V. E., ΕΕΣ 11/2024, 23/12/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
(19). Ζήτησε από τον δικηγόρο Θεοδόση Καραμανή να είναι μαζί του. Ο δικηγόρος του τον ενημέρωσε για το δικαίωμα σιωπής που είχε. Κατά την ανάκριση ήταν παρούσα η γυναίκα Αστυνομικός και ο Γερμανός. Η γυναίκα αστυνομικός είπε στην αρχή πως υπήρχε το δικαίωμα της σιωπής. Ερωτήθηκε περίπου 36 ερωτήσεις για τη δουλειά του και τους ανθρώπους που δουλεύουν μαζί του. Άσκησε το δικαίωμα σιωπής. Ενώ είχε επιλέξει να ασκήσει αυτό το δικαίωμα, κάποια στιγμή, επενέβη ο Γερμανός και ρώτησε εάν είχε αποφασίσει να μην απαντήσει σε οποιαδήποτε ερώτηση. Ο Μ3 απάντησε πως ήταν δικαίωμά του. Ακολούθως, τον ενημέρωσε πως εάν συνεργαστεί, μπορεί να επωφεληθεί χαμηλότερης ποινής στη Γερμανία, ειδάλλως θα είναι η αυστηρότερη ποινή, που είναι μέχρι και δέκα χρόνια. Ένιωσε, ο Μ3, όπως αναφέρει, πως ήθελαν να λάβουν από εκείνον όσο το δυνατόν περισσότερες πληροφορίες και ότι εκείνος ήταν ο σκοπός της σύλληψής του. Οι δικηγόροι του τον ενημέρωσαν πως η παρέμβαση του Γερμανού κατά την ανάκριση ήταν ενάντια στα δικαιώματά του. Επίσης, το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε το ένταλμα έρευνας (Τ18) και όλα τα αντικείμενα που συλλέχθηκαν θα επιστραφούν στους νόμιμους ιδιοκτήτες τους. 15. Κατά την αντεξέτασή του, ο Μ3 δέχθηκε πως αντιλαμβάνεται και τη Ρωσική γλώσσα, ωστόσο, επειδή η Ουκρανική είναι η μητρική του γλώσσα, θα μπορούσε να αντιληφθεί καλύτερα. Δέχθηκε πως αντιλήφθηκε όμως πλήρως τα δικαιώματά του. Όταν τα διάφορα άτομα άρχισαν να εισέρχονταν στην οικία του, τους ζήτησε να επιδείξουν κάποια έγγραφα, για να κατανοήσει ποια ήταν αυτά τα άτομα και μόνο ο βασικός αστυνομικός του έδειξε το σήμα του. Τον ρώτησε αν θα μπορούσε να καταγράψει το όνομά του, επειδή δεν είχε αντιληφθεί, αλλά δεν του το επέτρεψε. Άλλα άτομα απλά εισέρχονταν και εξέρχονταν, και ο ίδιος δεν είχε κανένα έλεγχο του διαμερίσματός του. Ανέφερε πως ο Μ2 είχε μεταβεί στην οικία του στη μέση της διαδικασίας, σε ένα «δεύτερο μέρος», ενώ εξ αρχής εκεί ήταν η γυναίκα και ένας μεγαλόσωμος αστυνομικός. Ανέφερε πως ο Μ2 δεν του έδωσε οποιεσδήποτε πληροφορίες και στοιχεία. Υποβλήθηκε στον Μ3 πως είχαν ενημερωθεί για το δικαίωμά τους να μην δώσουν στοιχεία για το ξεκλείδωμα των συσκευών και ότι, σε περίπτωση που τα δώσουν, ενδεχομένως να χρησιμοποιηθούν σε δικαστική διαδικασία. Ο Μ3 έδωσε μακροσκελή απάντηση, λέγοντας πως βασικά πρώτα πιέστηκε να δώσει τον κωδικό του, που ούτως ή άλλως είδαν να χρησιμοποιεί, και μετά ανέφερε ο μεγαλόσωμος αστυνομικός πως μπορεί να επιλέξει να μην τον δώσει. Αναφέρθηκε στον Μ3 πως το ΕΕΣ, που δέχθηκε πως του υπέδειξαν, εξουσιοδοτούσε και τη λήψη συσκευών, ο Μ3 ανέφερε πως δεν είχε ξεκάθαρη απάντηση, αν και του υποδείχθηκε το ΕΕΣ, που δεν μπορεί να θυμάται αν ήταν το Τ13, εφόσον υπήρξαν πολλές εκδοχές του ΕΕΣ. Επέμεινε πως αισθάνθηκε πίεση για να συνεργαστεί και πως ήθελαν απλώς να επέμβουν στις συσκευές, διαφορετικά ήξεραν πού να τον βρουν. Έπειτα, η παρέμβαση του Γερμανού κατά την ανάκριση φάνηκε στον ίδιο υπόσχεση ότι σε περίπτωση συνεργασίας θα μείωναν ποινή που θεωρούσαν δεδομένη, ενώ ο ίδιος θεωρεί τον εαυτό του αθώο. Δεν θεωρεί ότι θα πρέπει να εκτελεστεί το ΕΕΣ βάσει εύλογης υποψίας, για σκοπούς διερεύνησης που θα μπορούσε ούτως ή άλλως να γίνει και χωρίς ένταλμα σύλληψης. 16. Τα όσα ανέφερε ο Μ3 σχετικά με την κατάθεση που λήφθηκε από τη συμβία του είναι εξ ακοής μαρτυρία, και εφόσον έχει ενώπιον του το Δικαστήριο την ίδια, δεν χρειάζεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία αυτή του Μ3. Επίσης τα όσα ανέφερε ο Μ3 και δεν σχετίζονται με γεγονότα, αλλά με συμπεράσματα δικά του ή γνώμες δεν αξιολογούνται. 17. Εκ των γεγονότων, η αναφορά του Μ3 ότι ο Μ2 ήρθε μετέπειτα και μετείχε σε κάποιο δεύτερο μέρος, είναι ενάντια στο γεγονός, που δεν αμφισβητήθηκε, πως το ΕΕΣ εκτελέστηκε από τον Μ2 ώρα 07:05 και μετέπειτα έγινε η έρευνα, άρα ο Μ2 δεν μετέβη στη οικία του στη μέση κάποιας άλλης διαδικασίας. Ενώ ο Μ3 ανέφερε πως ο Μ2 δεν του έδωσε πληροφορίες ή στοιχεία, ο Μ2 ανέφερε το αντίθετο, το Τ12 υπογράφεται και από τον Μ2 και δεν είχε υποβληθεί στον Μ2 τέτοια εκδοχή. Ο Μ3 δεν αμφισβητεί πως υπέγραψε το Τ12 ως σε γλώσσα που κατανοεί και η εκδοχή πως δεν κατανοεί τη Ρωσική γλώσσα, επίσης, ουδέποτε υποβλήθηκε στον Μ2. Εάν δεν κατανοούσε τα δικαιώματά του, θα μπορούσε να μην υπογράψει το εγχειρίδιο δικαιωμάτων, ενώ δεν αμφισβητήθηκε το γεγονός που ανέφερε ο Μ2 πως το υπέγραψε και μετά από επικοινωνία που είχε με δικηγόρο της επιλογής του. Κατά την αντεξέτασή του, ο Μ3, δέχθηκε πως κατανοεί τη Ρωσική γλώσσα και κατανόησε και τα δικαιώματά του, ωστόσο είχε ακόμα την αίσθηση ότι παραβιάστηκαν δικαιώματά του, την οποία εξέφραζε, δείχνοντας προσπάθεια να βρει σημεία να υποστηρίξει πως παραβιάστηκαν δικαιώματά του, χωρίς όμως στην ουσία να έχουν παραβιαστεί. Αυτή η υπερβολή στην προσέγγιση του Μ3 έπληξε την αξιοπιστία της μαρτυρίας του, ως προς τα αμφισβητούμενα γεγονότα. 18. Με ίδια υπερβολή ήταν και η αναφορά του Μ3 πως πιέστηκε να δώσει τον κωδικό, όπως και η συμβία του. Δεν συνάδει με το γεγονός ότι ο ίδιος και η συμβία του έδωσαν τους κωδικούς τους μόλις τους ζητήθηκε, χωρίς να περιγράφεται περαιτέρω στιχομυθία, που να περιέχει στοιχεία αντίστασης ή άρνησης ή δυσφορίας. Εάν δεν ήθελαν, θα μπορούσαν να μην τους δώσουν ή να ρωτήσουν εάν υπάρχει τέτοιο δικαίωμα, όπως υπήρξαν, κατά τον ίδιο τον Μ3, ερωτήσεις για άλλα θέματα. Είναι βεβαίως κατανοητό πως, εφόσον τους ζητήθηκε κάτι τέτοιο από την Αστυνομία, ενδεχομένως, εκείνη την ώρα, να αισθάνθηκαν επιβολή και υποχρέωση ή απουσία επιλογής ως προς το να δώσουν τους κωδικούς τους, κατ' επέκταση και υποκειμενική «πίεση», ιδίως εάν δεν εξηγήθηκαν με ήρεμο τρόπο εξ αρχής όλες οι διαθέσιμες επιλογές και εάν δεν δόθηκε ξεκάθαρα και με τη μεσολάβηση περισσότερου χρόνου κάποια συγκατάθεση. Αυτή η εικόνα όμως, όπως μεταφέρεται από τον Μ3, με τις προσωπικές του εκτιμήσεις, δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο σε διαπίστωση ότι αποσπάστηκαν οι κωδικοί των συσκευών με άσκηση βίας ή εξαναγκασμού από τα μέλη της Αστυνομίας της Κύπρου, ή και ότι υπήρξε πρόσβαση σε δεδομένα τους παράνομα, κατά τρόπο που να θέτει και βάσιμο λόγο να θεωρηθεί ότι ο εκζητούμενος εκτίθεται σε πραγματικό κίνδυνο προσβολής δικαιωμάτων, εάν παραδοθεί στις Γερμανικές Αρχές. 19. Ακόμα, υπήρξε εστίαση από τον Μ3 στο γεγονός ότι παραλήφθηκε και το κινητό της συμβίας του Μ3, κατά την έρευνα. Η έρευνα, όμως, αφορά χώρους, όχι σε πρόσωπα· επομένως δεν έχει σχετική βάση ούτε αυτό το παράπονο του Μ3. Είναι φυσιολογικό να αισθάνθηκε ο Μ3 ότι κατά την έρευνα στον χώρο του δεν έχει τον έλεγχο. Η εκτέλεση κάθε εντάλματος έρευνας σε οικία είναι έντονα επεμβατικό μέτρο. Δεν υπήρξε όμως εκφρασμένη αμφιβολία πως η έρευνα διενεργείτο από την Αστυνομία. Ωστόσο, δόθηκε, και πάλι εκ των υστέρων, υπερβάλλουσα έμφαση από τον εκζητούμενο, ότι δεν γνώριζε και τις προσωπικές ταυτότητες ενός εκάστου που είχαν εισέλθει στο σπίτι του, και ότι ήταν διάφορα άτομα που μπαινόβγαιναν, και δεν μπορούσε ο ίδιος να ελέγξει ποιοι ήταν ο καθένας από αυτούς, και την όλη κατάσταση. Δεν υπάρχουν ενδείξεις πως συμμετείχαν στην έρευνα άτομα, περιλαμβανομένου του Γερμανού, που δεν είχαν την σχετική εξουσιοδότηση να συμμετάσχουν, για τους σκοπούς της έρευνας. Εκ των γεγονότων, αναφέρεται πως δεν αμφισβητείται η έκδοση ΕΕΕ στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε εθνικό ένταλμα έρευνας, που ακυρώθηκε με το Τ18. Το εθνικό ένταλμα έρευνας, όμως, όπως διαφαίνεται από το Τ18, ακυρώθηκε για τον λόγο ότι ο δικαστής που το υπέγραψε παρέλειψε να διαγράψει σε ένα σημείο τις επιλογές «έχω/δεν έχω ικανοποιηθεί», με τον τρόπο που αυτή η παράλειψη προσεγγίστηκε. Όχι για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκ των όσων ανέφερε ο Μ3, την εκδοχή του οποίου δεν υποστηρίζει το ίδιο το Τ18. 20. Συνολικά αποτιμώμενη, η μαρτυρία του Μ3, σχετικά με τα αμφισβητούμενα γεγονότα, επειδή παρουσίασε τις αντιφάσεις σχετικά με την κατανόηση της γλώσσας των δικαιωμάτων του και ήταν αντίθετη με το Τ13 όσον αφορά τον χρόνο προσέλευσης του Μ2, και λόγω του ότι ήταν διανθισμένη με υπερβολή, συνάδουσα με την προσπάθεια του Μ3 να επικαλεστεί παραβιάσεις δικαιωμάτων σχετικά με τον τρόπο εκτέλεσης της έρευνας στην οικία του, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή ως σχετική και έπειτα ως αξιόπιστη μαρτυρία για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας. Μ4 21. Η μαρτυρία του Μ4, Θεοδόση Καραμανή, ως προς τα γεγονότα κατά την ανάκριση του Μ3 στο πλαίσιο εκτέλεσης της ΕΕΕ έγινε αποδεκτή από την πλευρά της αιτούσας αρχής, ότι δηλαδή ο Γερμανός ανακριτής επενέβη κάποια στιγμή, αναφέροντας πως εάν ο εκζητούμενος συνεργαστεί, θα του επιβληθεί χαμηλότερη ποινή, ειδάλλως θα υπόκειται στη μέγιστη. Κατ' επέκταση, είναι αποδεκτή και από το Δικαστήριο, ως αδιαμφισβήτητη, η μαρτυρία του αυτή. Δεν είναι όμως αποδεκτή ως σχετική η γνώμη του για το εάν αυτή η παρέμβαση συνιστά παραβίαση δικαιώματος ή ένδειξη περί των προθέσεων των Γερμανικών Αρχών. Ο Μ4 δεν κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας, ούτε τέτοια εμπειρογνωμοσύνη ζητήθηκε από το Δικαστήριο. Μ5 22. Η Μ5 αναγνώρισε και υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής της δήλωσης (Τεκμήριο Β). Είναι όμοια με αυτήν του Μ3, με την ίδια δομή και λεκτικό, ως προς τα όσα διαδραματίστηκαν κατά την έρευνα στην οικία του Μ3. Συνεπώς, ισχύουν τα ίδια που αναφέρθηκαν και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ3. Υπάρχει η ίδια υπερβολή, ενώ είναι προφανής η συνεννόηση του Μ3 με την Μ5 για το τι να λεχθεί στο Δικαστήριο και η Μ5 έχει κάθε λόγο να υποστηρίξει την εκδοχή του Μ3. Έπειτα, αναφέρεται στη δική της διαδικασία ανάκρισης, στην παρουσία της δικηγόρου της. Ανακρίθηκε από την Κύπρια αστυνομικό, στην παρουσία μίας γυναίκας ανακρίτριας από τη Γερμανία και ενός άνδρα ανακριτή από τη Γερμανία. Άσκησε το δικαίωμα της σιωπής, για το οποίο ήταν ενήμερη. Ανέφερε επίσης παρέμβαση, στο μέσο της ανάκρισης, από τον Γερμανό ανακριτή, ο οποίος εξέφρασε με δυσανασχέτηση διαπίστωση πως η Μ5 δεν θέλει να συνεργαστεί, και αποχώρησε από το δωμάτιο. Από τις ερωτήσεις που της έγιναν, αντιλήφθηκε πως δεν ερωτήσαν οτιδήποτε για τον εκζητούμενο, αλλά για την εταιρεία στην οποία εργάζονταν. Κατά την προφορική της μαρτυρία, στην κυρίως εξέταση, ερωτήθηκε εάν ο Γερμανός ανακριτής ανέφερε οτιδήποτε άλλο. Τότε, η Μ5 ανέφερε πως η Γερμανίδα ανακρίτρια της είχε πει προηγουμένως να βοηθήσει στην έρευνα και θα υπάρξει μειωμένη ποινή για τον συμβίο της. Ερωτήθηκε, η Μ5, γιατί αυτό δεν το ανέφερε στην κατάθεσή της, κατ' επανάληψη, και δεν έδωσε σχετική απάντηση. Ο τρόπος που απέφυγε να απαντήσει, ενώ της εξηγήθηκε η ερώτηση επανειλημμένα, ήταν ενδεικτικός