ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν. D. B., Αρ. Υπόθεσης: 9000/2022, 12/12/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Χατζηξενοφώντος, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9000/2022 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ εναντίον D. B. Κατηγορούμενος ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 12/12/2024 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Σ. Σοφοκλέους Για Κατηγορούμενο: κα Σ. Σωκράτους Κατηγορούμενος παρών Π Ο Ι Ν Η Ο Κατηγορούμενος έχει βρεθεί ένοχος μετά από δική του παραδοχή σε δύο κατηγορίες, που αφορούν την οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος υπό την επήρεια ναρκωτικών. Τα γεγονότα που συνθέτουν τη διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων, όπως έχουν κατατεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή στον φάκελο του Δικαστηρίου (Έγγραφο Α) και δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την Υπεράσπιση, έχουν ως ακολούθως: Σχετικά με την πρώτη κατηγορία, στις 20/12/2021 και ώρα 14.35 στην οδό Αλεξανδρουπόλεως στην Πάφο, ο Μ.Κ.2 μαζί με άλλα μέλη της Τροχαίας Πάφου ανέκοψε για έλεγχο το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής [..]. Από τον έλεγχο που έκανε ο Μ.Κ.2 διαπίστωσε ότι το πιο πάνω όχημα οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο. Κατά την διάρκεια της συνομιλίας που είχε ο Μ.Κ.2 με τον Κατηγορούμενο διαπίστωσε ότι η ομιλία του ήταν συγχυσμένη και η συμπεριφορά του περίεργη και ύποπτη. Ρωτηθείς ο Κατηγορούμενος εάν είχε κάνει χρήση οποιασδήποτε παράνομης ουσίας, ανέφερε ότι είχε κάνει χρήση κρύσταλ. Ο Μ.Κ.2 αφού του επέστησε την προσοχή στον Νόμο, αυτός απάντησε «ήπια κρύσταλ πριν». Στη συνέχεια ζητήθηκε από τον Κατηγορούμενο να δώσει δείγμα σάλιου για προκαταρκτική εξέταση νάρκοτεστ, η οποία είχε θετική ένδειξη. Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος υποβλήθηκε σε τελική εξέταση νάρκοτεστ και από τις επιστημονικές εξετάσεις που διενεργήθηκαν από το Γενικό Χημείο του Κράτους διαπιστώθηκε ότι αυτός οδηγούσε υπό την επήρεια μεθαμφεταμίνης, κάνναβης και παρακεταμόλης. Σχετικά με την δεύτερη κατηγορία, στις 08/02/2022 και ώρα 21.10 στην Λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου στη Γεροσκήπου στη Πάφο, ο Μ.Κ.5 μαζί με άλλα μέλη της Τροχαίας Πάφου ανέκοψε για έλεγχο το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής [...]. Από τον έλεγχο που έκανε ο Μ.Κ.5 διαπίστωσε ότι το πιο πάνω όχημα οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο. Κατά την διάρκεια της συνομιλίας που είχε ο Μ.Κ.5 με τον Κατηγορούμενο διαπίστωσε ότι ο Κατηγορούμενος είχε εμφανή συμπτώματα οδήγησης υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών, αφού είχε κόκκινα μάτια και ήταν σε κατάσταση λήθαργου, αφού σε ερωτήσεις που του υπέβαλε ο Μ.Κ.5 αυτός αργούσε να ανταποκριθεί και κοίταζε με απλανές βλέμμα. Ρωτηθείς ο Κατηγορούμενος εάν είχε κάνει χρήση οποιασδήποτε παράνομης ουσίας, ανέφερε ότι είχε κάνει χρήση κρύσταλ. Στη συνέχεια ζητήθηκε από τον Κατηγορούμενο να δώσει δείγμα σάλιου για προκαταρκτική εξέταση νάρκοτεστ, η οποία είχε θετική ένδειξη. Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος υποβλήθηκε σε τελική εξέταση νάρκοτεστ και από τις επιστημονικές εξετάσεις που διενεργήθηκαν από το Γενικό Χημείο του Κράτους διαπιστώθηκε ότι αυτός οδηγούσε υπό την επήρεια μεθαμφεταμίνης και κάνναβης. Ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής πρόσθεσε ότι ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και βαρύνεται με 5 βαθμούς ποινής επί της άδειας οδήγησης του. Με την ικανή αγόρευσή της για μετριασμό της ποινής του Κατηγορούμενου, η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου αναγνώρισε τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε και εξέφρασε την απολογία και ειλικρινή μεταμέλεια του. Ως προς τις κοινωνικοοικονομικές του συνθήκες η συνήγορος του υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Ο Κατηγορούμενος είναι σήμερα ηλικίας 35 ετών, κατάγεται από την Καβάλα και προέρχεται από οικογένεια χαμηλού κοινωνικοοικονομικού επιπέδου. Το 2007 ο Κατηγορούμενος αποφοίτησε από το Τεχνικό Λύκειο ως ηλεκτρολόγος εγκαταστάσεων και στην συνέχεια κατατάγηκε στο στρατό. Το 2008 ολοκλήρωσε την στρατιωτική του θητεία και η οικογένεια του το 2009 εγκαταστάθηκε στην Πάφο για σκοπούς εξεύρεσης εργασίας. Εργαζόταν για τέσσερα χρόνια σε πρατήριο βενζίνης και στην συνέχεια ως επιπλοποιός. Το 2015 παντρεύτηκε με την πρώην σύζυγο του και απέκτησαν δύο παιδιά ηλικίας 7 και 5 ετών. Το 2022 συνελήφθη για άλλα αδικήματα, και για περίοδο 18 μηνών, μέχρι και την ημερομηνία όπου η συνήγορος του αγόρευσε για τον μετριασμό της ποινής του (ήτοι στις 11/12/2024), ο Κατηγορούμενος βρισκόταν υπό κράτηση. Το έτος 2022, μετά την σύλληψη του, χώρισε με την πρώην σύζυγο του, και έκτοτε η πρώην σύζυγος του και τα παιδιά του διαμένουν μόνιμα στην Βουλγαρία. Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ιστορικό χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών από την ηλικία των 13 ετών, μέχρι και την σύλληψη του. Κατά την αγόρευση της η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου τόνισε ότι τον Δεκέμβριο του 2022 ο Κατηγορούμενος εντάχθηκε στο κλειστό θεραπευτικό πρόγραμμα απεξάρτησης «Αγία Σκέπη», μετά από παραπομπή του από την Συμβουλευτική Επιτροπή, μέσω των Κεντρικών Φυλακών. Παρέμεινε για αρκετούς μήνες στο κλειστό θεραπευτικό πρόγραμμα απεξάρτησης, το οποίο ωστόσο δεν ολοκλήρωσε. Τον Ιούλιο του 2024 ο Κατηγορούμενος έγινε αποδεκτός στο θεραπευτικό πρόγραμμα του Ανοικτού Θεραπευτικού Κέντρου Εξαρτημένων Ατόμων ( Α.ΘΕ.Κ.Ε.Α) «Η ΤΟΛΜΗ» (Τεκμήριο Α). Ωστόσο σύμφωνα με την εγγεγραμμένη συμβουλευτική ψυχολόγο του εν λόγω κέντρου, δεν προκύπτει ανάγκη για αποτοξίνωση του Κατηγορούμενου, και έγινε ενθάρρυνση όπως ο Κατηγορούμενος συνεχίσει την συνεργασία του με ψυχίατρο του κέντρου. Επιπρόσθετα των πιο πάνω, το Δικαστήριο κλήθηκε να λάβει υπόψη του προς όφελος του Κατηγορούμενου την άμεση παραδοχή και απολογία του ενώπιον του Δικαστηρίου, την συνεργασία του με τις αρχές, το λευκό του ποινικό μητρώο και ότι αναμένεται να αποφυλακιστεί άμεσα. Σύμφωνα με την συνήγορο του, ο Κατηγορούμενος έχει αντιληφθεί τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει, και σήμερα βρίσκεται πλήρως απεξαρτοποιημένος από ναρκωτικές ουσίες. Τέλος, η συνήγορος του Κατηγορούμενου κάλεσε το Δικαστήριο όπως επιδείξει κάθε δυνατή επιείκεια στο πρόσωπο του, και σε περίπτωση που κρίνει το Δικαστήριο ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης, οι προαναφερόμενοι μετριαστικοί παράγοντες θα πρέπει να συνηγορήσουν υπέρ της αναστολής αυτής έτσι ώστε να δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία στον Κατηγορούμενο για να μπορέσει να συνεχίσει τη ζωή του. Επιπρόσθετα των πιο πάνω, το Δικαστήριο κλήθηκε να λάβει υπόψη του προς όφελος του Κατηγορούμενου την παραδοχή και απολογία του ενώπιον του Δικαστηρίου και το λευκό του ποινικό μητρώο. Σύμφωνα με το άρθρο 11 (Β) του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου 174/86: «Πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή αποπειράται να οδηγήσει οποιοδήποτε όχημα σε οποιαδήποτε οδό ενώ τελεί υπό την επήρεια ναρκωτικών, διαπράττει αδίκημα.» Ως ναρκωτικά το άρθρο 11 (Α) ερμηνεύει τις ελεγχόμενες ουσίες, όπως αυτές καθορίζονται στον περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμος του 1977. Το άρθρο 11Ζ του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου 174/86 ως έχει τροποποιηθεί προβλέπει για τον παραβάτη του εν λόγω αδικήματος «ποινή φυλάκισης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις οκτώ χιλιάδες ευρώ (€8.000) ή σε στέρηση της ικανότητάς του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για χρονική περίοδο που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)χρόνια ή σε όλες ή σε οποιαδήποτε ή σε οποιεσδήποτε από τις πιο πάνω ποινές.» Επιπρόσθετα, σύμφωνα με το άρθρο 20Α
(2)του Ν.86/72, ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, προβλέπεται η επιβολή κατ' ελάχιστον 5 βαθμών ποινής και κατά μέγιστο 10 βαθμών ποινής σε πρόσωπο που καταδικάζεται για το εν λόγω αδίκημα, αναλόγως βέβαια των περιστάσεων. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία ότι τα αδικήματα που διέπραξε ο Κατηγορούμενος είναι πολύ σοβαρά. Αυτό διαφαίνεται πρωτίστως από το ύψος της προβλεπόμενης ποινής. Η προβλεπόμενη στον νόμο ποινή αποτελεί την αφετηρία από την οποία το Δικαστήριο εκκινεί για την επιμέτρηση της ποινής. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του είδους της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Δημοκρατία ν Κυριάκου
(1990)2 ΑΑΔ 264 και Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632). Η σοβαρότητα του εν λόγω αδικήματος διαφαίνεται βεβαίως και μέσα από την ανησυχητικά αυξανόμενη συχνότητα με την οποία όμοιας φύσης αδικήματα διαπράττονται, και για την οποία λαμβάνω δικαστική γνώση από την ενασχόληση του Δικαστηρίου με πλειάδα τέτοιων υποθέσεων επί καθημερινής βάσης. Ένεκα και τούτου του λόγου προβάλλει επιτακτικά η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Παναγή ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 75: «Η επιβολή αποτρεπτικών ποινών δεν είναι μόνο θέμα σεβασμού και εφαρμογής των νόμων, αλλά είναι απαραίτητη κοινωνική ανάγκη, ενόψει του σοβαρού και ανησυχητικού ρυθμού με τον οποίο συμβαίνουν αυτοκινητικά δυστυχήματα και χάνονται ανθρώπινες ζωές ή προκαλούνται σοβαρές υλικές ζημιές. Είναι μόνο με την απόλυτη συμμόρφωση προς όλους τους κανονισμούς που θα επιτευχθεί μείωση ατυχημάτων τα οποία πολλές φορές έχουν ολέθρια και ανεπανόρθωτα επακόλουθα.» Η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών σε τροχαία αδικήματα όταν περιέχουν το στοιχείο της αδιαφορίας επαναλήφθηκε και στην υπόθεση Τουμάζου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 166/16, ημερομηνίας 05/10/2018, ECLI:CY:AD:2018:B432, η οποία αφορούσε αδικήματα υπέρβασης ορίου ταχύτητας και παράλειψης συμμόρφωσης σε σήμα αστυνομικού, χρήση οχήματος χωρίς πιστοποιητικό ασφάλειας και χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας. Επισημαίνοντας ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο αντιμετώπισε με «υπέρμετρη επιείκεια» τον κατηγορούμενο, περιοριζόμενο σε χρηματικές ποινές ανέφερε τα ακόλουθα: «Η επιβολή αποτρεπτικών ποινών για τέτοιου είδους τροχαίες παραβάσεις είναι, για τους λόγους που αναφέραμε, επιβεβλημένη. Ιδιαίτερη αυστηρότητα αρμόζει, τηρουμένων πάντοτε των αρχών επιμέτρησης των ποινών, όταν προκαλείται, εν δυνάμει έστω, κίνδυνος στο δρόμο και/ή όταν η παράνομη οδική συμπεριφορά εκδηλώνεται ως εγωιστική αυθαιρεσία έναντι του νόμου και των οργάνων επιβολής του νόμου». Δεν χωρεί αμφιβολία ότι με την πράξη του να οδηγήσει υπό την επήρεια ναρκωτικών ο Κατηγορούμενος επέδειξε πλήρη ανευθυνότητα. Η συμπεριφορά του είναι εγωιστική και αντικοινωνική ενώ παράλληλα εμπεριέχει το στοιχείο της αδιαφορίας για την σωματική υγεία όλων όσων χρησιμοποιούν τον δρόμο. Το γενικό συμφέρον της δικαιοσύνης, για πάταξη τέτοιων φαινομένων, δημιουργεί την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Αποτελεί δε επιβαρυντικό παράγοντα ότι έλαβε την απόφαση να οδηγήσει ενώ βρισκόταν υπό την επήρεια τριών ναρκωτικών ουσιών, και μάλιστα σε δύο διαφορετικές ημερομηνίες. Στην υπόθεση Τρύφωνος ν Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 197 που αφορούσε βεβαίως αδικήματα κατοχής ναρκωτικών, λέχθηκε ότι το είδος, η ποσότητα και ο σκοπός της κατοχής των ναρκωτικών είναι παράγοντες οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο. Αν και το Δικαστήριο στην παρούσα περίπτωση καλείται να αντιμετωπίσει, όχι αυτή καθ' αυτή την κατοχή και χρήση ναρκωτικών, αλλά την οδήγηση υπό την επήρεια ναρκωτικών, θεωρώ ότι οι πιο πάνω παράγοντες μπορούν να προσμετρήσουν κατ' αναλογία, είτε ελαφρυντικά είτε επιβαρυντικά αναλόγως της περίπτωσης. Οι οδηγοί και χρήστες των δρόμων πρέπει να διακατέχονται από το αίσθημα της ασφάλειας και της βεβαιότητας για τη ζωή και σωματική τους ακεραιότητα η οποία δεν θα επηρεάζεται από συμπεριφορές του είδους που επέδειξε ο Κατηγορούμενος, οι οποίες βέβαια πρέπει να αντιμετωπίζονται με τη δέουσα αυστηρότητα. Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι ο Κατηγορούμενος ήδη βαρύνεται με 5 βαθμούς ποινής επί της άδειας οδήγησης του, στοιχείο που καταδεικνύει τάση του Κατηγορούμενου προς την παραβατικότητα και καθιστά πρόδηλη την ανάγκη για αναμόρφωση της οδηγητικής του συμπεριφοράς. Ακόμη όμως και σε τέτοιου είδους συμπεριφορές το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί. Στο έργο εξατομίκευσης της ποινής το Δικαστήριο οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη, καθώς και εκείνα που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, έτσι ώστε η ποινή να μην συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224). Την ίδια ώρα, είναι σαφώς νομολογημένο, ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά ενός αδικήματος (βλ. Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας ανωτέρω). Στην προκειμένη περίπτωση, προς όφελος του Κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη μου τα πιο κάτω: Το λευκό του ποινικό μητρώο, κάτι το οποίου του δίδει το δικαίωμα να έχει μεγαλύτερη απαίτηση από το Δικαστήριο όπως επιδείξει στο πρόσωπό του τη μέγιστη δυνατή επιείκεια. Επίσης λαμβάνω υπόψη μου τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του περιστάσεις όπως αυτές διαφάνηκαν μέσα από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας αλλά και την αγόρευση της συνηγόρου του. Αποδίδεται επίσης καταλυτική σημασία στο ότι ο Κατηγορούμενος συμμετείχε στο κλειστό θεραπευτικό πρόγραμμα «Αγία Σκέπη», και το θεραπευτικό πρόγραμμα του Ανοικτού Θεραπευτικού Κέντρου Εξαρτημένων Ατόμων ( Α.ΘΕ.Κ.Ε.Α) «Η ΤΟΛΜΗ» έκρινε ότι δεν προκύπτει η ανάγκη αποτοξίνωσης του Κατηγορούμενου (βλ. Γιαννακάκης ν Αστυνομίας
(2016)2 ΑΑΔ 364). Το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος είχε πλήρως απεξαρτοποιηθεί από την χρήση ναρκωτικών ουσιών δείχνει ένα άτομο που θέλει να αποστασιοποιηθεί από τις κακές συνήθειες του παρελθόντος του, έτσι ώστε να ξανά ορίσει το μέλλον του. Λαμβάνω υπόψιν μου, προς όφελος του Κατηγορούμενου, το ότι από τη συμπεριφορά του δεν προκλήθηκε ζημιά ή βλάβη σε τρίτο πρόσωπο, καθώς και την απολογία του και τη συνεργασία του με τις Αστυνομικές Αρχές, στοιχείο ενδεικτικό της έμπρακτης μεταμέλειας του Κατηγορούμενου. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να παραβλέψει τον χρόνο που παρήλθε από την διάπραξη του αδικήματος μέχρι και σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή στον Κατηγορούμενο που ανέρχεται στα 3 έτη περίπου. Η διεξαγωγή της δίκης εντός εύλογου χρόνου διασφαλίζεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Εκτροπή από το συνταγματικό πλαίσιο αποτελεί σοβαρό μετριαστικό παράγοντα στην επιβολή ποινής, κυρίως λόγω (α) της απόστασης που δημιουργείται ως προς το άτομο του παραβάτη μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Αρέστη
(1996)2 ΑΑΔ 267), και (β) της μεταβολής των προσωπικών συνθηκών του αδικοπραγούντος (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Πεγειώτη
(2001)2 ΑΑΔ 617, Αβραάμ ν Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 365). Είναι νομολογημένο ότι προκειμένου να διαφανεί κατά πόσο θα πρέπει να προσμετρήσει προς όφελος του κατηγορούμενου, θα πρέπει να γίνεται διαχωρισμός του χρόνου που παρήλθε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την καταχώρηση της υπόθεσης και του χρονικού διαστήματος από την καταχώρηση της υπόθεσης μέχρι την τελική απόφαση του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355 υποδείχθηκε ότι η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή, αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος. Ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη. Επίσης, η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον Κατηγορούμενο (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623, Αβρααμίδη
(1993)ανωτέρω). Στην υπό κρίση περίπτωση τα υπό τιμωρία αδικήματα διαπράχθηκαν στις 30/12/2021 και 08/02/2022 και το κατηγορητήριο καταχωρίστηκε στις 14/12/2022, δηλαδή 10 μήνες περίπου μετά. Για το χρονικό διάστημα που διέρρευσε μέχρι την καταχώρηση του κατηγορητηρίου δεν δόθηκε κάποια δικαιολογία από την Κατηγορούσα Αρχή. Σημειώνεται επίσης ότι η υπόθεση δεν χαρακτηρίζεται από πολυπλοκότητα. Συνεπώς η πάροδος αυτού του χρονικού διαστήματος, η οποία θεωρώ ότι είναι μεγάλη, θα πρέπει να προσμετρήσει προς όφελος του Κατηγορούμενου. Ως προς τον χρόνο που διέρρευσε από την καταχώρηση του κατηγορητηρίου μέχρι σήμερα όπου το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή διαπιστώνω ότι παρήλθαν 2 χρόνια. Ωστόσο αυτό που δεν μπορώ να παραβλέψω είναι ότι ο Κατηγορούμενος, μέσω της προηγούμενης δικηγόρου που τον εκπροσωπούσε, ζητούσε συνεχώς χρόνο για να απαντήσει στις κατηγορίες που αντιμετώπιζε, με αποτέλεσμα η υπόθεση να επαναορίζεται για απάντηση σε τακτά χρονικά διαστήματα από το Δικαστήριο. Επομένως αποκλειστικά υπεύθυνος για την καθυστέρηση από την καταχώρηση του κατηγορητηρίου μέχρι σήμερα όπου το Δικαστήριο καλείτε να επιβάλει ποινή είναι ο ίδιος ο Κατηγορούμενος. Για 1 χρόνο και 9 μήνες ο Κατηγορούμενος ζητούσε συνεχώς χρόνο για να απαντήσει στις κατηγορίες που αντιμετώπιζε, οι οποίες δεν χαρακτηρίζονται από πολυπλοκότητα. Αυτό φυσικά, έχει την δική του σημασία, και στην ουσία δεν επιτρέπει στον Κατηγορούμενο να ζητά να ληφθεί προς όφελος του η άμεση παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, αφού ένεκα των περιστάσεων δεν μπορεί να της προσδοθεί η ίδια βαρύτητα όπως θα δίδετο σε ένα άλλο κατηγορούμενο ο οποίος εμφανίζεται και παραδέχεται άμεσα τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, ήτοι την πρώτη φορά που είναι ορισμένη η υπόθεση του για απάντηση. Στην κατάληξη μου αυτή λαμβάνω υπόψη μου ότι δεν δόθηκε καμία δικαιολογία για τον χρόνο που χρειάστηκε ο Κατηγορούμενος για να απαντήσει στις κατηγορίες. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω όμως, ως προς το αντικειμενικό γεγονός του χρόνου που παρήλθε από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την επιβολή ποινής, δεν παραβλέπω ότι υπήρξε ουσιαστική αλλαγή των προσωπικών συνθηκών του Κατηγορούμενου. Συγκεκριμένα όταν ο Κατηγορούμενος διέπραξε τα υπό εξέταση αδικήματα ήταν ένας ελεύθερος πολίτης ο οποίος ήταν χρήστης ναρκωτικών ουσιών, ενώ εδώ και 18 μήνες, μέχρι και σήμερα, βρίσκεται υπό κράτηση στα πλαίσια άλλης ποινικής υπόθεσης και είναι πλήρως απεξαρτοποιημένος. Αδιαμφισβήτητα πρόκειται για μια τεράστια αλλαγή στην ζωή του Κατηγορούμενου, στην οποία δίδεται ιδιαίτερη σημασία από το Δικαστήριο για σκοπούς επιβολής της ποινής. Τα ελαφρυντικά και οι μετριαστικοί παράγοντες του Κατηγορούμενου, όπως αυτά έχουν εκτεθεί αμέσως πιο πάνω, δεν είναι, κατά την άποψη μου, τέτοιας έκτασης και φύσης ώστε να υπερφαλαγγίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής ενόψει της σοβαρότητας του αδικήματος που βρέθηκε ένοχος και της δεδηλωμένης ανάγκης για επιβολή αποτρεπτικών ποινών σε αδικήματα αυτής της φύσης. Δεν έχουν καταδειχθεί γεγονότα τέτοιας φύσεως που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου αναφορικά με το είδος της ποινής. Ούτε οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου είναι τέτοιες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν το είδος της ποινής. Τα αδικήματα είναι ιδιαίτερα σοβαρά και υπάρχει η ανάγκη για αποτροπή. Σε τέτοιες περιπτώσεις οι προσωπικές περιστάσεις είναι ήσσονος σημασίας. (βλ. Μάριος Παναγιώτου v. Aστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 540). Είναι καθήκον του Δικαστηρίου να στείλει το μήνυμα ότι τέτοιες συμπεριφορές δεν μπορεί να γίνουν αποδεκτές από οποιοδήποτε και για οποιονδήποτε λόγο. Σημειώνεται, ότι το παρόν Δικαστήριο δεν τιμωρεί τον Κατηγορούμενο για τη χρήση ναρκωτικών ουσιών αλλά για την παντελώς αδικαιολόγητη και δυνητικά επικίνδυνη επιλογή του να οδηγήσει ευρισκόμενος υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών. Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω και χωρίς να παραγνωρίζω ότι η ποινή φυλάκισης αποτελεί το ύστατο μέτρο τιμωρίας και ότι επιβάλλεται μόνο όταν κρίνεται ως αναπόφευκτο τιμωρητικό μέτρο κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις αποτελεί τη μόνη αρμόζουσα ποινή για τον Κατηγορούμενο. Οποιαδήποτε άλλη ποινή, υπό τις περιστάσεις, θα έδινε λανθασμένα μηνύματα στον Κατηγορούμενο και σε άλλους επίδοξους παραβάτες (Νικήτα v. Αστυνομία
(1997)2 ΑΑΔ 75). Όσον αφορά το ζήτημα της στέρησης της άδειας οδήγησης δεν έχουν εκτεθεί οποιοιδήποτε ειδικοί λόγοι για να μην επιβληθεί και αυτό το είδος της ποινής. Ένεκα της σοβαρότητας του αδικήματος κρίνω σκόπιμο όπως επιβάλλω στον Κατηγορούμενο και ποινή στερητική της άδειας οδήγησης. Ως εκ των ανωτέρω, επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλω στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: Στην πρώτη κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 6 μηνών και 8 βαθμοί ποινής επί της άδειας οδήγησης του Κατηγορούμενου. Περαιτέρω, επιβάλλεται στον Κατηγορούμενο ποινή στέρησης της δυνατότητας να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 3 μηνών από αύριο. Ενόψει της ποινής φυλάκισης που επέβαλα στη πρώτη κατηγορία δεν κρίνω σκόπιμο να επιβάλω οποιαδήποτε ποινή στην δεύτερη κατηγορία. Έλαβα προς τούτο υπόψη μου την αρχή της αναλογικότητας και συνολικότητας της ποινής. Οι ποινές φυλάκισης και στέρησης της δυνατότητας να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης να συντρέχουν. Ενόψει τις επιβολής βαθμών ποινής επί της άδειας οδήγησης του Κατηγορούμενου, συσσωρεύονται 13 βαθμοί ποινής στην άδεια οδήγησης του Κατηγορούμενου. Σύμφωνα με το άρθρο 20Α
(7)και
(8)(α) του Ν.86/72, του οποίου οι διατάξεις εφαρμόζονται ανεξαρτήτως της εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 19 και επιπρόσθετα οποιασδήποτε άλλης ποινής, το Δικαστήριο έχει περαιτέρω εξουσία να αποστερήσει τον Κατηγορούμενο του δικαιώματος κατοχής ή απόκτησης άδειας οδήγησης λόγω συσσώρευσης πέραν των 12 βαθμών ποινής. Ωστόσο έχοντας επιβάλει ποινή στέρησης της άδειας οδήγησης του Κατηγορούμενου σύμφωνα με το άρθρο 19, κρίνω υπό τις περιστάσεις και έχοντας κατά νου την αρχή της συνολικότητας και αναλογικότητας της ποινής, όπως μην αποστερήσω, και στην βάση του άρθρου 20Α, την άδεια οδήγησης του Κατηγορούμενου. Οι βαθμοί ποινής επί της άδειας οδήγησης του παραμένουν ως έχουν, ως υπόμνηση προς τον ίδιο εάν και όταν οδηγήσει μηχανοκίνητο όχημα να επιδεικνύει άψογη οδική συμπεριφορά. Έχοντας αποφασίσει την επιβολή ποινής φυλάκισης στον Κατηγορούμενο θα εξετάσω στο στάδιο αυτό κατά πόσον συντρέχουν λόγοι για αναστολή της εκτέλεσης της. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε, και το οποίο αναφέρει ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο ήθελε διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου (Siminoiu v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 699). Όπως έχει νομολογηθεί ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή. Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία, οι περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος και όλα τα ελαφρυντικά του κατηγορουμένου, επανεξετάζονται. Παραπέμπω στο κάτωθι απόσπασμα από την υπόθεση Δάφνη Αριστοδήμου v. Δημοκρατία, Ποινική. Έφεση Αρ. 121/2017, ημερομηνίας 21/09/2017, ECLI:CY:AD:2017:D311: «Ειδικά σε σχέση με τον έλεγχο του τρόπου άσκησης της εξουσίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αναστολή ποινής φυλάκισης, σε συνάρτηση με την κείμενη νομοθεσία, εναπόκειται στο Δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και του δράστη με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Όπως αναφέρθηκε στην Ιωσήφ v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, αυτό συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορουμένου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σ' όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρώ ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.» Έχω ήδη σε προηγούμενο στάδιο αναλύσει όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης και του Κατηγορούμενου και έχω υπόψη όλα όσα έχουν ήδη αναφερθεί, για την εκ νέου θεώρηση τους στο στάδιο αυτό. Το βασικό λοιπόν ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και του Κατηγορούμενου θα μπορούσε ή θα έπρεπε να επενεργήσουν κατά τρόπο που να δικαιολογεί το να δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία. Ιδιαίτερη σημασία δίδεται στο γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου, στις προσωπικές και οικογενειακές δυσκολίες που αντιμετώπισε ο ίδιος από νεαρή ηλικία όπως έχουν εκτεθεί ανωτέρω, καθώς και ότι σήμερα έχει πλήρως απεξαρτοποιηθεί από την χρήση ναρκωτικών ουσιών, γεγονός το οποίο δεικνύει κατά την κρίση μου την αληθινή και γνήσια επιθυμία του Κατηγορούμενου να αποκόψει τις επιβλαβείς συνήθειες του παρελθόντος. Ο Κατηγορούμενος σήμερα είναι ηλικίας 35 ετών και εδώ και 18 μήνες βρίσκεται υπό κράτηση. Όπως αναφέρθηκε από την συνήγορο του αναμένεται ότι θα αφεθεί ελεύθερος άμεσα, κάτι το οποίο του δίνει την δυνατότητα να ελπίζει να επανεκκινήσει την ζωή του. Η κράτηση του, μέχρι την εκδίκαση άλλης ποινικής υπόθεσης, συνιστά μια έντονη διέγερση του ιδίου, ώστε να αντιληφθεί τις συνέπειες τις οποίες θα είχε ενδεχόμενη νέα παραβατική συμπεριφορά, ώστε να έχει πάρει μια ανάλογη γεύση από το τι σημαίνει να εγκλειστεί κάποιος στη φυλακή. Όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι συνηγορούν υπέρ της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την αναστολή έκτισης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί και πως δικαιούται της ευκαιρίας να καταδείξει εμπράκτως πως όντως έχει πλήρως αντιληφθεί την σοβαρότητα του αδικήματος, έχει μεταμεληθεί και δύναται να είναι νομοταγές μέλος της Κυπριακής κοινωνίας και να γίνει χρήσιμος πολίτης αυτής. Η επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης θα άφηνε την εντύπωση στον Κατηγορούμενο ότι η πολιτεία τον έχει ξεγράψει από τους κόλπους της. Ως εκ των άνω διατάσσω όπως η ποινή φυλάκισης, η οποία επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο, ανασταλεί για περίοδο 3 ετών. Περαιτέρω στην βάση του άρθρου 11(Θ) του Νόμου ο Κατηγορούμενος να καταβάλει έξοδα ύψους €360 πλέον Φ.Π.Α στη Δημοκρατία, ως αντίτιμο για το κόστος των εργαστηριακών εξετάσεων. (Εξηγείται στον κατηγορούμενο η έννοια της αναστολής της ποινής φυλάκισης). (Υπογρ.)............. Λ. Χατζηξενοφώντος, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο