← Κύπρος

Β. Σ. ν. Π. Ι., Αρ. Υπόθεσης: 2255/2021, 6/12/2024

Β. Σ. ν. Π. Ι., Αρ. Υπόθεσης: 2255/2021, 6/12/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Χατζηξενοφώντος, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2255/2021 Β. Σ. v Π. Ι. Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 06/12/2024 Για την Παραπονούμενη: κα Ε. Ταλιώτου Για την Κατηγορούμενη: κος Α. Αλεξάνδρου μαζί με κα Ε. Αλεξάνδρου Κατηγορούμενη παρούσα Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (Απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον της Κατηγορούμενης) Η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες που αφορούν την έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρυσμα, κατά παράβαση του Άρθρου 305Α

(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως έχει τροποποιηθεί. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της πρώτης κατηγορίας, η Κατηγορούμενη κατηγορείται ότι κατά ή περί την 28/06/2013, εξέδωσε την επιταγή με αριθμό 06641285 της Τράπεζας Κύπρου για το ποσό των €4,100 ημερομηνίας 28/06/2013 πληρωτέα στο όνομα και σε διαταγή της Παραπονούμενης, η οποία αφού παρουσιάστηκε στην τράπεζα για πληρωμή μέσα σε εύλογο χρόνο από την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα δεν εξοφλήθηκε λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων της εκδότου της. Η Κατηγορούμενη παρέλειψε να τιμήσει την εν λόγω επιταγή εντός 15 ημερών από την παρουσίαση της. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της δεύτερης κατηγορίας, η Κατηγορούμενη κατηγορείται ότι κατά ή περί την 28/07/2013, εξέδωσε την επιταγή με αριθμό 06641286 της Τράπεζας Κύπρου για το ποσό των €25,000 ημερομηνίας 28/07/2013 πληρωτέα στο όνομα και σε διαταγή της Παραπονούμενης, η οποία αφού παρουσιάστηκε στην τράπεζα για πληρωμή μέσα σε εύλογο χρόνο από την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα δεν εξοφλήθηκε λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων της εκδότου της. Η Κατηγορούμενη παρέλειψε να τιμήσει την εν λόγω πάνω επιταγή εντός 15 ημερών από την παρουσίαση της. Η Παραπονούμενη προς απόδειξη των κατηγοριών μαρτύρησε η ίδια, και δεν παρουσίασε άλλη μαρτυρία. Α. Εισήγηση για το εκ πρώτης όψεως Μετά το πέρας της υπόθεσης της Παραπονούμενης η υπεράσπιση εισηγήθηκε ότι η υπόθεση πρέπει να απορριφθεί εναντίον της Κατηγορούμενης στο εκ πρώτης όψεως στάδιο. Η εισήγηση του συνηγόρου της Κατηγορούμενης περιστράφηκε γύρω από τους πιο κάτω άξονες: i. Υπάρχει εξόφθαλμη κατάχρηση της διαδικασίας, καθ' ότι χρησιμοποιείται η ποινική δίωξη της Κατηγορούμενης για αλλότριους σκοπούς, και συγκεκριμένα για την είσπραξη χρηματικού ποσού∙ και ii. Δεν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, καθ' ότι δεν προσκομίστηκε μαρτυρία ότι δεν υπήρχαν επαρκή υπόλοιπα και ότι οι επιταγές δεν πληρώθηκαν. Οι σφραγίδες που υπάρχουν στις εν λόγω επιταγές προκαλούν σύγχυση και δεν υπάρχει μαρτυρία για το πότε ήταν η τελευταία παρουσίαση των επιταγών στην τράπεζα και αν αυτές παρέμειναν απλήρωτες. Στην αντίπερα όχθη, η συνήγορος της Παραπονούμενης, απέρριψε τις πιο πάνω θέσεις και εισηγήσεις και υποστήριξε ότι από την προσκομισθείσα μαρτυρία, έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Κατηγορούμενης, καθώς και ότι δεν υπάρχει κατάχρηση της διαδικασίας. Δεν θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω με λεπτομέρεια τα όσα εξέθεσαν στην αγόρευση τους οι συνήγοροι των δύο πλευρών, αφού αυτά είναι καταγεγραμμένα στα πρακτικά του Δικαστηρίου. Β. Νομική Πτυχή - Αρχές εξέτασης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 74
(1)(β) του Κεφ. 155, η κατηγορούμενη έχει δικαίωμα μετά την περάτωση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής να υποβάλει εισήγηση στο Δικαστήριο ότι δεν θεμελιώθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της. Ακόμη και στην απουσία τέτοιας εισήγησης, συνιστά καθήκον του Δικαστηρίου να προβεί στην αθώωση και απαλλαγή της κατηγορούμενης, ιδία βούληση, εάν κρίνει ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να στοιχειοθετήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης. Όπως έχει νομολογηθεί η απαλλαγή ενός κατηγορούμενου στο στάδιο αυτό δικαιολογείται μόνο σε δύο περιπτώσεις, όταν: i. δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος∙ και ii. οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. (βλ. Azinas a.a. v The Police
(1981)2 CLR 9, Γενικός Εισαγγελέας ν Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133, Knell v Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 51, Κουννίδης ν Γενικός Εισαγγελέας
(1993)2 ΑΑΔ 82 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Νίκου Κλεάνθους κ.ά.
(1999)2 ΑΑΔ 320). Και στις δύο περιπτώσεις το κριτήριο είναι αντικειμενικό, διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133). Το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο περιορίζεται σε φαινομενική όψη της μαρτυρίας, σε αντίθεση με τη δεύτερη και τελική θεώρηση της κατά το πέρας της δίκης, όπου στο τελικό στάδιο αξιολογείται η μαρτυρία σε βάθος με ζητούμενο την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και διαπιστώνονται τα οριστικά ευρήματα του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο θα καλέσει την κατηγορούμενη σε απολογία αν κρίνει ότι η μαρτυρία, ορώμενη εξ όψεως, όχι σε βάθος, εγείρει θέμα ενοχής της κατηγορούμενης. Ως έχει νομολογηθεί, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε υποκειμενική εξέταση της μαρτυρίας, αλλά ενεργεί στα περιορισμένα πλαίσια της πρακτικής οδηγίας του 1962 (βλ. Practice Note
(1962)1 All ER 488) που υιοθετήθηκε στην υπόθεση Azinas, ανωτέρω. Όσον αφορά στην αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας για να κριθεί κατά πόσον δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Θεοδώρου
(2002)2 ΑΑΔ 9), σημειώνεται πως αυτή προϋποθέτει τον εντοπισμό των συστατικών στοιχείων του εκάστοτε επίδικου αδικήματος. Ως αναφέρθηκε στην απόφαση Γιάγκου (Λεμόνα) ν. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 382 «Στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, παρέχεται πάντα η δυνατότητα στο Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία, εξ όψεως κρινόμενη (on the face of it), στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Το θέμα διακρίνεται από την αξιοπιστία των μαρτύρων και τη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους». Το βάρος απόδειξης που φέρει η κατηγορούσα αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεσή της διαφέρει από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσης η οποία να δημιουργεί υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Εάν η μαρτυρία που παρουσιάζει η κατηγορούσα αρχή είναι τέτοιας ποιότητας ώστε θα ήταν επισφαλές να εκδοθεί καταδικαστική απόφαση επί τη βάσει αυτής και μόνον, τότε η υπόθεση απορρίπτεται και η κατηγορούμενη δεν καλείται σε απολογία (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Θεοδώρου ανωτέρω). Η δε λογική υποψία δεν είναι αρκετή για να δημιουργήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση (βλ. Shaaban bin Hussien v. Chong Fook Kam, [1970] 2 WLR 441). Γ. Μαρτυρία Παραπονούμενης Για τον σκοπό εξέτασης των ζητημάτων που τίθενται, κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω την μαρτυρία που προσκομίστηκε από την Παραπονούμενη. Τονίζεται, ότι οι πιο κάτω αναφορές συνιστούν μόνο μια συνοπτική καταγραφή της μαρτυρίας της η οποία γίνεται για τους περιορισμένους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Σε καμία περίπτωση αποτελούν συμπεράσματα του Δικαστηρίου, ούτε διατύπωση ευρημάτων συνεπεία λεπτομερούς αξιολόγησης της μαρτυρίας της, αφού αυτό δεν είναι το κατάλληλο στάδιο για τέτοια διεργασία. Η Παραπονούμενη στα πλαίσια της μαρτυρίας της αναφέρθηκε στον τρόπο γνωριμίας της με την Κατηγορούμενη καθώς και στα όσα της ανέφερε η Κατηγορούμενη, αλλά και συγγενικά της άτομα, σχετικά με την εργασία της Κατηγορούμενης και την επένδυση διαφόρων χρηματικών ποσών. Εξήγησε ότι ένεκα των όσων της ανέφεραν τα άτομα αυτά αποφάσισε να δώσει στην Κατηγορούμενη το ποσό των €25,000 με σκοπό την επένδυση του εν λόγω ποσού μέσω της εταιρείας όπου εργαζόταν η Κατηγορούμενη. Αναφερόμενη στα χρήματα αυτά εξήγησε ότι το ποσό των €25,000 άνηκε στο παιδί της αποθανούσας αδελφής της, τα οποία χρήματα προήλθαν από έρανο όπου διεξάχθηκε μετά τον θάνατο της αδελφής της. Ενώ η Κατηγορούμενη διαβεβαίωσε την Παραπονούμενη ότι θα επένδυε το εν λόγω ποσό, μετά την καταβολή του ποσού, η Κατηγορούμενη δεν της επέστρεψε το εν λόγω ποσό, πόσο μάλλον το ποσό που θα λάμβανε μέσω της επένδυσης. Επίσης δεν της είχε παραδώσει οποιαδήποτε απόδειξη ότι είχε παραλάβει το ποσό των €25,
  1. Μετά από κάποιο χρονικό διάστημα όπου η ίδια ζητούσε την επιστροφή των χρημάτων της, η Κατηγορούμενη την ενημέρωσε ότι το ποσό των €25,000 είχε δεσμευτεί και ο μόνος τρόπος για να αποδεσμευτεί το εν λόγω ποσό ήταν με την πληρωμή του ποσού των €4,
  2. Η Παραπονούμενη το μόνο που επιθυμούσε ήταν να της επιστραφεί το αρχικό ποσό που κατέβαλε στην Κατηγορούμενη και έτσι έδωσε στην Κατηγορούμενη το ποσό των €4,100 με σκοπό να αποδεσμευτεί το αρχικό ποσό των €25,
  3. Την ημέρα όπου της έδωσε το ποσό των €4,100, και συγκεκριμένα στις 28/06/2013, η Κατηγορούμενη έδωσε στην Παραπονούμενη δύο επιταγές ύψους €25,000 και €4,100 ως εξασφάλιση για τα χρήματα που της έδωσε. Αντίγραφο των εν λόγω επιταγών κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1, και ως Τεκμήρια 2 και 3 κατατέθηκαν οι πρωτότυπες επιταγές. Κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι η ίδια έγραψε το όνομα της επ' αυτές και τα υπόλοιπα στοιχεία συμπληρώθηκαν από την Κατηγορούμενη. Ως ανέφερε η Παραπονούμενη, μετά την έκδοση των εν λόγω επιταγών η Κατηγορούμενη εξαφανίστηκε και δεν ανταποκρινόταν στις κλήσεις της Παραπονούμενης. Η ίδια πήγε γύρω στις 5 με 6 φορές στην Αστυνομία το έτος 2013 για να τους ενημερώσει για την εξαπάτηση οπου έτυχε από την Κατηγορούμενη. Όταν η ίδια μετέβηκε στην Αστυνομία, οι αρμόδιοι αστυνομικοί την ενημέρωσαν ότι και η Αστυνομία έψαχνε την Κατηγορούμενη λόγω καταγγελιών και άλλων ατόμων. Εξήγησε μάλιστα ότι όταν η Κατηγορούμενη παρουσιαζόταν στο Δικαστήριο κατόπιν εκτέλεσης εντάλματος σύλληψης, πήγαινε και η ίδια στο Δικαστήριο προσπαθώντας να βρει κάποια λύση. Η Παραπονούμενη προσπάθησε να καταθέσει τις επιταγές στην τράπεζα, περίπου 3 φορές και ανέφερε ότι η πρώτη φορά που παρουσίασε στην τράπεζα τις επιταγές ήταν στις 18/07/
  4. Μέχρι σήμερα δεν της καταβλήθηκε το ποσό των επιταγών. Στα πλαίσια της αντεξέτασης της ανέφερε ότι μέσω της υπό κρίση διαδικασίας διεκδικεί την επιστροφή των χρημάτων τα οποία έδωσε στην Κατηγορούμενη, και συμφώνησε ότι δεν καταχώρησε οποιαδήποτε άλλη διαδικασία, στο πολιτικό δικαστήριο, για αυτό το σκοπό. Όταν της υποβλήθηκε ότι δεν είναι η ορθή οδός η προώθηση ποινικής υπόθεσης για την αποζημίωση της ανέφερε ότι δεν το γνωρίζει αυτό, αναφέροντας επίσης ότι «εγώ ήξερα ότι το δίκαιο μου το βρίσκω σε ένα Δικαστήριο». Δ. Κατάχρηση Διαδικασίας - Αλλότριος Σκοπός Προτού προχωρήσω με την παράθεση του νομικού πλαισίου των επίδικων κατηγοριών κρίνω ορθό όπως εξετάσω κατά λογική προτεραιότητα την εισήγηση της υπεράσπισης για κατάχρησης της διαδικασίας. Κατ' αρχάς σημειώνεται ότι το βάρος απόδειξης ότι μια δικαστική διαδικασία είναι καταχρηστική βρίσκεται στους ώμους του διάδικου που εγείρει το ζήτημα αυτό. Οφείλει αυτός να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για αναστολή της διαδικασίας (βλ. Archbold, έκδ. 2009, σελ. 386, παρ. 4-52 και 4-51, Ex parte Badhan [1991] 2 Q.B.78 και Ex parte Thomas [1992] Crim L.R.116). Ειδικότερα, θα πρέπει να αποδείξει, όχι μόνο ότι υπήρξε κατάχρηση, αλλά και ότι οι κατηγορούμενοι επηρεάζονται δυσμενώς, συνεπεία αυτής (βλ. Attorney General' s Reference (No.2 of 2001) [2004] 2 A.C.72 HL). Τούτο διότι η αναστολή της δίκης ή η απόρριψη υπόθεσης για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας χωρεί μόνο εφόσον απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του διάδικου που εγείρει το ζήτημα της κατάχρησης (βλ. Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522). Αν διαπιστωθεί κατάχρηση της διαδικασίας από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής στην προώθηση της υπόθεσης, σε οποιοδήποτε ενδιάμεσο στάδιο, ακόμη και με το πέρας της υπόθεσης της κατηγορούσας πλευράς (βλ. Μ & Μ Αρτοποιείο Άγιος Μάμας Λίμιτεδ v. Αθανασίου, Ποινική Έφεση Αρ. 104/2019, ημερ. 3/7/2020, ECLI:CY:AD:2020:B216, Charilaou Bros v 1. Magnior Ltd κ.α.
(2015)2 ΑΑΔ 363), τότε το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα πρέπει να απορρίψει την υπόθεση και να απαλλάξει τον κατηγορούμενο. Ωστόσο, η άσκηση τέτοιας διακριτικής εξουσίας από τα Δικαστήρια ασκείται φειδωλά. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου (ανωτέρω) η δικαιοδοσία για πάταξη τέτοιων περιπτώσεων είναι σύμφυτη χωρίς να έχει οποιαδήποτε νομοθετική προέλευση. Είναι μια εξουσία αυτονόητη και απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και την αξιοπιστία των θεσμών και μέσων επίτευξης των στόχων της. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του αναφέρθηκε στην υπόθεση Walpole v. Partidge and Wilson [1994] 1 All E.R. 385, όπου ο δικαστής Ralph Gibson τόνισε πως το Δικαστήριο πρέπει να βεβαιώνεται σε κάθε περίπτωση ότι η διαδικασία είναι τόσο καθαρά και έντονα καταχρηστικής φύσεως ώστε να δικαιολογείται η καταστολή της με το κατάλληλο διάταγμα. Στην Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου (ανωτέρω), απόφαση της πλειοψηφίας της Ολομέλειας, το ζήτημα που εξετάστηκε αφορούσε την σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου να αναστέλλει, διακόπτει και απορρίπτει δικαστική διαδικασία όταν διάδικος την χρησιμοποιεί για να καταπιέσει τον αντίδικο του ή για σκοπούς αλλότριους προς εκείνο του δικαίου. Η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου ξεκαθάρισε ότι το ελατήριο του κατήγορου ήταν στοιχείο άσχετο αφού αυτό δεν μπορούσε με κανένα τρόπο να απολήξει στην είσπραξη του λαβείν του κατήγορου, ξεκαθαρίζοντας μάλιστα ότι η προσέγγιση στην Βασιλείου ν. Μακρίδη
(2000)2 ΑΑΔ 133 ήταν εσφαλμένη. Στην Βασιλείου ν. Μακρίδη (ανωτέρω) είχε παραδεχθεί ο κατήγορος κατά την αντεξέταση του ότι ο σκοπός των διαδικασιών που κίνησε κατά του εκδότη των επιταγών ήταν η είσπραξη της οφειλής. Παρατίθεται αυτούσιο σχετικό απόσπασμα από την απόφαση της Ολομέλειας σχετικά με τα ελατήρια της κατηγορούσας αρχής: «Όμως, κατά τη γνώμη μας, το πώς εκείνος βλέπει το σκοπό της διαδικασίας δεν μπορεί να έχει αποφασιστική σημασία. Σημασία έχει, όπως διευκρινίζει η Ttofinis και η παραπάνω αγγλική νομολογία, ότι ο παθών μπορεί να ασκήσει το δικαίωμά του, άσχετα από οποιαδήποτε ελατήρια του που δεν λείπουν και από άλλης φύσεως διώξεις. Η αντίδραση του κατηγόρου στη Βασιλείου βρίσκεται μέσα στο συνηθισμένο ανθρώπινο μέτρο, αλλά αυτό δεν προσδιορίζει το δικαίωμα ούτε αλλοιώνει το σκοπό της διαδικασίας. Αυτή καθαυτή η δίωξη δεν υποβοηθά ούτε σκοπεί στην είσπραξη της απαίτησης. Άλλωστε στην προκείμενη περίπτωση ο εφεσείων είπε ουσιαστικά ότι επιδίωκε την τιμωρία του εφεσιβλήτου και όχι την ικανοποίηση της απαίτησης. Διερωτόμαστε αν μια τέτοια απάντηση, σε περίπτωση που γινόταν δεκτή, θα διέσωζε τη διαδικασία. Θα καθιερώναμε όμως τότε ένα πλασματικό κριτήριο. Θα μπορούσε επίσης να λεχθεί ότι ένα από τα κύρια αιτιολογικά στηρίγματα της Βασιλείου είναι η αγγλική νομολογία, η οποία αφορά σε πτωχευτικές και άλλες διαδικασίες στις οποίες κατεστάλη η έκδηλη επιδίωξη παράλληλου ωφελήματος, παντελούς ξένου και ανεξάρτητου από τη φύση ή το σκοπό ή τις ανάγκες της συγκεκριμένης διαδικασίας. Η διάκριση με την προκείμενη περίπτωση είναι εμφανής. Προλογίζουμε τη συνέχεια με ό,τι ανέφερε ο Λόρδος Denning στην Goldsmith v. Sperrings Ltd [1977] 1 W.L.R. 478, μιλώντας για τη δικαστική διαδικασία στη σελίδα 489: «It is abused when it is diverted from its true cause so as to serve extortion or oppression; or to exert pressure so as to achieve an improper end.» Η πιο πάνω νομολογιακή αρχή επαναλήφθηκε στην απόφαση Μ.Α.Ν.Ι Παναγιώτου Λτδ ν Plyntex Public Limited κ.α., Ποινική Έφεση 11/2015, 11/09/2017, ECLI:CY:AD:2017:B291. Η πρόσφατη απόφαση Πόλυς Πολυκάρπου ν Κωνσταντίνος Τελεβάντου, Ποινική Έφεση 69/2021, 07/12/2022, ECLI:CY:AD:2022:B468, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου περί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας λόγω αλλότριων σκοπών της κατηγορούσας αρχής, διαφοροποιήθηκε λόγω των συγκεκριμένων περιστατικών της εν λόγω υπόθεσης όπου υποδείκνυαν ότι η προώθηση της ποινικής υπόθεσης από τον Κατήγορο δεν αποσκοπούσε στο γνήσιο ενδιαφέρον του για την τιμωρία του εφεσίβλητου. Στην εν λόγω υπόθεση υπήρχαν γραπτές δεσμεύσεις από τον παραπονούμενο για απόσυρση της υπόθεσης, λόγω της εκ των υστέρων εξόφλησης της επιταγής. Η μη τίμηση της εν λόγω υπόσχεσης καθώς και η υποβολή του κατηγορούμενου σε πολυετή δικαστικό αγώνα με όλες τις συνέπειες που αυτό συνεπάγετο, κρίθηκε ότι δεν οφείλετο σε γνήσιο ενδιαφέρον του για την τιμωρία του κατηγορούμενου αλλά για αλλότριο σκοπό, και ειδικότερα για να υποστεί αυτός ταλαιπωρία. Το ερώτημα που τίθεται, βάσει της εισήγησης του συνηγόρου της Κατηγορούμενης, είναι κατά πόσον από την δήλωση της Παραπονούμενης κατά την μαρτυρία της ότι προωθεί την υπό κρίση διαδικασία με σκοπό να της επιστραφούν τα ποσά τα οποία κατέβαλε στην Κατηγορούμενη, δύναται να εξαχθεί συμπέρασμα κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, κρίνω ότι η απλοϊκή και ανθρώπινη τοποθέτηση της Παραπονούμενης δεν ήταν ασυνήθιστη για ένα άτομο, του οποίου αν ευσταθούν οι ισχυρισμοί του, ξεγελάστηκε. Για αυτή την κατάληξη το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του την μαρτυρία της Παραπονούμενης, σχετικά με το ποιος ήταν ο πραγματικός δικαιούχος του εν λόγω ποσού και πως προήλθαν τα χρήματα αυτά. Τονίζω ότι δεν αξιολογώ σε αυτό το στάδιο την μαρτυρία της Παραπονούμενης, ούτε προβαίνω σε ευρήματα στην βάση αυτής. Το κίνητρο της Παραπονούμενης να εισπράξει τα χρήματα της δεν μπορεί να έχει αποφασιστική σημασία, ούτε αλλοιώνει το σκοπό της διαδικασίας, που είναι η τιμωρία της Κατηγορούμενης στην περίπτωση που κριθεί ότι όντως έχει παρανομήσει. Ως εκ των ανωτέρω, δεν αποδέχομαι την εισήγηση της υπεράσπισης περί κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας λόγω αλλότριων σκοπών στην προώθηση της υπόθεσης. Ε. Κατάχρηση Διαδικασίας - Καθυστέρηση Καταχώρησης Υπόθεσης Παρ' ότι η υπεράσπιση δεν έθεσε ζήτημα κατά την εισήγηση για το εκ πρώτης όψεως για κατάχρηση της διαδικασίας λόγω καθυστέρησης προώθησης της υπόθεσης, δεν μπορώ να παραβλέψω ότι οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν τον Ιούνιο και Ιούλιο του 2013, και η υπό κρίση υπόθεση καταχωρήθηκε στις 13/05/2021, ήτοι 8 χρόνια μετά την κατ' ισχυρισμό διάπραξη του αδικήματος. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Μ & Μ Αρτοποιείο Άγιος Μάμας Λίμιτεδ v. Αθανασίου, Ποινική Έφεση Αρ. 104/2019, ημερ. 3/7/2020, ECLI:CY:AD:2020:B216 το ζήτημα της κατάχρησης μπορεί να εγερθεί και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Όταν ζήτημα κατάχρησης εξετάζεται με αναφορά στη καθυστέρηση στη καταχώρηση της ποινικής υπόθεσης, το υπόβαθρο για την εξέταση του είναι η διάσταση του χρόνου μεταξύ της ημερομηνίας διάπραξης του αδικήματος της κατηγορίας, όπως αποκαλύπτεται από τις λεπτομέρειες του αδικήματος, και η ημερομηνία της καταχώρησης του κατηγορητηρίου. Υπεισέρχονται στη συνέχεια και άλλες παράμετροι, όπως, για παράδειγμα, ο χρόνος εξιχνίασης, κατά πόσο ο κατηγορούμενος απουσίαζε στο εξωτερικό ή στη περίπτωση ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης τυχόν αντικειμενική αδυναμία του παραπονούμενου να προωθήσει τη δίωξη. Το ζήτημα θα κριθεί με αναφορά αποκλειστικά στην ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος και στην ημερομηνία καταχώρησης του κατηγορητηρίου, όταν δεν έχει προσφερθεί καμιά ή καμιά αποδεχτή εξήγηση για την καθυστέρηση. Στην πιο πάνω απόφαση κρίθηκε ότι η χωρίς επαρκή επεξήγηση καθυστέρησης για σχεδόν 5 ½ χρόνια στην προώθηση της δίωξης του Εφεσίβλητου για αδικήματα έκδοσης επιταγών χωρίς αντίκρισμα, σε συνδυασμό με τη συνοπτική φύση της ποινικής διαδικασίας, καθιστούσε την διαπίστωση κατάχρησης εύλογη και την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Πρωτόδικου Δικαστηρίου υπέρ του τερματισμού της διαδικασίας δικαιολογημένη. Η φύση της κάθε υπόθεσης σαφώς και έχει την σημασία της. Για παράδειγμα, σε αδικήματα που έχουν σχέση με οικονομικές συναλλαγές και υπάρχει δυσκολία ανίχνευσης αυτού του είδους των εγκληματικών πράξεων, τυχόν χρονική καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπόθεσης θα πρέπει να αντικρύζεται με ελαστικότητα και υπό το πρίσμα των εγγενών δυσκολιών της (βλ. Ανδρέας Κωστάκη Στυλιανού ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 58/2008). Στην υπόθεση Πόλυς Πολυκάρπου ν Κωνσταντίνος Τελεβάντου (ανωτέρω) οι κατηγορίες αφορούσαν αδικήματα σε σχέση με την έκδοση επιταγών. Το Ανώτατο Δικαστήριο κάνοντας αναφορά στην φύση της συνοπτικής διαδικασίας και το επιθυμητό της σύντομης δίωξης σημείωσε τα ακόλουθα: «Στην περίπτωση της έκδοσης επιταγών αφετηρία της κατά το Νόμο ποινικής ευθύνης έχει η διαπίστωση ότι δεν υπήρχαν τα διαθέσιμα κεφάλαια ή ο λογαριασμός ήταν κλειστός και όχι πότε αποφασίζει ο παραπονούμενος να προχωρήσει σε ιδιωτική ποινική δίωξη. Η μη παραγραφή δεν εξισούται με ελευθερία άσκησης δίωξης οπότε το κρίνει πρόσφορο ο παραπονούμενος». Στην εν λόγω υπόθεση κρίθηκε ότι η χωρίς επαρκή ή, για την ακρίβεια, καθόλου επεξήγηση, καθυστέρηση για σχεδόν 3 ½ χρόνια στην προώθηση της δίωξης του Εφεσίβλητου για το αδίκημα έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, σε συνδυασμό με τη συνοπτική φύση της ποινικής διαδικασίας, συνιστούσε επιπρόσθετο λόγο για να θεωρηθεί η προώθηση της υπόθεσης ως κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Επανερχόμενη τώρα στην υπό κρίση υπόθεση, διαπιστώνω ότι δεν τέθηκε οποιοσδήποτε λόγος από πλευράς της Παραπονούμενης ως προς τον χρόνο που παρήλθε μέχρι την καταχώρηση της υπό κρίση υπόθεσης. Δεν παραβλέπω ότι έγινε αναφορά ότι για κάποια χρονική διάρκεια μετά την έκδοση των επίδικων επιταγών η Αστυνομία δεν μπορούσε να εντοπίσει την Κατηγορούμενη, όμως καμία δικαιολογία δεν δόθηκε για τον χρόνο που παρήλθε από τον χρόνο σύλληψης της Κατηγορούμενης, στα πλαίσια διερεύνησης προφανώς άλλης υπόθεσης, μέχρι την καταχώρηση της υπό κρίση υπόθεσης. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι η καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπόθεσης κατά 8 χρόνια μετά την διάπραξη των υπό εξέταση αδικημάτων, η φύση των οποίων δεν είναι πολύπλοκη, σε συνδυασμό με τη συνοπτική φύση της ποινικής διαδικασίας, αλλά και την απουσία δικαιολογίας από την Παραπονούμενη ως προς την πολύχρονη καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση υπόθεσης, δικαιολογεί τον τερματισμό της ποινικής δίωξης και την απόρριψη της υπόθεσης σε αυτό το στάδιο. Διαφορετική προσέγγιση του ζητήματος αυτού θα ισοδυναμούσε με αποδοχή του ενδεχόμενου να επιτρέπεται στην εκάστοτε κατηγορούσα αρχή ή παραπονούμενους να παραμένουν αδρανής για απεριόριστο διάστημα και να ζητούν την τιμωρία του αδικοπραγούντα, όποτε οι ίδιοι ήθελε αποφασίσουν ή κρίνουν πρόσφορο. Ως εκ των ανωτέρω, η ποινική δίωξη εναντίον της Κατηγορούμενης τερματίζεται και η υπόθεση απορρίπτεται λόγω κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Η Κατηγορούμενη απαλλάσσεται όλων των κατηγοριών. ΣΤ.Συστατικά Στοιχεία Αδικήματος Θα προχωρήσω στην συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των κατηγοριών που αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη, σε περίπτωση ανατροπής της απόφασης του Δικαστηρίου για τερματισμό και απόρριψη της υπόθεσης λόγω κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας από το Εφετείο. Το άρθρο 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί, διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «305Α.-
(1)Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές.» Από το λεκτικό του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
  1. Η έκδοση επιταγής∙
  2. Η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε∙
  3. Η παρουσίαση αυτή να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή καθίσταται πληρωτέα∙
  4. Η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλεται, είτε στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής∙ και
  5. Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Οι πρωτότυπες επιταγές έχουν κατατεθεί ως Τεκμήρια 2 και
  6. Η Παραπονούμενη ανέφερε στην μαρτυρία της ότι η Κατηγορούμενη έκδωσε τις επίδικες επιταγές και παρέδωσε αυτές στην Παραπονούμενη. Επομένως το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος στοιχειοθετείτε. Σε σχέση με το δεύτερο συστατικό στοιχείο, ήτοι την παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, η Παραπονούμενη ανέφερε στην μαρτυρία της ότι προσπάθησε να καταθέσει τις επιταγές στην τράπεζα, περίπου 3 φορές, αναφέροντας ότι η πρώτη φορά που παρουσίασε στην τράπεζα τις επιταγές ήταν στις 18/07/
  7. Στο Τεκμήριο 2 υπάρχουν δύο σφραγίδες της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Λτδ και της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd. Στο Τεκμήριο 3 υπάρχει σφραγίδα της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd. Υπάρχουν επίσης και επί των δύο επιταγών σφραγίδες με την ένδειξη «Να παρουσιαστεί ξανά ανεπαρκή υπόλοιπα», «Αποταθείτε στον εκδότη ή να παρουσιαστεί ξανά: Ανεπαρκή υπόλοιπα», χωρίς όμως μαρτυρία από που προήλθαν αυτές οι σφραγίδες. Τονίζεται ότι σε καμία από τις δύο επιταγές δεν υπάρχει σφραγίδα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ. Ως εκ των ανωτέρω καμία μαρτυρία δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ότι οι εν λόγω επιταγές παρουσιάστηκαν στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν, ήτοι στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (βλ. Vrontis Builders Ltd v Γεώργιος Κλεόπα & Υιοι Λτδ
(2016)2 ΑΑΔ 518 και Καΐκη Βαρνάβας ν Kombos Investments Ltd
(2012)2 ΑΑΔ 835). Επομένως στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως απουσιάζει το αναγκαίο αυτό συστατικό στοιχείου των κατ' ισχυρισμό αδικημάτων. Παρά το ότι η εξέταση των άλλων 3 συστατικών στοιχείων από το Δικαστήριο καθίσταται αχρείαστη ενόψει της πιο πάνω κατάληξης του Δικαστηρίου, εντούτοις, για σκοπούς πληρότητας κρίνω ότι τα υπόλοιπα συστατικά στοιχεία πληρούνται. Και εξηγώ. Στα Τεκμήρια 2 και 3 φαίνεται από τις σφραγίδες που υπάρχουν σε αυτά ότι οι επιταγές δεν εξοφλήθηκαν λόγω ανεπαρκή υπολοίπων. Οι σφραγίδες μάλιστα φέρουν ημερομηνίες μεταγενέστερες της ημερομηνίας έκδοσης των επιταγών. Σύμφωνα με το άρθρο 305
(3)του Κεφ. 154, η σφραγίδα καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου τους. Στην ουσία το εδάφιο 3 διευκολύνει την απόδειξη ότι μια επιταγή δεν έχει τιμηθεί και τους λόγους γιατί δεν τιμήθηκε, χωρίς την ανάγκη να δοθεί προφορική μαρτυρία (βλ. Ιωάννου Νίκος ν Ναναίμο Λιμιτεδ και άλλου
(2005)2 ΑΑΔ 555). Επομένως τέθηκε μαρτυρία στην προκειμένη περίπτωση σε σχέση με τα εν λόγω συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Επίσης πληρείται το τελευταίο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, αυτό δηλαδή της μη πληρωμής των επίδικων επιταγών για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίασή τους. Επί του προκειμένου τέθηκε μαρτυρία ότι οι επίδικες επιταγές δεν έχουν πληρωθεί ακόμη μέχρι και σήμερα. Επομένως νοείται και ότι δεν έχουν πληρωθεί για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίαση τους στην τράπεζα. Ενόψει όμως της κατάληξης του Δικαστηρίου ότι από την μαρτυρία δεν πληρείται το δεύτερο συστατικό στοιχείο των αδικημάτων, η υπόθεση απορρίπτεται και η Κατηγορούμενη απαλάσσεται και αθωώνεται στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Κατηγορούμενης και εναντίον της Παραπονούμενης ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπογρ.)............. Λ. Χατζηξενοφώντος, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.