλοι οι όροι παύουν αυτοδικαίως, εκτός εάν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος, εκ των όσων προβλέπονται στο άρθρο 29 ν.133(Ι)/
  3. Ο αρμόδιος Πρωτοκολλητής εντέλλεται να κοινοποιήσει αμέσως την παρούσα απόφαση στην αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης. (Υπ.) ........... Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1]. Χριστοδούλου ν. Αριστοδήμου
(1996)1 ΑΑΔ 552, Ζερβού ν. Χαραλάμπους
(1996)1 ΑΑΔ 447, Καρεκλά ν. Κλεάνθους
(1997)1 ΑΑΔ 1119, Αθανασίου ν. Κουνούνη
(1997)1 ΑΑΔ 614, Παπακοκκίνου ν. Σμυρλή
(2001)1 ΑΑΔ 1653, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 ΑΑΔ 401, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 207, Ιωάννου ν. Παλάζη
(2004)1 ΑΑΔ 576, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Vlatislaw
(2011)1 ΑΑΔ 55, Τσιντίδης ν. Χαριδήμου
(2012)1 ΑΑΔ
  1. [2] Απόφαση της 25ης Ιουλίου 2018, C-216/2018 PPU, EU:C:2018:586, και εκεί μνημονευόμενη νομολογία. [3] Αποφάσεις της 10ης Νοεμβρίου 2016, Poltorak, C-452/16 PPU, EU:C:2016:858, και της 10ης Νοεμβρίου 2016, Kovalkovas, C-477/16 PPU, EU:C:2016:861, και της 27ης Μαΐου 2019, OG και PI, C-508/2018 και C-82/2019, ECLI:EU:C:2019:
  2. [4] Απόφαση της 26 Φεβρουαρίου 2013, C-399/11 - Melloni, EU:C:2013:107, Απόφαση της 10 Αυγούστου 2017, C-270/17 PPU - Tupikas, Απόφαση της 10 Αυγούστου 2017, C-271/17 PPU - Zdziaszek, ECLI:EU:C:2017:629, Απόφαση της 22 Δεκεμβρίου 2017, C-571/17 PPU - Ardic, ECLI:EU:C:2017:1026, Απόφαση της 20 Σεπτεμβρίου 2024, C‑504/24 PPU - Anacco, ECLI:EU:C:2024:
  3. [5] Reinwald v. Γενικός Εισαγγελέας, Πολ. Έφ. 42/19, 23.04.
  4. [6] Halsbury's Laws of EnglandExtradition (Volume 47
(2021))2. Principles of Extradition Law
(3)Validity of Extradition Warrants and Requests625. 'Accused' persons. [7] Τζεννάρο Περρέλλα
(1995)1 ΑΑΔ 217, Beogradska
(1996)1 ΑΑΔ 911, Bienioszek v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Έφεση ΕΕΣ 2/2024, 26.03.
  1. [8] Αποφάσεις της 31ης Ιανουαρίου 2023, Puig Gordi κ.λπ., C‑158/21, EU:C:2023:57, και της 21ης Δεκεμβρίου 2023, GN, C‑261/22, EU:C:2023:1017, και εκεί μνημονευόμενη νομολογία. [9] Γνωμοδότηση 2/13 (Προσχώρηση της Ένωσης στην ΕΣΔΑ), της 18ης Δεκεμβρίου 2014, ΕΕ:C:2014:2454, και Απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2023, GN, C‑261/22, EU:C:2023:1017, και εκεί μνημονευόμενη νομολογία. [10] Απόφαση της 29ης Ιουλίου 2024, C‑318/24 PPU - Breian, ECLI:EU:C:2024:
  2. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.