πως προσπαθούσε να ήταν προσεκτική στις αναφορές της. Δεν απαντούσε με φυσικότητα. Κλονίστηκε η αξιοπιστία της μαρτυρίας της Μ5 εκ της προσπάθειάς της να αποφύγει να πει ξεκάθαρα στο Δικαστήριο γιατί θεώρησε σημαντικό να αναφέρει την παρέμβαση του Γερμανού ανακριτή που ήταν απλώς ότι δεν συνεργάζεται, και να παραλείψει να αναφέρει την υποτιθέμενη παρέμβαση της Γερμανίδας ανακρίτριας, που μάλιστα εξέλαβε και ως υπόσχεση περί μειωμένης ποινής στον συμβίο της. Τέτοιο γεγονός δεν συνάδει εξάλλου και με την αναφορά της ίδιας πως δεν έγιναν ερωτήσεις για τον συμβίο της, αλλά για την εταιρεία στην οποία εργάζονταν. Κατά την αντεξέτασή της, αναφέρονταν σε παρεμβάσεις κατά την ανάκριση του Τ3, μεταφέροντας δηλώσεις άλλων, περί νομικών ζητημάτων. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία της Μ5 ως σε σχετική και έπειτα ως σε αξιόπιστη μαρτυρία για την εξαγωγή ευρημάτων σε σχέση με τα γεγονότα που ενδιαφέρουν αυτή τη διαδικασία. Σύνοψη ευρημάτων 23. Με βάση την αποδεκτή μαρτυρία των Μ1, Μ2, και Μ4, και όσα συνομολογούνται ως παραδεκτά γεγονότα, η πραγματική βάση είναι η εξής: Την 23.10.2024 ώρα 07:05 συνελήφθη ο εκζητούμενος από τον Μ2 βάσει ΕΕΣ (Τ13) που εκδόθηκε από τις Γερμανικές Αρχές, με αριθμό αναφοράς 273 Gs 5151/2024. Ο Μ2 συνέταξε σχετική κατάθεση (Τ11), στην οποία περιγράφει τη διαδικασία. To ΕΕΣ είχε διαβιβαστεί στην Κεντρική Αρχή την 17.10.2024, με οδηγίες να μην εκτελεστεί πριν από την 23.10.2024, εφόσον η 23.10.2024 είχε οριστεί ως ημέρα κοινής δράσης στο πλαίσιο της επιχείρησης [] (Τ1, T2). Βασίζεται σε ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε από Δικαστήριο του Dresden (Amtsgericht Dresden) την 04.10.2024 και αφορά αδικήματα που φέρονται να διαπράχθηκαν μεταξύ των ημερομηνιών 05.11.2019 - 21.04.2021 σχετικά με απάτη και με ηλεκτρονικούς υπολογιστές, τιμωρούμενα με βάση το Γερμανικό δίκαιο με ποινές φυλάκισης μέχρι και δέκα ετών. Το Τ13 βάσει του οποίου έγινε η σύλληψη είναι το ίδιο με το Τ1 που διαβιβάστηκε προς εκτέλεση την 17.10.2024. Μετά τη σύλληψη του εκζητούμενου, στην παρουσία του, εκτελέστηκε και ένταλμα έρευνας που εκδόθηκε προς εκτέλεση ΕΕΕ (Τ16). Κατασχέθηκαν από την οικία του συσκευές (κινητά τηλέφωνα, laptop, tablet) και έγγραφα. Η κατάσχεση τέτοιων συσκευών εξουσιοδοτείτο και με το ΕΕΣ (Τ1, Τ13). Μετά από τη σύλληψη του εκζητούμενου βάσει του ΕΕΣ, ο εκζητούμενος οδηγήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, για την έναρξη της διαδικασίας παράδοσής του. Την 24.10.2024 ο εκζητούμενος ανακρίθηκε στο πλαίσιο εκτέλεσης ΕΕΕ και βάσει σχετικής ειδοποίησης (Τ19), που επίσης δόθηκε και προς τη συμβία του εκζητούμενου (Τ17). Κατά την ανάκριση του εκζητούμενου, τήρησε το δικαίωμα της σιωπής και είχε τις υπηρεσίες δικηγόρου, για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων του. Υπήρξε παρέμβαση από τον Γερμανό ανακριτή, ο οποίος του ανέφερε πως, εάν συνεργαστεί και απαντήσει στις ερωτήσεις, μπορεί να αντιμετωπιστεί με επιείκεια όσον αφορά την ποινή, ενώ σε αντίθετη περίπτωση θα υπόκειται στη μέγιστη ποινή. Την 24.10.2024 διαβιβάστηκε ηλεκτρονικά στην Κεντρική Αρχή, με επιστολή ημερομηνίας 23.10.2024, με συνημμένο το υπό αναφορά ΕΕΣ στα Γερμανικά και στα Αγγλικά, με οδηγίες να προχωρήσει η διαδικασία παράδοσης του εκζητούμενου (Τ3). Στο Τ3 είναι εκ νέου συμπληρωμένο το σχετικό έντυπο του ΕΕΣ, με ορισμένες διαφοροποιήσεις ως προς τον τρόπο συμπλήρωσής του στα Τ13 και Τ1, χωρίς όμως και ουσιώδεις διαφοροποιήσεις. Απουσιάζει από το Τ3 η εξουσιοδότηση κατάσχεσης συσκευών (σημείο g). Στο πλαίσιο εκδίκασης της υπόθεσης, ζητήθηκαν και δόθηκαν διευκρινίσεις (Τ4, T5, T6, T7, T8, Τ9), μεταξύ των οποίων το ότι το ΕΕΣ εκδόθηκε με σκοπό την ποινική δίωξη του εκζητούμενου και όχι την εκτέλεση απόφασης ή μέτρου στερητικών της ελευθερίας του, και ότι το σημείο (
