ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν. Μ. Κ., Υπόθεση αρ. 1575/2019, 20/12/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Υπόθεση αρ. 1575/2019 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ v. Μ. Κ. _____________ Ημερομηνία: 20 Δεκεμβρίου 2024 Εμφανίσεις: Σ. Χρυσοστόμου, για την Κατηγορούσα Αρχή Κατηγορούμενος: αυτοπροσώπως Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορίες
- Όλες οι κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος αφορούν ένα περιστατικό στις Κέδαρες που έλαβε χώρα την 01.02.
- Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις ακόλουθες κατηγορίες: 1η Κατηγορία: ότι την 1η Φεβρουαρίου 2015, στο χωριό Κέδαρες, επιτέθηκε κατά οργάνου τάξεως, δηλαδή του Αστ.2350 Μ. Ιεροκηπιώτη του ΟΠΕ Πάφου, κατά την εκτέλεση του καθήκοντός του. 2η Κατηγορία: ότι στον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρονται στην 1η Κατηγορία, επιτέθηκε και κατά του οργάνου τάξης Αστ.857 Γ. Γεωργίου του ΟΠΕ Πάφου, κατά την εκτέλεση του καθήκοντός του. 3η Κατηγορία: ότι στον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρονται στην 1η Κατηγορία, αντιστάθηκε στη νόμιμη σύλληψή του. Διαδικασία
- Για την απόδειξη της υπόθεσης, η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε μαρτυρία από τον Α. Κατσιάμη (ΜΚ1) και τον Α/Α857 Γ. Γεωργίου (ΜΚ2). Ο Κατηγορούμενος κλήθηκε από το Δικαστήριο να προβάλει την υπεράσπισή του. Λόγω του χρόνου καταχώρισης της υπόθεσης, δόθηκαν στον Κατηγορούμενο και τα δικαιώματα που είχε πριν από την τροποποίηση του άρθρου 74 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155 με τον ν.64(Ι)/
- Ο Κατηγορούμενος επέλεξε τελικά να προβεί σε κατάθεση χωρίς όρκο από τη θέση του, λέγοντας «εγώ δηλώνω αθώος, δεν θέλω να μου κάνει ανάκριση ο άνθρωπος απέναντι» (εννοώντας τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής). Στη συνέχεια, παρουσίασε μαρτυρία από τον πατέρα του, Α. Κ. (ΜΥ1). Μαρτυρία
- Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, ως καθοδηγεί η νομολογία[1], γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και την πειστικότητά της, σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία και την αντικειμενική όψη των πραγμάτων. Δυνατόν να λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες, που δεν εκτίθενται εκ προοιμίου ή εξαντλητικά, όπως η αμεσότητα στις απαντήσεις, η συνοχή και η λογική συνέχειά τους, η απουσία ουσιωδών αντιφάσεων ή υπερβολών, η πιθανότητα όπως κάποια εκδοχή ως προς τα πράγματα να επηρεάζεται από την ευκαιρία γνώσης των γεγονότων ή από το προσωπικό συμφέρον ή την επιθυμία ή από τη μνήμη. Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να δει και τη συμπεριφορά των μαρτύρων στο εδώλιο του μάρτυρα. Η εκδοχή του κάθε μάρτυρα δεν προσεγγίζεται μικροσκοπικά, με εστίαση απλώς στις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν ή τη σειρά τους, αλλά ως ένα σύνολο, μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της προφορικής δίκης, με όσα την περιστοιχίζουν, στην οποία ο προφορικός λόγος των μαρτύρων μπορεί να μην είναι σε τέλεια γλώσσα ή καλά συνταγμένος και εκφρασμένος, ή απόλυτα ακριβής. Το Δικαστήριο μπορεί να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο, εάν κάτι τέτοιο δικαιολογείται, χωρίς ωστόσο να υπάρχει η δυνατότητα να δέχεται ή να απορρίπτει συστηματικά σημεία της μαρτυρίας κατά το δοκούν ή με επιλεκτικότητα που να παραπέμπει σε κατάτμηση και χρησιμοποίηση της μαρτυρίας, για να υποστηριχθεί συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Η αναφορά του Δικαστηρίου σε αξιοπιστία της μαρτυρίας, στο πλαίσιο συγκεκριμένης υπόθεσης, δεν απευθύνεται στο άτομο, την εντιμότητά του ή την ειλικρίνειά του ως γενικότερα χαρακτηριστικά του.
- Ο ΜΚ1 αναγνώρισε και υιοθέτησε κατάθεσή του (Τ1), με βάση την οποία, την 02.02.2015, μεταξύ των ωρών 08:10-08:20, στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου, κατηγόρησε γραπτώς τον Κατηγορούμενο (Τ2) για τα αδικήματα της επίθεσης εναντίον Αστυνομικών, της δημόσιας εξύβρισης, της αντίστασης κατά τη σύλληψη, της μέθης, και της διασάλευσης της ειρήνης και αφού του επέστησε την προσοχή στον νόμο, απάντησε «δεν παραδέχομαι με τίποτα». Ο ΜΚ1 ανέφερε στο Δικαστήριο πως, από τα ημερολόγια ενεργείας, φαίνεται πως η πρώτη φορά που καταχωρίστηκε η υπόθεση ήταν κατά το 2016, η υπόθεση 2960/2016 Ε.Δ. Πάφου. Όσον αφορά τα αδικήματα διασάλευσης της ειρήνης και δημόσιας εξύβρισης, δεν περιέχονται στο Κατηγορητήριο γιατί έχουν παραγραφεί. Ο ΜΚ1 αναγνώρισε το πρόσωπο στον οποίο αναφέρθηκε στο Τ1, ως τον Κατηγορούμενο που είχε απέναντί του, υποδεικνύοντάς τον. Ο Κατηγορούμενος δεν αντεξέτασε τον ΜΚ1, ούτε αμφισβήτησε τα Τ1 και Τ2, και δέχθηκε πως, όντως, ήταν ο ΜΚ1 που τον κατηγόρησε γραπτώς. Είναι αποδεκτή η μαρτυρία του ΜΚ1 στο σύνολό της.
- Ο ΜΚ2 είναι ο παραπονούμενος Α/Α857, που αναφέρεται στην 2η Κατηγορία και αυτόπτης μάρτυρας όσον αφορά την 1η Κατηγορία. Αναφέρθηκε στα γεγονότα που έλαβαν χώρα την 01.02.2015 και είναι ο ουσιαστικός μάρτυρας της Κατηγορούσας Αρχής. Όπως ανέφερε, είναι μέλος της Αστυνομίας. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, υπηρετούσε στην ΑΔΕ Πάφου και ήταν αποσπασμένος στον Αστυνομικό Σταθμό Κουκλιών. Αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεσή του ημερομηνίας 03.05.2015 (Τ3). Σ' αυτήν, είχε αναφέρει πως την 01.02.2015, περί ώρα 18:45, ενώ βρίσκονταν σε μηχανοκίνητη περιπολία με τον Α/2350, επίσης μέλος της Αστυνομίας, της ΟΠΕ Πάφου, έλαβε μήνυμα από το ΚΕΜ Πάφου ότι στο χωριό Κέδαρες υπάρχει ένα μεθυσμένο πρόσωπο, σε καφενείο, που απειλεί τους θαμώνες ότι θα κάψει το μέρος, εάν δεν του δώσουν τα κλειδιά του οχήματός του. Την ίδια ημέρα, ώρα 19:25, μετέβησαν στο μέρος όπου, αφού εξήλθαν του υπηρεσιακού οχήματος, τους πλησίασε ο πατέρας του ατόμου εναντίον του οποίου έγινε η καταγγελία, και ανέφερε πως ο υιός του είναι μεθυσμένος, με αποτέλεσμα να είναι επικίνδυνο να προκαλέσει βλάβη στον ίδιο και στον εαυτό του. Επρόκειτο για τον Κατηγορούμενο. Ακολούθως, μαζί με τον Α/2350, πλησίασαν τον Κατηγορούμενο, ο οποίος βρίσκονταν εντός του καφενείου και έπινε μπύρες. Έφερε σημεία και συμπτώματα μέθης, η αναπνοή του μύριζε έντονα οινόπνευμα και έλεγε ασυναρτησίες. Ο ΜΚ2 είπε στον Κατηγορούμενο να σταματήσει να πίνει ποτό και του απομάκρυνε το ποτήρι που είχε μπροστά του. Τότε, ο Κατηγορούμενος έπιασε την μπουκάλα της μπύρας και άρχισε να πίνει από μέσα. Στη συνέχεια, προσπάθησε να πάρει πίσω το ποτήρι του, με αποτέλεσμα να χυθεί η μπύρα στο παντελόνι του Α/
- Τότε, ο Α/2350 τον πληροφόρησε πως είναι υπό σύλληψη και ο Κατηγορούμενος τον εξύβρισε με τη φράση «εν να σε γαμήσω ρε μαλάκα» και ταυτόχρονα τον έσπρωξε με τα χέρια του. Μετά, ο Κατηγορούμενος έκανε να δώσει γροθιά στο πρόσωπο του Α/2350, την οποία ο Α/2350 απέκρουσε με τα χέρια του. Οι δύο αστυνομικοί προσπάθησαν να τον ακινητοποιήσουν και να του βάλουν χειροπέδες, αλλά ο Κατηγορούμενος αντιστέκονταν, για να μην γίνει κατορθωτή η σύλληψή του. Μετά από προσπάθεια, κατάφεραν να τον ακινητοποιήσουν στο πάτωμα του καφενείου και του έβαλαν χειροπέδες. Κατά τη μεταφορά του από το καφενείο στο αυτοκίνητο, ο Κατηγορούμενος συνέχισε να φωνάζει και να προβάλλει αντίσταση και σε κάποια στιγμή έφτυσε στο πρόσωπο του ΜΚ
- Ακολούθως, μεταφέρθηκε στα κρατητήρια της ΑΔΕ όπου τέθηκε υπό κράτηση. Ο ΜΚ2 αναγνώρισε πρόσωπο στο οποίο αναφέρεται στην κατάθεσή του ως τον Κατηγορούμενο, υποδεικνύοντάς τον. Αισθάνθηκε προσβολή, όταν του έφτυσε ο Κατηγορούμενος.
- Κατά την αντεξέταση του ΜΚ2 από τον Κατηγορούμενο, η εκδοχή του Κατηγορούμενου, που υποβλήθηκε στον μάρτυρα, συνολικά, ήταν ότι είχαν μεταβεί στο σημείο τρεις αστυνομικοί, όχι δύο. Ο ΜΚ2 ήταν απέναντί του και οι άλλοι δύο είχαν κάτσει δίπλα του. Τους ρώτησε τι θα πιούν, ο ίδιος είχε μπύρα και παρήγγειλε και ακόμα μία. Ο Κατηγορούμενος είχε τηλεφωνήσει σε άλλο πρόσωπο, να πάει να τον πάρει από το καφενείο, τα είχαν βρει με τους αστυνομικούς, και ήταν να φύγουν. Από τα αριστερά του, σηκώθηκε ένα άτομο, άγνωστο στον Κατηγορούμενο, ήταν σχεδόν μισό μέτρο πιο μπροστά, αριστερά. Ο Κατηγορούμενος έβαλε μπύρα μέσα στο ποτήρι, το άτομο αυτό έπιασε το ποτήρι του Κατηγορούμενου και το έβαλε στο δικό του τραπέζι. Ο Κατηγορούμενος σηκώθηκε πάνω και τον ρώτησε τι κάνει εκεί, τότε έπιασε το ποτήρι και έχυσε την μπύρα στο πάτωμα και κτύπησε τον Κατηγορούμενο στο κεφάλι, έγινε συμπλοκή με εκείνο το άτομο, που ήταν μέλος της Αστυνομίας. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε πως δεν ήταν στον ΜΚ2 που έφτυσε, αλλά στους άλλους δύο Αστυνομικούς, πρώτα στον ένα, που τον είχε σύρει μέσα στο περιπολικό με δύναμη ώστε να κτυπήσει πάνω στην καρέκλα του συνοδηγού πίσω. Στη σύλληψή του, εάν αντιστάθηκε, ήταν λόγω μέθης, όπως ανέφερε. Μετά, ο Κατηγορούμενος υπέβαλε πως ήταν τέσσερις οι Αστυνομικοί, ώστε να μην ήταν λογικό να αντιστέκονταν. Ο ΜΚ2 αρνήθηκε τις εκδοχές του Κατηγορούμενου και ανέφερε πως τα γεγονότα ήταν όπως τα ανέφερε ήδη ο ίδιος στην κατάθεσή του.
- Έναντι στη μαρτυρία του ΜΚ2 για το πώς έγιναν τα πράγματα την 01.02.2015, είναι η μαρτυρία του ΜΥ1, πατέρα του Κατηγορούμενου. Ο ΜΥ1 ανέφερε πως εκείνη την ημέρα, απουσίαζε από το σπίτι, επέστρεψε αργά το βράδυ, και είχε βρει τον Κατηγορούμενο έξω στη βεράντα. Είχε καταναλώσει ήδη τέσσερα λίτρα ουίσκι και συνέχιζε την κατανάλωση. Του έκανε επίπληξη, ο Κατηγορούμενος θύμωσε, προσπάθησε να φύγει, να οδηγήσει, ενώ είχε πιει. Ο ΜΥ1 δεν κατάφερε να κάνει κάτι, αλλά για να τον παρεμποδίσει, του ζήτησε να τον πάρει μαζί του, γιατί το δικό του όχημα δεν ξεκινούσε. Μπήκε στο όχημα του Κατηγορούμενου ως συνοδηγός. Μετά από 40-50 μέτρα, είχε ένα καφεστιατόριο, ήταν ανοιχτό. Ο ΜΥ1 προφασίστηκε πως ήθελε να πιει νερό, για να σταματήσει την οδήγηση ο Κατηγορούμενος. Σταμάτησε, ο ΜΥ1 έσπρωξε τον Κατηγορούμενο, για να σβήσει τη μηχανή του οχήματος. Απείλησε και τον ίδιο, όπως είπε, αλλά ήταν μεθυσμένος. Θεώρησε ορθό να ειδοποιήσει την Αστυνομία, η οποία ήρθε σε σύντομο χρονικό διάστημα. Ο Κατηγορούμενος μπήκε μέσα στο εστιατόριο. Ήδη παρήγγειλε μπύρα. Ο ένας αστυνομικός του είπε να πάνε έξω να μιλήσουν. Μίλησε μαζί του. Κάποια στιγμή, όπως είπε, είδε χαμόγελα, έκαναν χειραψία, πλήρωσε Μιχάλης τα ποτά. Τον έπεισαν να πάει σπίτι. Τότε, ήρθε άλλο όχημα της Αστυνομίας, κατέβηκαν δύο με πολιτική περιβολή. Κάθισαν στο διπλανό τραπεζάκι με τους δύο Αστυνομικούς που ήρθαν πρωτύτερα. Σηκώθηκε ο ένας από τους δύο αστυνομικούς και του πήρε το ποτήρι και το έβαλε στο τραπέζι που κάθονταν ο ίδιος. Ο Κατηγορούμενος πήγε κοντά και τον ρώτησε «γιατί κάμνεις τούτο το πράγμα;». Και βλέπει τον Κατηγορούμενο να πιάνει το ποτήρι. Ο Κατηγορούμενος πήγε να πιάσει το ποτήρι με την μπύρα και τον ρώτησε «ρε φίλε, γιατί έκαμες τούτο το πράμα;». Έπιασε το ποτήρι ο Κατηγορούμενος, ο αστυνομικός του άρπαξε το χέρι και «του έκατσε τον πάτσο». Κατά τον ΜΥ1, οποιοσδήποτε άνθρωπος τότε ήταν να τον «μουντάρει». Πήγαν όλοι πάνω του, όπως είπε, τον έβαλαν «χαμέ» και του φόρεσαν χειροπέδες. Όμως, κατά τη γνώμη του, έπρεπε να συλληφθεί και ο Αστυνομικός που έκανε ό,τι προανέφερε.
- Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΥ1, παρόλο που ανέφερε πως ο Κατηγορούμενος είχε καταναλώσει τέσσερα λίτρα ουίσκι και δεν ήταν σε θέση να οδηγήσει προς τη Λεμεσό, λόγος που ίδιος προσπάθησε να τον σταματήσει, δεν δέχθηκε και πως ήταν «εκτός ελέγχου». Επίσης, διαφώνησε πως, όταν προφασίστηκε πως διψά, για να σταματήσουν στο καφεστιατόριο, και έπιασε τα κλειδιά του οχήματος από τον Κατηγορούμενο, καλώντας την Αστυνομία, ο Κατηγορούμενος μπήκε στο καφεστιατόριο και συνέχισε να πίνει αλκοόλ. Στη συνέχεια, ανέφερε πως, όντως, όταν μπήκε στο καφεστιατόριο, ο Κατηγορούμενος παρήγγειλε μπύρα, εκδοχή που συνάδει και με την εκδοχή του ΜΚ2, ότι ο Κατηγορούμενος, παρόλο που ήταν ήδη μεθυσμένος, συνέχισε να καταναλώνει μπύρα εντός του καφεστιατορίου. Δεν τον αφορά, όπως είπε ο ΜΥ1, εάν είχαν ειδοποιήσει και άλλοι την Αστυνομία εκείνο το βράδυ, λόγω της συμπεριφοράς του Κατηγορούμενου. Ο ίδιος το έπραξε γιατί θεώρησε ορθό, για την προστασία του υιού του. Δεν θα το έπραττε όμως, εάν γνώριζε πως η Αστυνομία θα συμπεριφέρονταν με αυτόν τον τρόπο στον Κατηγορούμενο. Η εκδοχή αυτή του ΜΥ1 εστιάζει στο γεγονός πως, κατά τη θέση του, έγινε προσπάθεια να απομακρυνθεί το ποτήρι με την μπύρα από τον Κατηγορούμενο, ο Κατηγορούμενος αντέδρασε, ζητώντας τον λόγο, και σε εκείνο το σημείο, ασκήθηκε εναντίον του βία, για να συλληφθεί, που ήταν αχρείαστη ή δυσανάλογη. Εκεί είναι και η διάσταση ανάμεσα στις δύο εκδοχές που υπάρχουν ως προς τα γεγονότα, με αδιαμφισβήτητο το γεγονός πως ο Κατηγορούμενος ήταν μεθυσμένος, και ενώ ήταν μεθυσμένος, κατανάλωνε περαιτέρω μπύρα. Επίσης, με αδιαμφισβήτητο το γεγονός ότι κλήθηκε η Αστυνομία, για να παρέμβει.
- Παρεμβάλλεται ότι, κατά την αντεξέταση του ΜΥ1 από τον κύριο Χρυσοστόμου, ο Κατηγορούμενος άρχισε να φωνάζει εντός της αίθουσας, με χειρονομίες έναντι στον εισαγγελέα, με αποτέλεσμα να απομακρυνθεί από δύο αστυνομικούς εκτός της αίθουσας και η διαδικασία να συνεχίσει στην απουσία του. Είχε προηγουμένως εκφράσει ότι θέλει να τελειώνει η διαδικασία, ότι ο ίδιος έχει ταλαιπωρηθεί πολύ, εφόσον είναι ασθενής που λαμβάνει, μεταξύ άλλων, θεραπεία ψυχικής υγείας, αλλά και ότι αντιλαμβάνεται πως γίνεται προσπάθεια συγκάλυψης των αστυνομικών, που κατ' εκείνον φταίνε.
- Κατά τη συνέχιση της αντεξέτασης του ΜΥ1, υποβλήθηκε στον ΜΥ1 η εκδοχή του ΜΚ2, πως τα μέλη της Αστυνομίας επιχείρησαν να του απομακρύνουν το ποτήρι από το τραπέζι, για να σταματήσει να πίνει, και τότε ο Κατηγορούμενος πήρε τη μπουκάλα και συνέχισε να πίνει από εκείνην. Τότε, ο ΜΥ1, αρνούμενος την υποβολή αυτή, ανέφερε πως δεν έγινε αυτό το γεγονός και ότι ο ίδιος παρακολουθούσε «καρέ-καρέ» ενώ ήταν μέσα στο αυτοκίνητο, που ήταν έξω από το καφεστιατόριο. Την ίδια στιγμή, δεν αρνήθηκε πως του πήρε το ποτήρι, αλλά, όπως είπε, ήταν με πολιτική περιπολία. Έπειτα, του πήρε το ποτήρι, οποιοσδήποτε ήταν να διερωτηθεί γιατί, και ο Αστυνομικός, όταν έπεσε το ποτήρι με την μπύρα, τον κτύπησε. Τότε ήταν που μπήκε μέσα ο ίδιος και φώναζε «αφήστε το παιδί μου ήσυχο», μετά τον τραβούσαν, τον έσυραν στο πάτωμα, και του φόρεσαν χειροπέδες. Οι αστυνομικοί είχαν ήδη πάει από πριν και τον έπεισαν να πάει σπίτι. Όταν το άλλο πρόσωπο, με την πολιτική περιβολή, έπιασε το ποτήρι, ο Κατηγορούμενος ήθελε να το επιστρέψει στο τραπέζι του, όπου κάθονταν με τους Αστυνομικούς. Η απόσταση από την οποία εκείνος έβλεπε το συμβάν, από έξω, ήταν μικρή. Δεν δέχθηκε πως αντιστρατεύεται την κοινή λογική ο ίδιος να κάθεται μέσα στο όχημα, και η απόσταση να είναι μικρή, αλλά επίσης να ακούει κιόλας τι λέγεται αναμεταξύ προσώπων. Ερωτήθηκε, εάν έγινε καταγγελία για τον «πάτσο» που ισχυρίζεται πως έδωσε το μέλος της Αστυνομίας στον υιό του. Απάντησε «πολλές φορές». Του ζήτησε να προσκομίσει οτιδήποτε σχετικό, και αντέδρασε, λέγοντας «εσύ που είσαι αθώος εν να βρεις το δίκαιο σου» και αργότερα «τι καταγγελία; Αφού έφερε τον μιτσή στο Δικαστήριο και ελάλε σας ότι είναι αθώος πού να κάνει καταγγελία; .». Δεν γνώριζε, όπως είπε, τις διαδικασίες, στη συνέχεια επισημαίνοντας πως και ο Αστυνομικός, που έδωσε τον «πάτσο», δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο για να καταθέσει. Όταν υποβλήθηκε στον ΜΥ1 πως ο Κατηγορούμενος επιτέθηκε στον Α/2350 με γροθιά στο πρόσωπο, η απάντηση του ΜΥ1 ήταν «ο Μιχαλάκης είχε κάθε δικαίωμα, εγώ αν ήμουν τζιαμέ ήτα να τον στείλω εντατική. Ετσιπώσαν ούλλοι πάνω του και εκάτσαν τον χαμέ και εκάτσαν του χειροπέδες». Δεν δέχεται την εκδοχή πως ο υιός του αντιστάθηκε στη σύλληψή του, που ήταν νόμιμη, διατηρώντας κατά νου την εικόνα πως οι αστυνομικοί τον είχαν πείσει να πάει σπίτι με κόσμιο τρόπο, και μόνο εσκεμμένο ήταν το επεισόδιο. Θέλει τρόπο, όπως είπε, να συμπεριφερθεί ένας αστυνομικός σε έναν άνθρωπο που είναι μεθυσμένος, αναφέροντας πως κάποιος αστυνομικός είχε πει, μάλιστα, στον Κατηγορούμενο «εν να σε σκοτώσω». Μετά που ο αστυνομικός έδωσε τον «πάτσο» στον Κατηγορούμενος, εκείνος του έφτυσε και, όπως λέει ο ΜΥ1, «καλά να του κάμει». Παρόλο που ο ΜΥ1 είχε αναφέρει πως ο Κατηγορούμενος είχε απειλήσει και τον ίδιο, όταν του πήρε τα κλειδιά του αυτοκινήτου, δεν δέχθηκε πως ο Κατηγορούμενος, λόγω της μέθης, εκδήλωσε επιθετικότητα. Δεν δέθηκε ούτε πως απειλούσε τους θαμώνες ότι θα κάψει το καφενείο, αν δεν του δώσουν να κλειδιά, καταλογίζοντας και ο ίδιος στον εισαγγελέα, ότι προσπαθεί να καλύψει τις πράξεις της Αστυνομίας. Στη συνέχεια της αντεξέτασής του (πρακτικά 14.11.2024, σελ.18, γραμμή 1) ο ΜΥ1 απάντησε πως δεν μπορούσε να βλέπει και να ακούει ό,τι γίνονταν μέσα στο καφεστιατόριο, αλλά ένα περίπου, με τα λόγια, κάτι καταλάβαινε. Όχι γιατί διαβάζει τα χείλη, αλλά είδε χαμόγελα και χειραψία και ήταν έτοιμοι να φύγουν και τότε μπήκαν μέσα οι άλλοι. Σε κατοπινό στάδιο της αντεξέτασής του (πρακτικά 14.11.2024, σελ.19, γραμμή 17επ.) ανέφερε πως πρώτα κτυπήθηκε ο Κατηγορούμενος από τον αστυνομικό, δεν πρόλαβε να επιταθεί γιατί όρμησαν όλοι επάνω του. Οποιοσδήποτε άνθρωπος, είπε, ήταν να επιτεθεί. Εάν ήταν με στολή, ίσως να είχε διαφορά, αλλά και πάλι, είπε, δεν θα είχε. Δεν πρόσεξε εάν έφτυσε ή όχι του ΜΚ2, αλλά, εάν του έφτυσε, «καλά να του κάμει». Διεκδικούσε το δίκαιο του γιατί ο Αστυνομικός του επιτέθηκε πρώτος.
- Ο ΜΚ2 ήταν παρών κατά το συμβάν. Δεν υπέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση σχετικά με τον τρόπο που έγιναν τα γεγονότα το βράδυ της 01.02.
- Η εκδοχή του συνάδει με το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος ήταν σε κατάσταση μέθης. Επίσης, με τη λογική του πράγματος, ο Κατηγορούμενος, εφόσον ήταν σε κατάσταση μέθης, να μην έχει ορθολογικό έλεγχο της συμπεριφοράς του ή και αντίληψη των πραγμάτων όπως ακριβώς έγιναν· να αντιδρά ευκολότερα εάν οποιοσδήποτε, ακόμα και μέλος της Αστυνομίας, προσπαθήσει να του απομακρύνει το ποτήρι με το αλκοόλ που θέλει να καταναλώσει ή άλλως πώς του συμπεριφερθεί με τρόπο που εκείνος εκλαμβάνει ως εναντίωση σε αυτό που θέλει. Δεν υπήρξαν σημεία αναξιοπιστίας στη μαρτυρία του ΜΚ2, όσον αφορά το περιεχόμενό της και η εκδοχή του ΜΚ2 δεν κλονίζεται, αντιπαραβαλλόμενη με άλλα στοιχεία.
- Σε αντίθεση με την εκδοχή του ΜΚ2, ο ΜΥ1, επιχειρώντας να εκθέσει μια διαφορετική εκδοχή, χωρίς ο ίδιος να έχει καλή ακουστική και οπτική επαφή με ό,τι συνέβαινε στον χώρο, αν και δέχθηκε ότι ο Κατηγορούμενος είχε καταναλώσει πολύ μεγάλη ποσότητα αλκοόλ, επιχείρησε, την ίδια στιγμή, να εκλογικεύσει την όλη στάση του υιού του, αναφέροντας χαμόγελα και χειραψίες και συμφωνίες κυρίων για να αποχωρήσουν από το μέρος με ηρεμία· συνθήκη που εξωτερικεύθηκε ως έκδηλη και ουσιαστική αντίφαση. Ως άκρως αντίθετη με τη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου που προηγουμένως είχε περιγράψει ο ΜΥ1, και που ώθησε και τον ίδιο να καλέσει την Αστυνομία, για να ελεγχθεί η συμπεριφορά του Κατηγορούμενου. Σε δικές του παραινέσεις να μην πίνει ήταν, όπως ο ίδιος ο ΜΥ1 ανέφερε, που ο Κατηγορούμενος αντέδρασε, παίρνοντας το αυτοκίνητο για να φύγει, ώστε ο ΜΥ1 να προφασιστεί ότι θέλει να τον μεταφέρει και έπειτα ότι διψά, για να τον συνοδεύσει και να σταματήσουν λίγο πιο κάτω. Ο ΜΥ1 άσκησε, όπως είπε, και ο ίδιος βία, έναντι στον Κατηγορούμενο, για να αρπάξει τα κλειδιά του οχήματος από τον Κατηγορούμενο. Έπειτα, αναγκάστηκε να καλέσει την Αστυνομία. Απέφυγε να αναφέρει γιατί ακριβώς κάλεσε την Αστυνομία, εάν είχε την πεποίθηση πως ο υιός του μπορεί να ακούσει σε παροτρύνσεις και να σταματήσει να πίνει. Ο Κατηγορούμενος είχε ήδη εισέλθει στο καφενείο, παραγγέλνοντας μπύρα, για να συνεχίσει να πίνει, αγνοώντας οποιεσδήποτε προσπάθειες του ΜΥ
- Από τη μία, ο ΜΥ1 αναγνώριζε πως ο υιός του, έχοντας καταναλώσει τέτοια ποσότητα αλκοόλ, δεν είχε κανονική συμπεριφορά, από την άλλη, ο ΜΥ1 αρνείτο ότι είχε γίνει και επιθετικός και αντιδραστικός, ενώ ανέφερε και ο ίδιος προηγουμένως απειλητική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου προς τον ίδιο τον ΜΥ1, όταν του είχε πάρει τα κλειδιά του οχήματος. Απέφυγε ο ΜΥ1 να περιγράψει την κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει ο υιός του, επηρεασμένος από το αλκοόλ. Μάλιστα, ο ΜΥ1, στην προσπάθειά του να υπερασπιστεί την εκδοχή του υιού του, τον οποίον προφανώς γνοιάζεται, να υποστηρίξει πως είναι εκείνος που δέχθηκε δυσανάλογη αστυνομική βία, είχε πει ότι θα έκανε και ο ίδιος ό,τι και ο υιός του, φτάνοντας ακόμα να πει πως θα είχε δείρει τα μέλη της Αστυνομίας, στέλνοντάς τους στην εντατική. Ο ΜΥ1, ενώ δεν αρνείτο την ουσία των γεγονότων, πως μέλος της Αστυνομίας προσπάθησε να απομακρύνει το ποτήρι από το τραπέζι του Κατηγορούμενου, για να σταματήσει να πίνει, αλλά ο Κατηγορούμενος αντέδρασε, προσπαθούσε να υπερασπιστεί τον υιό του, παρουσιάζοντας εικόνα και δεδομένα που δεν συνάδουν με το υπόλοιπο χωροχρονικό πλαίσιο. Χωρίς να ήταν παρών με δυνατότητα να ακούει τι ακριβώς λέχθηκε, υποστήριζε σθεναρά πως ο υιός του, ενώ τελούσε υπό μέθη, ζητούσε απλώς ευγενικά και κόσμια τον λόγο που έγινε η μεταφορά του ποτηριού, εκθέτοντας επακριβώς και εκφράσεις, που ουδέποτε άκουσε, αλλά υπέθεσε, παρακολουθώντας μέσα από σταθμευμένο όχημα έξω από το υποστατικό. Υποστήριξε πως ο Κατηγορούμενος δέχθηκε «πάτσο» μπροστά σε κόσμο, που ήταν στο καφενείο, χωρίς ο ίδιος ο ΜΥ1 να ήταν παρών, και ταυτόχρονα χωρίς αυτή η εκδοχή να έχει λεπτομέρεια (ποιος, πού), και να υποστηρίζεται και από αντικειμενικά δεδομένα. Έβλεπε τον υιό του, έναντι στην Αστυνομία, ως έναν λογικό, ήρεμο και ευγενικό νέο, και έναντι στον ίδιο ως έναν άνθρωπο σε βαριά μέθη, με τον οποίο, λόγω της κατάστασής του, και ο ίδιος δεν μπορούσε να συνεννοηθεί λογικά. Τα συναισθήματά του για τον υιό του και εν τέλει η στεναχώρια του που έγινε επεισοδιακά η σύλληψη του Κατηγορούμενου δεν τον άφησαν να δώσει την αντικειμενική διάσταση των γεγονότων στο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία του ΜΥ1 ως σε αξιόπιστη μαρτυρία, για να εξάγει ευρήματα, για το τι έγινε την 01.02.
- Με βάση την αποδεκτή μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2, είναι ευρήματα του Δικαστηρίου τα εξής: Ο ΜΚ2 και ο Α/2350, την 01.02.2015, ήταν μέλη της Αστυνομίας. Περί ώρα 18:45, ενώ βρίσκονταν σε μηχανοκίνητη περιπολία, ειδοποιήθηκαν ότι στο χωριό Κέδαρες υπάρχει ένα μεθυσμένο πρόσωπο, σε καφενείο, που απειλεί τους θαμώνες ότι θα κάψει το μέρος, εάν δεν του δώσουν τα κλειδιά του οχήματός του. Την ίδια ημέρα, ώρα 19:25, μετέβησαν στο μέρος όπου, αφού εξήλθαν του υπηρεσιακού οχήματος, τους πλησίασε ο πατέρας του ατόμου εναντίον του οποίου έγινε η καταγγελία, και ανέφερε πως ο υιός του είναι μεθυσμένος, με αποτέλεσμα να είναι επικίνδυνο να προκαλέσει βλάβη στον ίδιο και στον εαυτό του. Επρόκειτο για τον Κατηγορούμενο. Ακολούθως, μαζί με τον Α/2350, πλησίασαν τον Κατηγορούμενο, ο οποίος βρίσκονταν εντός του καφενείου και έπινε μπύρες. Έφερε σημεία και συμπτώματα μέθης, η αναπνοή του μύριζε έντονα οινόπνευμα και έλεγε ασυναρτησίες. Ο ΜΚ2 είπε στον Κατηγορούμενο να σταματήσει να πίνει ποτό και του απομάκρυνε το ποτήρι που είχε μπροστά του. Τότε, ο Κατηγορούμενος έπιασε την μπουκάλα της μπύρας και άρχισε να πίνει από μέσα. Στη συνέχεια, προσπάθησε να πάρει πίσω το ποτήρι του, με αποτέλεσμα να χυθεί η μπύρα στο παντελόνι του Α/
- Τότε, ο Α/2350 τον πληροφόρησε πως είναι υπό σύλληψη και ο Κατηγορούμενος τον εξύβρισε με τη φράση «εν να σε γαμήσω ρε μαλάκα» και ταυτόχρονα τον έσπρωξε με τα χέρια του. Μετά, ο Κατηγορούμενος έκανε να δώσει γροθιά στο πρόσωπο του Α/2350, την οποία ο Α/2350 απέκρουσε με τα χέρια του. Οι δύο αστυνομικοί προσπάθησαν να τον ακινητοποιήσουν και να του βάλουν χειροπέδες, αλλά ο Κατηγορούμενος αντιστέκονταν, για να μην γίνει κατορθωτή η σύλληψή του. Μετά από προσπάθεια, κατάφεραν να τον ακινητοποιήσουν στο πάτωμα του καφενείου και του έβαλαν χειροπέδες. Κατά τη μεταφορά του από το καφενείο στο αυτοκίνητο, ο Κατηγορούμενος συνέχισε να φωνάζει και να προβάλλει αντίσταση και σε κάποια στιγμή έφτυσε στο πρόσωπο του ΜΚ
- Ακολούθως, μεταφέρθηκε στα κρατητήρια της ΑΔΕ όπου τέθηκε υπό κράτηση. Ο ΜΚ1, εξεταστής της υπόθεσης, την 02.02.2015, μεταξύ των ωρών 08:10-08:20, στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Πάφου, κατηγόρησε γραπτώς τον Κατηγορούμενο (Τ2) για τα αδικήματα της επίθεσης εναντίον Αστυνομικών, της δημόσιας εξύβρισης, της αντίστασης κατά τη σύλληψη, της μέθης, και της διασάλευσης της ειρήνης και αφού του επέστησε την προσοχή στον νόμο, απάντησε «δεν παραδέχομαι με τίποτα». Κατέγραψε τις ενέργειές του στο Τ
- Καταχωρίστηκε αρχικά η υπόθεση 2960/2016 Ε.Δ. Πάφου, η οποία ανεστάλη, και ακολούθησε η υπό εξέταση υπόθεση. Νομικές πτυχές και εξέταση
- Παρεμβάλλεται πως το βάρος απόδειξης της σωρευτικής ύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων ενός αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο ύψιστο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδεικνύει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και εάν είναι[2]. Η μαρτυρία θα πρέπει να είναι αξιόπιστη και σαφής[3]. Εάν απορριφθεί η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, δεν είναι δυνατή η καταδίκη[4]. Εάν, στο τέλος της υπόθεσης, μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του Κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να αθωωθεί και να απαλλαγεί από την κατηγορία[5].
- Σύμφωνα με το άρθρο 244(β) ΠΚ: «Όποιος (β) επιτίθεται ή αντιστέκεται ή εσκεμμένα παρεμποδίζει όργανο τήρησης της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του ή άλλο που παρέχει συνδρομή σε τέτοιο όργανο τήρησης της τάξης . είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων.»
- Για την απόδειξη της 1ης Κατηγορίας και της 2ης Κατηγορίας, η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει τα εξής, με αναφορά στην επίθεση[6]: (α) ότι οι παραπονούμενοι ήταν όργανα της τάξης· (β) οι παραπονούμενοι εκτελούσαν κανονικά τα καθήκοντά τους· (γ) ο Κατηγορούμενος επιτέθηκε σε αυτούς.
- Σύμφωνα με το άρθρο 244(α) ΠΚ: «Όποιος- (α) επιτίθεται εναντίον άλλου με σκοπό διάπραξης κακουργήματος ή αντίστασης ή ματαίωσης της νόμιμης σύλληψης ή κράτησης του εαυτού του ή άλλου για κάποιο ποινικό αδίκημα .. είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων.»
- Για την απόδειξη της 3ης Κατηγορίας, η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αναφορά στην επίθεση: (α) ότι υπήρξε επίθεση εναντίον άλλου προσώπου· (β) ότι η επίθεση είχε ως σκοπό την διάπραξη κακουργήματος ή την αντίσταση ή τη ματαίωση της νόμιμης σύλληψης ή κράτησης του εαυτού του ή άλλου για κάποιο ποινικό αδίκημα.
- Ο ΜΚ2 και ο Α/2350, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν μέλη της Αστυνομίας και εκτελούσαν καθήκοντα μέλους της Αστυνομίας. Ο Κατηγορούμενος είχε καταναλώσει ποσότητα αλκοόλ και περιήλθε σε κατάσταση μέθης, καθώς οι παραπονούμενοι κλήθηκαν για να επιλύσουν το πρόβλημα στο καφενείο, που εκείνη την ώρα ήταν σε λειτουργία, ενεργώντας στο πλαίσιο των καθηκόντων τους.
- Ως προς το εάν η εκτέλεση των καθηκόντων των ΜΚ2 και Α/2350 ήταν κανονική, με βάση την αποδεκτή μαρτυρία, ο ΜΚ2 και ο Α/2350, μεταβαίνοντας στο καφενείο και προσεγγίζοντας τον Κατηγορούμενο, αντιλήφθηκαν πως ο Κατηγορούμενος είχε καταναλώσει αλκοόλ και είχε σημάδια μέθης, επιχείρησαν να αποτρέψουν την περαιτέρω κατανάλωση αλκοόλ από τον Κατηγορούμενο, απομακρύνοντάς του το ποτήρι με το ποτό από το τραπέζι, αλλά ο Κατηγορούμενος, αντιδρώντας στην ενέργεια αυτή, επιχείρησε αρχικά να συνεχίσει να πίνει από το μπουκάλι και έπειτα να πάρει πίσω και το ποτήρι του, με αποτέλεσμα, κατά την προσπάθεια αυτή, να χυθεί η μπύρα στο παντελόνι του Α/
- Η σύλληψη του Κατηγορούμενου, όπως είναι κατανοητό, δεν επιχειρήθηκε επειδή χύθηκε η μπύρα στο παντελόνι του Α/2350, αλλά επειδή η συμπεριφορά του Κατηγορούμενου, πλέον αντιδραστική και επίμονη ως προς τη συνέχιση κατανάλωσης αλκοόλ, παρά τη μέθη, παρεκτρέπονταν στον χώρο του καφενείου, και έβγαινε εκτός ελέγχου. Ο Α/2350, σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΚ2, για σκοπούς επιβολής της τάξης, εφόσον έκρινε ότι διαπράττεται αυτόφωρο αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση, όπως η μέθη, κατά το άρθρο 94 ΠΚ, έκρινε ότι έπρεπε να περιοριστούν οι σωματικές κινήσεις του Κατηγορούμενου τη δεδομένη χρονική στιγμή, ενημερώνοντας τον Κατηγορούμενο ότι είναι υπό σύλληψη. Με αυτή την ενημέρωσή του, ο Κατηγορούμενος έσπρωξε τον Α/2350 και του απηύθυνε γροθιά, που ανέκοψε. Οι ενέργειες του Κατηγορούμενου ήταν προκειμένου να αποφευχθεί η σύλληψή του, για την οποία είχε μόλις ενημερωθεί από τον Α/
- Διενεργώντας τη σύλληψη, υπήρξε επιπλέον αντίσταση του Κατηγορούμενου, προκειμένου να αποφευχθεί η σύλληψη, ενώ, κατά την απομάκρυνσή του από το καφενείο και τη μεταφορά του στο περιπολικό, έφτυσε στο πρόσωπο του ΜΚ
- Μέσα από τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε, προκύπτει πως οι ΜΚ2 και ο Α/2350 εκτελούσαν κανονικά τα καθήκοντά τους, χωρίς ενδείξεις ότι τα εκτελούσαν με τρόπο που θα δικαιολογούσε λογικά το να δεχθεί ο Α/2350 σπρώξιμο και γροθιά και ο ΜΚ2 φτύσιμο.
- Ως επίθεση νοείται οποιαδήποτε πράξη γίνεται με πρόθεση ή απερισκεψία και μπορεί να προκαλέσει και προκαλεί σε άλλο πρόσωπο τον φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του[7]. Πραγματική ή σκοπούμενη χρήση παράνομη βίας. Η απερισκεψία καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, αφού συνειδητοποιήσει την ύπαρξη του κινδύνου, παρά ταύτα, προβαίνει στις ενέργειες του[8]. Η βία μπορεί να είναι σωματική ή ψυχολογική.
- Το σπρώξιμο ατόμου προς τα πίσω και η γροθιά είναι πράξεις που εμπίπτουν στο πλαίσιο της επιθετικής συμπεριφοράς. Το «φτύσιμο» μπορεί επίσης να θεωρηθεί ως επίθεση, εφόσον μπορεί να προκαλέσει ψυχολογική ή συναισθηματική βλάβη στο άτομο που το δέχεται, ιδίως όπου υπάρχει πρόθεση προσβολής, ασέβειας, ή και εκφοβισμού.
- Η επίθεση που έγινε στον Α/2350 και μαρτυρήθηκε από τον ΜΚ2 με άμεση μαρτυρία ήταν με σκοπό την αντίσταση του Κατηγορούμενου στη σύλληψή του, που ήταν νόμιμη υπό τις περιστάσεις. Έπειτα, με βάση τη μαρτυρία του ΜΚ2, ο Κατηγορούμενος, ενώ είχε περιορισμένες φυσικές κινήσεις και μεταφέρονταν στο αυτοκίνητο, έφτυσε στον ΜΚ2, με πρόθεση να συνεχίσει την εκδήλωση της αντίστασής του, με όποιο τρόπο μπορούσε, και με αποτέλεσμα ο ΜΚ2 να αισθανθεί προσβολή. Κατάληξη
- Η Κατηγορούσα Αρχή έχει επιτύχει να αποδείξει την υπόθεσή της κατά τρόπο που να μην εισχωρεί οποιαδήποτε λογική αμφιβολία.
- Ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην 1η Κατηγορία, τη 2η Κατηγορία και την 3η Κατηγορία. (Υπ.) .......... Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1]. Χριστοδούλου ν. Αριστοδήμου
(1996)1 ΑΑΔ 552, Ζερβού ν. Χαραλάμπους
(1996)1 ΑΑΔ 447, Καρεκλά ν. Κλεάνθους
(1997)1 ΑΑΔ 1119, Αθανασίου ν. Κουνούνη
(1997)1 ΑΑΔ 614, Παπακοκκίνου ν. Σμυρλή
(2001)1 ΑΑΔ 1653, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1 ΑΑΔ 401, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 207, Ιωάννου ν. Παλάζη
(2004)1 ΑΑΔ 576, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Vlatislaw
(2011)1 ΑΑΔ 55, Τσιντίδης ν. Χαριδήμου
(2012)1 ΑΑΔ 2290. [2] Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363. [3] Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 401. [4] Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246. [5] Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 CLR 110. [6] Police v. Sundelin
(1973)6 JSC 722, Fagan v. Metropolitan Police Commissioner,
(1968)3 All E.R. p. 442, R. v. Mason,
(1969)53 Crim. App. R. p.12 [7] R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788, Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 574. [8] R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974 και R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 964. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο