← Κύπρος

E. C. ν. C. E. C. S. T. C. CO. LTD και/ή ως εμφανιζομένων ως Y.C. N.L. W. I. LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 4716/2024, 19/12/2024

E. C. ν. C. E. C. S. T. C. CO. LTD και/ή ως εμφανιζομένων ως Y.C. N.L. W. I. LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 4716/2024, 19/12/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Χατζηξενοφώντος, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4716/2024 E. C. v

  1. C. E. C. S. T. C. CO. LTD και/ή ως εμφανιζομένων ως Y.C. N.L. W. I. LTD
  2. Ν. Π.
  3. Q. G. Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 19/12/2024 Για την Παραπονούμενο: κος Σ. Τζιάζας Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κα Π. Σιαηλή Κατηγορούμενος 2 παρών Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. Εισαγωγή Αντικείμενο της παρούσας ενδιάμεσης απόφασης είναι η ειδική απολογία του autrefois acquit την οποία έγειρε ο Κατηγορούμενος 2, πριν να απαντήσει στην κατηγορία που αντιμετωπίζει, σύμφωνα με το άρθρο 69

(1)(β) του Κεφ.
  1. Οι Κατηγορούμενοι, στην υπό κρίση υπόθεση, αντιμετωπίζουν δύο κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία αφορά την απάτη κατά την πώληση κατά παράβαση των άρθρων 20 και 303 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  2. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας «Οι κατηγορούμενοι κατά ή περί την 12/06/2018 στην Πάφο ενώ ήταν πωλητές ακινήτου δυνάμει συμφωνίας πώλησης ακινήτου, υποκίνησαν την παραπονούμενη και προέβησαν σε ψευδή δήλωση ως προς την ύπαρξη πολεοδομικής και οικοδομικής άδειας». Η δεύτερη κατηγορία αφορά το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων δια ψεύτικων παραστάσεων κατά παράβαση των άρθρων 20, 29 και 298 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  3. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας «Οι κατηγορούμενοι κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρονται στην 1η κατηγορία, απέσπασαν από την παραπονούμενη το ποσό των €2.500.000 παρουσιάζοντας ψευδώς ότι επώλησαν σε αυτή οικοδομημένη νομίμως οικία με αριθμό 7+17 εντός του ακινήτου με αριθμό εγγραφής [.], τεμ [.], Φ/Σ [.], ενώ αυτοί εγνώριζαν ότι το ακίνητο είχε οικοδομηθεί χωρίς άδεια». Ο Κατηγορούμενος 2 αντιμετώπιζε την ποινική υπόθεση αρ. 5421/2023 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, η οποία καταχωρήθηκε από την Παραπονούμενη, και η οποία αφορούσε τα ίδια αδικήματα, τα οποία στηρίζεντο στα ίδια νομοθετήματα με την παρούσα, και οι λεπτομέρειες των κατηγοριών ήταν ταυτόσημες. Αυτό επιβεβαιώνεται από το κατηγορητήριο στην υπόθεση αρ. 5421/2023, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο Α στον φάκελο του Δικαστηρίου. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά του Δικαστηρίου στην υπόθεση αρ. 5421/2023, το όνομα της Κατηγορούμενης 1 είχε γραφτεί λανθασμένα στο κατηγορητήριο. Συγκεκριμένα, αντί C.Y.C.T. E.-C. C. S. T. C. CO. LTD, είχε αναγραφτεί ως C.Y.C.T. E.-C. C. S. T. C. CO. LTD. Στα πλαίσια της υπόθεσης αρ. 5421/2023, στις 11/10/2024, ο Κατηγορούμενος 2 απάντησε μη παραδοχή στις κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Στην συνέχεια η συνήγορος της Παραπονούμενης ζήτησε την άδεια του Δικαστηρίου να αποσύρει την υπόθεση εναντίον των Κατηγορούμενων 1, 2 και
  4. Η σχετική άδεια δόθηκε, η υπόθεση αποσύρθηκε και απορρίφθηκε. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 3 απαλλάχθηκαν των κατηγοριών, και ο Κατηγορούμενος 2 απαλλάχθηκε και αθωώθηκε, καθ' ότι είχε απαντήσει μη παραδοχή στις κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Αυτό διαφαίνεται από το Τεκμήριο Β το οποίο κατατέθηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου και είναι το πρακτικό του Δικαστηρίου ημερομηνίας 11/10/
  5. Ο Παραπονούμενος στις 07/10/2024 καταχώρησε την υπό κρίση υπόθεση εναντίον των Κατηγορούμενων. Β. Θέσεις συνηγόρων Ήταν η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου του Κατηγορούμενου 2 ότι τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 2 στην παρούσα υπόθεση είναι ακριβώς τα ίδια με τα αδικήματα τα οποία αντιμετώπιζε στην υπόθεση αρ. 5421/2023, τόσο κατά νόμο, όσο και τα γεγονότα αυτών, και ένεκα τούτου μπορεί να γίνει επίκληση του δόγματος Autrefois Acquit. Περαιτέρω, ήταν η θέση της ότι σύμφωνα με το άρθρο 91 του Κεφ. 155 ο Κατηγορούμενος 2 αθωώθηκε και απαλλάχθηκε, και η εν λόγω απόφαση του Δικαστηρίου δεν εφεσιβλήθηκε. Επιπλέον στην αγόρευση της έθεσε ζήτημα κατάχρησης της διαδικασίας λόγω του χρόνου που παρήλθε από την ημερομηνία της ισχυριζόμενης διάπραξης του αδικήματος μέχρι την καταχώρηση της υπόθεσης. Στην αντίπερα όχθη, στο επίκεντρο της επιχειρηματολογίας του συνηγόρου του Παραπονούμενου ήταν ότι η υπόθεση αρ. 1216/2021 απορρίφθηκε για λόγους άσχετους με την ουσία της υπόθεσης, χωρίς το Δικαστήριο να έχει την ευκαιρία να ακούσει γεγονότα και να εξάγει τελικά ευρήματα και κρίση στην βάση αυτών, και επομένως δεν υπήρχε οποιοδήποτε κώλυμα καταχώρησης νέου κατηγορητηρίου. Καταλήγοντας, κάλεσε το Δικαστήριο να επιτρέψει την συνέχιση της παρούσας υπόθεσης ούτως ώστε να αποφασιστεί η ουσία αυτής από το Δικαστήριο. Γ. Νομική Πτυχή - Ειδική απολογία του Autrefois Acquit Σύμφωνα με το Άρθρο 12
(2)του Συντάγματος άτομο το οποίο απαλλάχθηκε ή καταδικάστηκε, δεν δικάζεται για δεύτερη φορά για το ίδιο αδίκημα, εκτός εάν συνέπεια αυτού προκλήθηκε θάνατος. Σχετικό επίσης είναι το άρθρο 19 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και το άρθρο 35 του Κεφ. 155. Το δόγμα του δεδικασμένου στη σφαίρα του ποινικού δικαίου εφαρμόζεται υπό τον τύπο του αποφθέγματος nemo debet bis vexari pro una et eadem causa ή, nemo debet bis puniri pro una delicto, δηλαδή κανένας δεν υποβάλλεται για δεύτερη φορά στον κίνδυνο καταδίκης για το ίδιο αδίκημα, γνωστό στο αγγλικό δίκαιο ως το «rule against double jeopardy» (βλ. το σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence and Practice 2015 Ed., παράγραφο 4-221). Για να μπορεί να εφαρμοστεί το δόγμα, πρέπει ο κατηγορούμενος να είχε τεθεί σε κίνδυνο καταδίκης σε προηγούμενη υπόθεση για το ίδιο αδίκημα για το οποίο κατηγορείται. Η λέξη «αδίκημα» (offence) κατά τον Lord Devlin στην υπόθεση Connelly v. Director of Public Prosecutions [1964] Α.C. 1254, περιλαμβάνει τόσο τα γεγονότα που συνιστούν το αδίκημα όσο και τα νομικά χαρακτηριστικά τα οποία το καθιστούν αδίκημα. Για να είναι εφαρμοστέο το δόγμα πρέπει να πρόκειται για το ίδιο αδίκημα τόσο όσον αφορά τα γεγονότα όσο και το νόμο. Σύμφωνα με το άρθρο 69
(1)(β) του Κεφ. 155, ο κατηγορούμενος δύναται προτού απαντήσει στο κατηγορητήριο να ισχυριστεί ότι έχει προηγουμένως καταδικασθεί ή αθωωθεί ανάλογα με την περίπτωση, βάσει των ίδιων γεγονότων για το ίδιο ποινικό αδίκημα. Το εν λόγω νομοθέτημα κατοχυρώνει τις ειδικές απαντήσεις του autrefois acquit και autrefois convict. Παρόμοιο ζήτημα όπου καλείται το Δικαστήριο να εξετάσει στην παρούσα υπόθεση, εξετάστηκε στην υπόθεση Τασούλλα Κονέ ν Χαράλαμπου Φλουρή κ.α., Ποινική Έφεση αρ. 209/2013, 05/03/
  1. Στην εν λόγω υπόθεση, οι εφεσίβλητοι προέβαλαν στο Πρωτόδικο Δικαστήριο την ειδική απολογία του autrefois acquit, καθ' ότι, ως ήταν η θέση τους, είχαν αθωωθεί και απαλλαχθεί σε άλλη υπόθεση για τα ίδια αδικήματα κατόπιν απόσυρσης της υπόθεσης από την κατηγορούσα αρχή. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι είχε εφαρμογή το δόγμα του autrefois acquit και απάλλαξε τους εφεσίβλητους στις κατηγορίες. Οι Εφεσείοντες καταχώρησαν έφεση ισχυριζόμενοι ότι για να τυγχάνει εφαρμογής το δόγμα του autrefois acquit θα πρέπει να ακουστεί μαρτυρία στην ουσία της υπόθεσης, και κατόπιν τούτου να εκδοθεί καταδικαστική ή αθωωτική απόφαση. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την έφεση, σημειώνοντας ότι για να μπορεί να εφαρμοστεί το δόγμα του δεδικασμένου στη σφαίρα του ποινικού δικαίου, πρέπει ο κατηγορούμενος να έχει τεθεί σε κίνδυνο καταδίκης σε προηγούμενη υπόθεση για το ίδιο αδίκημα για το οποίο κατηγορείται. Το Ανώτατο Δικαστήριο προέβη σε μια πλούσια αναφορά των αρχών που τυγχάνουν εφαρμογής στην Κύπρο επί του θέματος, και κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα της απόφασης: « Το ερώτημα βέβαια που εδώ δεσπόζει είναι κατά πόσο οι εφεσίβλητοι είχαν τεθεί σε κίνδυνο καταδίκης στην υπόθεση 3682/
  2. Επί του προκειμένου τυγχάνουν εφαρμογής στην Κύπρο οι αρχές του αγγλικού κοινού δικαίου επί του θέματος (βλ. R. v. Georghi Andoni Yiallouri 3 C.L.R. 41). Η αρχή, όπως διατυπώθηκε από τον Lord Devlin στην Connelly (ανωτέρω), είναι σαφής: «The doctrine of autrefois protects an accused in circumstances in which he has actually been in peril. It cannot, naturally enough, protect him in circumstances in which he could have been put in peril but was not.» Ο κατηγορούμενος πρέπει να είχε πραγματικά τεθεί σε κίνδυνο. Συμφωνούμε με τη θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της εφεσείουσας, η οποία ερείδεται στα λεχθέντα στην υπόθεση London Borough of Islington v. Michaelides (ανωτέρω), πως η απόσυρση μιας υπόθεσης από μόνη της δεν συνιστά κώλυμα στην καταχώριση άλλης αναφορικά με την ίδια κατηγορία εάν δεν υπήρξε δικαστική κρίση επί της ουσίας της κατηγορίας και ο κατηγορούμενος δεν είχε τεθεί σε κίνδυνο καταδίκης («.. There has been no adjudication upon the merits of the charge in the original summons and the defendant has not been put in peril of conviction upon it»). Η παραπάνω υπόθεση, όμως, διακρίνεται από την παρούσα αφού η εκεί διαδικασία αποσύρθηκε, κατόπιν αποστολής σχετικής επιστολής από την κατηγορούσα αρχή προς το δικαστήριο, πριν από την ημερομηνία ακρόασης, ενώ το τελευταίο απλώς σημείωσε στο φάκελο της διαδικασίας, στην απουσία των διαδίκων, πως η διαδικασία «αποσύρθηκε» (marked the proceedings' withdrawn'). Ούτε μας βρίσκει σύμφωνους η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της εφεσείουσας ότι η φράση «on the merits» (επί της ουσίας) προϋποθέτει την προσκόμιση μαρτυρίας στην προηγούμενη διαδικασία, για να μπορεί να εφαρμοστεί το δόγμα. Η ορθή θεώρηση του ζητήματος, κατά την άποψη μας, διατυπώνεται από το δικαστή Donaldson LJ στην υπόθεση R. v. Swansea Justices ex p Purvis [1980] JP 252: «In the present context "on the merits" is a phrase which distinguishes between where a court is in a position to convict but does not do so and the position where a court is unable to proceed to consider the question of conviction or acquittal because it has no power, or thinks it has no power, to adjudicate» Όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Haynes v. Davis [1915] 1 KB 332, από τον δικαστή Lush, J με αναφορά στην έκφραση «acquittal on the merits», αυτή χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την περίπτωση που η κατηγορία απορρίπτεται για κάποιο τεχνικό λόγο που εμποδίζει την άσκηση δικαστικής κρίσης επί της ουσίας της κατηγορίας («. the expression is used by way of antithesis to a dismissal of the charge upon some technical ground which had been a bar to the adjudicating upon it.»). Θέση που βρίσκει έκφραση και στη δική μας νομολογία (βλ. Yiallouri (ανωτέρω) και Αναφορικά με Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2002)1 Α.Α.Δ. 2085). Εν προκειμένω, το στάδιο και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες αποσύρεται μια ποινική υπόθεση έχουν τη σημασία τους. Μια ενδιαφέρουσα ανασκόπηση της νομολογίας επί του θέματος γίνεται στην πρόσφατη απόφαση του αγγλικού Εφετείου, στην υπόθεση Regina v. JFJ [2013] EWCA Crim 569, όπου συζητούνται τα διάφορα στάδια της ποινικής διαδικασίας κατά τα οποία ένας κατηγορούμενος μπορεί να θεωρηθεί ότι τίθεται σε κίνδυνο για τους σκοπούς εφαρμογής του δόγματος. Αναφορά γίνεται, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση R. v. Dabhade [1993] QB 329, από την οποία προκύπτει, ότι όταν πρόκειται για συνοπτική διαδικασία, ένας κατηγορούμενος θεωρείται ότι είχε τεθεί σε κίνδυνο αν είχε αρχίσει η διαδικασία με την απάντηση του στο κατηγορητήριο («. by plea in summary proceedings»). Παρόμοια ήταν η προσέγγιση του δικαστηρίου και στην Williams v. DPP [1991] 1 WLR 1160 (βλ. επίσης R. v. Hammersmith Juvenile Court, ex parte O. [1987] 86 Cr. App. R. 343). Ωστόσο στην Regina v. JFJ (ανωτέρω), το Δικαστήριο διατύπωσε επιφυλάξεις αναφορικά με τη διάκριση μεταξύ διαδικασιών ενώπιον των Magistrates' Courts, δηλαδή συνοπτικών διαδικασιών και διαδικασιών ενώπιον του Crown Court, όπου η δίκη διεξάγεται με ενόρκους, καταλήγοντας ότι ένας κατηγορούμενος μπορεί να τεθεί σε κίνδυνο μόνο την ημέρα της ακρόασης με σκοπό να αποφασίσει το δικαστήριο εάν είναι ένοχος ή αθώος. Παραθέτουμε τα σχετικά αποσπάσματα: (Στις παραγράφους 44 και 45) «There is no doubt that in the Crown Court, the defendant is in peril when the defendant is put in charge of the jury. The position as to when the defendant is in peril in the Magistrates' Court is less clear on the authorities. If the court sets a date for trial, the defendant attends and the prosecutor unsuccessfully applies for an adjournment of the trial, then the magistrates are entitled to proceed with the trial. The defendant is then in peril. If the prosecution has no evidence to call, an acquittal by the Magistrates is at a time when the defendant is in peril for the purpose of autrefois. This is what happened in R v. Swansea Justices ex p Purvis [1981] JP 252 .» (Στην παράγραφο 50) «It is clearly right that a defendant is only in peril of conviction at the Crown Court when he is put in charge of the jury. S.9 of the MCA 1980 provides that at a summary trial the court shall put the information to the defendant and ask whether he pleads guilty or not guilty; the court, after hearing the evidence and the parties is to convict or dismiss the information. It does not mean that the trial always commences when the information is put and the plea made. There is no reason for treating the position in the Magistrates' Courts as being different. The defendant can be in peril only when the Magistrates or District Judge are at a hearing for the purpose of determining whether the defendant is guilty; that can be the first hearing when the plea is put, but these days it is more likely to be the date fixed for the summary trial.» Ως εκ των ανωτέρω, ο κατηγορούμενος θα πρέπει να είχε πραγματικά τεθεί σε κίνδυνο. Η απόσυρση μιας υπόθεσης από μόνη της δεν συνιστά κώλυμα στην καταχώρηση άλλης αναφορικά με την ίδια κατηγορία εάν δεν υπήρξε δικαστική κρίση επί της ουσίας της κατηγορίας και ο κατηγορούμενος δεν είχε τεθεί σε κίνδυνο καταδίκης. Όπως τονίστηκε όμως στην Τασούλλα Κονέ ν Χαράλαμπου Φλουρή (ανωτέρω) το στάδιο και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες αποσύρεται μια ποινική υπόθεση έχουν την σημασία τους. Μετά τον ορισμό της υπόθεσης για ακρόαση, και σε κάθε αναβολή της υπόθεσης για το σκοπό αυτό, ο κατηγορούμενος βρίσκεται σε κίνδυνο καταδίκης του. Ωστόσο, ως έχει νομολογηθεί όταν η φύση του υπό εξέταση αδικήματος είναι συνεχιζόμενη, καθίσταται ανεφάρμοστη η αρχή του δεδικασμένου (βλ. Milan Garacaka v Τάκκα
(2007)2 ΑΑΔ 165, Πέτρου ν Δήμος Γεροσκήπου, Ποινικές Εφέσεις 141/2021 και 142/2021). Εάν το Δικαστήριο αποδεχθεί ως βάσιμη την απάντηση του autrefois, τούτο έχει την έννοια της ανακοπής, περιστολής και απαγόρευσης οποιασδήποτε νέας ποινικής δίωξης για το ίδιο αδίκημα που στηρίζεται στα ίδια γεγονότα. Πρόκειται για ουσιαστική απαλλαγή, χωρίς οποιοδήποτε κίνδυνο επαναφοράς της κατηγορίας, εκτός την ανατροπή κατ' έφεση (βλ. Ιωάννου Αντώνης
(2016)1 ΑΑΔ 1770). Δ. Κατάληξη Δικαστηρίου Στην υπό κρίση περίπτωση, δεν αμφισβητήθηκε από τον συνήγορο του Παραπονούμενου ότι η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 2 στην παρούσα υπόθεση ήταν η ίδια με την κατηγορία που αντιμετώπιζε στην υπόθεση αρ. 5421/2023, τόσο ως προς τα γεγονότα, όσο και ως προς τα νομικά χαρακτηριστικά. Σημειώνεται περαιτέρω ότι αυτό προκύπτει έκδηλα από τα κατηγορητήρια των δύο υποθέσεων. Αυτό το οποίο έχει καταλυτική σημασία, είναι ότι όταν η συνήγορος του Παραπονούμενου στα πλαίσια της υπόθεσης αρ. 5421/2023 ζήτησε την άδεια του Δικαστηρίου να αποσύρει την υπόθεση, ο Κατηγορούμενος 2 είχε απαλλαχθεί και αθωωθεί στις κατηγορίες που αντιμετώπιζε από το Δικαστήριο, καθ' ότι είχε απαντήσει μη παραδοχή σε αυτές. Σημειώνεται ότι ο συνήγορος του Παραπονούμενου κατά την αγόρευση του δεν αμφισβήτησε την θέση της κας Σιαηλή ότι η εν λόγω απόφαση του Δικαστηρίου δεν εφεσιβλήθηκε. Το άρθρο 91 του Κεφ. 155 προνοεί τα ακόλουθα: «Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 154, αν κατήγορος σε συνοπτική δίκη, σε οποιοδήποτε χρόνο πριν από την έκδοση τελικού διατάγματος, ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι υφίστανται επαρκείς λόγοι για να του επιτραπεί να αποσύρει την κατηγορία, το Δικαστήριο δύναται να επιτρέψει σε αυτόν να αποσύρει αυτήν, και για το λόγο αυτό αθωώνει τον κατηγορούμενο: Νοείται ότι, αν η κατηγορία αποσυρθεί με αυτό τον τρόπο πριν από την απολογία του κατηγορούμενου σε αυτή, ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται αλλά αυτή η απαλλαγή δεν ισχύει ως αθώωση». Στην Τασούλλα Κονέ ν Χαράλαμπου Φλουρή (ανωτέρω) επεξηγήθηκε ότι όταν η κατηγορία αποσύρεται σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 91 του Κεφ. 155, ο κατηγορούμενος αθωώνεται εάν η κατηγορία αποσυρθεί μετά από την απολογία του σε αυτή. Αντίθετα, όταν ο Γενικός Εισαγγελέας διακόψει υφιστάμενη διαδικασία στην βάση του άρθρου 154 του Κεφ. 155, η αναστολή της δίωξης επενεργεί ως απαλλαγή του κατηγορούμενου, χωρίς η απαλλαγή του να συνιστά κώλυμα στην ενσωμάτωση των κατηγοριών που αποσύρθηκαν σε νέο κατηγορητήριο. Το Δικαστήριο στα πλαίσια της υπόθεσης αρ. 5421/2023 στις 11/10/2024 αθώωσε και απάλλαξε τον Κατηγορούμενο 2 στις κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Η απόφαση αυτή του Δικαστηρίου δεν προσβλήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο. Το Δικαστήριο δεν μπορεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, να ενεργήσει ως εφετείο του εαυτού του. Αυτό που στην ουσία μου ζητείται από τον συνήγορο του Παραπονούμενου είναι να αγνοήσω, να παρακάμψω και να αναθεωρήσω την προηγούμενη αθωωτική απόφαση του Δικαστηρίου, όσον αφορά το πρόσωπο του Κατηγορούμενου 2, για τις ίδιες κατηγορίες, τόσο κατά νόμο όσο και ως προς τα γεγονότα. Κάτι τέτοιο θα ήταν ανεπίτρεπτο. Ο Παραπονούμενος είχε κάθε δικαίωμα να προσβάλει την αθωωτική απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, κάτι το οποίο δεν έκανε. Ως εκ των ανωτέρω, ο Κατηγορούμενος 2 απαλλάσσεται στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει στην υπό κρίση υπόθεση. Ένεκα της πιο πάνω κατάληξης του Δικαστηρίου, δεν θα προχωρήσω να εξετάσω το ζήτημα της κατάχρησης που έθεσε η συνήγορος του Κατηγορούμενου 2 κατά την αγόρευση της. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του Κατηγορούμενου 2 και εναντίον του Παραπονούμενου ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπογρ.)............. Λ. Χατζηξενοφώντος, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.