- d)στη σελίδα 5 και το σημείο 3.4 στη σελίδα 6 σημειώθηκαν εκ λάθους. Στάλθηκε και το εθνικό ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε από το Δικαστήριο του Dresden την 04.10.2024. Αναφέρθηκε πως ο εκζητούμενος διερευνάται στη βάση υποψίας εμπλοκής στα υπό διερεύνηση αδικήματα, όπως εξηγείται και στο εθνικό ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε. Δεν υπάρχουν κατηγορίες, εφόσον ο ύποπτος δεν είναι στη διάθεση των Γερμανικών Αρχών, για να μπορέσει να διεξαχθεί η ανάκριση. Την 06.12.2024 οι δικηγόροι του εκζητούμενου ενημέρωσαν πως την 05.12.2024 εξασφάλισαν άδεια για καταχώριση αίτησης για έκδοσης προνομιακού εντάλματος Certiorari σχετικά με το ένταλμα έρευνας που εκδόθηκε την 14.10.2024 από το Ε.Δ. Πάφου (Τ10). Την 18.12.2024 το εθνικό ένταλμα έρευνας βάσει του οποίου κατασχέθηκαν από την οικία του εκζητούμενου τεκμήρια ακυρώθηκε με προνομιακό ένταλμα Certiorari επειδή ο δικαστής που το υπέγραψε δεν σημείωσε, σε ένα σημείο του, την επιλογή «έχω/δεν έχω ικανοποιηθεί» (Τ18). Νομικές πτυχές και εξέταση 24. Τη διαδικασία παράδοσης συλληφθέντος βάσει ΕΕΣ διέπει ο ν.133(Ι)/2004, που ενσωματώνει μεταξύ άλλων την Απόφαση - Πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ. 25. Σύμφωνα με το άρθρο 2 § 2 ν.113(Ι)/2004, η εφαρμογή των διατάξεων του εν λόγω νόμου δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την παραβίαση της υποχρέωσης σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών, σύμφωνα με το άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΣΔΑ). Σε κάθε περίπτωση, ο εκζητούμενος δεν εκδίδεται σε κράτος όπου διατρέχει σοβαρό κίνδυνο να του επιβληθεί η ποινή του θανάτου ή να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική ποινή ή μεταχείριση. 26. Το ΕΕΣ μπορεί να εκδοθεί, μεταξύ άλλων, για την άσκηση ποινικής δίωξης [άρθρο 3 (α) ν.113(Ι)/2004]. Σε τέτοια περίπτωση, πρέπει να περιέχει την ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου όπου είναι γνωστή· όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπικής σύνδεσης και ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος· μνεία του εντάλματος σύλληψης ή της συναφούς διάταξης δικαστικής αρχής· τη φύση και τον νομικό χαρακτηρισμό της αξιόποινης πράξης· περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης του εγκλήματος (χρόνος και ο τόπος τέλεσης και μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου)· και το πλαίσιο ποινής που προβλέπεται για την αξιόποινη πράξη από τη νομοθεσία του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και στο μέτρο του δυνατού, τις οποιεσδήποτε λοιπές συνέπειες, περιλαμβανομένης οποιασδήποτε παρεπόμενης ποινής. Μπορεί να αφορά περισσότερες από μια αξιόποινες πράξεις. Όταν υποβάλλεται ΕΕΣ στις Κυπριακές αρχές πρέπει να είναι διατυπωμένο σε μια από τις επίσημες γλώσσες της Κυπριακής Δημοκρατίας ή στην Αγγλική γλώσσα. Η δικαστική αρχή έκδοσης υποχρεούται να συμπληρώνει το Παράρτημα Α, το οποίο παρέχει τα πιο πάνω στοιχεία [άρθρο 4 ν.113(Ι)/2004]. 27. Σύμφωνα με το άρθρο 12 § 2 ν.113(Ι)/2004, η εκτέλεση του ΕΕΣ επιτρέπεται χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου, για ορισμένες αξιόποινες πράξεις που προβλέπονται συγκεκριμένα, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, εφόσον τιμωρούνται στο κράτος αυτό με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφάλειας, ανώτατης διάρκειας τουλάχιστον τριών ετών. Οι πράξεις αυτές περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, εγκλήματα σχετικά με ηλεκτρονικούς υπολογιστές (ια), και απάτη (κ). 28. Το άρθρο 13 ν.113(Ι)/2004 προβλέπει εξαντλητικά λόγους υποχρεωτικής άρνησης εκτέλεσης του ΕΕΣ σε συγκεκριμένες διαζευκτικά τιθέμενες περιπτώσεις: η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ΕΕΣ, να καλύπτεται από αμνηστία σύμφωνα με τους Κυπριακούς ποινικούς νόμους, εφόσον η Κυπριακή Δημοκρατία είχε την αρμοδιότητα για τη δίωξη αυτής της αξιόποινης πράξης· από τις πληροφορίες που διαθέτει η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος να προκύπτει ότι ο εκζητούμενος έχει δικασθεί τελεσιδίκως για τις ίδιες πράξεις από κράτος μέλος της Ε.Ε., εφόσον, σε περίπτωση καταδίκης, η ποινή έχει εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους έκδοσης που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση· το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ΕΕΣ, να είναι ανεύθυνο ποινικά λόγω της ηλικίας του για την αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ένταλμα, σύμφωνα με τους Κυπριακούς ποινικούς νόμους· το ΕΕΣ να έχει εκδοθεί προς το σκοπό της δίωξης ή τιμωρίας προσώπου λόγω του φύλου, της φυλής, της θρησκείας, της εθνοτικής καταγωγής, της ιθαγένειας, της γλώσσας, των πολιτικών φρονημάτων, ή του γενετήσιου προσανατολισμού του. 29. Το άρθρο 14 ν.113(Ι)/2004 προβλέπει εξαντλητικά προαιρετικούς λόγους μη εκτέλεσης του ΕΕΣ, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, που όσον αφορά την εκτέλεση για σκοπούς δίωξης, είναι διαζευκτικά τιθέμενες οι εξής: το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ΕΕΣ, να διώκεται στην Κυπριακή Δημοκρατία για την ίδια αξιόποινη πράξη με εκείνη που αναφέρεται στο ΕΕΣ· οι Κυπριακές αρχές να αποφάσισαν είτε να μην ασκήσουν ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ΕΕΣ, είτε να παύσουν τη δίωξη· να έχει επέλθει παραγραφή της ποινικής δίωξης σύμφωνα με τους νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας και η αξιόποινη πράξη υπάγεται στην αρμοδιότητα των Κυπριακών δικαστικών αρχών σύμφωνα με τους Κυπριακούς Ποινικούς νόμους· ο εκζητούμενος να έχει δικασθεί αμετακλήτως για την αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ΕΕΣ, σε κράτος μέλος της Ε.Ε., ώστε να κωλύεται η μεταγενέστερη άσκηση δίωξης· από τις πληροφορίες που διαθέτει η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ΕΕΣ να προκύπτει ότι ο εκζητούμενος έχει δικασθεί αμετακλήτως για τις ίδιες πράξεις σε τρίτη χώρα, εφόσον, σε περίπτωση καταδίκης, η ποινή έχει εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί σύμφωνα με το δίκαιο της χώρας που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση· το ΕΕΣ να έχει εκδοθεί για αξιόποινη πράξη, η οποία θεωρείται κατά τον Κυπριακό ποινικό νόμο ότι τελέστηκε εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας ή σε εξομοιούμενο προς αυτό τόπο, ή τελέστηκε εκτός του εδάφους του Κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και κατά τους Κυπριακούς ποινικούς νόμους δεν επιτρέπεται η δίωξη για την ίδια αξιόποινη πράξη που διαπράττεται εκτός του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας. 30. Κατά το άρθρο 15 ν.113(Ι)/2004, αν η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ΕΕΣ, τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη ή με μέτρο στερητικό της ελευθερίας εφόρου ζωής, η εκτέλεση του ΕΕΣ μπορεί να εξαρτηθεί από την προϋπόθεση ότι στο νομικό σύστημα του κράτους έκδοσης ισχύουν διατάξεις για την επανεξέταση της επιβληθείσας ποινής - κατ' αίτηση ή το αργότερο μετά την πάροδο είκοσι 20 ετών - ή για την εφαρμογή των μέτρων επιείκειας που προβλέπει υπέρ του προσώπου του δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος και τα οποία αποσκοπούν στην μη εκτέλεση μιας τέτοιας ποινής ή μέτρου. Αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ΕΕΣ προς το σκοπό της δίωξης, είναι ημεδαπός ή κατοικεί στην Κυπριακή Δημοκρατία, η εκτέλεση του ΕΕΣ από την αρμόδια δικαστική αρχή μπορεί να εξαρτηθεί από την προϋπόθεση ότι ο εκζητούμενος, μετά από ακρόαση του, θα διαμεταχθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία, ώστε να εκτίσει την στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που θα απαγγελθεί εναντίον του στο κράτος έκδοσης του εντάλματος. 31. Όπως άλλωστε προκύπτει και από το κείμενο του νόμου, η εκτέλεση του ΕΕΣ συνιστά τον κανόνα. Η άρνηση εκτέλεσης έχει προβλεφθεί ως η εξαίρεση, η οποία πρέπει να ερμηνεύεται στενά[2]. 32. Παρεμβάλλεται πως η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης προϋποθέτει ότι μόνον τα ΕΕΣ, κατά την έννοια του άρθρου 1 § 1 της Αποφάσεως-Πλαισίου πρέπει να εκτελούνται σύμφωνα με τις διατάξεις της απόφασης αυτής. Το ένταλμα σύλληψης αποτελεί «δικαστική απόφαση», πράγμα που σημαίνει ότι πρέπει να έχει εκδοθεί από «δικαστική αρχή» κατά την έννοια του άρθρου 6 § 1 της Απόφασης - Πλαισίου. Το ΔΕΕ έχει αποφανθεί ότι στο εννοιολογικό περιεχόμενο του όρου «δικαστική αρχή» μπορούν να περιληφθούν και οι αρχές κράτους μέλους οι οποίες μετέχουν στην απονομή της ποινικής δικαιοσύνης στο εν λόγω κράτος μέλος χωρίς να είναι κατ' ανάγκην δικαστές ή δικαιοδοτικά όργανα. Στο μέτρο που το ΕΕΣ διευκολύνει την ελεύθερη κυκλοφορία των δικαστικών αποφάσεων που αφορούν την άσκηση ποινικής δίωξης, πριν από την έκδοση της απόφασης, γίνεται δεκτό ότι οι αρχές οι οποίες, δυνάμει του εθνικού δικαίου, είναι αρμόδιες για την έκδοση τέτοιων αποφάσεων δύνανται να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω Απόφασης-Πλαισίου[3]. Ποιο ΕΕΣ 33. Αρχικά είχε διαβιβαστεί προς εκτέλεση το ΕΕΣ, που περιλαμβάνεται στο Τ1, που είναι ίδιο με το Τ13, βάσει του οποίου έγινε η σύλληψη, με οδηγίες να μην εκτελεστεί πριν από την 23.10.2024, καθότι επιχειρείτο κοινή δράση την 23.10.2024. Ωστόσο, μετά τη σύλληψη που διενεργήθηκε την 23.10.2024, την επόμενη ημέρα, 24.10.2024, εστάλη εκ νέου προς εκτέλεση το ΕΕΣ που περιλαμβάνεται στο Τ3 με διαφοροποιήσεις σε ορισμένα σημεία. Δεν διαφαίνεται πως ο Καθ' ου η αίτηση συνελήφθη παράνομα, εφόσον, κατά τη σύλληψή του, υφίστατο το εθνικό ένταλμα σύλληψης του κράτους έκδοσης και σχετικό ΕΕΣ που είχε διαβιβαστεί προς εκτέλεση από την 23.10.2024. Το Δικαστήριο είναι που θα αποφασίσει ποιο ΕΕΣ εν τέλει θα εκτελέσει. Σχετικός είναι και ο λόγος της Bienioszek v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Έφεση ΕΕΣ 2/2024, 26.03.2024. Το προς εκτέλεση ΕΕΣ είναι το Τ13, που είχε εξ αρχής τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, για τον σκοπό αυτό. Δεν προκύπτει πως οποιαδήποτε διαφοροποίηση στη συμπλήρωση του εντύπου του ΕΕΣ (Τ3) επηρεάζει τη διαδικασία της εκτέλεσης. Επίσης, δεν τέθηκε πως η διενέργεια της σύλληψης είναι τέτοια που να παραβιάζει συγκεκριμένα δικαιώματα του Καθ' ου η αίτηση. Οι διαφοροποιήσεις που υποδείχθηκαν μεταξύ του ΕΕΣ που αρχικά διαβιβάστηκε και του εκ νέου συνημμένου στην αλληλογραφία ΕΕΣ, όπως και η διορθωτική επισήμανση που τέθηκε δια της επιστολής του Τ6, δεν είναι ικανές να στοιχειοθετήσουν πως δεν υφίσταται ενώπιον του Δικαστηρίου ΕΕΣ που να περιέχει τα απαιτούμενα στοιχεία και που να υπόκειται σε εκτέλεση. Ο σκοπός της ποινικής δίωξης 34. Σε αμφότερα τα ΕΕΣ (Τ13/Τ1 και Τ3) αναφέρθηκε πως το ΕΕΣ σκοπεί στην ποινική δίωξη του Καθ' ου η αίτηση. Έχει πρόσθετα διευκρινιστεί με την επιστολή του Τ6 πως η παράδοση ζητείται με σκοπό την ποινική δίωξη και ότι οι αναγραφές των σημείων 2 και 3.4 στο μέρος (
