← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Φ.Κ., Αρ. Υπόθεσης: 3003/22, 11/3/2024

Δημοκρατία ν. Φ.Κ., Αρ. Υπόθεσης: 3003/22, 11/3/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΟΔΙΚΕΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΥΝΘΕΣΗ: N. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ. Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. Ε. Μιντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3003/22 Δημοκρατία ν. Φ.Κ. Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 11 Μαρτίου 2023 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Δημοσθένους, για Γενικόν Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο: κα Μ. Μικελλίδου με κα Θ. Ανδρέου (για ν' ακούσει απόφαση η κα Α. Πασή) Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Κατόπιν τροποποίησης του κατηγορητηρίου και αναστολής κάποιων κατηγοριών, ο Κατηγορούμενος παρέμεινε να αντιμετωπίζει τις κάτωθι κατηγορίες: Τρεις κατηγορίες βιασμού (άρθρο 144 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ως ίσχυε πριν την τροποποίηση του από το Ν.150(Ι)/2020 και άρθρο 5 του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου, Ν.119(Ι)/2000 - κατηγορίες 1, 4 και 7), Δύο κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της κοινής επίθεσης (άρθρο 3 και 4 του Ν.119(Ι)/2000 - κατηγορίες 16 και 20), Δύο κατηγορίες που αφορούν το αδίκημα της απειλής κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορίες 24 και 25), Μια κατηγορία που αφορά το αδίκημα της κακόβουλης βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 324(Ι) του Κεφ. 154 (κατηγορία 26). Ο Κατηγορούμενος δήλωσε μη παραδοχή σε όλες τις κατηγορίες με αποτέλεσμα να διεξαχθεί ακρόαση. Εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ήταν ότι τα αδικήματα διαπράχθηκαν κατά την περίοδο που ο Κατηγορούμενος με την Παραπονούμενη συμβίωναν ως σύζυγοι. Πιο συγκεκριμένα υποστηρίχθηκε ότι στις 15.1.22, η Παραπονούμενη μετέβη στην Αστυνομία και κατήγγειλε τον Κατηγορούμενο για περιστατικό που, σύμφωνα πάντα με την ίδια, έλαβε χώρα την προηγούμενη μέρα σε πρατήριο, στο πλαίσιο του οποίου την απείλησε ότι θα την «παίξει», ότι στο πλαίσιο της ως άνω συζήτησης με την αστυφύλακα που της έλαβε την κατάθεση ανέφερε περιστατικά βιασμού της και ότι εν τέλει υπέβαλε καταγγελία και για το ότι κατά τη διάρκεια του γάμου τους και μέχρι τη διάσταση τους τον Μάιο του 2019, σε διάφορες περιπτώσεις, ο Κατηγορούμενος ήρθε σε παράνομη συνουσία μαζί της χωρίς τη συγκατάθεση της, ως επίσης της επιτέθηκε, την απείλησε και προξένησε βλάβη σε περιουσία της. Η θέση δε του Κατηγορούμενου σε σχέση με αυτά, είναι πως η Παραπονούμενη ψεύδεται και υπέβαλε την καταγγελία για εκδικητικούς λόγους.

  1. Η Διαδικασία Προς απόδειξη των κατηγοριών, η κατηγορούσα αρχή κάλεσε επτά μάρτυρες και συγκεκριμένα την Παραπονούμενη, Β.Κ. (Μ.Κ.1), την κλινική ψυχολόγο Β.Κ. (Μ.Κ.2), τη μητέρα της Παραπονούμενης Φ.Γ.Κ. (M.K.3), την Αστ. 3446 Σ.Χ. (Μ.Κ.4), την Α/Αστ. 629 Κ.Μ. (Μ.Κ.5), το θείο της Παραπονούμενης, Α.Λ. (Μ.Κ.6) και τέλος τη Λοχ. 324 Μ.Σ. (Μ.Κ.7), η οποία προσφέρθηκε για αντεξέταση. Αφότου ο Κατηγορούμενος (Μ.Υ.1) κλήθηκε σε απολογία και επεξηγήθηκαν σε αυτόν τα δικαιώματα του, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως ενώ κάλεσε και τέσσερις μάρτυρες υπεράσπισης, ήτοι την Ε.Κ., αδελφή του (Μ.Υ.2), τον Α.Π., κουμπάρο του (Μ.Υ.3), τον Σ.Κ., αδελφό του (Μ.Υ.4) και τον Σ.Κ., πατέρα του (Μ.Υ.5). Κατατέθηκαν συνολικά επτά τεκμήρια, ως επίσης μια έκθεση και διάφορες άλλες καταθέσεις, ως Έγγραφα Α-Θ.
  2. Σύνοψη Μαρτυρίας Η Παραπονούμενη (Μ.Κ.1) υιοθέτησε τις καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία (Έγγραφα Α και Β), όπου αναφέρεται στην εξέλιξη της σχέσης της με τον Κατηγορούμενο και στη βία που υπέστη ενόσω ήταν μαζί. Όπως αναφέρει στην αρχική της κατάθεση (Έγγραφο Α), από το Σεπτέμβριο του 2017 που παντρεύτηκε με τον Κατηγορούμενο, ο τελευταίος κάθε Παρασκευή και Σάββατο έβγαινε έξω με τους φίλους του, γυρνούσε σπίτι μεθυσμένος τα ξημερώματα, ξάπλωνε δίπλα της, την τραβούσε να κάνουν έρωτα και όταν αυτή αρνείτο, ξεκινούσε να της φωνάζει και μετά τη χαστούκιζε σε όλο το σώμα, την κρατούσε από το πίσω μέρος του κεφαλιού της και το κτυπούσε στον τοίχο, τραβούσε τα μαλλιά της και την έσπρωχνε ενώ πολλές φορές την τραβούσε και της έσκιζε τα ρούχα που φορούσε. Ως η θέση της μετά απ' αυτά, έκανε έρωτα μαζί του γιατί φοβόταν ότι θα την σκότωνε, περιγράφει δε το πόσο βίαιος ήταν ο Κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια της επαφής ενώ επίσης αναφέρει ότι η ίδια πονούσε και έκλαιγε, λέγοντας του να σταματήσει, χωρίς όμως αυτός να την ακούει. Κάθε φορά είχε μώλωπες σε όλο της το σώμα, τους οποίους έκρυβε γιατί ντρεπόταν να μιλήσει σε κάποιον για τα όσα της συνέβαιναν. Επίσης αναφέρεται σε περιστατικό που συνέβη στις 13.2.19, περί τις 05:00, όταν ο Κατηγορούμενος άρχισε να την κτυπά, να της φωνάζει, να την βρίζει και να την πιέζει να κάνουν έρωτα και δίνει λεπτομέρειες ως προς το τι επακολούθησε. Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι επειδή ο Κατηγορούμενος βρήκε στο κινητό της ένα αριθμό χωρίς όνομα, που ανήκε στον πατέρα της, θεώρησε ότι η Παραπονούμενη τον απατούσε («είχε φίλο») και άσκησε βία σε βάρος της και έσπασε τα δύο κινητά της τηλέφωνα και άλλα πράγματα στο σπίτι. Τόσο η ίδια, όσο και τα παιδιά τους, τα οποία εν τω μεταξύ ξύπνησαν, έκλαιγαν. Σε κάποια στιγμή ο Κατηγορούμενος επικοινώνησε με τη μητέρα της, η οποία έφτασε στο σπίτι μαζί με άλλα συγγενικά τους πρόσωπα που εν τω μεταξύ ειδοποιήθηκαν για να ηρεμήσουν τον Κατηγορούμενο. Μετά το συγκεκριμένο περιστατικό αποφάσισε να χωρίσει και έφυγε από το σπίτι με τα παιδιά. Η Παραπονούμενη επέστρεψε πίσω στο σπίτι μετά από δύο βδομάδες περίπου, αφού την παρακαλούσε ο Κατηγορούμενος να πάει πίσω, λέγοντας της ότι άλλαξε και η ίδια τον πίστεψε. Όμως, ακολούθησε νέο περιστατικό στις 19.5.19, όταν προσπάθησε να την κτυπήσει, έσπρωξε τον πατέρα του και έσπασε πράγματα στο σπίτι των γονιών του, ενώ στις 21.5.2019, όταν του ζήτησε να χωρίσουν, την έπιασε από το λαιμό και την απειλούσε ότι θα την σκοτώσει. Κατά την τελευταία ημερομηνία, στο μέρος έφτασε η μητέρα της (μαζί με τους θείους της), την οποία είχε ήδη ειδοποιήσει ότι θα του ανακοίνωνε ότι θα χωρίσουν, πήραν κάποια πράγματα και έφυγαν. Περαιτέρω αναφέρει ότι από τότε που χώρισε αντιμετωπίζει συχνά προβλήματα με τον Κατηγορούμενο, ότι έχει προβεί σε καταγγελίες στην Αστυνομία, ότι σε δύο περιπτώσεις ήτοι στις 8.1.22 και μια άλλη φορά, είδε θήκη όπλου στο αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου, όταν αυτός πήγε να πάρει τα παιδιά ενώ στις 14.1.22, όταν συναντήθηκαν σε πρατήριο στη Δερύνεια για να πάρει τα παιδιά, τα οποία ήταν με τον Κατηγορούμενο, την απείλησε ότι θα την σκοτώσει. Στο μέρος μετέβη με το θείο της (Μ.Κ.6), επειδή φοβόταν τον Κατηγορούμενο, αφού προηγουμένως επικοινώνησε με την Αστυνομία. Σύμφωνα με την Παραπονούμενη, πήρε την απόφαση να προβεί σε καταγγελία διότι μετά το τελευταίο περιστατικό[1], φοβήθηκε για τη ζωή της και τη ζωή των παιδιών της. Με τη συμπληρωματική της κατάθεση ημερ. 16.1.22 (Έγγραφο Β), δίδει περαιτέρω λεπτομέρειες για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ερχόταν σε σεξουαλική επαφή ο Κατηγορούμενος μαζί της χωρίς τη θέληση της και για τη συμπεριφορά του έναντι της με υβρισίες και άσκηση βίας. Αναφέρει επίσης ότι, δεν ανέφερε σε κανέναν αυτό που γινόταν και ότι το είπε στη μητέρα της μετά που χώρισαν, απλά για να ξέρει τι περνούσε. Στην κατάθεση της επίσης, διευκρινίζει ότι η αναφορά στην πρώτη της κατάθεση ότι τη χαστούκιζε σε όλο το σώμα, ότι της κρατούσε το κεφάλι και το κτυπούσε στον τοίχο, ότι την τραβούσε από τα μαλλιά και την έσπρωχνε, έγινε μόνον κατά το περιστατικό της 13.2.19 το οποίο περιγράφει ξανά και ότι δεν συνέβαινε πάντα. Ό,τι άλλο αναφέρει είναι πως τα περιστατικά που έγιναν τον Φεβρουάριο του 2019 και τον Μάιο του 2019, έγιναν στην παρουσία του γιού τους, ο οποίος άρχισε να κλαίει. Κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση της, έδωσε επιπρόσθετες λεπτομέρειες για κάποια περιστατικά που συνέβησαν την περίοδο 2017-2019 και τα οποία είχε έντονα στο μυαλό της. Συγκεκριμένα, περιέγραψε τρία περιστατικά που, σύμφωνα πάντα με την ίδια, συνέβησαν την Πρωτοχρονιά του 2018, τον Γενάρη του 2019 και τον Απρίλιο του 2019, όπου ο Κατηγορούμενος ήρθε σε συνουσία μαζί της με τη βία, χωρίς τη συγκατάθεση της. Όπως ανέφερε, θυμάται και άλλα περιστατικά, κατά την ίδια περίοδο, αδυνατώντας όμως να τα προσδιορίσει πιο συγκεκριμένα. Στο τέλος της κυρίως εξέτασης της, ανέφερε ότι μετά την καταγγελία της στην Αστυνομία και συγκεκριμένα τον Οκτώβρη του 2022, κλήθηκε από μια γυναίκα ψυχολόγο για αξιολόγηση και είχε μιλήσει σ' αυτήν για τους βιασμούς. Η Παραπονούμενη αντεξετάστηκε επί μακρόν, σε σχέση με όλα τα ζητήματα που τέθηκαν στην κυρίως εξέταση της, αλλά και την εν γένει συμπεριφορά της απέναντι στον Κατηγορούμενο και στα παιδιά τους. Μεταξύ άλλων, αντεξετάστηκε σε σχέση με καταγγελίες που έγιναν εναντίον της τόσο από τη θεία του Κατηγορούμενου, η οποία διέμενε στο σπίτι πίσω από το δικό τους, όσο και από τον Κατηγορούμενο, τους λόγους των μεταξύ τους τσακωμών, για δήλωση που της αποδίδεται και συγκεκριμένα ότι δεν θα ησυχάσει αν δεν «κλείσει στη φυλακή» τον Κατηγορούμενο, αλλά και για τον ισχυρισμό της ότι ο Κατηγορούμενος ξενυχτούσε τα βράδια και επέστρεφε σπίτι μεθυσμένος. Επίσης, για την συμπεριφορά του έναντι της όταν επέστρεφε σπίτι μετά τα εν λόγω ξενύχτια και την ισχυριζόμενη σεξουαλική και σωματική βία σε βάρος της, τους μώλωπες και το πρόβλημα στον αυχένα που ισχυρίζεται ότι είχε, τις υβρισίες και τις απειλές του Κατηγορούμενου, ως επίσης για τις πλαστικές κάρτες που ανέφερε ότι της ζητούσε και τη θέση της ότι ουσιαστικά, ο Κατηγορούμενος έκανε χρήση απαγορευμένων ουσιών/ναρκωτικών. Σε σχέση με τα διάφορα περιστατικά που περιέγραψε, της τέθηκε ότι όσα ανέφερε δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια και πρόκειται για εκ των υστέρων σκέψεις, στο πλαίσιο της προσπάθειας της να εκδικηθεί τον Κατηγορούμενο, κυρίως επειδή δεν της πλήρωνε τις διατροφές των παιδιών, με τη μάρτυρα να εμμένει στις δικές της θέσεις. Η Μ.Κ.2, κλινική ψυχολόγος, ανέφερε ότι εργάζεται στη Διεύθυνση Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας (ΔΥΨΥ) και στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασης της, κατέθεσε το βιογραφικό της σημείωμα (Έγγραφο Γ) και υιοθέτησε και επεξήγησε την έκθεση ψυχολογικής αξιολόγησης που ετοίμασε σε σχέση με την Παραπονούμενη στις 10.11.22 (Έγγραφο Δ), η οποία ετοιμάστηκε μετά από γραπτό αίτημα της Αστυνομίας και οδηγίες της Νομικής Υπηρεσίας. Στο πλαίσιο των συναντήσεων που έγιναν, η Παραπονούμενη, μεταξύ άλλων, αναφέρθηκε σε χρόνια ψυχολογική, σωματική και σεξουαλική κακοποίηση από τον πρώην σύζυγο της, η οποία ξεκίνησε μετά το θάνατο του πατέρα της, στη ψυχική ένταση που βίωνε κατά την εν λόγω περίοδο, στις δυσκολίες που αντιμετώπισε μετά την εγκατάλειψη της οικογενειακής τους εστίας μαζί με τα παιδιά της, καθώς επίσης σε καταγγελίες στις οποίες προέβη κατά την περίοδο που ακολούθησε της διάστασης τους εναντίον του πρώην συζύγου της, οι οποίες αφορούσαν τη μη πληρωμή της διατροφής των παιδιών, τη βίαιη συμπεριφορά του και τις απειλές κατά της ζωής της. Περαιτέρω σύμφωνα με τη μάρτυρα, η Παραπονούμενη παρουσιάστηκε αμφιθυμική αναφορικά με την απόφαση ν' αφήσει ή ν' αποσύρει τις καταγγελίες, καθ' ότι ανέφερε ότι αισθανόταν φόβο και ανασφάλεια αναφορικά με την πιθανή φυλάκιση του πρώην συζύγου της και ως εκ τούτου την πιθανή εκδικητική του συμπεριφορά. Ανέφερε επίσης, ότι η Παραπονούμενη με βάση τα όσα της ανέφερε, κατά τη διάρκεια των εξόδων από την κατοικία της, βρισκόταν σε υπερεπαγρύπνηση (έλεγχε την κατάσταση του αυτοκινήτου πριν την εκκίνηση κ.α.), η οποία απέρρεε από τη συνεχή κακοποιητική και κυρίως απειλητική στάση του πρώην συζύγου της. Η διαγνωστική εκτίμηση της μάρτυρος, ήταν πως δεν εντοπίστηκε συμπτωματολογία που ικανοποιούσε τα κριτήρια οποιασδήποτε ψυχικής διαταραχής, ότι τα ψυχικά ενοχλήματα που παρατηρήθηκαν (φόβος, άγχος, υπερεπαγρύπνηση, κ.α.), σύμφωνα με την Παραπονούμενη, σχετίζονταν περισσότερο με την κακοποιητική, εκδικητική και απειλητική στάση του πρώην συζύγου της και τις μεταξύ τους δικαστικές διαμάχες και ότι συμπέρασμα της ήταν ότι κατά την περίοδο που εξετάστηκε η Παραπονούμενη δεν παρουσίαζε ενεργό ψυχοπαθολογία, αλλά συναισθηματικές δυσκολίες που απέρρεαν από τα οικογενειακά δυναμικά. Συστήθηκε η παροχή ψυχολογικής φροντίδας, με σκοπό την ανακούφιση των συναισθημάτων της και για βελτίωση του γονεϊκού της ρόλου, οι συνεδρίες έγιναν από τη νοσηλεύτρια Ψυχικής Υγείας του Τμήματος Παιδιών και Εφήβων της ΔΥΨΥ και στο πλαίσιο τους η Παραπονούμενη δεν ανέφερε ότι κακοποιείτο σεξουαλικά, αλλά όπως εξήγησε, επρόκειτο για συμβουλευτική θεραπεία και όχι για δική της ψυχοθεραπεία. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, τα συναισθήματα φόβου, άγχους και υπερεπαγρύπνησης και όσα γενικότερα παρατήρησε στην Παραπονούμενη συνάδουν με τους λόγους που έδωσε η τελευταία για τη προέλευση τους, διότι το συναίσθημα κατά την περιγραφή ήταν σύντονο, δηλαδή ταίριαζε, με τις περιγραφές. Αντεξετάστηκε ως προς το πως αντιδρούν θύματα σεξουαλικής κακοποίησης και αν αναζητούν βοήθεια, αν η ίδια μπορεί να γνωρίζει πότε κάποιος λέει την αλήθεια ή πότε προσποιείται ενώ κατά την επανεξέταση της, διευκρίνισε ότι η συμπτωματολογία μετατραυματικού στρες, μετά από σεξουαλική κακοποίηση που προέρχεται από σύζυγο, δεν είναι πάντα αναμενόμενη. Η Μ.Κ.3 μητέρα της Παραπονούμενης, υιοθέτησε την κατάθεση της στην Αστυνομία (Έγγραφο Ε), στην οποία ανέφερε ότι ο σύζυγος της απεβίωσε το 2016, ότι η Παραπονούμενη και ο Κατηγορούμενος μέχρι να πάνε στο διαμέρισμα τους στις Βρυσούλες, διέμεναν μαζί τους, ότι από τότε που έμεναν μαζί τους ο Κατηγορούμενος είχε συνήθεια να πηγαίνει 2-3 φορές την εβδομάδα έξω με τους φίλους του και να επιστρέφει γύρω στις 03:00, μεθυσμένος, ότι αυτά τα γνωρίζει γιατί κάθε φορά τον περίμενε ο άντρας της ξύπνιος και την επόμενη μέρα της τα έλεγε, ότι από τον καιρό που πέθανε ο άντρας της, η Παραπονούμενη δεν της έλεγε τα προβλήματα της για να μην την φορτώνει συναισθηματικά και ότι έμαθε ότι είχαν προβλήματα στο γάμο τους με τον Κατηγορούμενο αρχές Φεβρουαρίου 2019 όταν την πήρε τηλέφωνο ο Κατηγορούμενος για να πάει στο διαμέρισμα που διέμεναν, πράγμα που έπραξε. Φτάνοντας εκεί αντίκρισε ένα χάος, με σπασμένα αντικείμενα, την Παραπονούμενη με τα παιδιά να κάθονται στον καναπέ τρομοκρατημένοι, την τελευταία να έχει μαυρισμένο το αριστερό μάτι και τον Κατηγορούμενο να ευρίσκεται εκτός εαυτού, λέγοντας της ότι τα έκανε όλα αυτά διότι πίστευε ότι η Παραπονούμενη είχε φίλο, επειδή βρήκε ένα άγνωστο τηλέφωνο στις επαφές της. Η μάρτυρας ανέφερε επίσης ότι φοβήθηκε, ότι τηλεφώνησε στα αδέλφια της και ότι όταν ήρθαν προσπάθησαν να ηρεμήσουν τον Κατηγορούμενο ενώ την ίδια στιγμή κατάφεραν να μαζέψουν κάποια πράγματα της Παραπονούμενης και των παιδιών, οι οποίοι έμειναν μαζί της μία βδομάδα περίπου. Στη συνέχεια, ανέφερε ότι μετά από παρέμβαση των γονιών του Κατηγορούμενου, η Παραπονούμενη αποφάσισε να του δώσει ακόμα μια ευκαιρία, ότι κατά τον Μάιο του 2019, όταν τηλεφώνησε στην Παραπονούμενη για να δει τι κάνει την άκουσε να λέει «αν δεν με αφήκεις που το λαιμό, έρκουνται οι δικοί μου να με πιάσουν», ότι φοβήθηκε για τη ζωή της Παραπονούμενης και αφού ενημέρωσε τα αδέλφια της, πήγαν εκεί και πήραν την Παραπονούμενη και τα παιδιά και έφυγαν και έκτοτε Παραπονούμενη και Κατηγορούμενος δεν επανασυμβίωσαν. Ως επίσης ανέφερε, από τότε ο Κατηγορούμενος τους δημιουργεί συνεχώς προβλήματα και αναφέρθηκε σε καταγγελίες στην Αστυνομία για μη πληρωμή της διατροφής των παιδιών και σε απειλές σε βάρος της Παραπονούμενης ότι θα την σκοτώσει. Επίσης, ανέφερε ότι η Παραπονούμενη της είπε ότι ενόσω ήταν παντρεμένη με τον Κατηγορούμενο, ο τελευταίος ερχόταν σε σεξουαλική επαφή μαζί της χωρίς να το θέλει και ασκούσε σωματική βία σε βάρος της. Αντεξεταζόμενη, διευκρίνισε ότι της είπε αυτά τα πράγματα, τον Ιανουάριο του 2021 και ανέφερε ότι δεν είχε δει ποτέ μώλωπες στην Παραπονούμενη. Η μάρτυρας αντεξετάστηκε επίσης, μεταξύ άλλων, σε σχέση με την αναφορά της ότι ο Κατηγορούμενος επέστρεφε στο σπίτι μεθυσμένος, για το περιστατικό του Φλεβάρη του 2019 που περιέγραψε, για τα σπασμένα πράγματα που είδε και για την αναφορά της ότι το αριστερό μάτι της Παραπονούμενης ήταν μαυρισμένο, ως επίσης αντεξετάστηκε αναφορικά με το περιστατικό του Μάη του
  3. Σε σχέση με το τελευταίο περιστατικό, της τέθηκε ότι ποτέ ο Κατηγορούμενος δεν κρατούσε την Παραπονούμενη από το λαιμό όταν μιλούσε με την τελευταία στο τηλέφωνο, με τη μάρτυρα να διερωτάται πως αντελήφθη η ίδια τί γινόταν και πήγαν και πήραν την Παραπονούμενη αν αυτό που περιέγραψε δεν έγινε. Επίσης, η μάρτυρας απάντησε σ' ερωτήσεις αναφορικά με τη θέση του Κατηγορούμενου ότι η Παραπονούμενη χειροδικούσε στα παιδιά και σε σχέση με τα προβλήματα που τους δημιουργούσε μετά το χωρισμό. Αντεξετάστηκε όμως και για διάφορα άλλα ζητήματα και συγκεκριμένα για το ποιος πλήρωνε τα τρόφιμα και τον ηλεκτρισμό, όταν έμενε μαζί τους ο Κατηγορούμενος, για το κατά πόσο διέμεναν σε σπίτι ή διαμέρισμα στις Βρυσούλες και αν εκεί υπήρχε γεννήτρια, για τα πράγματα που πήραν από το σπίτι του Κατηγορούμενου όταν μετακόμισε η Παραπονούμενη και ποιος τα είχε αγοράσει, αν υπήρχαν καρεκλάκια στο αυτοκίνητο της Παραπονούμενης για να κάθονται τα μωρά, αν με βάση το διάταγμα επικοινωνίας είχε δικαίωμα να συνοδεύει την Παραπονούμενη για να πάρει τα μωρά, αλλά και για τις εξόδους του Κατηγορούμενου με τους φίλους του. Η Μ.Κ.4, αστυφύλακας, ανέφερε ότι ήταν η εξετάστρια της υπόθεσης και υιοθέτησε την κατάθεση της (Έγγραφο Στ), στην οποία αναφέρει ότι στις 15.1.22 έλαβε γραπτώς το παράπονο της Παραπονούμενης, δηλαδή το Έγγραφο Α, ότι στις 22.2.22 παρέδωσε στον Κατηγορούμενο το έντυπο Δικαιωμάτων Κατηγορούμενων Προσώπων, ο οποίος υπέγραψε τη σχετική βεβαίωση παραλαβής τους και ότι την ίδια μέρα τον κατηγόρησε γραπτώς για τα από μέρους του (κατ' ισχυρισμόν) διαπραχθέντα αδικήματα (Τεκμήριο 3). Επίσης αναφέρθηκε στην προσπάθεια της να λάβει κατάθεση από τη θεία του Κατηγορούμενου Π.Ζ., η οποία διέμενε δίπλα τους στις Βρυσούλλες και η οποία αρνήθηκε να προβεί σε κατάθεση, αλλά ανέφερε προφορικά ότι το χρονικό διάστημα 2017-2019, αυτοί έρχονταν πολύ συχνά σε λογομαχίες και πολλές φορές άκουγε αντικείμενα να σπάζουν (βλ. σχετικά ημερολόγιο ενεργείας (Τεκμήριο 4), καταχώρηση ημερ.16.2.22). Περαιτέρω αναφέρθηκε στις περιστάσεις κάτω από τις οποίες έδωσε την εν λόγω κατάθεση η Παραπονούμενη εξηγώντας πως, η τελευταία μετέβη στο Κλιμάκιο Βίας για να καταγγείλει ένα περιστατικό που είχε γίνει την προηγούμενη μέρα μεταξύ της ίδιας και του Κατηγορούμενου σε πρατήριο στη Δερύνεια και όταν ξεκίνησαν να κουβεντιάζουν για τη σχέση της και όσα βίωνε, της ανοίχθηκε και της ανέφερε τα περιστατικά που αναγράφονται στην κατάθεση της. Η ίδια κατάλαβε από τον τρόπο που της μιλούσε, ότι η Παραπονούμενη δεν είχε καταλάβει τη σοβαρότητα των όσων της περιέγραφε. Στο τέλος τη ρώτησε αν ήθελε να της δώσει κατάθεση γι' αυτά που της ανέφερε και έδωσε καταφατική απάντηση. Επειδή δε η Παραπονούμενη αναφέρθηκε σε επαναλαμβανόμενα περιστατικά σεξουαλικής κακοποίησης και βιασμών από το σύζυγο της, που λάμβαναν χώραν Παρασκευή και Σάββατο, την περίοδο 2017-2019, δεν ζήτησε περαιτέρω λεπτομέρειες. Περαιτέρω, αναφέρθηκε σε καταχώρηση του Αστ. 3148 ημερ.16.6.20 στο ημερολόγιο παραπόνων και συμβάντων (Τεκμήριο 5), με βάση την οποία ο Κατηγορούμενος μετέβη στον Αστυνομικό Σταθμό Ξυλοφάγου και κατήγγειλε ότι στις 12.6.20 πήρε τα ανήλικα παιδιά του βάσει διατάγματος Δικαστηρίου και διαπίστωσε ότι ένα από τα ανήλικα είχε τραύμα στη μύτη. Όπως ανέφερε, μετά από κάποιες ενέργειες σχηματίστηκε φάκελος, ο οποίος διαβιβάστηκε στη Νομική Υπηρεσία. Ακολούθησε σημείωμα από δικηγόρο της Δημοκρατίας ότι δεν προκύπτει διάπραξη αδικήματος (βλ. επισυνημμένο ημερολόγιο στο Τεκμήριο 5) και ο φάκελος επιστράφηκε στο σταθμό και έκλεισε. Κατά την αντεξέταση της, ανέφερε ότι από έρευνα της στο Παγκύπριο Σύστημα, εντοπίστηκαν εκατέρωθεν καταγγελίες και ότι οι πλείστες αφορούσαν το διάταγμα επικοινωνίας που αφορά τα παιδιά. Δεν γνώριζε όμως αν υπάρχουν υποθέσεις που αφορούν καταγγελίες του Κατηγορούμενου, οι οποίες έφτασαν στο Δικαστήριο. Επίσης, είπε ότι η αναφορά στην πιο πάνω καταγγελία στο Σταθμό Ξυλοφάγου, έγινε επειδή θεώρησε ότι είναι η πιο σχετική όσον αφορά τα θέματα βίας αλλά και για να καταδειχθεί ότι και ο ίδιος προέβη σε καταγγελίες εναντίον της Παραπονούμενης. Επίσης, αντεξεταζόμενη, αναφέρθηκε στο λόγο που δεν λήφθηκε κατάθεση από τον Κατηγορούμενο, στις ενέργειες της για εξασφάλιση μαρτυρίας από συγγενικά πρόσωπα του Κατηγορούμενου, στον τρόπο που λήφθηκε η κατάθεση της Παραπονούμενης ενώ επίσης αντεξετάστηκε και σε σχέση με την αναφορά της ότι εξ όσων είχε αντιληφθεί, η Παραπονούμενη δεν είχε καταλάβει τη σοβαρότητα των όσων περιέγραφε. Η Μ.Κ.5 αναφέρθηκε σε καταχώρηση της στο ημερολόγιο παραπόνων και συμβάντων του Αστυνομικού Σταθμού Δερύνειας στις 13.2.19 (Έγγραφο Ζ). Κατά την εν λόγω ημερομηνία, η Παραπονούμενη κατήγγειλε ότι ο Κατηγορούμενος στις 12.2.19 της επιτέθηκε και την κτύπησε, αλλά αρνήθηκε να δώσει κατάθεση και ζήτησε απλά να καταχωρηθεί το γεγονός για να είναι υπόψη τους. Ως ανέφερε περαιτέρω, δεν θυμόταν το συγκεκριμένο περιστατικό και διευκρίνισε ότι δεν ξέρει αν το περιστατικό έγινε 12.2.19 ή αν ήταν κακή συνεννόηση και καταχώρησε ως ημερομηνία του συμβάντος την 12.2.
  4. Πιθανότατα είπε, να ήταν την ίδια μέρα, αλλά κατά τη διευκρινιστική της ερώτηση για το πότε έγινε το περιστατικό, η ίδια ανέφερε ότι αντελήφθη ότι ήταν στις 12.
  5. Κατά την αντεξέταση της, ανέφερε ότι αν έβλεπε κτυπήματα στο πρόσωπο της Παραπονούμενης ή στα χέρια ή μώλωπες, θα προσπαθούσε να την πείσει να προβεί σε καταγγελία, αλλά δεν θα προέβαινε σε καταχώρηση στο ημερολόγιο, αν η τελευταία αρνείτο να προβεί σε καταγγελία. Ως προς την περαιτέρω διαδικασία, ανέφερε ότι αφορούσε τη γραπτή ενημέρωση του Γραφείου Ευημερίας με συγκεκριμένα έντυπα, πράγμα το οποίο έγινε. Σε άλλο σημείο, ανέφερε ότι αν έβλεπε μώλωπες, το πρώτο πράγμα που θα έκανε ήταν να της δώσει έντυπο να πάει στο νοσοκομείο και να εξεταστεί από γιατρό, αλλά δεν θυμάται αν της έδωσε τέτοιο έντυπο. Ο Μ.Κ.6, θείος της Παραπονούμενης, υιοθέτησε την κατάθεση του ημερ. 16.1.22 (Έγγραφο Η), στην οποία αναφέρει ότι στις 14.1.22 η Παραπονούμενη του ζήτησε να πάει μαζί της για να πάρει τα παιδιά, τα οποία κρατούσε ο Κατηγορούμενος, ότι αυτό είναι κάτι το οποίο έκανε και άλλες φορές λόγω του ότι η Παραπονούμενη φοβόταν να πηγαίνει μόνη της στον Κατηγορούμενο και ότι κατά την εν λόγω ημερομηνία και περί ώρα 20:00, πράγματι πήγαν στο πρατήριο της Πετρολίνα στην Δερύνεια με σκοπό να παραλάβουν τα παιδιά τα οποία θα τους έφερνε ο Κατηγορούμενος. Περιέγραψε τα όσα διαμείφθηκαν εκεί και αντεξετάστηκε σε σχέση με διάφορες πτυχές της συνάντησης τους, όπως το όχημα με το οποίο προσήλθε στο μέρος ο Κατηγορούμενος, το σημείο όπου πάρκαρε ο Κατηγορούμενος το αυτοκίνητο του εν σχέσει με το δικό τους, καθώς και σε σχέση με διάφορες θέσεις που προέβαλε και οι οποίες δεν περιλαμβάνονται στην κατάθεση του, όπως την αναφορά του ότι κατέβηκε μαζί με την Παραπονούμενη από το αυτοκίνητο, το τί είπε ο Κατηγορούμενος όταν κατέβηκε από το αυτοκίνητο, το ότι είδε στο αυτοκίνητο του Κατηγορούμενου θήκη όπλου ή το ότι ως η θέση του ο Κατηγορούμενος και η Παραπονούμενη κατά τη δεδομένη ημερομηνία αντάλλαξαν και κάποιες άλλες κουβέντες, αλλά επειδή ο Κατηγορούμενος ήταν πολύ κοντά στην Παραπονούμενη και της μιλούσε στο αυτί δεν άκουσε τι έλεγαν. Η Μ.Κ.7, ανέφερε ότι είναι υπεύθυνη του Κλιμακίου Βίας στην Οικογένεια της επαρχίας Αμμοχώστου και έλαβε τη συμπληρωματική κατάθεση της Παραπονούμενης (Έγγραφο Β). Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι ως υπεύθυνη του Κλιμακίου Βίας, ενημερώθηκε για την υπόθεση τηλεφωνικά στις 15.1.22 και όταν την επόμενη μέρα είδε την κατάθεση της Παραπονούμενης, έκρινε ότι θα έπρεπε να διευκρινιστούν ορισμένα σημεία και γι' αυτό έλαβε τη συμπληρωματική κατάθεση. Ανέφερε επίσης ότι η κατάθεση λήφθηκε με αφηγηματική μορφή, ότι κατά τη διάρκεια εξιστόρησης των γεγονότων από την Παραπονούμενη, γίνονταν διευκρινιστικές ερωτήσεις από μέρους της, ότι δεν ρώτησε την Παραπονούμενη αν επισκέφθηκε γιατρό είτε για τον αυχένα της, είτε για τους μώλωπες που ισχυρίστηκε ότι είχε και ότι επίσης δεν την ρώτησε ποιοι ήταν οι φίλοι του Κατηγορούμενου με τους οποίους έβγαινε έξω και μεθούσε και ούτε τους κάλεσε για να τους ρωτήσει σχετικά, ενώ δεν την ρώτησε ούτε αν έχει κρατήσει τα ρούχα που ισχυρίστηκε ότι της έσκιζε ο Κατηγορούμενος. Ως προς τις δυνατές φωνές που αναφέρει η Παραπονούμενη ότι μπορεί να ακούγονταν στη γειτονιά, έδωσε οδηγίες στην ανακρίτρια να επισκεφθεί τη θεία που μένει κοντά στο σπίτι, η οποία όμως αρνήθηκε να δώσει κατάθεση, αλλά προφορικά, ανέφερε ότι άκουγε που λογομαχούσαν και έσπαζαν πράγματα στο σπίτι. Για την καφέ θήκη όπλου που είδε η Παραπονούμενη στη θέση του συνοδηγού του αυτοκινήτου του Κατηγορούμενου, ανέφερε πως η τελευταία είπε ξεκάθαρα ότι πρόκειται για θήκη όπλου και ότι το γνωρίζει από τον πατέρα της που ήταν κυνηγός. Επίσης αντεξετάστηκε ως προς τους λόγους για τους οποίους δεν λήφθηκε κατάθεση από τον Κατηγορούμενου, όπου επίσης έδωσε τη θέση της. Ο Κατηγορούμενος (Μ.Υ.1) ως ήδη λέχθηκε, αφότου κλήθηκε σε απολογία, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και υιοθέτησε τη γραπτή του δήλωση Έγγραφο Θ, στο πλαίσιο της οποίας πέραν κάποιων βασικών γεγονότων που αφορούν το γάμο και τη συμβίωση του με την Παραπονούμενη, τον τόπο διαμονής τους, την απόκτηση δύο παιδιών και το χωρισμό τους από τις 21.5.19, δεν αποδέχεται καμμιά εκ των αιτιάσεων της Παραπονούμενης. Βασική του θέση ήταν ότι ποτέ δεν έγιναν τα όσα καταγγέλθηκαν από την Παραπονούμενη, αλλά και τα όσα η ΜΚ3 ανέφερε στην κυρίως εξέταση της και υποστήριξε ότι η Παραπονούμενη προέβη εκδικητικά στην καταγγελία εναντίον του επειδή δεν της κατέβαλλε για κάποιο διάστημα διατροφές για τα παιδιά αλλά και επειδή δεν θέλει να τον βλέπει έξω να περνά καλά, τον μισεί εξ ου και ως υποστήριξε, ανέφερε στον Μ.Υ.3 ότι δεν θα ησυχάσει αν δεν τον κλείσει στη φυλακή. Ανέφερε επίσης ότι εξέτισε ποινή φυλάκισης λόγω απλήρωτων ενταλμάτων διατροφής των παιδιών του, έπειτα από καταγγελία που υπέβαλε η Παραπονούμενη, ως επίσης ότι μέχρι και σήμερα εξακολουθεί να οφείλει προς την Παραπονούμενη απλήρωτα ποσά διατροφών. Σε σχέση δε με τους λόγους που οδήγησαν στον οριστικό χωρισμό τους, ο Κατηγορούμενος προέβαλε τη θέση ότι με την Παραπονούμενη ερχόντουσαν σε λογομαχίες, ένεκα της βίας που η τελευταία ασκούσε στα παιδιά τους επειδή ήθελε να τα στέλνει σχολείο για να μην λερώνουν το σπίτι, με τα ίδια και συγκεκριμένα τον ανήλικο Σ. να αρνούνται, οπότε και τους χτυπούσε. Ως προς τον ισχυρισμό της Παραπονούμενης ότι από τον Σεπτέμβριο του 2017, κάθε Παρασκευή και Σάββατο ξενυχτούσε με τους φίλους του και γυρνούσε στο σπίτι τα ξημερώματα, μεθυσμένος, ο ίδιος υποστήριξε ότι πρόκειται για ψεύδη της Παραπονούμενης, ότι ουδέποτε γυρνούσε στο σπίτι μεθυσμένος, γιατί ουδέποτε συνήθιζε να καταναλώνει πολύ ποτό. Εν πάση δε περιπτώσει, ουδέποτε την ύβρισε, ή την χτύπησε ή την βίασε διότι την αγαπούσε, ποτέ δεν ήθελε το κακό της, ούτε και ήταν τρελός να την βρίζει χωρίς λόγο, ούτε ήθελε να βγάζει τα απωθημένα του σε αυτήν. Ενδεικτικό του ότι δεν ήθελε ποτέ το κακό της, αναφέρει ο ίδιος, είναι το γεγονός ότι ακόμη και μετά από καταγγελίες που υπέβαλε ο ίδιος εναντίον της, μετά το χωρισμό τους και οδηγήθηκαν στο Δικαστήριο, συνειδητά ο ίδιος επέλεξε να μην δώσει μαρτυρία εναντίον της, καθότι ήταν και θα είναι πάντοτε η μητέρα των παιδιών του. Σε ό,τι αφορά το περιστατικό της 13.2.19, δεν αποδέχθηκε κανένα εκ των γεγονότων που περιεγράφηκαν από την Παραπονούμενη. Ειδικότερα σε σχέση με τον ισχυρισμό της Παραπονούμενης (που κατά την ίδια αποτέλεσε και τη γενεσιουργό αιτία του περιστατικού) ότι ο ίδιος είχε εντοπίσει ένα αριθμό κινητού τηλεφώνου στην τηλεφωνική συσκευή της, χωρίς καταχωρημένο όνομα, το οποίο άνηκε στον αποβιώσαντα πατέρα της αρχικά και μετά στον Κατηγορούμενο, διερωτήθηκε πως δεν είναι δυνατόν, να μην ήξερε ή να μην θυμόταν ο ίδιος τηλεφωνικό αριθμό που χρησιμοποιούσε ο ίδιος. Επιπλέον, αρνήθηκε ότι έσπασε έπιπλα ή αντικείμενα και υποστήριξε πως αυτά που ανέφερε η Παραπονούμενη και η μητέρα της βρίσκονται μέχρι και σήμερα στο σπίτι της ενώ αρνήθηκε και το ότι χτύπησε την Παραπονούμενη ενώπιον των παιδιών τους. Για το περιστατικό της 18.5.19, αποτέλεσε ισχυρισμό του Κατηγορούμενου ότι επιστέφοντας από τη νυχτερινή έξοδο που είχαν με την Παραπονούμενη, παρέλαβαν τα παιδιά τους από το σπίτι των γονέων του και επέστρεψαν στο σπίτι τους και πως σε καμμιά περίπτωση δεν άφησε την Παραπονούμενη και τα παιδιά του εκεί και να φύγει ξανά, αλλά ούτε και διημείφθησαν τα όσα η Παραπονούμενη ανέφερε, μεταξύ του ιδίου και των γονέων του, ούτε κλήθηκαν τα αδέλφια του από τη μητέρα του ώστε να επέμβουν. Για το περιστατικό της 21.5.19, το μόνο που αποδέχτηκε είναι ότι η Παραπονούμενη του ζήτησε να χωρίσουν, προσθέτοντας ότι ο ίδιος το αποδέχθηκε και της ζήτησε να χωρίσουν φιλικά. Ως προς τα όσα επακολούθησαν σύμφωνα με την Παραπονούμενη, ανέφερε ότι ουδέποτε συνέβησαν και ότι τούτο καταδεικνύεται κατά τον ίδιο και από τη διιστάμενη εκδοχή που προώθησαν η Παραπονούμενη και η Μ.Κ.
  6. Για το περιστατικό της 14.1.22, αποτέλεσε θέση του ότι την επίδικη ημέρα, δεν μπορούσε να επιστρέψει τα παιδιά στην Παραπονούμενη διότι είχε χαλάσει το δικό του όχημα και ήθελε να συνεννοηθεί μαζί της ως προς το που θα συναντηθούν να της παραδώσει τα παιδιά. Η Παραπονούμενη, μη πιστεύοντας τον, ειδοποίησε την Αστυνομία η οποία με τη σειρά της επικοινώνησε μαζί του και διευθετήθηκε συνάντηση τους σε πρατήριο βενζίνης στη Δερύνεια όπου εκεί η Παραπονούμενη μετέβη με τον θείο της. Ο ίδιος έφτασε εκεί με βαν, που χρησιμοποιούσε για την εργασία του και όχι με το όχημα του ως ισχυρίστηκε η Παραπονούμενη. Στάθμευσε το όχημα του στην πλευρά του αυτοκινήτου που καθόταν ο θείος της Παραπονούμενης και κατέβηκε από το βαν για να της παραδώσει τα παιδιά. Ουδέποτε ανέφερε τα όσα η Παραπονούμενη και ο Μ.Κ.6 ισχυρίστηκαν ότι είπε, προβάλλοντας τη θέση ότι τα μόνα λόγια που ειπώθηκαν μεταξύ τους ήταν τα όσα η Παραπονούμενη του είπε, δηλαδή «αρέσκει μου που περιπαίζεις τους Αστυνομικούς ότι εχάλασε το αυτοκίνητο σου», με τον ίδιο να της απαντά ότι όντως το αυτοκίνητο του είχε πρόβλημα και ότι δεν θα έπρεπε να του φωνάζει γιατί ήταν αλήθεια, εξ ου και πήγε εκεί με το βαν. Αποτέλεσε ισχυρισμό του ότι η μαρτυρία της Παραπονούμενης και του Μ.Κ.6 σε σχέση με τα πιο πάνω, αντιφάσκει διότι τα όσα ανέφεραν δεν είναι η αλήθεια. Ούτε είναι αλήθεια το ότι εξαιτίας του παραπάνω περιστατικού, η Παραπονούμενη αποφάσισε να τον καταγγείλει, μιας και τα όσα κατήγγειλε που αφορούν παρελθόντα του παραπάνω γεγονότος χρόνου, είναι πολύ πιο σοβαρά. Υποστήριξε δε πως εάν πράγματι συνέβαιναν τα όσα η Παραπονούμενη του καταλογίζει για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, κάποιος θα έβλεπε τους μώλωπες και εν πάση περιπτώσει θα τον εγκατέλειπε ενωρίτερα. Σε ό,τι αφορά τα περιστατικά της 1.1.18, Ιανουαρίου και Απριλίου του 2019 ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι ουδεμία αναφορά γίνεται στις καταθέσεις της Παραπονούμενης, ως επίσης ότι ειδικότερα για τον Ιανουάριο του 2018, τα πράγματα δεν έγιναν ως περιεγράφηκαν από την Παραπονούμενη μιας και το προηγούμενο βράδυ της 31.12.17 το είχαν περάσει στο εξοχικό του πατέρα του, το οποίο βρίσκεται ακριβώς πίσω από το σπίτι τους και έφυγαν από εκεί γύρω στις 01:30-02:00 διότι την επόμενη ημέρα, είχε καλέσει φίλους και συγγενείς στο σπίτι τους για φαγητό και έπρεπε να ξυπνήσει πρωί. Ανέφερε επιπρόσθετα ότι ο ισχυρισμός της Παραπονούμενης ότι ο ίδιος έκανε χρήση ναρκωτικών ουσιών, ότι εντόπισαν μέλη του οικογενειακού του περιβάλλοντος, κοκαΐνη στην κατοχή του καθώς και ότι οι γονείς του είχαν μεταβεί σε χημείο στην Λάρνακα για να δουν πως θα μπορούσαν να επαληθεύσουν ότι ο ίδιος κάνει χρήση ναρκωτικών, είναι αποκυήματα της φαντασίας της Παραπονούμενης επισημαίνοντας ότι δεν είχε ποτέ προηγουμένως δικαστεί, για τέτοιου είδους αδικήματα από Δικαστήριο. Επίσης, αποτέλεσε θέση του Κατηγορούμενου ότι η Παραπονούμενη, ουδέποτε είδε όπλο στο αυτοκίνητο του και δη στις 08.01.22, προσθέτοντας ότι αυτό που είδε ήταν θήκη της στέκας του μπιλιάρδου. Αποτέλεσε επίσης θέση του, ότι το ψευδές των ισχυρισμών της Παραπονούμενης φαίνεται και από το ότι όλα τα καταγγελθέντα περιστατικά, με τον τρόπο που περιεγράφηκαν από την Παραπονούμενη, φαίνονται να έχουν μια σταθερή χρονική διάρκεια περίπου 10 λεπτών και επαναλαμβάνονται με το ίδιο μοτίβο ενώ επίσης επεσήμανε ότι ουδείς άκουσε τις φωνές της παρά το ότι η ίδια ανέφερε ότι φώναζε πολύ δυνατά. Τόνισε δε πως δεν είναι δυνατόν να τη βίασε όταν η ίδια ήταν αυτή που του ζητούσε συχνά να κάνουν σεξ, είτε στο σπίτι, είτε στο αυτοκίνητο όταν επέστρεφαν από νυχτερινές εξόδους, ενώ επίσης επεσήμανε πως πολλοί ισχυρισμοί της όπως το ότι θα την έριχνε στην γεννήτρια είναι εκ των υστέρων σκέψη της, διότι ουδέποτε το ανέφερε στην κατάθεση της και επιπρόσθετα, στο σπίτι δεν υπάρχει τέτοια γεννήτρια. Η Μ.Υ.2, αδελφή του Κατηγορούμενου, καταθέτοντας αναφέρθηκε στη σχέση της με τον Κατηγορούμενο και την Παραπονούμενη, απέρριψε το ενδεχόμενο χρήσης ναρκωτικών από τον πρώτο, περιέγραψε ως τυπική τη σχέση της με την Παραπονούμενη λέγοντας πως την έβλεπε μια με δυο φορές την εβδομάδα, ότι δεν είδε οτιδήποτε πάνω της, που να την κάνει να υποπτευθεί ότι αυτή είχε υποστεί βία, ότι ούτε η Παραπονούμενη της ανέφερε ποτέ, στο πλαίσιο πιο προσωπικών συζητήσεων που είχαν, οτιδήποτε σχετικό και ότι αν έβλεπε μελανιές ή κτυπήματα πάνω της, θα τη ρωτούσε από που αυτές προέρχονταν. Περιέγραψε τη σχέση Κατηγορούμενου - Παραπονούμενης ως πολύ καλή και ιδανική, λέγοντας ότι όσες φορές τους έβλεπε μαζί, αυτοί ήταν αγαπημένοι, ότι με τον Κατηγορούμενο και την Παραπονούμενη, έβγαιναν πολλές φορές έξω τα βράδια, πήγαιναν κυρίως σε ταβέρνες και εστιατόρια τόσο όλοι μαζί, όσο και η ίδια μαζί με την Παραπονούμενη ενώ επίσης ανέφερε ότι σε αρκετές περιπτώσεις η ίδια έμενε στο σπίτι και πρόσεχε τα παιδιά του ζευγαριού, για να βγαίνουν οι δυο τους έξω, κάτι που γινόταν συνήθως το Σάββατο, μιας και η ίδια δεν εργαζόταν τις Κυριακές. Περιπλέον ανέφερε ότι δεν είχε προσέξει ποτέ οτιδήποτε, κατά την επιστροφή της Παραπονούμενης και του Κατηγορούμενου από την έξοδο τους και οι δύο τους φαίνονταν μια χαρά μεταξύ τους, ούτε είδε τον Κατηγορούμενο να φεύγει από το σπίτι μετέπειτα. Η μάρτυρας επίσης αναφέρθηκε στην παραμονή Πρωτοχρονιάς του 2018, για να υποστηρίξει ότι το βράδυ εκείνο το πέρασαν στο σπίτι του πατέρα τους και ότι την επομένη έφαγαν μεσημεριανό στο σπίτι του Κατηγορούμενου, αναφέροντας διάφορους λόγους ως προς το γιατί το θυμόταν, ότι ήταν παρούσα όταν μετά τον χωρισμό η Παραπονούμενη πήγε για να πάρει τα πράγματα της από το σπίτι όπου έμεναν, χωρίς όμως να της έχει δώσει οτιδήποτε ή να της έχει πει τί να πάρει, ότι η Παραπονούμενη έχοντας πάει εκεί μαζί με τη γιαγιά της και ακόμη δύο θείους της, φόρτωσαν όλα τα πράγματα στο διπλοκάμπινο τους όχημα και ότι πέραν από τα προσωπικά της αντικείμενα η Παραπονούμενη, είχε πάρει και όλα τα έπιπλα που βρίσκονταν στο σπίτι και ότι δεν υπήρχαν σπασμένα έπιπλα στο εν λόγω σπίτι. Επίσης ανέφερε ότι το ποτό του αδελφού της είναι η μπύρα, ότι με την Παραπονούμενη, δεν έχει πλέον οποιεσδήποτε σχέσεις και είναι πικραμένη μαζί της εξαιτίας κάποιου περιστατικού που έγινε μετά τον χωρισμό της από τον Κατηγορούμενο, όπου η Παραπονούμενη της επέστρεψε δώρα, που η ίδια είχε αγοράσει στα παιδιά. Αντεξέταστηκε εκτεταμένα σε σχέση με τους λόγους που έδωσε ως προς το γιατί θυμόταν τα γεγονότα της Παραμονής Πρωτοχρονιάς του 2018 αλλά και σε σχέση με τα ίδια τα γεγονότα της εν λόγω ημερομηνίας, ως προς τους λόγους που οδήγησαν το ζευγάρι στο χωρισμό αλλά και ως προς το πώς μπορεί να είναι βέβαιη ως προς τη μη χρήση ουσιών από τον αδελφό της εφόσον δεν διέμενε συνεχώς μαζί του. Επιπλέον αντεξετάστηκε ως προς το εάν τσακώθηκε ποτέ με τον Κατηγορούμενο και κατέληξαν στην Αστυνομία, ζήτημα σε σχέση με το οποίο επέλεξε να μην απαντήσει. O M.Y.3 ανέφερε ότι είναι φίλος και κουμπάρος του Κατηγορούμενου, τον οποίο γνωρίζει από το 2013, ότι ο ίδιος και η σύζυγος του, έκαναν παρέα με τον Κατηγορούμενο και την Παραπονούμενη, ότι τους επισκέπτονταν στο σπίτι τους ή πήγαιναν μαζί τους περίπατο, ή σε ταβέρνες, ότι εξόδους είχαν με τον Κατηγορούμενο και χωρίς τις συζύγους τους καμμιά φορά την εβδομάδα αλλά όχι κάθε βδομάδα και ότι παρότι εξακολουθούν να είναι φίλοι δεν βρίσκονται πλέον συχνά μαζί, ούτε βγαίνουν μαζί έξω, εξαιτίας των εργασιών τους αλλά και του χωρισμού του Κατηγορούμενου. Επίσης ανέφερε ότι κατά τις εξόδους τους κατανάλωναν συνήθως μπύρα, απέρριψε το ενδεχόμενο χρήσης ουσιών από τον Κατηγορούμενο, αφού δεν τον είδε ποτέ να κάνει χρήση ούτε να έχει στην κατοχή του ναρκωτικά ενώ επίσης περιέγραψε ως καλή τη σχέση του ζεύγους, λέγοντας ότι η Παραπονούμενη δεν είχε παραπονεθεί ποτέ στον ίδιο ή τη γυναίκα του, ότι ο Κατηγορούμενος την κακοποιούσε με οποιοδήποτε τρόπο, ούτε είχε προσέξει οτιδήποτε στη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου προς την Παραπονούμενη, την οποία χαρακτήρισε «φυσιολογική» και δεν είδε ποτέ την Παραπονούμενη να είναι κτυπημένη, ή κλαμένη. Επίσης ανέφερε ότι κατά τις επισκέψεις του στο σπίτι του Κατηγορούμενου και της Παραπονούμενης, δεν πρόσεξε οποιαδήποτε αλλαγή στα έπιπλα του σπιτιού, πλην του ότι αλλάχθηκε το τραπέζι το οποίο είχε σπάσει, χωρίς να γνωρίζει πως, ότι ποτέ η Παραπονούμενη δεν ανέφερε στον ίδιο ή στη σύζυγο του ότι ο Κατηγορούμενος σπάζει έπιπλα και πως αν η Παραπονούμενη είχε αναφέρει κάτι στη σύζυγο του, αυτή θα του το είχε αναφέρει. Τέλος αναφέρθηκε σε περιστατικό που έγινε στο σπίτι του, μετά τον χωρισμό του Κατηγορούμενου με την Παραπονούμενη, όπου άκουσε την Παραπονούμενη, να λέει στη σύζυγο του τη φράση «εγώ εν θα ησυχάσω ώσπου να τον δω φυλακή». Αντεξετάστηκε μεταξύ άλλων αναφορικά με τη φράση αυτή και τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες την άκουσε, ως προς τους λόγους χωρισμού του ζευγαριού, το λόγο που ήταν σπασμένο το τραπέζι που είδε καθώς και ως προς τους λόγους για τους οποίους δηλώνει βεβαιότητα για τη μη ενασχόληση του Κατηγορούμενου με τα ναρκωτικά ή το κυνήγι, αλλά και σε σχέση με το εάν ο Κατηγορούμενος ήταν άτομο ήρεμο που δεν έμπλεκε σε καβγάδες και δεν είχε μπερδέματα με την Αστυνομία. Ο Μ.Υ.4, αδελφός του Κατηγορούμενου, υιοθέτησε την κατάθεση του Τεκμήριο 6 στην οποία περιγράφει την εμπλοκή του στο περιστατικό της 14.1.22, όπου αναφέρει ότι του είχε τηλεφωνήσει η Παραπονούμενη για να του πει ότι ο Κατηγορούμενος δεν της επέστρεφε τα παιδιά ως όφειλε, ότι αυτός της είπε ότι θα τον πάρει τηλέφωνο, πράγμα που έπραξε και ότι παίρνοντας τον τηλέφωνο αυτός του ανέφερε ότι συνεννοήθηκαν με την Παραπονούμενη να βρεθούν στις 20:30 για να της πάρει τα παιδιά, πράγμα που είπε στην Παραπονούμενη, η οποία του επιβεβαίωσε ότι πράγματι της είχε αποστείλει σχετικό μήνυμα, επισημαίνοντας του όμως ότι ήταν υποχρέωση του Κατηγορούμενου να της πάρει τα παιδιά. Περαιτέρω ο μάρτυρας αναφέρθηκε στις σχέσεις του με την Παραπονούμενη περιγράφοντας τις ως πολύ καλές, σε βαθμό που ο ίδιος ήταν το πρόσωπο που της ανακοίνωσε το θάνατο του πατέρα της, ότι αυτή ποτέ δεν του ανέφερε οποιοδήποτε πρόβλημα στη σχέση της με τον αδελφό του, ούτε παραπονέθηκε για άσκηση βίας, ούτε όμως ο ίδιος πρόσεξε κάτι πάνω της που να τον ανησυχήσει. Επίσης ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος δεν έκανε χρήση ναρκωτικών αλλά μόνο κάπνιζε τσιγάρο και ότι με την Παραπονούμενη και τον Κατηγορούμενο συνήθιζαν να συνευρίσκονται σε οικογενειακά τραπέζια, ότι σπανίως έβγαιναν έξω σε εστιατόρια πλην όμως την Παραπονούμενη, την έβλεπε κάθε εβδομάδα, ειδικότερα τις πρωινές ώρες, που η Παραπονούμενη βρισκόταν στο σπίτι της μητέρας του. Επίσης αναφέρθηκε στην Παραμονή Πρωτοχρονιάς του 2018, λέγοντας πως την πέρασαν στο περιβόλι του πατέρα του στις Βρυσούλλες, ενώ επιπλέον αναφέρθηκε και στο τί έκαναν την επομένη ως και τους λόγους για τους οποίους θυμόταν την εν λόγω ημερομηνία. Ανέφερε επίσης ότι ποτέ δεν κλήθηκε από την οικογένεια του να επέμβει σε οποιοδήποτε περιστατικό σε σχέση με τον Κατηγορούμενο και δεν γνώριζε εάν υπήρχαν από μέρους του Κατηγορούμενου προς την Παραπονούμενη, οφειλόμενα ποσά διατροφών και ότι πάντως τώρα τα ποσά διατροφών προς την Παραπονούμενη, πληρώνονται κανονικά. Αντεξετάστηκε μεταξύ άλλων σε σχέση με τις αναφορές του για την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 2018 ως και την ημέρα της Πρωτοχρονιάς του 2018, για το λόγο του χωρισμού του Κατηγορούμενου με την Παραπονούμενη και το αν αυτό ήταν ζήτημα που συζητήθηκε στην οικογένεια, για το αν ο Κατηγορούμενος προέβαινε σε χρήση ουσιών, αν πήγαινε κυνήγι και αν ο ίδιος είχε ακούσει να λέγεται ότι η Παραπονούμενη ασκούσε βία στα παιδιά της. O M.Y.5, πατέρας του Κατηγορούμενου, καταθέτοντας αναφέρθηκε στις σχέσεις του ιδίου και της συζύγου του με την Παραπονούμενη πριν το χωρισμό του ζεύγους, τις οποίες χαρακτήρισε ως άριστες, σημειώνοντας όμως ότι πλέον η Παραπονούμενη δεν ανταποκρίνεται στα μηνύματα και τις κλήσεις τους. Αναφέρθηκε στο ζήτημα των διατροφών, απέκλεισε το ενδεχόμενο χρήσης ναρκωτικών από τον Κατηγορούμενο ενώ απέρριψε και τη θέση ότι μετέβηκαν με την Παραπονούμενη και την σύζυγο του σε χημείο για να διερευνήσουν τους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσαν να διαπιστώσουν αν ο Κατηγορούμενος προέβαινε σε χρήση ναρκωτικών. Επίσης ανέφερε ότι ποτέ η Παραπονούμενη δεν ανέφερε στον ίδιο ή τη σύζυγο του, ότι ο Κατηγορούμενος της συμπεριφερόταν άσχημα, ούτε πρόσεξε ποτέ οποιοδήποτε σημάδι στην Παραπονούμενη που να τους βάλει σε υποψίες ότι της ασκείτο βία. Ούτε κάλεσε ποτέ, οποιοδήποτε από τα υπόλοιπα παιδιά του, ώστε να τον βοηθήσουν σε σχέση με τον Κατηγορούμενο και εν γένει ήταν η θέση του ότι τόσο ο ίδιος με τα παιδιά του, αλλά και τα παιδιά του μεταξύ τους, έχουν άριστες σχέσεις. Πολύ καλή περιέγραψε και τη σχέση Κατηγορούμενου - Παραπονούμενης, λέγοντας πως δεν τους είδε ποτέ να τσακώνονται, ότι ήταν πάντοτε αγαπημένοι και ότι ο λόγος για τον οποίο πιστεύει ότι η Παραπονούμενη προχώρησε σε καταγγελία εναντίον του Κατηγορούμενου, είναι διότι ήθελε να της προσφέρουν χρήματα, προκειμένου στη συνέχεια να αποσύρει το παράπονο της. Περιπλέον ανέφερε ότι σε αρκετές περιπτώσεις, τόσο κατά τη διάρκεια της ημέρας, όσο και κατά τη διάρκεια της νύχτας, ενόσω ο Κατηγορούμενος και η Παραπονούμενη ήταν παντρεμένοι, έτυχε να έχουν μαζί με τη σύζυγο του υπό τη φύλαξη τους, τα παιδιά τους, χωρίς ωστόσο ποτέ, ο Κατηγορούμενος να πάρει την Παραπονούμενη στο σπίτι και να φύγει ξανά μόνος, αφού κατά την επιστροφή τους με την Παραπονούμενη, έπαιρναν τα παιδιά τους και επέστρεφαν το σπίτι τους στις Βρυσούλες. Περαιτέρω αναφέρθηκε στο τί έκαναν την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 2018, στο πού έφαγαν την ημέρα της Πρωτοχρονιάς καθώς και στους λόγους για τους οποίους θυμόταν τα γεγονότα αυτά. Αντεξετάστηκε μεταξύ άλλων σε σχέση με τα γεγονότα της παραμονής και της ημέρας της Πρωτοχρονιάς του 2018 ως και σε σχέση με το εάν συζήτησε τα γεγονότα αυτά με τα παιδιά του πριν προσέλθει να μαρτυρήσει. Επίσης αντεξετάστηκε σε σχέση με το λόγο χωρισμού του Κατηγορούμενου και της Παραπονούμενης, αλλά και για το λόγο για τον οποίο η Παραπονούμενη προέβη σε καταγγελία εναντίον του Κατηγορούμενου για βιασμό, τον οποίο απέδωσε σε προσπάθεια της ίδιας να αποκομίσει χρήματα, ενώ επίσης αντεξετάστηκε και σε σχέση με τα ζητήματα διατροφής που ανέκυψαν μεταξύ τους μετά τη διάσταση. Περιπλέον αντεξετάστηκε σε σχέση με το εάν είχε εμπλοκή στην επανασύνδεση του ζεύγους κατά τον Φεβρουάριο του 2019 όπου αναφέρθηκε στην «αμνησία» που έπαθε λόγω χτυπήματος που υπέστη, ενώ επίσης αντεξετάστηκε σε σχέση με τα γεγονότα της 18.5.19-19.5.19, όπου πλην του ότι πράγματι πρόσεχαν τα παιδιά για να βγει έξω ο Κατηγορούμενος με την Παραπονούμενη, δεν θυμόταν οτιδήποτε άλλο για την εν λόγω ημερομηνία. Ερωτήθηκε επίσης για το εάν ο ίδιος κατήγγειλε τον Κατηγορούμενο στην Αστυνομία για βία στην οικογένεια, ενώ επίσης αντεξετάστηκε και σε σχέση με την ισχυριζόμενη βία που η Παραπονούμενη κατά τον ίδιο ασκούσε στα παιδιά του ζεύγους.
  7. Αξιολόγηση της Μαρτυρίας - Ευρήματα Έχουμε παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες και εξετάσαμε όπως επιβάλλεται τη μαρτυρία τους, καθώς και κάθε άλλη μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί υπό μορφή δηλώσεων ή εγγράφων εν τη εννοία του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.
  8. Είμαστε σε θέση να αξιολογήσουμε την αξιοπιστία των μαρτύρων και την ως άνω μαρτυρία, προς εξαγωγή των αναγκαίων ευρημάτων και συμπερασμάτων επί των πραγματικών γεγονότων. Αρχίζοντας από τις αστυνομικούς Μ.Κ.4, Μ.Κ.5 και Μ.Κ.7, πρέπει να πούμε πως αυτές δεν γνώριζαν οιονδήποτε εκ των εμπλεκομένων μερών, ούτε και διαφάνηκε να έχουν οποιοδήποτε συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης. Επρόκειτο δηλαδή για ανεξάρτητες μάρτυρες. Ειδικότερα οι Μ.Κ.4 και Μ.Κ.7 μαρτύρησαν καθηκόντως ως προς το πώς αντιλήφθηκαν τα πράγματα και περιέγραψαν πειστικά τον ρόλο και την έκταση της ανάμειξης τους στη διερεύνηση της υπόθεσης. Της δε Μ.Κ.5, η μαρτυρία ήταν πολύ περιορισμένη, αφού κλήθηκε ουσιαστικά για να επιβεβαιώσει την ύπαρξη καταγγελίας κατά την 13.2.19, από πλευράς Παραπονούμενης εναντίον του Κατηγορούμενου. Αρχίζοντας από τη Μ.Κ.4 πρέπει να πούμε πως άφησε στο Δικαστήριο πολύ καλή εντύπωση. Με τρόπο καθ' όλα πειστικό απέρριψε τις θέσεις που της αποδόθηκαν περί πλημμελούς διερεύνησης της υπόθεσης, τόσο υπό την έννοια της μη επεξήγησης των δικαιωμάτων του Κατηγορούμενου και μη λήψης κατάθεσης από αυτόν, όσο και αναφορικά με τις εν γένει ενέργειες στις οποίες προέβη κατά τη διερεύνηση και τη μεροληψία που στην ουσία της αποδόθηκε. Συγκεκριμένα η Μ.Κ.4 επί του ζητήματος της επεξήγησης των δικαιωμάτων, ανέφερε ότι δόθηκαν τα δικαιώματα στον Κατηγορούμενο, ο οποίος υπέγραψε ότι τα παρέλαβε, χωρίς εν τέλει επί τούτου να της τεθεί οποιαδήποτε συγκεκριμένη υποβολή, ότι ο Κατηγορούμενος δεν προέβη σε τέτοια παραλαβή και υπογραφή. Επίσης η μάρτυρας ανέφερε ότι, εξ όσων θυμόταν, ο Κατηγορούμενος μίλησε και με δικηγόρο και ότι ήταν πάντως κατ' επιλογήν του που περιορίστηκε να απαντήσει στη γραπτή κατηγορία λέγοντας ότι είναι όλα ψέματα και που δεν έδωσε κατάθεση, χωρίς και πάλιν να της τεθεί κατά τρόπο συγκεκριμένο ότι αυτό που ανέφερε δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Εξάλλου επί του συγκεκριμένου ζητήματος, άκρως πειστική μαρτυρία έδωσε και η Μ.Κ.7, η οποία επίσης άφησε καλή εντύπωση και η οποία πολύ φυσικά ανέφερε κατά την αντεξέτασή της για το ίδιο ζήτημα, ότι ο Κατηγορούμενος απασχόλησε το κλιμάκιο με άλλη υπόθεση, ότι από την ημερομηνία της άλλης καταγγελίας είχε φύγει από την οικία του πατέρα του και δεν εντοπιζόταν και ότι εν τέλει η ίδια τον συνάντησε τυχαία σε ταβέρνα στη Σωτήρα στις 21.2.22, όπου τον κάλεσε να παρουσιαστεί στις 22.2.22 για να ανακριθεί και να κατηγορηθεί, πράγμα το οποίο ο Κατηγορούμενος πράγματι έπραξε. Τόνισε δε και αυτή πως του δόθηκε η επιλογή να δώσει κατάθεση και πως αυτός αρνήθηκε, αφού είχε συνομιλήσει με (άντρα) δικηγόρο, ο οποίος του είχε δώσει ανάλογη νομική συμβουλή. Η μαρτυρία της αυτή, συνάδει πλήρως τόσο με το Τεκμήριο 3 (γραπτή κατηγορία ημερ. 22.2.22), ως και τη μαρτυρία της Μ.Κ.5 και την αποδεχόμαστε. Ως προς την παράλειψη να λάβει καταθέσεις από πρόσωπα που θα μπορούσαν να συνεισφέρουν στη διερεύνηση, η Μ.Κ.4 αναφέρθηκε στις ενέργειες της, εξηγώντας ότι στο πλαίσιο διερεύνησης έλαβε κατάθεση και από τον αδελφό του Κατηγορούμενου (Μ.Υ.4), ενώ επίσης συνομίλησε και με τον πατέρα του Κατηγορούμενου, με τον οποίο βρισκόταν σε επικοινωνία λόγω της άλλης καταγγελίας που ο τελευταίος προωθούσε κατά του Κατηγορούμενου τότε. Επίσης προσπάθησε να λάβει κατάθεση και από τη θεία του Κατηγορούμενου (Π.Ζ.), η οποία διέμενε σε οικία που γειτνιάζει με την οικία στην οποία διέμενε το ζεύγος και η οποία της ανέφερε προφορικά ότι για το χρονικό διάστημα που διέμεναν δίπλα της, η Παραπονούμενη με τον Κατηγορούμενο είχαν συχνές λογομαχίες μεταξύ τους και ότι συχνά άκουγε αντικείμενα να σπάζουν και πως παρά ταύτα η ίδια δεν ήθελε να προβεί σε κατάθεση. Αδυνατούμε πραγματικά να αντιληφθούμε τη θέση της υπεράσπισης ότι η μάρτυρας όφειλε να ερωτήσει το πρόσωπο αυτό προφορικά «περισσότερα πράγματα», δεδομένου του ότι αφενός ήταν σαφές ότι το εν λόγω πρόσωπο δεν επιθυμούσε να δώσει κατάθεση και αφετέρου του ότι η υπεράσπιση εν πάση περιπτώσει δεν αποδεχόταν τα όσα η Μ.Κ.4 μετέφερε ως λεχθέντα στην ίδια από την Π.Ζ.. Σε σχέση δε με τη θέση της υπεράσπισης ότι το εν λόγω πρόσωπο (Π.Ζ.), είχε αναφέρει στη μάρτυρα ότι προέβη σε καταγγελία εναντίον της Παραπονούμενης και η ίδια δεν το κατέγραψε, σημειώνουμε αφενός ότι η μάρτυρας απέρριψε κατηγορηματικά τη θέση αυτή και αφετέρου, δεν βλέπουμε πως θα μπορούσε να επηρεάσει τη διερεύνηση, η ισχυριζόμενη αυτή παράλειψη. Ούτε όμως και προκύπτει να υπήρχε πρόθεση απόκρυψης του γεγονότος αυτού από την κατηγορούσα αρχή, αφού η ίδια η Παραπονούμενη αναφέρθηκε σε αυτό, αποδεχόμενη μάλιστα ευθέως, ότι όντως είχε τραβήξει την Π.Ζ. από τα μαλλιά. Ως προς την επιλογή της Μ.Κ.4 να αναφερθεί στην καταγγελία στην οποία προέβη ο Κατηγορούμενος εναντίον της Παραπονούμενης ως το Τεκμήριο 5, σε σχέση με την οποία, μετά από διερεύνηση, δεν προέκυψε η διάπραξη ποινικού αδικήματος και εν τέλει δεν ασκήθηκε δίωξη εναντίον της, η Μ.Κ.4 με πειστικότητα εξήγησε το λόγο που επέλεξε την καταγγελία αυτή, καταρρίπτοντας την όποια υπόνοια περί έλλειψης αντικειμενικότητας ή μεροληψίας της. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι αφενός ήθελε να καταδείξει ότι και εναντίον της Παραπονούμενης είχε υποβληθεί καταγγελία που ενείχε το στοιχείο της βίας αλλά και διότι οι υπόλοιπες καταγγελίες που παραδεκτώς είχαν μεταξύ τους, αφορούσαν άλλου είδους καταγγελίες, όπως παραβιάσεις του διατάγματος επικοινωνίας και ως τέτοιες δεν ήταν τόσο σχετικές. Η μάρτυρας βέβαια δεν παρέλειψε να αναφέρει ότι εξαίρεση αποτελούσε μια ακόμα υπόθεση που αφορούσε καταγγελία της Παραπονούμενης εναντίον του Κατηγορούμενου και για την οποία θα κατέθετε η Μ.Κ.5 που προέβη στη σχετική καταχώρηση και η οποία (Μ.Κ.5) πράγματι έδωσε στη συνέχεια σχετική μαρτυρία (βλ. Έγγραφο Ζ). Τα πιο πάνω θεωρούμε ενδεικτικά της αντικειμενικότητας της αλλά και της προσπάθειας της να δώσει μια όσο πιο ολοκληρωμένη εικόνα του φάσματος εντός του οποίου εμπίπτει η παρούσα υπόθεση. Σημειώνουμε δε πως παρά την αρχική ένσταση που υπήρξε στην κατάθεση του Τεκμηρίου 5, εν τέλει δεν υπήρξε αντεξέταση επί της αυθεντικότητας ή ορθότητας αυτού, ούτε και έγινε υποβολή ή προσήχθη μαρτυρία από πλευράς υπεράσπισης πως η εν λόγω καταγγελία στην οποία είχε προβεί ο Κατηγορούμενος, είχε άλλη κατάληξη. Η δε υποβολή ότι υπήρχαν και άλλες υποθέσεις τις οποίες θα έθετε ο Κατηγορούμενος ενώπιον του Δικαστηρίου παρέμεινε βέβαια μετέωρη, αφού δεν τέθηκαν οποιεσδήποτε άλλες υποθέσεις βίας ενώπιον μας που να αφορούν την Παραπονούμενη, παρόλο που σίγουρα παρέμεινε αναντίλεκτο πως, άλλες υποθέσεις μεταξύ των δύο υπήρξαν, αφορώσες όμως κυρίως το διάταγμα επικοινωνίας. Ως προς την ορθότητα λήψης της πρώτης κατάθεσης της Παραπονούμενης, η οποία επίσης τέθηκε εν αμφιβόλω, η Μ.Κ.4 ήταν σαφέστατη ότι είχε προηγηθεί συζήτηση μεταξύ τους στο πλαίσιο λήψης του ιστορικού και ότι ακολούθως λήφθηκε η κατάθεση της, αποδεχόμενη όμως σαφέστατα ότι γινόντουσαν στην πορεία διευκρινιστικές ερωτήσεις, πράγμα το οποίο σίγουρα συνάδει και εξηγεί και την αναφορά της Παραπονούμενης ότι η κατάθεση της είχε ληφθεί αφού της υποβάλλονταν ερωτήσεις. Με πειστικότητα επίσης εξήγησε ότι ένεκα του ότι η Παραπονούμενη είχε αναφερθεί σε συμπεριφορά που επαναλαμβάνετο για μια μεγάλη χρονική περίοδο κατά τα Σαββατοκύριακα, η ίδια δεν ζήτησε περαιτέρω λεπτομέρειες των περιστατικών από την Παραπονούμενη. Εξάλλου δεν υποδείχθηκε με ποιο συγκεκριμένο τρόπο έχει επηρεαστεί ο Κατηγορούμενος από το γεγονός αυτό ή πώς θα άλλαζε η υπερασπιστική γραμμή του, αν διευκρινίζονταν από τότε τα τρία περιστατικά στα οποία αναφέρθηκε η Παραπονούμενη με την προφορική της μαρτυρία, τη στιγμή μάλιστα που σαφής θέση του ήταν πως ποτέ δεν επέδειξε σεξουαλική βία έναντι της Παραπονούμενης. Ούτε όμως από τη λήψη της συμπληρωματικής κατάθεσης της Παραπονούμενης προέκυψε οτιδήποτε μεμπτό, αφού η Μ.Κ.7 επεξήγησε και αυτή με σαφήνεια και σταθερότητα πως, για συγκεκριμένους λόγους έκρινε ότι θα έπρεπε να λάβει συμπληρωματική κατάθεση από την Παραπονούμενη και δη για να διευκρινίσει το ζήτημα του άμεσου παραπόνου, της κακόβουλης ζημιάς στα κινητά της, του όπλου καθώς και ένα σημείο που αφορούσε την άσκηση βίας. Έγινε βέβαια πολύς λόγος από την υπεράσπιση ότι ήταν ελλιπής η συμπληρωματική κατάθεση που λήφθηκε, αφού η Παραπονούμενη δεν κλήθηκε να περιγράψει τη θήκη του όπλου, δεν ρωτήθηκε λεπτομέρειες για τους μώλωπες, ή για τον πόνο στον αυχένα, ή ακόμα και για το πού βρίσκονται τα σκισμένα ρούχα της και ποιοι ήταν οι φίλοι του Κατηγορούμενου με τους οποίους έβγαινε έξω. Παρά το ότι όμως τα πιο πάνω αποτελούν ζητήματα για τα οποία όντως θα μπορούσε να ερωτάτο, δεν εντοπίζουμε ούτε καταδείχθηκε κατά τρόπο συγκεκριμένο, πώς το γεγονός ότι δεν ερωτήθηκε, επηρέασε την υπεράσπιση και μάλιστα σε βαθμό που να πλήττεται το δικαίωμα του Κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη. Ειδικά, εφόσον η υπεράσπιση είχε την ευχέρεια να αντεξετάσει και αντεξέτασε την Παραπονούμενη εκτεταμένα, συμπεριλαμβανομένων και επί των ως άνω ζητημάτων και είχε την ευχέρεια να καλέσει και όποιους εκ των φίλων του Κατηγορούμενου πίστευε ότι θα μπορούσαν να βοηθήσουν την υπεράσπιση του. Συνεπώς δεν διαβλέπουμε να προκύπτει ζήτημα μεροληψίας ή πλημμελούς διερεύνησης από πλευράς της αστυνομίας. Ούτε και θεωρούμε ότι μπορεί να συναχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα πλημμέλειας, ως εκ του γεγονότος ότι στο ημερολόγιο ενεργείας Τεκμήριο 4, δεν γίνεται αναφορά στο περιστατικό του πρατηρίου κατά την 14.1.
  9. Και τούτο διότι, ως πολύ λογικά ανέφερε η Μ.Κ.4, το τί καταγράφεται στο ημερολόγιο ενεργείας είναι μια περίληψη και στην προκειμένη περίπτωση γίνεται αναφορά στους βιασμούς, επειδή ακριβώς ήταν το σοβαρότερο εκ των αδικημάτων που προέκυπτε από την υποβληθείσα καταγγελία. Η δε μαρτυρία της Μ.Κ.5 είχε πολύ περιορισμένη εμβέλεια, αφού ως ήδη λέχθηκε αφορούσε την καταγγελία την οποία υπέβαλε η Παραπονούμενη στις 13.2.19 στον Αστυνομικό Σταθμό Δερύνειας, καταγγελία την οποία έλαβε η ίδια η μάρτυρας και προς τούτο παρουσίασε το σχετικό ημερολόγιο ενεργείας ως Έγγραφο Ζ. Η ειλικρίνεια της ήταν εμφανής, αφού από την αρχή και ευθέως παραδέχθηκε ότι δεν ενθυμείτο το συγκεκριμένο περιστατικό, πράγμα καθ' όλα λογικό, με δεδομένη και την πάροδο τόσο μεγάλου χρόνου από το συμβάν, αλλά και του ότι αυτό, δεν είχε κάτι το ιδιαίτερο που θα δικαιολογούσε την ενθύμηση του μετά από τόσο καιρό. Λογικό επόμενο ήταν και το ότι η ίδια δεν μπορούσε να θυμηθεί αν η Παραπονούμενη είχε, τότε, πάνω της οποιαδήποτε σημάδια βίας, όμως ήταν σαφής πως αν είχε και τα έβλεπε θα προσπαθούσε να την πείσει να προβεί σε καταγγελία. Εάν όμως επέλεγε να μην προβεί σε καταγγελία τότε, ως ανέφερε, δεν θα κατέγραφε το γεγονός αυτό στο ημερολόγιο ενεργείας, αλλά θα συμπληρώνονταν τα έντυπα για σκοπούς γραπτής ενημέρωσης του γραφείου ευημερίας, τα οποία εν πάση περιπτώσει είχαν συμπληρωθεί στη δεδομένη περίπτωση, ως εντόπισε από το Έγγραφο Ζ. Λογικό απότοκο της θέσης της Μ.Κ.5 ότι δεν ενθυμείτο το περιστατικό ήταν και η θέση της ότι δεν μπορούσε να είναι εντελώς βέβαιη αν το υπό καταγγελία περιστατικό έλαβε χώρα την ίδια τη μέρα της καταγγελίας (δηλαδή ενωρίτερα κατά τις πρωινές ώρες της 13.2.19) ή αν έγινε την προηγούμενη, 12.2.2019, ως καταγράφεται στο Έγγραφο Ζ. Ανέφερε δε και ορθώς, πως τούτο είναι στην ουσία ζήτημα που γνωρίζει η Παραπονούμενη και πως αυτό που κατέγραψε ήταν η δική της αντίληψη, χωρίς όμως να αποκλείει τούτη να ήταν εσφαλμένη. Βέβαια το ζήτημα αυτό πολύ λίγη σημασία έχει εν τέλει, αφού και ο Κατηγορούμενος αποδέχεται ότι ξημερώματα της 13.2.19 έλαβε χώρα μια αντιπαράθεση μεταξύ τους, χωρίς βεβαίως να αποδέχεται τα όσα του αποδίδονται και προβάλλοντας και ο ίδιος τις δικές του θέσεις. Όμως η ουσία παραμένει ότι υπήρξε συμβάν που έγινε κατά τις πρώτες πρωϊνές ώρες της 13.2.19 και όχι στις 12.2.19, ασχέτως του ποια θα κριθεί πως ήταν εν τέλει η αιτία του συμβάντος και τα λοιπά περιστατικά που το συνθέτουν. Εν γένει η μαρτυρία και των τριών αυτών μαρτύρων χαρακτηριζόταν από ευθείς και λεπτομερείς απαντήσεις, χωρίς διάθεση υπεκφυγής. Η βασιμότητα των όσων ανέφεραν επιβεβαιώνεται και από την αντιπαραβολή της μαρτυρίας τους με τη λοιπή αξιόπιστη μαρτυρία στην υπόθεση, γραπτή και προφορική. Αποδεχόμαστε τη μαρτυρία τους στην οποία και βασιζόμαστε για να εξαγάγουμε ασφαλή για την υπόθεση συμπεράσματα, σημειώνοντας βεβαίως παράλληλα πως οι όποιες αναφορές της Μ.Κ.4, οι οποίες άπτονται της γνησιότητας των λεχθέντων από την Παραπονούμενη προς την ίδια και αποτελούν στην ουσία τη δική της αντίληψη ως εμπλεκόμενη στην ανακριτική διαδικασία, δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο το οποίο θα αξιολογήσει τη μαρτυρία της Παραπονούμενης, παρότι σίγουρα αποδεχόμαστε ότι γνήσια η μάρτυρας ανέφερε αυτά που αντελήφθη. Οι Μ.Κ.3 και Μ.Κ.6 από τη μια και η Μ.Υ.2 - Μ.Υ.5 από την άλλη, ήταν όλοι πρόσωπα που είχαν στενή ή συγγενική σχέση με την Παραπονούμενη και τον Κατηγορούμενο αντίστοιχα και ως εκ τούτου είχαμε συνεχώς και αδιάλειπτα κατά νου τον κίνδυνο η μαρτυρία και οι τοποθετήσεις τους, να επηρεάζονταν από την επιθυμία τους να βοηθήσουν την πλευρά με την οποία είχαν σχέση. Προσεγγίσαμε συνεπώς σε κάθε στάδιο τη μαρτυρία τους με την ανάλογη προσοχή. Ειδικότερα για τον Μ.Κ.6 σημειώνουμε πως ήταν παρών κατά το επεισόδιο στο πρατήριο στις 14.1.22, ενώ όλοι οι ως άνω μάρτυρες υποστήριξαν ότι ήταν γνώστες, ο καθένας με τον τρόπο του, διαφόρων πτυχών της σχέσης της Παραπονούμενης με τον Κατηγορούμενο και επί των ως άνω θεμάτων έδωσαν βασικά τις θέσεις τους και αντεξετάστηκαν. Βλέποντας τους Μ.Κ.3 και Μ.Κ.6 να καταθέτουν αλλά πολύ περισσότερο εξετάζοντας και αντιπαραβάλλοντας το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, κρίνουμε πως τόσο η διάθεση τους όσο και ουσία της μαρτυρίας τους ήταν τέτοια που έδιδαν την εντύπωση προσώπων που δεν προσήλθαν με πρόθεση να συσκοτίσουν την πραγματικότητα, αλλά να καταθέσουν γεγονότα που οι ίδιοι βίωσαν. Οι απαντήσεις τους χαρακτηρίζονταν από αμεσότητα και φυσικότητα, ενώ διακρίναμε ότι πολλές φορές όπου δεν θυμούνταν κάτι για το οποίο ερωτούντο, δεν δίσταζαν να το παραδεχθούν, έστω και αν αυτό δεν θα ήταν επωφελές για την Παραπονούμενη. Αντίστοιχα διάχυτη ήταν και η διάθεση τους να παραδεχθούν στοιχεία της μαρτυρίας, τα οποία δυνατόν να αποδυνάμωναν τη δική τους μαρτυρία ή την εν γένει εκδοχή της Παραπονούμενης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα τούτου ήταν η Μ.Κ.3, η οποία ανέφερε ευθαρσώς πως δεν γνώριζε κάτι για το περιστατικό της 19.5.19 και δεν προσπάθησε να αναφέρει οτιδήποτε επί του συγκεκριμένου ζητήματος, απλώς και μόνο για να βοηθήσει την εκδοχή της Παραπονούμενης. Mε την ίδια ειλικρίνεια, παραδέχθηκε επίσης πως για την ύπαρξη προβλημάτων στη σχέση του ζεύγους έμαθε το 2019, συνεπεία του περιστατικού της 13.2.19, ενώ για τους βιασμούς ανέφερε πως δεν έμαθε, παρά μόνο το 2021, αλλά και τότε χωρίς λεπτομέρειες. Περαιτέρω, χωρίς αναστολή, αποδέχθηκε ότι έκανε λάθος ως προς τον τρόπο με τον οποίο είχε ερμηνεύσει το διάταγμα επικοινωνίας που εκδόθηκε μετά το χωρισμό του ζεύγους, για όποια βέβαια σημασία θα μπορούσε να έχει το ζήτημα αυτό. Περαιτέρω με αντικειμενικότητα αποδέχθηκε και το ότι πράγματι ο Κατηγορούμενος δεν έβγαινε στην κυριολεξία κάθε σαββατοκυρίακο και ότι εν πάση περιπτώσει έβγαινε και με την Παραπονούμενη. Αλλά και ο Μ.Κ.6 δεν δίστασε να παραδεχθεί ότι ένεκα προβλήματος υγείας που αντιμετώπισε, δεν μπορούσε να φέρει την εικόνα του συμβάντος της 14.1.22 στο μυαλό του καθώς και ότι δεν θυμόταν συγκεκριμένες πτυχές του εν λόγω συμβάντος. Οι όποιες δε διαφοροποιήσεις εντοπίζονται στη μαρτυρία τους, εν σχέσει με τη μαρτυρία άλλων μαρτύρων κατηγορίας και δη της Παραπονούμενης, στις οποίες θα επανέλθουμε, θεωρούμε πως δεν αποτελούν ένδειξη αναξιοπιστίας αλλά αντιθέτως, ενδυναμώνουν τη μαρτυρία τους καταδεικνύοντας την απουσία προσυνεννόησης ως προς το τί θα κατέθεταν. Όπως εξάλλου έχει τονιστεί επανειλημμένα (βλ. επί τούτου και την πολύ πρόσφατη απόφαση Δ.Β.Γ.Κ. v . Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 3/22, ημερ. 29.2.24), η μαρτυρία δεν εξετάζεται μικροσκοπικά ή αποσπασματικά αλλά ως ενιαίο σύνολο. Επί τούτου τονίζουμε ιδιαίτερα εν σχέσει με το επεισόδιο στο πρατήριο, στο οποίο θα γίνει αναλυτικότερη αναφορά κατωτέρω, ότι ο Μ.Κ.6 περιέγραφε διαδοχικά γεγονότα ενός επεισοδίου το οποίο εξελίχθηκε με αστραπιαία ταχύτητα και επομένως, οι όποιες διαφοροποιήσεις εντοπίζονται στον τρόπο που αντελήφθη ή μετέφερε τα γεγονότα εν συγκρίσει με την Παραπονούμενη, θεωρούμε πως είναι φυσικές και λογικά αναμενόμενες και ουδόλως επηρεάζουν τα ουσιώδη γεγονότα στα οποία αναφέρθηκε. Σχετικά παραπέμπουμε στην υπόθεση Σωτηρίου v. Αστυνομίας

(2002)2 Α.Α.Δ.307 όπου επιβεβαιώθηκε ότι μικρές, επουσιώδεις αντιφάσεις αυτόπτη μάρτυρα καταδεικνύουν την ανυπαρξία προσχεδιασμού[2]. Ερχόμενοι τώρα στη μαρτυρία των Μ.Υ.2 - Μ.Υ.5, πρέπει να πούμε πως κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας τους ήταν εμφανής και διάχυτη η μεροληψία τους υπέρ του Κατηγορούμενου. Ήταν πρόδηλο ότι σε υποστηρικτικές θέσεις προς τον Κατηγορούμενο δήλωναν σιγουριά, ενώ σε σημεία που θα μπορούσαν να αποβούν εναντίον του, είτε δεν απαντούσαν είτε απαντούσαν πως δεν θυμόντουσαν ή με υπεκφυγές. Κατά τρόπο δε εντελώς αδικαιολόγητο και πρωτοφανή οι Μ.Υ. παρουσιάζονταν απόλυτοι όταν έλεγαν πως δεν υπήρχαν προβλήματα στη σχέση του ζεύγους και όταν αρνούντο κάθε παρανομία του Κατηγορούμενου, είτε βία, είτε χρήση ναρκωτικών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Μ.Υ.2, της οποίας η μεροληψία υπέρ του αδελφού της εντυπωσίασε (αρνητικά), αφού κατ' επανάληψη απέκλειε θέσεις που της ετίθοντο με απόλυτη βεβαιότητα, ενώ στην πραγματικότητα ήταν εμφανές ότι, εφόσον δεν διαβίωνε και δεν περνούσε όλο το χρόνο της με τον Κατηγορούμενο και την Παραπανούμενη, δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων να είναι τόσο απόλυτη και βέβαιη. Τέτοιες θέσεις, ήταν οι θέσεις της για το θέμα της χρήσης ναρκωτικών από τον Κατηγορούμενο, αλλά και για τις λεπτομέρειες της σχέσης του αδελφού της με την Παραπονούμενη. Είναι βέβαια γεγονός πως, όπως θα διαφανεί και στη συνέχεια, δεν υπάρχει σαφής μαρτυρία που να μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι ο Κατηγορούμενος ήταν χρήστης ουσιών. Όμως δεν είναι τούτο το ζήτημα, αλλά ο τρόπος με τον οποίο επέλεγε να απαντά η μάρτυρας για ζητήματα για τα οποία προφανώς δεν μπορούσε να είναι βέβαιη, κάτι το οποίο ήταν ενδεικτικό της έλλειψης αντικειμενικότητας της. Άλλωστε τούτο ήταν εμφανές και από τη συνέχεια της μαρτυρίας της σε σχέση με το λόγο που προέβαλε για να πείσει για τη μη ενασχόληση του Κατηγορούμενου με ναρκωτικές ουσίες, όπου η ίδια ανέφερε ότι το αποκλείει επειδή «θα φαινόταν», για να παραδεχθεί αμέσως μετά πως δεν γνωρίζει τί ακριβώς θα φαινόταν και να καταλήξει με γενικόλογα να αναφέρει ότι θα το καταλάβαινε από τη μυρωδιά. Ως προς τη σχέση του Κατηγορούμενου με την Παραπονούμενη, η ίδια την χαρακτήρισε πολύ καλή έως και ιδανική, χωρίς να μπορεί, όπως άλλωστε δεν μπορούσαν και οι υπόλοιποι μάρτυρες υπεράσπισης, να δώσει μια λογική εξήγηση ως προς το λόγο που, μια κατά τα άλλα «ιδανική σχέση», έφτασε στο τέλος. Επί τούτου ήταν πολύ χαρακτηριστικό ότι όλοι οι μάρτυρες υπεράσπισης που χρησιμοποίησαν ανάλογους όρους, αναφερόμενοι στην εν λόγω σχέση, δεν μπορούσαν να προσδιορίσουν εν τέλει το λόγο του χωρισμού, αλλά αντίθετα όλοι περιορίζονταν να αναφερθούν σε μικροτσακωμούς που προέρχονταν λόγω ισχυριζόμενης άσκησης βίας από την Παραπονούμενη προς τα παιδιά, την οποία ο Κατηγορούμενος δεν ενέκρινε. «Μικροτσακωμοί για τα μωρά», ήταν και ο λόγος που προέβαλε και η Μ.Υ.2 ως λόγο χωρισμού, αφού, ως ανέφερε, δεν γνώριζε κάτι άλλο. Όταν όμως της τέθηκε ότι ένας από τους λόγους, ήταν ότι ο Κατηγορούμενος έβγαινε έξω και γυρνούσε αργά μεθυσμένος, ενώ αρχικά παραδέχθηκε ότι δεν βρισκόταν συνεχώς στο σπίτι τους για να μπορεί γνωρίζει[3], στη συνέχεια (σελ. 315 γραμμές 15-19), παραδόξως, απέρριψε ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Ενώ δε περιγράφει και τις σχέσεις της ίδιας με τον Κατηγορούμενο ως πολύ καλές, θέλοντας στην ουσία να δώσει την εντύπωση, όπως και οι λοιποί μάρτυρες υπεράσπισης, πως επρόκειτο για μια λειτουργική σχέση σε μια υγιή οικογένεια, όταν ερωτήθηκε αν η ίδια τσακώθηκε με τον Κατηγορούμενο και κατέληξαν στην Αστυνομία, το ύφος της άλλαξε απότομα και ανέφερε ότι επιθυμούσε να μην απαντήσει, λέγοντας πως πρόκειται για εντελώς οικογενειακό θέμα, που δεν αφορά την Παραπονούμενη. Καθιστώντας βέβαια σαφές πως επέλεγε να μην απαντά εκεί που πίστευε πως η απάντηση δεν θα ήταν ευνοϊκή για τον Κατηγορούμενο και απαντούσε με σιγουριά (χωρίς όμως στην πραγματικότητα να προκύπτει έρεισμα για τη βεβαιότητα της), εκεί που πίστευε ότι με αυτό τον τρόπο θα βοηθούσε τον Κατηγορούμενο. Πράγμα το οποίο με τη σειρά του αποδομεί και τη θέση της πως αν χρειαζόταν να πει κάτι που βλάπτει τον Κατηγορούμενο στο πλαίσιο της μαρτυρίας της, θα το έπραττε, θέση την οποία υπό το φως όλων των ανωτέρω δεδομένων, αδυνατούμε βεβαίως να αποδεχθούμε. Χαρακτηριστική ήταν όμως και η εναλλαγή των θέσεων της επί διαφόρων θεμάτων. Κατ' αρχάς σε σχέση με το πού βρισκόταν ο Κατηγορούμενος και η Παραπονούμενη την παραμονή Πρωτοχρονιάς του 2018 και το συναφές με τούτο ζήτημα του ποιος έκανε το «τραπέζι» κατά την εν λόγω ημερομηνία, η ίδια ανέφερε: «Συνήθως τραπέζι κάνει ο παπάς μου αν θυμάμαι καλά, γιατί συνήθως κάνει τραπέζι ο παπάς μου, γιατί είναι και τα γενέθλια της κόρης μου και ανάβουμε και τα κεράκια τζιαμέ. .»[4]. Σημαντικό είναι να τονισθεί πως, αναφέρθηκε στο ζήτημα αυτό χρησιμοποιώντας τις φράσεις «συνήθως» και «αν θυμάμαι καλά», οι οποίες εμπεριέχουν αναμφίβολα μια εγγενή αβεβαιότητα, την οποία φρόντισε να διαφοροποιήσει στη συνέχεια, προβαίνοντας όμως στην εξής δυσνόητη τοποθέτηση: «. Πάντα παραμονή της Πρωτοχρονιάς συνήθως, κάνουμε εμείς. Ο παπάς μου κάμνει, ο παπάς μου κάμνει.», για να καταλήξει τελικά «Πάντα στο εξοχικό πηγαίναμε και κάναμε τραπέζι .»[5]. Ερωτηθείσα δε ποιος έκανε τραπέζι την επομένη (ανήμερα, δηλαδή της Πρωτοχρονιάς), ανέφερε ότι έκανε το τραπέζι ο Κατηγορούμενος, αφού το συνδύασε με την ένταξη της στον στρατό, για να αποκαλύψει όμως κατά την αντεξέταση της, ότι στο στρατό εντάχθηκε το
  1. Κληθείσα δε να εξηγήσει πως διασυνδέει την Πρωτοχρονιά του 2018 με την ένταξη της στο στρατό μετά από χρόνια, προσπάθησε να αναφέρει ότι τέλος του 2017 είχε κάνει την αίτηση για πρόσληψη της στο στρατό, για να καταλήξει όμως ότι τελικώς δεν θυμόταν πότε έκανε την εν λόγω αίτηση με σιγουριά, επειδή πέρασαν πολλά χρόνια. Κληθείσα εκ νέου, να εξηγήσει πως θυμάται τότε την Πρωτοχρονιά του 2018, επανήλθε στην προηγούμενη θέση της λέγοντας «Γιατί συνήθως κάνει ο παπάς τραπέζι, γιατί είναι τα γενέθλια της κόρης μου και σβήνουμε και κεράκια» [6], καθιστώντας σαφές ότι τελικώς απαντούσε με γνώμονα το τί συνήθως συνέβαινε και όχι με βάση το τί πράγματι θυμόταν να έγινε εκείνη τη χρονιά. Πράγμα το οποίο, αναγκάστηκε εν τέλει να παραδεχθεί και ρητώς[7], για να επανέλθει όμως αμέσως μετά επιμένοντας και πάλι με βεβαιότητα, πως το τραπέζι έγινε στου πατέρα της, επειδή από το 2015 που είχε γεννήσει, το τραπέζι γίνεται εκεί. Στη συνέχεια βέβαια προέβη και στην εξής συγκεχυμένη αναφορά, ότι δηλαδή «Από το 2015 μέχρι στιγμής, αν δεν το κάνει ο παπάς θα το κάνω εγώ τωρά»[8]. Ενώ δε ερωτήθηκε πάμπολλες φορές αν θυμόταν τί έγινε συγκεκριμένα εκείνη τη χρονιά, επέμενε να απαντά με χρησιμοποιώντας λέξεις όπως «συνήθως» και αναφερόμενη στο τί συνέβαινε πάντα (π.χ. «Πάντα ερχόμαστε Παραμονή Πρωτοχρονιάς να κάνουμε τραπέζι»). Ερωτηθείσα αν τελικά θυμάται εκείνη τη μέρα παραμένοντας στο ίδιο ύφος ανέφερε «Από τη στιγμή που γίνεται συνήθως και κάθε λίγο είμαστε τζιαμέ, δεν θα ξέρουμε; Αφού παραμονές είμαστε τζιαμέ συνήθως, κάνει ο παπάς τραπέζι παραμονές» [9]. Παρά δε το ότι ήταν πέρα από εμφανές από το σύνολο της μαρτυρίας της ότι δεν κατέθετε στη βάση του τί θυμόταν να έγινε τη συγκεκριμένη ημερομηνία, παραδόξως στη συνέχεια, ήταν σε θέση να αναφερθεί με απόλυτη βεβαιότητα ως προς το ποια άτομα ήταν παρόντα κατά τη δεδομένη παραμονή Πρωτοχρονιάς του
  2. Διευκρινίζοντας μάλιστα με εντυπωσιακή λεπτομέρεια και ποιοι έφτασαν καθυστερημένα (ήτοι ο Μ.Υ.4 και ο αδελφός της Κ.). Δεν διατηρούμε βέβαια καμμιά αμφιβολία ότι η προσπάθεια της να πείσει ότι θυμόταν τί έγινε τη δεδομένη παραμονή Πρωτοχρονιάς (του 2018) και δη ότι έγινε «τραπέζι» στο σπίτι του πατέρα της (εξοχικό) όπου παρευρέθηκε ο Κατηγορούμενος και η Παραπονούμενη και ότι την επομένη, την ημέρα δηλαδή της Πρωτοχρονιάς, έγινε τραπέζι στο σπίτι του Κατηγορούμενου, ενώ στην πραγματικότητα εμφανώς δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί θετικά επί του ζητήματος, εντάσσεται στο πλαίσιο της εμφανούς προσπάθειας ευθυγράμμισης της μαρτυρίας της ίδιας αλλά και των λοιπών μαρτύρων υπεράσπισης, με τη μαρτυρία του Κατηγορούμενου. Ο οποίος βέβαια προέβαλε συγκεκριμένες θέσεις για να διαψεύσει την Παραπονούμενη, σε σχέση με το τί είχαν κάνει τη δεδομένη βραδιά, κατά την οποία η Παραπονούμενη, τοποθετεί ένα εκ των περιστατικών σεξουαλικής βίας σε βάρος της. Εξ ου και όλοι οι μάρτυρες υπεράσπισης εμφανίστηκαν έτοιμοι στη στιγμή, να ανακαλέσουν με φαινομενική βεβαιότητα τα γεγονότα μιας ημερομηνίας, αρκετά έτη πριν, χωρίς καθόλου να φαίνεται να ξαφνιάζονται από την ερώτηση, η οποία τουλάχιστον θα ξένιζε κάποιον που δεν είχε γνώση του τί συζητήθηκε στο πλαίσιο της παρούσας. Αυτή ακριβώς η προσυνεννόηση που ήταν διάχυτη στη μαρτυρία των μαρτύρων υπεράσπισης επιβεβαιώνεται και μέσα από τη μαρτυρία του Μ.Υ.4 ο οποίος όταν ρωτήθηκε αν γνωρίζει για ποιο πράγμα κατηγορείται ο Κατηγορούμενος, ανέφερε το ότι άσκησε βία, το ότι έπινε και ότι πήγαινε για κυνήγι, ότι δημιουργούσε φασαρίες αλλά και για τα αυτοκίνητα που είχε, ζητήματα που, δεν αποτελούσαν προφανώς τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, αλλά τα ζητήματα για τα οποία ενημερώθηκε από προηγουμένως ότι θα ερωτάτο κατά τη μαρτυρία του. Εν τέλει όμως η προσυνεννόηση τους αυτή, επισφραγίζεται και από την παραδοχή του πατέρα του Κατηγορούμενου (Μ.Υ.5), ότι είχε συζητήσει με τα παιδιά του το τί γινόταν στη δίκη και ειδικά ότι του ανέφεραν ότι συζητείται το θέμα της Πρωτοχρονιάς[10]. Η δε μεροληψία που ήταν εμφανής στη μαρτυρία της Μ.Υ.2 ήταν το ίδιο εμφανής αν όχι και περισσότερο και μέσα από τη μαρτυρία του πατέρα του Κατηγορούμενου (Μ.Υ.5), ο οποίος μάλιστα έφτασε στο σημείο να απορρίψει την πιθανότητα βιασμού της Παραπονούμενης από τον Κατηγορούμενο επειδή, όπως το έθεσε (γελώντας μάλιστα), δεν γίνεται να βιάσει ο σύζυγος τη γυναίκα του. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα, το οποίο ομιλεί αφ' εαυτού[11]: «Α. Λαλώ σου η κουβέντα τούτη είναι για τα λεφτά, τίποτε άλλο. Όταν βιασμός, υπάρχει ένα πλάσμα παντρεμένο, βιάζεις τη γυναίκα σου; Για όνομα του Θεού. Ένα πλάσμα παντρεμένο βιάζεις τη γυναίκα σου; (Ο μάρτυρας γελά) Τούτα τα πράγματα τζιαί λαλεί πελλάρες τζιαί εξάλλου του 2017 που λαλεί ότι εβίασε την, έκαμε την κορούα την Φ. Εν πέντε χρονών η Φ. μας, που λαλεί βίαζε την. . Ε. Αυτό κύριε, το κατά πόσο γίνεται να βιάσεις-- Α. Τη γυναίκα σου, κύριε Α.; Για όνομα του Θεού. Ε. Θα το αποφασίσει το Δικαστήριο. Α. Δεν μπορώ να το χωνέψω εγώ τούτο το πράγμα. Δεν ξέρω, για όνομα του Θεού (ο μάρτυρας γελά). .» Ό,τι μάλιστα προκύπτει από το πιο πάνω απόσπασμα, είναι ότι πέραν του ότι αποκλείει την πιθανότητα ο Κατηγορούμενος να βίασε την Παραπονούμενη επειδή ήταν σύζυγος του, προβάλλει και μια άλλη εξίσου αυθαίρετη θέση. Ότι δηλαδή, η Παραπονούμενη προέβη στην καταγγελία αυτή για τα χρήματα. Τεχνηέντως δε επικαλείται αφενός τον όρκο του και αφετέρου το γεγονός ότι ο νονός του είναι ιερέας[12], για να δώσει περισσότερη πειστικότητα στα λεγόμενα του, τα οποία όμως αν ιδωθούν απογυμνωμένα από τα περίτεχνα σχόλια με τα οποία τα περιέβαλε, στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτε άλλο από μια εικασία. Αφού όπως και ο ίδιος αναγκάστηκε να παραδεχθεί στη συνέχεια, ουδέποτε η Παραπονούμενη τους ζήτησε χρήματα σε αντάλλαγμα απόσυρσης της υπόθεσης[13]. Καθιστώντας έτσι ξεκάθαρο, πως η αναφορά του αυτή, την οποία πάντως καλούσε έντονα το Δικαστήριο να αποδεχθεί ως ορθή, βασιζόταν σε μια καθαρά δική του υπόθεση, η οποία στερείτο ερείσματος και απέρρεε ουσιαστικά από την πεποίθηση του ότι δεν ήταν δυνατόν να υπάρχει βιασμός υπό τις περιστάσεις, εφόσον Κατηγορούμενος και Παραπονούμενη ήταν σύζυγοι. Οι παρωχημένων εποχών αντιλήψεις του διαφάνηκαν όμως και στη συνέχεια της μαρτυρίας του, όπου παραδέχθηκε ότι θεωρεί θεμιτή τη χειροδικία στα ενήλικα τέκνα του («. διότι για να καταλάβεις του μεγάλου μου 27 χρονών άνθρωπος κάτι μου αναμώθηκε 27 χρονών άνθρωπος τζιαί εγύρισα το σιέρι.» - βλ. πρακτικά σελ. 374 γρ. 6-7), θέση η οποία βέβαια πέραν των λοιπών αυτονόητων προβληματικών στοιχείων που εμπεριέχει, δεν συνάδει ούτε με τη δήθεν επικριτική του στάση του προς την κατ' ισχυρισμόν χειροδικία της Παραπονούμενης στα δικά της παιδιά, την οποία κατ' επανάληψη της απέδωσε, παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως άτομο που δεν αρέσκεται στη χρήση βίας. Η εν γένει απαρχαιωμένη αντίληψη των πραγμάτων όμως, ήταν διάχυτη και στις αναφορές του καθ' όσον αφορά το ζήτημα των διατροφών όπου και πάλιν εντυπωσιάζει (αρνητικά) η αδυναμία του να αντιληφθεί τη σοβαρότητα της υποχρέωσης του γιου του να συνεισφέρει στη διατροφή των τέκνων του, θεωρώντας, υπερβολική την Παραπονούμενη, η οποία διεκδικεί με νόμιμα μέσα αυτό που έχει υποχρέωση ο Κατηγορούμενος να καταβάλει για τα παιδιά του, ήτοι τη διατροφή τους στο βαθμό που του αναλογεί. Αφύσικα δε παρουσίασε και ο Μ.Υ.5 τη σχέση Παραπονούμενης και Κατηγορούμενου ως ιδανική, για να βρεθεί ουσιαστικά σε αδιέξοδο όταν ούτε αυτός ήταν σε θέση να αναφέρει το λόγο του χωρισμού τους. Σε ακόμα δυσκολότερη θέση μάλιστα περιήλθε κατά την αντεξέταση του, όταν παρά τις αναφορές του περί ιδανικής σχέσεως των δύο, διαφάνηκε ότι γνώριζε για τη φυγή της Παραπονούμενης από τη συζυγική οικία κατά τον Φεβρουάριο του 2019, πριν δηλαδή τον οριστικό χωρισμό που επήλθε τον Μάιο του ίδιου έτους. Πράγμα το οποίο βέβαια εφόσον ήταν στην αντίληψη του[14], δεν εξηγεί γιατί επέμενε να προσπαθεί να παρουσιάσει τη σχέση των δύο ως ιδανική. Όταν δε ερωτήθηκε για το λόγο που η Παραπονούμενη εγκατέλειψε τη συζυγική οικία το Φεβρουάριο του 2019 και όταν του τέθηκε η πολύ συγκεκριμένη θέση ότι ο ίδιος είχε μεσολαβήσει τότε για να επιστρέψει, σε μια προφανέστατη προσπάθεια να υπεκφύγει, επικαλέστηκε χτύπημα, εξαιτίας του οποίου έπαθε «αμνησία». Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από τα πρακτικά (σελ. 365-366), όπου διαμείφθηκε η εξής στιχομυθία: «Α. Όχι δεν μπορώ να θυμηθώ, γιατί που τη μέρα που χτύπησα έπαθα αμνησία. Εγώ σου λέω δεν θυμούμαι εντίμως, τίποτε. Που την ώρα που χτύπησα, εν τόσα πολλά τα φάρμακα και τόσα που δεν μπορώ. . Ε. Άρα η μνήμη σου δεν είναι τόσο σπουδαία εννοείς; Α. Δεν είναι σπουδαία. Νομίζεις; Η μνήμη μου δεν μπορώ να θυμηθώ διότι ήταν τόσα πολλά τα φάρμακα που έφα, διότι εγώ όση ώρα μιλώ με τον άλλο τούτην τη στιγμή.» Το ότι βέβαια επρόκειτο για επιλεκτική «αμνησία», επιβεβαιώνεται και από το ότι ήταν σε θέση και αυτός να αναφερθεί κατά τρόπο πολύ συγκεκριμένο στα όσα κατ' ισχυρισμόν διαμείφθηκαν κατά την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του
  3. Και τούτο μάλιστα, πολύ λίγο μετά την πιο πάνω αναφορά του περί αμνησίας[15]: «Α. Τη βραδιά είχα τραπέζι εγώ στις Βρυσούλλες εντάξει; Τούτοι επήαν σπίτι τους, έπεσαν, γιατί το πρωί θα έκαμνε τραπέζι ο Φ., το 2018, το οποίο είχαμε καλεσμένο και το γιο μου Σ., τον οποίο λογιάσαμε το 2018, την Πρωτοχρονιά, Παραμονή του 2017 τζιαί έκαμνε τραπέζι ο Φ. μεσημέρι η ώρα 14:00, περίπου. Ο Σ. επήεν στον πεθερό καμιά ώρα και ήρτεν κοντά μας η ώρα 14:
  4. Καμιά ώρα, 11:00 με 12:00, διότι τζιείνοι κάθονται γλήορα, τζιείνοι μέχρι το μεσημέρι εν τελειωμένοι. Επήα και εγώ πολλές φορές.» Κληθείς δε να εξηγήσει πως ήταν σε θέση να αναφερθεί σε τόσο συγκεκριμένα γεγονότα που αφορούν την παραμονή Πρωτοχρονιάς του 2018 τη στιγμή που ως η θέση του η μνήμη του είναι επηρεασμένη, ανέφερε ότι κάτι που κάνει μια φορά το χρόνο δεν ξεχνιέται. Όταν όμως κλήθηκε να αναφέρει τί έκανε την παραμονή Πρωτοχρονιάς του 2019, απάντησε λέγοντας «Τίποτε δεν θυμούμαι το 2019, δεν θυμούμαι τίποτε»[16]. Αξιοσημείωτο είναι βέβαια και το ότι δήλωσε βέβαιος ότι θυμόταν και μάλιστα πολύ έντονα ότι την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 2018, ο γιος του Κ. δεν είχε έρθει, καθώς και ότι ο γιος του Σ., σχόλασε από το εστιατόριο όπου δούλευε και πήγε απευθείας με τη γυναίκα του, γεγονότα τα οποία βεβαίως δεν συνάδουν με τη μαρτυρία της Μ.Υ.2 η οποία ανέφερε ότι ήταν επίσης βέβαιη ότι και τα δύο της αδέρφια ήταν σίγουρα παρόντα την παραμονή της εν λόγω Πρωτοχρονιάς και ότι μάλιστα καθυστέρησαν να προσέλθουν, ενώ ο Μ.Υ.4 ανέφερε ότι πριν πάει την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς στον πατέρα του είχε πάει σε άλλο πάρτι που έκανε η θεία του και ουδέποτε ανέφερε ότι είχε πάει απευθείας μετά τη δουλειά του. Αφήνουμε κατά μέρος δε το ότι ο Κατηγορούμενος κατά τη δική του μαρτυρία σε σχέση με την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 2018, δεν τοποθετεί στο εν λόγω «τραπέζι» ούτε την Μ.Υ.2 ούτε όμως και τον αδελφό του Κ.. Χωρίς συνοχή όμως ήταν και η θέση του ότι θυμόταν την ημερομηνία 18.5.19 ως ημερομηνία που ο Κατηγορούμενος με την Παραπονούμενη τους είχαν πάρει τα παιδιά για να τα προσέχουν, λέγοντας παράλληλα πως τίποτε το παράξενο δεν συνέβη τη βραδιά εκείνη, αφού απλά ο Κατηγορούμενος και η Παραπονούμενη αφότου βγήκαν έξω, επέστρεψαν, πήραν τα παιδιά τους και πήγαν στο σπίτι τους, όπως συνήθιζαν να κάνουν πάντα. Βέβαια, αφού ως η θέση του πρόσεχαν τα παιδιά σε πολλές περιπτώσεις και αφού ως η θέση του τίποτε αξιοσημείωτο δεν συνέβη το βράδι εκείνο, δεν είναι αντιληπτό πως θυμόταν εκείνη τη συγκεκριμένη ημερομηνία, υπό το φως μάλιστα και των όσων ανέφερε σε σχέση με τον επηρεασμό της μνήμης του. Χαρακτηριστικές όμως ήταν και οι εναλλαγές που παρατηρούντο στις θέσεις και αυτού του μάρτυρα. Τέτοιο παράδειγμα ήταν η θέση του ως προς το αν συζήτησε με τα παιδιά του το τί διαμείβετο στο πλαίσιο της δίκης, όπου ενώ αρχικά αρνήθηκε κάτι τέτοιο, στη συνέχεια άλλαξε γνώμη (βλ. σελ.367 γραμμές 10-22), παραδεχόμενος ότι ρωτούσε και συζήτησε με τα παιδιά του την εξέλιξη της δίκης. Πράγμα το οποίο βέβαια επιβεβαιώνει με τη σειρά του και την εντύπωση που ως ήδη αναφέραμε αναδύθηκε έντονα κατά τη διάρκεια της δίκης, ότι δηλαδή, υπήρχε μια προσυνεννόηση μεταξύ των μαρτύρων υπεράσπισης ως προς το τί θα κατέθεταν για συγκεκριμένα για ζητήματα όπως για παράδειγμα την παραμονή Πρωτοχρονιάς του 2018, το «τραπέζι» της ημέρας της Πρωτοχρονιάς του 2018, το ποτό που συνήθιζε να πίνει ο Κατηγορούμενος, τα αυτοκίνητα που είχε ο Κατηγορούμενος αλλά και τα όσα ανέφεραν περί ιδανικής σχέσης Κατηγορούμενου - Παραπονούμενης. Όσον αφορά τώρα τον Μ.Υ.4 και παρά τη θέση του ότι για πρώτη φορά ανακαλούσε τις πληροφορίες για το που βρισκόταν την παραμονή Πρωτοχρονιάς του 2018 την ώρα που κατέθετε, ήταν εμφανές πως είχε ενημερωθεί από προηγουμένως ότι θα συζητείτο το θέμα αυτό. Όχι μόνο διότι ότι ο Μ.Υ.5 παραδέχθηκε πως είχε μιλήσει με τα παιδιά του για τα όσα διαμείβοντο στη διαδικασία, αλλά και διότι ως ήδη υποδείχθηκε, ερωτηθείς ο ίδιος αν γνωρίζει για ποιο πράγμα κατηγορείται ο αδελφός του, αναφέρθηκε σε διάφορα ζητήματα που δεν αποτελούν στην πραγματικότητα τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, αλλά ζητήματα για τα οποία προφανώς ενημερώθηκε (ο Μ.Υ.4) πριν έρθει στο Δικαστήριο ότι συζητούντο στο πλαίσιο της διαδικασίας[17]. Ενώ δε αρχικά δέχθηκε ότι γνώριζε για τα ζητήματα αυτά, ερωτηθείς στη συνέχεια να αναφέρει ποιος του τα είπε, απάντησε ότι πρόκειται για πράγματα που έζησαν μαζί, θέση βέβαια, μη δυνάμενη να πείσει, αφού λίγο προηγουμένως είχε αναφέρει ότι δεν γνώριζε οτιδήποτε περί προβλημάτων στη σχέση του αδελφού του με την Παραπονούμενη. Στην προσπάθεια του μάλιστα να πείσει για το ότι ο Κατηγορούμενος και η Παραπονούμενη ήταν παρόντες κατά την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 2018, ανέφερε ότι ήταν παρόντες επειδή το σπίτι που έμεναν ήταν 30 μέτρα από το σπίτι του Μ.Υ.5[18], λόγος ο οποίος βεβαίως, δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση για να γίνει αντιληπτό πως δεν μπορεί, χωρίς άλλο, να διασυνδέεται με την παρουσία τους στο εν λόγω «τραπέζι». Για το ίδιο «τραπέζι» (της παραμονής Πρωτοχρονιάς 2018), επέμεινε μάλιστα ότι ο αδελφός του (Κ.), καθυστέρησε να πάει, αλλά την ίδια στιγμή ερωτηθείς ποιους συνάντησε όταν πήγε εκεί, είχε ανέφερε και τον Κ[19]. Θυμόταν δε μόνο συγκεκριμένες πτυχές της συγκεκριμένης βραδιάς, που «συμπτωματικά» ήταν αυτές στις οποίες αναφέρθηκαν και οι άλλοι μάρτυρες υπεράσπισης. Από την άλλη επιλεκτικά απέρριπτε θέσεις που δεν βοηθούσαν τον Κατηγορούμενο, ως ήταν το να έκανε χρήση παράνομων ουσιών, παρόλο που ούτε αυτός είχε αδιάλειπτη επαφή μαζί του. Περαιτέρω, ενώ δεν γνώριζε το λόγο του χωρισμού Παραπονούμενης - Κατηγορούμενου, απέρριψε την πιθανότητα μια εκ των αιτιών χωρισμού να ήταν το ότι ο Κατηγορούμενος συνήθιζε να βγαίνει έξω τα βράδια, να γυρίζει χαράματα και να ασκεί βία στην Παραπονούμενη. Από την άλλη όμως, εν σχέσει με την Παραπονούμενη, παρόλο που ο ίδιος δεν την είχε δει ποτέ να ασκεί βία στα παιδιά της, δεν ήταν διατεθειμένος να απορρίψει την πιθανότητα η Παραπονούμενη να τα χτυπούσε, επιβεβαιώνοντας έτσι πως λειτουργούσε ξεκάθαρα με δύο μέτρα και δύο σταθμά. Η δε παραδοξότητα που παρουσιάζεται στη μαρτυρία των άλλων μαρτύρων υπεράσπισης να παρουσιάζουν τη σχέση του ζεύγους ως ιδανική και να μην γνωρίζουν ή να μην έχουν ρωτήσει ή συζητήσει το λόγο χωρισμού παρουσιάζεται και στη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού. Παραδοξότητα η οποία εντείνεται αν κάποιος αναλογιστεί και τη θέση όλων των μαρτύρων υπεράσπισης πως, ως οικογένεια είχαν μια πολύ καλή και στενή οικογενειακή σχέση. Όσον αφορά τώρα στον Μ.Υ.3 κουμπάρο του Κατηγορούμενου και πάλιν η εικόνα δεν διαφοροποιείται, αφού ως προς το κεντρικό σημείο της μαρτυρίας του που ήταν η φράση που είχε ακούσει να εκστομίζει η Παραπονούμενη, η μαρτυρία του περιείχε αντιφάσεις. Κατ' αρχάς πρέπει να λεχθεί ότι σύμφωνα με την εκδοχή της υπεράσπισης η οποία τέθηκε στην Παραπονούμενη, τη φράση την είχε εκστομίσει η ίδια προς το μάρτυρα. Αυτή ήταν και η θέση που προώθησε και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος. Η Παραπονούμενη βέβαια αρνήθηκε την πολύ συγκεκριμένη θέση που της τέθηκε και μάλιστα ανέφερε πως με τον Μ.Υ.3 δεν είχε καμμιά επαφή μετά που χώρισε με τον Κατηγορούμενο. Ο Μ.Υ.3 όμως, προώθησε μονόπλευρα μια εντελώς διαφορετική εκδοχή, αφού θέση του ήταν πως την επίμαχη φράση δεν την είπε στον ίδιο η Παραπονούμενη, αλλά την άκουσε να λέγεται από την Παραπονούμενη, ενόσω η τελευταία μιλούσε με τη σύζυγο του, χωρίς μάλιστα να έχει γνώση του υπόλοιπου περιεχομένου της συζήτησης τους και χωρίς να έχει ακούσει πράγματι σε ποιον αναφερόταν. Εξάλλου και επί της ίδιας της φράσης που υποστήριξε πως άκουσε, η μαρτυρία του περιείχε διάσταση αφού με την ίδια ένταση υποστήριξε κατά την κυρίως εξέταση του ότι η φράση ήταν «εγώ εν θα ησυχάσω ώσπου να τον δω φυλακή»[20], ενώ κατά την αντεξέταση του ανέφερε με την ίδια βεβαιότητα ότι η φράση που άκουσε ήταν «αν δεν τον κλείσω στη φυλακή δεν πνάζω»[21]. Πέραν όμως αυτού ήταν και αυτός ο μάρτυρας έτοιμος να τοποθετηθεί κατά απόλυτο τρόπο όταν ερωτάτο αναφορικά με την τυχόν εκδήλωση αρνητικών ή έκνομων συμπεριφορών από τον Κατηγορούμενο, όπως εμπλοκή σε φασαρίες ή χρήση ναρκωτικών, τη στιγμή μάλιστα κατά την οποία ο ίδιος ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε κάποιες περιπτώσεις όπου ενεπλάκη σε επεισόδια βίας κατά τις νυχτερινές του εξόδους. Στη βάση όλων των ανωτέρω κρίνουμε πως η μαρτυρία των μαρτύρων υπεράσπισης Μ.Υ.2-Μ.Υ.5, δεν αποτελεί ασφαλή βάση για εξαγωγή ευρημάτων επί αμφισβητούμενων ζητημάτων. Βέβαια η μη αποδοχή της μαρτυρίας των μαρτύρων υπεράσπισης οι οποίοι δεν ήταν αυτόπτες μάρτυρες των επίδικων γεγονότων[22] και οι οποίοι προσπάθησαν να υποστηρίξουν ή να ενισχύσουν πτυχές της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου, δεν προκρίνει και τη μαρτυρία του Κατηγορούμενου, ο οποίος έχει πρωτογενή γνώση των γεγονότων αυτών, στη μαρτυρία του οποίου θα επανέλθουμε κατά την εξέταση των επίμαχων γεγονότων. Στρεφόμενοι τώρα στα επίμαχα γεγονότα, και την αξιολόγηση της μαρτυρίας των άμεσα εμπλεκομένων, ήτοι Κατηγορούμενου και Παραπονούμενης, οφείλουμε εξ αρχής να παρατηρήσουμε ότι το πρώτο που μας απασχόλησε ήταν το κατά πόσον καθ' όσον αφορά την Παραπονούμενη, ισχύει ο κανόνας πρακτικής ή άλλη διάταξη, που επιβάλλει στο Δικαστήριο την αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας ή την αυτοπροειδοποίηση του για τους ενδεχόμενους κινδύνους να καταλήξει σε εύρημα ενοχής, χωρίς την ύπαρξη ενισχυτικής μαρτυρίας. Το αδίκημα του βιασμού στην προκειμένη περίπτωση εδράζεται στο άρθρο 144 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  5. Πάρα δε το γεγονός ότι με το άρθρο 4
(3)του περί της Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας Θυμάτων Ν.87(Ι)/07, αλλά και το άρθρο 21 του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Ν.91(Ι)/14 καθώς και το άρθρο 14
(1)του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Εμπορίας και Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας Θυμάτων Ν.60(Ι)/14, δεν απαιτείται πλέον ενισχυτική μαρτυρία, εντούτοις όμως αυτό αφορά αδικήματα τα οποία προβλέπονται στους εν λόγω Νόμους. Συνεπώς και με δεδομένο ότι στο κατηγορητήριο τα εκδικαζόμενα στην παρούσα αδικήματα σεξουαλικής φύσης θεμελιώθηκαν σε άρθρα του Ποινικού Κώδικα, εκλαμβάνουμε ότι ισχύει ο κανόνας πρακτικής αφού, όπως εν τέλει διευκρινίστηκε στην υπόθεση Σ.Σ. κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ.147/16 κ.ά., ημερ. 20.11.19, παρά τις καταργήσεις σε διάφορα νομοθετήματα εντούτοις «. παραμένει ο κανόνας πρακτικής για αναζήτηση ενίσχυσης της μαρτυρίας των παραπονουμένων όταν οι κατηγορίες για σεξουαλικά αδικήματα στηρίζονται στον Ποινικό Κώδικα .». Περαιτέρω δεν διαλανθάνει την προσοχή μας ότι στην προκειμένη περίπτωση οι κατηγορίες εδράζονται και στον Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου Ν. 119(Ι)/2000, στο άρθρο 16 του οποίου αναφέρεται ότι το Δικαστήριο δύναται να κρίνει ένοχο τον κατηγορούµενο µε µόνη την κατάθεση του θύµατος, εφόσον δεν ήταν δυνατόν υπό τις περιστάσεις να εξασφαλιστεί ενισχυτική µαρτυρία. Το άρθρο αυτό έτυχε ερμηνείας στην υπόθεση A.G. v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 119/2020, ημερομηνίας 16.4.21, ECLI:CY:AD:2021:B147[23], αλλά και πιο πρόσφατα στην υπόθεση ΧΧΧ Γιώρκας v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 27/21 ημερ. 16.3.22, όπου υιοθετήθηκε η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως ορθή και συνάδουσα με την ερμηνεία του άρθρου 16 στην υπόθεση A.G (ανωτέρω). Λέχθηκε συγκεκριμένα ότι (το Πρωτόδικο Δικαστήριο): «. ορθά διαπίστωσε ότι σε τέτοιου είδους αδικήματα απαιτείται καταρχάς το Δικαστήριο να αναζητήσει ενισχυτική μαρτυρία. Αφού επεσήμανε ότι στην προκείμενη περίπτωση η μόνη μαρτυρία που υπήρχε ήταν αυτή που προέρχετο από την ίδια την Παραπονούμενη και δεν υφίστατο οποιαδήποτε ενισχυτική μαρτυρία, κατέληξε ότι θα μπορούσε να κρίνει ένοχο τον Εφεσείοντα με μόνη τη μαρτυρία της Παραπονούμενης συζύγου του. Στο πλαίσιο αυτό, αφού αναφέρθηκε στο γεγονός ότι η μαρτυρία της Παραπονούμενης είχε κριθεί καθόλα αξιόπιστη και ότι υπήρχε και υποστηρικτική μαρτυρία της Μ.Κ.5 και της Μ.Κ.4, έκρινε ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε νομικό κώλυμα να καταδικάσει τον Εφεσείοντα. Η πιο πάνω διεργασία που ακολουθήθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν ορθή και συνάδει και με τα όσα σχετικά αναφέρθηκαν στην υπόθεση A.G. v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 119/2020, ημερ. 16/4/2021, ECLI:CY:AD:2021:B147». (έμφαση δοθείσα) Ως προς τη μέθοδο αξιολόγησης σε υποθέσεις στις οποίες τυγχάνει εφαρμογής ο κανόνας πρακτικής ή υπάρχει υποχρέωση προς αναζήτηση ενισχυτικής, έχουμε υπόψιν τα όσα επίσης λέχθηκαν στην προαναφερθείσα υπόθεση Σ.Σ. κ.ά. ν. Δημοκρατίας: «Κατά την «πατροπαράδοτη προσέγγιση» εξεταζόταν σε πρώτο στάδιο η αξιοπιστία του μάρτυρα και αναζητείτο ενισχυτική μαρτυρία μόνο όταν ο μάρτυρας εκρίνετο κατ' αρχήν αξιόπιστος (βλ.Παρμαξής ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 224). Κατά την νεότερη «ορθολογιστική προσέγγιση» δεν υπάρχει λογικό έρεισμα στον κατατεμαχισμό της μαρτυρίας για σκοπούς αξιολόγησης της αξιοπιστίας οποιουδήποτε μάρτυρα και η μαρτυρία πρέπει να κρίνεται ως ενιαίο σύνολο (Ττοουλιάς (ανωτέρω) και Attorney General of Hong Kong v. Wong Mukping [1987] All ER488). Δεν πρόκειται για διαφορά ουσίας αλλά προσέγγισης. Ένας εμφανώς αναξιόπιστος μάρτυρας δεν μπορεί να τύχει ενίσχυσης αλλά η ορθολογιστική αντιμετώπιση του θέματος επιβάλλει να εξετάζεται πρώτα κατά πόσο υπάρχει ενισχυτική μαρτυρία, πριν το δικαστήριο προχωρήσει στην τελική κρίση της αξιοπιστίας της ύποπτης μαρτυρίας (Ρόπας (ανωτέρω), Τεβλετιάν ν. Αστυνομίας
(2006)2 ΑΑΔ 512). Εν προκειμένω, το Κακουργιοδικείο δεν ακολούθησε ούτε τον παραδοσιακό, μήτε τον ενιαίο τρόπο προσέγγισης. Δεν εκτίμησε σε πρώτο στάδιο την αξιοπιστία του Μ.Κ.7 κατά την «πατροπαράδοτη προσέγγιση», αλλά ούτε αξιολόγησε τη μαρτυρία αυτή κατά τρόπο ενιαίο, λαμβάνοντας υπόψη κατά πόσο υπάρχει ενισχυτική μαρτυρία, κατά την «ορθολογιστική προσέγγιση». Κατά πρωθύστερο τρόπο έθεσε, ως άνω, εκ προοιμίου τη μαρτυρία που θεώρησε ως ενισχυτική και μάλιστα, με τον ισχυρό τρόπο που το έπραξε. Σημειώνουμε ότι το ίδιο σφάλμα εντοπίστηκε και στην υπόθεση Χαραλάμπους (ανωτέρω) στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε πως με τον τρόπο αυτό «ελλοχεύει ο κίνδυνος μεταφοράς μιας αίσθησης ενοχής εξαιτίας της ενισχυτικής μαρτυρίας.»» Έχοντας υπόψιν τα πιο πάνω και ιδίως το ότι η Παραπονούμενη και ο Κατηγορούμενος στην παρούσα είναι οι ουσιωδέστεροι μάρτυρες στην υπόθεση εννοείται ότι έχουμε παρακολουθήσει και τους δύο, με αυξημένη προσοχή και εξετάσαμε εξονυχιστικά τη μαρτυρία τους. Πριν από οτιδήποτε άλλο όμως, θα πρέπει να σημειώσουμε πως ένα μέρος της μαρτυρίας της Παραπονούμενης δεν αμφισβητήθηκε. Συγκεκριμένα, δεν αμφισβητήθηκε η θέση της ότι η ίδια και ο Κατηγορούμενος, ήταν ζευγάρι από το 2011 και ότι διέμεναν στο σπίτι των γονιών της πρώτης στο Λιοπέτρι μέχρι τις αρχές Σεπτεμβρίου 2015, οπότε μετακόμισαν σε σπίτι[24] του πατέρα του Κατηγορούμενου στις Βρυσούλες, στο πίσω μέρος του οποίου βρισκόταν το σπίτι της θείας του Κατηγορούμενου[25]. Επίσης δεν αμφισβητήθηκε η θέση της ότι στις 13.2.15 απέκτησαν το πρώτο τους παιδί (αγόρι), ήτοι τον Σ.Κ., ούτε ότι κατά το έτος 2017, όταν εν τω μεταξύ ο πατέρας της Παραπονούμενης απεβίωσε[26], τέλεσαν γάμο και ότι στις 12.8.17 απέκτησαν το δεύτερο τους παιδί (κορίτσι), ήτοι την Φ.Κ.. Περιπλέον δεν αμφισβητήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος ήταν το πρώτο άτομο με το οποίο είχε σχέση η Παραπονούμενη αλλά και ότι η ίδια δεν ήταν οικονομικά ανεξάρτητη, αφού ως παρέμεινε αναντίλεκτο η ίδια καθ' όλη την περίοδο της σχέσης τους δεν εργαζόταν[27]. Επίσης μη αμφισβητούμενο ήταν και το γεγονός της υποβολής καταγγελίας στις 13.2.19 από την Παραπονούμενη στον Αστυνομικό Σταθμό Δερύνειας ότι ο Κατηγορούμενος της επιτέθηκε, καταγγελία η οποία δεν προωθήθηκε, αφού η Παραπονούμενη δεν προχώρησε να δώσει κατάθεση. Παρά δε τη διάσταση που εντοπίζεται ως προς την ημερομηνία του εν λόγω συμβάντος, μεταξύ της μαρτυρίας της Παραπονούμενης και της καταγραφής της Μ.Κ.5 στο Έγγραφο Ζ, εντούτοις ως ήδη υποδείχθηκε ήταν παραδεκτό και από τον ίδιο τον Κατηγορούμενο ότι η αντιπαράθεση μεταξύ τους έλαβε χώρα κατά τις πρωϊνές ώρες της 13.2.19 και όχι στις 12.2.19, παρότι βέβαια ο ίδιος διαφώνησε ως προς την αιτία της αντιπαράθεσης και εν γένει τα εκεί διαδραματισθέντα. Περαιτέρω και παρά τη διαφωνία των δύο πλευρών ως προς τις ακριβείς ημερομηνίες της πρώτης διάστασης του ζεύγους, εντούτοις ήταν επίσης αποδεκτό από αμφότερες τις πλευρές, ότι κατά την περίοδο εκείνη (Φεβρουάριο του 2019), η Παραπονούμενη εγκατέλειψε τη συζυγική οικία, αλλά επέστρεψε ξανά, όπου και παρέμεινε, μέχρι και την οριστική διάσταση που επήλθε στις 21.5.19, οπόταν και η Παραπονούμενη μετακόμισε μαζί με τα παιδιά του ζεύγους στο σπίτι της μητέρας της, όπου διαμένει έκτοτε. Μη αμφισβητούμενη ήταν και η μαρτυρία της ως προς την έκδοση του διαζυγίου τους, τον Δεκέμβριο του 2019 καθώς και του ότι μέσω δικαστικών διαδικασιών ρυθμίστηκαν τα ζητήματα της διατροφής των ανήλικων τέκνων τους[28], ως επίσης και το ζήτημα της φύλαξης των παιδιών και της επικοινωνίας του Κατηγορούμενου μαζί τους[29]. Περαιτέρω παραδεκτό ήταν εκ της μαρτυρίας της και το ότι δεν υπήρχαν περιουσιακές διαφορές μεταξύ τους αλλά και ότι ο Κατηγορούμενος δεν ήταν τυπικός με την καταβολή των ποσών διατροφής που του αναλογούσαν και ότι παρέμεινε και για κάποιο διάστημα στη φυλακή λόγω της μη καταβολής τους. Περαιτέρω και παρόλο που η ουσία των ισχυρισμών της Παραπονούμενης αμφισβητήθηκε στην ολότητα της, εντούτοις δεν αμφισβητήθηκε ότι πράγματι στις 15.1.22, αυτή μετέβη στην Αστυνομία και κατήγγειλε τον Κατηγορούμενο για περιστατικό που, σύμφωνα πάντοτε με την ίδια, έλαβε χώραν την προηγούμενη μέρα, σε πρατήριο βενζίνης στη Δερύνεια στο πλαίσιο του οποίου την απείλησε και ότι επίσης κατά την ίδια ημερομηνία προέβη σε καταγγελία και επί τω ότι κατά τη διάρκεια του γάμου τους και μέχρι τη διάσταση τους το Μάϊο του 2019, σε διάφορες περιπτώσεις, ο Κατηγορούμενος ήρθε σε παράνομη συνουσία μαζί της χωρίς τη συγκατάθεση της, ως επίσης της επιτέθηκε και την χτύπησε, την απείλησε και προξένησε βλάβη σε περιουσία της. Στρεφόμενοι τώρα στα αμφισβητούμενα γεγονότα, κύρια θέση της Παραπονούμενης, η οποία μάλιστα αποτέλεσε και κεντρικό άξονα αντιπαράθεσης καθ' όλη τη διάρκεια της αντεξέταση της, ήταν πως ο λόγος των μεταξύ τους διενέξεων και εν τέλει του χωρισμού τους είχε να κάνει με το ότι ο Κατηγορούμενος «. έβγαινε συνέχεια έξω, μεθούσε, κοίταζε άλλες από ό,τι γνωρίζαμε και έρχετουν μεθυσμένος σπίτι. Ήθελε να κάνει έρωτα μαζί μου χωρίς τη συναίνεση μου»[30]. Η θέση βέβαια της Παραπονούμενης πως ο Κατηγορούμενος συνήθιζε να βγαίνει έξω μόνος του και να επιστρέφει αργά μεθυσμένος κατά τα έτη 2017-2019, υποστηρίζεται και από τη μαρτυρία της μητέρας της (Μ.Κ.3), η οποία ανέφερε ότι αυτό έπραττε ο Κατηγορούμενος και όταν ακόμα το ζεύγος διέμενε μαζί τους, στην πατρική οικία της Παραπονούμενης. Έγινε βέβαια πολύς λόγος για το ότι η Μ.Κ.3 δεν είχε ιδία γνώση του ζητήματος, αφού σύμφωνα με τη δική της θέση, δεν ήταν η ίδια που έβλεπε τον Κατηγορούμενο να επιστρέφει μεθυσμένος κατά το διάστημα που το ζεύγος διέμενε μαζί τους, αλλά αντλούσε πληροφόρηση από τα όσα ο σύζυγος της, της ανέφερε, ο οποίος, ως ήδη λέχθηκε, απεβίωσε. Επί τούτου σημειώνουμε πως είναι γεγονός πως, θέση της μάρτυρος, εντίμως, παρέμεινε μέχρι τέλους πως δεν είχε συναντήσεις με τον Κατηγορούμενο μετά από τις νυχτερινές του εξόδους, καθ' ον χρόνο αυτός διέμενε στο σπίτι της. Όμως όπως πειστικά εξήγησε, ασχέτως αν δεν πήγαινε εκείνες τις πρωϊνές ώρες η ίδια να τον αντιμετωπίσει, αλλά ο σύζυγος της, εντούτοις διέμενε στο ίδιο σπίτι και κάποιες φορές ήταν ξύπνια πράγμα που της επέτρεπε να έχει ιδίαν αντίληψη του τί συνέβαινε και δη να αντιληφθεί για παράδειγμα το ότι ο Κατηγορούμενος είχε βγει έξω και επέστρεψε αργά στο σπίτι στην κατάσταση που ανέφερε. Θέση καθ' όλα συνάδουσα με την κοινή λογική και την ανθρώπινη εμπειρία και την οποία αποδεχόμαστε. Εάν βεβαίως ο Κατηγορούμενος ήταν διατεθειμένος να βγαίνει έξω και να επιστρέφει αργά το βράδυ, ενόσω διέμενε με τα πεθερικά του, δεν χωρεί αμφιβολία ότι ουδόλως θα δίσταζε να το πράξει όταν πλέον διέμενε μόνος του με την Παραπονούμενη. Εξ ου και η απόλυτα φυσιολογική αναφορά της Παραπονούμενης, ότι η κατάσταση σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα επιδεινώθηκε αφότου έφυγαν από την πατρική της οικία για να διαμείνουν μόνοι τους[31]. Βέβαια όπως και η Μ.Κ.3 έτσι και η Παραπονούμενη, εντίμως δέχθηκε πως έξοδοι του Κατηγορούμενου γίνονταν και με την ίδια αλλά και με τα παιδιά τους, πλην όμως παρέμεινε πάντοτε σταθερή στο ότι ο Κατηγορούμενος έβγαινε επί συχνότατης βάσης έξω και με τους φίλους του (χωρίς την ίδια) και ότι ακόμα και όταν έβγαιναν μαζί, σε πολλές περιπτώσεις την έπαιρνε στη συνέχεια στο σπίτι, για να συνεχίσει τη διασκέδαση αποκλειστικά μαζί με τους φίλους του. Το ότι όμως είχε δίκαιο η Παραπονούμενη όταν έλεγε πως πράγματι ο Κατηγορούμενος έβγαινε έξω με τους φίλους του για διασκέδαση και ότι μάλιστα κάποιες φορές εμπλέκετο και σε καβγάδες σε νυχτερινά κέντρα, επιβεβαιώθηκε εν τέλει και από τον ίδιο τον Κατηγορούμενο, χωρίς βέβαια να αποδεχθεί τη συχνότητα των εξόδων που του απέδωσε η Παραπονούμενη. Βέβαια πρέπει να σημειωθεί ότι εν πρώτοις, ο ίδιος αρχικά ερωτηθείς αν έβγαινε Παρασκευές και Σάββατα με τους φίλους του για να διασκεδάσει απάντησε κατηγορηματικά όχι, λέγοντας πως τις Παρασκευές και τα Σάββατα πήγαινε σε ταβέρνα με την Παραπονούμενη και τα παιδιά τους και πως με τους φίλους πήγαινε για μπιλιάρδο, μία έως δύο φορές το μήνα. Θέλοντας να δώσει προφανώς μια εντελώς διαφορετική εικόνα για το άτομο του. Τη θέση αυτή βέβαια διαφοροποίησε άρδην, αποδεχόμενος στη συνέχεια ότι εν τέλει έβγαινε και με φίλους του αλλά 1-2 φορές το μήνα, για να αποδεχθεί στη συνέχεια και το ότι κατά τις εξόδους με φίλους του είχε εμπλακεί και σε επεισόδια. Επιμένοντας βέβαια πως δεν έφταιγε και πως χωρίς λόγο δεν έμπλεκε ποτέ σε καβγάδες. Πράγμα το οποίο βέβαια δεν είναι το ζητούμενο, αφού η ουσία είναι πως παρά τις αρχικές του τοποθετήσεις περί του ότι έβγαινε πάντα με τη σύζυγο και τα παιδιά του τα Σαββατοκυρίακα και πως με τους φίλους του έβγαινε μόνο 1-2 φορές για μπιλιάρδο, στη συνέχεια διαφάνηκε πως η εικόνα αυτή δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα[32]. Όταν δε του τέθηκε ευθέως ότι είχε δίκαιο η Παραπονούμενη όταν έλεγε ότι έβγαινε έξω και ξενυχτούσε, σε μια προφανή προσπάθεια να τη διαψεύσει και ενώ λίγο προηγουμένως δεν θυμόταν αν το ένα εκ των δύο επεισοδίων κατά τις νυχτερινές του εξόδους που συζητήθηκε, έγινε το 2016 ή το 2017 εντούτοις στη συνέχεια υποστήριξε και μάλιστα κατά τρόπο ρητό πως δεν επρόκειτο για Παρασκευή ή Σάββατο αλλά καθημερινή. Πέραν των ανωτέρω όμως, η όλη εκδοχή του Κατηγορούμενου ως προς το λόγο των διενέξεων του με την Παραπονούμενη ήταν διάτρητη. Θέση του Κατηγορούμενου, η οποία τέθηκε και στην Παραπονούμενη ήταν πως ο λόγος των αντιπαραθέσεων τους ήταν ότι η Παραπονούμενη ασκούσε βία στα παιδιά, κυρίως επειδή λέρωναν το σπίτι και δεν ήθελαν να πηγαίνουν σχολείο. Μάλιστα της υποβλήθηκε ότι υπήρξαν καταγγελίες εναντίον της για βία στην οικογένεια και συγκεκριμένα επί τω ότι χτυπούσε το γιο της Σ. στο κεφάλι, σε σημείο που μάτωσε, συμπεριφορά την οποία η Παραπονούμενη αρνήθηκε κατηγορηματικά. Παρά δε την αναφορά πως θα προσκομιζόταν ανάλογη μαρτυρία από πλευράς υπεράσπισης, καμμιά σχετική μαρτυρία παρουσιάστηκε εν τέλει. Αντιθέτως η ίδια η Παραπονούμενη όταν της τέθηκε το ζήτημα αυτό, με χαρακτηριστική ειλικρίνεια, αποδέχθηκε ότι έγινε εναντίον της καταγγελία για παρακοή διατάγματος αλλά και για εξύβριση, παραδεχόμενη μάλιστα σε άλλο σημείο ότι η ίδια πράγματι τον εξύβριζε όταν μάλωναν. Επίσης δέχθηκε ότι έγινε καταγγελία εναντίον της από τον Κατηγορούμενο επί τω ότι όταν αυτός πήρε τα παιδιά σε μια περίπτωση μετά το χωρισμό τους, στο πλαίσιο επικοινωνίας μαζί τους, είχε εντοπίσει στη μύτη της θυγατέρας τους Φ. γδάρσιμο και προέβη σε καταγγελία, χωρίς όμως η υπόθεση να προχωρήσει. Θέση, η οποία εν τέλει επιβεβαιώθηκε πλήρως μέσω της μαρτυρίας της Μ.Κ.4 η οποία παρουσίασε το σχετικό ημερολόγιο ενεργείας και την απόφαση του Γενικού Εισαγγελέα να μην προχωρήσει σε δίωξη, εφόσον μετά από τη διερεύνηση που έλαβε χώρα, η κατάληξη ήταν πως δεν προέκυπτε αδίκημα (βλ. Τεκμήριο 5). Ο δε ισχυρισμός περί άσκησης βίας από την Παραπονούμενη προς τα παιδιά της κατά το επεισόδιο της 13.2.19, δεν διαφοροποιεί τα πράγματα, αφού ως θα διαφανεί και πιο κάτω κατά τη συζήτηση του εν λόγω περιστατικού, οι θέσεις της υπεράσπισης ήταν αντικρουόμενες κατά τρόπο που δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές και να πείσουν, πως ουσιώδης λόγος των αντιπαραθέσεων του ζεύγους, ήταν πράγματι αυτός που επικαλέστηκε η υπεράσπιση. Παρεμβάλλουμε εδώ εν είδει παρενθέσεως αναφορικά με το ζήτημα αυτό, της ισχυριζόμενης δηλαδή άσκησης βίας προς τα παιδιά, ότι σχετική (παρ' ότι όχι άμεσα) είναι και η μαρτυρία της Μ.Κ.3, η οποία με φυσικότητα ανέφερε ότι έχει ιδίαν αντίληψη της συμπεριφοράς της Παραπονούμενης προς τα παιδιά της, αφού διαμένει μαζί της από το χρόνο της διάστασης
(2019), και η οποία υποστήριξε πως δεν τα χτυπά και ότι αυτά πηγαίνουν χαρούμενα στο σχολείο τους, κάτι που είναι σε θέση να γνωρίζει αφού η ίδια εργάζεται εκεί όπου φοιτούν. Συνεχίζοντας με τις θέσεις της υπεράσπισης, στα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν θα πρέπει να προστεθεί επίσης πως στο ίδιο πλαίσιο τόσο ο Κατηγορούμενος όσο και οι μάρτυρες υπεράσπισης προώθησαν τη θέση ότι η σχέση Κατηγορούμενου και Παραπονούμενης ήταν πολύ καλή. Θέση βέβαια καθ' όλα προβληματική, αφού ως ήδη επισημάνθηκε, ειδικά σε σχέση με τους μάρτυρες υπεράσπισης, στη συνέχεια αδυνατούσαν να αναφέρουν το λόγο χωρισμού του ζεύγους, που διατηρούσε μια ιδανική, κατά τα άλλα, σχέση. Πέραν της παραδοξότητας που αναπόφευκτα αναδύεται από τα προαναφερθέντα, γεννάται και το εύλογο ερώτημα πώς γίνεται μια κατά τα λοιπά δεμένη οικογένεια με υγιείς και στενούς δεσμούς, ως οι μάρτυρες υπεράσπισης επιχείρησαν να παρουσιάσουν την οικογένεια τους, να μην έχει ενδιαφερθεί να μάθει ή να μην έχει συζητήσει ποτέ το λόγο χωρισμού του ζεύγους, όμως να έχουν συζητήσει σύμφωνα με παραδοχή του Μ.Υ.5, το τί διαμείβετο στο πλαίσιο της δικαστικής διαδικασίας. Εν τέλει όμως η όλη προσπάθεια παρουσίασης της σχέσης ως ιδανικής καταρρέει, αν κάποιος αναλογιστεί την καταγγελία στην οποία προέβη στην Αστυνομία η Παραπονούμενη εναντίον του Κατηγορούμενου για επίθεση στις 13.2.19 (βλ. Έγγραφο Ζ), ενόσω δηλαδή ακόμα δεν είχαν οριστικά χωρίσει και την οποία ο Μ.Υ.5 παραδέχθηκε πως είχε από τότε υπόψιν του και παρά ταύτα επέμενε ενώπιον μας πως η σχέση τους ήταν εν πολλοίς ιδανική. Σημειώνουμε δε πως το γεγονός της υποβολής της εν λόγω καταγγελίας στις 13.2.19, ουδόλως αμφισβητήθηκε και εν πάση περιπτώσει επιβεβαιώνεται από την αξιόπιστη μαρτυρία της Μ.Κ.
  1. Ως προς το γεγονός τώρα ότι η μάρτυρας κατέγραψε ότι το συμβάν έλαβε χώρα στις 12.2.19, ενώ η Παραπονούμενη το τοποθετεί κατά τις πρωϊνές ώρες της 13.2.19, έχουμε ήδη εξηγήσει ότι η σταθερή και πειστική θέση της Παραπονούμενης πως το συμβάν που πυροδότησε την καταγγελία της 13.2.19 επεσυνέβη τις πρωϊνές ώρες της 13.2.19, επιβεβαιώθηκε εν τέλει και από τον Κατηγορούμενο, ο οποίος δέχθηκε πως υπήρξε αντιπαράθεση τη δεδομένη ημερομηνία στο πλαίσιο της οποίας κλήθηκε η μητέρα της Παραπονούμενης, αλλά με άλλη αιτία. Ερχόμενοι τώρα να εξετάσουμε τα διαδραματισθέντα κατά την εν λόγω ημερομηνία, διαπιστώνουμε ότι η Παραπονούμενη ήταν εξίσου σταθερή και παραστατική και κατά την εξιστόρηση των όσων διαμείφθηκαν κατά την εν λόγω ημερομηνία, την οποία ως πολύ πειστικά η ίδια εξήγησε θυμόταν, λόγω του ότι η 13η Φεβρουαρίου είναι η ημερομηνία γενεθλίων του γιου της. Στο ζήτημα αναφέρεται τόσο στην κατάθεση της Έγγραφο Α (σελ. 2, γρ. 17 - σελ. 3, γρ. 16) όσο και στην κατάθεση της Έγγραφο Β (σελ. 2, γρ. 20 - σελ. 3, γρ.7). Παρά την προθυμία μας θεωρούμε πως δεν θα ήταν εύκολο να μεταφέρουμε παραστατικότερα τα γεγονότα απ' ότι η ίδια στην κατάθεση της Έγγραφο Α, (σελ. 2 επ.), όπου αναφέρει επί λέξει τα εξής: «Στις 12.2.19, μια μέρα πριν από τα γενέθλια του γιου μου, ο Φ. μας πήρε σπίτι εμένα και τα μωρά γύρω στις 22:00 και αυτός έφυγε και πήγε στους φίλους του. Πριν να φύγει μου ζήτησε και του έδωσα πάλι πλαστικές κάρτες και πήρε μαζί του. Ο Φ. επέστρεψε στις 13/2/2019 γύρω στις 5:00 και ξεκίνησε να μου χτυπά, να μου φωνάζει, να με βρίζει και να με πιέζει να κάνω έρωτα μαζί του, εγώ του είπα ότι δεν ήθελα και πήγα και ξάπλωσα μαζί με το γιο μου. Ήλπιζα ότι θα ντρεπόταν από τα μωρά και θα πήγαινε να ξαπλώσει να ηρεμίσει και να με αφήσει ήσυχη αλλά τελικά μετά από πέντε λεπτά ήρθε στο υπνοδωμάτιο του γιου μου, έπιασε το τηλέφωνο μου, πήγε στο υπνοδωμάτιο μας και ξεκίνησε να ψάχνει τις επαφές μου. Εγώ τον ακολούθησα για να δω τι θα κάνει και σε κάποια φάση βρήκε ένα τηλέφωνο καταχωρημένο χωρίς όνομα, το οποίο ανήκε στον πατέρα μου, ο οποίος πέθανε και ο Φώτης πίστευε ότι ανήκε στο φίλο μου. Στη συνέχεια, πήρε τηλέφωνο σε αυτό τον αριθμό, το απάντησε μια κοπέλα και ξεκίνησε να της φωνάζει ρωτώντας την ποια είναι και να του δώσει τον άντρα της στο τηλέφωνο για να του μιλήσει. Σε κάποια φάση η κοπέλα του έκλεισε το τηλέφωνο αφού δεν καταλάβαινε για ποιο πράγμα της μιλούσε. Αμέσως εγώ πήγα και ξάπλωσα πάλι μαζί με τον γιο μου. Ενώ ήμουν ξαπλωμένη, ήρθε από πάνω μου, ξεκίνησε να μου φωνάζει ότι έχω φίλο και με έπιασε από τα μαλλιά. Εγώ σηκώστηκα αμέσως πάνω και εξεκίνησε να με σπρώχνει προς το υπνοδωμάτιο μας. Εγώ προσπαθούσα να ξεφύγω αλλά ένιωθα τα χέρια του παντού και δεν μπορούσα. Μετά έπιασε και τα δύο κινητά μου και τα έσπασε για να μην μπορώ να έχω επικοινωνία με κανένα. Σε κάποια φάση ξύπνησαν και τα δύο μωρά και αυτός πήγε στην κουζίνα και ξεκίνησε να σπάζει πράγματα και να φωνάζει ότι είμαι πουτάνα. Εγώ έκλαιγα και του φώναζα να σταματήσει γιατί ξύπνησαν τα μωρά αλλά αυτός δεν άκουγε και συνέχιζε. Μετά εγώ έκατσα στον καναπέ μαζί με τα μωρά, τα οποία έκλαιγαν ακόμα και αυτός ερχόταν κατά διαστήματα από πάνω μου και με χαστούκιζε στο κεφάλι. Μετά από περίπου δέκα λεπτά, κατά τις 06.10, έπιασε τη μάμα μου από το τηλέφωνο του και της είπε να έρθει στο σπίτι μας γιατί έχουμε πρόβλημα. Μετά από είκοσι λεπτά ήρθε η μάμα μου και μας είδε εμένα και τα μωρά σε κατάσταση σοκ να τρέμουμε και στο σπίτι σπασμένα τα πάντα. Αμέσως ο Φ. ξεκίνησε να της λέει ότι έχω φίλο και ότι έχει αποδείξεις. Η μάμα μου έπιασε τηλέφωνο τους θείους μου, τον γαμπρό μου και τη μάμα του για να τον ηρεμήσουν και να μπορέσω να φύω μαζί με τα μωρά, πράγμα το οποίο έγινε. .» Στο ίδιο περιστατικό αναφέρεται και στην κατάθεση της Έγγραφο Β, όπου διευκρινίζει πως κατά το στάδιο που την τραβούσε προς το υπνοδωμάτιο, την χτυπούσε σε όλο της το σώμα, της κρατούσε το κεφάλι και το χτυπούσε στον τοίχο και της τραβούσε τα μαλλιά. Επίσης αναφέρεται και στην αξία των δύο κινητών (€1200 σύνολο). Με την προφορική της μαρτυρία ανέφερε επιπλέον ότι προτού πάνε στο σπίτι στις 12.2.19 και λάβουν χώρα τα γεγονότα που κατήγγειλε, βρίσκονταν στο σπίτι της μητέρας της και ότι αφότου έλαβαν χώρα τα προαναφερόμενα γεγονότα και έφυγε για να μείνει στη μητέρα της, ο Κατηγορούμενος πήγε στο σπίτι της μητέρας της για να σβήσει την τούρτα μαζί με το γιο τους (Σ.Κ.), που είχε γενέθλια στις 13.2.
  2. Η θέση της υπεράσπισης για το ζήτημα αυτό, ως τέθηκε στην Παραπονούμενη, ήταν πως ο λόγος του καβγά τις πρωϊνές ώρες της 13.2.2019, ήταν επειδή η Παραπονούμενη έδειρε τη θυγατέρα τους Φ.Κ.[33], θέση την οποία με πολλή φυσικότητα αλλά και αμεσότητα απέρριψε η Παραπονούμενη λέγοντας: «.Όχι δεν ισχύουν έτσι. Τα μωρά ήταν πάνω μου, ο Σ. έκλαιγε, η Φ. κρατούσα την, ήταν βρεφούι. Πολλά μικρό μωρό, σχεδόν 2 χρονών. Ήταν να σπάσουμε τη μούτη του; Γιατί να κτυπήσω του μωρού, να του δώσω μπουνιά;». Η εν λόγω εκδοχή της υπεράσπισης όμως, είναι διάτρητη, αφού προφανώς έχοντας ξεχάσει τι υποβλήθηκε στην Παραπονούμενη, ο Κατηγορούμενος με απόλυτη βεβαιότητα ανέφερε ως αιτία του συγκεκριμένου περιστατικού, το ότι η Παραπονούμενη έδειρε τον υιό τους, Σ.Κ και όχι την θυγατέρα τους, Φ.Κ., ως ήταν η συγκεκριμένη υποβολή που τέθηκε στην Παραπονούμενη. Παράλληλα επέμεινε ότι η Παραπονούμενη είχε ήδη φύγει από την οικία πριν από τις 13.2.19, μη μπορώντας να εξηγήσει πως ήταν μαζί, τις πρώτες πρωϊνές ώρες της 13.2.19[34]. Εξ άλλου η μαρτυρία της Παραπονούμενης επί του προκειμένου συνήδε και με τα όσα ανέφερε η μητέρα της (Μ.Κ.3), ότι δηλαδή ο Κατηγορούμενος επικοινώνησε μαζί της στις 6 π.μ., καλώντας την να πάει από το διαμέρισμα πράγμα το οποίο έπραξε, για ν' αντικρίσει ως πολύ παραστατικά ανέφερε «ένα χάος», με σπασμένα αντικείμενα, την Παραπονούμενη με τα παιδιά να κάθονται στον καναπέ τρομοκρατημένοι, την τελευταία να έχει μαυρισμένο το αριστερό μάτι και τον Κατηγορούμενο να ευρίσκεται εκτός εαυτού, λέγοντας της ότι τα έκανε όλα αυτά διότι πίστευε ότι η Παραπονούμενη είχε «φίλο», επειδή βρήκε ένα άγνωστο τηλέφωνο στις επαφές της. Οι καθόλα παραστατικές περιγραφές της Μ.Κ.3, πέραν του ότι συνήδαν απόλυτα με τα όσα η Παραπονούμενη μας μετέφερε, καταδείκνυαν έντονα πως η μάρτυρας περιέγραφε ξεκάθαρα βιωματικές εμπειρίες που εδράζονταν σε πραγματικά και όχι φανταστικά γεγονότα. Το αν βέβαια κατά την εν λόγω ημερομηνία ο Κατηγορούμενος έστειλε μήνυμα στην Μ.Κ.3 και τον πήρε αυτή πίσω ή αν αυτός την κάλεσε να πάει στο σπίτι τους τηλεφωνικώς, διάσταση την οποία επιχείρησε η υπεράσπιση να αναγάγει σε μείζον ζήτημα, είναι προφανές ότι επ' ουδενί μπορεί να αποτελέσει τέτοιο. Περαιτέρω ο Κατηγορούμενος αλλά και η συνήγορος του αμφισβήτησαν ως παράλογη τη θέση της Μ.Κ.3 αλλά και της Παραπονούμενης, πως ο Κατηγορούμενος είδε ένα αριθμό και θεώρησε ότι ανήκε στον «φίλο» της Παραπονούμενης και νευρίασε, αφού σύμφωνα με τα όσα η Μ.Κ.3 αλλά και η Παραπονούμενη ανέφεραν, ο εν λόγω αριθμός ήταν αριθμός που ο ίδιος ο Κατηγορούμενος χρησιμοποιούσε και επομένως δεν υπήρχε περίπτωση να μην τον αναγνώριζε. Όμως η Μ.Κ.3 ξεκαθαρίζοντας το ζήτημα αυτό, στην ίδια γραμμή με την Παραπονούμενη, εξήγησε ότι ο άγνωστος αριθμός που είδε ο Κατηγορούμενος, δεν ήταν εξ ανέκαθεν ο αριθμός τηλεφώνου που χρησιμοποιούσε ο Κατηγορούμενος. Αλλά ήταν στην πραγματικότητα ο αριθμός τηλεφώνου του αποβιώσαντος συζύγου της Μ.Κ.3 (και πατέρα της Παραπονούμενης), τον οποίο (αριθμό) μετά το θάνατο του και για κάποιο διάστημα χρησιμοποίησε ο Κατηγορούμενος, μέχρι που άλλαξε αριθμό τηλεφώνου, οπόταν και ο εν λόγω επίμαχος αριθμός δόθηκε από τον πάροχο σε τρίτο πρόσωπο. Με δεδομένη λοιπόν τη θέση τόσο της Μ.Κ.3 όσο και της Παραπονούμενης, ότι στην τηλεφωνική συσκευή της τελευταίας δεν είχε καταχωρηθεί με όνομα ο συγκεκριμένος αριθμός, το ότι ο Κατηγορούμενος είχε χρησιμοποιήσει μόνο για περιορισμένο χρόνο τον αριθμό αυτό, ότι στη συνέχεια άλλαξε αριθμό και δεν χρησιμοποιούσε τον προαναφερθέντα και ότι εν γένει άλλαζε συχνά κινητά και αριθμούς[35] και έχοντας υπόψιν περαιτέρω και τις περιστάσεις υπό τις οποίες ο Κατηγορούμενος φέρεται να είδε τον αριθμό αυτό, δηλαδή κατά τις πρώτες πρωϊνές ώρες ενώ δεν είχε ακόμα κοιμηθεί και ενώ είχε προηγηθεί νυχτερινή έξοδος με τους φίλους τους με ό,τι τούτη συνεπάγετο, στο μυαλό μας δεν εγείρεται κανένα θέμα μη λογικότητας των όσων η Παραπονούμενη ανέφερε. Για να μην αναφέρουμε πως ακόμα και ως παράλογο να το βλέπει εκ των υστέρων κάποιος τρίτος, αυτό σε καμμιά περίπτωση δεν σημαίνει πως ψεύδεται ένας μάρτυρας ο οποίος περιγράφει τον παραλογισμό που έχει βιώσει. Ως προς τη θέση πως η Μ.Κ.3 ψεύδεται για το σπασμένο τραπέζι και καρέκλες, που υποστήριξε ότι είδε, αφού όταν η Παραπονούμενη εγκατέλειψε οριστικά την οικία πήρε μαζί της και τραπέζι και καρέκλες, η απάντηση της Μ.Κ.3, πέραν του ότι συνήδε και με τα όσα η Παραπονούμενη ανέφερε επί του προκειμένου (βλ. πρακτικά σελ. 40, γραμμή 30 επ.), ήταν άμεση και αφοπλιστική. Συγκεκριμένα αφού δέχθηκε ειλικρινώς, πως πράγματι κατά την οριστική διακοπή της συμβίωσης του ζεύγους το Μάιο του 2019, η Παραπονούμενη πήρε μαζί της τραπέζι και καρέκλες, εξήγησε στη συνέχεια πολύ πειστικά, πως επρόκειτο για τραπέζι και καρέκλες που ίδια (η Μ.Κ.3) είχε δώσει στη θυγατέρα της, εις αντικατάσταση αυτών που είχαν σπάσει. Και τούτο αφού μετά τη λήξη της πρώτης τους διάστασης (που άρχισε στις 13.2.19 μετά το επίμαχο επεισόδιο) και την επιστροφή της Παραπονούμενης στο σπίτι όπου διέμεναν, δεν ήταν δυνατή η διαβίωση τους χωρίς τα πιο πάνω αντικείμενα, τα οποία είχε σπάσει ο Κατηγορούμενος κατά το περιστατικό της 13.2.
  3. Ενδεικτικός δε της φυσικότητας με την οποία απαντούσε η Μ.Κ.3, ήταν και ο τρόπος με τον οποίο μας μετέφερε το πόσο πολύ μετάνιωσε που δεν ειδοποίησε την αστυνομία εκείνη τη μέρα και δεν έλαβε φωτογραφίες του μέρους, αισθανόμενη προφανώς πως δεν μπορούσε να μας μεταδώσει αρκούντως παραστατικά μέσω της λέξης «χάος», το τί αντίκρυσε τη δεδομένη μέρα. Συγκεκριμένα επαναλάμβανε εμφαντικά πως ήταν λάθος της[36], το οποίο βέβαια ευλόγως απέδωσε στο ότι η 13.2.19, ήταν η πρώτη φορά που γινόταν η ίδια κοινωνός των τσακωμών τους και επιπλέον στο ότι τους είχε ζητήσει και ο πατέρας του Κατηγορούμενου να αφήσουν τα πράγματα να ηρεμήσουν. Θέση η οποία πέραν του ότι είναι καθ' όλα λογική, συνάδει και με τη γενικότερη θέση της Μ.Κ.3 αλλά και της Παραπονούμενης, πως η τελευταία δεν της είχε πει για τα προβλήματα που αντιμετώπιζε διότι δεν ήθελε να την στενοχωρεί, ότι για πρώτη φορά αντελήφθη τα προβλήματα στις 13.2.19 και ότι για τη σεξουαλική βία δεν είχε μάθει οτιδήποτε, παρά μόνο το
  4. Ήταν περαιτέρω εισήγηση της υπεράσπισης όμως, ότι το αναξιόπιστο της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής εμφαίνεται και από το ότι ενώ η Μ.Κ.3 ανέφερε στην κατάθεση της ότι κατά τη δεδομένη μέρα είδε το μάτι της Παραπονούμενης να είναι μαυρισμένο, εντούτοις κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι το μάτι της, όταν μπήκε μέσα ήταν γδαρμένο. Παρόλο που η υπεράσπιση ανέδειξε την αναφορά αυτή ως μια ουσιώδη αντίφαση, εντούτοις η μάρτυρας με απλοϊκό τρόπο εξήγησε πως το μαύρισμα, ήταν η εξέλιξη του τραύματος και πως την πρώτη στιγμή που είδε την Παραπονούμενη, το μάτι της στο σημείο εκείνο ήταν μόνο γδαρμένο. Φαίνεται δηλαδή, από το σύνολο της απάντησης της Μ.Κ.3, ότι απέδωσε την αναφορά της αυτή στην κατάθεση της, στο ότι όταν την έδωσε, είχε ήδη δει την εξέλιξη του τραύματος και αναφερόταν σ' αυτό, με αποτέλεσμα να μεταφέρεται καλόπιστα, η λανθασμένη εντύπωση ότι κατά το χρόνο που πρώτη φορά αντίκρυσε την κόρη της, είχε δει το μάτι της μαυρισμένο, ενώ δεν ήταν. Ούτως ή άλλως δεν θεωρούμε ουσιώδες το ζήτημα αφού και η ίδια η Παραπονούμενη με ειλικρίνεια δέχθηκε πως δεν επρόκειτο για σοβαρό τραύμα, αφού καθ' ομολογίαν δική της, δεν της είχε προκαλέσει ούτε οποιοδήποτε πόνο. Στη βάση των ανωτέρω λοιπόν είμαστε πεπεισμένοι, ότι τα γεγονότα εκτυλίχθηκαν ως τα ανέφερε η Παραπονούμενη και πως η Μ.Κ.3 μπαίνοντας στο σπίτι του ζεύγους το συγκεκριμένο πρωϊνό, αντίκρυσε τα όσα ζωντανά μας περιέγραψε και άκουσε τον Κατηγορούμενο να της λέει τα όσα μας μετέφερε. Εξ ου και από το φόβο της τηλεφώνησε στα αδέλφια της, τα οποία όταν ήρθαν προσπάθησαν να ηρεμήσουν τον Κατηγορούμενο, ενώ την ίδια στιγμή κατάφεραν να μαζέψουν κάποια πράγματα της Παραπονούμενης και των παιδιών, οι οποίοι έφυγαν από το σπίτι και έμειναν μαζί της για κάποιες μέρες. Έχοντας βέβαια αποδεχθεί πως τα γεγονότα εκτυλίχθηκαν ως ανωτέρω, καθίσταται αμέσως αντιληπτό, ως εκ των περιγραφών, το μέγεθος του γενικότερου φόβου που αισθάνθηκε και η ίδια η Παραπονούμενη και ο οποίος την οδήγησε στο να αποταθεί στην Αστυνομία. Είναι επομένως προφανές, πως στο πιο πάνω πλαίσιο εντάσσεται κατά τρόπο απόλυτα φυσικό η θέση της Παραπονούμενης ότι το πιο πάνω συμβάν, το οποίο αποτέλεσε έρεισμα της σχετικής καταγγελίας στην αστυνομία την ίδια μέρα, ήταν και ο λόγος για τον οποίο η ίδια εγκατέλειψε τη συζυγική οικία για πρώτη φορά, έστω και αν μετά από κάποιες μέρες επέστρεψε, για λόγους στους οποίους θα επανέλθουμε. Το ότι βεβαίως υπήρξε διάσταση του ζεύγους κατά το Φεβρουάριο του 2019 δεν αμφισβητήθηκε, όμως αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση, ως ήδη λέχθηκε, ότι αυτή επήλθε ένεκα του συμβάντος αυτού. Αντιθέτως, η θέση που τέθηκε στην Παραπονούμενη κατά την αντεξέταση της, ήταν πως είχε φύγει κάποιες μέρες πριν το συμβάν της 13.2.19 από το σπίτι, θέση η οποία βεβαίως αναιρέθηκε από τον ίδιο τον Κατηγορούμενο, ο οποίος δέχθηκε κατά την αντεξέταση του από το συνήγορο της κατηγορούσας αρχής πως έμεναν μαζί με την Παραπονούμενη όταν ήλθαν σε αντιπαράθεση κατά την 13.2.19 και ούτως ή άλλως τα ίδια τα γεγονότα που επικαλέστηκε ο Κατηγορούμενος εξυπακούουν ότι έμεναν μαζί κατά το δεδομένο χρόνο. Επομένως αποδεχόμαστε πως ένεκα του συμβάντος αυτού ακολούθησε διάσταση του ζεύγους για κάποιες μέρες. Όμως παρά τη διάσταση που υπήρξε, δεν αμφισβητήθηκε πως εν τέλει και μετά από πάροδο 10-15 ημερών, η Παραπονούμενη επέστρεψε στη συζυγική οικία και δεν προχώρησε τη διαδικασία με την Αστυνομία. Βέβαια η ίδια ανέφερε πως σε κάποια στιγμή προσπάθησε να εντοπίσει την καταγγελία της 13.2.19, χωρίς όμως επιτυχία, όμως τούτο δεν είναι το ζητούμενο, αφού η ουσία είναι πως, όπως η ίδια ανέφερε, αποφάσισε να επιστρέψει στον Κατηγορούμενο, αφενός διότι της το ζήτησε ο πεθερός της στο μνημόσυνο του πατέρα της επικαλούμενος και προβλήματα υγείας δικά του, ενώ κατά τη διάρκεια αυτών των δύο βδομάδων και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος την έπαιρνε τηλέφωνο και της έλεγε ότι άλλαξε και την παρακαλούσε να πάει πίσω. Κάτι βεβαίως που υποστήριξε και η Μ.Κ.
  5. Το ότι δε, παρά τα προηγηθέντα γεγονότα η Παραπονούμενη επέλεξε να επιστρέψει, δεν ξενίζει, αλλά αντιθέτως συνάδει απόλυτα με τις γενικότερες θέσεις της πως τον αγαπούσε και πως γι' αυτό δεν τον είχε εγκαταλείψει ή καταγγείλει ενωρίτερα. Συνάδει όμως και με το γενικότερο προφίλ της Παραπονούμενης, ως αυτό αναδιπλώθηκε ενώπιον μας και δη πως αναντίλεκτα επρόκειτο για μια μη οικονομικά ανεξάρτητη νεαρή κοπέλα, της οποίας ο Κατηγορούμενος ήταν ο πρώτος δεσμός[37], είχε ήδη αποκτήσει δύο παιδιά μαζί του και είχε χάσει αιφνιδίως και τον πατέρα της με τον οποίο είχε μια ιδιαίτερα στενή σχέση, γεγονός που φαίνεται να στοίχισε τόσο στην ίδια όσο και στη μητέρα της, την οποία δεν ήθελε έκτοτε να στενοχωρεί και να επιβαρύνει με δικά της προβλήματα. Παράγοντες, οι οποίοι σωρευτικά φαίνεται να διαδραμάτιζαν, ο καθένας με το δικό του τρόπο, εξ αρχής ρόλο στη σχέση της με τον Κατηγορούμενο και στον τρόπο με τον οποίο η ίδια ενεργούσε στο πλαίσιο της. Έχουμε εν ολίγοις σχηματίσει την ακράδαντη πεποίθηση πως αυτές οι σκέψεις και συναισθήματα, επισκίαζαν τη δράση και τις ενέργειες της για πολύ μεγάλο διάστημα στην όλη σχέση της με τον Κατηγορούμενο, όπως θα διαφανεί και για άλλα χρονικά σημεία κατωτέρω. Μετά την επιστροφή της στη συζυγική οικία, ως εντίμως η Παραπονούμενη ανέφερε ο Κατηγορούμενος ήταν πιο ήρεμος, αλλά συνέχιζε να πίνει πολύ κυρίως κάθε Παρασκευή, όμως το τελευταίο διάστημα πριν τον οριστικό χωρισμό τους έβγαινε, έπινε, ξενυχτούσε και γινόταν πάλι βίαιος απέναντι της, για να καταλήξει στο περιστατικό της 19.5.
  6. Σύμφωνα με τη θέση της Παραπονούμενης (βλ. Έγγραφο Α, σελ. 3, γρ. 22), κατά την 18.5.19, άφησαν τα παιδιά στο σπίτι των γονιών του Κατηγορούμενου για να βγουν έξω και όταν επέστρεψαν πίσω γύρω στις 03:00 (της 19.5.19), ο Κατηγορούμενος την άφησε στο σπίτι των γονιών του και έφυγε για περίπου 20 λεπτά. Όταν επέστρεψε, η ίδια ήταν στο υπνοδωμάτιο και σε κάποια στιγμή άκουσε τον Κατηγορούμενο να φωνάζει στη μητέρα του ότι επεμβαίνει στη ζωή του, ότι εκείνη φταίει για την κατάσταση του γάμου τους και ότι «παρτάρει» την ίδια (την Παραπονούμενη). Μόλις η ίδια άκουσε τα ανωτέρω, κατέβηκε κάτω, οπόταν ο Κατηγορούμενος προσπάθησε να της χτυπήσει και εκείνη τη στιγμή μπήκε στη μέση ο Μ.Υ.5 για να τον αποτρέψει και ο Κατηγορούμενος τον έσπρωξε. Αμέσως ο Κατηγορούμενος ξεκίνησε να απευθύνεται στον πατέρα του με παρόμοιες αιτιάσεις και την ίδια ώρα ξεκίνησε να πετάει γυάλινα μπουκάλια με ουίσκι, για να καταλήξει στο τέλος να σπάσει την τζαμαρία. Στη συνέχεια η μητέρα του πήρε τηλέφωνο τα αδέρφια του Κατηγορούμενου, ήτοι τον Μ.Υ.4 και τον Κ., οι οποίοι ήρθαν και τον πήραν στις Βρυσούλες, ενώ η Παραπονούμενη διανυκτέρευσε στο πατρικό του Κατηγορούμενου και επέστρεψε την επομένη και αυτή στο σπίτι όπου διέμεναν στις Βρυσούλες. Η Παραπονούμενη παρέμεινε απόλυτα σταθερή στις θέσεις της αυτές χωρίς να παρατηρήσουμε να κομπιάζει ή να διστάζει να απαντήσει ούτε και περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις που να δημιουργούν υποψίες μυθοπλασίας ή εκ των υστέρων κατασκευασθέντων γεγονότων. Βέβαια για το συμβάν αυτό η θέση του Κατηγορούμενου ήταν εκ διαμέτρου αντίθετη, υποστηρίζοντας πως επρόκειτο απλά για μια συνηθισμένη βραδιά όπου πήραν τα παιδιά τους, τα οποία πρόσεχαν οι γονείς του και πήγαν στο σπίτι τους, χωρίς να συμβεί οτιδήποτε. Το ότι όμως η δεδομένη βραδιά δεν ήταν μια ήρεμη και συνηθισμένη βραδιά, προδίδεται από την παραδοχή του Μ.Υ.5 ότι θυμόταν ότι κατά την εν λόγω συγκεκριμένη ημερομηνία πρόσεχαν τα παιδιά του ζεύγους για να βγουν έξω, κάτι το οποίο βέβαια έκαναν πολύ συχνά καθ' ομολογία δική του. Έτσι που δεν εξηγείται πως και θυμόταν αυτή την ημερομηνία χωρίς δήθεν, να έχει γίνει οτιδήποτε το αξιομνημόνευτο και ενώ ο ίδιος αντιμετωπίζει και πρόβλημα μνήμης. Ο ίδιος δε κανένα λόγο δεν έδωσε προς τούτο. Επομένως αυτό που η λογική των πραγμάτων υπαγορεύει, είναι πως πράγματι είχαν επισυμβεί τα ομολογουμένως αξιομνημόνευτα γεγονότα που ανέφερε η Παραπονούμενη, στο ίδιο μάλιστα το σπίτι του Μ.Υ.5, εξ ου και θυμόταν την εν λόγω ημερομηνία ο εν λόγω μάρτυρας. Έτσι εξηγείται βέβαια και η στάση της Παραπονούμενης, η οποία παρά την απόφαση που πήρε για επανασύνδεση και επιστροφή στη συζυγική οικία τον Φεβρουάριο του 2019, εναποθέτοντας προφανώς τις τελευταίες της ελπίδες στον Κατηγορούμενο για να παραμείνει ενωμένη η οικογένεια τους, οδηγήθηκε εν τέλει, στο να τον εγκαταλείψει στις 21.5.
  7. Στα γεγονότα της 21.5.19 θα επανέλθουμε στη συνέχεια. Όμως αυτό το οποίο προέχει στο σημείο αυτό να επισημάνουμε είναι ότι από το

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.