← Κύπρος

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν. Α. Φ., Αρ. Υπόθεσης: 3271/2021, 18/12/2024

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν. Α. Φ., Αρ. Υπόθεσης: 3271/2021, 18/12/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Χατζηξενοφώντος, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3271/2021 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ εναντίον Α. Φ. Κατηγορούμενη ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 18/12/2024 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Σ. Σοφοκλέους Για Κατηγορούμενο: κα Κ. Χατζηθεοδοσίου Κατηγορούμενη παρούσα Π Ο Ι Ν Η (E X TE M P O R E) Η Κατηγορούμενη βρέθηκε ένοχη κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας στην κατηγορία της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/

  1. Πιο συγκεκριμένα η Κατηγορούμενη βρέθηκε ένοχη ότι στις 12/07/2020, στον κύριο δρόμο Προδρομίου - Δρούσιας στην Επαρχία Πάφου, οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής [.] χωρίς την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή και προκάλεσε δυστύχημα. Τα γεγονότα είναι καταγεγραμμένα στην απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 04/12/
  2. Θα παραθέσω μια σύνοψη των ευρημάτων μου για σκοπούς καλύτερης αντίληψης του σκεπτικού του Δικαστηρίου στην επιβολή της παρούσας ποινής. Στις 12/07/2020 και περί ώρα 13.00 μ.μ. η Κατηγορούμενη οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής [..] στον κύριο δρόμο Προδρομίου - Δρούσιας στην Επαρχία Πάφου. Ο δρόμος αποτελείται από δύο λωρίδες κυκλοφορίας οι οποίες χωρίζονται από άσπρη συνεχόμενη γραμμή, εκ των οποίων η μία οδηγεί προς Δρούσια, και η άλλη προς Προδρόμι. Στο σημείο που επεσυνέβηκε το δυστύχημα ο δρόμος ήταν ευθύς με ορατότητα άνω των 70 μέτρων και από τις δύο κατευθύνεις. Δεξιά και αριστερά του δρόμου υπήρχε ασφάλτινη διαπλάτυνση και δίπλα χωμάτινο παγκέττο. Ο καιρός ήταν αίθριος, ο δρόμος ήταν στεγνός, ασφαλτοστρωμένος και σε καλή κατάσταση. Στο όχημα της Κατηγορούμενης επενέβαιναν τα τρία της παιδιά και η μητέρα της. Οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία της με κατεύθυνση την Δρούσια. Ο Μ.Κ.2 οδηγούσε το όχημα του στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας από αυτήν της Κατηγορούμενης, με συνοδηγό την Μ.Κ.3 και με κατεύθυνση το Προδρόμι. Η ταχύτητα του οχήματος του Μ.Κ.2 κατά την στιγμή της σύγκρουσης ήταν περί τα 50 χιλιόμετρα ανά ώρα. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, η Κατηγορούμενη έχασε τον έλεγχο του οχήματος της και κατευθύνθηκε προς τα αριστερά, σύμφωνα με την πορεία της, εισερχόμενη στο χωμάτινο παγκέττο. Στην συνέχεια, το όχημα της Κατηγορούμενης επέστρεψε στην άσφαλτο όμως πλαγιολισθαίνοντας εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, δηλαδή στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία της. Ο Μ.Κ.2 όταν αντιλήφθηκε το όχημα της Κατηγορούμενης να εισέρχεται στην λωρίδα κυκλοφορίας που κινείτο, προσπάθησε να σταματήσει το όχημα του αλλά λόγω του σύντομου χρονικού διαστήματος που εξελίχθηκαν τα γεγονότα συγκρούστηκαν μετωπικά τα δύο οχήματα. Η σύγκρουση επήλθε στην μέση της λωρίδας κυκλοφορίας που οδηγούσε ο Μ.Κ.
  3. Λόγω της σύγκρουσης, τα οχήματα σύρθηκαν λίγα μέτρα μέχρι να ακινητοποιηθούν στην τελική τους θέση. Το όχημα της Κατηγορούμενης λόγω της σύγκρουσης περιστράφηκε εντός του δρόμου και το όχημα της, ως ήταν η τελική του θέση, είχε κατεύθυνση προς Προδρόμι. Στην σκηνή κατέφθασαν οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ.5, οι οποίοι εντόπισαν τα οχήματα στις τελικές του θέσεις. Ο Μ.Κ.1 έλαβε διάφορες μετρήσεις και ετοίμασε το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής και στην συνέχεια το συμμετρικό σχεδιαγράφημα (Τεκμήρια 1 και 4). Από το δυστύχημα τραυματίστηκαν η Κατηγορούμενη, οι επιβάτες που βρίσκονταν στο όχημα της, καθώς και οι Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3, και όλοι μεταφέρθηκαν με ασθενοφόρα στο Γενικό Νοσοκομείου Πάφου για νοσηλεία. Λόγω της σύγκρουσης και τα δύο οχήματα είχαν ζημιές στο μπροστινό τους μέρος. Σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή η Κατηγορούμενη είναι λευκού ποινικού μητρώου και βαρύνεται με 3 βαθμούς ποινής επί της άδειας οδήγησης της. Από την σύγκρουση προκλήθηκαν οι ακόλουθοι τραυματισμοί: Η Ε. Φ., η οποία επενέβαινε στο όχημα της Κατηγορούμενος, υπέστηκε κάταγμα σπονδύλου και θώρακα και διασωληνώθηκε στην Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου. Ο Μ. Φ., ο οποίος επενέβαινε στο όχημα της Κατηγορούμενης, υπέστηκε κάταγμα κεφαλής και μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο Νοσοκομείο Λευκωσίας αφού η κατάσταση της υγείας του ήταν κρίσιμη. Η Α. Φ.ύ, η οποία επενέβαινε στο όχημα της Κατηγορούμενης, υπέστηκε θλαστικά τραύματα στο κεφάλι και στο δεξιό πόδι της και διασωληνώθηκε στην Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του Γενικού Νοσοκομείου Πάφου. Η Έ. Φ., η οποία επενέβαινε στο όχημα της Κατηγορούμενης, υπέστηκε κάταγμα στον αντιβραχίονα και κρατήθηκε για νοσηλεία. Ο Μ.Κ.2 υπέστηκε κόψιμο στο αριστερό του χέρι και η Μ.Κ.3 υπέστηκε κατάγματα στο αριστερό χέρι, στην λεκάνη της, και τραύματα στα πόδια και στον σπόνδυλο της και παρέμεινε για νοσηλεία στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου. Λόγω της σύγκρουσης, καταστράφηκε ολόκληρο το μπροστινό μέρος και των δύο οχημάτων. Η συνήγορος της Κατηγορούμενης στην ικανή αγόρευση της προς μετριασμό της ποινής, ανέφερε ότι η Κατηγορούμενη είναι λευκού ποινικού μητρώου, δεν απασχόλησε ξανά την δικαιοσύνη. Είναι μητέρα 3 ενήλικων παιδιών, τα 2 εξ αυτών σπουδάζουν και ο γιός της είναι στρατιώτης. Η Κατηγορούμενη είναι μονογονέας τα τελευταία 5 χρόνια, εργάζεται ως λογίστρια και λαμβάνει μισθό €1,100 μηνιαίως. Καταβάλει €700 ως δόση του δανείου του σπιτιού της και δεν λαμβάνει οποιαδήποτε οικονομική βοήθεια από τον πρώην σύζυγο της. Μένει μόνη της, και χρειάζεται το όχημα της τόσο για να μεταβαίνει στην δουλειά της, όσο και για να βοηθά την μητέρα της, η οποία μετά το δυστύχημα είναι ανάπηρη και δεν μπορεί να αυτοεξυπηρετηθεί. Οι ζημιές των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 αλλά και του οχήματος του Μ.Κ.2 έχουν αποζημιωθεί πλήρως από την Κατηγορούμενη. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία ότι το αδίκημα που διέπραξε η Κατηγορούμενη είναι πολύ σοβαρό. Αυτό διαφαίνεται πρωτίστως από το ύψος της προβλεπόμενης ποινής (βλ. άρθρο 8

(1)(γ) του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου, Ν. 86/72, ως τροποποιήθηκε). Περαιτέρω, με βάση το Άρθρο 20Α του ίδιου νόμου, το Δικαστήριο μπορεί να επιβάλει από 3 έως 6 βαθμούς ποινής στην άδεια οδήγησης της Κατηγορούμενης, αναλόγως πάντοτε των γεγονότων της υπόθεσης. Πρόσθετα, με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 19
(1)του Ν. 86/72, παρέχεται η εξουσία στο Δικαστήριο να αποστερήσει στον καταδικασθέντα το δικαίωμα να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδηγού για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους 3 μήνες. Η σοβαρότητα του εν λόγω αδικήματος διαφαίνεται βεβαίως και μέσα από την ανησυχητικά αυξανόμενη συχνότητα με την οποία όμοιας φύσης αδικήματα διαπράττονται, και για την οποία λαμβάνω δικαστική γνώση από την ενασχόληση του Δικαστηρίου με πλειάδα τέτοιων υποθέσεων επί καθημερινής βάσης. Ενδεικτικό της θλιβερής διαπίστωσης των Κυπριακών Δικαστηρίων σε σχέση με τις ανησυχητικές διαστάσεις που έχουν προσλάβει τα τροχαία δυστυχήματα στον τόπο μας είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Μενελάου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 232, που δυστυχώς 20 και πλέον χρόνια μετά συνεχίζει να αντανακλά την Κυπριακή πραγματικότητα: «Τα τροχαία δυστυχήματα έχουν προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, διαπίστωση που άπτεται τόσο της επιλογής των τιμωρητικών μέσων όσο και του ύψους της ποινής, μέσα στο πλαίσιο που επιλέγεται. Τα οδικά δυστυχήματα έχουν αποβεί χαίνουσα πληγή για την κυπριακή κοινωνία. Οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, τραυματισμού και υλική ζημιά είναι τεράστιες. Δεν μπορεί το Δικαστήριο να αδιαφορήσει μπροστά στο καταστροφικό αυτό φαινόμενο. Αυτό επιβάλλει το καθήκον του Δικαστηρίου για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, που έχει ως λόγω την καθήλωση μέσω της τιμωρίας, της παράνομης συμπεριφοράς, που στην περίπτωση της οδικής αμέλειας χαρακτηρίζει ο έντονος αντικοινωνικός χαρακτήρας». Η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών σε τροχαία αδικήματα όταν περιέχουν το στοιχείο της αδιαφορίας επαναλήφθηκε και στην υπόθεση Τουμάζου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 166/16 ημερ. 05.10.2018, ECLI:CY:AD:2018:B432. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα της απόφασης: «Ιδιαίτερη αυστηρότητα αρμόζει, τηρουμένων πάντοτε των αρχών επιμέτρησης των ποινών, όταν προκαλείται, εν δυνάμει έστω, κίνδυνος στο δρόμο και/ή όταν η παράνομη οδική συμπεριφορά εκδηλώνεται ως εγωιστική αυθαιρεσία έναντι του νόμου και των οργάνων επιβολής του νόμου». Σχετικά με το αδίκημα της αμελούς οδήγησης το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του στην επιλογή της ποινής, τους ακόλουθους παράγοντες (βλ. Sentencing in Cyprus, 2nd ed, G. M. Pikis, σελ. 235 με αναφορά στην Diran Der Avedisian v. Ρ
(1969)2 C.L.R. 57): (
  1. i)Τον βαθμό αμέλειας, (
  2. ii)Τις συνέπειες του δυστυχήματος, (iii) Τυχόν αμέλεια προσώπου εμπλεκόμενου στο δυστύχημα. Η συντρέχουσα αμέλεια άλλου προσώπου, αν και δεν αποτελεί υπεράσπιση, είναι μετριαστικός παράγων, και (
  3. iv)Τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου ειδικότερα σε σχέση με το μητρώο του ως οδηγού. Η συνήθης ποινή για αμελή οδήγηση είναι η ποινή προστίμου. Όπου η αμέλεια του κατηγορουμένου είναι ιδιαίτερα σοβαρή ή όπου ο κατηγορούμενος δεν είναι λευκού ποινικού μητρώου, ή και τα δύο, η ποινή προστίμου συνδυάζεται με στέρηση της άδειας οδήγησης (βλ. Sentencing in Cyprus, 2nd ed, G. M. Pikis, σελ. 235, 236). Ποινή φυλάκισης όμως δεν μπορεί να αποκλειστεί όπου επιδείχθηκε άκρως αδιάφορη για την ασφάλεια τρίτων συμπεριφορά (βλ. Sentencing in Cyprus, 2nd ed, G. M. Pikis, σελ. 239). Στην Raya v. Police 19 CLR 308 το Ανώτατο Δικαστήριο υποκατέστησε καταδίκη με άρθρο ανάλογο του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, με αμελή οδήγηση επιβάλλοντας ποινή φυλάκισης 2 μηνών. Ανάλογη προσέγγιση ακολουθήθηκε στην Eleftheriades v. Republic
(1967)2 CLR 214 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε καταδίκη σε φυλάκιση 5 μηνών κατηγορούμενου που παραβίασε κόκκινο σηματοδότη και συγκρούστηκε με άλλο όχημα τραυματίζοντας τους επιβαίνοντες. Βέβαια, ως αναφέρθηκε στην Mirachis v. Police
(1965)2 CLR 28, 32, το Δικαστήριο θα πρέπει να καταφεύγει σε ποινή φυλάκισης ως το τελευταίο μέτρο και μόνο αφού άλλου είδους ποινές κριθούν ακατάλληλες. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη την οδική συμπεριφορά της Κατηγορούμενης στο σύνολό της, ως αυτή διαφαίνεται από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, διαφαίνεται ότι η συμπεριφορά της Κατηγορούμενης ήταν απαράδεκτη και επικίνδυνη. Ένεκα της οδικής συμπεριφοράς της Κατηγορούμενης, τα μέλη της οικογένειας της τα οποία επενέβαιναν επί του οχήματος της, όσο και ο Μ.Κ.2 και η Μ.Κ.3, υπέστηκαν σωματικές βλάβες, κάποιοι εξ αυτών πολύ σοβαρές. Σε μία περίοδο που τα σοβαρά ατυχήματα βρίσκονται δυστυχώς σε έξαρση, το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να στείλει το μήνυμα μέσω των επιβληθεισών ποινών ότι τέτοια οδική συμπεριφορά είναι απαράδεκτη. Ακόμη όμως και σε τέτοιου είδους συμπεριφορές το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί. Στο έργο εξατομίκευσης της ποινής το Δικαστήριο οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη, καθώς και εκείνα που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, έτσι ώστε η ποινή να μην συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224). Την ίδια ώρα, είναι σαφώς νομολογημένο, ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά ενός αδικήματος (βλ. Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας ανωτέρω). Στην προκειμένη περίπτωση, προς όφελος της Κατηγορούμενης λαμβάνω υπόψη μου τα πιο κάτω: Το λευκό της ποινικό μητρώο, κάτι το οποίο της δίδει το δικαίωμα να έχει μεγαλύτερη απαίτηση από το Δικαστήριο όπως επιδείξει στο πρόσωπό της τη μέγιστη δυνατή επιείκεια. Επίσης λαμβάνω υπόψη μου τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές της περιστάσεις όπως αυτές διαφάνηκαν μέσα από την αγόρευση της συνηγόρου της. Περαιτέρω, σημασία δίδεται από το Δικαστήριο στις δύσκολες προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις τις οποίες βιώνει η Κατηγορούμενη. Λαμβάνω υπόψιν μου, προς όφελος της Κατηγορούμενης, το γεγονός ότι έχουν καταβληθεί αποζημιώσεις προς πλήρη κάλυψη των σωματικών βλαβών που προκλήθηκαν στους Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 αλλά και ως προς τις υλικές ζημιές του οχήματος του Μ.Κ.2, στοιχείο ενδεικτικό της έμπρακτης μεταμέλειας της Κατηγορούμενης. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να παραβλέψει τον χρόνο που παρήλθε από την διάπραξη του αδικήματος μέχρι και σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή στην Κατηγορούμενη που ανέρχεται στα 3 έτη περίπου. Η διεξαγωγή της δίκης εντός εύλογου χρόνου διασφαλίζεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Εκτροπή από το συνταγματικό πλαίσιο αποτελεί σοβαρό μετριαστικό παράγοντα στην επιβολή ποινής, κυρίως λόγω (α) της απόστασης που δημιουργείται ως προς το άτομο του παραβάτη μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Αρέστη
(1996)2 ΑΑΔ 267), και (β) της μεταβολής των προσωπικών συνθηκών του αδικοπραγούντος (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Πεγειώτη
(2001)2 ΑΑΔ 617, Αβραάμ ν Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 365). Είναι νομολογημένο ότι προκειμένου να διαφανεί κατά πόσο θα πρέπει να προσμετρήσει προς όφελος του κατηγορούμενου, θα πρέπει να γίνεται διαχωρισμός του χρόνου που παρήλθε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την καταχώρηση της υπόθεσης και του χρονικού διαστήματος από την καταχώρηση της υπόθεσης μέχρι την τελική απόφαση του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355 υποδείχθηκε ότι η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή, αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος. Ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη. Επίσης, η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον Κατηγορούμενο (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623, Αβρααμίδη
(1993)ανωτέρω). Στην υπό κρίση περίπτωση το αδίκημα διαπράχθηκε στις 12/07/2020 και το κατηγορητήριο καταχωρίστηκε στις 07/07/2021, δηλαδή 1 χρόνο μετά. Ωστόσο σημειώνω ότι η λήψη των ανακριτικών καταθέσεων ολοκληρώθηκε τον Φεβρουάριο του 2021, και μετά από 5 μήνες περίπου καταχωρήθηκε η υπόθεση. Επομένως κρίνω ότι το χρονικό διάστημα που διέρρευσε μέχρι την καταχώρηση του κατηγορητηρίου δικαιολογείται. Ως προς τον χρόνο που διέρρευσε από την καταχώρηση του κατηγορητηρίου μέχρι σήμερα, όπου το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή, διαπιστώνω ότι παρήλθαν 3 χρόνια και 5 μήνες περίπου, ενώ η ακροαματική διαδικασία μέχρι και την έκδοση απόφασης διήρκησε μόνο 2 μήνες. Συνεπώς η πάροδος αυτού του χρονικού διαστήματος μέχρι την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, η οποία θεωρώ ότι είναι ιδιαίτερα μεγάλη, θα πρέπει να προσμετρήσει προς όφελος της Κατηγορούμενης. Στρεφόμενη στα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης παρατηρώ ότι από τον τρόπο οδήγησης της Κατηγορούμενης τραυματίστηκαν σοβαρά 6 άτομα. Δεν μπορώ όμως να αγνοήσω ότι η Κατηγορούμενη είναι ηλικίας 44 ετών και είναι λευκού ποινικού μητρώου και βαρύνεται με 3 βαθμούς ποινής επί της άδειας οδήγησης της. Συνάγεται λοιπόν ότι πρόκειται για ένα μεμονωμένο περιστατικό. Ο πρότερος έντιμος βίος της Κατηγορούμενης νομολογικά λαμβάνεται υπόψη και επενεργεί ουσιαστικά στην επιλογή και το ύψος στην ποινή. Σχετικά είναι και τα όσα αναφέρθηκαν στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκά
(1992)2 ΑΑΔ 241: «Η νομοταγής ζωή ενός ανθρώπου έχει παρομοιασθεί με τη ζωή του νοικοκυρεμένου ανθρώπου ο οποίος μια ολόκληρη ζωή εξοικονομεί για να βρει τις οικονομίες του στις δύσκολες μέρες». Περαιτέρω, δεν διαφάνηκε ότι κατά την σύγκρουση η Κατηγορούμενη οδηγούσε με αυξημένη ταχύτητα ή ότι η οδική της συμπεριφορά ήταν τέτοια που να υποστηρίζει ότι εσκεμμένα προκάλεσε το δυστύχημα. Η ίδια φαίνεται να έχασε τον έλεγχο του οχήματος της και να εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω, και κατόπιν έντονου προβληματισμού κρίνω ότι οι μετριαστικοί παράγοντες που έχουν εκτεθεί, μπορούν να επηρεάσουν το είδος της ποινής που θα επιβληθεί, και συνηγορούν στο ότι η επιβολή χρηματικής αντί στερητική της ελευθερίας ποινή είναι επαρκής και κατάλληλη υπό τις περιστάσεις. Η χρηματική όμως ποινή που θα επιβληθεί θα είναι τέτοια που θα αντανακλά επαρκώς τη σοβαρότητα του αδικήματος που η Κατηγορούμενη διέπραξε. Με αναφορά τώρα στη στέρηση της άδειας οδηγού θα πρέπει να σημειωθεί ότι αυτού του είδους η ποινή βρίσκεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, αποτελεί μέρος της συνολικής ποινής και πρέπει να δικαιολογείται με βάση τις αρχές που διέπουν την επιμέτρηση της ποινής. Η άδεια οδήγησης αποτελεί επίκτητο δικαίωμα, η άσκηση του οποίου είναι συνυφασμένη με τους όρους που θέτει ο Νόμος για την οδική ασφάλεια (βλ. Σαρίδης v. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 465). Τόσο τα γεγονότα που προσδιορίζουν τη σοβαρότητα του αδικήματος, όσο και οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να διαπιστωθεί εάν δικαιολογείται η αποστέρηση της άδειας του παραβάτη όπως επίσης και η χρονική διάρκεια της αποστέρησης (βλ. Ελευθερίου ν Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 300). Το ότι το πρόσωπο που αποστερείται του δικαιώματος οδήγησης χρειάζεται καθημερινά την άδειά του στο πλαίσιο άσκησης του επαγγέλματός του είναι στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη κατά την επιμέτρηση του εύρους της περιόδου στέρησης της άδειας (αναγνωρίζοντας ότι το μέτρο αυτό αποτελεί μέρος της συνολικής ποινής), αλλά δεν αποκλείει την επιβολή του μέτρου στέρησης της άδειας (βλ. Νικόλαος Νικοδήμου ν Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 67). Στην παρούσα, όμως, περίπτωση η αποστέρηση της άδειας οδήγησης θα ήταν κατά την γνώμη μου ένα ιδιαίτερα επαχθές τιμωρητικό μέτρο για την Κατηγορούμενη. Και τούτο διότι τυχόν στέρηση του δικαιώματος της να οδηγεί θα επηρέαζε δυσμενώς την εργασία της, και κατ' επέκταση στη δυνατότητα βιοπορισμού της. Επίσης κάτι τέτοιο θα επηρέαζε επίσης τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας του, αφού μέσω του μισθού της βοηθά χρηματικά την οικογένεια της για την κάλυψη των αναγκών τους και των σπουδών τους. Ούτε θεωρώ ότι είναι από τις περιπτώσεις που μπορεί να επιβληθεί αυτό το είδος ποινής περιορισμένα, ήτοι σε συγκεκριμένες ώρες. Η κατάσταση υγείας της μητέρας της, της οποίας έχει αναλάβει την φροντίδα, και η ετοιμότητα της ίδιας να ανταποκριθεί στις ανάγκες της, οι οποίες μπορεί να σχετίζονται είτε με προγραμματισμένες είτε με απρόοπτες επισκέψεις σε γιατρούς, καθιστούν την άδεια οδήγησης της επιβεβλημένη. Όλα τα πιο πάνω με οδηγούν στο να διαφοροποιήσω την παρούσα περίπτωση από τις περιπτώσεις όπου η στέρηση της άδειας οδήγησης από το Δικαστήριο αναγκάζει την Κατηγορούμενη να υποστεί κάποιας μορφής δυσχέρειας με το να καταφύγει σε υπαλλακτικές λύσεις. Στην κατάληξη μου αυτή, λαμβάνω υπόψη μου τον χρόνο που παρήλθε από τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, και ότι μέχρι σήμερα η Κατηγορούμενη δεν είχε έκνομη συμπεριφορά. Συνεπώς, η ποινή στέρησης άδειας οδήγησης μπορεί να αποφευχθεί στην παρούσα περίπτωση. Βεβαίως, η ανάγκη για αποτρεπτικότητα της ποινής θα αντικατοπτρίζεται στην χρηματική ποινή που θα επιβληθεί στην Κατηγορούμενη Επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλω στην Κατηγορούμενη ποινή προστίμου €900. Επιπλέον να αναγραφούν επί της άδειας οδήγησης της 5 βαθμοί ποινής. (Υπογρ.)............. Λ. Χατζηξενοφώντος, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.