- d)του ΕΕΣ τέθηκαν εκ λάθους. Στο εθνικό ένταλμα σύλληψης του Δικαστηρίου του Dresden, ως είναι μεταφρασμένο από τα Γερμανικά στα Αγγλικά (Τ6), γίνεται αναφορά σε «preliminary proceedings» και σε πρόσωπο που είναι «accused». Αναφέρεται επίσης «pre-trial detention is ordered» βάσει λόγων που εκτίθενται στο κείμενό του, που σχετίζονται με τον κίνδυνο φυγοδικίας. 35. Παρεμβάλλεται πως δεν υπήρξε ενασχόληση με την απόφαση που περιέχεται στο εθνικό ένταλμα σύλληψης για προφυλάκιση στη βάση δυνατής υποψίας (strong suspicion / dringender Tatverdacht) (Untersuchungshaft - 112 StPO), και με το γεγονός ότι, με την παράδοση του εκζητούμενου, ενδέχεται να προφυλακιστεί. Εκείνος ήταν προφανώς και ο λόγος που στο ΕΕΣ εκ λάθους σημειώθηκαν αρχικά τα σημεία (
- d)στη σελίδα 5 και 3.4 στη σελίδα 6. 36. Επί τούτου, επειδή έτυχε της προσοχής του Δικαστηρίου κατά την εξέταση, ν' αναφερθεί πως η έννοια του «μέτρου ασφαλείας, στερητικού της ελευθερίας», όπως προκύπτει και από το κείμενο του άρθρου 2 ή και του άρθρου 4 § 6 ή και του άρθρου 5 § 1 της Απόφασης - Πλαισίου, ως τροποποιήθηκε και με την Απόφαση-Πλαίσιο 2009/299, είναι στο πλαίσιο της ποινικής μεταχείρισης που επιβάλλεται από το Δικαστήριο κατόπιν δίκης ουσίας, στην οποία υπάρχει καταδίκη. Η απουσία δίκης και καταδικαστικής απόφασης και απόφασης για ποινή ή μέτρο ασφαλείας κατόπιν τέτοιας δίκης είναι εκείνη που οδηγεί την αρχή έκδοσης ν' αναφέρει εν προκειμένω πως ο σκοπός του εκδοθέντος ΕΕΣ είναι η ποινική δίωξη, περιλαμβανομένου του να διεξαχθεί διαγνωστική δίκη. Η δε απόφαση προφυλάκισης κατά την προδικασία, με βάση τις υφιστάμενες ερμηνευτικές προσεγγίσεις, δεν θεωρείται τέτοιο μέτρο ασφαλείας στερητικό της ελευθερίας για τους σκοπούς της συγκεκριμένης Απόφασης - Πλαισίου, κατ' επέκταση για να αναμένονταν και διαφορετική συμπλήρωση του σχετικού εντύπου του ΕΕΣ, στο μέρος (d)· συνακόλουθα, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται και στο εάν η απόφαση προφυλάκισης με την εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης ή καθαυτή η απόφαση έκδοσης του εντάλματος σύλληψης στο κράτος έκδοσης εκδόθηκε ή όχι in absentia[4]. Στο ίδιο πλαίσιο κινείται και η Οδηγία (ΕΕ) 2016/343· ότι το δικαίωμα παράστασης του Κατηγορουμένου στη δίκη του μπορεί να ασκηθεί μόνον εάν διεξάγεται ακροαματική διαδικασία και αυτό σημαίνει ότι το δικαίωμα παράστασης του Κατηγορουμένου στη δίκη του δεν μπορεί να ισχύει αν δεν προβλέπεται ακροαματική διαδικασία σύμφωνα με τους εθνικούς δικονομικούς κανόνες. 37. Συναφώς, εάν οι αποφάσεις προφυλάκισης μέχρι τη δίκη σε ένα κράτος μέλος λαμβάνονται πριν από την παραπομπή του Κατηγορούμενου σε δίκη στο ακροατήριο ή και χωρίς προηγούμενη ακροαματική διαδικασία στην οποία να έχει συμμετοχή και ο ύποπτος ή Κατηγορούμενος, ταυτόχρονα με την απόφαση για έκδοση εντάλματος σύλληψής του που επίσης λαμβάνεται μονομερώς, δεν μπορεί να απαιτηθεί από αυτό εκείνο το κράτος μέλος να διαφοροποιήσει τους δικονομικούς του κανόνες, για να αντιστοιχούν σε τυχόν δικαίωμα δίκης, παράστασης και ακρόασης που δίδεται σε άλλο κράτος μέλος επί του ιδίου ζητήματος. 38. Τα ερωτήματα που έθεσαν οι δικηγόροι του Καθ' ου η αίτηση αποσκοπούσαν στο να καταστεί σαφέστερο εάν εκδόθηκε ήδη κατηγορητήριο από την Εισαγγελία, που παρουσιάστηκε σε Δικαστήριο [Strafprozessordnung (stop) - 170