ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν. Α. Α., Αρ. Υπόθεσης: 3499/2021, 20/11/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Χατζηξενοφώντος, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3499/2021 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ εναντίον Α. Α. Κατηγορούμενος ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 20/11/2024 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Σ. Σοφοκλέους μαζί με κ. Μ. Παπαγεωργίου Για Κατηγορούμενο: κα Σ. Μιχαήλ Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος με βάση το κατηγορητήριο αντιμετωπίζει την κατηγορία της αλόγιστης ή επικίνδυνης οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 2, 7, 18, 19 και 20Α του Περί Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/
- Όπως προκύπτει από τις λεπτομέρειες της κατηγορίας ο Κατηγορούμενος μεταξύ των ημερομηνιών 5 με 7 Αυγούστου του 2019, στον δρόμο Ανατολικού στην Πάφο, οδηγούσε όχημα με άγνωστους αριθμούς εγγραφής, αλόγιστα, απερίσκεπτα ή επικίνδυνα για το κοινό, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και της χρήσης της οδού, ως και του όγκου της τροχαίας που υπήρχε κατά το δεδομένο χρόνο ή που εύλογα θα αναμένετο να υπάρχει κατά τον εν λόγω χρόνο επί της οδού. Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε την κατηγορία που αντιμετωπίζει και η υπόθεση προχώρησε σε ακροαματική διαδικασία. Η Κατηγορούσα Αρχή για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της κάλεσε 2 μάρτυρες κατηγορίας, οι οποίοι κατέθεσαν τα Τεκμήρια 1 -
- Ο Κατηγορούμενος μετά που κρίθηκε εκ πρώτης όψεως ένοχος με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου και κλήθηκε σε απολογία στην κατηγορία που αντιμετωπίζει, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Οι αγορεύσεις του συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής και της συνηγόρου του Κατηγορούμενου έχουν μελετηθεί και τις έχω κατά νου. Δεν θεωρώ σκόπιμη την παράθεση τους. Αναφορά στο περιεχόμενο τους θα γίνει εκεί και όπου κρίνεται αναγκαίο. Α. Μαρτυρία Το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα (βλ. Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 ΑΑΔ 35). Μ.Κ.1 Ο παραπονούμενος, Μ.Κ.1, κος Μ. Αλέξη, υιοθέτησε δυνάμει του άρθρου 25 του Κεφ. 9 τη γραπτή κατάθεση του ημερομηνίας 09/08/2019 (Τεκμήριο 1), ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Σε αυτήν αναφέρει, ότι σε κάποια ημέρα μεταξύ Δευτέρας με Τετάρτης, της εβδομάδας όπου κατήγγειλε στην Αστυνομία το υπό κρίση περιστατικό (δηλαδή στις 09/08/2019), γύρω στις 10.00 π.μ., ενώ οδηγούσε το φορτηγό με αριθμούς εγγραφής [...] στον δρόμο Ανατολικού στην Πάφο προς ΧΥΤΑ, και ενώ οδηγούσε κανονικά στην λωρίδα του, παρατήρησε ότι το φορτηγό το οποίο ερχόταν από την απέναντι κατεύθυνση εισήλθε στην δική του λωρίδα κυκλοφορίας απότομα. Ο ίδιος για να αποφύγει το φορτηγό έστριψε αριστερά στο έρεισμα του οδοστρώματος (παγκέτο). Ο ίδιος φοβήθηκε όταν είδε το φορτηγό να κατευθύνεται προς το μέρος του και έτσι έστριψε απότομα το τιμόνι του με αποτέλεσμα να κινδυνέψει να προκαλέσει δυστύχημα. Στην κατάθεση του ανέφερε ότι το μπροστινό μέρος του φορτηγού που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος ήταν άσπρου χρώματος και γκρίζου χρώματος πίσω. Δεν είχε παρατηρήσει όμως τον αριθμό εγγραφής του. Εξήγησε ότι τον Κατηγορούμενο τον γνώριζε γιατί είχαν διαφορές μεταξύ τους, αφού ο Κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι του έδωσε χρηματικό ποσό για να αγοράσει προϊόν από τον ίδιο, ενώ ο ίδιος αρνείται ότι έλαβε οποιοδήποτε ποσό από τον Κατηγορούμενο. Στην γραπτή κατάθεση του αναφέρθηκε σε περιστατικό που συνέβη πριν δύο εβδομάδες όταν ενώ ο ίδιος οδηγούσε το φορτηγό του, ο Κατηγορούμενος του έριξε μπουκάλα στον ανεμοθώρακα του φορτηγού του ενώ ήταν στην αντίθετη λωρίδα κατεύθυνσης, περιστατικό που επίσης κατάγγειλε στην Αστυνομία. Στην δια ζώσης μαρτυρία του ανέφερε ότι λόγω της πράξης του Κατηγορούμενου να κατευθυνθεί στην λωρίδα του, ο ίδιος έστριψε αριστερά με αποτέλεσμα να κατευθυνθεί το όχημα του προς το χαντάκι με κίνδυνο να αναποδογυριστεί. Εξήγησε ότι ο εν λόγω δρόμος χρησιμοποιείται περισσότερο από βαριά τύπου φορτηγά. Εκείνη την ημέρα δεν υπήρχε κίνηση στον δρόμο και ο καιρός ήταν καλός. Εξήγησε ότι αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο να οδηγεί το φορτηγό από απόσταση 20 μέτρων περίπου, τον οποίο γνωρίζει και μέσω της εργασίας του αλλά και λόγω των προσωπικών διαφορών που είχαν. Αναφερόμενος σε αυτές τις διαφορές εξήγησε ότι ο ίδιος είχε προς πώληση την κιβωτάμαξα (κάσια) ενός φορτηγού του για το ποσό των €1,
- Η υπάλληλος της εταιρείας που εργάζεται ο Κατηγορούμενος, κ. Λ. Χρίστου, του αντιπρότεινε το ποσό των €1,300 για να αγοράσει ο Κατηγορούμενος την κιβωτάμαξα, ο ίδιος όμως αρνήθηκε επιμένοντας στο ποσό των €1,
- Είναι η θέση του Μ.Κ.1 ότι δεν έλαβε οποιοδήποτε ποσό, ενώ ο Κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι του κατέβαλε το εν λόγω ποσό. Αναφέρθηκε επίσης σε ένα περιστατικό που προηγήθηκε από το υπό κρίση περιστατικό, και συγκεκριμένα όταν στο παρελθόν ο Κατηγορούμενος του έριξε μια μπουκάλα νερού στον ανεμοθώρακα του φορτηγού του και προέβη εναντίον του σε άσεμνες χειρονομίες. Εξήγησε ότι δεν κατήγγειλε τα εν λόγω περιστατικά για να μην οξύνει τις μεταξύ τους σχέσεις, αλλά για το επίδικο περιστατικό προέβη σε καταγγελία, σύμφωνα με την συμβουλή της δικηγόρου του, λόγω της σοβαρότητα του περιστατικού. Κατά την αντεξέταση του δεν μπορούσε να προσδιορίσει την συγκεκριμένη ημέρα που έλαβε χώρα το περιστατικό, αυτό που θυμόταν είναι ότι συνέβη κάποια ημέρα μεταξύ Δευτέρας και Τετάρτης, ως ανέφερε στην κατάθεση του (Τεκμήριο 1). Ωστόσο συμφώνησε σε σχετική υποβολή ότι έπρεπε να μπορεί να υποδείξει την συγκεκριμένη ημέρα που αυτό συνέβη, αφού, ως ήταν η θέση του, το εν λόγω περιστατικό ήταν σοβαρό. Ήταν η θέση του ότι το επίδικο περιστατικό συνέβη, και ήταν σίγουρος ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το συγκεκριμένο φορτηγό, και όχι κάποιος άλλος υπάλληλος της εταιρείας που εργαζόταν ο Κατηγορούμενος, επισημαίνοντας ότι ήταν καθαρή η ημέρα και δεν υπήρχε αντανάκλαση ηλίου η οποία να του περιόριζε την ορατότητα. Δεν είχε προσέξει τον αριθμό εγγραφής του φορτηγού που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος, γιατί ως εξήγησε πρόσεχε στην ευθεία που κοιτούσε. Αναφερόμενος στο περιστατικό, εξήγησε ότι όταν ο Κατηγορούμενος έκανε απότομη κίνηση προς το μέρος του και εισήλθε στην λωρίδα του, αυτός για να τον αποφύγει έστριψε προς τα αριστερά κρατώντας την αριστερή λωρίδα, όπου είχε χαντάκι σχεδόν ένα μέτρο, κινδυνεύοντας να αναποδογυριστεί το όχημα του. Δεν υπέστηκε οποιαδήποτε ζημιά το όχημα του, όμως ο ίδιος φοβήθηκε. Την συγκεκριμένη στιγμή δεν είχε αυτοκίνητα ούτε μπροστά ούτε πίσω του, και εξήγησε ότι παρά το ότι το όχημα του ήταν βαριού τύπου μπορούσε να στρίψει το τιμόνι αυτού απότομα. Ερωτώμενος σχετικά με το περιστατικό με την μπουκάλα νερού, όπου στην γραπτή του κατάθεση ανέφερε ότι προέβη σε σχετική καταγγελία στην Αστυνομία, ενώ στην δια ζώσης μαρτυρία του ανέφερε ότι δεν προέβη σε καταγγελία για να μην οξύνει την κατάσταση, απάντησε ότι είχε καταγγείλει το εν λόγω περιστατικό, αλλά δεν μπόρεσε να εντοπίσει την σχετική καταγγελία. Ερωτώμενος γιατί δεν προχώρησε με σχετική καταγγελία στην Αστυνομία την ίδια ημέρα που διαδραματίστηκε το περιστατικό, και περίμενε μέχρι τις 9 Αυγούστου για να το πράξει, απάντησε ότι είχε συμβουλευτεί την δικηγόρο του η οποία του ανέφερε ότι ήταν σοβαρό περιστατικό και έπρεπε να προβεί σε σχετική καταγγελία. Ο ίδιος δεν επικοινώνησε απευθείας με την δικηγόρο του και της τηλεφώνησε την επόμενη ημέρα. Δεν σκέφτηκε να καταγγείλει αυτή την ενέργεια του Κατηγορούμενου στον εργοδότη του, γιατί όπως εξήγησε ο Κατηγορούμενος είναι ο υιός του ιδιοκτήτη της εταιρείας στην οποία εργοδοτείτο. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση ανάφερε ότι ο Κατηγορούμενος προχώρησε σε καταγγελία εναντίον του ισχυριζόμενος ότι του απέσπασε χρηματικό ποσό, όμως ο ίδιος επέμενε ότι δεν έλαβε οποιοδήποτε ποσό από τον Κατηγορούμενο. Ανέφερε ότι έδωσε και ο ίδιος κατάθεση στην Αστυνομία για το εν λόγω ζήτημα και συμφώνησε ότι είχε εκδοθεί εναντίον του ένταλμα σύλληψης. Κατά την αντεξέταση του υποβλήθηκε από την συνήγορο του Κατηγορούμενου ότι η διάσταση ημερών που υπήρξε από την ισχυριζόμενη διάπραξη του αδικήματος, μέχρι την ημερομηνία της κατάθεσης του στις 09/08/2019, ήταν η εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε εναντίον του στα πλαίσια διερεύνησης της καταγγελίας του Κατηγορούμενου εναντίον του ιδίου. Συγκεκριμένα του υποβλήθηκε ότι στις 08/08/2019 συνελήφθη, και όταν αφέθηκε ελεύθερος στις 09/08/2019, αμέσως προέβη στην καταγγελία η οποία αφορά την υπό κρίση υπόθεση (Τεκμήριο 1). Απάντησε ότι τα δύο περιστατικά δεν είχαν καμία σχέση μεταξύ τους, και ο ίδιος προέβη στην καταγγελία στην Αστυνομία για να καταγγείλει το υπό κρίση περιστατικό. Δεν θυμόταν αν την ημέρα που έκανε την καταγγελία στην υπό κρίση υπόθεση, ήταν η ημέρα που αφέθηκε ελεύθερος μετά από την εκτέλεση εντάλματος σύλληψης εναντίον του. Σχετικά με την θέση του ότι το εν λόγω όχημα οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο, ανέφερε ότι υπάρχουν και άλλα οχήματα σαν το όχημα που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος την ουσιώδη ημέρα, αλλά απάντησε θετικά ότι την ημέρα εκείνη το όχημα οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο, και όχι από κάποιον άλλο. Αρνήθηκε σχετική υποβολή ότι η καταγγελία στην οποία προέβη είναι εκδικητική. Κατά την επανεξέταση του ανέφερε ότι είναι σίγουρος ότι το όχημα οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο γιατί τον είχε δει προσωπικά να το οδηγεί. Μ.Κ.2 Ο Μ.Κ.2, Αστυφύλακας 2411, κος Κ. Τιττώνης, υιοθέτησε δυνάμει του άρθρου 25 του Κεφ. 9 τη γραπτή κατάθεση του ημερομηνίας 08/05/2021 (Τεκμήριο 2), ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Σε αυτήν αναφέρεται ότι στις 09/08/2019 ο Μ.Κ.1 προέβη σε σχετική καταγγελία ότι μεταξύ 5 με 7 Αυγούστου του 2019, στις 10.00 π.μ., ενώ οδηγούσε το όχημα με αριθμούς εγγραφής [...] στον δρόμο Ανατολικού με βόρεια κατεύθυνση, είδε να έρχεται από απέναντι του ένα φορτηγό το οποίο ήταν χρώματος άσπρο μπροστά και γκρίζο πίσω, ο οδηγός του οποίου μπήκε απότομα στην λωρίδα του και κατευθυνόταν προς τα πάνω του. Ο Μ.Κ.1 είχε αναγνωρίσει τον οδηγό ως τον Κατηγορούμενο, παρ' ότι δεν είχε δει τους αριθμούς εγγραφής του οχήματος. Ο Μ.Κ.1 ως ανέφερε στην καταγγελία του φοβήθηκε και έκανε απότομα ελιγμό προς τα αριστερά, εισέρχοντας στο έρεισμα του οδοστρώματος για να αποφύγει την σύγκρουση. Στις 18/05/2019 μεταξύ των ωρών 17.25 - 18.00 μ.μ. ο ίδιος έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο, τον οποίο στην συνέχεια τον πληροφόρησε ότι θα τον καταγγείλει για το αδίκημα της αλόγιστης και επικίνδυνης οδήγησης, όπου δύνατο να διωχθεί ποινικώς, και αφού του επέστησε την προσοχή στο νόμο απάντησε «Δεν παραδέχομαι». Σημειώνεται ότι στην δια ζώσης μαρτυρία του ανέφερε ότι εκ λάθους αναγράφηκε η ημερομηνία 18/05/2019 στην κατάθεση του (Τεκμήριο 2) και ότι η ορθή ημερομηνία είναι 18/09/
- Η συνήγορος του Κατηγορούμενου προέβη σε δήλωση ότι ήταν ξεκάθαρο και προς την ίδια ότι επρόκειτο για τυπογραφικό λάθος. Ο Μ.Κ.2 κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 την ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου ημερομηνίας 18/09/
- Εξήγησε περαιτέρω ότι αποφάσισε να προχωρήσει με την υπό κρίση κατηγορία εναντίον του Κατηγορούμενου σύμφωνα με την κατάθεση του Μ.Κ.
- Αναφερόμενος για τον δρόμο του Ανατολικού απάντησε ότι το σημείο που του ανέφερε ο Μ.Κ.1 είναι ευθύς ο δρόμος, ελαφρώς ανηφορικός σύμφωνα με την πορεία του Μ.Κ.1 και χωρίζεται με άσπρη συνεχή γραμμή και συνήθως χρησιμοποιείται αποκλειστικά από φορτηγά. Στην αντεξέταση του εξήγησε ότι επειδή ο παραπονούμενος είχε αναγνωρίσει τον Κατηγορούμενο, δεν προχώρησαν σε αναγνωριστική παράταξη υπόπτων. Ο Μ.Κ.2 δεν μετέβηκε μαζί με τον παραπονούμενο στον δρόμο όπου διαδραματίστηκε το εν λόγω περιστατικό, και έτσι ο παραπονούμενος δεν του υπέδειξε το συγκεκριμένο σημείο όπου διαπράχθηκε το ισχυριζόμενο αδίκημα. Ο Μ.Κ.2 είχε μεταβεί μόνος του τις επόμενες ημέρες στον δρόμο Ανατολικού, αφού του εξηγήθηκε το σημείο που διαδραματίστηκε το περιστατικό από τον παραπονούμενο. Ο Μ.Κ.2 συμφώνησε σε σχετική υποβολή ότι το εν λόγω περιστατικό θα μπορούσε να συμβεί σε οποιοδήποτε σημείο επί της ευθείας. Κατηγορούμενος Από την αντίπερα όχθη, ο Κατηγορούμενος, υιοθέτησε δυνάμει του άρθρου 25 του Κεφ. 9 τη γραπτή κατάθεση του (Τεκμήριο 3), ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, αναγνωρίζοντας την υπογραφή του επί αυτής. Στην γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 3) είχε αναφέρει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στην εταιρεία του πατέρα του, [..], η οποία εταιρεία έχει πέντε φορτηγά, τα δύο εκ των οποίων είναι χρώματος άσπρο με γκρίζο. Τον Μ.Κ.1 τον γνώριζε και αναφέρθηκε στην καταγγελία που είχε υποβάλει ο ίδιος εναντίον του, αφού ήταν η θέση του ότι του απέσπασε το ποσό των €1,300 για να του πωλήσει την κιβωτάμαξα (κάσια) ενός φορτηγού, την οποία δεν του παρέδωσε. Ανέφερε επίσης ότι ο Μ.Κ.1 τον Αύγουστο του 2019 είχε συλληφθεί από την Αστυνομία για την διερεύνηση της καταγγελία του. Ανέφερε ότι στον δρόμο του Ανατολικού οδηγεί συχνά τα φορτηγά της εταιρείας του πατέρα του, και επειδή και ο Μ.Κ.1 έχει το ίδιο δρομολόγιο με τον ίδιο, συναντιούνται στον εν λόγω δρόμο 1 - 2 φορές την βδομάδα. Ανέφερε ότι τις ημερομηνίες μεταξύ 05/08/2019 - 07/08/2019 πολύ πιθανόν να συναντήθηκαν με τον Μ.Κ.1 όμως δεν διαδραματίστηκε οποιοδήποτε περιστατικό, ούτε μπορούσε να θυμηθεί ποιο συγκεκριμένο φορτηγό της εταιρείας οδηγούσε ο ίδιος. Κατέληξε αναφέροντας ότι η καταγγελία του Μ.Κ.1 έγινε για εκδικητικούς λόγους, αφού ο ίδιος είχε προβεί σε σχετική καταγγελία εναντίον του και ο Μ.Κ.1 είχε συλληφθεί από την Αστυνομία λόγω αυτής της καταγγελίας. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι κατά την ουσιώδη περίοδο εργαζόταν ως μηχανολόγος στην εταιρεία του πατέρα του, και οδηγούσε καθημερινά στον δρόμο του Ανατολικού τα φορτηγά της εταιρείας, αφού οι εργασίες της εταιρείας δραστηριοποιούνταν αποκλειστικά στην προαναφερόμενη περιοχή. Ο εν λόγω δρόμος όπως εξήγησε χρησιμοποιείται αποκλειστικά από φορτηγά και η κίνηση είναι αυξημένη όλες τις ώρες. Ερωτώμενος για το φορτηγό που οδηγούσε ο Μ.Κ.1 τόσο την ουσιώδη περίοδο, όσο και γενικά, απάντησε ότι δεν οδηγούσε συγκεκριμένο όχημα αφού εργάζετο σε εταιρεία που είχε αρκετά φορτηγά. Την περίοδο που αφορά η παρούσα υπόθεση εξήγησε ότι πολύ πιθανόν να συναντήθηκε με τον Μ.Κ.1 αφού προβαίνει στο εν λόγω δρομολόγιο 10 με 15 φορές την ημέρα. Διαφώνησε ωστόσο ότι είχε συμβεί το υπό κρίση περιστατικό. Αναφερόμενος στον Μ.Κ.1 εξήγησε ότι τον γνωρίζει αφού του είχε αποσπάσει στο παρελθόν χρηματικό ποσό, με αποτέλεσμα να προχωρήσει με σχετική καταγγελία εναντίον του στην Αστυνομία. Όπως ανέφερε δεν είχε αρνητικά συναισθήματα για τον Μ.Κ.1, ούτε ήθελε να του προκαλέσει κακό, αλλά προχώρησε με καταγγελία εναντίον του γιατί θεωρούσε ότι τον είχε κοροϊδέψει αφού ο λόγος που πρόβαλε για να του ζητήσει προκαταβολικά χρήματα για το προϊόν που είχαν συμφωνήσει να αγοράσει, ήταν τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε η γυναίκα του. Προσπάθησε να βρεθεί λύση στην μεταξύ τους διαφορά, αλλά λόγω του ότι στερήθηκε το ποσό που ο ίδιος ισχυρίζεται ότι κατέβαλε στον Μ.Κ.1 προέβη σε σχετική καταγγελία στην Αστυνομία. Αρνήθηκε ότι προηγήθηκε οποιοδήποτε άλλο περιστατικό μεταξύ τους. Σημειώνεται ότι ο Κατηγορούμενος δεν αντεξετάστηκε σχετικά με τα ισχυριζόμενα περιστατικά της μπουκάλας νερού και των ευτελών χειρονομιών ως ήταν η θέση του Μ.Κ.
- Σε σχετική υποβολή ότι ο ίδιος είχε εκδικητική στάση προς τον Μ.Κ.1 και προς τούτο οδήγησε το φορτηγό του στην αντίθετη λωρίδα κατευθυνόμενος προς το μέρος του Μ.Κ.1 απάντησε αρνητικά. Β. Νομική Πτυχή Προτού προχωρήσω με την αξιολόγηση της μαρτυρίας, θα παραθέσω την νομική πτυχή της κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Η επικίνδυνη οδήγηση καθίσταται αδίκημα δυνάμει του άρθρου 7 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμος του 1972 (86/1972), το οποίο, ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, προνοεί τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινός οδού αλογίστως, απερισκέπτως ή επικινδύνως διά το κοινόν, λαμβανομένων υπ' όψιν πασών των περιστάσεων, ιδία δε της φύσεως, της καταστάσεως και της χρήσεως της οδού, ως και του όγκου της τροχαίας, ήτις πραγματικώς υπάρχει κατά τον δεδομένον χρόνον ή ήτις ευλόγως θα ανεμένετο να υπάρχη κατά τον εν λόγω χρόνον επί της οδού ταύτης, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον τα δύο έτη ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας 1500 λίρας ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Από το λεκτικό του άρθρου καθίσταται αναγκαία η απόδειξη και η κατάληξη σε ευρήματα που να οδηγούν σε νομικό συμπέρασμα, κατ' αναλογία με το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπου χρησιμοποιούνται επίσης οι όροι, αλόγιστα, απερίσκεπτα ή επικίνδυνα, ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε είτε αλόγιστα είτε απερίσκεπτα είτε επικίνδυνα (βλ. Ζυπιτής κ.α ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 220). Βέβαια, ένας κατηγορούμενος, δύναται να κριθεί ένοχος, σύμφωνα με το άρθρο 7 του Ν. 86/72, έστω και αν δεν προκλήθηκε δυστύχημα (βλ. Police v Stephanou
(1973)JSC 1400). Το εν λόγω άρθρο δεν καθορίζει κριτήρια ως προς το τι αποτελεί απερίσκεπτη ή αλόγιστη ή επικίνδυνη πράξη και αφήνεται στο Δικαστήριο να ερμηνεύσει το νομοθέτημα με βάση τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Για να καταδειχθεί απερισκεψία το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι: 1) Ο κατηγορούμενος πράγματι οδηγούσε το όχημα κατά τρόπο που να δημιουργούσε εμφανή και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης φυσικής βλάβης σε άλλο πρόσωπο που θα τύγχανε να χρησιμοποιούσε το δρόμο ή ουσιαστικής ζημιάς σε περιουσία· και 2) O κατηγορούμενος οδηγούσε κατ' αυτό τον τρόπο χωρίς να είχε στρέψει την προσοχή του προς την δυνατότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή, αφού αναγνώρισε πως υπήρχε κάποιος κίνδυνος, εν τούτοις προχώρησε αναλαμβάνοντας τον (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσοστόμου
(2002)2 ΑΑΔ 473, Μαρίνος Ιωάννου ν Δημοκρατίας
(2015)2 ΑΑΔ 256, R v. Lawrence [1982] 1 AC 510 και R. v. Reid [1992] 3 All ER 673). Στην απόφαση R. v Lawrence [1981] 1 All Ε.R. 974, αποφασίστηκε ότι ένα στοιχείο του αδικήματος της απερίσκεπτης οδήγησης είναι η πρόθεση (mens rea), με την έννοια ότι τέτοια πρόθεση είναι εκείνη σύμφωνα με την οποία ένας οδηγός ο οποίος πριν αρχίσει να οδηγεί με τρόπο που περιέχει καθαρό και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή άλλης ζημιάς παραλείπει να λάβει υπόψη μια τέτοια πιθανότητα ή την αγνοεί και αποφασίζει να διακινδυνεύσει οδηγώντας με αυτό τον τρόπο (βλ. Πέτρου ν Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 233). Όπως επίσης λέχθηκε στην απόφαση Πέτρου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 233, για να αποδειχθεί επικίνδυνη οδήγηση απαιτείται τουλάχιστο απόδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους (fault) εκ μέρους του οδηγού. Πρέπει να αποδειχθεί η πρόκληση, αντικειμενικά ιδωμένης, επικίνδυνης κατάστασης από σφάλμα του οδηγού, ο οποίος έστω και στιγμιαία πέφτει κάτω από το επίπεδο του μέσου συνετού οδηγού (βλ. Σάββα ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 115, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σαζός
(2001)2 ΑΑΔ 18). Στην υπόθεση Σάββα ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) επισημάνθηκε ότι η επικίνδυνη οδήγηση δεν εξομοιώνεται προς την οδήγηση χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα. Αυτό που πρέπει να διαπιστωθεί από το Δικαστήριο στην τελευταία περίπτωση είναι το κατά πόσο το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε υπολείπεται εκείνο που αναμένεται από το μέσο συνετό οδηγό, ενώ στην περίπτωση της επικίνδυνης οδήγησης, είναι αν η συγκεκριμένη πράξη ή συμπεριφορά είναι επικίνδυνη. Η απόδειξη μιας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται και απόδειξη ότι την προκάλεσε κάποιο σφάλμα, το οποίο όμως δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί την μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Ως προς δε την έννοια του σφάλματος που αρκεί για τη στοιχειοθέτηση της επικίνδυνης οδήγησης, στην απόφαση R. v. Gosney [1971] 2 Q.Β. 674 λέχθηκαν τα ακόλουθα (σε μετάφραση): «Σφάλμα εμπεριέχει αποτυχία· πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επίκινδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν, βλέποντάς το λογικά, αποτελεί μια αιτία». Η έννοια «σφάλμα» δεν περιλαμβάνει κατ' ανάγκη εσκεμμένη παράβαση ή απερισκεψία ή πρόθεση οδήγησης κατά τρόπο που αντίκειται στο ορθό επίπεδο οδήγησης. Ούτε το σφάλμα κατ' ανάγκη εμπεριέχει ηθική μομφή. Επομένως, υπάρχει σφάλμα εάν ένας άπειρος ή εκ φύσεως κακός οδηγός, ενώ προσπαθεί να πράξει το ορθό, πέφτει κάτω από το επίπεδο ενός ικανού και προσεκτικού οδηγού. Στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Σαζός
(2001)2 ΑΑΔ 18 αναφέρθηκε ότι «η επικίνδυνη οδήγηση δεν αποδεικνύεται απόλυτα μόνο με την ύπαρξη κάποιου λάθους (fault). Το στοιχείο αυτό είναι το ελάσσον που πρέπει να αποδειχθεί και συνυπολογίζεται πάντα με τις υπόλοιπες συνθήκες και την οδική συμπεριφορά που οδήγησε στη σύγκρουση. Η λέξη 'επικίνδυνος' στη συνήθη γραμματική της ερμηνεία, σημαίνει αυτόν που εμπεριέχει κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους (Επίτομο Νέο Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας του Σπύρου Τσιούνη)». Γ. Βάρος Απόδειξης Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Kατηγορούσα Aρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (βλ. Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 401). Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι (βλ. Sener Erbekci v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ 434). Όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του κατηγορούμενου εγείρει, δεν είναι δυνατόν να καταδικαστεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ 246). Εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του Κατηγορούμενου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Η πεμπτουσία της ποινικής δίκης είναι η θεμελιακή αρχή ότι η καταδίκη είναι επιτρεπτή μόνο όταν αναδύεται, ασφαλής, ως αποτέλεσμα κρυστάλλινης και χωρίς λογική αμφιβολία δικανικής πεποίθησης (βλ. ΧΧ ΧΧ ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 294/2018, ημερομηνίας 19/11/2019, ECLI:CY:AD:2019:B474). Δ. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Έχοντας παραθέσει τις πιο πάνω αρχές, θα προχωρήσω με την αξιολόγηση της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση, προωθήθηκαν δύο εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές. Από την μια είναι η θέση του Μ.Κ.1 ότι o Κατηγορούμενος κατεύθυνε το βαριού τύπου όχημα που οδηγούσε προς το όχημα του ιδίου, το οποίο ήταν στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας, έτσι ώστε να αναγκαστεί να στρίψει απότομα το τιμόνι του οχήματος του προς τα αριστερά, με αποτέλεσμα να εισέλθει στο έρεισμα του οδοστρώματος με κίνδυνο να αναποδογυριστεί το όχημα του. Στην αντίπερα όχθη, η εκδοχή της υπεράσπισης είναι ότι ουδέποτε διαδραματίστηκε τέτοιο περιστατικό, και ο παραπονούμενος προέβη σε ψευδή καταγγελία στην Αστυνομία εναντίον του Κατηγορούμενου λόγω προσωπικών τους διαφορών. Επομένως καθίσταται εμφανές ότι η παρούσα άπτεται κυρίως της αξιοπιστίας του Μ.Κ.1, από την μια, και του Κατηγορούμενου, από την άλλη. Όπως υποδείχθηκε στην Ομήρου ν Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506, η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα γίνεται με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωσαν, λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1 ΑΑΔ 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002)1 AAΔ.454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 173). Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται απ' όλες τις πλευρές στο Δικαστήριο, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μικροσκοπικά, αλλά μέσα στο συνολικό της πλαίσιο, με όλα τα πιθανά επακόλουθα που μπορεί να επιφέρει. Έτσι στην αξιολόγηση της μαρτυρίας που παρουσιάζεται, το Δικαστήριο, που έχει την ευκαιρία να ακούσει και να παρακολουθήσει τους μάρτυρες που καταθέτουν, έχει τη διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί ολόκληρη ή μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να ενεργήσει ανάλογα (βλ. Κωνσταντίνου ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109). Σημειώνεται ότι η αξιολόγηση δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης v Χατζηπιέρα
(1992)1 ΑΑΔ 1056 και Mustafa v Κακουρή κ.α
(2002)1 ΑΑΔ 165). Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές προχωρώ με την αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας. Μ.Κ.1 Αξιολογώντας την μαρτυρία του Μ.Κ.1, οφείλω να ομολογήσω ότι δεν με έπεισε για την γνησιότητα των όσων ανέφερε. Παρακολουθώντας τον να καταθέτει από το ειδώλιο του μάρτυρα και παρατηρώντας τη γενικότερη στάση και συμπεριφορά του, τον τρόπο και το ύφος της μαρτυρίας του, σχημάτισα την εντύπωση ότι δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να αναφέρει όλα όσα πραγματικά διαδραματίσθηκαν. Διατηρώ σοβαρές αμφιβολίες για το ειλικρινές και αληθοφανές των όσων ανέφερε ενόρκως. Εξηγώ. Ο Κατηγορούμενος είχε προβεί σε καταγγελία εναντίον του Μ.Κ.1 και είχε εκδοθεί ένταλμα σύλληψης εναντίον του, το οποίο μάλιστα είχε εκτελεστεί. Επομένως, ο Μ.Κ.1 είχε κάθε λόγο και συμφέρον να προσαρμόσει μια εκδοχή γεγονότων σε βάρος του Κατηγορούμενου. Δεν παραβλέπω ότι στην κυρίως εξέταση του ενώ ο Μ.Κ.1 αναφέρεται στις διαφορές που είχε με τον Κατηγορούμενο, καμία αναφορά δεν γίνεται στο ένταλμα σύλληψης που είχε εκδοθεί εναντίον του και εκτελέστηκε. Αναφορά έγινε για τα εν λόγω ζητήματα μόνο όταν τέθηκαν κατά την αντεξέταση του. Περαιτέρω, ως έχει νομολογηθεί, οι διαπιστώσεις ενός Δικαστηρίου οφείλουν να απορρέουν από την ορθή αξιολόγηση της μαρτυρίας ως αποτέλεσμα της ανθρώπινης εμπειρίας που εν πολλοίς είναι και οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (βλ. Θεοφάνους Θεόδωρος Κώστας ν. Δημοκρατίας
(2015)2 ΑΑΔ 161). Κατά την κρίση μου το γεγονός ότι ο Μ.Κ.1 δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει την συγκεκριμένη ημέρα όπου έλαβε χώρα το συγκεκριμένο περιστατικό, αλλά και επίσης το αν προέβη στην καταγγελία Τεκμήριο 1 αμέσως μετά που αφέθηκε ελεύθερος από την εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης εναντίον του, αντιστρατεύεται στην κοινή λογική. Ο Μ.Κ.1 προέβη με την καταγγελία εναντίον του Κατηγορούμενου στις 09/08/2019, ημέρα Παρασκευή. Δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι δεν μπορούσε θυμηθεί αν το εν λόγω περιστατικό διαδραματίστηκε την Δευτέρα, 05/08/2019, την Τρίτη, 06/08/2019 ή την Τετάρτη, 07/08/2019. Σημειώνεται ότι ο ίδιος χαρακτήρισε το περιστατικό ως σοβαρό αφού κόντεψε να αναποδογυριστεί το όχημα του, και προς τούτο είχε συμβουλευτεί την δικηγόρο του πριν να προχωρήσει με καταγγελία εναντίον του Κατηγορούμενου. Αν όντως ίσχυαν τα όσα ο ίδιος περιέγραψε ότι επεσυνέβησαν και τα οποία έθεσαν σε κίνδυνο τον ίδιο, θα ανέμενε κάποιος ότι θα μετέβαινε άμεσα στην αστυνομία για να καταγγείλει το περιστατικό και σε καμία περίπτωση δεν θα περίμενε. Επιπλέον, θα αναμένετο να μπορούσε να προσδιορίσει χρονικά το εν λόγω συμβάν. Επίσης, η σύλληψη του Μ.Κ.1, κατόπιν εκτέλεσης δικαστικού εντάλματος σύλληψης, είναι κάτι που αναμένεται ότι θα χαράχθηκε στην μνήμη του, και ως κατά συνέπεια θα ήταν σε θέση να προσδιορίσει στην αντεξέταση του πότε υπέβαλε την υπό εξέταση καταγγελία σε συνάρτηση με την εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης εναντίον του. Περαιτέρω, η θέση του Μ.Κ.1 ότι αναγνώρισε από απόσταση 20 μέτρων τον Κατηγορούμενο να οδηγεί το φορτηγό επίσης δεν μπορεί να γίνει πιστευτή, σε συσχετισμό (α) με την θέση του ίδιου ότι υπάρχουν και άλλα φορτηγά του ιδίου χρώματος, με αυτό που ως ισχυρίστηκε οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο, αλλά και (β) με το γεγονός ότι ο Μ.Κ.1 δεν είχε δει τους αριθμούς εγγραφής του φορτηγού. Δεν με πείθει η θέση του Μ.Κ.1 ότι αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο να οδηγεί στην αντίθετη λωρίδα κατεύθυνσης από τον ίδιο, και πόσο μάλλον στην απόσταση των 20 μέτρων, ως ισχυρίστηκε. Υπήρξαν μάλιστα κάποιες ανακολουθίες μεταξύ της προφορικής του μαρτυρίας και της γραπτής του κατάθεσης (Τεκμήριο 1), την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, σε ουσιώδεις πτυχές της μαρτυρίας του. Είναι σταθερή η θέση της νομολογίας ότι προηγούμενες αντιφατικές καταθέσεις δεν καθιστούν τη μαρτυρία ενός μάρτυρα εκ προοιμίου αναξιόπιστη. Ταυτόχρονα όμως τονίζεται στη νομολογία ότι οι αντιφατικές καταθέσεις δημιουργούν ερωτηματικά ως προς την αξιοπιστία του μάρτυρα και επιβάλλουν την προσέγγιση της μαρτυρίας του με μεγάλη επιφυλακτικότητα (Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 172 και Σ.Σ. και Δημοκρατία Ποινικές Εφέσεις αρ. 147/2016, 148/2016). Ο Μ.Κ.1 στη κατάθεση του ανέφερε ότι κινδύνεψε να προκαλέσει δυστύχημα από την κίνηση που έκανε για να αποφύγει το όχημα του Κατηγορούμενου. Ωστόσο στην αντεξέταση του ανέφερε ότι εκείνη την ημέρα και ώρα δεν υπήρχε κίνηση στον δρόμο, και δεν υπήρχαν άλλα οχήματα είτε πίσω του είτε μπροστά του. Επομένως δεν προκύπτει πως θα προκαλείτο δυστύχημα στην απουσία άλλων οχημάτων την δεδομένη στιγμή. Η προώθηση των πιο πάνω θέσεων που δεν συνάδουν με την κοινή λογική, οι προηγούμενες διαφορές του Μ.Κ.1 με τον Κατηγορούμενο, σε συνδυασμό με την γενικότερη εντύπωση που σχημάτισα για τον Μ.Κ.1 έπληξαν καίρια την αξιοπιστία του και δεν μου επιτρέπουν να αποδεχθώ τη μαρτυρία του, η οποία απορρίπτεται ως καθ' όλα αναξιόπιστη. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι τα όσα ανέφερε στην κατάθεση του ήταν η δική του αντίδραση στην καταγγελία που υπέβαλε ο Κατηγορούμενος εναντίον του. Μ.Κ.2 Έχοντας υπόψη την μαρτυρία του Μ.Κ.2 οφείλω να αναφέρω ότι η μαρτυρία του δεν προσέφερε οτιδήποτε ουσιαστικό αφού ως ο ίδιος ανέφερε κατέληξε να καταγγείλει τον Κατηγορούμενο βασιζόμενος στην κατάθεση του Μ.Κ.1, και των γεγονότων που προέκυψαν από αυτή. Οφείλω να τονίσω ότι δημιουργήθηκαν σοβαρά ερωτηματικά ως προς την δέουσα διερεύνηση που έγινε και που θα αναμένετο να γίνει από την Αστυνομία. Αρχικά να αναφέρω ότι ως ο ίδιος ο Μ.Κ.2 ανέφερε στην αντεξέταση του, δεν έγινε καμία προσπάθεια να υποδειχθεί στον παραπονούμενο ο Κατηγορούμενος, για να τον αναγνωρίσει μεταξύ άλλων προσώπων. Προκύπτει ότι ο Μ.Κ.2 βασίστηκε αποκλειστικά στην κατάθεση του παραπονούμενου για να κατηγορήσει τον Κατηγορούμενο. Επίσης ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι μετέβηκε στον δρόμο όπου έλαβε χώρα το υπό κρίση περιστατικό τις επόμενες μέρες μόνος του, χωρίς τον παραπονούμενο, και ο τελευταίος δεν του υπέδειξε το συγκεκριμένο σημείο επί της ευθείας όπου διαδραματίστηκε το περιστατικό. Συμφώνησε άλλωστε ότι θα μπορούσε να συμβεί επί οποιοδήποτε σημείο της ευθείας. Προβληματισμό προκαλεί μάλιστα τι αποσκοπούσε η επί τόπου επίσκεψη του, αφού δεν γνώριζε σε ποιο σημείο συγκεκριμένα διαδραματίστηκε το ισχυριζόμενο αδίκημα και δεν ετοιμάστηκε σχεδιαγράφημα της σκηνής. Ο Μ.Κ.2 θα αναμένετο πριν να κατηγορήσει τον Κατηγορούμενο να προβληματιστεί με το γεγονός ότι ο Μ.Κ.1 δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει την συγκεκριμένη ημέρα όπου συνέβη το συμβάν που κατάγγειλέ, αλλά και να προβληματιστεί σχετικά με το αληθές των όσων ανέφερε ο Μ.Κ.1 στην κατάθεση του λόγω των διαφορών του τελευταίου με τον Καττηγορούμενο. Όλα τα πιο πάνω υποδεικνύουν ότι δεν έγινε καμία έρευνα, και βασίστηκε αποκλειστικά στην κατάθεση του Μ.Κ.1 για να κατηγορήσει τον Κατηγορούμενο, κάτι το οποίο δεν θα ανέμενε κανείς από ένα όργανο της τάξεως, που αναλαμβάνει τον ρόλο του εξεταστή σε μια υπόθεση. Καταλήγοντας, η εντύπωση που αποκόμισα από τον Μ.Κ.2 ήταν ότι δεν προέβη σε εμπεριστατωμένη και ενδελεχή διερεύνηση της καταγγελίας του παραπονούμενου. Αντιθέτως, βασίστηκε τυφλά σε αυτήν, χωρίς να αξιολογηθεί η γνησιότητα της καταγγελίας δεδομένου ότι σε αυτήν γινόταν αναφορά στις προσωπικές τους διαφορές. Αυτό εγείρει σοβαρές αμφιβολίες για το εύλογο της δίωξης του Κατηγορούμενου από την Αστυνομία. Ως εκ των ανωτέρω, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προσδώσει οποιοδήποτε βαρύτητα και αξία στην μαρτυρία του, η οποία απορρίπτεται στην ολότητα της. Κατηγορούμενος Ο Κατηγορούμενος θεωρώ ότι κατέθεσε αντικειμενικά και αμερόληπτα. Κατά την αντεξέταση του απαντούσε αυθόρμητα και με αμεσότητα και ο λόγος του ήταν σταθερός. Παρά το ότι όπως έχει νομολογηθεί ο άμεσος και σταθερός λόγος και η ήρεμη συμπεριφορά, αν και δύνανται να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία, δεν μπορούν και δεν πρέπει να αποτελούν - στην απουσία επαρκούς αιτιολογίας και αξιολόγησης τον αποκλειστικό λόγο αποδοχής της (βλ. Γεναγρίτη ν Εργολάβοι Οικοδομών Κώστας Παναγή & ΝΑΠ Γεωργιάδης ΔΕΠΕ, Ποινική Έφεση αρ. 416/12, ημ. 15.4.16) μιας και δεν είναι σπάνιο αναξιόπιστοι μάρτυρες να προκαλούν ευμενή εντύπωση και αντιστρόφως (βλ. Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1 ΑΑΔ 401), εντούτοις για τους λόγους που θα εξηγήσω στην συνέχεια ο Κατηγορούμενος άφησε θετικές εντυπώσεις στο Δικαστήριο. Κρίνω ότι τα όσα ανέφερε σχετικά με τις προγενέστερες διαφορές που είχε με τον Μ.Κ.1, την καταγγελία στην οποία προέβη εναντίον του στην Αστυνομία λόγο των διαφορών αυτών, αλλά και η θέση του Κατηγορούμενου ότι δεν είχε οποιοδήποτε μένος εναντίον του Μ.Κ.1, απλά προέβη στην καταγγελία γιατί ένοιωθε ότι εξαπατήθηκε, έπειθαν για την ειλικρίνεια και την γνησιότητα της εκδοχής του. Σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν διαπίστωσα οποιεσδήποτε αντιφάσεις, οι οποίες να δημιουργούν ρήγματα στα όσα ανάφερε και ως εκ τούτου κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στην μαρτυρία του μάρτυρα αυτού, για αυτό την αποδέχομαι στην ολότητα της. Ε. Κατάληξη - Συμπεράσματα Δεδομένης της απόρριψης της μαρτυρίας των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2, ήτοι της μαρτυρίας που στόχευε να αποδείξει την οδική συμπεριφορά που αποδίδεται στον Κατηγορούμενο, η υπό κρίση κατηγορία παραμένει έκθετη σε απόρριψη. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να αντλήσει οποιαδήποτε συμπεράσματα ως προς το πως εξελίχθηκαν τα γεγονότα, δεδομένης της μη ύπαρξης οποιαδήποτε αποδεκτής ενώπιον του μαρτυρίας. Όπως έχει τονισθεί στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν Ανδρέας Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και έστω και αν η συμπεριφορά του κατηγορούμενου εγείρει ερωτηματικά, δεν είναι δυνατόν να καταδικαστεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες και αν είναι αυτές, δεν επιτρέπονται. Στην βάση λοιπών των όσων εκτίθενται ανωτέρω, ο Κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Όσον αφορά τα έξοδα της υπόθεσης, και δη το κατά πόσο ο Κατηγορούμενος, ο οποίος αθωώθηκε, δικαιούται σε έξοδα, το θέμα μπορεί να άπτεται της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου (βλ. άρθρα 168 και 169 Κεφ.155, Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν. Χαραλάμπους Πάμπος (Αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 603, Katharina v. Ευθυμίου και άλλων
(1998)2 Α.Α.Δ. 78, Pishorn v. Police
(1973)9 J.S.C. 1132). Όμως η παρούσα υπόθεση έχει καταχωρηθεί από τον Αστυνομικό Διευθυντή Πάφου και «Σύμφωνα με τα άρθρα 167, 168 και 169 της Ποινικής Δικονομίας, Κεφ. 155, όπως ερμηνεύθηκαν από τη νομολογία, ούτε τα πρωτόδικα δικαστήρια ούτε το Εφετείο έχει εξουσία να επιδικάζει έξοδα σε αθωωθέντα κατηγορούμενο, πληρωτέα από το Δημόσιο Ταμείο» (βλ. Θωμά Θάσος ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 465). Επομένως δεν επιδικάζονται έξοδα προς όφελος του Κατηγορούμενου. (Υπογρ.)............. Λ. Χατζηξενοφώντος, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο