← Κύπρος

Δημοκρατία ν. M.T. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2353/2023, 30/9/2024

Δημοκρατία ν. M.T. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2353/2023, 30/9/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΟΔΙΚΕΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΥΝΘΕΣΗ: N. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ. Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. Ε. Μιντή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2353/2023 Δημοκρατία v.

  1. M.T.
  2. Μ.G. Κατηγορουμένων 30 Σεπτεμβρίου 2024 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα αρχή: κ. Α. Δημοσθένους για Γενικόν Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο 1: κα Μ. Παυλίδου Κατηγορούμενος 1: παρών ΠΟΙΝΗ (Για Κατηγορούμενο 1) O Κατηγορούμενος 1 στην παρούσα υπόθεση (στο εξής «ο Κατηγορούμενος»), κρίθηκε ένοχος, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, στις επτά κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Πιο συγκεκριμένα, κρίθηκε ένοχος επί τω ότι: · Κατά την 12.09.23, ενώ ήταν απαγορευμένος μετανάστης, βρέθηκε σε χωρικά ύδατα της Δημοκρατίας, χωρίς να κατέχει σχετική άδεια[1] (κατηγορία 1). · Μετέφερε 116 πρόσωπα από το Λίβανο στην Κύπρο, δια υδάτινης οδού έναντι κομίστρου, με υπερφορτωμένο σκάφος[2] (κατηγορία 2). · Παρείχε συνδρομή σε

(116)απαγορευμένους μετανάστες να εισέλθουν παράνομα, δια θαλάσσης, στη Δημοκρατία[3] (κατηγορία 3). · Υποβοήθησε την παράνομη είσοδο 117 υπηκόων τρίτης χώρας στο έδαφος της Δημοκρατίας, συνεργώντας με άλλα πρόσωπα, άγνωστα για την κατηγορούσα αρχή, των οποίων πρόθεση και σκοπός γνώριζε πως ήταν η αποκόμιση κέρδους από την εκπλήρωση του σκοπού της παράνομης εισόδου των εν λόγω προσώπων στη Δημοκρατία[4] (κατηγορία 4). · Μεταξύ άγνωστης ημερομηνίας του μηνός Σεπτεμβρίου 2023 και 12.09.23, στη Συρία, Λίβανο και σε κυπριακά χωρικά ύδατα, συμμετείχε σε λαθρεμπόριο μεταναστών ως συνεργός[5] (κατηγορία 5). · Συμμετείχε σε εγκληματική οργάνωση, που δραστηριοποιείται στο λαθρεμπόριο μεταναστών[6] (κατηγορία 6) κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην πέμπτη κατηγορία. · Συμμετείχε σε πράξεις και απεδέχθη τη διάπραξη εγκλημάτων, τελούμενων στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, της οποίας γνώριζε τον παράνομο σκοπό και δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονταν με το λαθρεμπόριο μεταναστών[7] (κατηγορία 7). Προκειμένου να υπάρχει ολοκληρωμένη εικόνα, σημειώνουμε εδώ ότι τις τρεις πρώτες κατηγορίες αντιμετώπιζε και ο Κατηγορούμενος 2, πλην όμως η ποινική δίωξη σε σχέση με αυτές αναστάληκε, με εξαίρεση την πρώτη κατηγορία, την οποία ο εν λόγω Κατηγορούμενος 2 παραδέχθηκε και του επιβλήθηκε ποινή, πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας για τον Κατηγορούμενο 1 και αφού προηγουμένως δόθηκε προς τούτο άδεια, ενόψει εκδηλωθείσας πρόθεσης από πλευράς κατηγορούσας αρχής να καλέσει τον Κατηγορούμενο 2 ως μάρτυρα κατηγορίας, όπως και έγινε. Α. Γεγονότα Τα γεγονότα της υπόθεσης εμφαίνονται στην εκδοθείσα απόφαση και δεν χρειάζεται να επαναληφθούν στο σύνολο τους. Συνοπτικά σημειώνουμε ότι την 12.9.23 περί τις 22:05 μέλη της λιμενικής αστυνομίας, εντόπισαν ξύλινη βάρκα, 12 περίπου μέτρων, σε απόσταση δώδεκα ναυτικών μιλίων περίπου νοτιοανατολικά του Κάβο Γκρέκο[8], η οποία κινείτο προς τις ακτές της Δημοκρατίας και ήταν υπερφορτωμένη και σε εξαιρετικά επικίνδυνη κατάσταση αφού, από το βάρος της, η ίσαλος γραμμή της δεν ήταν ορατή, ενώ έγερνε δεξιά και αριστερά (προνεύσταζε) λόγω του ότι οι επιβαίνοντες μετακινούνταν. Ένεκα δε του μεγέθους της και επιπλέον του γεγονότος ότι μετέφερε πολλαπλάσιο αριθμό επιβαινόντων απ' ότι είχε τη δυνατότητα να μεταφέρει, η παραμικρή μετακίνηση των τελευταίων, είτε δεξιά είτε αριστερά, ήταν ικανή να την ανατρέψει σε δευτερόλεπτα. Κατά την προσπάθεια ανακοπής της από τη λιμενική αστυνομία η βάρκα έκανε επικίνδυνους ελιγμούς, δυσχεραίνοντας έτσι την ανακοπή της, πλην όμως εν τέλει ανακόπηκε περί τις 22:
  1. Ένεκα του ότι η κατάσταση εκτιμήθηκε από το Κέντρο Συντονισμού Έρευνας και Διάσωσης ως επικίνδυνη, την επιχείρηση ανέλαβε περαιτέρω το εν λόγω κέντρο. Ενεπλάκησαν συνολικά τέσσερις αστυνομικές άκατοι με τη βοήθεια των οποίων, κατέπλευσαν όλοι με ασφάλεια στην μαρίνα Αγίας Νάπας. Από έλεγχο που διενήργησε ο Μ.Κ.9, στη βάρκα, μετά τον απόπλου, διαπιστώθηκε ότι είχε εισρεύσει ποσότητα νερού στο εσωτερικό της, ως επίσης ότι δεν υπήρχαν καθόλου σωστικά βοηθήματα σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης. Όπως περαιτέρω διαπιστώθηκε από τον Μ.Κ.2, ο οποίος διενήργησε έλεγχο και κατέγραψε τα στοιχεία των επιβαινόντων μετά τον απόπλου, στη βάρκα επέβαιναν 118 άτομα και συγκεκριμένα 73 άντρες, 9 γυναίκες, 26 παιδιά, εκ των οποίων τα 25 ασυνόδευτα, ενώ με βάση τους Κανονισμούς του Υφυπουργείου Ναυτιλίας σ' ένα σκάφος τέτοιου μεγέθους θα μπορούσαν να επιβαίνουν περί τα 10 άτομα. Όλοι δε οι επιβαίνοντες κατάγονταν από τη Συρία και ουδείς εξ αυτών είχε άδεια μετανάστευσης και θεωρημένο διαβατήριο από τις Αρχές της Δημοκρατίας, οπόταν επρόκειτο στο σύνολο τους για απαγορευμένους μετανάστες, εν τη εννοία του Κεφ.
  2. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, η εν λόγω βάρκα με τους μετανάστες ξεκίνησε από παραλία του Λιβάνου την 11.19.23 και ο οδηγός της καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού, μέχρι και την ανακοπή της, ήταν ο Κατηγορούμενος. Αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο τελευταίος ανέλαβε την οδήγηση της βάρκας, αποτέλεσε επίσης εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Κατηγορούμενος, ο οποίος επιθυμούσε να φύγει από τη Συρία και να έρθει στην Κύπρο για να δουλέψει και να βγάλει χρήματα, προσεγγίστηκε από δύο άτομα, συριακής καταγωγής, στη Συρία, ως προς το κατά πόσο επιθυμούσε να πλοηγήσει βάρκα που θα μετέφερε μετανάστες στην Κύπρο, με αντάλλαγμα ο ίδιος να μην πληρώσει χρήματα, για να πραγματοποιήσει το ταξίδι. Αποδέχθηκε την πρόταση τους και έπειτα από δύο ημέρες, ο ένας εκ των δύο Σύριων, τον μετέφερε από το χωριό του στην πόλη Arida του Λιβάνου και από εκεί σε μια παραλία όπου βρισκόταν η βάρκα. Ανέβηκε μαζί με τον Κατηγορούμενο στη βάρκα, όπου του εξήγησε πως να την πλοηγεί, του έδωσε επίσης μια συσκευή «gps» για σκοπούς προσανατολισμού και αφού πήρε από τον Κατηγορούμενο το κινητό του τηλέφωνο και τον συμβούλευσε να πετάξει τα ταξιδιωτικά του έγγραφα για να μην μπορεί να ταυτοποιήσει την υπηκοότητα του η Αστυνομία, αποχώρησε. Οι υπόλοιποι μετανάστες είχαν μεταφερθεί από διαφορετικά μέρη, στην παραλία όπου βρισκόταν η βάρκα. Προηγουμένως, βρίσκονταν σε σπίτια και την ημέρα που θα ταξίδευαν, μεταφέρθηκαν στην παραλία. Από εκεί, περπάτησαν για λίγο στο νερό και έπειτα ανέβηκαν στην βάρκα, οπόταν ο Κατηγορούμενος ξεκίνησε να οδηγεί τη βάρκα με κατεύθυνση την Κύπρο. Ο Κατηγορούμενος δε, σύμφωνα με τις οδηγίες που του δόθηκαν στο Λίβανο, μόλις είδε το σκάφος της Αστυνομίας, πέταξε στη θάλασσα το όργανο προσανατολισμού που κρατούσε, άφησε το πηδάλιο, ενώ παράλληλα απείλησε τους επιβαίνοντες, λέγοντας τους πως θα τους έστελνε πίσω στον Λίβανο, αν ανέφεραν πως ο ίδιος ήταν ο πλοηγός. Πήγε δε και κάθισε ανάμεσα στους υπόλοιπους μετανάστες, με τη βάρκα να μένει ακυβέρνητη. Ας σημειωθεί ότι κατά τη διαδρομή τους προς την Κύπρο, επειδή η βάρκα ήταν παλιά και φορτωμένη με πολλά άτομα, σε τέσσερις διαφορετικές περιπτώσεις, έγειρε από την μια πλευρά και οι μετανάστες μετακινούνταν από την άλλη, ώστε να ισοζυγίσει και να μην ανατραπεί. Σημειώνεται περαιτέρω ότι, προκειμένου να μπορέσουν να ταξιδέψουν, οι επιβαίνοντες στη βάρκα, με εξαίρεση τον Κατηγορούμενο, πλήρωσαν σε μέλος της εγκληματικής οργάνωσης, ποσά που κυμαίνονταν μεταξύ 3000 - 3500 δολαρίων. Ήταν δε πλήρως αντιληπτό από τον Κατηγορούμενο ότι, αφενός όλα αυτά τα πρόσωπα που ανέλαβε να μεταφέρει με τη βάρκα, πέραν του ίδιου, ήταν πρόσωπα που δεν δικαιούνταν να εισέλθουν στη Δημοκρατία και δη με τον τρόπο που θα το έπρατταν, ήταν δηλαδή απαγορευμένοι μετανάστες, και αφετέρου ότι με την ενέργεια του να τους μεταφέρει, παρείχε συνδρομή προς τα πρόσωπα που υποβοηθούσαν τους ομοεθνείς του να εισέλθουν παράνομα στη Δημοκρατία με σκοπό το κέρδος, συμμετέχοντας έτσι με τις πράξεις του στην εγκληματική οργάνωση που προήγαγε το λαθρεμπόριο μεταναστών. Ως αναφέρθηκε από την κατηγορούσα αρχή, ο Κατηγορούμενος, είναι πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου. Β. Αγόρευση Μετριασμού Η συνήγορος του Κατηγορούμενου, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη το λευκό του ποινικό μητρώο, τον πρότερο έντιμο βίο του και το μεμονωμένο των πράξεων του, αλλά και τις προσωπικές του περιστάσεις, εστιάζοντας στα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζουν η γυναίκα και το ένα εκ των παιδιών του αλλά και στις οικονομικές δυσχέρειες που αντιμετωπίζει η οικογένεια του, δυσχέρειες οι οποίες αποτέλεσαν και το κίνητρο του για τη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων, στο πλαίσιο αναζήτησης καλύτερων συνθηκών ζωής και εργασίας. Ως προς τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, κάλεσε το Δικαστήριο να προσμετρήσει υπέρ του το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος έχει καταδικαστεί ως συνεργός στα αδικήματα που κρίθηκε ένοχος, ότι δεν είναι ο διοργανωτής του ταξιδιού ή ο ιθύνων νους, ούτε έλαβε χρήματα από τα πρόσωπα που οργάνωσαν το ταξίδι ή από τους επιβαίνοντες, αλλά ούτε είναι ο ιδιοκτήτης της βάρκας μήτε ήταν αυτός που αποφάσισε τον αριθμό των ατόμων που θα επιβιβάζονταν σε αυτήν. Περιπλέον, ζήτησε όπως υπό τις περιστάσεις ο ρόλος του θεωρηθεί δευτερεύων και όπως συνυπολογιστεί και το κίνητρο του καθώς και το γεγονός ότι άπαντες οι μετανάστες έφτασαν στη Δημοκρατία σώοι και ασφαλείς. Εισηγήθηκε επίσης ότι εν προκειμένω ελλείπουν επιβαρυντικοί παράγοντες αλλά και ότι έχει παραβιαστεί η αρχή της ίσης μεταχείρισης των παραβατών, ένεκα της μη δίωξης των ιθυνόντων λαθρεμπόρων, εισηγούμενη πως το στοιχείο αυτό, θα πρέπει να λειτουργήσει μετριαστικά προς την ποινή που θα επιβληθεί στον Κατηγορούμενο. Υπό το φως δε των ανωτέρω αλλά και του ότι κατά την εισήγηση της έχει εκλείψει πλέον η ανάγκη για αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές, ένεκα μείωσης των μεταναστευτικών ροών το τελευταίο διάστημα, λόγω συμφωνίας που επετεύχθη με το Λίβανο, κάλεσε το Δικαστήριο όπως θεωρήσει ότι δεν καθίσταται επιβεβλημένη η αντιμετώπιση των επίδικων αδικημάτων, ως αδικημάτων τα οποία παρουσιάζουν έξαρση και όπως επιδείξει στον Κατηγορούμενο κάθε δυνατή επιείκεια. Γ. Νομική Πτυχή Τα αδικήματα στα οποία έχει κριθεί ένοχος ο Κατηγορούμενος, είναι ιδιαίτερα σοβαρά και επισύρουν πολυετείς ποινές φυλάκισης. Συγκεκριμένα, σε ό,τι αφορά το αδίκημα της υποβοήθησης της παράνομης εισόδου στη Δημοκρατία (κατηγορία 4), που είναι και το σοβαρότερο εκ των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος προνοείται ποινή φυλάκισης μέχρι 15 έτη ή πρόστιμο μέχρι €100.000 ή και οι δύο αυτές ποινές[9]. Το δε αδίκημα της μεταφοράς προσώπων δια υδάτινης οδού έναντι κομίστρου, με υπερφορτωμένο σκάφος (κατηγορία 2), επισύρει ποινή φυλάκισης μέχρι 12 έτη ή πρόστιμο μέχρι €100.000 ή και τις δύο αυτές ποινές[10], ενώ τόσο το αδίκημα του απαγορευμένου μετανάστη όσο και αυτό της παροχής συνδρομή σε απαγορευμένο μετανάστη να εισέλθει παράνομα στη Δημοκρατία (κατηγορίες 1 και 3), τιμωρούνται αμφότερα, με ποινή φυλάκισης μέχρι 10 έτη ή πρόστιμο μέχρι €50.000 ή και με τις δύο αυτές ποινές[11]. Ποινή φυλάκισης 10 ετών προβλέπεται και για το αδίκημα της κατηγορίας 5, διαζευκτικά όμως ή σε συνδυασμό με πρόστιμο μέχρι Λ.Κ.10.000 (€17.086,00)[12]. Για το δε αδίκημα της κατηγορίας 7[13] προβλέπεται επίσης ποινή φυλάκισης μέχρι 10 έτη διαζευκτικά ή σε συνδυασμό με πρόστιμο μέχρι Λ.Κ.50.000 (€85.430.00), ενώ για το αδίκημα της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση που δραστηριοποιείται στο λαθρεμπόριο μεταναστών[14] (κατηγορία 6) προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι τρία έτη. Όπως έχει νομολογηθεί, η σοβαρότητα η οποία προσδίδεται σε κάποιο αδίκημα από τον Νομοθέτη, όπως αυτή προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά έναν από τους παράγοντες οι οποίοι συνθέτουν τη σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό είναι σημαντικό και τα Δικαστήρια οφείλουν να το λαμβάνουν υπόψιν κατά την επιμέτρηση συνεκτιμώντας το με τα γεγονότα της υπόθεσης (Βραχίμης ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Δημοκρατία ν. Λαζαρή, Ποιν. Έφ. Αρ. 25/2021, ημερ. 8.3.2022), ECLI:CY:AD:2022:D89. Αξίζει να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι οι ως άνω προβλεπόμενες ποινές σε ό,τι αφορά τη σοβαρότερη κατηγορία (κατηγορία 4) αλλά και τις κατηγορίες 1 και 3, εισήχθησαν με τον τροποποιητικό Ν.46(Ι)/2021, ο οποίος τέθηκε σ' εφαρμογή από 9.4.21 και με αυτόν οι ποινές που αρχικώς προβλέπονταν από το Κεφ. 105 για τα συγκεκριμένα αδικήματα, αυξήθηκαν σημαντικά. Πιο συγκεκριμένα εν σχέσει μ' αυτά, πριν τις 9.4.2021, η προβλεπόμενη ποινή για το αδίκημα της κατηγορίας 4 ήταν ποινή φυλάκισης μέχρι 8 έτη ή χρηματική ποινή μέχρι Λ.Κ. 20.000 ή και οι δύο αυτές ποινές, ενώ για τα αδικήματα των κατηγοριών 1 και 3, οι προβλεπόμενες ποινές ήταν ποινή φυλάκισης μέχρι 3 έτη ή χρηματική ποινή μέχρι Λ.Κ. 5.000 ή και οι δύο αυτές ποινές. Η αύξηση αυτή στις ποινές, που στην περίπτωση της κατηγορίας 4 φτάνει σχεδόν το διπλάσιο όσον αφορά την ποινή φυλάκισης και το πρόστιμο και στις κατηγορίες 1 και 3 ξεπερνά το τριπλάσιο καθ' όσον αφορά την ποινή φυλάκισης και το πενταπλάσιο καθ' όσον αφορά τη χρηματική ποινή, υποδηλώνει, αφενός την αυξανόμενη ανησυχία του νομοθέτη καθώς και της κοινωνίας εν σχέσει με τα αδικήματα αυτά και αφετέρου καταδεικνύει την ανάγκη για αυστηρότερη μεταχείριση των αδικοπραγούντων με σκοπό την πάταξη των εν λόγω αδικημάτων. Ανάγκη η οποία επιβάλλεται ενόψει και της ανησυχητικής συχνότητας με την οποία διαπράττονται τα αδικήματα αυτά, ζήτημα σε σχέση με το οποίο αντλούμε δικαστική γνώση από τον αριθμό υποθέσεων αυτής της φύσεως που άγονται ενώπιον μας. Επί τούτου οφείλουμε να σημειώσουμε πως, δεν αποτελεί καθόλου υπερβολή να λεχθεί ότι το παρόν Δικαστήριο, επιλαμβάνεται τέτοιων υποθέσεων επί εβδομαδιαίας βάσης. Αξίζει δε να σημειωθεί παρενθετικά, ότι σήμερα το Δικαστήριο θα επιβάλει ποινή σε τρεις υποθέσεις αυτής της φύσεως, ενώ έχει επιληφθεί και τέταρτης υπόθεσης, της ίδιας και πάλιν φύσεως που ήταν ορισμένη για ακρόαση. Αυτή ακριβώς η παράμετρος, της συχνότητας δηλαδή με την οποία διαπράττονται αυτής της φύσεως αδικήματα καθώς επίσης και η εγγενής σοβαρότητα που ενέχουν, ένεκα της φύσης τους αλλά και των σοβαρών προεκτάσεων και επιπτώσεων που προκαλεί η επαναλαμβανόμενη διάπραξη τους, αναδείχθηκαν πολύ πρόσφατα στην Γενικός Εισαγγελέας v Ali Terzelaki, κ.α, Ποιν. Εφ.6/23 κ.α., ημερ.4.6.24[15], όπου με αναφορά και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Khabeer Khan, Ποιν. Έφεση 123/2023, ημερ. 15.9.23[16], τονίστηκε για άλλη μια φορά, ότι αδικήματα που σχετίζονται με παράνομη είσοδο, διέλευση και παραμονή στη Δημοκρατία παρουσιάζουν αύξηση, γεγονός που επιβάλλει την αυστηρή αντιμετώπιση τους. Επίσης, με αναφορά στην El Feky v Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 166 και στην Γενικός Εισαγγελέας v Ευαγόρου
(2001)2 ΑΑΔ 285, υπογραμμίστηκε ότι λόγω του μεγέθους του προβλήματος, καθοριστικός παράγοντας στην επιμέτρηση της ποινής είναι η αποτροπή και παράλληλα επισημάνθηκαν και οι σοβαρές συνέπειες που προκαλούνται στην αγορά εργασίας και την κοινωνική και οικονομική ζωή του τόπου από αδικήματα που σχετίζονται με παράνομη μετανάστευση. Μάλιστα έγινε ιδιαίτερη μνεία και στην Οδηγία του Συμβουλίου της Ευρώπης Αρ. EC2002/90, ημερ. 28.11.02, όπου αναφέρεται πως: «Ένας από τους στόχους της Ευρωπαικής Ένωσης είναι η προοδευτική εγκαθίδρυση ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, η οποία συνεπάγεται ιδίως την καταπολέμηση της παράνομης μετανάστευσης». Σε σχέση με το ζήτημα της συχνότητας με την οποία διαπράττονται αυτής της φύσεως αδικήματα και της εγγενούς σοβαρότητας που αυτά ενέχουν, αλλά και για την ανάγκη αυστηρής αντιμετώπισης τους, στην πρόσφατη υπόθεση Khabeer Khan (ανωτέρω), λέχθηκαν συγκεκριμένα και τα εξής: «Τα αδικήματα τα οποία έχει παραδεχθεί ο Εφεσίβλητος αναμφίβολα εντάσσονται στη γενικότερη κατηγορία αδικημάτων τα οποία σχετίζονται με την παράνομη είσοδο, παράνομη διέλευση και παράνομη παραμονή στη Δημοκρατία. Ασφαλώς και λαμβάνεται δικαστική γνώση για τη διαρκώς αυξανόμενη συχνότητα με την οποία τέτοιου είδους υποθέσεις παρουσιάζονται ενώπιον των δικαστηρίων, στοιχείο το οποίο επιβάλλει την αυστηρή αντιμετώπισή τους με στόχευση την ειδική (σε κατάλληλες περιπτώσεις) αλλά και πρωτίστως τη γενική πρόληψη και αποτροπή διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων από μελλοντικούς επίδοξους παραβάτες. Ήταν ακριβώς εντός αυτών των παραμέτρων που από το 2004 το Εφετείο, δίδοντας τις κατευθυντήριες γραμμές υιοθέτησε στην υπόθεση Tabrizi v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 421 την πιο κάτω προσέγγιση: «Αδικήματα που αφορούν την παράνομη είσοδο και παραμονή αλλοδαπών στην Κύπρο ή που σχετίζονται με τέτοια αδικήματα αντιμετωπίζονται ως σοβαρά. Έχει επισημανθεί στην σχετική νομολογία ότι τόσο η παράνομη είσοδος στο έδαφος της Δημοκρατίας όσο και η παράνομη παραμονή προσώπων που εισήλθαν αρχικά νόμιμα έχει φθάσει σε τέτοια επίπεδα που δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα κοινωνικής και οικονομικής φύσεως αλλά και προβλήματα αστυνόμευσης. Ακόμα ότι η Κύπρος είναι φιλόξενη χώρα αλλά ο καθένας που επιθυμεί να ζήσει εδώ οφείλει να συμμορφώνεται με τους Νόμους και τους Κανονισμούς της χώρας αυτής. Όπου ένα αδίκημα είναι από τη φύση του σοβαρό ή όπου διαπράττεται με μεγάλη συχνότητα δικαιολογείται η αντιμετώπιση του με ποινές αποτρεπτικού χαρακτήρα έτσι που πέραν από την τιμωρία του κατηγορουμένου να εξυπηρετείται και ο στόχος της αποτροπής διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων στο μέλλον είτε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο είτε από άλλα πρόσωπα.» » Επομένως ό,τι προκύπτει από τα ανωτέρω είναι κατ' αρχάς, ότι από παλαιά τα δικαστήρια υπέδειξαν την ανάγκη αντιμετώπισης με αυστηρότητα των αδικημάτων που σχετίζονται με παράνομη είσοδο και παραμονή αλλοδαπών. Οι παραπάνω διαπιστώσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Tabrizi (ανωτέρω), οι οποίες υιοθετήθηκαν από το Εφετείο στην Khabeer Khan (ανωτέρω) αλλά και στην ακόμα πιο πρόσφατη απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ali Terzelaki (ανωτέρω), επιβεβαιώνουν το γεγονός ότι παρά την παρέλευση 20 ετών από τον χρόνο που αποφασίστηκε η Tabrizi (ανωτέρω), συνεχίζουν δυστυχώς, να είναι επίκαιρες ακόμα και σήμερα. Ίσως και περισσότερο, θα λέγαμε, δεδομένου του ότι η Δημοκρατία, ως μέλος (πλέον) της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καλείται να επωμιστεί, λόγω των μεγάλων μεταναστευτικών ροών που παρατηρούνται, ένα δυσβάστακτο κοινωνικοοικονομικό βάρος, αν αναλογιστεί κανείς το μέγεθος της χώρας μας, σε συνάρτηση με τον όγκο των μεταναστών που δέχεται. Οι κίνδυνοι επομένως που ελλοχεύουν σε πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο, από τη διάπραξη αδικημάτων που σχετίζονται με την παράνομη μετανάστευση, είναι στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο, ώστε η ποινή που θα επιβληθεί τελικώς, ν' αντικατοπτρίζει επαρκώς τη σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων, αλλά και να στέλνει τα ανάλογα μηνύματα σε μια προσπάθεια αποτροπής νέων επίδοξων παραβατών (βλ. και Deveci ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ 80). Δεν μας διαφεύγει βέβαια ότι αποτέλεσε εισήγηση της υπεράσπισης ότι έχει εκλείψει σήμερα η ανάγκη για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών ενόψει της αλλαγής δεδομένων, κατ' επίκλησιν συμφωνίας που επήλθε μεταξύ Κύπρου και Λιβάνου αλλά και του ότι αποτελεί δικαστική γνώση ότι δεν καταχωρούνται πλέον νέες υποθέσεις για αυτού του είδους τα αδικήματα. Επί τούτου πρέπει κατ' αρχάς να σημειωθεί πως δεν έχουν δοθεί οποιεσδήποτε λεπτομέρειες της επικαλούμενης συμφωνίας, οι οποίες να είναι ικανές να εντάξουν το ζήτημα στη σφαίρα της δικαστικής γνώσης, από τη στιγμή μάλιστα που η σχετική εισήγηση δεν ήταν αποδεκτή από την κατηγορούσα αρχή. Πέραν τούτου και εις απάντηση της σχετικής εισήγησης παραπέμπουμε και στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Ποινικού Εφετείου της χώρας μας στην υπόθεση Terzelaki (ανωτέρω), ημερ. 4.6.24, όπου ως υποδείξαμε, επαναλήφθηκε με εμφαντικό τρόπο η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε αυτής της φύσεως αδικήματα, ένεκα ακριβώς της έξαρσης που παρατηρείται στη διάπραξη τους. Εξ ου και στην εν λόγω υπόθεση το Εφετείο προχώρησε σε σημαντική αύξηση των πρωτοδίκως επιβληθεισών ποινών. Ανασκόπηση της νομολογίας εν σχέσει με υποθέσεις που σχετίζονται με την υποβοήθηση της παράνομης μετανάστευσης, την παράνομη είσοδο, διέλευση και παράνομη παραμονή στο έδαφος της Δημοκρατίας, επιβεβαιώνει την αυξανόμενη αυστηρότητα με την οποία αντιμετωπίζονται αδικήματα αυτής της φύσεως, σε μια προσπάθεια αναχαίτισης του σοβαρού αυτού φαινομένου που, δυστυχώς, παρουσιάζει συνεχώς αυξητική τάση. Στην υπόθεση Deveci (ανωτέρω), μετά από άμεση παραδοχή, ο Κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν νεαρό πρόσωπο (20 ετών) με λευκό ποινικό μητρώο, καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 2 ετών, για το αδίκημα της υποβοήθησης διέλευσης υπηκόων τρίτης χώρας από το έδαφος της Δημοκρατίας, έναντι αμοιβής, κατά παράβαση του άρθρου 19A του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105. Τότε, με τον τροποποιητικό Νόμο 8(I)/2007, προβλεπόταν ποινή φυλάκισης μέχρι 8 έτη ή χρηματική ποινή μέχρι €34.172 ή και οι δύο αυτές ποινές. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε μεν αυστηρή την επιβληθείσα ποινή, όχι όμως υπερβολική, ενόψει της προεξάρχουσας ανάγκης για αποτροπή αδικημάτων, της φύσης που αντιμετώπιζε ο Κατηγορούμενος και που σχετίζονταν με την ευρύτερη κατηγορία αδικημάτων που σχετίζονταν με παράνοµη είσοδο, παράνοµη διέλευση και παράνοµη παραµονή στη Δηµοκρατία. Στην υπόθεση Rasit Henver κ.α. ν. Αστυνοµίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 515, ο κατηγορούμενος 1 κατ΄ εντολήν του κατηγορούμενου 2 παρέλαβε τέσσερις Ιρακινούς από την κατεχόμενη Αμμόχωστο για να τους μεταφέρει στη Λάρνακα, έναντι οικονομικού οφέλους και για τους δύο εμπλεκόμενους, από την όλη συναλλαγή. Μετά από ακρόαση επιβλήθηκαν στον μεν πρώτο συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 12 μηνών σε κάθε μια από τις κατηγορίες του λαθρεμπορίου μεταναστών και της υποβοήθησης υπηκόων τρίτης χώρας να παραμείνουν στη Δημοκρατία με σκοπό την αποκόμιση κέρδους και 6 μηνών στην κατηγορία της απόπειρας παροχής βοήθειας σε υπηκόους τρίτης χώρας να παραμείνουν στη Δημοκρατία ενώ στον δεύτερο συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 18 μηνών και 12 μηνών στις αντίστοιχες κατηγορίες. Το Εφετείο επικύρωσε τις ποινές ως ορθές και δίκαιες, τονίζοντας την προβλεπόμενη, τότε, 8ετή ποινή φυλάκιση. Στην υπόθεση Ghouneym v. Αστυνοµίας
(2016)2 Α.Α.Δ. 576, είχε επιβληθεί στον Κατηγορούμενο, ποινή φυλάκισης 9 μηνών, για το αδίκημα της, (χωρίς όφελος) υποβοήθησης διέλευσης αλλοδαπής προς την Αγγλία. Το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε, πως παρά το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου, την άμεση παραδοχή του αλλά και το γεγονός ότι δεν είχε οποιοδήποτε οικονομικό όφελος από τη διάπραξη των αδικημάτων που αντιμετώπιζε, η ποινή ήταν ορθή και ισορροπημένη, ενόψει των εγγενών κινδύνων που προκύπτουν σε σχέση µε την κοινωνική και οικονομική ευημερία του τόπου. Συγκεκριμένα, το Ανώτατο Δικαστήριο, τόνισε τα εξής τα οποία έχουν, κατ' αναλογία, εφαρμογή και στην παρούσα: «Η απαξίωση ενέργειας που αφορά υποβοήθηση τρίτων προσώπων για διέλευση από το έδαφος της Δηµοκρατίας άµεσα σχετίζεται µε την ανάγκη διαφύλαξης της δηµόσιας ασφάλειας, ενός αγαθού ιδιαίτερα πολύτιµου που εν πολλοίς συναρτάται µε την ίδια την ύπαρξη του κράτους, εξ ου και η αυστηρή προνοούµενη ποινή των 8 ετών φυλάκισης». Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Khabeer Khan, (ανωτέρω), το Εφετείο αποδεχόμενο την έφεση που ασκήθηκε από το Γενικό Εισαγγελέα, αύξησε την ποινή φυλάκισης που είχε επιβληθεί στον Κατηγορούμενο, στο αδίκημα της υποβοήθησης παράνομου αλλοδαπού να παραμείνει στο έδαφος της Δημοκρατίας έναντι αμοιβής, κατά παράβαση του άρθρου 19Α
(2)του Κεφ. 105, από 18 μήνες σε 3 έτη, εστιάζοντας στη συχνότητα διάπραξης των αδικημάτων αυτής της φύσεως, στην εγγενή σοβαρότητα τους και ιδιαίτερα στο γεγονός πως για τα εν λόγω αδικήματα η προβλεπόμενη ποινή, κατόπιν εκ νέου θεώρησης (αύξησης) της ήταν φυλάκιση μέχρι 15 χρόνια ή χρηματική ποινή μέχρι €150.000 ή και οι δύο αυτές ποινές, στοιχείο που συνηγορούσε στην πρόσδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στις επιβληθείσες ποινές. Παράλληλα συνεκτίμησε πως παρόλο που δεν υπήρξε «εγκληματική οργάνωση» εν τη εννοία που έχει ο σχετικός όρος στο εδάφιο
(3)του Άρθρου 19Α, εντούτοις υπήρξε μια τριμελής συνωμοτική ομάδα η οποία, ως προέκυπτε από τα γεγονότα, έδρασε βάσει σχεδίου, προγραμματισμού, συνεννόησης και έναντι αμοιβής όχι σε μια αλλά σε δυο περιπτώσεις για την υποβοήθηση, πέντε συνολικά αλλοδαπών. Σημειώνεται δε πως ο Κατηγορούμενος ήταν νεαρό πρόσωπο ηλικίας (23 ετών), με λευκό ποινικό µητρώο του, και παραδέχθηκε τις κατηγορίες ενώ επιπρόσθετα πιστώθηκαν στον Κατηγορούμενο τόσο οι δύσκολες προσωπικές του περιστάσεις όσο και το ότι ήταν ο µόνος ο οποίος εν τέλει τιµωρήθηκε, αφού τα άλλα δυο µέλη της συνωµοτικής οµάδας δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστούν (χωρίς ευθύνη των διωκτικών αρχών). Στην δε πολύ πρόσφατη απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ali Terzelaki (ανωτέρω), το Εφετείο τονίζοντας τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν σε σχέση με τη σοβαρότητα αδικημάτων αυτής της φύσεως, αύξησε τις πρωτοδίκως επιβληθείσες ποινές φυλάκισης 2,5 και 3,5 ετών, στις κατηγορίες απαγορευμένου μετανάστη[17] και μεταφοράς προσώπων δια της υδάτινης οδού με υπερφορτωμένο σκάφος[18], σε 4 και 5 έτη αντίστοιχα. Οι εφεσίβλητοι ήταν λευκού ποινικού μητρώου και το Εφετείο έλαβε υπόψιν το γεγονός ότι από τις ενέργειες των Κατηγορούμενων, διακινδύνεψε η ζωή άλλων 56 ατόμων (πέραν των ίδιων των Κατηγορούμενων) από το εγχείρημα να τους μεταφέρουν με ένα άκρως επικίνδυνο σκάφος, το οποίο εν τέλει βυθίστηκε, υιοθετώντας την προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι από τα γεγονότα αναδυόταν, το στοιχείο της οργανωμένης δράσης, παράγοντας που συνυπολογίστηκε ως επιβαρυντικός, μεταξύ άλλων. Έχοντας αναφερθεί στην ανωτέρω νομολογία, τονίζουμε βεβαίως ότι έχουμε κατά νου, κατ' αρχάς, πως στις υποθέσεις Deveci και Ghouneym, οι οποίες αφορούσαν αμφότερες, μεταξύ άλλων, το αδίκημα της υποβοήθησης διέλευσης υπηκόων τρίτης χώρας από το έδαφος της Δημοκρατίας, κατά παράβαση του άρθρου 19Α
(1)του Κεφ.105[19], το στοιχείο της αποκόμισης κέρδους δεν αποτελούσε τότε συστατικό στοιχείο του αδικήματος[20]. Τούτου λεχθέντος, επισημαίνουμε βέβαια πως στην πρώτη υπόθεση, λήφθηκε υπόψη ότι ο Κατηγορούμενος είχε αναλάβει το παράνομο εγχείρημα έναντι αμοιβής, όμως τούτο αποτελούσε ένα στοιχείο που λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των περιστάσεων διάπραξης των αδικημάτων και όχι επειδή αποτελούσε συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Το ουσιαστικότερο βεβαίως που έχουμε κατά νου είναι η διαφοροποίηση στο νομοθετικό πλαίσιο που ίσχυε σε σχέση με την (τότε) προβλεπόμενη ποινή στην κάθε περίπτωση, η οποία δια του τροποποιητικού Ν.46(Ι)/21, έχει αυξηθεί, τόσο σε ό,τι αφορά τα αδικήματα του άρθρου 19Α όσο και των άρθρων 19
(2)και 19
(1)(ζ), ως ανωτέρω έχει αναφερθεί. Στρεφόμενοι τώρα στην παρούσα και έχοντας πάντα κατά νουν ότι στη σοβαρότερη εκ των κατηγοριών (δηλαδή στην 4η), ο Κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος ως συνεργός, στη βάση του άρθρου 20 του Κεφ.154, σημειώνουμε πως ό,τι αναδύεται από τις ενέργειες του Κατηγορούμενου, ως τα ευρήματα του Δικαστηρίου, είναι κατ' αρχάς η επιλογή του να συνδράμει στο έργο εγκληματικής οργάνωσης που υποβοηθούσε απαγορευμένους μετανάστες να εισέλθουν παράνομα στην Κύπρο, με σκοπό το κέρδος υποβοηθώντας με τη συμμετοχή του στην προαγωγή και εν τέλει στην ολοκλήρωση του σκοπού των εν λόγω προσώπων, που δεν ήταν άλλος βέβαια από το λαθρεμπόριο μεταναστών έναντι αμοιβής, αφού ως λέχθηκε, οι επιβαίνοντες, με εξαίρεση τον Κατηγορούμενο, κατέβαλαν περί τα 3.000-3.500 δολάρια έκαστος για τη μεταφορά τους. Δεν διαλανθάνει την προσοχή μας, το γεγονός, που τόνισε και η συνήγορος του Κατηγορούμενου, ότι δηλαδή ο ίδιος δεν ήταν λήπτης, έστω μέρους από τα χρήματα αυτά που πλήρωναν οι επιβαίνοντες, ούτε ο ιθύνων νους που διοργάνωσε το ταξίδι αλλά ούτε και ο ιδιοκτήτης της βάρκας. Παρά ταύτα όμως, θεωρούμε πως τούτα δεν δύνανται επ' ουδενί να μειώσουν τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς του, αφού ό,τι προκύπτει από τα γεγονότα είναι πως συμφώνησε να βοηθήσει την εν λόγω εγκληματική ομάδα στο παράνομο έργο της, πλοηγώντας τη βάρκα από το Λίβανο στην Κύπρο, λαμβάνοντας ως αντάλλαγμα ουσιαστικά, τη μη καταβολή του κομίστρου που υπό διαφορετικές συνθήκες, θα έπρεπε να καταβάλει για να διανύσει το ταξίδι. Αυτό ακριβώς το αντάλλαγμα που είχε λάβει με την προαναφερθείσα έννοια, εντείνει τη σοβαρότητα της παρούσας, εντός των πλαισίων της. Ο ρόλος του επομένως δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως ουσιαστικός, αφού είναι προφανές ότι χωρίς την αποδοχή από πλευράς του να πλοηγήσει τη βάρκα, το όλο εγχείρημα δεν θα μπορούσε να περατωθεί. Συναφώς, η εισήγηση της υπεράσπισης ότι ο ρόλος του ήταν δευτερεύων δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, παρά μόνον ίσως εν συγκρίσει με τους διοργανωτές, αφού κατά τα λοιπά, ως εξηγήθηκε, ο ρόλος του ήταν καθοριστικός για την αποπεράτωση του όλου εγχειρήματος, το οποίο ενορχηστρώθηκε από εγκληματική ομάδα, στην οποία συμμετείχε ενεργά και την οποία ενσυνείδητα επέλεξε να βοηθήσει. Στα πιο πάνω, θα πρέπει να προστεθεί και το ότι έδρασε βάσει σχεδίου και προγραμματισμού, αφού σύμφωνα με τα γεγονότα προκύπτει πως βάσει της συνεννόησης που υπήρξε, o Κατηγορούμενος μεταφέρθηκε από το χωριό του στην πόλη απ' όπου το ταξίδι θα ξεκινούσε, την προηγουμένη ημέρα, ενώ τη μέρα του ταξιδιού ανέβηκε πρώτος στη βάρκα για να λάβει οδηγίες και σύστημα πλοήγησης, πέταξε τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και παρέδωσε το κινητό του τηλέφωνο, προφανώς για να μην μπορούν να εξασφαλιστούν, στοιχεία ταυτοποίησης του ιδίου, ή μελών της εγκληματικής οργάνωσης στην οποία συμμετείχε. Επιπρόσθετα, πλοήγησε αδιάλειπτα τη βάρκα μέχρι να φτάσουν στην Κύπρο και απείλησε τους επιβαίνοντες, όταν έγινε αντιληπτό ότι την βάρκα προσέγγιζε η Λιμενική Αστυνομία. Όπως αναφέρεται και στην απόφαση μας, τούτο το γεγονός δείχνει ξεκάθαρα την συνειδητή επιλογή του να λειτουργήσει στο πλαίσιο της διευθέτησης που είχε γίνει και των οδηγιών που έλαβε, εξ ου και μόλις είδε το σκάφος της Αστυνομίας πέταξε την πυξίδα που κρατούσε. Οι δε ενέργειες του, ως έχει ήδη αναφερθεί, δεν έγιναν αφιλοκερδώς αλλά έναντι του ανταλλάγματος που αναφέρθηκε αμέσως πιο πάνω. Πέραν των ανωτέρω, τη σοβαρότητα της υπόθεσης εντείνει έτι περαιτέρω, αφενός, ο πολύ μεγάλος αριθμός των προσώπων που μετέφερε, ήτοι 117 στο σύνολο, εκ των οποίων 26 παιδιά, τα 25 εκ των οποίων ήταν ασυνόδευτα και αφετέρου ο προφανής κίνδυνος που διέτρεξαν οι εν λόγω επιβαίνοντες ως εκ του εγχειρήματος που ο ίδιος ανέλαβε. Και τούτο εφόσον η βάρκα ήταν υπερφορτωμένη[21] και συνεπεία τούτου το βάρος της ήταν ιδιαίτερα αυξημένο, με αποτέλεσμα να ελλόχευε πραγματικός κίνδυνος να βυθιστεί, για τους λόγους που με λεπτομέρεια εξηγήσαμε στην απόφαση μας. Θεωρούμε πως δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση για να πεισθεί κάποιος για τη δυσκολία κυρίως των παιδιών, όταν μάλιστα υπήρχε και μεγάλος αριθμός ασυνόδευτων, ν' ανταπεξέλθουν εάν βρίσκονταν ξαφνικά μέσα στη θάλασσα, στη μέση του πουθενά. Και προσθέτουμε, καταλήγοντας επί του συγκεκριμένου ζητήματος, εν συνεχεία των όσων αναφέρονται ανωτέρω αλλά και των ευρημάτων στην απόφαση μας, ότι υπό τις περιστάσεις, στην προκειμένη περίπτωση είναι από τύχη ουσιαστικά που δεν υπήρξαν θύματα και δεν έγινε η θάλασσα, ο υγρός τους τάφος. Δεν διέλαθε βεβαίως την προσοχή μας ότι ο Κατηγορούμενος δεν προέβη στην επιλογή της βάρκας, ούτε βεβαίως αποφάσισε τον αριθμό των επιβαινόντων. Όμως δεν θεωρούμε πως μ' αυτά μειώνεται η σοβαρότητα της συμπεριφοράς του. Διότι με βάση την απόφαση μας, δεν προκύπτει απλά ως ένα γεγονός η πλοήγηση μιας υπερφορτωμένης βάρκας, αλλά αποτελεί συμπέρασμα μας πως ο Κατηγορούμενος εν γνώσει του μετέφερε δια θαλάσσης σχεδόν δεκαπλάσιο αριθμό επιβατών απ' ότι είχε τη δυνατότητα, με ανασφαλές, λόγω υπερφόρτωσης, σκάφος, έναντι κομίστρου, εξ ου και κρίθηκε ένοχος στην 2η κατηγορία. Ως προς την εισήγηση ότι δεν συντρέχουν επιβαρυντικοί παράγοντες, σημειώνουμε ότι στην πρόσφατη απόφαση Ali Terzelaki (ανωτέρω), αναφέρθηκαν τα εξής: «Χρήσιμα είναι τα όσα καταγράφονται στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice του 2024 στο Μέρος Β, Ενότητα Β22.51 με τίτλο «Modern Slavery, Trafficking and Immigration Offences, Facilitating Unlawful Immigration» αναφορικά με το τι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ως επιβαρυντικό κατά την επιμέτρηση ποινής σε τέτοιας φύσης αδικήματα: «Le and Stark [1999] 1 Cr App R (S) 422 provides an important guideline judgment in relation to the previous s. 25
(1)(
  1. a)offence of 'assisting illegal entry' into the UK. At that stage, the maximum sentence was one of seven years. Lord Bingham CJ stated (at p. 425): 'The offence is one which calls very often for deterrent sentences and as the statistics make plain, the problem of illegal entry is on the increase.' The Court of Appeal indicated that the appropriate penalty for all but the most minor offences would be one of immediate custody. The offence would be aggravated where: · (
  2. a)the offence had been repeated, · (
  3. b)it was committed for financial gain, · (
  4. c)the illegal entry was facilitated for strangers as opposed to a spouse or a close family member, · (
  5. d)in cases of conspiracy, the offence had been committed over a period, · (
  6. e)there had been a high degree of planning, organisation and sophistication, · (
  7. f)D had played a prominent role or · (
  8. g)the offence was committed in relation to a large number of illegal entrants». » (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου) Ως εκ των ανωτέρω, σε αντίθεση με την εισήγηση της υπεράσπισης ότι εν προκειμένω δεν συντρέχουν επιβαρυντικοί παράγοντες, σε σχέση με το σοβαρότερο αδίκημα της υποβοήθησης παράνομης εισόδου (κατηγορία 4), σημειώνουμε πως είναι κατά την κρίση μας σαφές ότι εντοπίζονται αρκετά εκ των πιο πάνω επιβαρυντικών στοιχείων. Κατ' αρχάς, τα γεγονότα καταδεικνύουν αναμφίβολα το στοιχείο της οργανωμένης δράσης. Η μεταφορά των μεταναστών από τη Συρία στο Λίβανο, η παραμονή τους σε σπίτι για κάποιες μέρες, η μεταφορά με αυτοκίνητα στην παραλία και ακολούθως η μεταφορά όλων των επιβαινόντων στη βάρκα καθώς και η μεταφορά του Κατηγορούμενου προ των υπολοίπων, η παροχή οδηγιών προς αυτόν ως προαναφέρθηκε καθώς και οργάνου προσανατολισμού, σαφώς επιβεβαιώνουν του λόγου το αληθές και τον μεγάλου βαθμού σχεδιασμό και οργάνωση που χρειάστηκε για να πραγματοποιηθεί το παράνομο εγχείρημα, στο οποίο συνέδραμε συνειδητά ο Κατηγορούμενος. Από εκεί και πέρα, το αδίκημα, αφορούσε στην μεταφορά μεγάλου αριθμού (συγκεκριμένα 117), αγνώστων προς τον Κατηγορούμενο, προσώπων. Ο Κατηγορούμενος δε, ενεργούσε ως πηδαλιούχος της βάρκας, ρόλος ο οποίος θεωρήθηκε ουσιαστικός, προσμετρώντας επιβαρυντικά και στην Ali Terzelaki (ανωτέρω). Παρεμβάλλουμε εδώ ότι αναφορικά με την ύπαρξη οικονομικού οφέλους και παρά τη διαπίστωση μας ότι υπήρξε τέτοιο, εντούτοις δεν το προσμετρούμε ως επιβαρυντικό στοιχείο στην προκειμένη περίπτωση και τούτο επειδή το οικονομικό όφελος αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος της τέταρτης κατηγορίας, σε αντίθεση με την περίπτωση της υπόθεσης Le and Stark, η οποία μνημονεύεται στην Ali Terzelaki (ανωτέρω), όπου το αδίκημα με το οποίο ασχολήθηκε δεν απαιτεί την απόδειξη οικονομικού οφέλους. Πέραν των ανωτέρω και δυνάμει του άρθρου 19Α
(3)(α) του Κεφ.105[22], λαμβάνουμε ως επιπρόσθετο επιβαρυντικό στοιχείο σε σχέση με το αδίκημα της τέταρτης κατηγορίας που εδράζεται στο άρθρο 19Α
(1)του Κεφ. 105, το ότι το αδίκηµα διαπράχθηκε στο πλαίσιο της δράσης εγκληµατικής οργάνωσης, κατά την έννοια του άρθρου 63Β του Ποινικού Κώδικα. Προς τούτο αρκούμαστε να επισημάνουμε ότι ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος στην έβδομη κατηγορία που αφορά το αδίκημα του άρθρου 63Β
(1)(α). Περαιτέρω λαμβάνουμε υπόψη δυνάμει του άρθρου 19Α
(3)(β), ότι η διάπραξη του αδικήµατος, έθεσε αναμφίβολα σε κίνδυνο τη ζωή των υπηκόων τρίτων χωρών, με τον τρόπο που πιο πάνω έχει επεξηγηθεί. Το γεγονός ότι οι μετανάστες έφτασαν εν τέλει με ασφάλεια στην Μαρίνα Αγίας Νάπας, με τη βοήθεια και συνοδεία της Λιμενικής Αστυνομίας, δεν μπορεί από μόνο του να διαγράψει το εύρημα του Δικαστηρίου, ότι κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, οι μετανάστες διέτρεξαν σοβαρότατο κίνδυνο. Ενδεικτικό τούτου είναι το γεγονός ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία σε τέσσερις τουλάχιστον, διαφορετικές περιπτώσεις, η βάρκα, κινδύνευσε με ανατροπή. Με ό,τι τούτο θα συνεπαγόταν, για την ασφάλεια και σωματική ακεραιότητα όλων των επιβαινόντων, ανηλίκων και ενηλίκων. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, δεν μας διαφεύγει βεβαίως πως σκοπός της μετανάστευσης του Κατηγορούμενου, ήταν η αναζήτηση καλύτερων συνθηκών διαβίωσης. Παρόλη όμως την κατανόηση του Δικαστηρίου στις δυσκολίες αλλά και τα κοινωνικοοικονομικά προβλήματα που δυστυχώς αντιμετώπισε στη ζωή του ο Κατηγορούμενος και συνεχίζει να αντιμετωπίζει, οφείλουμε να σημειώσουμε πως τούτα δεν δύνανται να μειώσουν τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε, αφού ως έχει καλώς νομολογηθεί αν τα οικονομικά προβλήματα, συνδεόμενα και με άλλα προβλήματα ευρύτερα, οικογενειακά ή άλλα, μπορούσαν να δικαιολογήσουν την παρανομία, αυτό θα ήταν η οριστική κατάρρευση κάθε ηθικής αρχής αλλά και κάθε αρχής τάξης και δικαίου[23]. Επί τούτου, ό,τι άλλο οφείλουμε να σημειώσουμε, είναι η διαφωνία μας με την εισήγηση της υπεράσπισης, ότι οι οικονομικές αντιξοότητες που βιώνει η οικογένεια του Κατηγορούμενου, λόγω της απουσίας του, συνιστούν είδος εξωδικαστηριακής τιμωρίας, το οποίο θα πρέπει να ληφθεί υπόψη, ως μετριαστικός παράγοντας. Σημειώνουμε κατ' αρχάς ότι πράγματι, σύμφωνα με τη νομολογία το στοιχείο της εξωδικαστηριακής τιμωρίας, αποτελεί παράγοντα μετριαστικό της ποινής. Τέτοιο όμως στοιχείο εγείρεται στις περιπτώσεις όπου αυτή καθ' εαυτή η διάπραξη ενός αδικήματος επιφέρει, άνευ ετέρου, στον δράστη άμεσες και σοβαρές ζημιογόνες συνέπειες (βλ. Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14, Polycarpou v. The Police
(1970)2 C.L.R. 111 και Πετρίδης ν. Αστυνομίας
(2016)2(A) Α.Α.Δ. 44). Στην προκειμένη, οι συνέπειες που θα έχει ο Κατηγορούμενος, τις οποίες επικαλείται η συνήγορος του, δεν είναι κατά την κρίση μας τέτοιου είδους ώστε να μπορούν να θεωρηθούν και να ληφθούν υπόψη ως «εξωδικαστηριακή τιμωρία». Λαμβάνονται όμως υπόψη ως συνέπειες που συνακόλουθα, θα υποστεί ο Κατηγορούμενος ως αποτέλεσμα ενδεχόμενης επιβολής σε αυτόν ποινής φυλάκισης. Παρά τα πιο πάνω και παρά την προηγουμένως διαπιστωθείσα σοβαρότητα των αδικημάτων και την παράλληλη ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση των παραβατών, δεν μεταβάλλεται επ' ουδενί, το καθήκον του Δικαστηρίου, προς εξατομίκευση της ποινής, κατά τρόπο που τελικώς να αρμόζει στις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και στις περιστάσεις του Κατηγορούμενου, έτσι που να μην συνιστά για αυτόν απλώς μια τιμωρία. Στο πλαίσιο αυτό λαμβάνουμε υπόψιν ως ελαφρυντικά τα εξής: - Tο λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου και τον πρότερο έντιμο βίο του, τα οποία μας επιτρέπουν ν' αποδεχθούμε την εισήγηση, ότι η συμπεριφορά που επέδειξε ήταν μεμονωμένη και όχι συστηματική. - Όσον αφορά στις περιστάσεις διάπραξης και δη στο κίνητρο του Κατηγορούμενου για τη διάπραξη, που αφορούσε στην αναζήτηση καλύτερων συνθηκών διαβίωσης, ένεκα των δύσκολων οικονομικών και προσωπικών του περιστάσεων έχει ήδη γίνει αναφορά πιο πάνω, όπως επίσης και στο γεγονός ότι δεν ήταν εκ των διοργανωτών του ταξιδιού ή ο ιθύνων νους, ούτε ιδιοκτήτης της βάρκας. - Πέραν των πιο πάνω, λαμβάνουμε υπόψη και τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου, όπως αυτές αναλύθηκαν από τη συνήγορο του, με αναφορά και στις Εκθέσεις των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, τις οποίες η συνήγορος υπεράσπισης του υιοθέτησε. Συγκεκριμένα, λαμβάνουμε υπόψη ότι ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 40 ετών, κατάγεται από τη Συρία και διέμενε τα τελευαία 10 έτη στον Λίβανο, μαζί με την οικογένεια του. Ο ηλικιωμένος πατέρας του εργαζόταν στα χωράφια και η μητέρα του είναι οικοκυρά. Έχει άλλα 12 αδέλφια και ο ίδιος είναι αναλφάβητος εφόσον δεν έχει φοιτήσει σε σχολείο. Εργαζόταν με τον πατέρα του στα χωράφια, ενώ πριν την έλευση του στην Κύπρο, ουσιαστικά συντηρείτο οικονομικά από φίλους του στον Λίβανο αφού από την εργασία του στα χωράφια λάμβανε πενιχρά εισοδήματα. Το 2001 παντρεύτηκε τη σύζυγο του, η οποία είναι σήμερα ηλικίας 37 ετών και με την οποία απέκτησε 3 παιδιά ηλικίας 21, 18 και 14 ετών. Ο μεγαλύτερος γιος του, αντιμετωπίζει μεταστατικό καρκίνο και είναι καθηλωμένος, έχοντας λιγοστές πιθανότητες να επιζήσει, ενώ η σύζυγος του αντιμετωπίζει πολλαπλά προβλήματα υγείας. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της έκθεσης του γραφείου ευημερίας, αναμένει να υποβληθεί σε εγχείρηση ανοιχτής καρδίας, ενώ ως μας αναφέρθηκε περαιτέρω, μέσω της αγόρευσης της συνηγόρου του Κατηγορουμένου τόσο γραπτώς όσο και προφορικώς, έχει διαγνωστεί με ινομυώματα μήτρας για τα οποία έχει υποβληθεί σε επέμβαση και εξακολουθεί να λαμβάνει θεραπεία. Μετά δε την καταδίκη του Κατηγορούμενου διαγνώστηκε και με λευχαιμία χωρίς να υπάρχει όμως κάποια συγκεκριμένη πρόγνωση για την περαιτέρω εξέλιξη της υγείας της. Ένεκα των προβλημάτων υγείας της, αδυνατεί να εργαστεί, με αποτέλεσμα όλη η οικογένεια να εξαρτάται από τον Κατηγορούμενο, ενώ το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος βρίσκεται υπό κράτηση, της έχει προκαλέσει κατάθλιψη. Ό,τι άλλο αναφέρθηκε περαιτέρω και λαμβάνεται υπόψη είναι ότι ο Κατηγορούμενος διέμενε και η οικογένεια του εξακολουθεί να διαμένει υπό άθλιες συνθήκες, σε μια παλιά οικία στον Λίβανο, η οποία έχει χαλάσματα τα οποία προκλήθηκαν από τον σεισμό που έπληξε τον Λίβανο το 2023. Συναφώς, λαμβάνουμε υπόψη και τις επιπτώσεις από την τυχόν επιβολή ποινή φυλάκισης στους οικείους του και δη στην γυναίκα και στα παιδιά του, οι οποίοι διαμένουν στο Λίβανο υπό τις συνθήκες που έχουν αναφερθεί και εξαρτώνται από τον Κατηγορούμενο για την οικονομική τους υποστήριξη. Τονίζουμε πως στο πλαίσιο αυτό λαμβάνουμε ιδιαίτερα υπόψη τις επιπτώσεις στη σύζυγο αλλά και στον μεγαλύτερο του γιο του που αντιμετωπίζουν τα πιο πάνω προβλήματα υγείας αλλά και στον ανήλικο του γιο, ο οποίος σε περίπτωση που υγεία της μητέρας και του ενήλικου αδελφού του επιδεινωθεί και ο πατέρας του φυλακιστεί, δεν θα έχει κάποιον για να αναλάβει τη φροντίδα του. Επιπρόσθετα, συνεκτιμούμε και το διάστημα κατά το οποίο τελεί υπό κράτηση ο Κατηγορούμενος καθώς και τη γενικότερη αγωνία που βιώνει ο ίδιος και η οικογένεια του αναμένοντας την ολοκλήρωση της παρούσας διαδικασίας, σημειώνοντας βέβαια πως οι πιο πάνω παράγοντες παρότι λαμβάνονται υπόψιν, αφού αποτελούν επίσης μετριαστικούς παράγοντες, δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό του είδους της ποινής, ιδίως όπου τα αδικήματα είναι ιδιάζουσας σοβαρότητας όπως στην προκειμένη περίπτωση (βλ. Domotov κ.α. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ.32 και Αναστασίου ν. Γενικός Εισαγγελέας
(2005)2 Α.Α.Δ.492, 513). Αν και δεν υπάρχει σχετική εισήγηση από τη συνήγορο του Κατηγορούμενου, αναφέρουμε εδώ πως έχουμε προβληματιστεί κατά πόσο θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας, η αρχική συνεργασία του Κατηγορούμενου με την Αστυνομία. Όπως εμφαίνεται και στην απόφαση μας, ο Κατηγορούμενος συνεργάστηκε με την Αστυνομία αφού με τη δεύτερη κατάθεση που έδωσε ημερ. 16.9.23, παραδέχτηκε ότι ήταν ο οδηγός της βάρκας και ενέπλεξε εν γένει τον εαυτό του στη διάπραξη των αδικημάτων στα οποία κρίθηκε ένοχος. Εκ των υστέρων βεβαίως, στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας, διαφοροποίησε άρδην τη θέση του και όπως ήδη αναφέρθηκε αρνήθηκε κάθε ανάμειξη στην υπόθεση. Παρά ταύτα και με την επισήμανση ότι το Δικαστήριο δεν βασίστηκε αποκλειστικά εις όσα αναφέρονται στην εθελούσια κατάθεση του για να τον καταδικάσει, είναι γεγονός ότι με την κατάθεση που έδωσε και τις παραδοχές στις οποίες προέβη και έγιναν αποδεκτές, κυρίως σε ότι αφορά σημεία που ήταν στη δική του αποκλειστική σφαίρα γνώσης (όπως π.χ. για τη συμφωνία του με πρόσωπα στη Συρία και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προέκυψε η εν λόγω συμφωνία αλλά και το γεγονός της αποκλειστικής πλοήγησης της βάρκας από τον ίδιο), βοήθησε το ανακριτικό έργο της Αστυνομίας και τα όσα ανέφερε αποτέλεσαν στοιχεία που συνέθεσαν την όλη εικόνα για την κατάληξη του Δικαστηρίου στην ενοχή του Κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Συναφώς, η μετέπειτα άρνηση ενοχής, αν και μειώνει, δεν θεωρούμε πως αναιρεί τη σημασία της συνεργασίας του και γι' αυτό θα συνεκτιμήσουμε τη συνεργασία με τους λοιπούς μετριαστικούς παράγοντες, αποδίδοντας της ανάλογη σημασία[24]. Η μη παραδοχή βεβαίως από μέρους του Κατηγορούμενου στις κατηγορίες, ήταν απόλυτο δικαίωμα του και είναι σαφές πως δεν λογίζεται ως επιβαρυντικός παράγοντας, η δε αναφορά μας αμέσως πιο πάνω στην άρνηση ενοχής του έχει να κάνει αποκλειστικά και μόνον με τη σημασία που θα μπορούσε ν' αποδοθεί στη συνεργασία του, εάν συνδυαζόταν και με παραδοχή στη συνέχεια ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο συνδυασμός της συνεργασίας με παραδοχή και κατ' επέκταση με τη μεταμέλεια που συνάγεται όταν ισχύουν τα στοιχεία αυτά, σαφώς θα οδηγούσε σε διαφορετική αντιμετώπιση του, από ποινολογικής πλευράς, εφόσον θα μπορούσε να εξασφαλίσει σημαντική έκπτωση στην ποινή[25]. Τέλος, ως προς την εισήγηση, ότι έχει παραβιαστεί η αρχή της ίσης μεταχείρισης αδικοπραγούντων ένεκα της μη δίωξης των ιθυνόντων μελών της εγκληματικής οργάνωσης που εμπλέκονταν στο όλο κύκλωμα, σημειώνουμε τα εξής. Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, φαίνεται ότι, στην κατάθεση που έδωσε ο Κατηγορούμενος στις 16.09.23, κατονόμασε τρία πρόσωπα, τον ''Μοχαματ'', ''Μαχμουτ'' και ''Άμπου Άπτου'', με τα οποία ήρθε σε επαφή, χωρίς ωστόσο να δώσει οποιαδήποτε άλλη πληροφορία ταυτοποίησης τους ή στοιχείο που θα ήταν ικανό να οδηγήσει στον εντοπισμό τους ή στον εντοπισμό και άλλων μελών της εγκληματικής ομάδας στην οποία συμμετείχε. Το ίδιο ισχύει και για τα όσα ανέφεραν οι Μ.Κ.1, Μ.Κ.5, Μ.Κ.6 και Μ.Κ.7. Θέση της κατηγορούσας αρχής ήταν πως με βάση τα στοιχεία που δόθηκαν και δεν ήταν δυνατή η ταυτοποίηση και εντοπισμός τους. Εάν βεβαίως δεν υπήρχε τρόπος ταυτοποίησης και εντοπισμού των λοιπών εμπλεκομένων ένεκα έλλειψης επαρκών στοιχείων, αδυνατούμε να δούμε πως στην προκειμένη περίπτωση η μη δίωξη τους συνιστά παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης αδικοπραγούντων. Παραπέμπουμε προς τούτο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Σατανά
(1996)2 A.A.Δ. 257 η οποία από παλαιά ξεκαθάρισε το ζήτημα με αναφορά και σε προϋπάρχουσα νομολογία: «Η μη τιμωρία τρίτου προσώπου αναμεμειγμένου σε εγκληματική δράση δεν συνιστά αφ' εαυτής παράγοντα μετριαστικό της ποινής. Μόνον όπου αυτή οφείλεται σε ευνοϊκή μεταχείριση του παραβάτη από την κατηγορούσα αρχή μπορεί να προσμετρήσει ως μετριαστικό στοιχείο στο πλαίσιο της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης των παραβατών. (Βλέπε Georghiou and Others v. The Republic
(1986)2 C.L.R. 109, Παναγή ν. Δημοκρατίας
(1991)2 A.A.Δ. 115. Κάττου & Της ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 498, της οποίες αναφέρθηκε ο δικηγόρος της Δημοκρατίας.)». Ακόμα δε πιο πρόσφατα στην Γεωργίου κ.α. v. Δημοκρατίας, Ποιν Εφ. 38/19 κ.α., ημερ. 20.1.22, λέχθηκαν τα εξής με αναφορά στη Σατανά (ανωτέρω): «Σε ό,τι αφορά το έτερο ζήτημα που ηγέρθη, είναι γεγονός ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του της όφελος του Εφεσίβλητου ότι ο ιθύνων νους δεν κατονομάστηκε και δεν διώχθηκε. Και τούτο παρά το ότι τα στοιχεία αυτού του προσώπου ήταν άγνωστα στην Κατηγορούσα Αρχή, λησμονώντας με αυτό τον τρόπο την πάγια νομολογία ότι η μη τιμωρία συνεργού δεν συνιστά αφ' εαυτής παράγοντα μετριαστικό της ποινής, παρά μόνο εκεί όπου αυτή οφείλεται σε ευνοϊκή μεταχείριση του παραβάτη από την Κατηγορούσα Αρχή που, προφανώς, δεν ήταν εν προκειμένω η περίπτωση». (έμφαση δοθείσα) Τα ίδια ισχύουν και εδώ καθιστώντας τη σχετική εισήγηση ανεδαφική και απορριπτέα. Συνεκτιμώντας αφενός τη σοβαρότητα και την ανάγκη για αποτροπή και αφετέρου όλα τα προαναφερθέντα ελαφρυντικά στοιχεία, κρίνουμε οποιαδήποτε άλλη ποινή εκτός από την ποινή της φυλάκισης ως ανεπαρκή και ακατάλληλη για την παρούσα περίπτωση. Θεωρούμε ως αρμόζουσες και επιβάλλουμε στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: Στην 1η κατηγορία, επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 5 ετών. Στην 2η κατηγορία, επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 6 ετών. Στην 4η κατηγορία, επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 8 ετών. Στην 7η κατηγορία, επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 5 ετών. Στην 3η , 5η και 6η κατηγορία, δεν επιβάλλεται ποινή καθότι τα γεγονότα που τις στοιχειοθετούν εμπεριέχονται στις κατηγορίες 1, 2, 4 και 7, στις οποίες επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης ως ανωτέρω. Οι ποινές φυλάκισης που έχουν επιβληθεί θα είναι άμεσες και θα συντρέχουν. Κατ' εφαρμογήν δε του άρθρου 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, οι ποινές μειώνονται κατά το χρονικό διάστημα που ο Κατηγορούμενος τελεί σε προφυλάκιση, ήτοι από τις 21.09.2023. Τα έξοδα ύψους €45, να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.) ............. Ν. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............. Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Ε. Μιντή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Κατά παράβαση των άρθρων 6
(1)(α),(ι),(κ),(λ),(μ), 6
(2)και 19
(2)του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ.
  1. [2] Κατά παράβαση του άρθρου 240 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  2. [3] Κατά παράβαση του άρθρου 19
(1)(ζ) του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105. [4] Κατά παράβαση του άρθρου 19Α
(1)
(3)(α)(β) του Κεφ. 105. [5] Κατά παράβαση του άρθρου 8 του περί της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος και Πρωτοκόλλων (Κυρωτικού) Νόμου, Ν.11(ΙΙΙ)/2003 και των άρθρων 3(a), 4, 6
(1)(a), 6
(2)(b), 6
(3)(a)(b) του Τρίτου Μέρους του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος. [6] Κατά παράβαση των άρθρων 63Α και 20 του Κεφ. 154. [7] Κατά παράβαση του άρθρου 63Β
(1)(α),
(2),
(3)και 20 του Κεφ. 154. [8] Δηλαδή εντός των χωρικών υδάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας και άρα εντός της εδαφικής επικράτειας της Δημοκρατίας. [9] Άρθρο 19Α
(1)του Κεφ.
  1. [10] Άρθρο 240 του Κεφ.
  2. [11] Άρθρο 19
(2)και 19
(1)(ζ) του Κεφ. 105, αντιστοίχως. [12] Άρθρο 8 του Κυρωτικού Νόμου Ν.11(ΙΙΙ)/
  1. [13] Άρθρο 63Β του Κεφ.
  2. [14] Άρθρο 63Α του Κεφ. 154 [15] Στο πλαίσιο της οποίας οι εφεσίβλητοι αντιμετώπιζαν πέραν της κατηγορίας του απαγορευμένου μετανάστη και κατηγορία κατά παράβαση του άρθρου 240 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, όπως δηλαδή και ο Κατηγορούμενος εν προκειμένω. [16] Στο πλαίσιο της οποίας ο εφεσίβλητος αντιμετώπιζε κατηγορία κατά παράβαση του άρθρου 19Α
(2)του Κεφ.105, ίδιας φύσης δηλαδή με τη σοβαρότερη εκ των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος στην παρούσα. [17] Κατά παράβαση του άρθρου 19
(2)του Κεφ.105. [18] Κατά παράβαση του άρθρου 240 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 [19] Υπενθυμίζουμε ότι επί του συγκεκριμένου άρθρου εδράζεται και η σοβαρότερη εκ των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος στην παρούσα, με τη διευκρίνιση ότι η υποβοήθηση στην παρούσα αφορά σε είσοδο και όχι σε διέλευση (κατηγορία 4). [20] Το συστατικό στοιχείο της αποκόμισης κέρδους, προστέθηκε στο άρθρο 19Α
(1)με το Ν.46(Ι)/2021. [21] Αποτέλεσε εύρημα του Δικαστηρίου ότι σ' αυτήν επέβαινε αριθμός επιβατών που ήταν σχεδόν δεκαπλάσιος, εν σχέση με τον αριθμό που θεωρείται επιτρεπτός. [22] Το άρθρο 19Α
(3)προβλέπει τα εξής: "Κατά την εκδίκαση των αδικηµάτων που αναφέρονται στα εδάφια
(1)και
(2)και κατά την επιβολή της ποινής το ∆ικαστήριο θεωρεί ως επιβαρυντικές σε σχέση µε το διαπραχθέν αδίκηµα τις ακόλουθες περιστάσεις: (α) Το αδίκηµα διαπράχθηκε στο πλαίσιο της δράσης εγκληµατικής οργάνωσης κατά την έννοια του άρθρου 63Β του Ποινικού Κώδικα (β) Η διάπραξη του αδικήµατος έθεσε σε κίνδυνο τη ζωή των υπηκόων τρίτων χωρών κατά των οποίων αυτό στρεφόταν." [23] Βλ. Παναγιώτη Μακρή ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ.15 [24] Βλ. κατ' αναλογία, Χαραλάμπους v Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 53. [25] Βλ. την απόφαση Χαραλάμπους v Δημοκρατίας ανωτέρω. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.