← Κύπρος

S.A.S (SE.A.S.) LTD ν. A.P.S LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 4192/2021, 24/10/2024

S.A.S (SE.A.S.) LTD ν. A.P.S LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 4192/2021, 24/10/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Χατζηξενοφώντος, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4192/2021 S.A.S (SE.A.S.) LTD v.

  1. A.P.S LTD
  2. A.T.A
  3. K.P.P. Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 24/10/2024 Για την Παραπονούμενη: κος Ευ. Πίτρος Για τους Κατηγορούμενους: κος Μ. Σιαλής μαζί με κα Α. Φασαρία Κατηγορούμενοι 2 και 3 παρόντες Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Το υπό εξέταση κατηγορητήριο καταχωρήθηκε στις 24/08/2021, με το οποίο οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν δύο κατηγορίες που αφορούν την επέμβαση χωρίς δικαίωμα σε σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα εκμεταλλεύοντας και μεταδίδοντας τα σε μη δικαιωμένα πρόσωπα για επικερδείς σκοπούς κατά παράβαση του άρθρου 33

(1)(ια) του Ν. 125(Ι)/
  1. Οι Κατηγορούμενοι δεν παραδέχθηκαν τις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν με αποτέλεσμα η υπόθεση να οδηγηθεί σε ακρόαση. Η Παραπονούμενη Εταιρεία προς απόδειξη των κατηγοριών παρουσίασε 3 μάρτυρες. Τον διευθυντή της Παραπονούμενης, κ. J.E. Greenwood (Μ.Κ.1), τον κ. R. Shove (Μ.Κ.2) και τον κ. Α. Γεωργίου (Μ.Κ.3). Α. Εισήγηση για το εκ πρώτης όψεως Μετά το πέρας της υπόθεσης της Παραπονούμενης η υπεράσπιση εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορούμενων στις κατηγορίες που αυτοί αντιμετωπίζουν. Η εισήγηση του συνηγόρου των Κατηγορούμενων περιστράφηκε γύρω από τους πιο κάτω άξονες: i. Δεν προσκομίστηκε μαρτυρία που να αποδεικνύει τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που κατ' ισχυρισμό διέπραξαν οι Κατηγορούμενοι∙ ii. Η μαρτυρία που παρουσιάστηκε από την Παραπονούμενη είναι τόσο αντινομική, στερείται πειστικότητας και είναι αντιφατική μεταξύ της που κανένα λογικό Δικαστήριο θα μπορούσε να στηριχθεί σε αυτή για να καταδικάσει τους Κατηγορούμενους∙ και iii. Υπάρχει καταφανής κατάχρηση διαδικασίας αφού παρότι το ισχυριζόμενο αδίκημα διαπράχθηκε τον Ιανουάριο του 2020, η υπό εκδίκαση υπόθεση καταχωρήθηκε 18 μήνες μετά και κατά την ημερομηνία που ήταν ορισμένη η υπόθεση για ακρόαση (στις 25/10/2022) δεν υπήρχε διαθέσιμο μαρτυρικό υλικό, το οποίο εν τέλει παρέλαβε ο συνήγορος των Κατηγορουμένων τον Μάιο του
  2. Περαιτέρω, είναι η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Κατηγορούμενων ότι από το ύφος και τον τρόπο μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας διαφαίνεται η κατάχρηση της διαδικασίας. Στην αντίπερα όχθη, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Παραπονούμενης εταιρείας, απέρριψε τις πιο πάνω θέσεις και εισηγήσεις και υποστήριξε ότι από την προσκομισθείσα μαρτυρία, έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορούμενων εισηγούμενος ότι αυτοί θα πρέπει να κληθούν σε απολογία. Σε σχέση με την καθυστέρηση παράδοσης του μαρτυρικού υλικού, ο συνήγορος της Παραπονούμενης ανέφερε ότι δυσκολεύτηκε να παραλάβει το μαρτυρικό υλικό από την Αστυνομία, όμως όταν ζητήθηκαν από την Υπεράσπιση τα τεκμήρια και ο ονομαστικός κατάλογος μαρτύρων, αυτά αποστάλθηκαν αμέσως στην άλλη πλευρά μόλις τα έλαβε ο ίδιος, καταλήγοντας ότι δεν τίθεται ζήτημα κατάχρησης της διαδικασίας. Δεν θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω με λεπτομέρεια τα όσα εξέθεσαν στην αγόρευση τους οι συνήγοροι των δύο πλευρών, αφού αυτά είναι καταγεγραμμένα στα πρακτικά του Δικαστηρίου. Β. Αρχές εξέτασης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 74
(1)(β) του Κεφ. 155, ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα μετά την περάτωση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής να υποβάλει εισήγηση στο Δικαστήριο ότι δεν θεμελιώθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του. Ακόμη και στην απουσία τέτοιας εισήγησης, συνιστά καθήκον του Δικαστηρίου να προβεί στην αθώωση και απαλλαγή του κατηγορούμενου, ιδία βούληση, εάν κρίνει ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να στοιχειοθετήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου. Όπως έχει νομολογηθεί η απαλλαγή ενός κατηγορούμενου στο στάδιο αυτό δικαιολογείται μόνο σε δύο περιπτώσεις, όταν: i. δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος∙ και ii. οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου (βλ. Azinas a.a. v. The Police
(1981)2 C.L.R. 9, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Κουννίδης ν. Γενικός Εισαγγελέας
(1993)2 Α.Α.Δ. 82 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Νίκου Κλεάνθους κ.ά.
(1999)2 Α.Α.Δ. 320). Και στις δύο περιπτώσεις το κριτήριο είναι αντικειμενικό, διότι το μέτρο δεν είναι οι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου Δικαστηρίου αλλά εκείνες ενός νοητού λογικού Δικαστηρίου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133). Το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο περιορίζεται σε φαινομενική όψη της μαρτυρίας, σε αντίθεση με τη δεύτερη και τελική θεώρηση της κατά το πέρας της δίκης, όπου στο τελικό στάδιο αξιολογείται η μαρτυρία σε βάθος με ζητούμενο την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και διαπιστώνονται τα οριστικά ευρήματα του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο θα καλέσει τον κατηγορούμενο σε απολογία αν κρίνει ότι η μαρτυρία, ορώμενη εξ όψεως, όχι σε βάθος, εγείρει θέμα ενοχής του κατηγορούμενου. Όσον αφορά στην αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας για να κριθεί κατά πόσον δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9), σημειώνεται πως αυτή προϋποθέτει τον εντοπισμό των συστατικών στοιχείων του εκάστοτε επίδικου αδικήματος. Ως αναφέρθηκε στη Γιάγκου (Λεμόνα) ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382 «Στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, παρέχεται πάντα η δυνατότητα στο Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία, εξ όψεως κρινόμενη (on the face of it), στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Το θέμα διακρίνεται από την αξιοπιστία των μαρτύρων και τη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους». Το βάρος απόδειξης που φέρει η κατηγορούσα αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεσή της διαφέρει από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσης η οποία να δημιουργεί υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Εάν η μαρτυρία που παρουσιάζει η κατηγορούσα αρχή είναι τέτοιας ποιότητας ώστε θα ήταν επισφαλές να εκδοθεί καταδικαστική απόφαση επί τη βάσει αυτής και μόνον, τότε η υπόθεση απορρίπτεται και ο κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου ανωτέρω). Η δε λογική υποψία δεν είναι αρκετή για να δημιουργήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση (βλ. Shaaban bin Hussien v. Chong Fook Kam, [1970] 2 W.L.R. 441). Συνεπώς, έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, το Δικαστήριο εκείνο το οποίο έχει να επιτελέσει σ' αυτό το στάδιο είναι η αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης και κατ' επέκταση εάν, αντικειμενικά, η μαρτυρία που παρουσιάστηκε δεν στοιχειοθετεί ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή εάν είναι τόσο αντινομική που κανένα λογικό Δικαστήριο θα βασιζόταν σε αυτή για να καταδικάσει τους κατηγορούμενους τότε θα πρέπει να προχωρήσει και να απαλλάξει αυτούς. Γ. Μαρτυρία Μαρτύρων Κατηγορίας Για τον σκοπό εξέτασης του κατά πόσον έχει αποδειχθεί ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορούμενων, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω την μαρτυρία που προσκομίστηκε από την Παραπονούμενη. Τονίζεται, ότι οι πιο κάτω αναφορές στα όσα κατέθεσαν οι μάρτυρες κατηγορίας συνιστούν μόνο μια συνοπτική καταγραφή της μαρτυρίας τους η οποία γίνεται για τους περιορισμένους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Σε καμία περίπτωση αποτελούν συμπεράσματα του Δικαστηρίου, ούτε διατύπωση ευρημάτων συνεπεία λεπτομερούς αξιολόγησης της μαρτυρίας τους, αφού αυτό δεν είναι το κατάλληλο στάδιο για τέτοια διεργασία. Μ.Κ.1 Ο Μ.Κ.1, διευθυντής της Παραπονούμενης, υιοθέτησε δυνάμει του άρθρου 25 του Κεφ. 9 τη γραπτή δήλωση του (Έγγραφο Α1 και Α2), ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Σε αυτήν αναφέρει, μεταξύ άλλων, την φύση υπηρεσιών που προσφέρει η Παραπονούμενη Εταιρεία, ήτοι την εγκατάσταση και επίβλεψη κλειστών κυκλωμάτων ασφάλειας και συστήματα συναγερμού. Στις 23/01/2020 ο σύζυγος πελάτιδας της Παραπονούμενης Εταιρείας, κος D. Prytulak, τον ενημέρωσε ότι μια γυναίκα, η οποία συστήθηκε στην σύζυγο του ως κα Lydnsey, η οποία της παρουσιάστηκε ότι ενεργούσε προς όφελος της Κατηγορούμενης 1, τηλεφώνησε στην σύζυγο του ενημερώνοντας την ότι η Κατηγορούμενη 1 θα της προσέφερε πιο φθηνές και καλύτερες υπηρεσίες από την Παραπονούμενη. Όπως αναγράφετε στην γραπτή του δήλωση, η πελάτιδα της Παραπονούμενης αναστατώθηκε και θύμωσε γιατί παραβιάστηκαν τα προσωπικά της δεδομένα και ο αριθμός τηλεφώνου της. Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε ημερολόγιο ενεργείας της Αστυνομίας Κύπρου σχετικά με την τηλεφωνική επικοινωνία της κας Prytulak με την Αστυφύλακα αρ. 1055 στην οποία της ανέφερε τα όσα λέχθηκαν από την κα Lydnsey, ως αναγράφονται ανωτέρω (Τεκμήριο 1). Η κα Prytulak ανέφερε στην Αστυφύλακα αρ. 1055 ότι δεν ενοχλήθηκε από το εν λόγω τηλεφώνημα, δεν είχε κανένα παράπονο, και ο λόγος που ενημέρωσε τον διευθυντή της Παραπονούμενης Εταιρείας ήταν απλά για να τον ενημερώσει ότι την προσέγγισε άλλη ανταγωνιστική εταιρεία. Όπως ανέφερε ο Μ.Κ.1, η κα Prytulak ζήτησε από την Παραπονούμενη να διερευνήσει τον τρόπο που η Κατηγορούμενη 1 είχε ενημερωθεί για τον προσωπικό αριθμό τηλεφώνου της, καθιστώντας υπεύθυνη την Παραπονούμενη ότι διέρρευσε τα προσωπικά της δεδομένα. Στις 27/01/2010 η Παραπονούμενη απέστειλε επιστολή στους Κατηγορούμενους 1 και 2 (Τεκμήριο 2) ρωτώντας τους για τον τρόπο με τον οποίον ενημερώθηκαν για τον αριθμό τηλεφώνου της πελάτιδας τους. Την επόμενη ημέρα, ο Κατηγορούμενος 2 εκ μέρους της Κατηγορούμενης 1, παρέδωσε στην Παραπονούμενη επιστολή (Τεκμήριο 3) ενημερώνοντας την ότι σε καμία περίπτωση δεν είχε πρόθεση να στοχεύσει τους πελάτες της Παραπονούμενης και ότι δεν είχαν στην κατοχή τους οποιαδήποτε στοιχεία των πελατών της Παραπονούμενης. Περαιτέρω την ενημέρωσαν ότι είχαν αγοράσει από μια εταιρεία, η οποία είχε υποκαταστήματα στις Φιλιππίνες και στην Αγγλία, μια λίστα με 130,000 αριθμούς τηλεφώνων. Μέσω της εν λόγω επιστολής οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 ενημέρωναν την Παραπονούμενη εταιρεία ότι επικοινώνησαν με την εν λόγω εταιρεία, όπου τους ενημέρωσε ότι οι πληροφορίες που κατείχαν προέρχονταν από διάφορες πηγές ανά το παγκόσμιο. Περαιτέρω τους διαβεβαιώσαν ότι τα στοιχεία της εν λόγω πελάτιδας της Παραπονούμενης έχουν διαγραφεί από τα συστήματα τους και ότι δεν θα επικοινωνήσουν ξανά μαζί της. Μετά από 3 βδομάδες, άλλος πελάτης της Παραπονούμενης, ο κος V. Paulo, επικοινώνησε με την Παραπονούμενη και ανέφερε τα ίδια που ανέφερε η κα Prytulak, και συγκεκριμένα ότι η κα Lydsney επικοινώνησε μαζί του. Στις 20/02/2020 άλλος πελάτης της Παραπονούμενης, ο κος Sheldon, ανέφερε στην Παραπονούμενη ότι έλαβε τηλεφώνημα στον προσωπικό του αριθμό από την κα Lydsney, η οποία εκπροσωπούσε την Κατηγορούμενη 1, ενημερώνοντας τον ότι θα του προσέφεραν καλύτερη εξυπηρέτηση και τιμές από ότι η Παραπονούμενη. Τον ενημέρωσε επίσης ότι πολλοί πελάτες της Παραπονούμενης συνεργάζονταν πλέον με την Κατηγορούμενη 1 λόγω της ποιότητας των υπηρεσιών που παρείχε η Παραπονούμενη. Και οι 2 κύριοι ήταν ιδιαίτερα αναστατωμένοι γιατί η Κατηγορούμενη 1 είχε στην κατοχή της τους αριθμούς τηλεφώνου τους και χρησιμοποίησε αυτούς. Ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι ο ίδιος δεν είχε κοινοποιήσει τα προσωπικά δεδομένα των πελάτων της Παραπονούμενης, και ως εκ τούτου είχε «έντονο παράπονο» από τους Κατηγορούμενους 1 και 2, αφού χωρίς δικαίωμα είχαν επέμβει είτε άμεσα είτε έμμεσα στο σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα εκμεταλλεύοντας και μεταδίδοντας τα σε μη δικαιούμενα πρόσωπα για επικερδείς σκοπούς των Κατηγορούμενων. Συγκεκριμένα στο Έγγραφο Α1 αναγράφει ότι οι Κατηγορούμενοι κατά τον Ιανουάριο του 2020 μέχρι τον Φεβρουάριο του 2021, μετέφεραν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, από τα αρχεία της Παραπονούμενης στα αρχεία της Κατηγορούμενης 1, ισχυριζόμενοι ότι είχαν παραλάβει αυτά από τρίτα πρόσωπα για επικερδείς σκοπούς. Είναι η θέση του Μ.Κ.1 ότι η Κατηγορούμενη 1 ψεύδεται σχετικά με τον τρόπο που απέκτησε την βάση δεδομένων των πελατών της Παραπονούμενης. Όπως αναφέρει στο Έγγραφο Α1 είναι «σίγουρος ότι έλαβε την λίστα με τους πελάτες της Παραπονούμενης από έναν πρώην υπάλληλο μου τον κ. Davis Burrows». Όπως εξήγησε ο κος Borrows δούλευε στην εταιρεία AΚME Securitas Cyprus Ltd, στην οποία μέτοχοι ήταν ο ίδιος και ο πρώην συνέταιρος του κ. Terry Ling, η οποία προσέφερε υπηρεσίες ασφάλειας, και από την οποία αποχώρησε ο Μ.Κ.1 το 2014 για να ιδρύσει την Παραπονούμενη εταιρεία. Ο κος Borrows μέχρι τις 19/03/2015 εργαζόταν στην AΚME Securitas Cyprus Ltd (Τεκμήριο 4) και περί τα τέλη του 2019 μέχρι και σήμερα εργάζεται στην Κατηγορούμενη
  1. Στις 31/01/2020 η Παραπονούμενη απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στην Επίτροπο Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα υποβάλλοντας ερώτημα αν μπορεί να γίνει σχετική καταγγελία στην Αστυνομία για το εν λόγω ζήτημα. Η Επίτροπος στις 03/02/2020 απάντησε θετικά στο ερώτημα (Τεκμήριο 5). Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε την έκθεση του Αστυφύλακα αρ. 3703, κ. Μ. Παπαιωακείμ, από το Δικανικό Εργαστήριο Ηλεκτρονικών Δεδομένων στην οποία αναγράφεται η έρευνα που έγινε στις 16/07/2020 στα γραφεία της Κατηγορούμενης 1, η οποία έρευνα έγινε δυνάμει δικαστικού εντάλματος, κατά την οποία δεν εντοπίστηκε οποιοδήποτε συγκεντρωτικό αρχείο Excel ή άλλου τύπου, με όλους τους πελάτες της Παραπονούμενης (Τεκμήριο 6). Είναι η θέση του Μ.Κ.1 ότι ο λόγος που δεν εντοπίστηκαν οποιαδήποτε αρχεία κατά την έρευνα της Αστυνομίας ήταν γιατί οι Κατηγορούμενοι διέγραψαν αυτά ως αναφέρθηκε στην επιστολή τους Τεκμήριο
  2. Σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 3, ο Μ.Κ.1 ανέφερε στην δήλωση του ότι «έχει προηγούμενες καταδίκες στο εξωτερικό και έχει την τάση να ξεγελά και να εκμεταλλεύεται πελάτες χωρίς να αποδίδει το σχετικό αποτέλεσμα που υπόσχεται». Για σκοπούς πληρότητας σημειώνεται ότι στην προσπάθεια του να καταθέσει στοιχεία και έρευνα για τον χαρακτήρα του Κατηγορούμενου 3, αυτό δεν έγινε αποδεκτό από το Δικαστήριο, για τους λόγους που εκθέτονται σε σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, η οποία αναγράφεται στα πρακτικά της υπόθεσης και δεν θα επαναλάβω. Τέλος κατέθεσε το Τεκμήριο 8 για να υποδείξει ότι υπήρχαν πελάτες της Κατηγορούμενης 1 οι οποίοι δεν ήταν ευχαριστημένοι με τις υπηρεσίες που τους παρείχε. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι η Παραπανούμενη στο παρόν στάδιο εργοδοτεί 7 άτομα, όμως δεν θυμόταν να απαντήσει σε σχετική ερώτηση πόσα άτομα εργοτούσε η Παραπονούμενη την επίδικη περίοδο. Εξήγησε ότι την επίδικη περίοδο η Παραπονούμενη διατηρούσε σε ηλεκτρονική μορφή όλα τα στοιχεία των πελατών της, τα οποία εκτύπωναν και σε έντυπη μορφή. Τα μόνα άτομα που είχαν πρόσβαση στα εν λόγω στοιχεία ήταν ο ίδιος και το τμήμα του λογιστηρίου για σκοπούς τιμολόγησης. Ο Μ.Κ.1 ερωτήθηκε αν για να αποκτούσε κάποιος πρόσβαση στα στοιχεία των πελατών της Παραπονούμενης θα έπρεπε να είχε είτε πρόσβαση στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του γραφείο τους, είτε να του παραδίδονταν εκτυπωμένα από τα άτομα που είχαν πρόσβαση στα δεδομένα αυτά, είτε κάποιος να προχωρούσε στην διάρρηξη των γραφείων της Παραπονούμενης και έτσι να αποκτούσε πρόσβαση. Απαντώντας ανέφερε ότι οποιοσδήποτε τρίτος, εξ αποστάσεως, μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση στον υπολογιστή οποιουδήποτε ατόμου έχοντας την κατάλληλη τεχνολογία και τεχνογνωσία, και αυτή η τεχνολογία είναι αρκετή για να εξουδετερώσει την ηλεκτρονική ασφάλεια που έχει είτε ο υπολογιστής είτε το λογισμικό του ατόμου αυτού. Ερωτώμενος σχετικά με την πρώτη ενέργεια στην οποία προέβη όταν έγινε το πρώτο παράπονο στις 23/01/2020, και συγκεκριμένα αν έκανε οποιαδήποτε ενέργεια για να επιβεβαιώσει αν όντως υπήρξε παραβίαση καθ' οιονδήποτε τρόπο στα γραφεία και δεδομένα της Παραπονούμενης, απάντησε ότι σε εκείνη την χρονική στιγμή δεν προέβησαν σε οποιαδήποτε ενέργεια. Είχαν ανησυχήσει καθότι δεν γνώριζαν πως οι Κατηγορούμενοι απέκτησαν πρόσβαση στα αρχεία τους. Αυτό που γνώριζε ήταν ότι οι Κατηγορούμενοι χρησιμοποίησαν τον κατάλογο με τα προσωπικά δεδομένα των πελατών της Παραπονούμενης χωρίς την άδεια του για δικό τους όφελος, με αποτέλεσμα να επωφεληθεί οικονομικά η Κατηγορούμενη
  3. Σε σχέση με τον αριθμό παραπόνων που έλαβε από τους πελάτες της Παραπονούμενης, απάντησε ότι ήταν γύρω στα
  4. Σε σχετική ερώτηση γιατί στην μαρτυρία του ανέφερε μόνο τα 3, απάντησε ότι μόνο οι 3 είχαν υποβάλει επίσημη καταγγελία στην Αστυνομία. Κατά την αντεξέταση του υποδείχθηκε η κατάθεση του κ. Paul Martin Vincent στην Αστυνομία ημερομηνίας 14/05/2020 (Τεκμήριο 8), η οποία ως του υπέβαλε ο συνήγορος των Κατηγορούμενων, στην κατάθεση αναγράφεται ότι ο ίδιος δεν είχε κανένα παράπονο για το περιστατικό. Ο Μ.Κ.1 απάντησε ότι ο κος Vincent πήγε στην Αστυνομία δίδοντας κατάθεση, όχι γιατί είχε παράπονο από την Παραπονούμενη, αλλά από τους Κατηγορούμενους. Σε σχέση με την κατηγορία της Παραπονούμενης προς τους Κατηγορούμενους ότι έχουν επέμβει στο σύστημα αρχειοθέτησης των δεδομένων των πελατών της μεταξύ της περιόδου Ιανουαρίου 2020 και Φεβρουαρίου 2020, ο Μ.Κ.1 απάντησε ότι αυτό που θέλει να αποδείξει είναι ότι οι Κατηγορούμενοι έλαβαν τον κατάλογο με τα προσωπικά δεδομένα των πελατών της Παραπονούμενης, χωρίς να μπορεί να γνωρίζει με ποιο τρόπο, και οι Κατηγορούμενοι χρησιμοποίησαν τον εν λόγω κατάλογο χωρίς την άδεια και γνώση του, με σκοπό να επωφεληθεί οικονομικά η Κατηγορούμενη
  5. Ανέφερε ότι αυτό που γνωρίζει είναι αυτό που είπαν οι Κατηγορούμενοι, ήτοι ότι αγόρασαν τον κατάλογο με τα ονόματα των πελατών της Παραπονούμενης, τους αριθμούς τηλεφώνου τους και τις διευθύνσεις τους, από μια εταιρεία στο εξωτερικό. Ο συνήγορος των Κατηγορούμενων τον παρέπεμψε στο Έγγραφο Α1 και Α2, στο οποίο αναγράφεται από τον Μ.Κ.1 ότι τα εν λόγω στοιχεία τα απέκτησαν οι Κατηγορούμενοι από τον κ. Burrows, πρώην υπάλληλο του. Ο Μ.Κ.1 απάντησε ότι δεν θυμάται να έχει αναφέρει τον κ. Burrows «ούτε σε μια περίσταση σήμερα», εξηγώντας ότι το όνομα του το είχε αναφέρει πριν από 4 χρόνια στην κατάθεση του (προφανώς στην Αστυνομία). Στην συνέχεια της αντεξέτασης του απολογήθηκε αφού ως ανέφερε δεν είχε αντιληφθεί την ερώτηση, αφού νόμιζε ότι ήταν «μια ερώτηση που μου υπέβαλες νωρίτερα για τον Burrows και όχι που αφορά την κατάθεση μου». Όπως εξήγησε κατά τον χρόνο που έδωσε την κατάθεση του στην Αστυνομία πίστευε ότι ο κος Burrows ήταν αυτός που διέρρευσε τα στοιχεία, γιατί δεν πίστευε την θέση των Κατηγορούμενων ότι αγόρασαν τον κατάλογο από ξένη εταιρεία. Όμως με τα στοιχεία που ανακάλυψε έκτοτε «είναι αμφίβολο ότι τους τα έδωσε αυτός». Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι από τον Φεβρουάριο του 2020, όπου προέβη σε καταγγελία στην Αστυνομία, επικοινώνησε με την Αστυνομία για να τον ενημερώσουν αν τελικά θα προωθούσαν υπόθεση εναντίον των Κατηγορούμενων, αλλά ακόμη δεν έλαβαν απάντηση. Όπως ανέφερε τον είχαν ενημερώσει ότι είχαν ολοκληρωθεί οι έρευνες και τα ευρήματα είχαν σταλεί στην Λευκωσία για να αποφασιστεί αν θα προωθηθεί υπόθεση. Ωστόσο δεν ήταν σε θέση να τοποθετήσει χρονικά αυτή την ενημέρωση που έλαβε. Σε υποβολή ότι προσπαθεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο για δικό του οικονομικό όφελος, απάντησε ότι δεν έχει οποιοδήποτε οικονομικό όφελος. Ο λόγος που προέβη σε καταγγελία στην Αστυνομία ήταν γιατί οι πελάτες του ανησυχούσαν ότι χρησιμοποιούνταν τα προσωπικά τους δεδομένα. Ερωτώμενος γιατί καθυστέρησε 18 μήνες από την ημερομηνία που κατάγγειλε το περιστατικό στην Αστυνομία μέχρι την καταχώρηση της υπό εκδίκαση υπόθεσης, εξήγησε ότι δεν γνώριζαν σε ποιο στάδιο βρίσκονταν οι έρευνες της Αστυνομίας, αφού δεν είχαν καμία πληροφόρηση, παρά το ότι ζήτησαν πολλές φορές να ενημερωθούν. Εξήγησε ότι όταν ενημερώθηκαν για την απόφαση της Αστυνομίας να μην προωθήσουν την δίωξη των Κατηγορούμενων, αποφάσισαν να προχωρήσουν με ιδιωτική ποινική υπόθεση εναντίον των Κατηγορούμενων. Δεν γνώριζε σε τι είδους διερεύνηση προέβη η Αστυνομία, αλλά η αντίληψη του ίδιου ήταν ότι παρόλο που οι Κατηγορούμενοι του είπαν ότι διέγραψαν τον κατάλογο με τα προσωπικά δεδομένα, δεν μπορούσαν να παρουσιάσουν οποιαδήποτε στοιχεία ότι αγόρασαν τον εν λόγω κατάλογο ή από που τον αγόρασαν, στοιχεία που ως ανέφερε όφειλαν να κατέχουν για τους οικονομικούς ελέγχους της Κατηγορούμενης
  6. Ερωτώμενος για την προσωπική σχέση που είχε με τους Κατηγορούμενους την επίδικη χρονική περίοδο, απάντησε ότι δεν γνώριζε τον Κατηγορούμενο
  7. Γνώριζε τον Κατηγορούμενο 2 για περίπου 10 χρόνια, αλλά όχι αρκετά. Συμφώνησε ότι οι υπηρεσίες που προσφέρουν και οι δύο εταιρείες είναι παρόμοιες, αλλά σε διαφορετικά τμήματα ασφάλειας, αφού η Παραπονούμενη είναι αδειοδοτημένη να παρέχει διάφορες υπηρεσίες ενώ η Κατηγορούμενη 1 όχι. Ανέφερε ότι στην ιστοσελίδα της Αστυνομίας παρουσιάζεται η άδεια που κατέχει η κάθε εταιρεία για την παροχή διάφορων υπηρεσιών στον εν λόγω τομέα. Η Κατηγορούμενη 1 είναι αδειοδοτημένη για την εγκατάσταση και συντήρηση εξοπλισμού ασφάλειας. Κατά την αντεξέταση του ζητήθηκε να αναφέρει το κόστος παροχής υπηρεσιών από την εταιρεία του. Ο Μ.Κ.1 εξήγησε ότι είναι δύσκολο να συγκρίνει τις χρεώσεις της Παραπονούμενης με τις τιμές που προσφέρουν άλλες εταιρείες λόγω διαφορετικών εξοπλισμών, μοντέλων και λειτουργιών των συστημάτων που προσφέρουν. Ανέφερε ότι υπάρχει ανταγωνισμός για την παροχή των υπηρεσιών που προσφέρει η Παραπονούμενη, και συγκεκριμένα για την ανταπόκριση και την επιτήρηση. Ο ανταγωνισμός όπως εξήγησε είναι μεταξύ των εταιρειών που είναι αδειοδοτημένες για να παρέχουν τις εν λόγω υπηρεσίες. Οι εταιρείες που παράνομα προσφέρουν αυτές τις υπηρεσίες έχουν μεγαλύτερο πλεονέκτημα. Διαφώνησε με την υποβολή ότι η προώθηση της υπό εκδίκαση υπόθεσης γίνεται για ανταγωνιστικούς σκοπούς γιατί ως ανέφερε η Κατηγορούμενη 1 δεν ανταγωνίζεται με τις υπηρεσίες που η Παραπονούμενη είναι αδειοδοτημένη να παρέχει, όπως η επιτήρηση και η ανταπόκριση. Ανταγωνίζονται μόνο για την υπηρεσία της εγκατάστασης, εξηγώντας ότι η Παραπονούμενη δεν έχει οποιοδήποτε όφελος από την Κατηγρούμενη 1 αφού οι πελάτες της έχουν ήδη προχωρήσει με την εγκατάσταση εξοπλισμού ασφαλείας. Εξήγησε επίσης ότι οι Κατηγορούμενοι επικοινώνησαν με τους πελάτες του και όχι αυτός με τους δικούς τους. Ανέφερε ότι ο ίδιος ήταν ο πρώτος αλλοδαπός που απέκτησε όλες τις σχετικές άδειες στην βιομηχανία της ιδιωτικής ασφάλειας στην Κύπρο, παρά το ότι ο Κατηγορούμενος 2 παρουσιάζετο ότι ήταν ο πρώτος αλλοδαπός που ασχολήθηκε στον τομέα αυτό. Τις σχετικές άδειες ο Κατηγορούμενος 2 τις έλαβε 2 - 3 χρόνια μετά από τον ίδιο. Σε σχετική ερώτηση αν ενημέρωσε τους πελάτες του για την προώθηση της παρούσας υπόθεσης εναντίον των Κατηγορούμενων απάντησε ότι πιθανώς να το έχει πράξει, όχι όμως δημόσια. Στο τέλος της αντεξέτασης, ερωτήθηκε αν οι Κατηγορούμενοι έχουν επέμβει στα συστήματα της Παραπονούμενης και στα αρχεία τους για να εξασφαλίσουν τα στοιχεία των πελατών της. Ο Μ.Κ.1 απάντησε ότι δεν είναι ο ίδιος σε θέση να αποδείξει από ποιον έλαβαν οι Κατηγορούμενοι τον κατάλογο με τα στοιχεία των πελατών της Παραπονούμενης, καταλήγοντας με την θέση του ότι οι Κατηγορούμενοι απέκτησαν τον κατάλογο και τον χρησιμοποίησαν για δικό τους οικονομικό όφελος. Κατά την επανεξέταση του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 3 και ερωτήθηκε αν οι Κατηγορούμενοι παραδέχθηκαν ότι είχαν κατοχή του καταλόγου με τα προσωπικά δεδομένα των πελατών της Παραπονούμενης και απάντησε θετικά. Διευκρίνισε επίσης ότι στις κατηγορίες του κατηγορητηρίου εναντίον των Κατηγορούμενων περιλαμβάνεται να λαμβάνουν γνώση στο πελατολόγιο, και ως ο ίδιος πιστεύει εκμεταλλευτήκαν τα δεδομένα για προσωπικό τους συμφέρον. Μ.Κ.2 Ο Μ.Κ.2, κος R. Shove, στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι ήταν φίλος με τους Κατηγορούμενους 2 και 3, και μάλιστα επισκέπτετο τακτικά το σπίτι του Κατηγορούμενου
  8. Τον Μάιο του 2020 καθώς ήταν στο σπίτι του Κατηγορούμενου 3 άκουσε τους Κατηγορούμενους 2 και 3 να συζητούν με τρίτο άτομο ότι «είχαν πρόθεση να βγάλουν από την δουλειά» την Παραπονούμενη Εταιρεία. Ο Μ.Κ.2 δεν ήταν σε θέση να διευκρινίσει αν ήθελαν να πλήξουν το πελατολόγιο της. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με την Παραπονούμενη Εταιρεία. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση σχετικά με τον λόγο που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και προσέφερε μαρτυρία, ανέφερε ότι πριν 8 βδομάδες ο Μ.Κ.1 επικοινώνησε μαζί του για να τον συμβουλέψει για κάποιες οικοδομικές εργασίες που θα εκτελούσε κάποιος άλλος οικοδόμος. Εξήγησε ότι «εθελοντικά» παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο αφού τον ενημέρωσε ο δικηγόρος της Παραπονούμενης Εταιρείας. Σε σχετική ερώτηση απάντησε ότι δεν γνωρίζει οτιδήποτε άλλο σχετικό με την υπόθεση εκτός από τα όσα άκουσε να συζητούν οι Κατηγορούμενοι 2 και
  9. Μ.Κ.3 Ο Μ.Κ.3, κος Α. Γεωργίου, γενικός διευθυντής της Παραπονούμενης, υιοθέτησε δυνάμει του άρθρου 25 του Κεφ. 9 τη γραπτή δήλωση του (Έγγραφα Β και Γ), ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Σε αυτήν αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι από τα τέλη του 2019 εργάζεται στην Παραπονούμενη Εταιρεία και με τον Μ.Κ.1 είχε αναπτύξει φιλικές σχέσεις. Ανέφερε ότι οι Κατηγορούμενοι δημιουργούσαν προβλήματα στην Παραπονούμενη, και αυτό το γνώριζε γιατί ήταν υπεύθυνος για τις δημόσιες σχέσεις της Παραπονούμενης, τον χειρισμό της ιστοσελίδας της και για την αλληλογραφία της Παραπονούμενης με τους Κατηγορούμενους. Ανέφερε ότι οι Κατηγορούμενοι μέσω της αλληλογραφίας τους παραδέχθηκαν ότι είχαν στην κατοχή τους το πελατολόγιο της Παραπονούμενης βάση του συστήματος αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και ότι «έλαβαν γνώση των δεδομένων αυτών, επεξεργάστηκαν και εκμεταλλεύτηκαν και μετέδιδαν τα στοιχεία αυτά και προέβαιναν σε ψάρεμα πελατών της Παραπονούμενης βάση των δεδομένων που έλαβαν» για επικερδείς σκοπούς προς τους Κατηγορούμενους. Πρόσθεσε ότι δεν είχαν δικαίωμα οι Κατηγορούμενοι να επέμβουν στο σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των πελατών της Παραπονούμενης. Όπως ανέφερε οι παραπονούμενοι πελάτες της Παραπονούμενης δεν ήταν μόνο όσοι αναγράφονταν στις καταθέσεις, αλλά περισσότεροι. Ο ίδιος συνομίλησε με αρκετούς πελάτες από την ημέρα του συμβάντος και από την καταγγελία στην Αστυνομία στις 24/02/2020 και γνωρίζει ότι οι Κατηγορούμενοι επικοινώνησαν με περίπου 10-15 πελάτες της Παραπονούμενης, κάποιοι εκ των οποίων συνεργάζονται ακόμη με την Παραπονούμενη, ενώ κάποιοι άλλοι συνεργάζονται πλέον με την Κατηγορούμενη
  10. Όπως ενημερώθηκε από τους πελάτες της Παραπονούμενης, έγιναν προς αυτούς τηλεφωνικές κλήσεις αλλά και επισκέψεις από άτομο εκ μέρους της Κατηγορούμενης 1 για να τους προσφερθούν υπηρεσίες με χαμηλότερο κόστος από αυτές που τους προσέφερε η Παραπονούμενη. Ανέφερε επίσης ότι οι Κατηγορούμενοι δεν είχαν κατά τους επίδικους χρόνους, αλλά και μέχρι σήμερα εξακολουθούν να μην έχουν εγγεγραμμένη επίσημη άδεια εξασκήσεως του επαγγέλματος από την Αστυνομία Κύπρου. Συγκεκριμένα εξήγησε ότι δεν έχουν άδεια για να παρέχουν υπηρεσίες «φύλακα», κατέχουν όμως άδεια Κατηγορίας Ε, η οποία αφορά ιδιωτικές υπηρεσίες έρευνας, και άδεια Κατηγορίας ΣΣ, η οποία αφορά ιδιωτικές υπηρεσίες τεχνικής φύσεως, δηλαδή μεταξύ άλλων την εγκατάσταση, συντήρηση και παρακολούθηση λειτουργίας συστημάτων συναγερμών, πυρανίχνευσης και κλειστών κυκλωμάτων τηλεόρασης. Προς τούτο κατέθεσε το μητρώο των αδειούχων ιδιωτικών γραφείων παροχής υπηρεσιών ασφάλειας ως Τεκμήριο
  11. Σε σχέση με τον κ. V. Paul, εξήγησε ότι τον γνωρίζει προσωπικά. Ο εν λόγω κύριος κατείχε καρτοκινητό αριθμό τηλεφώνου και ο αριθμός τηλεφώνου του δεν ήταν καταχωρημένος σε κάποια δημόσια υπηρεσία, και ως είναι η θέση του ήταν αδύνατο ο αριθμός τηλεφώνου του να αναγράφετο στην λίστα που ισχυρίζονται οι Κατηγορούμενοι ότι αγόρασαν από εταιρεία στο εξωτερικό. Δηλώνει σίγουρος ότι υπήρξε επέμβαση και παραβίαση στα υποστατικά της Παραπονούμενης για να κατείχαν οι Κατηγορούμενοι αυτές τις λεπτομέρειες και δεδομένα. Στην δια ζώσης μαρτυρία του υιοθέτησε την κατάθεση του κ. Vincent Paul την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 9 και 10, τόσο στην ελληνική όσο και στην αγγλική γλώσσα. Σημειώνεται ότι η εν λόγω κατάθεση ήταν ήδη κατατεθειμένη ως Τεκμήριο 8, η οποία κατατέθηκε στα πλαίσια της αντεξέτασης του Μ.Κ.
  12. Ο Μ.Κ.3 κατέθεσε ως Τεκμήριο 11 διάφορα πιστοποιητικά της Παραπονούμενης Εταιρείας και ως Τεκμήριο 12 πιστοποιητικά που κατέχει ο Μ.Κ.
  13. Καταληκτικά ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος 3 καταδικάστηκε από τα Αγγλικά Δικαστήρια για αδικήματα που αφορούσαν άσκηση ψυχολογικής πίεσης σε ηλικιωμένα άτομα για να αγοράσουν υπηρεσίας ασφάλειας, για αθέμιτες και παραπλανητικές πρακτικές πωλήσεων και για κατηγορίες για χρήση τεχνικών πωλήσεων υψηλής πίεσης. Για σκοπούς πληρότητας σημειώνεται ότι στην προσπάθεια του να καταθέσει ηλεκτρονικό μήνυμα του ιδίου προς την Αστυνομία, ημερομηνίας 03/10/2024 και 12.35 μ.μ. (δηλαδή την ημερομηνία της μαρτυρία του), στο οποίο επισυνάπτονταν στοιχεία και έρευνα για τις καταδίκες του Κατηγορούμενου 3, αυτό δεν έγινε αποδεκτό από το Δικαστήριο, για τους λόγους που εκθέτονται σε σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι εργάζεται στην Παραπονούμενη από τα τέλη του
  14. Είναι ο γενικός διευθυντής της εταιρείας και ο ίδιος έχει πρόσβαση σε όλα τα αρχεία της εταιρείας. Όταν ερωτήθηκε συγκεκριμένα αν είχε πρόσβαση στον κατάλογο πελατών της Κατηγορούμενης 1 απάντησε ότι δεν είχε από την αρχή της εργοδότησης του πρόσβαση στα μητρώα των πελατών της, αλλά απέκτησε πρόσβαση μετά από κάποιο χρονικό διάστημα. Ο συνήγορος των Κατηγορούμενων ανέφερε στον Μ.Κ.3 ότι στην μαρτυρία του ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι μόνο ο Μ.Κ.1 και το τμήμα του λογιστηρίου είχε πρόσβαση στα στοιχεία του πελατολόγιου της εταιρείας. Ρωτώντας τον ποιος από τους δύο λέει την αλήθεια, ο Μ.Κ.3 απάντησε ότι όταν ανέλαβε τα καθήκοντα του ως γενικός διευθυντής της Παραπονούμενης του ζητήθηκε από τον Μ.Κ.1 να ελέγξει τους πελάτες της Παραπονούμενης και τότε απέκτησε πρόσβαση στο εν λόγω αρχείο. Ερωτώμενος ποια ήταν η πρώτη ενέργεια που έλαβε όταν ενημερώθηκε για το πρώτο παράπονο του πελάτη της Παραπονούμενης, απάντησε ότι συνομίλησε με τον πελάτη για να εξακριβώσει ποιο ήταν ακριβώς το παράπονο του. Συγκεκριμένα αναφέρθηκε στον κ. Vincent Paul. Του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 10 και του διαβάστηκε η πρόταση «αλλά όπως σου είπα δεν έχω κανένα παράπονο για αυτό που έγινε». Ο Μ.Κ.3 απάντησε ότι ο εν λόγω πελάτης είχε παράπονο ότι του τηλεφώνησαν, επισημαίνοντας ότι περίπου 30 πελάτες της παραπονούμενης παραπονέθηκαν. Ο συνήγορος των Κατηγορούμενων τον παρέπεμψε στην γραπτή του δήλωση στην οποία ανέφερε ότι οι Κατηγορούμενοι επικοινώνησαν με περίπου 10-15 πελάτες, και όταν ρωτήθηκε τι τελικά ισχύει απάντησε «Τότε ήταν 10 με 15». Όταν του υποβλήθηκε ότι ο Μ.Κ.1 κατά την αντεξέταση του είπε ότι έγιναν 40 παράπονα, απάντησε ότι «γνωρίζω ότι ήταν 15 με 10 πελάτες, αλλά γνωρίζω ότι και άλλοι έχουν παραπονεθεί στον Μ.Κ.1». Απάντησε ότι δεν γνώριζε ποιοι από τους πελάτες προέβησαν σε κατάθεση στην Αστυνομία. Στην συνέχεια συμφώνησε ότι ενημερώθηκε «δια μέσω της εταιρείας» ότι κάποιοι πελάτες πήγαν στην Αστυνομία και έδωσαν κατάθεση, εξηγώντας ότι δεν χειριζόταν προσωπικά το θέμα αυτό. Όταν του υποδείχθηκε η αναφορά του στην γραπτή του δήλωση (Έγγραφα Β και Γ) ότι ο ίδιος είχε επικοινωνία με τους πελάτες για το συγκεκριμένο ζήτημα απάντησε ότι το επίδικο περιστατικό έλαβε χώρα στις αρχές της εργοδότησης του στην Παραπονούμενη, ήτοι περί τα τέλη Νοεμβρίου του 2019, και έτσι το ζήτημα το χειρίστηκε η εταιρεία. Συμφώνησε ότι γνώριζε ότι 3 πελάτες της Παραπονούμενης ήρθαν στα γραφεία της εταιρείας και τον ενημέρωσαν για το συμβάν, αλλά δεν γνώριζε να απαντήσει στην ερώτηση «που βρέθηκαν οι 10,15,30,40». Σχετικά με την πρώτη ενέργεια που έλαβαν όταν ήρθε σε γνώση του ότι κάποιος επέμβηκε στα αρχεία της εταιρείας απάντησε ότι συναντήθηκε με τον Μ.Κ.1 αλλά δεν θυμόταν τι αποφάσισαν να πράξουν. Παραπέμποντας τον στην τέταρτη παράγραφο της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο Β και Γ) στην οποία ανέφερε ότι «οι Κατηγορούμενοι χωρίς δικαίωμα επέβαιναν με διάφορους τρόπους και είχαν στοιχεία πελάτων της Παραπονούμενης στο σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», ο Μ.Κ.3 ερώτηθηκε πως γνώριζε ότι είχαν επέμβει στα αρχεία τους αφού δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια. Ο Μ.Κ.3 αρχικά δεν αντιλήφθηκε την ερώτηση και όταν του επεξηγήθηκε περαιτέρω ανέφερε ότι δεν γνώριζε αν οι Κατηγορούμενοι διέρρηξαν τα γραφεία της εταιρείας, αλλά γνώριζε ότι οι Κατηγορούμενοι επικοινώνησαν με τους πελάτες της Παραπονούμενης. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι έχουν προβεί σε καταγγελία στην Αστυνομία σχετικά με το ότι η Κατηγορούμενη 1 δεν έχει τις απαραίτητες άδειας, χωρίς όμως να ήταν σε θέση να προσδιορίσει χρονικά πότε έλαβε χώρα η καταγγελία. Κατά την επανεξέταση του, ο Μ.Κ.3 διευκρίνισε ότι ο κος Vincent είχε παράπονο από τους Κατηγορούμενους και για αυτό τον λόγο πήγε στην Αστυνομία, ωστόσο δεν γνώριζε το συνολικό αριθμό των παραπόνων που έλαβε ο Μ.Κ.1, ούτε γνώριζε ποιοι από τους παραπονούμενους πελάτες τους υπέβαλαν καταγγελία στην Αστυνομία. Γνώριζε όμως ότι από τα 15 άτομα που παραπονέθηκαν στον ίδιο, μόνο 3 προχώρησαν με καταγγελία στην Αστυνομία. Δ. Ελαττωματικότητα Κατηγορητηρίου Το Δικαστήριο κατά την μελέτη της υπόθεσης για την έκδοση ενδιάμεσης απόφασης σχετικά με το εκ πρώτης όψεως διαπίστωσε ότι το κατηγορητήριο, ως έχει, είναι ελλαττωματικό για τους λόγους που θα εξηγήσω κατωτέρω. Και στις δυο κατηγορίες, το λεκτικό της έκθεσης αδικήματος είναι ταυτόσημο και θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτό αυτούσιο: «Επέμβαση χωρίς δικαίωμα σε σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα εκμεταλλεύοντας και μεταδίδοντας τα σε μη δικαιώμενα πρόσωπα για επικερδείς σκοπούς κατά παράβαση του άρθρου 33
(1)(ια) του Νόμου που προνοεί για την προστασία φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, Ν. 125
(1)του 2018». Αυτό που διαφέρει μεταξύ των 2 κατηγοριών είναι οι λεπτομέρειες του αδικήματος. Δηλαδή το νομικό πλαίσιο και των δύο κατηγοριών είναι το ίδιο, όμως οι λεπτομέρειες του αδικήματος διαφέρουν. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι: «..κατά ή περί τον Ιανουάριο του 2020 μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2020 στην Πάφο μετέφεραν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ισχυριζόμενοι ότι τα είχαν παραλάβει από τρίτα πρόσωπα για επικερδείς σκοπούς. Συγκεκριμένα, μετέφεραν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα πελατών της παραπονούμενης από το αρχείο της, στα αρχεία της κατηγορούμενης 1, για επικερδείς σκοπούς». Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας, οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι: «... κατά ή περί τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία ενώ γνώριζαν ότι τα αρχεία αυτά ανήκαν στην παραπονούμενη, τα ανακοίνωσαν και κατέστησαν προσιτά σε μη δικαιωμένα πρόσωπα, ήτοι δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για επικερδείς σκοπούς». Το άρθρο 33
(1)(ια) του περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Δεδομένων αυτών Νόμος του 2018 (125(I)/2018), προνοεί ότι πρόσωπο διαπράττει ποινικό αδίκημα όταν «χωρίς δικαίωμα επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών ή τα αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, καταστρέφει, επεξεργάζεται, εκμεταλλεύεται με οποιονδήποτε τρόπο, μεταδίδει, ανακοινώνει, τα καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ή επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων, για σκοπούς επικερδείς ή μη». Το Δικαστήριο χωρίς να προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας στο στάδιο αυτό, παρά μόνο σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης, διαπιστώνει ότι ενώ οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ.3 προέβαλαν κατά την μαρτυρία τους την θέση τους ότι οι Κατηγορούμενοι έλαβαν γνώση των δεδομένων του πελατολογίου τους, και τα εκμεταλλεύτηκαν, αυτό δεν αντανακλάται στις λεπτομέρειες του αδικήματος. Το Δικαστήριο πριν την έκδοση της παρούσας απόφασης, έθεσε το ζήτημα αυτό στους συνηγόρους των μερών ούτως ώστε να ακουστούν οι θέσεις τους. Ουσιαστικά αυτό το οποίο τους ζητήθηκε ήταν να τοποθετηθούν στο κατά πόσο προκύπτει οποιαδήποτε ελαττωματικότητα στις λεπτομέρειες κατηγορίας ιδίως μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της Παραπονούμενης με ενδεχόμενο οι υφιστάμενες λεπτομέρειες να μην ανταποκρίνονται με ακρίβεια στα περιστατικά της υπόθεσης. Αυτό που στην ουσία ανέφερε το Δικαστήριο είναι από την τεθείσα μέχρι στιγμής μαρτυρία, τουλάχιστον από την αντικειμενική όψη αυτής, και χωρίς να επισέρχομαι σε αυτό το στάδιο στην δυνατότητα στοιχειοθέτησης του αδικήματος, προκύπτει ότι οι λεπτομέρειες των αδικημάτων δεν ανταποκρίνονται στην κατηγορία που η Παραπονούμενη, μέσω της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας, καταλογίζει στους Κατηγορούμενους. Οι θέσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών για τα ζητήματα αυτά έχουν εκφραστεί και λαμβάνονται υπόψη επίσης. Το Δικαστήριο καταρχάς σημειώνει πως δεν θα προχωρήσει στο παρόν στάδιο να εξετάσει το ζήτημα του εκ πρώτης όψεως, καθότι θεωρεί πως από το Κατηγορητήριο, και συγκεκριμένα από τις λεπτομέρειες αυτού ως έχουν, φαίνεται να προκύπτει μια μορφή ελαττωματικότητας. Συγκεκριμένα, λαμβάνοντας υπόψη την μαρτυρία που παρουσίασε η Παραπονούμενη, χωρίς αυτή βεβαίως να τυγχάνει αξιολόγησης ή να εξάγονται από αυτήν οποιαδήποτε τελικά συμπεράσματα, προκύπτει ότι η Παραπονούμενη καταλογίζει στους Κατηγορούμενους ότι έλαβαν γνώση των προσωπικών δεδομένων των πελατών της Παραπονούμενης, επεξεργάστηκαν και εκμεταλλεύτηκαν τα προσωπικά δεδομένα αυτά, τηλεφωνώντας και επισκέπτοντας τους πελάτες της Παραπονούμενης με σκοπό το οικονομικό τους όφελος. Από την άλλη, μελετώντας τον τρόπο που αποτυπώθηκαν οι λεπτομέρειες των κατηγοριών στο κατηγορητήριο, διαπιστώνεται ότι δεν ανταποκρίνεται στα περιστατικά της υπόθεσης ως αυτά έχουν ήδη τεθεί μέσω της μαρτυρίας από πλευράς της Παραπονούμενης. Συγκεκριμένα: α. Οι λεπτομέρειες της πρώτης κατηγορίας καταλογίζουν στους Κατηγορούμενους ότι μετέφεραν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα πελατών της Παραπονούμενης από το αρχείο της στο αρχείο της Κατηγορούμενης 1, ισχυριζόμενοι ότι τα είχαν παραλάβει από τρίτα πρόσωπα, για επικερδείς σκοπούς. β. Οι λεπτομέρειες της δεύτερης κατηγορίας καταλογίζουν στους Κατηγορούμενους ότι ενώ γνώριζαν ότι τα αρχεία αυτά ανήκαν στην Παραπονούμενη, τα ανακοίνωσαν και κατέστησαν προσιτά σε μη δικαιωμένα πρόσωπα για επικερδείς σκοπούς. Συνεπώς κρίνω ότι το υπό εξέταση κατηγορητήριο είναι ελαττωματικό υπό την έννοια ότι οι λεπτομέρειες της δεύτερης κατηγορίας που οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν χρήζουν μεταβολής, έχοντας πάντα κατά νου την μέχρι σήμερα προσκομισθείσα μαρτυρία από πλευράς Παραπονούμενης. Προχωρώ πιο κάτω να εξηγήσω ποια είναι η νομική βάση στην οποία μπορεί να επιτευχθεί η προτεινόμενη μεταβολή του κατηγορητηρίου. Το Δικαστήριο μπορεί αυτεπάγγελτα να διατάξει την τροποποίηση κατηγορίας. Αυτή η εξουσία ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, ασκούμενη προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Στην υπό εξέταση υπόθεση το Δικαστήριο θα πρέπει να ενεργήσει στη βάση των όσων το άρθρο 83 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 διαλαμβάνει για να τροποποιήσει / μεταβάλει το υπό εξέταση κατηγορητήριο. Όπως έχει νομολογηθεί, στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως το μόνο άρθρο που χωρεί εφαρμογής είναι το άρθρο 83 του Κεφ. 155, με αποτέλεσμα η άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου για μεταβολή του κατηγορητηρίου να πρέπει να εδράζεται στα κριτήρια του άρθρου 83 και στην συνέχεια να τηρείται η διαδικασία του άρθρου 84 του Κεφ. 155 (βλ. Andreas Pouris and others v The Republic
(1983)2 CLR 148, Lanits Bros. Ltd v Ιατρικών Υπηρεσιών & Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1995)2 ΑΑΔ 266 και Georgios Chr. Leonidou v The Police
(1987)2 CLR 96). Σε καμία περίπτωση δεν δύναμαι να εφαρμόσω τα κριτήρια του άρθρου 85, αφού εκείνα εφαρμόζονται μόνο όταν ολόκληρη η δίκη περατωθεί, ήτοι αφότου παρουσιάσει και η υπεράσπιση την υπόθεσή της. Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση Georghios Chr. Leonidou v The Police
(1987)2 CLR 96, η εξουσία του Δικαστηρίου να εφαρμόσει το άρθρο 83 του Κεφ. 155 «σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης» εξυπακούει ότι δεν θα πρέπει να ερμηνεύεται τόσο περιοριστικά ώστε να αποκλείει την εφαρμογή του αν στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως απορρίπτονται όλες οι υπάρχουσες κατηγορίες. Απεναντίας, θα πρέπει να ερμηνεύεται διασταλτικά, έτσι που να διατηρεί το Δικαστήριο την εξουσία σε αυτό το στάδιο να προσθέσει εντελώς νέα κατηγορία που αποκαλύπτεται από την προσφερθείσα μαρτυρία, τηρουμένης ασφαλώς της διαδικασίας του άρθρου 84 και του άρθρου 74
(1)(β) του Κεφ. 155. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «The provisions of all three sections 83, 84 and 85 came up recently for consideration by the Supreme Court in the case of Pouris and Others v. The Republic
(1983)2 C.L.R.
  1. The appellants in that case were charged and tried on the basis of an information containing four separate counts in relation to the premeditated murders of four persons. After having heard the evidence for the prosecution the trial Court held that a prima facie case had not been made out against the accused sufficiently to require them to be called upon to make their defence on any of the four counts but proceeded to amend the charge by directing that two new counts be added charging the accused with offences related to carrying on war - or a warlike undertaking, purporting to act under the provisions of section 83 of Cap.
  2. Therefore the Court applied the provisions of section 84 by allowing the accused to have a number of witnesses, who had given evidence, recalled and cross-examined in respect of the new counts. Triantafyllides, P. in delivering the judgment of the Court of Appeal after expounding on the principles in relation to the notion of what amounts to a defective charge or information and after making extensive reference to the English case law on the matter of the corresponding section 5
(1)of the Indictments Act, 1915, in England, and after pointing certain differences between section 83 and 84 and the English Act, concluded as follows at p. 167:- «In the light of all the foregoing we are of the opinion that it was open to the trial Court, in the particular circumstances of the present case, to proceed to amend the information by adding the new counts, 5 and 6, under section 83
(1)of Cap. 155, after it had acquitted the appellants as regards the four counts in the information on the basis of which their trial had commenced.» And went on as follows at pp. 167-168:- «It has been submitted that after the appellants had been acquitted on the initial counts, 1 to 4, it was no longer legally possible for the trial Court to resort to its powers under section 83
(1)of Cap. 155. But we are not prepared to place such a restrictive interpretation on the said section as to exclude the course adopted by the trial Court in the present case. We are of the opinion that the inclusion therein of the expression 'at any stage of the trial' shows that the section can be resorted to, in the manner in which this was done in the present case, namely at the stage at which the trial Court rules that no prima facie case has been made against an accused sufficiently, to require him to be called upon to make his defence on the information as it has been initially framed but before the trial has been finally concluded: and in this respect we are of the view that the provisions of section 74(l)(b) of Cap. 155 have to be read in conjunction with, and subject to the provisions of section 83
(1)of the same Law.» Σύμφωνα με το άρθρο 83
(1)του Κεφ. 155, όταν, σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης φαίνεται στο Δικαστήριο ότι το κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο είναι ελαττωματικό, είτε ουσιαστικά είτε τυπικά, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει τέτοιο διάταγμα για τη μεταβολή του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο είτε με τροποποίηση του ή με υποκατάσταση του ή με προσθήκη σε αυτό νέας κατηγορίας ως το Δικαστήριο κρίνει αναγκαίο ώστε να ανταποκρίνεται στα περιστατικά της υπόθεσης. Όταν το κατηγορητήριο τροποποιείται κατ' επίκλησίν των διατάξεων του Άρθρου 83 του Κεφ. 155, το Δικαστήριο, σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 84 του Κεφ. 155, πρέπει να καλέσει αμέσως τον κατηγορούμενο να απαντήσει στην τροποποιημένη κατηγορία και να δηλώσει κατά πόσο είναι έτοιμος να δικαστεί βάσει του τροποποιημένου κατηγορητηρίου. Παράλειψη του Δικαστηρίου να συμμορφωθεί με τις πρόνοιες του άρθρου 84 του Κεφ. 155 καθιστά την δίκη άκυρη (βλ. Panayiotis Kyriacou v The Police (V22) 1 CLR 213). Επιπλέον σύμφωνα με το άρθρο 84
(5)του Κεφ. 155, όταν κατηγορητήριο ή κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο μεταβάλλεται από το Δικαστήριο μετά την έναρξη της δίκης η μαρτυρία που έχει ήδη δοθεί κατά τη διάρκεια της δίκης, δύναται να χρησιμοποιηθεί χωρίς επανακρόαση αλλά επιτρέπεται στους διαδίκους να επανακαλέσουν ή επανακλητεύσουν οποιοδήποτε μάρτυρα ο οποίος είναι δυνατό να εξετάστηκε και να εξετάσουν ή αντεξετάσουν αυτόν αναφορικά με την εν λόγω μεταβολή. Ε. Κατάληξη Υπό το φως των ανωτέρω επισημάνσεών και έχοντας υπόψη μου τις διατάξεις των άρθρων 83 και 84 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, προχωρώ σε τροποποίηση του Κατηγορητηρίου και συγκεκριμένα την αντικατάσταση των λεπτομερειών της δεύτερης κατηγορίας που οι Κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν έτσι ώστε αυτή να συνάδει με την τεθείσα μαρτυρία ως εξής: ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Δεύτερη Κατηγορία Επέμβαση χωρίς δικαίωμα σε σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα εκμεταλλεύοντας και μεταδίδοντας τα σε μη δικαιώμενα πρόσωπα για επικερδείς σκοπούς κατά παράβαση του άρθρου 33
(1)(ια) του Νόμου που προνοεί για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, Ν. 125
(1)του
  1. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Οι κατηγορούμενοι κατά ή περί τον ίδιο χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία ενώ γνώριζαν ότι τα αρχεία αυτά ανήκαν στην παραπονούμενη, έλαβαν γνώση των δεδομένων αυτών, τα επεξεργάστηκαν, τα εκμεταλλεύτηκαν, τα ανακοίνωσαν και τα κατέστησαν προσιτά σε μη δικαιωμένα πρόσωπα, ήτοι δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για επικερδείς σκοπούς. Σε σχέση δε με την ακολουθητέα διαδικασία ενόψει και της τροποποίησης αυτής σημειώνεται πώς το Δικαστήριο θα προχωρήσει να απαγγείλει στους Κατηγορούμενους την τροποποιημένη / μεταβλημένη κατηγορία και σε περίπτωση μη παραδοχής θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσον έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση σε σχέση με το τροποποιημένο κατηγορητήριο αφού δώσω την ευκαιρία σε αμφότερες τις πλευρές να αγορεύσουν εκ νέου, αν το επιθυμούν, για το θέμα, επιπρόσθετα των γραπτών και προφορικών τους αγορεύσεων στις 03/10/
  2. Νοείται βεβαίως ότι σε περίπτωση καταχώρησης απάντησης μη παραδοχής και πριν την εξέταση του κατά πόσον έχει ή όχι αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορουμένων στη βάση του τροποποιημένου κατηγορητηρίου το Δικαστήριο θα επιβεβαιώσει κατά πόσον η πλευρά της Υπεράσπισης επιθυμεί να επανακλητευθεί οποιοσδήποτε από τους μάρτυρες κατηγορίας για περαιτέρω αντεξέταση αλλά και κατά πόσον η πλευρά της Παραπονούμενης επιθυμεί να επανακαλέσει ή να επανακλητεύσει οποιοδήποτε μάρτυρα για να εξετάσει αυτόν αναφορικά με την εν λόγω μεταβολή. Δεν θεωρώ πως επηρεάζεται με οποιοδήποτε δυσμενή τρόπο η υπεράσπιση με την προωθούμενη τροποποίηση ιδίως λαμβάνοντας υπόψη ότι αν και εφόσον το επιθυμεί δύναται το Δικαστήριο να διατάξει την επανακλήτευση για σκοπούς αντεξέτασης οποιουδήποτε από τους μάρτυρες κατηγορίας έδωσαν ήδη μαρτυρία στην υπόθεση. Επίσης το Δικαστήριο θεωρεί πως στην προκειμένη περίπτωση ήταν από την αρχή της παρουσίασης της υπόθεσης της Παραπονούμενης και μέχρι την ολοκλήρωση αυτής πρόδηλο τι ήταν εκείνα που καταλογίζονταν στους κατηγορούμενους. Μάλιστα, παρατηρώ πως κατά την διάρκεια της αντεξέτασης των μαρτύρων κατηγορίας κυρίως του Μ.Κ.1 και του Μ.Κ.3 η πλευρά της υπεράσπισης με εκτενή αντεξέταση κινήθηκε σε διπλούς άξονες που αφορούσαν τόσο το κατά πόσον έγινε ή δεν έγινε οποιαδήποτε επέμβαση στο σύστημα αρχειοθέτησης της Παραπονούμενης και αν επεξεργάστηκαν και εκμεταλλεύτηκαν με οποιοδήποτε τρόπο τα στοιχεία αυτά οι Κατηγορούμενοι. Επαναλαμβάνω πως δεν θεωρώ ότι έχει με οποιοδήποτε τρόπο επηρεαστεί η πλευρά της υπεράσπισης από την προωθούμενη τροποποίηση. Το αδίκημα δεν έχει μεταβληθεί αφού αφορούσε και συνεχίζει να αφορά επέμβαση σε προσωπικά δεδομένα και διέπεται από το άρθρο 33
(1)(ια) του Ν. 125(Ι)/2018). Αυτό το οποίο τυγχάνει μεταβολής είναι οι λεπτομέρειες της δεύτερης κατηγορίας έτσι ώστε αυτές να ανταποκρίνονται στα περιστατικά της υπό εξέταση υπόθεσης. Ακόμη και αν θεωρείτο ότι υπήρξε παράλειψη ή λάθος στη σύνταξη της έκθεσης και/ή των λεπτομερειών της κατηγορίας, η μορφή αυτή της ελαττωματικότητας σε καμία περίπτωση θα οδηγούσε σε απόρριψη του κατηγορητηρίου επειδή έκδηλα δεν διαπιστώνεται παραπλάνηση των Κατηγορούμεων που να επηρεάζει δυσμενώς την υπεράσπιση τους ένεκα τέτοιας παράλειψης ή λάθους. Συνεπώς για τους λόγους που έχω εξηγήσει, κρίνω ότι η μεταβολή των λεπτομερειών της δεύτερης κατηγορίας είναι επιτακτική και αναγκαία έτσι ώστε πλέον οι λεπτομέρειες της να ανταποκρίνονται στα περιστατικά της υπόθεσης. (Υπογρ.)............. Λ. Χατζηξενοφώντος, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.