← Κύπρος

Δημοκρατία ν. O.C., Ποιν. Υπόθεση: 4177/24, 10/10/2024

Δημοκρατία ν. O.C., Ποιν. Υπόθεση: 4177/24, 10/10/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΟΔΙΚΕΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΥΝΘΕΣΗ: N. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ. Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. Ε. Μιντή, Ε.Δ. Ποιν. Υπόθεση: 4177/24 Δημοκρατία ν. O.C. Κατηγορούμενος 10 Οκτωβρίου 2024 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Δημοσθένους, για Γενικόν Εισαγγελέα Για Κατηγορούμενο: κα Κ. Σοφοκλέους Κατηγορούμενος παρών ΠΟΙΝΗ (Δοθείσα αυθημερόν) Ο Κατηγορούμενος, κρίθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, σε πέντε κατηγορίες, οι οποίες αφορούν: - Παράνομη εισαγωγή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β', ήτοι 3 κιλών και 156 γραμμαρίων κάνναβης, καθώς επίσης παράνομη κατοχή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια της εν λόγω ποσότητας ελεγχόμενου φαρμάκου (κατηγορίες 1, 3 και 2, αντίστοιχα), και - Παράνομη εισαγωγή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β', ήτοι 1 κιλού και 950,8 γραμμαρίων κάνναβης, καθώς επίσης παράνομη κατοχή με σκοπό την προμήθεια της εν λόγω ποσότητας ελεγχόμενου φαρμάκου (κατηγορίες 5 και 6, αντίστοιχα). Όλες οι κατηγορίες βεβαίως, αφορούν σε παραβίαση των σχετικών προνοιών του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου, Ν.29/

  1. Α. Γεγονότα Τα γεγονότα της υπόθεσης, ως εκτέθηκαν από την κατηγορούσα αρχή, έχουν ως ακολούθως: Κατηγορίες 1, 2 και 3 Την 1.9.23, λειτουργός του τελωνείου Λάρνακας, ο οποίος στα πλαίσια των ανατεθειμένων σ' αυτών καθηκόντων έλεγχε δέματα εισαγόμενα στην Κύπρο από το εξωτερικό, διενήργησε φυσικό έλεγχο σε πακέτο με αριθμό αντικειμένου ΕΕ221790287SA, το οποίο την ίδια ημέρα αφίχθηκε αεροπορικώς στο αεροδρόμιο Λάρνακας. Αυτό είχε χώρα προέλευσης τον Καναδά, παραλήφθηκε από τις ταχυδρομικές υπηρεσίες στις 28.8.23 και αποστάλθηκε αεροπορικώς στις 30.8.23, με τελικό προορισμό την Κύπρο. Έφερε στοιχεία αποστολέα το όνομα J.P. από τον Καναδά και στοιχεία παραλήπτη το όνομα Σ.Δ., με διεύθυνση το Λιοπέτρι και αριθμό τηλεφώνου παραλήπτη. Κατά τον έλεγχο τον οποίο έκανε ο τελωνιακός λειτουργός, διαπίστωσε ότι μεταξύ ιματισμού, σουβενίρ και αξεσουάρ, το πακέτο περιείχε τέσσερις συσκευασίες οι οποίες ήταν τυλιγμένες με ελαστική ταινία συνολικού μικτού βάρους 4,3 κιλών και μέσα από αυτές αναδυόταν έντονα μυρωδιά κάνναβης. Από έλεγχο που διενεργήθηκε σε μια εξ αυτών, διαπιστώθηκε ότι πράγματι σε αυτήν υπήρχε φυτική ύλη κάνναβη. Ενόψει της πιο πάνω διαπίστωσής του, ενημέρωσε καθηκόντως την Υπηρεσία Καταπολέμησης Ναρκωτικών (ΥΚΑΝ), μέλος της οποίας προσήλθε επιτόπου και έναντι σχετικής απόδειξης παρέλαβε το δέμα και το περιεχόμενό του. Τα μέλη της ΥΚΑΝ, ακολουθώντας τις σχετικές διατάξεις του Νόμου για την ελεγχόμενη παράδοση, αντικατέστησαν με ομοιώματα τις ναρκωτικές ουσίες και έκαναν νομότυπα τη διαδικασία ελεγχόμενης παράδοσής του δέματος, μεταφέροντας το στις 4.9.2023 σε παράρτημα των Ταχυδρομικών Υπηρεσιών στο χωριό Λιοπέτρι, όπου τα στοιχεία του πακέτου σαρώθηκαν ηλεκτρονικά και αποστάλθηκε τυποποιημένο μήνυμα, στον αναγραφόμενο, επί του πακέτου, τηλεφωνικό αριθμό παραλήπτη. Στις 5.9.23 ώρα 12:53 μ.μ., παρουσιάστηκε στο ταχυδρομείο η Σ.Δ. με σκοπό να παραλάβει το πακέτο. Αυτή αφίχθηκε με ταξί, ο οδηγός του οποίου ανάμενε έξω, έχοντας ως επιβάτη στα πισινά καθίσματα τον H.A.G. από τη Λιβερία. Η Σ.Δ. παρέλαβε το πακέτο και κατέβαλε σε μετρητά, έναντι απόδειξης πληρωμής, στην επί καθήκοντι ταχυδρομική λειτουργό, το ποσό των €143,80, το οποίο αφορούσε σε τελωνιακούς δασμούς. Μόλις παρέλαβε το πακέτο, η Σ.Δ. κινήθηκε προς το όχημα ταξί και πριν εισέλθει σε αυτό ανακόπηκε από τα υπό κάλυψη μέλη της ΥΚΑΝ και υπέδειξε ως δικαιούχο του πακέτου τον επιβάτη μέσα στο ταξί, δηλαδή τον Η.A.G.. Τόσο η Σ.Δ., όσο και ο Η.A.G. συνελήφθησαν. Από τις εξετάσεις που ακολούθησαν διαφάνηκε ότι ο ρόλος του Η.A.G. στην παράνομη επιχείρηση, περιοριζόταν στην παραλαβή και μεταφορά του πακέτου. Το πρόσωπο αυτό καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 6 ετών, μετά από δική του παραδοχή, στην υπόθεση 2331/23, η οποία ήταν καταχωρημένη ενώπιον του παρόντος Κακουργιοδικείου. Η Σ.Δ., η οποία επίσης συμπεριλήφθηκε στο κατηγορητήριο της 2331/23, φάνηκε εν τέλει να μην είχε γνώση για το περιεχόμενο του πακέτου και ως εκ τούτου η δίωξη εναντίον της αναστάλθηκε. Στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης και μετά από ανάλυση των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων, στις 8.9.23 συνελήφθη ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση και στις 9.9.23 εκδόθηκε διάταγμα προφυλάκισής του για 5 ημέρες. Προέκυψε δε ότι ήταν το άτομο το οποίο είχε ουσιαστικό ρόλο στην εισαγωγή των ναρκωτικών στη Δημοκρατία και συνεργαζόταν με άλλο πρόσωπο το οποίο βρίσκεται στα κατεχόμενα, επ' ονόματι Consider, με τον οποίο συνεργάστηκε έτσι ώστε η ποσότητα των ναρκωτικών να εισαχθεί στις ελεύθερες περιοχές με ασφάλεια και να παραληφθεί από τους Σ.Δ. και Η.A.G., τους οποίους επιστράτευσε για τον σκοπό αυτό και ακολούθως να παραδοθεί στο εν λόγω πρόσωπο στα κατεχόμενα. Οι εξετάσεις ποιοτικού και ποσοτικού ελέγχου που έγιναν από το Γενικό Χημείο του Κράτους, κατέδειξαν ότι επρόκειτο για κάνναβη συνολικού βάρους 3 κιλών και 156 γραμμαρίων, που περιείχε ποσοστό δραστικής ουσίας Δ.9-THC (τετραϋδροκανναβινόλη) 0,37%. Η περιεκτικότητα αυτή θεωρείται σχετικά χαμηλή. Σημειώνεται περαιτέρω ότι ανακρινόμενος ο Κατηγορούμενος για την υπόθεση αυτή, αρνήθηκε κάθε ανάμειξή του στην υπόθεση και η σύνδεσή του με τα όσα του καταλογίζονται προέκυψε μετά από την ανάλυση των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων, ανάλυση η οποία ανάδειξε τον ρόλο του στην υπόθεση. Κατηγορίες 5 και 6 Στις 8.9.23, στα πλαίσια ελέγχων που γίνονται από τις τελωνειακές αρχές του ταχυδρομείου Λάρνακας, έγινε φυσικός έλεγχος στο δέμα με αριθμό αναγνώρισης ΕΕ221853659SA, με στοιχεία αποστολέα J.F. από τον Καναδά και στοιχεία παραλήπτη το όνομα B.O.S. και συγκεκριμένο αριθμό τηλεφώνου παραλήπτη. Το πακέτο αυτό παραλήφθηκε από τις ταχυδρομικές υπηρεσίες Καναδά στις 29.8.
  2. Στις 31.8.23 αποστάλθηκε αεροπορικώς, με τελικό προορισμό την Κύπρο και παραλήφθηκε στις 7.9.23 στο αεροδρόμιο Λάρνακας. Κατά τον έλεγχο που έγινε, διαπιστώθηκε ότι το δέμα αυτό περιείχε έξι συσκευασίες, εκ των οποίων οι πέντε είχαν ποσότητα ναρκωτικών, δηλαδή 1 κιλό και 950,8 γραμμάρια κάνναβη. Από τις εξετάσεις ποιοτικού και ποσοτικού ελέγχου που έγιναν από το Γενικό Χημείο του Κράτους, διαφάνηκε ότι πρόκειται για κάνναβη συνολικού μικτού βάρους 1 κιλού και 950,8 γραμμαρίων, με ποσοστό δραστικής ουσίας Δ.9-THC (τετραϋδροκανναβινόλη), 20%. Η περιεκτικότητα αυτή θεωρείται υψηλή. Τα μέλη της ΥΚΑΝ ακολουθώντας τις διατάξεις του σχετικού Νόμου, αντικατέστησαν με ομοιώματα τις ναρκωτικές ουσίες και κίνησαν νομότυπα τη διαδικασία ελεγχόμενης παράδοσης, μεταφέροντας το πακέτο σε παράρτημα των Ταχυδρομικών Υπηρεσιών στην Αγία Νάπα, όπου τα στοιχεία του πακέτου σαρώθηκαν ηλεκτρονικά και αποστάλθηκε τυποποιημένο ταχυδρομικό μήνυμα στον αναγραφόμενο, επί του πακέτου, τηλεφωνικό αριθμό παραλήπτη. Ο εν λόγω τηλεφωνικός αριθμός παραλήπτη, ήταν ο ίδιος με τον αναγραφόμενο στο πρώτο πακέτο που αφίχθηκε στη Δημοκρατία και όπως διαφάνηκε μέσα από τις εξετάσεις που ακολούθησαν, ο τηλεφωνικός συνδρομητής ήταν ο Κατηγορούμενος. Το τηλέφωνο στο οποίο είχε τοποθετημένη την κάρτα sim με τον συγκεκριμένο αριθμό, εντοπίστηκε στην κατοχή του, στο πλαίσιο σωματικής έρευνας που του έγινε κατά τη σύλληψή του, στις 8.9.
  3. Σημειώνεται επίσης ότι δεν παρουσιάστηκε κανένα πρόσωπο για να παραλάβει την ποσότητα αυτήν, καθ' ότι ο Κατηγορούμενος, που ήταν το πρόσωπο για το οποίο προορίζονταν τα ναρκωτικά, τελούσε ήδη υπό κράτηση στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης που αφορούσε την εισαγωγή 3 κιλών και 156 γραμμαρίων κάνναβης, στην οποία έγινε αναφορά ανωτέρω. Εντούτοις προέκυψε μέσα από τις εξετάσεις που ακολούθησαν και μέσα από ανάλυση των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων, ότι και αυτό το πακέτο εισήλθε στη Δημοκρατία με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που αναφέρθηκε προηγουμένως για το πρώτο πακέτο και ότι ο ρόλος του Κατηγορούμενου ήταν ακριβώς ο ίδιος ως προαναφέρθηκε. Β. Προηγούμενες Καταδίκες Ως αναφέρθηκε, ο Κατηγορούμενος βαρύνεται με μια προηγούμενη καταδίκη. Πιο συγκεκριμένα, στην υπόθεση υπ' αριθμό 2332/23 του Ε. Δ. Αμμοχώστου, καταδικάστηκε στις 22.1.24, για το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α' ήτοι τριών γραμμαρίων κοκαΐνης και ενός δισκίου έκσταση, κατά παράβαση των σχετικών προνοιών του Νόμου 29/77, και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δύο μηνών. Το εν λόγω αδίκημα διαπράχθηκε από μέρους του στις 16.7.
  4. Γ. Αγόρευση Μετριασμού Η συνήγορος του Κατηγορούμενου, προς μετριασμό της ποινής που θα του επιβληθεί, ζήτησε όπως ληφθεί υπόψη προς όφελος του, η παραδοχή του, το λευκό του ποινικό μητρώο κατά τη διάπραξη των αδικημάτων, η συνεργασία του με την αστυνομία, η μεταμέλεια και η απολογία του, οι περιστάσεις διάπραξης, το είδος των ναρκωτικών και το γεγονός ότι η περιεκτικότητα σε Δ.9-THC στην ποσότητα του ενός πακέτου ήταν χαμηλή, καθώς και οι προσωπικές του περιστάσεις, με έμφαση στο νεαρό της ηλικίας του και στις επιπτώσεις που θα έχει μια «πολύμηνη» ποινή φυλάκισης στον ίδιο. Δ. Νομική Πτυχή Αναμφίβολα, τα αδικήματα που διέπραξε ο Κατηγορούμενος, είναι σοβαρά. Ενδεικτική της σοβαρότητας τους, είναι η προβλεπόμενη από το Νόμο ανώτατη ποινή, στοιχείο το οποίο λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, για σκοπούς προσδιορισμού του είδους και ύψους της ποινής που θα επιβληθεί (βλ. Souilmi v. Αστυνομίας

(1992)2 Α.Α.Δ. 248, Γεν. Εισαγγελέας v. Πέτρου
(1993)2 Α.Α.Δ. 9, Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 40/15, ημερ. 25.11.16 και Δημοκρατία v Λαζαρή, Ποιν. Έφ. 25/21, ημερ. 8.3.22), ECLI:CY:AD:2022:D89. Τόσο για το αδίκημα της εισαγωγής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β'[1] (κατηγορίες 1 και 5), όσο και γι' αυτό της κατοχής του εν λόγω φαρμάκου με σκοπό την προμήθεια[2] (κατηγορίες 2 και 6), προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι και δια βίου ή πρόστιμο ή και οι δύο ποινές. Σε ό,τι αφορά δε το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β'[3] (κατηγορία 3), προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 8 χρόνια ή πρόστιμο ή και οι δύο ποινές. Για τα αδικήματα της παράνομης εισαγωγής, της κατοχής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια ναρκωτικών ουσιών, ως προκύπτει με βάση όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, ο ποινικός Νομοθέτης έχει προνοήσει αυστηρές ποινές. Από την επιλογή του αυτή δε, καθίσταται αυταπόδεικτη η σοβαρότητα των αδικημάτων και ιδίως αυτών της εισαγωγής και της κατοχής με σκοπό την προμήθεια σε άλλους. Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση η διαπίστωση πως η πρόβλεψη της ύψιστης ποινής φυλάκισης για τα συγκεκριμένα αδικήματα, αντικατοπτρίζει τη διηνεκή ανησυχία του Νομοθέτη και τη με αυτό τον τρόπο δεδηλωμένη πρόθεσή του για εξάλειψη του φαινομένου της προμήθειας ναρκωτικών σε άλλους (βλ. κατ' αναλογία την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Μάριου Παπανικόλα, Ποιν. Έφ.214/2021, ημερ.19.1.2024). Πέραν όμως της προβλεπόμενης ποινής, η σοβαρότητα των αδικημάτων αυτών και η συνακόλουθη ανάγκη για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών, προκύπτει και από τις ολέθριες συνέπειες που επιφέρει η εγκληματική αυτή συμπεριφορά, ευρύτερα στην κοινωνία. Ως αναφέρθηκε σχετικά στην Ναζίπ v Αστυνομίας
(2014)2 ΑΑΔ 808: « Είναι τετριμμένο, αλλά πρέπει να υπομνησθεί η νομολογία που υπαγορεύει την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε υποθέσεις ναρκωτικών ουσιών. Η ενασχόληση με ναρκωτικά είτε για ιδία χρήση, είτε κατά μείζονα λόγο, για εμπορία με την εισαγωγή και διάθεση ή προμήθεια σε τρίτα πρόσωπα αποτελεί μέγιστο κίνδυνο στην κοινωνική συνοχή ενόψει των τεραστίων προβλημάτων που επιφέρει η εξάρτηση από τις ουσίες αυτές. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που τα Δικαστήρια συνδράμουν έστω κατασταλτικά, στον πόλεμο εναντίον των ναρκωτικών με την επιβολή αυστηρών και συνάμα αποτρεπτικών ποινών. » (έμφαση δοθείσα) Αυτή δε ακριβώς τη σοβαρότητα, σκιαγράφησε περιεκτικά και το Εφετείο της χώρας μας, στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Μάριου Παπανικόλα (ανωτέρω), με αναφορά και σε παλαιότερες υποθέσεις. Πιο συγκεκριμένα, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: « Αναμφίβολα την ανησυχία του Νομοθέτη για την εξάπλωση και διασπορά των ναρκωτικών συμμερίζονται και τα ημεδαπά Δικαστήρια όλων των βαθμίδων, τα οποία στα πλαίσια των δικών τους αρμοδιοτήτων συμμετέχουν στην προσπάθεια εξάλειψής τους. Το Ανώτατο Δικαστήριο είχε την ευκαιρία σε πάρα πολλές περιπτώσεις κατά τα τελευταία έτη να τονίσει την αδήριτη ανάγκη για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών στα πλαίσια των προσπαθειών πάταξης της μάστιγας των ναρκωτικών. Στην υπόθεση Κλεομένης v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 350 αναφέρθηκαν τα εξής: «Αν και πιστεύουμε ότι επαναλαμβάνουμε εαυτούς και τα τετριμμένα, κρίνουμε σκόπιμο να υπενθυμίσουμε την κατ' επανάληψη επισήμανση της νομολογίας μας «πως τα ναρκωτικά έχουν εξελιχθεί σε μάστιγα και καρκίνωμα της κοινωνίας μας, πληγές οι οποίες δυστυχώς, όπως διαπιστώνουμε από τη συχνότητα των υποθέσεων που έρχονται ενώπιον των δικαστηρίων, όχι μόνο δεν φαίνεται να υποχωρούν, αλλά επιδεινώνονται ραγδαία. Και στη συντριπτική πλειοψηφία τους οι παραβάτες είναι πρόσωπα νεαρής ηλικίας. Είναι πραγματικά λυπηρό, οδυνηρό και τραγικό να διαπιστώνουμε πως η απώλεια ζωών, νέων κυρίως ανθρώπων, έχει γίνει μέρος της καθημερινής μας πραγματικότητας και πως η λίστα των νέων που έχουν εθιστεί στα ναρκωτικά μεγαλώνει μέρα με τη μέρα. Η σκληρή αυτή πραγματικότητα επιτάσσει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών και καθιστά την αυστηρή μεταχείριση των παραβατών επιτακτική». Στη μεταγενέστερη υπόθεση Bora v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 79/17, ημερ. 13.3.18, ECLI:CY:AD:2018:B110, με αναφορά στην προηγηθείσα νομολογία, τονίστηκε ότι: «Μπορεί να αποτυπωθεί, ως απαύγασμα της εν λόγω νομολογίας, η ανάγκη για επιβολή αυστηρών ποινών, αποτρεπτικού χαρακτήρα, ακριβώς λόγω των ολέθριων αποτελεσμάτων που ενέχει η εγκληματική αυτή συμπεριφορά. Η αυστηρή μεταχείριση των παραβατών προβάλλει ως επιτακτική, δεδομένης της συχνότητας των υποθέσεων αυτής της μορφής που τίθενται ενώπιον των Δικαστηρίων και της ραγδαίας επιδείνωσης του φαινομένου της κατοχής και διακίνησης ναρκωτικών ουσιών. Η εξαθλίωση των θυμάτων, αλλά και η απώλεια ζωών, κυρίως νέων ανθρώπων, επιβάλλει τη δραστική παρέμβαση και συμμετοχή της δικαιοσύνης στην καθολική προσπάθεια αναχαίτισης της σύγχρονης μάστιγας των ναρκωτικών». (Βλ. και Γλυκερίου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 171/20, ημερ. 8.7.22, ECLI:CY:AD:2022:B287). Στην πολύ πιο πρόσφατη υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Πέτρου, Ποιν. Έφ. 71/22, ημερ. 1.12.22, μετά την επισήμανση ότι η κατάρα των ναρκωτικών έχει για τα καλά ριζώσει στον τόπο μας με ολέθριες συνέπειες όχι μόνο για τους παραβάτες, δυστυχώς νεαρούς, ακόμα και ανηλίκους αλλά και για την ίδια την κοινωνία, το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε ακόμα μια φορά ότι επιβάλλεται η επιβολή αυστηρών ποινών, ιδίως εκεί όπου η κατοχή των ναρκωτικών συνοδεύεται με πρόθεση εμπορίας ή με πρόθεση προμήθειας αυτών σε τρίτα πρόσωπα. Αναγκαιότητα η οποία υφίσταται και στην παρούσα περίπτωση.» Στην υπόθεση Πέτρου (ανωτέρω) τονίστηκε και η άλλη, επίσης επαναλαμβανόμενη διαπίστωση των δικαστηρίων ότι: «[Η] έξαρση των αδικημάτων που αφορούν στην κατοχή, διακίνηση και εμπορία ναρκωτικών είναι δεδομένη». Διαπίστωση η οποία επιβεβαιώνεται και από την επαναλαμβανόμενη ενασχόληση μας με τέτοιου είδους υποθέσεις. Η έξαρση αυτής της φύσεως αδικημάτων θέτει σε κίνδυνο τα θεμέλια της κοινωνίας και τα Δικαστήρια έχουν υποχρέωση και καθήκον να πατάξουν τη διάθεση ναρκωτικών, οποιασδήποτε φύσης (βλ. Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 466). Η συχνότητα με την οποία διαπράττονται τέτοιου είδους αδικήματα, σε συνδυασμό με τις μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών που διακινούνται σε μια μικρή χώρα, όπως η Κύπρος, καθιστούν την επιβολή αποτρεπτικών ποινών, επιβεβλημένη. Ο αριθμός των θυμάτων αυξάνεται ανεξέλεγκτα και τα Δικαστήρια οφείλουν να προστατέψουν την κοινωνία και ιδιαίτερα τα νεαρά άτομα - που είναι πιο ευάλωτα -, από αυτό τον κίνδυνο (βλ. Παύλου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 44/2016, ημερ. 4.4.2019), ECLI:CY:AD:2019:B130. Θα ήταν αδιανόητο να μην υπάρχει και η ενεργός συμμετοχή της δικαιοσύνης στον καθημερινό αγώνα που γίνεται για την καταπολέμηση της μάστιγας των ναρκωτικών (βλ. Hadavand ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 359). Αποτελεί επίσης πάγια νομολογιακή αρχή, ότι όπου παρατηρείται έξαρση και επιμονή στη διάπραξη παρόμοιας φύσης αδικημάτων, παρά τις επιβληθείσες από τα Δικαστήρια αυστηρές ποινές, δικαιολογείται η επιβολή, ακόμη αυστηρότερων ποινών (βλ. Selmani κ.ά ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 235/2013, ημερ. 5.10.2016, Πισσάς (ανωτέρω), Λουκά Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 577 και Abunazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 551). Εν προκειμένω παρατηρούμε πως μολονότι τα Δικαστήρια επιβάλλουν αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές σε υποθέσεις ναρκωτικών, εντούτοις, αδικήματα αυτής της φύσεως αντί να παρουσιάζουν σημεία κάμψης, δυστυχώς παρουσιάζουν έξαρση. Αποτελεί δε δικαστική γνώση, η πλειάδα των καταδικαστικών αποφάσεων σε υποθέσεις που σχετίζονται με σοβαρές παραβάσεις του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου (Ν.29/77). Με αυτό δεδομένο, το καθήκον μας για αποτροπή καθίσταται ακόμη πιο επιτακτικό. Tο είδος, η ποσότητα των ναρκωτικών και ο σκοπός για τον οποίο κατέχονται, συγκαταλέγονται, όπως φαίνεται και από τη σχετική νομολογία, μεταξύ των σοβαρών παραγόντων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό της ποινής. Στη δε Valdez κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ.144/16, ημερ. 21.2.17, ECLI:CY:AD:2017:B57, σημειώθηκε ότι κάθε Δικαστήριο που επιβάλλει ποινή σε υπόθεση ναρκωτικών πρέπει να κατηγοριοποιήσει τον κατηγορούμενο με αναφορά στην ανάμειξή του στην πυραμίδα διακίνησης των ναρκωτικών, όχι αυστηρά για να τον «κατατάξει» σε κατηγορίες ή υποκατηγορίες (όπως πράττουν οι κατευθυντήριες γραμμές για τις ποινές ναρκωτικών στην Αγγλία), αλλά για να διακρίνει κάποια χαρακτηριστικά του που καθορίζουν αφενός τον βαθμό υπαιτιότητας (culpability) του και αφετέρου το κακό που ο κατηγορούμενος προκάλεσε με τις ενέργειές του (harm), το οποίο προσμετράται συνήθως βάσει του είδους και της ποσότητας των ναρκωτικών που μεταφέρει. Σημειώνεται επίσης, ότι η ύπαρξη προσχεδιασμού ή οργανωμένου σχεδίου εμπορίας ναρκωτικών αποτελεί ιδιαίτερα επιβαρυντικό στοιχείο (βλ. Μαυρόλουκα κ.α. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 74/21 ημερ. 31.10.23, Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 79/19, ημερ. 27.4.2021, ECLI:CY:AD:2021:B173). Η ανασκόπηση της νομολογίας που αφορά σε κατοχή ελεγχόμενων φαρμάκων με σκοπό την προμήθεια, καταδεικνύει ακριβώς την αυστηρή αντιμετώπιση της οποίας τυγχάνουν, με την επιβολή πολυετών ποινών φυλάκισης. Σημειώνουμε βεβαίως πως οι προηγούμενες αποφάσεις, αναφορικά με επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν όμως το δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο γιατί, η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που τη συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (βλ. Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ 1 και Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ 123). Στην Soleimani v. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 476, το Εφετείο επικύρωσε ποινή φυλάκισης 8 ετών που επιβλήθηκε σε νεαρό ηλικίας 26 ετών, ο οποίος είχε παραδεχθεί αδικήματα που αφορούσαν σε κατοχή με σκοπό την προμήθεια σχεδόν ενός κιλού ρητίνης κάνναβης. Επρόκειτο για αιτητή ασύλου, λευκού ποινικού μητρώου, ο οποίος ανέλαβε να παραδώσει τα ναρκωτικά έναντι χρηματικής αμοιβής. Στην Παναγιώτου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 478, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 14 ετών για εισαγωγή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια 6.453.34 κιλών ξηρής φυτικής κάνναβης, επιβληθείσες κατόπιν παραδοχής, μειώθηκαν σε 12 έτη. Ο Εφεσείων βαρυνόταν με μια προηγούμενη καταδίκη για μηδαμινή ποσότητα ελεγχόμενου φαρμάκου τάξης Β. Στη Λαζάρου κ.α. v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ 633, οι εφεσείοντες αντιμετώπιζαν τις κατηγορίες της εισαγωγής ναρκωτικών, ήτοι 9 κιλών και 803,9 γραμμαρίων φυτικής κάνναβης καθώς και κατηγορίες που αφορούσαν κατοχή της ίδιας ποσότητας ναρκωτικών με σκοπό την προμήθειά της σε άλλα πρόσωπα. Συγκεκριμένα η εφεσείουσα στην 178/09, μετέφερε τα ναρκωτικά από το εξωτερικό, καλά συσκευασμένα στη βαλίτσα της έναντι πρότασης για χρηματική αμοιβή ύψους €3.500, η οποία έγινε σε αυτή στο εξωτερικό από τρίτο πρόσωπο, με στόχο τη διοχέτευσή τους στην Κύπρο, συνεργαζόμενη με τον εφεσείοντα στην 172/09 ο οποίος ήταν ο ιθύνων νους της όλης παράνομης επιχείρησης. Επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 5 ετών στην κατηγορία της συνομωσίας και 13 ετών σε κάθε μια από τις κατηγορίες εισαγωγής και κατοχής των ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια, και για τους δύο εφεσείοντες. Η ποινή της εφεσείουσας στην 178/09 μειώθηκε σε 9 έτη σε κάθε μια από τις κατηγορίες εισαγωγής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια, ενόψει του περιορισμένου ρόλου που αυτή διεδραμάτισε σε σχέση με το ρόλο του έτερου εφεσείοντα που ήταν ιθύνων νους της επιχείρησης και αφού λήφθηκαν υπόψη και οι προσωπικές της περιστάσεις. Στην Χρυσάνθου ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 221, επικυρώθηκε 12ετής ποινή φυλάκισης επιβληθείσα κατόπιν ακρόασης, για εισαγωγή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια 11 κιλών και 538,61 γραμμαρίων ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης βάσει οργανωμένου σχεδίου. Ο Εφεσείων ήταν άτομο νεαρής ηλικίας (22 ετών), λευκού ποινικού μητρώου, το οποίο είχε τελέσει αρραβώνα. Η ποινή εκρίθη ως απόλυτα ισορροπημένη. Στην Κατσάπαου v Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ 318, οι πρωτοδίκως επιβληθείσες κατόπιν παραδοχής, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 8 και 3 ετών αντίστοιχα, για τα αδικήματα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β' με σκοπό την προμήθεια (1 κιλού και 481 γραμμάριων κάνναβης) και της προμήθειας ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β' σε άλλο πρόσωπο, επικυρώθηκαν κατ' έφεση. Στην Ahmed κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 801, επικυρώθηκαν ποινές φυλάκισης με ανώτατη αυτή των έξι ετών για προμήθεια ρητίνης καννάβεως συνολικού βάρους «... περίπου 947γρ...», σε νεαρούς κατηγορουμένους, με λευκό ποινικό μητρώο, μετά από παραδοχή και με τον ιθύνοντα νου να είναι άλλο πρόσωπο που δεν συνελήφθη. Η ποινή χαρακτηρίστηκε από το Εφετείο, ως «... αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις και οπωσδήποτε όχι έκδηλα υπερβολική». Στην Κουλουμή ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 119/2014, ημερ. 8.4.2015, ο εφεσείων, ηλικίας 24 ετών, με δική του παραδοχή, βρέθηκε ένοχος στα αδικήματα της εισαγωγής και της κατοχής με σκοπό την προμήθεια 2 κιλών και 373,8 γραμμαρίων κάνναβης και του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 5 ετών. Επρόκειτο για πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου, το οποίο αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες, ενώ ο ρόλος του ήταν αυτός του μεταφορέα των ναρκωτικών. Στην Πολυδώρου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 141/2017, ημερ. 31.5.2019, ECLI:CY:AD:2019:B202, επικυρώθηκε κατ΄ έφεση 14ετής ποινή φυλάκισης, επιβληθείσα μετά από ακροαματική διαδικασία, για εισαγωγή και κατοχή με σκοπό την προμήθεια 12 κιλών και 944 γραμμάριων κάνναβης, βάσει καλά οργανωμένου σχεδίου στο οποίο ο Εφεσείων - άτομο λευκού ποινικού μητρώου - διαδραμάτισε σημαίνοντα ρόλο. Στην Bora ν. Δημοκρατία, Ποιν. Έφ. 79/2017, ημερ. 13.03.2018, ECLI:CY:AD:2018:B110, το Ανώτατο Δικαστήριο, επικύρωσε την ποινή φυλάκισης 5 ετών, που επιβλήθηκε κατόπιν παραδοχής στον εφεσείοντα πρωτοδίκως, για το αδίκημα της κατοχής 2.028,3 γρ. κάνναβης, ο οποίος είχε το ρόλο του μεταφορέα, δεν βαρύνετο με προηγούμενες καταδίκες και ήταν σχετικά νεαρό πρόσωπο (27 ετών). Στην Φραγκίσκου v Δημοκρατίας, Ποιν.Εφ.184/20, ημερ.10.2.22, ECLI:CY:AD:2022:D80, οι πρωτοδίκως επιβληθείσες ποινές φυλάκισης, με μέγιστη αυτή των 10 ετών για το αδίκημα της παράνομης κατοχής κάνναβης (5 κιλών και 950,3 γραμμαρίων) με σκοπό την προμήθεια, επικυρώθηκαν, υπό περιστάσεις κάτω από τις οποίες ο εφεσείων παραδέχτηκε ενοχή, ήταν ηλικίας 34 ετών και συστηματικός χρήστης ουσιών και αλκοόλ από νεαρή ηλικία και βαρύνετο με τρείς προηγούμενες καταδίκες, μία εξ αυτών αφορώσα σε παρόμοια αδικήματα. Στην Xhaferi v Δημοκρατία, Ποιν. Εφ. 207/21, ημερ. 16.11.22, ECLI:CY:AD:2022:B453, επιβλήθηκαν πρωτοδίκως ποινές φυλάκισης, με μέγιστη αυτή των 8 ετών στις κατηγορίες της παράνομης κατοχής με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β' (5 κιλών και 171,88 γραμμαρίων κάνναβης), της προμήθειας ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β' (959,3 γραμμαρίων κάνναβης) και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Επίσης επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με μέγιστη αυτή των 18 μηνών στις κατηγορίες της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, πλαστοπροσωπίας, εξασφάλισης εγγραφής, της παράνομης απασχόλησης και της παράνομης παραμονής, ποινές οι οποίες διατάχθηκε να εκτιθούν διαδοχικά προς την ποινή των 8 ετών. Ο Κατηγορούμενος είχε το ρόλο του αποθηκάριου και παραδέχτηκε ενοχή στα αδικήματα. Στην παρούσα περίπτωση, αυτό που αναδύεται έντονα από τα εκτεθέντα γεγονότα είναι αφενός η επιλογή του Κατηγορούμενου να συμμετέχει, σε δύο διαδοχικές περιπτώσεις, εντός ολίγων μόλις ημερών, στην αλυσίδα της παράνομης εισαγωγής ναρκωτικών στη χώρα μας και αφετέρου ο προσχεδιασμός που υπήρξε καθώς και ο ουσιαστικότατος ρόλος που εν γένει διαδραμάτισε ο Κατηγορούμενος στην όλη επιχείρηση, σε σχέση με μια καθόλου αμελητέα ποσότητα ναρκωτικών (5 κιλά και 106,8 γραμμάρια κάνναβης), μέρος της οποίας (1 κιλό και 950,8 γραμμάρια) είχε μάλιστα και υψηλή περιεκτικότητα στη δραστική ουσία D9-THC. Πιο συγκεκριμένα, ο Κατηγορούμενος συνεργάστηκε με άλλο πρόσωπο (επ' ονόματι Consider), το οποίο βρίσκεται στα κατεχόμενα, έτσι ώστε οι δύο επίδικες ποσότητες ναρκωτικών να εισαχθούν στις δύο ημερομηνίες που αναφέρθηκαν στα γεγονότα, στις ελεύθερες περιοχές και με προοπτική ακολούθως να παραδοθούν στα κατεχόμενα. Σε ότι αφορά την ποσότητα των 3 κιλών και 156 γραμμαρίων δε, φρόντισε να παραληφθούν από τους Σ.Δ. και Η.A.G., τους οποίους ο Κατηγορούμενος επιστράτευσε για το σκοπό αυτό. Είχε εν ολίγοις, πλήρη αντίληψη του όλου εγχειρήματος και με τη συμβολή του συνέδραμε καθοριστικά στην οργάνωση και περάτωση του. Αναφορικά βεβαίως με την έτερη ποσότητα ναρκωτικών, ως αναφέρθηκε στο πλαίσιο των γεγονότων ουδείς παρουσιάστηκε για να την παραλάβει. Τούτο βεβαίως οφειλόταν στο γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος, που ήταν το πρόσωπο για το οποίο προορίζονταν τα ναρκωτικά, τελούσε ήδη υπο κράτηση για την εισαγωγή της προηγούμενης ποσότητας που αναφέρθηκε και το τηλέφωνο στο οποίο στάλθηκε τυποποιημένο μήνυμα από το ταχυδρομείο για παραλαβή του πακέτου, είχε εντοπιστεί στην κατοχή του, στο πλαίσιο της σωματικής έρευνας που του έγινε κατά τη σύλληψη του, στις 8.9.23. Τούτο βεβαίως ουδόλως μεταβάλλει την ποινική του ευθύνη για την ποσότητα αυτή (βλ. Λάμπρος Βασιλείου v. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ 254). Επισημαίνουμε βεβαίως εδώ πως το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος και ο συνεργάτης του, εισήγαγαν τα ναρκωτικά σε διαφορετικές ημερομηνίες, μέσω δύο διαφορετικών πακέτων που αποστάλθηκαν από τον Καναδά και μάλιστα στην πρώτη περίπτωση οι συσκευασίες με τα ναρκωτικά βρίσκονταν μεταξύ ειδών ιματισμού, σουβενίρ και αξεσουάρ, αλλά και η επιστράτευση τρίτων προσώπων για παραλαβή και μεταφορά των ναρκωτικών, καταδεικνύει την οργάνωση και τον προσχεδιασμό που υπήρξε για την εμπορία ναρκωτικών, κάτι που ως αναφέρθηκε αποτελεί ιδιαίτερα επιβαρυντικό στοιχείο [βλ. Μαυρόλουκα (ανωτέρω) και Κωνσταντίνου (ανωτέρω)]. Ως δε προκύπτει, η συνολική ποσότητα των ναρκωτικών που εισήγαγε και κατείχε με σκοπό την προμήθεια ο Κατηγορούμενος, ήταν μεγάλη (5 κιλά και 106,8 γραμμάρια κάνναβης). Δεν μας διαφεύγει βέβαια ότι τα ναρκωτικά αυτά ήταν Τάξεως Β' και όχι Α', στην οποία εμπίπτουν τα γνωστά ως «σκληρά ναρκωτικά», καθώς επίσης και ότι η περιεκτικότητα της ποσότητας των 3 κιλών και 156 γραμμαρίων, στην δραστική ουσία Δ.9-THC (τετραϋδροκανναβινόλη), ήταν σχετικά χαμηλή (0,37%), πλην όμως προσμετρά με αντίθετη ροπή το γεγονός ότι η περιεκτικότητα της λοιπής ποσότητας, δηλαδή του 1 κιλού και 950,8 γραμμαρίων, σε Δ.9-THC, ήταν ψηλή, καθώς και ότι μέσω της συνολικής ποσότητας θα μπορούσαν να συντηρηθούν εκατοντάδες χρήστες και να συντηρήσουν με την σειρά τους, μέσω της χρήσης, την εμπορία. Πρόκειται πάντως για ποσότητα που η διοχέτευση της σε τρίτους, θα προκαλούσε οπωσδήποτε βλάβη σε πλειάδα χρηστών καθώς και στην κοινωνία γενικότερα (βλ. κατ' αναλογία την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Πέτρου ανωτέρω). Περαιτέρω, ως παρέμεινε αναντίλεκτο, οι ενέργειες του αυτές και η συμμετοχή στην όλη αλυσίδα διακίνησης ναρκωτικών, έγινε έναντι κάποιου οφέλους, γεγονός το οποίο προσμετρά ως περαιτέρω επιβαρυντικό στοιχείο (βλ. Κατσάπαου v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ.318). Το γεγονός δε, ότι το ύψος τούτου παρέμεινε αδιευκρίνιστο, δεν μπορεί να διαφοροποιήσει καθ΄ οιονδήποτε ουσιαστικό τρόπο τα πράγματα. Διότι, είτε μικρό, είτε μεγάλο το ποσό της αμοιβής του, η κατάληξη παραμένει ίδια, που δεν είναι άλλη από το ότι ο Κατηγορούμενος ενεργώντας ως ανωτέρω, αποτέλεσε ένα άκρως σημαντικό κρίκο στην αλυσίδα της εισαγωγής και διακίνησης των ναρκωτικών και της διασποράς του θανάτου στη χώρα μας. Αυτό ακριβώς επισημάνθηκε και στην Xhaferi (ανωτέρω), όπου λέχθηκε ότι: «. είτε γίνεται για χρηματικό κέρδος, είτε για άλλο όφελος, η κατάληξη παραμένει η ίδια, δηλαδή η διάδοση ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα.» Αναφορικά τώρα με το κίνητρο του Κατηγορούμενου, σημειώνουμε ότι η συνήγορος του αναφέρθηκε σε οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζε αλλά και στο ότι ο Κατηγορούμενος ήταν περιστασιακός χρήστης, το οποίο τον οδήγησε σε επαφή με πρόσωπα που τον έπεισαν / παρέσυραν να προβεί στις πράξεις που παραδέχθηκε. Επί τούτου θα πρέπει κατ' αρχάς να σημειωθεί ότι, ως είναι καλώς νομολογημένο, η κακή οικονομική κατάσταση ενός προσώπου, παρότι κατανοητή, δεν αποτελεί ελαφρυντικό ούτε μπορεί να δικαιολογήσει την καταφυγή του στο έγκλημα (βλ. Σταύρου «Φάντης» v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 61). Ως ειδικότερα έχει λεχθεί στην Περικλέους ν. Αστυνοµίας
(2003)2 Α.Α.Δ.397: «.Δεν υποτιμάται η φόρτιση που δημιουργεί η ανάγκη. Πρέπει, όμως, να ελέγχεται από το καθήκον υπακοής στο νόμο, που αποτελεί και τον παρονομαστή της λειτουργίας του ανθρώπου στον κοινωνικό χώρο. Γι' αυτό, η εξατομίκευση της ποινής, ώστε να αντανακλά και τις συνθήκες του παραβάτη, δεν αμβλύνει, στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων, το στοιχείο της αποτροπής, που, κατά κανόνα, υπεισέρχεται στον καθορισμό της. » Η πιο πάνω προσέγγιση επιβεβαιώθηκε πιο πρόσφατα στην Evtim Rumerov Iliev v Δηµοκρατίας, Ποιν. Έφ.218/16, ηµερ. 18.1.18, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε το κάτωθι απόσπασμα από την Κυριάκου ν. Δηµοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ.154: «. κανένας, µα κανένας, λόγω προσωπικών αναγκών ή περιστάσεων, δεν µπορεί να δικαιολογήσει την προσφυγή στο έγκληµα και, ιδιαίτερα, εγκλήµατα του είδους τα οποία πλήττουν το θεµέλιο της όλης ασφάλειας των πολιτών.» Στην υπόθεση Παναγιώτη Μακρή ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ.15 δε, λέχθηκαν τα εξής: «Όμως, αν τα οικονομικά προβλήματα, συνδεόμενα και με άλλα προβλήματα ευρύτερα, οικογενειακά ή υγείας, μπορούσαν να δικαιολογήσουν την παρανομία, αυτό θα ήταν η οριστική κατάρρευση κάθε ηθικής αρχής αλλά και κάθε αρχής τάξης και δικαίου.» Τούτων λεχθέντων, υποδεικνύεται πως αν οι οικονομικές δυσκολίες δεν δικαιολογούν την καταφυγή σε άλλα αδικήματα του συνήθους ποινικού δικαίου, πολύ περισσότερο δεν μπορούν να προβάλλονται ως δικαιολογία σε υποθέσεις ναρκωτικών. Βεβαίως, ως αναφέρθηκε, η συνήγορος απέδωσε τη διάπραξη και στο γεγονός ότι ως περιστασιακός χρήσης παρασύρθηκε από πρόσωπα που τον έπεισαν να προβεί στις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες κρίθηκε ένοχος. Παρόλο που δεν δόθηκαν λεπτομέρειες της επιρροής που ασκήθηκε, με την έννοια του προσώπου ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες ασκήθηκε τέτοια επιρροή, εντούτοις λαμβάνουμε υπόψη ότι ως χρήστης ήταν πιο ευάλωτος σε επιρροές από άλλα πρόσωπα, αφού τούτο εξάλλου αναγνωρίζεται και ως ελαφρυντικό από το νόμο [βλ. άρθρο 30
(4)(β)(ii)]. Ωστόσο τούτο δεν δύναται να μεταβάλει ουσιαστικά τη σοβαρότητα της υπόθεσης, όπως σκιαγραφήθηκε πιο πάνω. Συνεπώς, η ανάγκη για αυστηρή και αποτρεπτική ποινή είναι αυταπόδεικτη. Ειδικά σε ό,τι αφορά συνεργούς στην εμπορία, αρκούμαστε στην παράθεση του ακόλουθου αποσπάσματος από την υπόθεση Salaryand v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ.541: «Έχει λεχθεί - και μπορεί να το επαναλάβουμε - ότι αυστηρή τιμωρία ατόμων που ενέχονται στη χρήση ναρκωτικών, όλως ιδιαίτερα των εμπόρων ναρκωτικών και των συνεργών τους, αποτελεί στοιχειώδη άμυνα της κοινωνίας και πράξη συμβάλλουσα στην παγκόσμια εκστρατεία καταπολέμησης και, ει δυνατόν, εκρίζωσης του κακού, που έχει, επανειλημμένα, χαρακτηριστεί ως η «μάστιγα των ναρκωτικών». (έμφαση δοθείσα) Τέλος δεν διαλανθάνει την προσοχή μας πως ο Κατηγορούμενος βαρύνεται και με μία προηγούμενη καταδίκη. Βεβαίως η αναφορά στις προηγούμενες καταδίκες ενός κατηγορούμενου δεν αποτελεί επιβαρυντικό παράγοντα[4], υπό την έννοια ότι οι προηγούμενες καταδίκες δεν λαμβάνονται υπόψη για να τιμωρηθεί εκ νέου ο κατηγορούμενος για αδικήματα στα οποία έχει ήδη καταδικασθεί και για τα οποία εξέτισε την ποινή του. Η σημασία τους έγκειται στο ότι, αναλόγως πάντοτε της περίπτωσης, δύνανται να μειώσουν την επιείκεια που μπορεί να επιδειχθεί από το Δικαστήριο. Και αυτό διότι αποτελούν ένδειξη της στάσης του στην τήρηση των νόμων[5]. Στην προκειμένη περίπτωση, προκύπτει πως το αδίκημα της προηγούμενης καταδίκης διαπράχθηκε στις 16.7.23, δηλαδή ενάμιση περίπου μήνα πριν τη διάπραξη των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης. Επρόκειτο δε για αδίκημα ίδιας φύσεως, αφού αφορούσε την κατοχή ελεγχόμενων φαρμάκων, μικρότερης βεβαίως ποσότητας, η οποία όμως αφορούσε ναρκωτικές ουσίες Τάξεως Α. Φαίνεται εν ολίγοις πως σε διάστημα δύο μηνών, ο Κατηγορούμενος ενεπλάκη πέραν της μίας φοράς στη διάπραξη αδικημάτων σχετιζόμενων με ναρκωτικά και τούτο λαμβάνεται υπόψη στο δέοντα βαθμό, χωρίς όμως εν προκειμένω να μειώνει ουσιαστικά την επιείκεια που μπορεί να του επιδειχθεί, αφού δεν διαλανθάνει την προσοχή μας ότι η προηγούμενη καταδίκη αφορούσε σαφώς μειωμένης σοβαρότητας αδίκημα, εν σχέσει πάντοτε με τα υπό εξέταση αδικήματα, πράγμα το οποίο εξάλλου αντανακλάται και στην επιβληθείσα γι' αυτό ποινή. Παρά τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν, σημειώνουμε πως η σοβαρότητα των αδικημάτων και η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση τους δεν μειώνει σε καμμιά περίπτωση την ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής, ούτως ώστε αυτή να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου Κατηγορούμενου. Όμως επισημαίνουμε ότι οι προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορουμένου, στις περιπτώσεις κατοχής ναρκωτικών, που επιφέρουν ολέθριες συνέπειες, έχουν μόνο οριακή σημασία[6]. Οι προσωπικές περιστάσεις και τα ιδιαίτερα προβλήματα αδικοπραγούντων, σ' αυτού του είδους τις υποθέσεις, λαμβάνονται βέβαια σε κάποιο βαθμό υπόψη. Και η εξατομίκευση έχει την θέση της, αλλά δεν μπορεί να εξουδετερώσει ή να αποδυναμώσει τη μέριμνα για προστασία της κοινωνίας[7]. Στα πλαίσια του καθήκοντος εξατομίκευσης της ποινής, εν πρώτοις σημειώνουμε, πως δεν συντρέχει στην περίπτωση του Κατηγορούμενου κάποιο από τα αναφερόμενα στο Νόμο περιστατικά, τα οποία θα καθιστούσαν τα αδικήματα ιδιαίτερα σοβαρά [βλ. άρθρο 30
(4)(α)(i) - (viii)]. Επίσης, προς όφελος του Κατηγορούμενου λαμβάνουμε υπόψη την παραδοχή του στο Δικαστήριο, η οποία δεν ήταν μεν άμεση, όμως έγινε σε πολύ αρχικό στάδιο και αμέσως μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Η βαρύτητα δε που μπορεί να της αποδοθεί ποικίλει ανάλογα με την περίπτωση. Όπου συμβάλλει αποτελεσματικά στη διερεύνηση της υπόθεσης και πηγάζει από πραγματική μεταμέλεια του κατηγορούμενου έχει μεγαλύτερη αξία. Επίσης μεγαλύτερη αξία μπορεί να αποδοθεί στην παραδοχή σε υποθέσεις όπου η απόδειξη του αδικήματος θα ήταν χρονοβόρα και δύσκολη (βλ. Ghafari v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442) καθώς και όταν δεν υπάρχει άλλη μαρτυρία στα χέρια της Αστυνομίας, η οποία αδυνατεί έτσι να εξιχνιάσει το έγκλημα. Αντίθετα σε περιπτώσεις όπου η σύλληψη διενεργείται επ' αυτοφώρω, η σημασία της παραδοχής αμβλύνεται (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ζανέττου
(2001)2 Α.Α.Δ. 438). Στην προκειμένη περίπτωση, η σύνδεση του Κατηγορούμενου με τα αδικήματα ή και ο ρόλος του, αποκαλύφθηκε μετά από την ανάλυση τηλεπικοινωνιακών δεδομένων. Με αυτά υπόψη είναι γεγονός ότι υπήρχαν ισχυρά στοιχεία που ενέπλεκαν τον Κατηγορούμενο στη διάπραξη των αδικημάτων και τα οποία προφανώς δεν άφηναν πολλά περιθώρια άλλων επιλογών στον τελευταίο. Από την άλλη όμως, δεν παραβλέπουμε πως σε περίπτωση μη παραδοχής θα απαιτείτο κάποια διαδικασία και υπολογίσιμος χρόνος. Συναφώς μέσω της παραδοχής του διασώθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος και έξοδα. Παράλληλα η παραδοχή του, σε συνδυασμό με την απολογία του, συνιστά απτή απόδειξη της μεταμέλειας του και ασφαλώς αποτελεί ουσιώδη ελαφρυντικό παράγοντα ο οποίος οδηγεί σε σχετική έκπτωση στην ποινή (Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ.28, M.C.T. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ.222/20, ημερ. 10.10.22), ECLI:CY:AD:2022:B386. Ως προς την επίκληση της συνεργασίας του Κατηγορούμενου με την Αστυνομία και μάλιστα ως σοβαρού μετριαστικού παράγοντα, σημειώνουμε πως ούτε από την αγόρευση ούτε όμως από τα εκτεθέντα γεγονότα προκύπτουν στοιχεία ότι ως εκ της συνεργασίας του διαλευκάνθηκε η υπόθεση ή έστω ότι βοήθησε στο ελάχιστο το ανακριτικό έργο των αρχών. Ό,τι σχετικά μπορεί να πιστωθεί προς όφελος του σε αυτό το πλαίσιο, είναι ότι από πλευράς συμπεριφοράς, ήταν συνεργάσιμος κατά το ανακριτικό στάδιο και δεν προκάλεσε προβλήματα, για όποια βαρύτητα το στοιχείο τούτο έχει, δεδομένης και της γενικότερης υποχρέωσης συλληφθέντων και ύποπτων προσώπων να συνεργάζονται με νόμιμες υποδείξεις των ανακριτικών αρχών. Όμως για να είναι ξεκάθαρο, τονίζουμε πως τα πιο πάνω σίγουρα δεν εμπίπτουν στην έννοια συνεργασία που έχει καθορίσει η νομολογία[8], η οποία μπορεί να ληφθεί υπόψη ως σοβαρός μετριαστικός παράγοντας. Περαιτέρω λαμβάνουμε υπόψη ότι τα επίδικα ναρκωτικά εμπίπτουν στην Τάξη Β' και όχι στα σκληρά ναρκωτικά της Τάξης Α', καθώς επίσης ότι η περιεκτικότητα των ναρκωτικών που αφορούν οι κατηγορίες 1-3, στην δραστική ουσία Δ.9-THC (τετραϋδροκανναβινόλη), ήταν σχετικά χαμηλή (0,37%). Ωστόσο, ως ήδη υποδείξαμε και πιο πάνω, πέραν του ότι η περιεκτικότητα της εν λόγω δραστικής ουσίας ήταν ψηλή στα ναρκωτικά που αφορούν οι κατηγορίες 5 και 6 (20%), επρόκειτο συνολικά για μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών. Συνεκτιμούμε επίσης προς όφελος του και τις προσωπικές του περιστάσεις, ως περιέχονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και όπως περαιτέρω αναλύθηκαν ενώπιον μας από τη συνήγορο του. Συγκεκριμένα λαμβάνουμε υπόψη ότι ο Κατηγορούμενος είναι ηλικίας 28 ετών, άγαμος και ότι γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Νιγηρία. Επίσης, ότι είναι άτομο χαμηλού νοητικού και μορφωτικού επιπέδου. Έχει ακόμη τρία αδέλφια, με τα οποία δεν διατηρεί επαφή, ούτε γνωρίζει που διαμένουν. Οι γονείς του δε, έχουν αποβιώσει προ ετών. Στην Κύπρο ήρθε πριν 4 χρόνια με σκοπό τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης του και προκειμένου να φοιτήσει σε κολέγιο, όμως τελικά δεν μπόρεσε να φοιτήσει λόγω οικονομικών δυσκολιών. Μάλιστα, ζούσε σε άθλιες συνθήκες και έτσι άρχισε να εργάζεται σε διάφορες εργασίες ώστε να μπορεί να επιβιώνει. Επίσης, είναι αιτητής πολιτικού ασύλου, ενώ ως αναφέρθηκε είναι και περιστασιακός χρήστης ναρκωτικών. Ως προς τις οικονομικές του δυσκολίες έχει ήδη γίνει αναφορά πιο πάνω. Εν σχέσει τώρα με το γεγονός ότι πρόκειται για περιστασιακό χρήση ναρκωτικών, σημειώνουμε πως το τελευταίο αυτό στοιχείο λαμβάνεται βεβαίως υπόψη, όμως ό,τι χρειάζεται να επισημανθεί εδώ, είναι πως στην προκειμένη περίπτωση το βασικό χαρακτηριστικό της υπόθεσης δεν είναι η κατοχή μικρής ποσότητας ναρκωτικών για προσωπική χρήση. Ο Κατηγορούμενος βρέθηκε στο Κακουργιοδικείο επειδή σε συνεργασία με άλλο πρόσωπο εισήγαγε και κατείχε με σκοπό την προμήθεια, μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε από τη συνήγορο του Κατηγορούμενου, στο νεαρό της ηλικίας του. Εισηγήθηκε μάλιστα, ότι λόγω ακριβώς του παράγοντα αυτού «..οποιαδήποτε πολύμηνη ποινή φυλάκισης, θα τον καθορίσει και θα καταστρέψει τη ζωή του.» Ειδικά για το νεαρό της ηλικίας των κατηγορούμενων, στην υπόθεση Ευαγγέλου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 138/2020, ημερ. 27.4.21, ECLI:CY:AD:2021:B176, επαναλήφθηκε πως αναγνωρίζεται ως ισχυρός μετριαστικός παράγοντας[9] και ειδικά σε υποθέσεις ναρκωτικών όπου ο παράγοντας αυτός αναγνωρίζεται ως ελαφρυντικός από τον ίδιο το Νόμο [βλ. άρθρου 30
(4)(β)(i)]. Επομένως ο Κατηγορούμενος ως σχετικά νεαρό πρόσωπο αναμένει μεγαλύτερη επιείκεια (βλ. και Evtim Rumerov Iliev ανωτέρω) και σίγουρα η μεταχείριση του στην προκειμένη περίπτωση θα διαφέρει από την μεταχείριση της οποίας θα τύγχανε ένας πιο ώριμος ενήλικας αν βρίσκονταν στη θέση του. Από την άλλη όμως, οφείλουμε να επαναλάβουμε ότι παρόλο που η ηλικία λαμβάνεται υπόψη, εντούτοις δεν αφήνεται να εξουδετερώσει την ανάγκη για προστασία της κοινωνίας[10]. Χαρακτηριστικά τα νομολογηθέντα στην Velcu v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 100/2019, ημερ. 20.1.2019, όπου λέχθηκε πως: "Η αναγκαιότητα, όμως, για επιτέλεση του σκοπού της αναμόρφωσης, δεν μπορεί να εξουδετερώνει τους υπόλοιπους στόχους της επιβολής ποινής που αφορούν στην αποτροπή διάπραξης αδικημάτων, τόσο από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, όσο και από τρίτους, και, επιπλέον, στοχεύει στην προστασία του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου από συμπεριφορές όπως αυτές του εφεσείοντα. Δεν θα ήταν ορθό το νεαρό της ηλικίας ενός κατηγορουμένου να θεωρηθεί ότι αποτελεί παράγοντα αποφυγής των συνεπειών του νόμου και απουσίας επιβολής οποιασδήποτε ποινής". Επίσης, στην υπόθεση Marius v. Δηµοκρατίας
(2015)2 Α.Α.Δ.397, λέχθηκε ότι: «...ναι µεν το νεαρό της ηλικίας ενός παραβάτη δεν πρέπει να παραγνωρίζεται στο στάδιο επιµέτρησης της ποινής, αλλά ειδικά σ' ότι αφορά τον τοµέα των ναρκωτικών θα πρέπει να αναπτύξουν ιδιαίτερες αντιστάσεις, σκεπτόµενοι ότι αυτά προορίζονται κυρίως για συνοµήλικους τους, στην εξαθλίωση των οποίων συµβάλλουν µε την εµπλοκή στη διακίνηση τους.» Τα πιο πάνω αποκτούν ιδιαίτερη σημασία ιδωμένα υπό το φως των νομολογηθέντων στην Κλεομένης ανωτέρω, όπου τονίστηκε αφενός η έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη αδικημάτων αυτής της φύσεως και αφετέρου ότι οι παραβάτες στη συντριπτική πλειοψηφία τους είναι πρόσωπα νεαρής ηλικίας. Στο πλαίσιο αυτό, λαμβάνουμε βεβαίως υπόψη μας και τις γενικότερες δυσμενείς επιπτώσεις στον ίδιο, ως νεαρό άτομο, από την τυχόν επιβολή ποινή φυλάκισης, όπως και τη γενικότερη αγωνία που αυτός βιώνει αναμένοντας την ολοκλήρωση της παρούσας διαδικασίας. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα τα πιο πάνω, καταλήγουμε ότι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες, οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου. Τονίζεται ότι η εξατομίκευση δεν θα πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας ούτε του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά του αδικήματος, τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα, κυρίως σε υποθέσεις αυτής της φύσης για τους λόγους που έχουμε εξηγήσει ανωτέρω. Συνυπολογίζοντας λοιπόν όλα τα δεδομένα της παρούσας και λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων, με δεδομένη την ανάγκη για αποτροπή τόσο του ίδιου του Κατηγορούμενου αλλά και άλλων επίδοξων παραβατών, αλλά και της προεξάρχουσας πλέον ανάγκης για την προστασία της κοινωνίας και την πάταξη της διάδοσης των ναρκωτικών, κρίνουμε ότι οι μόνες αρμόζουσες ποινές είναι αυτές της φυλάκισης. Στην προκειμένη περίπτωση κρίνουμε πως οποιεσδήποτε άλλες ποινές δεν θα εξυπηρετούσαν τους σκοπούς του νόμου και θα έστελναν λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. Επισημαίνουμε δε, ότι στον εδώ Κατηγορούμενο, κρίνουμε πως θα πρέπει να επιβληθεί σαφώς αυστηρότερη ποινή εν σχέση με τον H.A.G., στον οποίο επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 6 ετών στην κατηγορία της κατοχής με σκοπό την προμήθεια. Κατ' αρχάς, σημειώνουμε πως υπάρχει διαφοροποιημένος ρόλος μεταξύ των δύο, εφόσον ο ρόλος του τελευταίου περιοριζόταν μόνον στην παραλαβή και μεταφορά των ναρκωτικών. Τούτη η εξυπηρέτηση που θα έκανε δε, αφορούσε μόνον την ποσότητα των 3 κιλών και 156 γραμμαρίων και όχι την ποσότητα των κατηγοριών 5 και 6. Επίσης, το εν λόγω πρόσωπο, δεν είχε καμία σχέση με την εισαγωγή της αναφερθείσας ποσότητας ναρκωτικών, ενώ τέλος, ήταν και νεαρότερο πρόσωπο εν σχέσει με τον Κατηγορούμενο και συγκεκριμένα ήταν ηλικίας 24 ετών. Περαιτέρω, λαμβάνουμε υπόψη ότι ο Κατηγορούμενος βρίσκεται υπό κράτηση στο πλαίσιο της παρούσας από τις 7.10.24. Είναι όμως γεγονός πως της καταχώρησης της υπό κρίση υπόθεσης, είχε προηγηθεί η καταχώρηση των υποθέσεων 2331/23 και 2660/23, στο πλαίσιο των οποίων ο Κατηγορούμενος παρέμεινε υπό κράτηση από τις 14.9.23. Υποθέσεις οι οποίες αφού αναστάλθηκαν, καταχωρίστηκε το παρόν κατηγορητήριο στο οποίο συμπεριλήφθηκαν οι κατηγορίες των εν λόγω υποθέσεων. Παρόλο δε που ως εκ του άρθρου 117 του Κεφ.155 δεν υπάρχει υποχρέωση εκ του νόμου για υπολογισμό της περιόδου κράτησης σε άλλη υπόθεση[11], εντούτοις υπό τις περιστάσεις και με δεδομένη ιδιαίτερα τη συνάφεια των πιο πάνω υποθέσεων με την παρούσα, θεωρούμε άδικο να μην συνυπολογιστεί αυτή η περίοδος προς όφελος του. Επομένως καθιστούμε σαφές ότι στην κατάληξη μας ως προς το ύψος της ποινής έχουμε λάβει υπόψη την περίοδο του 1 έτους και 24 ημερών[12], κατά την οποία ο Κατηγορούμενος τελούσε υπό κράτηση στο πλαίσιο των πιο πάνω υποθέσεων και έχουμε αφαιρέσει τον χρόνο αυτό από την ποινή που άλλως θα επιβάλλαμε. Κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω, επιβάλλουμε στον Κατηγορούμενο σε κάθε μια εκ των κατηγοριών 1, 2, 5 και 6, ποινή φυλάκισης 8,5 ετών. Στην κατηγορία 3 δεν επιβάλλεται καμμιά ποινή, ενόψει του ότι τα γεγονότα που την στοιχειοθετούν εμπεριέχονται στην κατηγορία 2. Οι ποινές φυλάκισης που έχουν επιβληθεί θα είναι άμεσες και θα συντρέχουν. Στη βάση δε του άρθρου 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Kεφ.155, η έκτιση των ποινών να μειωθεί κατά το χρονικό διάστημα που ο Κατηγορούμενος τελούσε σε προφυλάκιση, ήτοι από 7.10.2024. (Υπ.) ............. Ν. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............. Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Ε. Μιντή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Κατά παράβαση του άρθρου 4
(1)(α) του Ν.29/1977. [2] Κατά παράβαση του άρθρου 6
(3)του Ν.29/77. [3] Κατά παράβαση του άρθρου 6
(1)
(2)του Ν.29/
  1. [4] βλ. Dygdalowicz v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 11/21, ημερ. 4.11.
  2. [5] βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ.1 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου
(1997)2 Α.Α.Δ.17. [6] βλ. Ζωμενής ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 400, Ρεσλάν ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 127, Sovanovic ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 635 και Αbe v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 211. [7] βλ. Παυλίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 220, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 577 και Παύλου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 44/2016, ημερ. 4.4.2019, ECLI:CY:AD:2019:B130. [8] βλ. μεταξύ άλλων και την υπόθεση Κύπρος Χαραλάμπους v Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 53, στην οποία έχει παραπέμψει η υπεράσπιση. [9] βλ. Γ. Μ. Πικής «Sentencing in Cyprus» 2η έκδ. 2007, 88-90. [10] βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Τσαπατσάρη κ.α.
(2000)2 ΑΑΔ, 304, Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ, 83, Cotorceanu κ.α. v. Δημοκρατίας Ποιν. Εφέσεις 84/20 και 87/20, ημερ. 17.2.21. [11] Βλ. Tsonkov v. Αστυνομίας
(2015)2 Α.Α.Δ
  1. [12] Μέχρι τις 7.10.24, οπότε αναστάλθηκαν οι υποθέσεις 2331/23 και 2660/
  2. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.