ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ ν. Π. Κ., Αρ. Υπόθεσης: 4570/2023, 8/11/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Χατζηξενοφώντος, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4570/2023 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΠΑΦΟΥ εναντίον Π. Κ. Κατηγορούμενος ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 08/11/2024 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Σ. Σοφοκλέους Για Κατηγορούμενο: κα Ι. Ιωάννου Κατηγορούμενος παρών Π Ο Ι Ν Η Ο Κατηγορούμενος έχει βρεθεί ένοχος μετά από δική του παραδοχή στις ακόλουθες κατηγορίες:
- Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος υπό την επήρεια ναρκωτικών (πρώτη κατηγορία)∙
- Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς να βρίσκεται σε ισχύ πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης έναντι τρίτου (δεύτερη κατηγορία)∙
- Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας (τρίτη κατηγορία)∙
- Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος που είχε δηλωθεί ως ακινητοποιημένο (τέταρτη κατηγορία)∙ και
- Οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος για το οποίο δεν εκδόθηκε άδεια κυκλοφορίας (πέμπτη κατηγορία). Τα γεγονότα που συνθέτουν τη διάπραξη του ως άνω αδικήματος, όπως έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την Υπεράσπιση, έχουν ως ακολούθως: Στις 09/06/2020 και περί ώρα 20.00, στην οδό Νικόλαου Πενταρά στην Χλώρακα της Επαρχίας Πάφου, ο Μ.Κ.1 ανέκοψε για έλεγχο το μηχανοκίνητο όχημα που οδηγείτο από τον Κατηγορούμενο με αριθμούς εγγραφής [..] λόγω του ότι ο οδηγός και συνοδηγός του οχήματος δεν έφεραν ζώνη ασφαλείας. Κατά τον εν λόγω έλεγχο που διενέργησε στα στοιχεία του οδηγού ο Μ.Κ.1 εξακρίβωσε ότι πρόκειται για τον Κατηγορούμενο ο οποίος οδηγούσε χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας και ενώ το μηχανοκίνητο όχημα είχε δηλωθεί ως ακινητοποιημένο από τις 06/03/
- Κατά την διάρκεια της συνομιλίας του με τον Κατηγορούμενο, αντιλήφθηκε ότι αυτός είχε κόκκινα μάτια και είχε διεσταλμένες κόρες ματιών, με αποτέλεσμα να υποβάλει αυτόν σε προκαταρκτική εξέταση νάρκοτεστ με θετικό αποτέλεσμα. Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος υποβλήθηκε σε τελική εξέταση νάρκοτεστ και από τις επιστημονικές εξετάσεις που διενεργήθηκαν από το Γενικό Χημείο του Κράτους διαπιστώθηκε ότι αυτός οδηγούσε υπό την επήρεια μεθαμφεταμίνης και κοκαΐνης. Κατά τον ίδιο χρόνο, οδηγούσε το προαναφερόμενο όχημα χωρίς να ευρίσκεται σε ισχύ πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης που αφορά ευθύνη του οδηγού του αναφερόμενου οχήματος έναντι τρίτου. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της πέμπτης κατηγορίας κατά τον ίδιο χρόνο οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα για το οποίο δεν εκδόθηκε άδεια κυκλοφορίας από τις 06/03/
- Ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής πρόσθεσε ότι ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου και βαρύνεται με 27 βαθμούς ποινής επί της άδειας οδήγησης του. Με την ικανή αγόρευσή της για μετριασμό της ποινής του Κατηγορούμενου, η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου αναγνώρισε τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε και εξέφρασε την απολογία και ειλικρινή μεταμέλεια του. Ως προς τις κοινωνικοοικονομικές του συνθήκες η συνήγορος υιοθέτησε πλήρως το περιεχόμενο της έκθεσης που ετοιμάστηκε από το Τμήμα Κοινωνικής Ευημερίας ημερομηνίας 18/06/2024, και η οποία βρίσκεται στον φάκελο του Δικαστηρίου, στην οποία, αναφέρονται, συνοπτικά, τα ακόλουθα: Ο Κατηγορούμενος, ηλικίας σήμερα 24 ετών, κατάγεται από τη Λεμεσό. Από τις 14/07/2022 εκτίει ποινή φυλάκισης 4 χρόνων και 4 μηνών για αδικήματα που αφορούν εμπρησμό σε μηχανοκίνητο όχημα και το αδίκημα της κλοπής. Κατά την διάρκεια έκτισης της ποινής του απασχολείται στην καντίνα των Κεντρικών Φυλακών και συμμετέχει στο πρόγραμμα απεξάρτησης του Τμήματος Φυλακών «ΔΑΝΑΗ». Είναι το μικρότερο από τα τέσσερα παιδιά που απέκτησαν οι γονείς του, οι οποίοι χώρισαν πριν 5 χρόνια περίπου. Ο πατέρας του δεν ήταν υπεύθυνος προς την οικογένεια του, είχε προβλήματα τζόγου και κατάχρησης αλκοόλ καθώς επίσης και διαχείρισης θυμού. Δεν εργαζόταν με αποτέλεσμα η μητέρα του Κατηγορούμενου να επιφορτίζεται με την φροντίδα της οικογενείας. Ο Κατηγορούμενος δεν διατηρεί σταθερή επικοινωνία με τον πατέρα του και κατά την διάρκεια του εγκλεισμού του στις Κεντρικές Φυλακές δεν διατηρούν οποιαδήποτε επαφή. Η μητέρα του και οι δύο αδελφές του εργάζονται ως υπάλληλοι σε ψαραγορά στην Λεμεσό, και ο Κατηγορούμενος δύναται να εργοδοτηθεί και ο ίδιος στην ψαραγορά μετά την αποφυλάκιση του. Ο αδελφός του Κατηγορούμενου είναι άγαμος, πατέρας ενός ανήλικου παιδιού και εκτίει ποινή φυλάκισης στις Κεντρικές Φυλακές. Ο Κατηγορούμενος διατηρεί συχνή επικοινωνία με την μητέρα και τα αδέλφια του. Ο Κατηγορούμενος έμεινε στάσιμος στην Α' Λυκείου λόγω απουσιών, και τότε εγκατέλειψε το σχολείο. Ακολούθως σε ηλικία 17 ετών κατατάγηκε εθελοντικά στην Εθνική Φρουρά για έκτιση της στρατιωτικής του θητείας, όμως μετά από ένα μήνα περίπου υπηρεσίας έλαβε αναστολή καθηκόντων λόγω προβλημάτων ψυχικής υγείας που παρουσίαζε. Από 15 ετών άρχισε να εργάζεται κάθε απόγευμα στην κτηνοτροφική μονάδα του θείου του, και μετά την αποστράτευση του άρχισε να εργάζεται στην κτηνοτροφική μονάδα με πλήρη απασχόληση μέχρι την φυλάκιση του. Ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ιστορικό χρήσης κάνναβης και κοκαΐνης από την ηλικία των 17 ετών, γεγονός που τον οδήγησε σε περαιτέρω παραβατική συμπεριφορά. Επιπρόσθετα των πιο πάνω, το Δικαστήριο κλήθηκε να λάβει υπόψη του προς όφελος του Κατηγορούμενου την άμεση παραδοχή και απολογία του ενώπιον του Δικαστηρίου, την συνεργασία του με τις αρχές, το λευκό του ποινικό μητρώο και ότι αναμένεται να αποφυλακιστεί τον Ιανουάριο του 2025, με μεγάλη πιθανότητα ακόμη και τον Δεκέμβριο του 2024 λόγω των Χριστουγέννων. Η ευπαίδευτη συνήγορος του αναφέρθηκε επίσης στο πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, και συγκεκριμένα στο άσθμα/ φύσημα. Σύμφωνα με την συνήγορο του, ο Κατηγορούμενος έχει αντιληφθεί τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει, αντιλαμβάνεται πλέον ότι η χρήση ναρκωτικών ουσιών στο παρελθόν τον οδήγησαν σε λανθασμένα μονοπάτια, με αποκορύφωμα την φυλάκιση του, η οποία του κατέστρεψε την ζωή. Τέλος, η συνήγορος του Κατηγορούμενου κάλεσε το Δικαστήριο όπως επιδείξει κάθε δυνατή επιείκεια στο πρόσωπο του, και σε περίπτωση που κρίνει το Δικαστήριο ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης, οι προαναφερόμενοι μετριαστικοί παράγοντες θα πρέπει να συνηγορήσουν υπέρ της αναστολής αυτής έτσι ώστε να δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία στον Κατηγορούμενο για να μπορέσει να συνεχίσει τη ζωή του. Για σκοπούς επιβολής της ποινής, θα εξετάσω πρώτα την πρώτη κατηγορία, η οποία αφορά την οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος υπό την επήρεια ναρκωτικών κατά παράβαση του άρθρου 11 (Β) του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου 174/86, η οποία είναι και η πιο σοβαρή. Στο άρθρο 11 (Β), προνοούνται τα ακόλουθα: «Πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή αποπειράται να οδηγήσει οποιοδήποτε όχημα σε οποιαδήποτε οδό ενώ τελεί υπό την επήρεια ναρκωτικών, διαπράττει αδίκημα.» Ως ναρκωτικά το άρθρο 11 (Α) ερμηνεύει τις ελεγχόμενες ουσίες, όπως αυτές καθορίζονται στον περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμος του
- Το άρθρο 11Ζ του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου 174/86 ως έχει τροποποιηθεί προβλέπει για τον παραβάτη του εν λόγω αδικήματος «ποινή φυλάκισης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις οκτώ χιλιάδες ευρώ (€8.000) ή σε στέρηση της ικανότητάς του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για χρονική περίοδο που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)χρόνια ή σε όλες ή σε οποιαδήποτε ή σε οποιεσδήποτε από τις πιο πάνω ποινές.» Επιπρόσθετα, σύμφωνα με το άρθρο 20Α
(2)του Ν.86/72, ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, προβλέπεται η επιβολή κατ' ελάχιστον 5 βαθμών ποινής και κατά μέγιστο 10 βαθμών ποινής σε πρόσωπο που καταδικάζεται για το εν λόγω αδίκημα, αναλόγως βέβαια των περιστάσεων. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία ότι το αδίκημα που διέπραξε ο Κατηγορούμενος είναι πολύ σοβαρό. Αυτό διαφαίνεται πρωτίστως από το ύψος της προβλεπόμενης ποινής. Η προβλεπόμενη στον νόμο ποινή αποτελεί την αφετηρία από την οποία το Δικαστήριο εκκινεί για την επιμέτρηση της ποινής. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του είδους της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Δημοκρατία ν Κυριάκου
(1990)2 ΑΑΔ 264 και Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632). Η σοβαρότητα του εν λόγω αδικήματος διαφαίνεται βεβαίως και μέσα από την ανησυχητικά αυξανόμενη συχνότητα με την οποία όμοιας φύσης αδικήματα διαπράττονται, και για την οποία λαμβάνω δικαστική γνώση από την ενασχόληση του Δικαστηρίου με πλειάδα τέτοιων υποθέσεων επί καθημερινής βάσης. Ένεκα και τούτου του λόγου προβάλλει επιτακτικά η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Παναγή ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 75: «Η επιβολή αποτρεπτικών ποινών δεν είναι μόνο θέμα σεβασμού και εφαρμογής των νόμων, αλλά είναι απαραίτητη κοινωνική ανάγκη, ενόψει του σοβαρού και ανησυχητικού ρυθμού με τον οποίο συμβαίνουν αυτοκινητικά δυστυχήματα και χάνονται ανθρώπινες ζωές ή προκαλούνται σοβαρές υλικές ζημιές. Είναι μόνο με την απόλυτη συμμόρφωση προς όλους τους κανονισμούς που θα επιτευχθεί μείωση ατυχημάτων τα οποία πολλές φορές έχουν ολέθρια και ανεπανόρθωτα επακόλουθα.» Η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών σε τροχαία αδικήματα όταν περιέχουν το στοιχείο της αδιαφορίας επαναλήφθηκε και στην υπόθεση Τουμάζου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 166/16, ημερομηνίας 05/10/2018, ECLI:CY:AD:2018:B432, η οποία αφορούσε αδικήματα υπέρβασης ορίου ταχύτητας και παράλειψης συμμόρφωσης σε σήμα αστυνομικού, χρήση οχήματος χωρίς πιστοποιητικό ασφάλειας και χωρίς πιστοποιητικό καταλληλότητας. Επισημαίνοντας ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο αντιμετώπισε με «υπέρμετρη επιείκεια» τον κατηγορούμενο, περιοριζόμενο σε χρηματικές ποινές ανέφερε τα ακόλουθα: «Η επιβολή αποτρεπτικών ποινών για τέτοιου είδους τροχαίες παραβάσεις είναι, για τους λόγους που αναφέραμε, επιβεβλημένη. Ιδιαίτερη αυστηρότητα αρμόζει, τηρουμένων πάντοτε των αρχών επιμέτρησης των ποινών, όταν προκαλείται, εν δυνάμει έστω, κίνδυνος στο δρόμο και/ή όταν η παράνομη οδική συμπεριφορά εκδηλώνεται ως εγωιστική αυθαιρεσία έναντι του νόμου και των οργάνων επιβολής του νόμου». Δεν χωρεί αμφιβολία ότι με την πράξη του να οδηγήσει υπό την επήρεια ναρκωτικών ο Κατηγορούμενος επέδειξε πλήρη ανευθυνότητα. Η συμπεριφορά του είναι εγωιστική και αντικοινωνική ενώ παράλληλα εμπεριέχει το στοιχείο της αδιαφορίας για την σωματική υγεία όλων όσων χρησιμοποιούν τον δρόμο. Το γενικό συμφέρον της δικαιοσύνης, για πάταξη τέτοιων φαινομένων, δημιουργεί την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Αποτελεί δε επιβαρυντικό παράγοντα ότι έλαβε την απόφαση να οδηγήσει ενώ βρισκόταν υπό την επήρεια δυο ναρκωτικών ουσιών, ήτοι κοκαΐνης και μεθαμφεταμίνης. Στην υπόθεση Τρύφωνος ν Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 197 που αφορούσε βεβαίως αδικήματα κατοχής ναρκωτικών, λέχθηκε ότι το είδος, η ποσότητα και ο σκοπός της κατοχής των ναρκωτικών είναι παράγοντες οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο. Αν και το Δικαστήριο στην παρούσα περίπτωση καλείται να αντιμετωπίσει, όχι αυτή καθ' αυτή την κατοχή και χρήση ναρκωτικών, αλλά την οδήγηση υπό την επήρεια ναρκωτικών, θεωρώ ότι οι πιο πάνω παράγοντες μπορούν να προσμετρήσουν κατ' αναλογία, είτε ελαφρυντικά είτε επιβαρυντικά αναλόγως της περίπτωσης. Οι οδηγοί και χρήστες των δρόμων πρέπει να διακατέχονται από το αίσθημα της ασφάλειας και της βεβαιότητας για τη ζωή και σωματική τους ακεραιότητα η οποία δεν θα επηρεάζεται από συμπεριφορές του είδους που επέδειξε ο Κατηγορούμενος, οι οποίες βέβαια πρέπει να αντιμετωπίζονται με τη δέουσα αυστηρότητα. Σοβαρό επίσης είναι και το αδίκημα της ανασφάλιστης οδήγησης, το οποίο αφορά την δεύτερη κατηγορία, λόγω, μεταξύ άλλων, των σοβαρών επιπτώσεων για τα θύματα δυστυχημάτων από ανασφάλιστη χρήση οχήματος (βλ. Πουλλής ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 57, 61). Σύμφωνα με το άρθρο 3
(4)του Ν.96
(1)/2000, πρόσωπο που καταδικάζεται για το εν λόγω αδίκημα τιμωρείται, σε περίπτωση πρώτης καταδίκης, με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει το ένα έτος και/ή χρηματική ποινή μέχρι και €3.000, και σε περίπτωση δεύτερης καταδίκης, με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη και/ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €6.000. Σύμφωνα δε με το εδάφιο 5 του πιο πάνω άρθρου η στέρηση που επιβάλλεται δυνάμει των προνοιών του εδαφίου 4, εκτός και εάν συντρέχουν ειδικοί λόγοι θα είναι για περίοδο όχι μικρότερη των έξι μηνών από την ημερομηνία της καταδίκης, ή για τέτοια μεγαλύτερη περίοδο που το Δικαστήριο, κάτω από τις περιστάσεις της υπόθεσης, θα θεωρήσει κατάλληλη. Περαιτέρω, με βάση το Άρθρο 20Α του Νόμου 86/1972, το Δικαστήριο για το αδίκημα της ανασφάλιστης οδήγησης μπορεί να επιβάλει από 3 έως 6 βαθμούς ποινής στην άδεια οδήγησης του Κατηγορούμενου, αναλόγως πάντοτε των περιστάσεων της υπόθεσης. Επιπρόσθετα των πιο πάνω, πάντα σε σχέση με το αδίκημα της ανασφάλιστης οδήγησης, ακόμα ένας παράγοντας που συνηγορεί στην επιβολή αποτρεπτικών ποινών είναι και η έντονα ανησυχητική έξαρση στην διάπραξη της συγκεκριμένης φύσεως αδικημάτων, γεγονός για το οποίο αντλώ δικαστική γνώση από την ενασχόληση μου με τροχαίας φύσεως υποθέσεις. Δεν θα ήταν υπερβολή να λεχθεί ότι σχεδόν καθημερινά το Δικαστήριο επιλαμβάνεται υποθέσεων που είτε αφορούν αποκλειστικά είτε περιλαμβάνουν το εν λόγω αδίκημα. Όσον αφορά τα αδικήματα των υπόλοιπων κατηγοριών αυτά είναι ήσσονος σοβαρότητας και αντιμετωπίζονται κατά κανόνα με επιβολή χρηματικού προστίμου. Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι ο Κατηγορούμενος ήδη βαρύνεται με 27 βαθμούς ποινής επί της άδειας οδήγησης του, στοιχείο που καταδεικνύει τάση του Κατηγορούμενου προς την παραβατικότητα και καθιστά πρόδηλη την ανάγκη για αναμόρφωση της οδηγητικής του συμπεριφοράς. Ακόμη όμως και σε τέτοιου είδους συμπεριφορές το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί. Στο έργο εξατομίκευσης της ποινής το Δικαστήριο οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί, περιλαμβανομένων των ατομικών συνθηκών του παραβάτη, καθώς και εκείνα που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, έτσι ώστε η ποινή να μην συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224). Την ίδια ώρα, είναι σαφώς νομολογημένο, ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά ενός αδικήματος (βλ. Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας ανωτέρω). Στην προκειμένη περίπτωση, προς όφελος του Κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη μου τα πιο κάτω: Το λευκό του ποινικό μητρώο, κάτι το οποίου του δίδει το δικαίωμα να έχει μεγαλύτερη απαίτηση από το Δικαστήριο όπως επιδείξει στο πρόσωπό του τη μέγιστη δυνατή επιείκεια. Την άμεση παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία πρέπει να αμείβεται «με σχετική έκπτωση στην ποινή», διότι αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης (βλ. Χαρτούπαλλος ν Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 28 και Θεοδώρου v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 208/18, 27/11/2019). Το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος εκτίει ποινή φυλάκισης 4 χρόνων και 4 μηνών από τις 14/07/2022, και αναμένεται να αποφυλακιστεί μεταξύ Δεκεμβρίου 2024 και Ιανουαρίου 2025. Επίσης λαμβάνω υπόψη μου τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του περιστάσεις όπως αυτές διαφάνηκαν μέσα από την έκθεση του τμήματος Κοινωνικής Ευημερίας, καθώς και μέσα από την αγόρευση της συνηγόρου του. Περαιτέρω, σημασία δίδεται από το Δικαστήριο στις δύσκολες προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις στις οποίες μεγάλωσε ο Κατηγορούμενος. Ιδιαίτερα λαμβάνω υπόψη μου ότι στο μεγάλωμα του Κατηγορούμενου ήταν απούσα η πατρική φιγούρα και ότι ο Κατηγορούμενος είχε εμπλακεί στη μάστιγα των ναρκωτικών από νεαρή ηλικία. Βεβαίως, στην Φραντζίδης v. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 77, λέχθηκε ότι «η δυστυχία που πλήττει ένα άνθρωπο στην παιδική του ηλικία δεν αποτελεί μόνιμη ασπίδα κατά της συνέχισης της παρανομίας με ατιμωρησία». Περαιτέρω στην απόφαση Balampanidis v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 210/18, ημερ. 10/5/2019, ECLI:CY:AD:2019:B178, η οποία αφορούσε αδικήματα διαρρήξεων και κλοπών αναφέρθηκε ότι «ναι μεν λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του παραβάτη αλλά στο βαθμό και κατά την έκταση που δεν εξουδετερώνεται το αποτρεπτικό στοιχείο της ποινής». Περαιτέρω, δεν μπορεί να αφήσει αδιάφορο το Δικαστήριο το νεαρό της ηλικίας του Κατηγορούμενου ο οποίος κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων ήταν σχεδόν 20 ετών και σήμερα είναι ηλικίας 24 ετών. Σύμφωνα με τη Νομολογία το νεαρό της ηλικίας αποτελεί επιπρόσθετο ελαφρυντικό παράγοντα. Όπως έχει αναφερθεί στην απόφαση Βασίλης Φανάρας κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 50 «Κρίνεται πως δεν είναι επιθυμητό νεαρό άτομο, στα αρχικά δηλαδή στάδια της δημιουργίας της προσωπικότητας του, να στερηθεί της ευκαιρίας να ωριμάσει για να κάνει τις επιλογές του στη ζωή». Στην Αργυρίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 449 σημειώθηκαν τα ακόλουθα: «Νεαρά άτομα αυτής της ηλικίας ιδιαίτερα χρήζουν αυτής της μεταχείρισης εφόσον το αποτέλεσμα που θα επιτυγχάνετο από μια ποινή άμεσης φυλάκισης μακράς σχετικώς διάρκειας, όπως είναι οι ποινές που επιβλήθησαν στην προκειμένη περίπτωση, ενδέχεται να είναι πολύ μικρότερο από το όφελος που θα προέρχετο από την προσδοκία, με την καλή χρήση του μέτρου της αναστολής, ότι όντως θα υπάρξει αναμόρφωση και θα αποφευχθεί μια χειροτέρευση της θέσης των Εφεσειόντων εάν αυτοί περνούσαν στη φυλακή το μεγάλο αυτό σχετικά χρονικό διάστημα.» Όπως έχει νομολογηθεί ο νεαρός κατηγορούμενος δεν πρέπει να μένει με την εντύπωση ότι η κοινωνία τον έχει ξεγράψει από τους κόλπους της. Αντιμετωπίζεται με περισσότερη επιείκεια από το Δικαστήριο δίνοντας του τη δυνατότητα να αναμορφώσει την παραβατική του συμπεριφορά και να γίνει χρήσιμος πολίτης της πολιτείας. Όταν δε υπάρχει ανάγκη προστασίας του κοινωνικού συνόλου από τη σοβαρή εγκληματική δραστηριότητα του νεαρού κατηγορουμένου, η επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας του είναι αναπόφευκτη. Σε κάθε περίπτωση επιβολή ποινής φυλάκισης σε νεαρά πρόσωπα θα πρέπει να είναι η τελευταία επιλογή του Δικαστηρίου εκτός αν κρίνει ότι τούτο είναι η μόνη ορθή επιλογή. Ωστόσο, ως έχει νομολογηθεί το νεαρό της ηλικίας δεν μπορεί να επενεργεί πάντα ως ελαφρυντικός παράγοντας ενόψει της δραματικής αύξησης των θανατηφόρων δυστυχημάτων στον τόπο μας, της εμπλοκής σε πολλές περιπτώσεις νεαρών προσώπων και της συνακόλουθης ανάγκης να συνετιστούν τα άτομα νεαρής ηλικίας μέσω της επιβολής αυστηρών ποινών (βλ. Χρίστου Μιχαήλ ν Αστυνομίας
(2014)2 ΑΑΔ 329, Παντέλα ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 562). Τα Δικαστήρια οφείλουν να στέλνουν στους νεαρούς παραβάτες του Οδικού Κώδικα το μήνυμα ότι οφείλουν να απέχουν από την οδήγηση υπό την επήρεια ναρκωτικών, αφού μπορεί να δημιουργήσουν κίνδυνο επί της οδού τον οποίο να μην μπορούν να διαχειριστούν λόγω μειωμένης οδικής ικανότητας. Αποδίδεται επίσης καταλυτική σημασία στο ότι ο Κατηγορούμενος κατά την διάρκεια έκτισης της ποινής του συμμετέχει στο εθελοντικό πρόγραμμα απεξάρτησης του Τμήματος Φυλακών «ΔΑΝΑΗ» (βλ. Γιαννακάκης ν Αστυνομίας
(2016)2 ΑΑΔ 364). Αυτή του η συμμετοχή δείχνει ένα άτομο που θέλει να αποστασιοποιηθεί από τις κακές συνήθειες του παρελθόντος του, έτσι ώστε να ξανά ορίσει το μέλλον του. Λαμβάνω υπόψιν μου, προς όφελος του Κατηγορούμενου, το ότι από τη συμπεριφορά του δεν προκλήθηκε ζημιά ή βλάβη σε τρίτο πρόσωπο, καθώς και την απολογία του και τη συνεργασία του με τις Αστυνομικές Αρχές, στοιχείο ενδεικτικό της έμπρακτης μεταμέλειας του Κατηγορούμενου. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να παραβλέψει τον χρόνο που παρήλθε από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι και σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή στον Κατηγορούμενο που ανέρχεται στα 4,5 έτη περίπου. Η διεξαγωγή της δίκης εντός εύλογου χρόνου διασφαλίζεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Εκτροπή από το συνταγματικό πλαίσιο αποτελεί σοβαρό μετριαστικό παράγοντα στην επιβολή ποινής, κυρίως λόγω (α) της απόστασης που δημιουργείται ως προς το άτομο του παραβάτη μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Αρέστη
(1996)2 ΑΑΔ 267), και (β) της μεταβολής των προσωπικών συνθηκών του αδικοπραγούντος (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Πεγειώτη
(2001)2 ΑΑΔ 617, Αβραάμ ν Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 365). Είναι νομολογημένο ότι προκειμένου να διαφανεί κατά πόσο θα πρέπει να προσμετρήσει προς όφελος του κατηγορούμενου, θα πρέπει να γίνεται διαχωρισμός του χρόνου που παρήλθε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την καταχώρηση της υπόθεσης και του χρονικού διαστήματος από την καταχώρηση της υπόθεσης μέχρι την τελική απόφαση του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355 υποδείχθηκε ότι η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή, αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις που θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος. Ο λόγος για τον οποίο συνήθως προσμετρά η καθυστέρηση είναι η μεταβολή των συνθηκών του παραβάτη. Επίσης, η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο για τον Κατηγορούμενο (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη (Αρ. 2)
(2001)2 ΑΑΔ 623, Αβρααμίδη
(1993)ανωτέρω). Στην υπό κρίση περίπτωση τα υπό τιμωρία αδικήματα διαπράχθηκαν στις 09/06/2020 και το κατηγορητήριο καταχωρίστηκε στις 20/06/2023, δηλαδή 3 χρόνια μετά. Για το χρονικό διάστημα που διέρρευσε μέχρι την καταχώρηση του κατηγορητηρίου δεν δόθηκε κάποια δικαιολογία από την Κατηγορούσα Αρχή. Σημειώνεται επίσης ότι η υπόθεση δεν χαρακτηρίζεται από πολυπλοκότητα. Συνεπώς η πάροδος αυτού του χρονικού διαστήματος, η οποία θεωρώ ότι είναι ιδιαίτερα μεγάλη, θα πρέπει να προσμετρήσει προς όφελος του Κατηγορούμενου. Ως προς τον χρόνο που διέρρευσε από την καταχώρηση του κατηγορητηρίου μέχρι σήμερα όπου το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή διαπιστώνω ότι παρήλθε 1 χρόνος και 5 μήνες περίπου. Η υπόθεση ήταν ορισμένη αρχικά για απάντηση στις 13/10/2023, όμως λόγω μη επίδοσης του κατηγορητηρίου ορίστηκε για το σκοπό αυτό στις 17/01/
- Λόγω μη επίδοσης του κατηγορητηρίου η υπόθεση αναβλήθηκε για επίδοση στις 02/05/
- Εκείνη τη μέρα ο Κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε, προφανώς γιατί ήταν κατάδικος στις Κεντρικές Φυλακές, και έτσι η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για απάντηση στις 05/06/
- Την εν λόγω ημερομηνία και πάλι ο Κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε. Η υπόθεση επαναορίστηκε από το Δικαστήριο στις 12/06/2024, ημερομηνία όπου ο Κατηγορούμενος εμφανίστηκε μαζί με την συνήγορο του, ζητώντας να οριστεί η υπόθεση για απάντηση με σκοπό να ετοιμαστεί κοινωνικοοικονομική έκθεση από λειτουργό των Κεντρικών Φυλακών για την αίτηση νομικής αρωγής που εκκρεμούσε. Η υπόθεση επαναορίστηκε στις 19/06/2024, όπου ο Κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε και έτσι η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για απάντηση στις 21/06/
- Την εν λόγω ημερομηνία, καθώς και στις 03/07/2024, 08/07/2024, 09/09/2024 και 20/09/2024, ο Κατηγορούμενος εμφανίστηκε ζητώντας εκ νέου χρόνο για να απαντήσει στις κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Στις 03/10/2024 ημερομηνία που η υπόθεση ορίστηκε για απάντηση, ο κατηγορούμενος απάντησε παραδοχή στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και έτσι η υπόθεση ορίστηκε για γεγονότα και επιβολή ποινής στις 17/10/
- Λόγω της μη εμφάνισης του Κατηγορούμενου ενώπιον του Δικαστηρίου την εν λόγω ημερομηνία, η υπόθεση επαναορίστηκε για γεγονότα και επιβολή ποινής στις 30/10/2024, ημερομηνία όπου ακούστηκαν τα γεγονότα της υπόθεσης από την Κατηγορούσα Αρχή και η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου αγόρευσε για σκοπούς μετριασμού της ποινής του. Ως εκ των ανωτέρω, δεν παραβλέπω ότι η καθυστέρηση από την καταχώρηση του κατηγορητηρίου μέχρι την σημερινή ημερομηνία όπου το Δικαστήριο θα επιβάλει ποινή, οφείλεται κυρίως στην απουσία του Κατηγορούμενου σε διάφορες ημερομηνίες που ήταν ορισμένη η υπόθεση του αλλά και στα διάφορα αιτήματα του ιδίου με τα οποία ζητούσε περαιτέρω χρόνο για να απαντήσει στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Για σκοπούς πληρότητας ωστόσο να αναφέρω ότι από την στιγμή που ο Κατηγορούμενος την περίοδο αυτή βρισκόταν στις Κεντρικές Φυλακές και στον φάκελο του Δικαστηρίου υπάρχουν τα σχετικά διατάγματα προσαγωγής του, το Δικαστήριο δεν μπορεί να γνωρίζει τον λόγο που οι αρμόδιοι δεν μερίμνησαν για την μεταφορά του Κατηγορούμενου στο Δικαστήριο. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω όμως, ως προς το αντικειμενικό γεγονός του χρόνου που παρήλθε από την διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την επιβολή ποινής, δεν παραβλέπω ότι υπήρξε ουσιαστική αλλαγή των προσωπικών συνθηκών του Κατηγορούμενου. Συγκεκριμένα όταν ο Κατηγορούμενος διέπραξε τα υπό εξέταση αδικήματα ήταν ένας ελεύθερος πολίτης, ενώ από τις 14/07/2022 μέχρι και σήμερα εκτίει ποινή φυλάκισης στις Κεντρικές Φυλακές. Αδιαμφισβήτητα πρόκειται για μια τεράστια αλλαγή στην ζωή του Κατηγορούμενου, στην οποία δίδεται ιδιαίτερη σημασία από το Δικαστήριο για σκοπούς επιβολής της ποινής. Ο κατηγορούμενος διέπραξε σωρεία σοβαρών αδικημάτων και ως θέμα αρχής η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν θα ήταν λάθος. Στη Huseyin Topaloglurari v. Aστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 478 λέχθηκε ότι η διάπραξη σωρευτικών τροχαίων αδικημάτων δεν αποκλείει την επιβολή ποινής φυλάκισης, όπου αυτή δικαιολογείται από τα γεγονότα της υπόθεσης. Τα ελαφρυντικά και οι μετριαστικοί παράγοντες του Κατηγορούμενου, όπως αυτά έχουν εκτεθεί αμέσως πιο πάνω, δεν είναι, κατά την άποψη μου, τέτοιας έκτασης και φύσης ώστε να υπερφαλαγγίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής ενόψει ιδιαίτερα της σοβαρότητας του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας που βρέθηκε ένοχος και της δεδηλωμένης ανάγκης για επιβολή αποτρεπτικών ποινών σε αδικήματα αυτής της φύσης. Δεν έχουν καταδειχθεί γεγονότα τέτοιας φύσεως που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου αναφορικά με το είδος της ποινής. Ούτε οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου είναι τέτοιες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν το είδος της ποινής. Τα αδικήματα είναι ιδιαίτερα σοβαρά και υπάρχει η ανάγκη για αποτροπή. Σε τέτοιες περιπτώσεις οι προσωπικές περιστάσεις είναι ήσσονος σημασίας. (βλ. Μάριος Παναγιώτου v. Aστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 540). Είναι καθήκον του Δικαστηρίου να στείλει το μήνυμα ότι τέτοιες συμπεριφορές δεν μπορεί να γίνουν αποδεκτές από οποιοδήποτε και για οποιονδήποτε λόγο. Σημειώνεται, ότι το παρόν Δικαστήριο δεν τιμωρεί τον Κατηγορούμενο για τη χρήση ναρκωτικών ουσιών αλλά για την παντελώς αδικαιολόγητη και δυνητικά επικίνδυνη επιλογή του να οδηγήσει ευρισκόμενος υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών. Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω και χωρίς να παραγνωρίζω ότι η ποινή φυλάκισης αποτελεί το ύστατο μέτρο τιμωρίας και ότι επιβάλλεται μόνο όταν κρίνεται ως αναπόφευκτο τιμωρητικό μέτρο κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις αποτελεί τη μόνη αρμόζουσα ποινή για τον Κατηγορούμενο. Οποιαδήποτε άλλη ποινή, υπό τις περιστάσεις, θα έδινε λανθασμένα μηνύματα στον Κατηγορούμενο και σε άλλους επίδοξους παραβάτες (Νικήτα v. Αστυνομία
(1997)2 ΑΑΔ 75). Όσον αφορά το ζήτημα της στέρησης της άδειας οδήγησης δεν έχουν εκτεθεί οποιοιδήποτε ειδικοί λόγοι για να μην επιβληθεί και αυτό το είδος της ποινής. Ένεκα της σοβαρότητας του αδικήματος της πρώτης και δεύτερης κατηγορίας, που αφορούν την οδήγηση υπό την επήρεια ναρκωτικών και την οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς να βρίσκεται σε ισχύ πιστοποιητικό ασφάλισης ευθύνης, κρίνω σκόπιμο όπως επιβάλλω στον Κατηγορούμενο και ποινή στερητική της άδειας οδήγησης. Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι η επιβολή τέτοιου είδους ποινής είναι εφικτή ακόμα και στην περίπτωση επιβολής ποινής άμεσης φυλάκισης, όμως θα πρέπει, όποτε είναι αναγκαία στον κατηγορούμενο για την απασχόληση του, είτε να συμπίπτει με τον εγκλεισμό του, είτε να μην είναι πολύ μακρύτερη σε χρονική διάρκεια από το χρόνο της αποφυλάκισής του (βλ. Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 327). Ωστόσο, δεν αποκλείεται η έναρξη της περιόδου στέρησης να ισχύει από την αποφυλάκιση του κατηγορούμενου όπως λέχθηκε στην υπόθεση Χριστάκης Ανθίας ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 107/2022, ημερομηνίας 05/07/2022. Ενόψει της μη προβολής οποιωνδήποτε ειδικών λόγων από την υπεράσπιση, κρίνω ότι θα πρέπει να επιβληθεί και αυτό το είδος της ποινής. Ως εκ των ανωτέρω, επιδεικνύοντας κάθε δυνατή επιείκεια, επιβάλλω στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: · Στην πρώτη κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 3 μηνών και 8 βαθμοί ποινής επί της άδειας οδήγησης του Κατηγορούμενου. Περαιτέρω, επιβάλλεται στον Κατηγορούμενο ποινή στέρησης της δυνατότητας να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 3 μηνών από την ημερομηνία αποφυλάκισης του. · Στην δεύτερη κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 10 ημερών και 3 βαθμοί ποινής επί της άδειας οδήγησης του Κατηγορούμενου. Περαιτέρω, επιβάλλεται στον Κατηγορούμενο ποινή στέρησης της δυνατότητας να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 2 μηνών από την ημερομηνία αποφυλάκισης του. · Ενόψει της ποινής φυλάκισης που επέβαλα στη πρώτη και δεύτερη κατηγορία δεν κρίνω σκόπιμο να επιβάλω οποιαδήποτε ποινή στις υπόλοιπες κατηγορίες. Έλαβα προς τούτο υπόψη μου την αρχή της αναλογικότητας και συνολικότητας της ποινής. Οι ποινές φυλάκισης και στέρησης της δυνατότητας να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης να συντρέχουν. Ενόψει τις επιβολής βαθμών ποινής επί της άδειας οδήγησης του Κατηγορούμενου στην πρώτη και δεύτερη κατηγορία, συσσωρεύονται 38 βαθμοί ποινής στην άδεια οδήγησης του Κατηγορούμενου. Ως εκ τούτου, κρίνω, ότι είναι πρέπον όπως ασκήσω την εξουσία που μου παρέχει το άρθρο 20Α
(7)και
(8)(α) του Ν.86/72, του οποίου οι διατάξεις εφαρμόζονται ανεξαρτήτως της εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 19 και επιπρόσθετα οποιασδήποτε άλλης ποινής, προκειμένου να διατάξω τη στέρηση της άδειας οδήγησηςτου Κατηγορουμένου λόγω συσσώρευσης πέραν των 12 βαθμών ποινής, για περίοδο 4 μηνών από την ημερομηνία αποφυλάκισης του Κατηγορούμενου, η έναρξη της οποίας να συντρέχει με την έναρξη της περιόδου στέρησης άδειας οδήγησης που επέβαλα δυνάμει του άρθρου 19 του Ν.86/72. Οι συσσωρευμένοι βαθμοί ποινής διαγράφονται. Έχοντας αποφασίσει την επιβολή ποινής φυλάκισης στον Κατηγορούμενο θα εξετάσω στο στάδιο αυτό κατά πόσον συντρέχουν λόγοι για αναστολή της εκτέλεσης της. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε, και το οποίο αναφέρει ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο ήθελε διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου (Siminoiu v. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 699). Όπως έχει νομολογηθεί ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή. Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι στο στάδιο αυτό, σύμφωνα με τη νομολογία, οι περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος και όλα τα ελαφρυντικά του κατηγορουμένου, επανεξετάζονται. Παραπέμπω στο κάτωθι απόσπασμα από την υπόθεση Δάφνη Αριστοδήμου v. Δημοκρατία, Ποινική. Έφεση Αρ. 121/2017, ημερομηνίας 21/09/2017, ECLI:CY:AD:2017:D311: «Ειδικά σε σχέση με τον έλεγχο του τρόπου άσκησης της εξουσίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την αναστολή ποινής φυλάκισης, σε συνάρτηση με την κείμενη νομοθεσία, εναπόκειται στο Δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και του δράστη με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Όπως αναφέρθηκε στην Ιωσήφ v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, αυτό συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορουμένου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σ' όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρώ ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.» Έχω ήδη σε προηγούμενο στάδιο αναλύσει όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης και του Κατηγορούμενου και έχω υπόψη όλα όσα έχουν ήδη αναφερθεί, για την εκ νέου θεώρηση τους στο στάδιο αυτό. Το βασικό λοιπόν ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και του Κατηγορούμενου θα μπορούσε ή θα έπρεπε να επενεργήσουν κατά τρόπο που να δικαιολογεί το να δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία. Ιδιαίτερη σημασία δίδεται στο γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου, στις προσωπικές και οικογενειακές δυσκολίες που αντιμετώπισε ο ίδιος από νεαρή ηλικία όπως έχουν εκτεθεί ανωτέρω, καθώς και ότι κατά την διάρκεια της έκτισης ποινής φυλάκισης του συμμετέχει εθελοντικά στο πρόγραμμα απεξάρτησης «ΔΑΝΑΗ», γεγονός το οποίο δεικνύει κατά την κρίση μου την αληθινή και γνήσια επιθυμία του Κατηγορούμενου να αποκόψει τις επιβλαβείς συνήθειες του παρελθόντος. Ο Κατηγορούμενος σήμερα είναι ηλικίας 24 ετών και από ηλικία σχεδόν 22 ετών εκτίει ποινή φυλάκισης 4 χρόνων και 4 μηνών στις Κεντρικές Φυλακές. Όπως αναφέρθηκε από την συνήγορο του αναμένεται ότι θα αποφυλακιστεί τον Δεκέμβριο του 2024, κάτι το οποίο του δίνει την δυνατότητα να ελπίζει να επανεκκινήσει την ζωή του. Ο εγκλεισμός του στις Κεντρικές Φυλακές από τις 14/07/2022 συνιστά μια έντονη διέγερση του καταδικαζόμενου σε φυλάκιση νεαρού προσώπου, ώστε να αντιληφθεί τις συνέπειες τις οποίες θα είχε ενδεχόμενη νέα παραβατική συμπεριφορά, ώστε να έχει πάρει μια ανάλογη γεύση από το τι σημαίνει να εγκλειστεί κάποιος στη φυλακή σε τέτοια νεαρή ηλικία. Βαραίνει ακόμα στην κρίση μου το γεγονός ότι, ναι μεν επρόκειτο για σοβαρά αδικήματα όπως ανέφερα, αλλά φαίνεται να διέπονται από μια μεγάλη επιπολαιότητα. Η τιμωρία νεαρών παραβατών πρέπει να αποβλέπει στην αναμόρφωση αυτών, και όχι στην τιμωρία για χάριν της τιμωρίας. Όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι συνηγορούν υπέρ της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την αναστολή έκτισης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί και πως δικαιούται της ευκαιρίας να καταδείξει εμπράκτως πως όντως έχει πλήρως αντιληφθεί την σοβαρότητα του αδικήματος, έχει μεταμεληθεί και δύναται να είναι νομοταγές μέλος της Κυπριακής κοινωνίας και να γίνει χρήσιμος πολίτης αυτής. Η επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης θα άφηνε την εντύπωση στον Κατηγορούμενο ότι η πολιτεία τον έχει ξεγράψει από τους κόλπους της. Ως εκ των άνω διατάσσω όπως η ποινή φυλάκισης, η οποία επιβλήθηκε στον Κατηγορούμενο, ανασταλεί για περίοδο 3 ετών. Περαιτέρω στην βάση του άρθρου 11(Θ) του Νόμου ο Κατηγορούμενος να καταβάλει έξοδα ύψους €180 πλέον Φ.Π.Α στη Δημοκρατία, ως αντίτιμο για το κόστος των εργαστηριακών εξετάσεων. (Εξηγείται στον κατηγορούμενο η έννοια της αναστολής της ποινής φυλάκισης). (Υπογρ.)............. Λ. Χατζηξενοφώντος, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο