ΕΦΟΡΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ν. P.F.A. C. H. H. LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9674/2023, 8/10/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Χατζηξενοφώντος, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9674/2023 ΕΦΟΡΟΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ Κατηγορούσα Αρχή εναντίον
- P.F.A. C. H. H. LIMITED, από τη Πάφο
- Ι. Π., από τη Πάφο
- Χ. Π., από τη Πάφο Κατηγορούμενων Ημερομηνία: 08/10/2024 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Κ. Παφίτη Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κα Κ. Μαραβελλάκη Κατηγορούμενη 2: παρούσα Π Ο Ι Ν Η Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 βρέθηκαν ένοχοι στην υπό κρίση υπόθεση, κατόπιν δικής τους παραδοχής, σε συνολικά 20 κατηγορίες που τους προσάχθηκαν από τον Έφορο Φορολογίας για παραβάσεις προνοιών του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000 (Ν.95(Ι)/2000), ως έχει τροποποιηθεί, και των δυνάμει αυτού εκδοθέντων Κανονισμών. Ειδικότερα, οι κατηγορίες υπ' αριθμό 1 έως 11 αφορούν το αδίκημα της παράλειψης εμπρόθεσμης καταβολής Φ.Π.Α. συνολικού ύψους €428,927.44 που φαίνεται ως καταβλητέος σε φορολογικές δηλώσεις για τις φορολογικές περιόδους που καλύπτουν το χρονικό διάστημα από 01/11/2017 μέχρι 30/04/2018, από 01/08/2018 μέχρι 31/01/2019, από 01/05/2019 μέχρι 31/01/2020, από 01/08/2020 μέχρι 31/10/2020 και από 01/02/2012 μέχρι 31/07/
- Οι λοιπές κατηγορίες, ήτοι οι κατηγορίες υπ' αριθμό 12 έως 20, αφορούν στο αδίκημα της παράλειψης καταβολής πρόσθετου φόρου και τόκου, συνολικού ύψους €28,858.58, λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής Φ.Π.Α. Σημειώνεται ότι σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 3, η Κατηγορούσα Αρχή καταχώρησε γραπτώς αναστολή της ποινικής δίωξης (Τεκμήριο Α), και ως εκ τούτου η ποινική δίωξη εναντίον του διακόπηκε και ο Κατηγορούμενος 3 απαλλάχθηκε στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Η υπόθεση, μετά την επίδοση του κατηγορητηρίου στους Κατηγορούμενους 1 και 2, ήταν για πρώτη φορά ορισμένη στις 24/09/2024 για απάντηση στο κατηγορητήριο, ημερομηνία κατά την οποία αμφότεροι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 παραδέχθηκαν τη διάπραξη των αδικημάτων και καταχωρίστηκε στο Δικαστήριο σχετική απάντηση τους. Την ίδια ημερομηνία ακούστηκαν τα γεγονότα που στοιχειοθετούν την καταδίκη των Κατηγορούμενων 1 και 2 και η ευπαίδευτη συνήγορος των Κατηγορουμένων αγόρευσε στο Δικαστήριο για σκοπούς μετριασμού της ποινής τους. Ως γεγονότα που στοιχειοθετούν την καταδίκη των Κατηγορούμενων 1 και 2, υιοθετήθηκαν από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής τα γεγονότα που εκτίθενται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων που αναφέρονται στο κατηγορητήριο, με την συνήγορο να αναφέρει συμπληρωματικά ότι δεν έχει καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό μέχρι την εν λόγω ημερομηνία. Λόγω της μη συμμόρφωσης, ζήτησε για το οφειλόμενο ποσό την έκδοση σχετικών διαταγμάτων είσπραξης εναντίον της Κατηγορούμενης 1 εταιρείας, που είναι το υποκείμενο στον φόρο πρόσωπο, δυνάμει του άρθρου 46
(12)της σχετικής νομοθεσίας, σύμφωνα με το περιεχόμενο του Έγγραφου Α, το οποίο κατατέθηκε στον φάκελο της υπόθεσης. Τέλος, η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι αμφότεροι οι κατηγορούμενοι είναι λευκού ποινικού μητρώου. Χωρίς να αμφισβητήσει τα γεγονότα που εκτέθηκαν από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής η ευπαίδευτη συνήγορος των Κατηγορούμενων 1 και 2, με την ικανή αγόρευσή της για μετριασμό της ποινής (Έγγραφο Β), αναγνώρισε τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αυτοί αντιμετωπίζουν και εξέφρασε την απολογία και μεταμέλεια τους. Αναφορικά με τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων από τους Κατηγορούμενους 1 και 2, η κα Μαραβελλάκη ανέφερε τα ακόλουθα: Μέχρι και το πρώτο τρίμηνο του 2017, ήτοι 13 έτη από την σύσταση της Κατηγορούμενης 1, οι Κατηγορούμενοι εκπλήρωναν νομότυπα και εμπρόθεσμα τις υποχρεώσεις τους προς το Τμήμα Φ.Π.Α. Τα έσοδα της Κατηγορούμενης 1 προέρχονταν από τις υπηρεσίες καθαρισμού και συντήρησης κτιρίων, πισίνας, ανελκυστήρων και την διαχείριση κοινόχρηστων εξόδων που παρείχε σε διάφορα κτιριακά συγκροτήματα στην επαρχία Πάφου. Ένεκα τούτου η Κατηγορούμενη 1 εξέδιδε τιμολόγια για τις υπηρεσίες που παρείχε, αρκετά των οποίων δεν έχουν εξοφληθεί μέχρι και σήμερα. Όπως αναφέρθηκε, μέχρι και σήμερα, διάφοροι πελάτες της Κατηγορούμενης 1 της οφείλουν το ποσό των €302,564.56 πλέον ΦΠΑ επί του ποσού των €40,600.
- Προς τούτο παρουσιάστηκαν σχετικές καταστάσεις των πελατών της Κατηγορούμενης 1 (Σχετικά 2-9 συνημμένα στο Έγγραφο Β). Ήταν η θέση της συνηγόρου των Κατηγορούμενων 1 και 2 πως η Κατηγορούμενη 1 δεν είχε νόμιμο δικαίωμα να διεκδικήσει άμεσα το όποιο οφειλόμενο σε αυτή ποσό, δικαίωμα που ως εξήγησε διατηρεί μόνο η νόμιμα συσταθείσα διαχειριστική επιτροπή του κάθε κτιριακού συγκροτήματος. Παρά την μη εξόφληση των τιμολογίων της, η Κατηγορούμενη 1 συνέχισε να αποπληρώνει διάφορα έξοδα των κτιριακών συγκροτημάτων, όπως τους λογαριασμούς κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος (Σχετικό Α συνημμένο στο Έγγραφο Β). Σημείωσε μάλιστα ότι ιδιοκτήτες μεμονωμένων μονάδων κτιριακών συγκροτημάτων πώλησαν τις μονάδες τους παραλείποντας να εξοφλήσουν τα τιμολόγια της Κατηγορούμενης 1, με αποτέλεσμα η Κατηγορούμενη 1 να μην μπορεί να αξιώσει τα οφειλόμενα ποσά προς αυτήν από τους νέους ιδιοκτήτες των μονάδων. Η αδυναμία της Κατηγορούμενης 1 να εισπράξει τα ανεξόφλητα τιμολόγια, σε συνδυασμό με το ότι οι λογιστές της Κατηγορούμενης 1 δεν συμβούλεψαν τους Κατηγορούμενους 1 και 2 ότι είχαν το δικαίωμα εντός της πρώτης τετραετίας να προβούν σε ακύρωση των τιμολογίων εάν αυτά παρέμειναν απλήρωτα, είχε ως αποτέλεσμα η Κατηγορούμενη 1 στις 23/12/2023 να διακόψει αναγκαστικά την λειτουργία της και να παραμένουν οφειλόμενα προς το Φ.Π.Α. τα ποσά που παρουσιάζονται στο κατηγορητήριο. Περαιτέρω, η συνήγορος των Κατηγορούμενων 1 και 2 σημείωσε ότι η Κατηγορούμενη 1, μόλις εισέπραττε από τους πελάτες της έναντι των οφειλόμενων προς αυτήν, κατέβαλε το συνολικό ποσό των €336,711.83 για την αποπληρωμή του Φ.Π.Α., για χρονικές περιόδους διαφορετικές από αυτές του κατηγορητηρίου. Καταλήγοντας αναφέρθηκε στο γεγονός ότι το ποσό Φ.Π.Α. που φαίνεται ως οφειλόμενο, σύμφωνα με τις φορολογικές δηλώσεις που υποβλήθηκαν για την περίοδο από 01/11/2019 μέχρι 31/01/2020, δεν εισπράχθηκε από τους Κατηγορούμενους 1 και
- Στην συνέχεια, η ευπαίδευτη συνήγορος, αναφέρθηκε στους μετριαστικούς παράγοντες που κατά την θέση της είναι ορθό και δίκαιο να ληφθούν υπόψιν υπέρ της Κατηγορουμένης
- Συγκεκριμένα αναφέρθηκε στην άμεση παραδοχή της και απολογία της προς το Δικαστήριο, στο γεγονός ότι η Κατηγορούμενη 2 είναι άτομο 54 ετών λευκού ποινικού μητρώου, και ότι είναι μητέρα 3 παιδιών, το ένα εκ των οποίων είναι ανήλικο και συγκεκριμένα 15 ετών. Αναφέρθηκε ότι εκτός από την ανήλικη κόρη της, ο εικοσιδιάχρονος υιός της έχει την καθημερινή ανάγκη της καθώς ένεκα καταλοίπων παιδικής μηνιγγίτιδας πάσχει από αμβλυωπία, με αποτέλεσμα η όραση του στον αριστερό οφθαλμό να είναι περιορισμένη στο 5%, και πάσχει επίσης από σοβαρή βαρηκοΐα στο δεξί αυτί (Σχετικό 15 συνημμένο στο Έγγραφο Β). Η Κατηγορούμενη 2 δεν διαθέτει οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία (Σχετικό 16 συνημμένο στο Έγγραφο Β), πλην ενός αυτοκινήτου η εμπορική αξία του οποίου είναι περίπου €2,000 (Σχετικό 17 συνημμένο στο Έγγραφο Β). Όπως προκύπτει από το Σχετικό 16 η Κατηγορούμενη 2 δεν έχει προβεί σε αποξένωση ακίνητης περιουσία της τουλάχιστον από την 01/01/
- Η συνήγορος της ζήτησε επίσης να ληφθεί υπόψη ότι η οικογένεια της Κατηγορούμενης 2 έχει βρεθεί σε οικτρή οικονομική θέση αφού βρίσκεται αντιμέτωπή με την καταβολή των διδάκτρων της φοίτησης, ένδυσης και υπόδησης και διατροφής και των 3 παιδιών της, τα οποία καλύπτονται από την εργασία του συζύγου της Κατηγορούμενης 1 (Σχετικά 11 -14 συνημμένα στο Έγγραφο Β). Οι γονείς της είναι υπερήλικες και διαμένουν στην Ρωσία. Σημείωσε ότι η Κατηγορούμενη 2 ανέμενε καλόπιστα να εισπράξει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές προς την Κατηγορούμενη 1 εταιρεία με σκοπό να αποπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς το Φ.Π.Α., και σε συνδυασμό με την έλλειψη επαγγελματικών συμβουλών από τους λογιστές της, βρέθηκε η ίδια προσωπικά έκθετη στην κρίση της δικαιοσύνης. Καταλήγοντας, τόνισε ότι το συνολικά οφειλόμενο χρηματικό ποσό προς το ΦΠΑ δεν αποτελεί ένα συνεχιζόμενο χρονικό διάστημα, καθ' ότι σε διάφορα χρονικά διαστήματα καταβλήθηκε το ποσό των €336,711.83 για άλλες φορολογικές περιόδους αλλά και ότι το ποσό του Φ.Π.Α. που φαίνεται ότι εισπράχθηκε στα Σχετικά 2 μέχρι 9 (συνημμένα στο Έγγραφο Β) από την Κατηγορούμενη 1, δεν έχει στην πραγματικότητα εισπραχθεί. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου την δήλωση της συνηγόρου των Κατηγορούμενων 1 και 2, στην προφορική της αγόρευση, ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 δεσμεύονται σε περίπτωση που εκδοθεί απόφαση στην αγωγή που έχει καταχωρηθεί από την Κατηγορούμενη 1 εναντίον διαχειριστικής επιτροπής κτιριακού συγκροτήματος για το ποσό των €40,000 πλέον ΦΠΑ (Σχετικό 10 συνημμένο στο Έγγραφο Β), και το εν λόγω ποσό εισπραχθεί, αυτό να καταβληθεί έναντι των επίδικων οφειλών. Έλαβα υπόψη μου όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από πλευράς Κατηγορουμένων 1 και 2 μέσω της ευπαίδευτης δικηγόρου τους. Πιο κάτω θα αναφερθώ στα συγκεκριμένα στοιχεία τα οποία κρίνονται ουσιαστικά για την διαμόρφωση της κρίσης του Δικαστηρίου αναφορικά με το είδος και έκταση της επιβαλλόμενης ποινής για ένα έκαστο των κατηγορουμένων. Σύμφωνα με το άρθρο 46
(9)του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000 (Ν.95(Ι)/2000) (ο «Νόμος»), οποιοδήποτε πρόσωπο παραλείπει να καταβάλει το Φ.Π.Α. που εμφαίνεται σε φορολογική δήλωσή του ως καταβλητέος σε σχέση με οποιαδήποτε περίοδο μέσα στην προθεσμία που προβλέπουν οι Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 20
(1), είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή σε φυλάκιση μέχρι δώδεκα μήνες ή και στις δύο αυτές ποινές. Το άρθρο 46(10Α) του Νόμου, καθορίζει ότι πρόσωπο που παραλείπει ή αρνείται να καταβάλει στον Έφορο οποιοδήποτε ποσό πρόσθετου φόρου ή χρηματικής επιβάρυνσης ή τόκου που επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι του δέκα τοις εκατόν (10%) του οφειλόμενου ποσού. Περαιτέρω, το άρθρο 46
(12)του Νόμου, δίδει εξουσία σε ποινικό δικαστήριο που κηρύσσει οποιοδήποτε πρόσωπο ένοχο για παράλειψη καταβολής στον Έφορο οποιουδήποτε ποσού που οφείλει με βάση τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, περιλαμβανομένων χρηματικών επιβαρύνσεων και τόκου, να εκδώσει διάταγμα με το οποίο να διατάσσει τον καταδικασθέντα να καταβάλει στον Έφορο το εν λόγω ποσό. Η πρόνοια αυτή, όπως πρόσφατα έχει ερμηνευθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ασσιώτης ν Εφόρου Φορολογίας, Ποινική Έφεση 143/2020, ημερομηνίας 12/04/2021, παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει διάταγμα δια του οποίου να διατάσσεται το υποκείμενο στον φόρο πρόσωπο, που εν προκειμένω είναι η Κατηγορούμενη 1, να καταβάλει στον Έφορο Φορολογίας την εναπομείνασα οφειλή. Ευθύνη για ποινικό αδίκημα που διαπράττεται από νομικό πρόσωπο, φέρουν εκτός από το ίδιο το νομικό πρόσωπο, οι σύμβουλοι ή οι διευθύνοντες αξιωματούχοι του νομικού προσώπου (άρθρο 48
(1)του Νόμου). Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα για την διάπραξη των οποίων οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 κρίθηκαν ένοχοι είναι σοβαρά, κυρίως σε ότι αφορά τα αδικήματα των κατηγοριών μη καταβολής Φ.Π.Α. Αυτό διαφαίνεται και από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από το Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από το Νόμο. Η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση αδικημάτων που σχετίζονται με την εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων των πολιτών έχει τονιστεί επανειλημμένα. Ενδεικτικά παραπέμπω στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Antreas Makris Tourist Taxi Service Co Ltd
(1996)2 A.A.Δ. 262 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η παράλειψη εκπλήρωσης των φορολογικών υποχρεώσεων που θέτει ο Νόμος περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, όπως και κάθε άλλη φορολογική νομοθεσία, συνιστά σοβαρό παράπτωμα και η εκπλήρωσή τους ενέχει μεγάλη σημασία για το δημόσιο. Ανάλογα μεγάλη είναι και η ευθύνη των πολιτών για εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών... Κατά συνέπεια, οι ποινές που πρέπει να επιβάλλονται, πρέπει να αντανακλούν τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διαπράχθηκαν και παράλληλα να είναι αποτρεπτικές για τους αδικοπραγούντες και για το κοινό, για να μην υπάρχει ενθάρρυνση στην παρανομία και στην παράνομη κατακράτηση των εσόδων του κράτους.» Η είσπραξη του συγκεκριμένου φόρου από τους πολίτες που ασκούν εμπορική δραστηριότητα, καθιστά αυτούς ως εντολοδόχους απέναντι στο κράτος και η παράλειψη τους να αποδώσουν τα ποσά αυτά συνιστά παράνομη οικειοποίηση των χρημάτων αυτών (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρου Σπύρου Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, ημ. 18/09/2017). Παραπέμπω επίσης στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ζακατζιώτη
(2001)2 ΑΑΔ 85 στην οποία παρατηρήθηκε ότι: «Η μικρή ποινή σε σχέση με τα ιδιάζοντα περιστατικά κάθε υπόθεσης αποτελεί έμμεσο τρόπο ενθάρρυνσης της παρανομίας, όταν η σοβαρότητα των αδικημάτων επιβάλλει την παρουσία του στοιχείου της αποτρεπτικότητας. [..] Ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας καθίσταται οφειλόμενος από τη στιγμή που διενεργείται η παράδοση ή παροχή υπηρεσιών και ο επιχειρηματίας καθίσταται εμπιστευματοδόχος του κράτους για την είσπραξη του οφειλόμενου ποσού. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια ο επιχειρηματίας έχει υποχρέωση να εισπράττει αμέσως τις σχετικές φορολογικές επιβαρύνσεις και να τις αποδίδει χωρίς καθυστέρηση στο κράτος. Χωρίς να παραγνωρίζουμε τα ελαφρυντικά που έχουν προβληθεί, έχουμε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι ποινές που επιβλήθηκαν δεν αντανακλούν τη σοβαρότητα των αδικημάτων αφού από αυτές απουσιάζει έντονα το στοιχείο της αποτρεπτικότητας.» Όπως έχει επίσης νομολογηθεί, τα αδικήματα αυτής της μορφής είναι ιδιαίτερα σοβαρά και η σημασία τους αντικατοπτρίζεται από το γεγονός ότι η επιβολή στερητική της ελευθερίας ποινή, δεν είναι ασύνηθης επιλογή (βλ. Κύπρος Κυπριανού ν Δημοκρατίας
(2014)2 ΑΑΔ 144). Ωστόσο, σύμφωνα με την νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά και ακόμη και σε τέτοιου είδους συμπεριφορές το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί. Στο έργο εξατομίκευσης της ποινής το Δικαστήριο οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη, καθώς και εκείνα που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, έτσι ώστε η ποινή να μην συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224). Την ίδια ώρα, είναι σαφώς νομολογημένο, ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά ενός αδικήματος (βλ. Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας ανωτέρω). Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η ποινή της φυλάκισης, πρέπει να επιβάλλεται όταν η φύση του αδικήματος και οι συνθήκες και ένταση διάπραξής του, σε συνάρτηση με τα ελαφρυντικά του αδικοπραγούντος, την καθιστούν ως την καταλληλότερη ποινή. Τέτοια ποινή επιβάλλεται μόνο στις περιπτώσεις που οποιαδήποτε άλλη ποινή κρίνεται ακατάλληλη (βλ. Θεοχάρους ν Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής λαμβάνω υπόψη μου στην παρούσα περίπτωση την σοβαρότητα των αδικημάτων καθώς και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, στα πλαίσια της προαναφερθείσας νομολογίας αλλά και λόγω του ότι τα αδικήματα αυτά βρίσκονται σε έξαρση, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου ως επιβαρυντικό παράγοντα το μεγάλο ποσό που συνολικά οφείλεται προς την υπηρεσία Φ.Π.Α., το οποίο ανέρχεται στις €457,786.02. Σε σχέση μάλιστα με τον οφειλόμενο φόρο, τονίζεται ότι το ταμείο του κράτους στερήθηκε ένα μεγάλο ποσό εσόδων το οποίο του ανήκει. Δεν παραγνωρίζω επίσης ότι κανένα ποσό δεν καταβλήθηκε έναντι των οφειλόμενων ποσών για τις περιόδους που αναφέρονται στο κατηγορητήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, προς όφελος των Κατηγορούμενων 1 και 2 λαμβάνω υπόψη μου τα πιο κάτω: i. Το λευκό τους ποινικό μητρώο, σε συσχετισμό ότι η Κατηγορούμενη 2 είναι ηλικίας 54 ετών. ii. Την άμεση παραδοχή τους, όπου σύμφωνα με την νομολογία αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή (βλ. Χαρτούμπαλος v. Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 28). iii. Προς όφελος τους προσμετρά το γεγονός ότι μέσω της συνηγόρου τους δήλωσαν μεταμελημένοι για τα αδικήματα τα οποία παραδέχθηκαν ότι διέπραξαν. Ωστόσο, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, οι Κατηγορούμενοι δεν έδειξαν την έμπρακτη μεταμέλεια τους, έστω με την μερική εξόφληση των ποσών που αφορούν οι κατηγορίες. iv. Προς όφελος της Κατηγορούμενης 2 λαμβάνω υπόψη μου τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές της περιστάσεις όπως αυτές διαφάνηκαν μέσα από την αγόρευση της συνηγόρου της. Συγκεκριμένα λαμβάνω υπόψη μου ότι είναι μητέρα 3 παιδιών, 2 εκ των οποίων έχουν την καθημερινή ανάγκη της, ως αναφέρθηκε ανωτέρω, και ότι η Κατηγορούμενη 2 στερείται περιουσιακών στοιχείων. v. Το γεγονός ότι η Κατηγορούμενη 1 έχει συμμορφωθεί με τις φορολογικές της υποχρεώσεις για χρονικές περιόδους διαφορετικές από τις επίδικές, και έχει καταβάλει το συνολικό ποσό των €336,711.
- vi. Τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, και ιδιαίτερα ότι αυτά διαπράχθηκαν ένεκα της κακής διαχείρισης της Κατηγορούμενης 1 που είχε ως αποτέλεσμα να μην μπορέσει να εισπράξει τα οφειλόμενα ποσά προς αυτήν και στην συνέχεια να καταβάλει το οφειλόμενο Φ.Π.Α. καθώς και το ότι το ποσό του Φ.Π.Α. που φαίνεται ότι εισπράχθηκε από την Κατηγορούμενη 1, δεν έχει στην πραγματικότητα εισπραχθεί. vii. Το γεγονός ότι η Κατηγορούμενη 1 από τις 23/12/2023 έχει τερματίσει τις δραστηριότητες της και έχει αιτηθεί να διαγραφεί από το μητρώο του Φ.Π.Α. Εξ' αυτού προκύπτει ότι ο κίνδυνος επανάληψης από μέρους των κατηγορούμενων παρόμοιας φύσεως αδικημάτων είναι απομακρυσμένος, αν όχι ανύπαρκτος. viii. Τέλος, δεν παραγνωρίζω ότι η Κατηγορούμενη 2 δεν έχει οποιοδήποτε ακίνητο εγγεγραμμένο επ' ονόματι της και δεν έχει προβεί σε οποιαδήποτε αποξένωση περιουσίας της από την 01/01/
- Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω και χωρίς να παραγνωρίζω τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξαν οι κατηγορούμενοι, τις προβλεπόμενες από το νόμο ποινές, την ανάγκη για αποτροπή και την ίδια ώρα την υποχρέωση για εξατομίκευση της τιμωρίας ώστε αυτή να αρμόζει στις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη επιβάλλω σε αυτούς τις ακόλουθες ποινές: Κατηγορούμενη 1 Σε σχέση με την Κατηγορούμενη 1 από την στιγμή που πρόκειται για νομικό πρόσωπο η ποινή που δύναται να της επιβληθεί δεν μπορεί να είναι άλλη από την χρηματική. Ως εκ τούτου, επιβάλλω σε αυτήν τις πιο κάτω χρηματικές ποινές: · Στην 1η κατηγορία χρηματική ποινή ύψους €100∙ · Στη 2η κατηγορία χρηματική ποινή ύψους €800∙ · Στην 3η κατηγορία χρηματική ποινή ύψους €100∙ · Στην 4η κατηγορία χρηματική ποινή ύψους €400∙ · Στην 5η κατηγορία χρηματική ποινή ύψους €1,400∙ · Στην 6η κατηγορία χρηματική ποινή ύψους €50∙ · Στην 7η κατηγορία χρηματική ποινή ύψους €250∙ · Στην 8η κατηγορία χρηματική ποινή ύψους €4,500∙ · Στην 9η κατηγορία χρηματική ποινή ύψους €100∙ · Στη 10η κατηγορία χρηματική ποινή ύψους €50∙ · Στην 11η κατηγορία χρηματική ποινή ύψους €
- Δεν επιβάλλω καμία ποινή στις κατηγορίες αρ. 12 έως 20, εφόσον οι καταβληθείσες χρηματικές επιβαρύνσεις, πρόσθετος φόρος και τόκος μπορούν να εισπραχθούν στη βάση διατάγματος που θα εκδώσω πιο κάτω, αλλά και χάριν της αρχής της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής. Περαιτέρω, δυνάμει του άρθρου 46
(12)του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου εκδίδονται 20 διατάγματα εναντίον της Κατηγορούμενης 1 για τα ποσά που καταγράφονται στο Έγγραφο Α που κατατέθηκε από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, έγγραφο το οποίο θεωρείται αναπόσπαστο μέρος της παρούσας απόφασης. Κατηγορούμενη 2 Σε ότι αφορά την Κατηγορούμενη 2, τα ελαφρυντικά και οι μετριαστικοί παράγοντες όπως αυτά έχουν εκτεθεί αμέσως πιο πάνω, δεν είναι, κατά την άποψη μου, τέτοιας έκτασης και φύσης ώστε να υπερφαλαγγίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής ενόψει ιδιαίτερα της σοβαρότητας του αδικήματος των κατηγοριών που βρέθηκε ένοχη και της δεδηλωμένης ανάγκης για επιβολή αποτρεπτικών ποινών σε αδικήματα αυτής της φύσης. Δεν έχουν καταδειχθεί γεγονότα τέτοιας φύσεως που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου αναφορικά με το είδος της ποινής. Ούτε οι προσωπικές συνθήκες της Κατηγορούμενης 2 είναι τέτοιες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν το είδος της ποινής. Τα αδικήματα είναι ιδιαίτερα σοβαρά και υπάρχει η ανάγκη για αποτροπή. Σε τέτοιες περιπτώσεις οι προσωπικές περιστάσεις είναι ήσσονος σημασίας. (βλ. Μάριος Παναγιώτου v. Aστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 540). Είναι καθήκον του Δικαστηρίου να στείλει το μήνυμα ότι τέτοιες συμπεριφορές δεν μπορεί να γίνουν αποδεκτές από οποιοδήποτε και για οποιονδήποτε λόγο. Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω και χωρίς να παραγνωρίζω ότι η ποινή φυλάκισης αποτελεί το ύστατο μέτρο τιμωρίας και ότι επιβάλλεται μόνο όταν κρίνεται ως αναπόφευκτο τιμωρητικό μέτρο κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις αποτελεί τη μόνη αρμόζουσα ποινή. Οποιαδήποτε άλλη ποινή, υπό τις περιστάσεις, θα έδινε λανθασμένα μηνύματα στην Κατηγορούμενη 2 και σε άλλους επίδοξους παραβάτες (Νικήτα v. Αστυνομία
(1997)2 ΑΑΔ 75). Κατά συνέπεια και επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια, στην Κατηγορούμενη 2 επιβάλλω ποινή φυλάκισης 4 μηνών σε έκαστη των κατηγοριών 1 μέχρι
- Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν εφόσον αφορούν αδικήματα ίδιας φύσεως που διαπράχθηκαν στο πλαίσιο ενιαίας συμπεριφοράς. Επιβολή διαδοχικών ποινών στην υπό κρίση περίπτωση θα καθιστούσε την ποινή δυσανάλογη (βλ. Έφορος Φορολογίας ν. K & M FAMAGUSTA Developers and Constructions Ltd κ.α Ποινική Έφεση αρ. 164/2020 ημερ. 08.07.2022). Δεν επιβάλλω οποιαδήποτε ποινή στις υπόλοιπες κατηγορίες λαμβάνοντας υπόψη τις ποινές που της επιβλήθηκαν στις πιο πάνω κατηγορίες και χάριν της αρχής της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής, και ιδιαίτερα το γεγονός ότι στον καθορισμό της ποινής έλαβα υπόψη μου το συνολικά οφειλόμενο ποσό στη βάση των κατηγοριών 1 μέχρι και 11, αμφότερων περιλαμβανομένων. Έχοντας αποφασίσει την επιβολή ποινής φυλάκισης στην Κατηγορούμενη 2 θα εξετάσω στο στάδιο αυτό κατά πόσον συντρέχουν λόγοι για αναστολή της εκτέλεσης της, ως ήταν η εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Κατηγορούμενης
- Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε, και το οποίο αναφέρει ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο ήθελε διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 ΑΑΔ 373). Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου (βλ. Siminoiu v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 699). Όπως έχει τονισθεί την υπόθεση Άγγελος Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 930 το Δικαστήριο εξετάζοντας κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή εκτέλεσης της ποινής θα πρέπει εκ νέου να εξετάσει τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Όπως έχει αναφερθεί, μεταξύ άλλων, στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Ρομίνας Τζιαουχάρη
(2005)2 ΑΑΔ 161, τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας αναφορικά με την έκδοση διατάγματος αναστολής της εκτέλεσης ποινής φυλάκισης είναι: (α) Η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του εγκλήματος, (β) το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτης για την ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. Όπως έχει νομολογηθεί ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή. Έχω ήδη σε προηγούμενο στάδιο αναλύσει όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης και της Κατηγορούμενης 2 και έχω υπόψη όλα όσα έχουν ήδη αναφερθεί, για την εκ νέου θεώρηση τους στο στάδιο αυτό. Το βασικό λοιπόν ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και της Κατηγορούμενης 2 θα μπορούσε ή θα έπρεπε να επενεργήσουν κατά τρόπο που να δικαιολογεί το να δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία. Κατόπιν προσεκτικής μελέτης των περιστάσεων της υπόθεσης καθώς και των προσωπικών και οικογενειακών συνθηκών της Κατηγορούμενης 2 κρίνω ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε ικανός λόγος αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί. Οι περιστάσεις της υπόθεσης αλλά και οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις της Κατηγορούμενης 2 όπως και όλοι οι υπόλοιποι μετριαστικοί παράγοντες που προαναφέρθηκαν, έχουν επαρκώς ληφθεί υπόψη προς όφελος της κατά την επιμέτρηση της ποινής σε βαθμό που αν αναστελλόταν η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης, αυτή δεν θα αντικατόπτριζε επαρκώς την αντικειμενική σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε, ιδιαίτερα τη στιγμή που, δεν υπήρξε από πλευράς της έμπρακτη μεταμέλεια έστω με την μερική εξόφληση της συνολικής οφειλής Φ.Π.Α., το ύψος της οποίας είναι ιδιαίτερα μεγάλο. Θεωρώ κρίσιμο να αναφέρω ότι τα οποιαδήποτε προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ο ενήλικας υιός της Κατηγορούμενης 2 δεν είναι τέτοιας φύσης που να αποκλείουν την επιβολή ποινής φυλάκισης στην Κατηγορούμενη 2. Περαιτέρω, σε περίπτωση αναστολής εκτέλεσης της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης, αυτό δεν θα εξυπηρετούσε τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής για τα αδικήματα της εξεταζόμενης φύσεως, τα οποία είναι πολύ σοβαρά δεδομένης και της έξαρσης στην οποία βρίσκονται, και θα εξέπεμπε λανθασμένα μηνύματα τόσο στην Κατηγορούμενη 2 όσο και σε άλλους επίδοξους παραβάτες τέτοιων αδικημάτων σε ότι αφορά τις συνέπειες διάπραξής τους. Συνεπώς, η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στην Κατηγορούμενη 2 είναι άμεση. Στη συνέχεια θα προχωρήσω να εξετάσω αν με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 117
(2)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, όπως τροποποιήθηκε, η ποινή φυλάκισης, που έχω σήμερα επιβάλει στην Κατηγορούμενη 2 θα πρέπει να συντρέχει ή να είναι διαδοχική με την ήδη εκτιόμενη ποινή 5 μηνών που της επιβλήθηκε στις 09/09/2024 στην υπόθεση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου με αριθμό 809/2021. Το άρθρο 117
(2)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155 προνοεί τα ακόλουθα: «Ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε σε πρόσωπο που ήδη καταδικάστηκε σε φυλάκιση αρχίζει να εκτίεται μετά τη λήξη της προηγούμενης ποινής εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά». Υπάρχει πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του συγκεκριμένου θέματος. Στην υπόθεση Κουφού κ.α v. Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 396 τονίστηκε ότι το Δικαστήριο για να εκδώσει διαφορετική διαταγή (ήτοι όπως η ποινή να συντρέχει) πρέπει να υπάρχουν στην υπό κρίση περίπτωση ειδικές ή και εξαιρετικές συνθήκες. Στην εν λόγω υπόθεση ο εφεσείων εξέτιε ποινή φυλάκισης για σειρά εγκλημάτων εναντίον περιουσίας, και καταδικάστηκε για αδίκημα που αφορούσε σε ναρκωτικές ουσίες. Το Εφετείο αναφέροντας ότι επρόκειτο για εντελώς διαφορετικά αδικήματα έκρινε ότι δεν δικαιολογείτο η έκδοση διαταγής διαφορετικής της γενικής πρόνοιας του άρθρου 117
(2). Στη Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 443, στην οποία ο Κατηγορούμενος είχε ήδη καταδικαστεί στα πλαίσια άλλης υπόθεσης για παρόμοιας φύσης αδικήματα, το Εφετείο έκρινε ορθό ότι θα έπρεπε όλες οι επιβληθείσες ποινές να συντρέχουν. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση: «Η αρχή της συνολικότητας της ποινής ισχύει βεβαίως στην Κύπρο όπως ισχύει και στην Αγγλία. Επεκτείνεται πέραν της περίπτωσης διαδοχικών ποινών που επιβάλλονται από το ίδιο δικαστήριο την ίδια ώρα στην ίδια ή σε διαφορετικές υποθέσεις και καλύπτει περιπτώσεις όπως η προκειμένη στην οποία οι ποινές επιβάλλονται από διαφορετικό δικαστήριο σε διαφορετικό χρόνο και σε διαφορετικές υποθέσεις. Ακόμα, δεν περιορίζεται σε αδικήματα που είναι όμοια ή σχετίζονται μεταξύ τους ως μέρος μίας ενιαίας ενέργειας, ως προς τα οποία ο γενικός κανόνας είναι ότι δεν πρέπει να επιβάλλονται διαδοχικές ποινές (ίδε και Αχιλλέως ν. Αστυνομίας
(1989)1 Α.Α.Δ. 331). Επίκεντρο της είναι ο τιμωρούμενος και προοπτική της η αποφυγή υπέρμετρης ή δυσανάλογης ποινής ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη του. Και υπόβαθρο της είναι οι ευρύτεροι παράμετροι που διέπουν την αναλογικότητα της τιμωρίας προς το έγκλημα και που έχουν έρεισμα στις θεμελιακές αρχές του δικαίου και αναγνώριση στο Σύνταγμα και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, υπό το φως των οποίων και θα πρέπει να εφαρμόζεται το άρθρο 117
(2)και να ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ύψος της επιβληθησομένης ποινής. Εφόσον πρόκειται για στέρηση της ελευθερίας του ατόμου για σκοπούς τιμωρίας, η ποινική ευθύνη του τιμωρούμενου πρέπει να αντικρίζεται διαχρονικά σαν σύνολο σε κάθε δεδομένη περίπτωση φυλάκισής του. Ειδικά στην περίπτωση όπως η προκειμένη, στην οποία επιβάλλεται ποινή ενώ ο τιμωρούμενος εκτίει άλλη ποινή, αποτελούν καλό κανόνα τα λεχθέντα από το Richards, J., στην υπόθεση R v. Watts [2000] 1 Cr. App. R. (S.) 460, στην οποία μας ανέφερε ο κ. Πικής: "If the offence had fallen to be dealt with at the same time would the same total sentence have resulted. If not, then the total produced by making the sentences consecutive may be disproportionate and excessive." Ο κανόνας αυτός αντιστοιχεί προς το γενικό κανόνα που το δικαστήριο, όταν εξετάζει το ενδεχόμενο επιβολής συντρεχουσών ή διαδοχικών ποινών, εφαρμόζει ως απόρροια της αρχής της συνολικότητας της ποινής. Όπως το έθεσε ο Lawton, L.J., στην υπόθεση R. v. Barton, October 6, 1972 (αναφερόμενη στο Encyclopaedia of Current Sentencing Practice, section A5-3A) (στην οποία επίσης μας ανέφερε ο κ. Πικής) υποδεικνύοντας το καθήκον του δικαστηρίου: "It must look at the totality of the criminal behaviour and ask itself what is the appropriate sentence for all the offences." ... Με δεδομένη την ποινή των δυόμισι ετών ως το μέτρο που το Κακουργιοδικείο έκρινε ως ορθό (και η ποινή εκείνη δεν εφεσιβλήθη), το σύνολο της εγκληματικής συμπεριφοράς του Εφεσείοντα, έχοντας υπ' όψη όλους τους παράγοντες που υπεισέρχονται στο θέμα, δεν θα δικαιολογούσε την επιβολή ποινής τεσσεράμισι ετών. Ή, θέτοντας το κάπως διαφορετικά, αν η υπόθεση αυτή ήταν ενώπιον του Κακουργιοδικείου όταν επιβάλλετο ποινή στην 9399/03 και ελαμβάνετο υπόψη, αμφιβάλλουμε αν η ποινή που θα επέβαλλε το Κακουργιοδικείο, με δεδομένο πάντοτε το μέτρο των δυόμισι ετών που το ίδιο έκρινε ως ορθό, θα ήταν αισθητά διαφορετική από εκείνη που επεβλήθη. Υπό το φως του συνόλου των περιστάσεων όπως τις έχουμε αξιολογήσει πιο πάνω, και έχοντας το όφελος και της απόφασης του Κακουργιοδικείου η οποία ετέθη ενώπιον μας, δεν θα είμαστε βέβαιοι ότι η ποινή των δυόμισι ετών που είχε επιβληθεί στην 9399/03 θα ήταν αυξημένη, ή αρκούντως αυξημένη, αν είχε ληφθεί υπ' όψη τότε η υπόθεση αυτή, ώστε να δικαιολογούσε άλλη απόφαση μας παρά ότι οι συντρέχουσες ποινές που επεβλήθησαν στην υπόθεση αυτή θα πρέπει να συντρέχουν με την ήδη επιβληθείσα ποινή των δυόμισι ετών.» Θα πρέπει να εξετάζεται σε τέτοια περίπτωση το ζήτημα της συνολικότητας της ποινής, έννοια που έχει έρεισμα στις θεμελιακές αρχές του δικαίου, στο Σύνταγμα και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (βλ. Χριστοφόρου ανωτέρω). Οι αρχές που εφαρμόζονται ως προς την επιβολή συντρέχουσων ή διαδοχικών ποινών, συνοψίστηκαν στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Θωμά, Ποινική Έφεση αρ. 132/17, ημερομηνίας 26.6.2019, ως ακολούθως: «Συντρέχουσες ποινές επιβάλλονται κατά κανόνα όταν τα αδικήματα απορρέουν από μια ενιαία έκνομη συμπεριφορά, τέτοια που χρονικά και τοπικά να συνδέονται. (Thomas Principles of Sentencing, σελ. 47 κ. επ.). Η ομοιότητα των παρανόμων πράξεων, η σύνδεση και συνάφεια των γεγονότων και η συσχέτιση τους αποτελούν οδηγό για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (Achilleos v P
(1989)2 C.L.R. 331, Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123, Ευσταθίου ν. Δημοκρατίας
(2014)2 Α.Α.Δ. 541, 6 και Γ. Μ. Πική: Sentencing in Cyprus, 2η Έκδ. σελ. 19 κ.ε.). Από την άλλη, η διαδοχικότητα των ποινών είναι δυνατή όπου τα αδικήματα είναι μεταξύ τους ασύνδετα σε τόπο και χρόνο ή υποδηλώνουν συμπεριφορά που να δικαιολογεί τη διαδοχικότητα όπως όταν κάποιος διαπράττοντας σεξουαλικό αδίκημα, προχωρεί ταυτόχρονα φεύγοντας και σε ληστεία του θύματος (R. v. Buckland [2013] EWCA Crim 91, Ομήρου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 91/2017, ημερ. 2.5.2018), ECLI:CY:AD:2018:B214, ECLI:CY:AD:2018:B
- Η αρχή που υπερίπταται στη διαδοχικότητα είναι αυτή της συνολικότητας. Οι διαδοχικές ποινές δεν πρέπει να είναι δυσανάλογες εν τω συνόλω τους με τη γενικότερη αποτίμηση της παράνομης συμπεριφοράς. Η επιβαλλόμενη ποινή οφείλει σφαιρικά να είναι δίκαιη και ανάλογη. Αυτή είναι και η οδηγούσα αρχή του Sentencing Guidelines Council: Definitive Guideline του
- Σημειώνεται όμως επίσης ότι αδικήματα τα οποία έστω και αν απορρέουν από την ίδια συμπεριφορά ή είναι μεταξύ τους συνδεδεμένα εκ της φύσεως τους, δυνατόν να επισύρουν την ανάγκη για διαδοχικές ποινές εάν οι συντρέχουσες ποινές δεν επαρκούν για να στιγματίσουν την ολική εγκληματική συμπεριφορά. Ακόμη και αν το αποτέλεσμα των διαδοχικών ποινών είναι η σωρευτική ποινή να υπερβαίνει το ανώτατο όριο που επιτρέπεται από το Νόμο, αυτό δεν αποκλείεται όταν κρίνεται αναγκαίο (Blake [1961] 45 Cr. App. Rep. 292). Στον Thomas, ανωτέρω, σελ. 56, αναφέρεται ότι ακόμη και εάν δύο αδικήματα είναι χρονικά συνδεδεμένα αυτό δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι θα αντιμετωπισθούν ως μέρος μιας συμπεριφοράς εάν είναι κατ' ουσίαν διαφορετικά σε χαρακτήρα ή έχουν αναφορά σε διαφορετικό θεματολόγιο.» Όπως προκύπτει από την πλούσια νομολογία για το εν λόγω ζήτημα, δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας που να διέπει κατά ποσό οι ποινές πρέπει να δομούνται ως συντρέχουσες ή διαδοχικές. Η πρωταρχική αρχή είναι ότι η συνολική ποινή πρέπει να είναι δίκαια και αναλογική (βλ. Νικολάου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 54/2019, 19/05/2022, ECLI:CY:AD:2022:D195). Είναι καθήκον του Δικαστήριο αν θα επιβάλει διαδοχικές ποινές, όπως βεβαιωθεί ότι το σύνολο των διαδοχικών ποινών δεν είναι υπερβολικό (βλ. Σωτηριάδου ν Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 356). Η ομοιότητα μεταξύ των αδικημάτων, η τυχόν συνάφεια γεγονότων και ο χρόνος διάπραξης τους είναι μεταξύ των παραγόντων που λαμβάνονται υπόψιν G.M. Pikis, Sentencing in Cyprus, 2nd Ed., σελ. 91-92, Αχιλλέως ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 331). Ακόμη όμως και αν τα αδικήματα ήταν του ίδιου ή παρόμοιου χαρακτήρα, αν διαρπάχθηκαν σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, είχαν ως θύματα πολλούς και διαφορετικούς ανθρώπους και βασίζονταν κάθε φορά σε αυτοτελή γεγονότα, η επιβολή συντρεχουσών ποινών είναι δυνατό να μην αντανακλά τη συνολική εγκληματικότητα της συμπεριφοράς δεν ενδείκνυται να επιβάλλονται διαδοχικές ποινές (βλ. Κατσιαρή ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 163/2019, ημερ. 20/12/2019, Ευσταθίου ν. Δημοκρατίας
(2014)2 ΑΑΔ 541). Κατά γενική δε αρχή, το σύνολο των διαδοχικών ποινών θα πρέπει να βρίσκεται σε αναλογία προς τη σοβαρότητα των επιμέρους κατηγοριών. Από την άλλη, η διαφορετικότητα της φύσεως των αδικημάτων, δεν είναι το μόνο αποφασιστικό κριτήριο του κατά πόσο η επιβληθείσα ποινή θα πρέπει να είναι διαδοχική. Έτσι για παράδειγμα στην Παραρέ v. Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 257 στην οποία τονίστηκε ξανά η σημασία της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας και συνολικότητας της ποινής και πως η εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 117
(2)του Κεφ.115 δεν πρέπει να είναι άκαμπτη, το Ανώτατο ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση και διέταξε όπως η ποινή φυλάκισης των δυο μηνών που επιβλήθηκε σε σχέση με κατοχή και χρήση ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β συντρέχει με ποινή που είχε επιβληθεί από το Κακουργιοδικείο σε σχέση με διαφορετικής φύσης αδικήματα, ήτοι ένοπλης ληστείας και κλοπής. Από τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές προκύπτει ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει στο σύνολο της την παραβατική συμπεριφορά της Κατηγορούμενης
- Θα πρέπει δηλαδή να αξιολογηθεί, με αναφορά το σύνολο της έκνομης συμπεριφοράς της Κατηγορούμενης 2, το κατά πόσο η επιβολή της ποινής φυλάκισης ως συντρέχουσας με την ποινή που ήδη εκτίει ή επιβολής της ως διαδοχική με αυτή αποτελεί δίκαιη και ανάλογη ποινική μεταχείριση της (βλ. Γ.Ε ν. Κύρρη Ποινική Έφεση αρ. 70/22 ημερ. 07.02.2023). Υποβάλλοντας στον εαυτό μου το ερώτημα κατά ποσό η συνολική ποινή των 9 μηνών άμεσης φυλάκισης, που προκύπτει από την διαδοχικότητα των ποινών στην παρούσα και την υπόθεση 809/2021 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, η οποία επιβλήθηκε και άρχισε να προσμετρά από τις 09/09/2024, είναι στο σύνολό της υπέρμετρη και δυσανάλογη προς το σύνολο της παραβατικής συμπεριφοράς της Κατηγορούμενης 2 σε σχέση με τα υπό τιμωρία αδικήματα, φρονώ πως η απάντηση είναι αρνητική. Στην κατάληξη μου αυτή έλαβα υπόψιν το ύψος της προβλεπόμενης από το νόμο ποινής για τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών για τέτοιας φύσεως αδικήματα, καθώς και το ύψος των οφειλόμενων ποσών. Με την επιβολή δε συντρεχουσών ποινών δεν θεωρώ ότι αντανακλάται η σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων και δεν στιγματίζεται η συνολική εγκληματική συμπεριφορά της Κατηγορούμενης
- Συνυπολόγισα επίσης και όλους τους μετριαστικούς παράγοντες προς όφελος της Κατηγορούμενης
- Παρόλο που τα επίδικα αδικήματα και τα αδικήματα στην Υπόθεση αρ. 809/2021, στρέφονται κατά του ίδιου προσώπου, ήτοι του κράτους, αφορούσαν διαφορετικά ταμεία, καθ' ότι στην Υπόθεση αρ. 809/2021 αφορούσε το ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Περαιτέρω, και οι 2 υποθέσεις αφορούν μεγάλα χρηματικά ποσά. Ειδικά για τα αδικήματα που εδώ απασχολούν, χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και στο Definitive Sentencing Guideline, Fraud, Bribery and Money Laundering Offences, του Sentencing Council της Αγγλίας και Ουαλίας, αναφορικά με αδικήματα φορολογικής φύσεως (Revenue Fraud), στο οποίο αναφέρεται ότι η επιβολή διαδοχικών ποινών μπορεί να είναι κατάλληλη όταν υπάρχει αριθμός αδικημάτων που, όπως εδώ, αφορούν σε μεγάλα ποσά: «Consecutive sentences for multiple offences may be appropriate where large sums are involved». Θέτοντας το διαφορετικά, αν η παρούσα υπόθεση ήταν ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου όταν επιβάλλετο ποινή στην υπόθεση αρ. 809/2021 και λαμβανόταν υπόψη, θεωρώ ότι η ποινή που θα επέβαλλε το Δικαστήριο θα ήταν διαφορετική από αυτή των 5 μηνών που το ίδιο έκρινε ως ορθό και επιβλήθηκε. Για τους πιο πάνω λόγους η ποινή φυλάκισης που σήμερα επιβλήθηκε στην Κατηγορούμενη 2 θα είναι διαδοχική της ποινής φυλάκισης των 5 μηνών που της επιβλήθηκε στις 09.09.2024 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου στην Υπόθεση αρ. 809/
- (Υπογρ.)............. Λ. Χατζηξενοφώντος, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο