A.M.A P. I. A. LIMITED ν. Μ. Λ., Αρ. Υπόθεσης: 3242/2024, 26/11/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Χατζηξενοφώντος, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3242/2024 A.M.A P. I. A. LIMITED v Μ. Λ. Κατηγορούμενη Ημερομηνία: 26/11/2024 Για τους Παραπονούμενους: κα Σ. Χατζηνεοφύτου Για την Κατηγορούμενη: Καμία εμφάνιση Κατηγορούμενη απούσα Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. Εισαγωγή Η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει συνολικά 6 κατηγορίες που αφορούν την πράξη καταδολίευσης εξ αποφάσεως πιστωτή κατά παράβαση των άρθρων 3
(1)(γ) και 4 του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμος του 2008 (Ν. 60(I)/2008). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών, η Κατηγορούμενη ενώ ήταν εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτιδα χρέους δυνάμει αποφάσεως του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου στην Αγωγή με αριθμό 3487/2013, και ενώ στις 10/04/2014 στα πλαίσια της εν λόγω αγωγής διατάχθηκε να καταβάλλει στους Παραπονούμενους / εκ δικαστικής απόφασης πιστωτές της, το ποσό των €100 μηνιαίως από την 01/05/2014 και την πρώτη ημέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι τελείας εξόφλησης, παρέλειψε και εξακολουθεί να παραλείπει να καταβάλει το ποσό της αναφερόμενης δόσης για την περίοδο από 01/03/2016 μέχρι 01/08/2016, αμφότερων των ημερομηνιών περιλαμβανομένων. Η Κατηγορούμενη δεν εμφανίστηκε στην διαδικασία και η υπόθεση ορίστηκε για απόδειξη σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 89
(1)του Κεφ. 155. Στις 13/11/2024 καταχωρήθηκε από τους Παραπονούμενους ένορκη δήλωση προς απόδειξη της υπόθεσης τους. Το Δικαστήριο αφότου μελέτησε την ένορκη δήλωση έθεσε στους συνηγόρους των Παραπονούμενων τον προβληματισμό του ως προς το ζήτημα της κατάχρησης της διαδικασίας, λόγω του χρόνου που παρήλθε από την ημερομηνία διάπραξης των ισχυριζόμενων αδικημάτων μέχρι την καταχώρηση της υπό κρίση υπόθεσης. Το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση για περαιτέρω απόδειξη στις 22/11/2024, δίδοντας την άδεια στους συνηγόρους των Παραπονούμενων να καταχωρήσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση προς απόδειξη της υπόθεσης. Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερομηνίας 22/11/2024 βρίσκεται στον φάκελο της υπόθεσης. Την εν λόγω ημερομηνία το Δικαστήριο ζήτησε από τους συνηγόρους των Παραπονούμενων να αγορεύσουν σχετικά με το ζήτημα της κατάχρησης της διαδικασίας, και η υπόθεση ορίστηκε στις 25/11/2024 για αυτό το σκοπό. Κατά την αγόρευση της η ευπαίδευτη συνήγορος των Παραπονούμενων ανέφερε ότι δεν τίθεται ζήτημα κατάχρησης της διαδικασίας γιατί δεν έχουν παραβιαστεί τα δικαιώματα της Κατηγορούμενης σε δίκαιη δίκη, σημειώνοντας ότι δεν εγέρθηκε τέτοιο ζήτημα από την Κατηγορούμενη, η οποία δεν εμφανίστηκε στην διαδικασία. Προς υποστήριξη της θέσης της παρέπεμψε το Δικαστήριο στην Ποινική Έφεση 271/2022, Δ.Σ.Δ. ν Αστυνομίας, 20/12/2023, η οποία αφορούσε σεξουαλικής φύσης αδικήματα, στην οποία υπόθεση αποφασίστηκε ότι η καθυστέρηση της παραπονούμενης να προβεί σε καταγγελία κατά του Εφεσείοντος από μόνη της, δεν πλήττει το δικαίωμα δίκαιης δίκης, στην απουσία μαρτυρίας δυσμενούς επηρεασμού της υπεράσπισης ένεκα της καθυστέρησης. Β. Νομική Πτυχή - Κατάχρηση Διαδικασίας Στην υπόθεση Γ.Π.Β ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 5/2020, ημερομηνίας 30/07/2021 επισημάνθηκε ότι αποτελεί διαφορετικό ζήτημα το κατά πόσο ο χρόνος εντός του οποίου εκδικάστηκε μια υπόθεση είναι εύλογος συμφώνως του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, το οποίο και εξετάζεται κατ' αποκλειστικότητα εντός της χρονικής διάρκειας από την διατύπωση της κατηγορίας μέχρι της τελικής εκδίκασης της (περιλαμβανομένου και του σταδίου έφεσης), και άλλο το κατά πόσο μια δικαστική διαδικασία καθίσταται καταχρηστική λόγω της καθυστέρησης υποβολής παραπόνου (εν προκειμένω καταχώρησης κατηγορητηρίου). Στην εν λόγω υπόθεση το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι η διακοπή της δίκης έστω και σε περίπτωση που η καθυστέρηση δεν είναι δικαιολογημένη θα πρέπει να είναι η εξαίρεση και όχι ο κανόνας, δεδομένου ότι γενικά η παρέλευση του χρόνου από μόνη της δεν αρκεί. Ωστόσο, ως περαιτέρω επισημάνθηκε, κάθε περίπτωση κρίνεται με βάση τα δικά της περιστατικά. Έχει αναγνωρισθεί με πάγια νομολογία ότι το Δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία αναστολής ή απόρριψης υπόθεσης για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, όταν αυτή απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του αντιδίκου (βλ. Διευθυντής Φυλακών ν Περρέλλα
(1995)1 ΑΑΔ 217). Πρόκειται για κατ' εξαίρεση δικαιοδοσία η άσκηση της οποίας πρέπει να γίνεται με περίσκεψη και φειδώ. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Μ & Μ Αρτοποιείο Άγιος Μάμας Λίμιτεδ v. Αθανασίου, Ποινική Έφεση Αρ. 104/2019, ημερ. 3/7/2020, ECLI:CY:AD:2020:B216 το ζήτημα της κατάχρησης μπορεί να εγερθεί και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Όταν ζήτημα κατάχρησης εξετάζεται με αναφορά στη καθυστέρηση στη καταχώρηση της ποινικής υπόθεσης, το υπόβαθρο για την εξέταση του είναι η διάσταση του χρόνου μεταξύ της ημερομηνίας διάπραξης του αδικήματος της κατηγορίας, όπως αποκαλύπτεται από τις λεπτομέρειες του αδικήματος, και η ημερομηνία της καταχώρησης του κατηγορητηρίου. Υπεισέρχονται στη συνέχεια και άλλες παράμετροι, όπως, για παράδειγμα, ο χρόνος εξιχνίασης, κατά πόσο ο κατηγορούμενος απουσίαζε στο εξωτερικό ή στη περίπτωση ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης τυχόν αντικειμενική αδυναμία του παραπονούμενου να προωθήσει τη δίωξη. Στα πλαίσια της φυσικής δικαιοσύνης ο κατήγορος έχει το δικαίωμα να ακουστεί και να προβάλει γεγονότα που μπορεί να ανατρέπουν την εκ πρώτης εντύπωση για κατάχρηση λόγω καθυστέρησης, όπως μπορεί να αναδύεται από την αντικειμενική διάσταση χρόνου μεταξύ της κατ' ισχυρισμό διάπραξης του αδικήματος και της καταχώρησης του κατηγορητηρίου. Εάν τα γεγονότα αυτά αμφισβητούνται και δεν κρίνεται ευχερές να διαπιστωθούν έξω από το πλαίσιο της εκδίκασης της υπόθεσης δεν θα μπορεί να διαπιστωθεί κατάχρηση σε εκείνο το στάδιο και μπορεί να επανεξεταστεί σε μεταγενέστερο στάδιο όταν θα καταστεί πρόσφορο ή στο τέλος. Το ζήτημα θα κριθεί με αναφορά αποκλειστικά στην ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος και στην ημερομηνία καταχώρησης του κατηγορητηρίου, όταν δεν έχει προσφερθεί καμιά ή καμιά αποδεχτή εξήγηση για την καθυστέρηση. Στην πιο πάνω απόφαση κρίθηκε ότι η χωρίς επαρκή επεξήγηση καθυστέρησης για σχεδόν 5 ½ χρόνια στην προώθηση της δίωξης του Εφεσίβλητου για αδικήματα έκδοσης επιταγών χωρίς αντίκρισμα, σε συνδυασμό με τη συνοπτική φύση της ποινικής διαδικασίας, καθιστούσε την διαπίστωση κατάχρησης εύλογη και την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Πρωτόδικου Δικαστηρίου υπέρ του τερματισμού της διαδικασίας δικαιολογημένη. Διαφορετική είναι η προσέγγιση της νομολογίας σε υποθέσεις σεξουαλικών αδικημάτων σε σχέση με την καθυστέρηση. Η καθυστέρηση σε αυτού του είδους τις υποθέσεις δεν είναι ασυνήθης, ενώ είναι και πλήρως κατανοητή αφού τα θύματα σεξουαλικής κακοποίησης συχνά είναι απρόθυμα να αποκαλύψουν ή να μιλήσουν για τις εμπειρίες τους για κάποιο χρόνο και για καλό λόγο, και ως εκ τούτου η καθυστέρηση αφ' εαυτής δεν καθιστά τη δίκη μη δίκαιη. Οι λόγοι για την καθυστέρηση και κατά πόσο και πώς η καθυστέρηση εξηγείται ή δικαιολογείται, είναι ζητήματα που σχετίζονται άμεσα με την αξιοπιστία του παραπονούμενου ή της παραπονούμενης και αποτελούν ουσιώδες μέρος του πραγματικού υπόβαθρου, στην βάση του οποίου θα αποφασιστεί η ενοχή ή όχι του κατηγορούμενου (βλ. Γ.Π.Β ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 5/2020, 30/07/2021 και Ποινική Έφεση 271/2022, Δ.Σ.Δ. ν Αστυνομίας, 20/12/2023 ). Η φύση της κάθε υπόθεσης σαφώς και έχει την σημασία της. Για παράδειγμα, σε αδικήματα που έχουν σχέση με οικονομικές συναλλαγές και υπάρχει δυσκολία ανίχνευσης αυτού του είδους των εγκληματικών πράξεων, τυχόν χρονική καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπόθεσης θα πρέπει να αντικρύζεται με ελαστικότητα και υπό το πρίσμα των εγγενών δυσκολιών της (βλ. Ανδρέας Κωστάκη Στυλιανού ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 58/2008). Γ. Κατάληξη Επανερχόμενη τώρα στην υπό κρίση υπόθεση, κρίνω ότι η καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπόθεσης κατά 8 χρόνια μετά την διάπραξη των υπό κρίση αδικημάτων είναι καταχρηστική. Εξηγώ. Τα υπό εξέταση αδικήματα αφορούν το αδίκημα της καταδολίευσης, όπου σύμφωνα και με την πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων η φύση τέτοιων υποθέσεων δεν είναι πολύπλοκη (βλ. Case of Irodotou v Cyprus, Application no. 16783/20). Στην περίπτωση του αδικήματος της καταδολίευσης εξ αποφάσεων πιστωτών, αφετηρία της κατά το Νόμο ποινικής ευθύνης έχει η διαπίστωση ότι δεν καταβλήθηκε το ποσό των μηνιαίων δόσεων το οποίο καθορίστηκε από το Δικαστήριο με σκοπό την εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους και όχι πότε αποφασίζει ο παραπονούμενος να προχωρήσει σε ιδιωτική ποινική δίωξη. Η μη παραγραφή δεν εξισούται με ελευθερία άσκησης δίωξης οπότε το κρίνει πρόσφορο ο παραπονούμενος. Η ουσία παραμένει ότι η καθυστερημένη δίωξη με αυτά τα δεδομένα, είναι τέτοια που σε συνδυασμό με τη συνοπτική φύση της ποινικής διαδικασίας δικαιολογεί ένα Δικαστήριο να αναχαιτίσει την περαιτέρω πορεία όσον αφορά τουλάχιστον την ποινική πτυχή της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων. Το Δικαστήριο έδωσε την ευκαιρία στους Παραπονούμενους να καταχωρήσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση προς απόδειξη της υπόθεσης τους και να αγορεύσουν για το ζήτημα της καθυστέρησης, ωστόσο δεν δόθηκε οποιαδήποτε δικαιολογία από πλευράς των Παραπονούμενων ως προς τον χρόνο που παρήλθε μέχρι την καταχώρηση της υπό κρίση υπόθεσης. Δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ζήτημα τυχόν αντικειμενικής αδυναμίας στην προώθηση της υπόθεσης ή συνέργεια στην πρόκληση της ως άνω καθυστέρησης από πλευράς της Κατηγορούμενης. Το μόνο που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου είναι ότι το 2019 καταχωρήθηκε άλλη ποινική υπόθεση η οποία αφορούσε την παράληψη καταβολής προγενέστερων δόσεων. Αυτό όμως δεν αναιρεί ότι για τις επίδικες δόσεις δεν προωθήθηκε καμία διαδικασία από το 2016 μέχρι το 2024. Τα όσα ανέφερε η ευπαίδευτη συνήγορος των Παραπανούμενων με αναφορά στην Ποινική Έφεση 271/2022 (ανωτέρω) κρίνω ότι δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση λόγω της φύσης του αδικήματος. Η φύση της υπόθεσης δεν τέτοια που να προκύπτει δυσκολία στην διερεύνηση των αδικημάτων ή στην προώθηση της υπόθεσης. Ο παράγων του χρόνου έχει τη δική του αυτοτέλεια ενόψει και της συνοπτικής φύσης της υπόθεσης. Αβάσιμη κρίνεται επίσης η εισήγηση της κας Χατζηνεοφύτου περί συνεχιζόμενης φύσεως του αδικήματος. Το γεγονός ότι η Κατηγορούμενη παρέλειπε να καταβάλει τις δόσεις για συνεχιζόμενους μήνες σε καμία περίπτωση δικαιολογεί την προώθηση ποινικής υπόθεσης όποτε ο κατήγορος το κρίνει πρόσφορο και παράλληλα, το υπό κατηγόρια πρόσωπο να βρίσκεται για το διάστημα αυτό σε κατάσταση αβεβαιότητας και υπό την συνεχή απειλή ποινικής δίωξης του. Σημειώνεται ότι η τελευταία δόση που αφορά το κατηγορητήριο κατέστη πληρωτέα κατά την 01/08/2016. Η παράλειψη της πληρωμής των δόσεων ήταν σε γνώση των Παραπονούμενων από τότε, οι οποίοι μπορούσαν να προωθήσουν την παρούσα υπόθεση πολύ νωρίτερα. Κανένας λόγος ή εξήγηση δεν έχει δοθεί για την παράλειψη τους αυτή. Διαφορετική προσέγγιση του ζητήματος αυτού θα ισοδυναμούσε με αποδοχή του ενδεχόμενου να επιτρέπεται στην εκάστοτε κατηγορούσα αρχή ή παραπονούμενους να παραμένουν αδρανής για απεριόριστο διάστημα και να ζητούν την τιμωρία του αδικοπραγούντα, όποτε οι ίδιοι ήθελε αποφασίσουν ή κρίνουν πρόσφορο. Ως εκ των ανωτέρω, η ποινική δίωξη εναντίον της Κατηγορούμενης τερματίζεται και η υπόθεση απορρίπτεται λόγω κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Η Κατηγορούμενη απαλλάσσεται όλων των κατηγοριών. Καμία διαταγή ως προς τα έξοδα. (Υπογρ.)............. Λ. Χατζηξενοφώντος, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο