Δημοκρατία ν. F.A., Ποιν. Υπόθεση: 1432/24, 30/9/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΟΔΙΚΕΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΥΝΘΕΣΗ: N. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ. Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. Ε. Μιντή, Ε.Δ. Ποιν. Υπόθεση: 1432/24 Δημοκρατία ν. F.A. Κατηγορούμενος 30 Σεπτεμβρίου, 2024 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Δημοσθένους, για Γενικόν Εισαγγελέα Για Κατηγορούμενους: κα Μ. Παυλίδου Κατηγορούμενος παρών ΠΟΙΝΗ Κατόπιν αναστολής κάποιων κατηγοριών, ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, με δική του παραδοχή, επί τω ότι ενώ ήταν απαγορευμένος μετανάστης, βρέθηκε σε χωρικά ύδατα της Δημοκρατίας, χωρίς να κατέχει την απαιτούμενη άδεια, κατά παράβαση των άρθρων 6
(1)(ι),(κ),(λ),(μ), 6
(2)και 19
(2)του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ.105 (κατηγορία 1). Περαιτέρω κρίθηκε ένοχος και επί τω ότι συνέδραμε ώστε, 282 απαγορευμένοι μετανάστες να εισέλθουν παράνομα στη Δημοκρατία, κατά παράβαση των άρθρων 6
(1)(ι),(κ),(λ),(μ), 6
(2)και 19
(1)(ζ) του Κεφ.105 και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορία 8). Αδικήματα που διαπράχθηκαν στις 11.03.24. Α. Γεγονότα Την 11.03.24 και περί ώρα 15:00, το πλήρωμα αστυνομικής ακάτου της Κυπριακής Λιμενικής και Ναυτικής Αστυνομίας, εντόπισε ξύλινη βάρκα 13 περίπου μέτρων, να πλέει 1,5 ναυτικά μίλια ανοιχτά του ακρωτηρίου Κάβο Γκρέκο. Η βάρκα ήταν επικίνδυνα υπερφορτωμένη από υπεράριθμους επιβάτες. Συγκεκριμένα επέβαιναν σε αυτήν συνολικά 283 άτομα (εκ των οποίων 162 ήταν άνδρες, 27 γυναίκες και 94 παιδιά). Σύμφωνα με το Τμήμα Εμπορικής Ναυτιλίας Κύπρου, ο ανώτατος αριθμός επιβατών που θα μπορούσε να επιβιβαστεί με ασφάλεια σε σκάφος ιδίων τεχνικών χαρακτηριστικών, δε θα μπορούσε σε καμμιά περίπτωση να ξεπερνά τους 15 ενήλικες. Η κατάσταση εκτιμήθηκε ως πολύ επικίνδυνη για την ασφάλεια των επιβαινόντων και ως εκ τούτου, ενεργοποιήθηκε σχέδιο διάσωσης τους το οποίο ανέλαβε η Λιμενική και Ναυτική Αστυνομία Κύπρου, με το Κέντρο Συντονισμού Έρευνας και Διάσωσης να βρίσκεται συνεχώς ενήμερο. Στην επιχείρηση διάσωσης συμμετείχαν δύο άκατοι της λιμενικής και ναυτικής αστυνομίας, μία εκ των οποίων χρησιμοποιήθηκε για την σταδιακή μετεπιβίβαση των επιβαινόντων σε αστυνομική άκατο, πράγμα το οποίο κρίθηκε επιβεβλημένο υπό τις περιστάσεις. Μετά από δύο ετεροχρονισμένες μετεπιβιβάσεις, όλοι οι επιβάτες, αποβιβάστηκαν εν τέλει με ασφάλεια στην Μαρίνα Αγίας Νάπας όπου το σκάφος της λιμενικής αστυνομίας κατέπλευσε. Κατά την αποβίβαση των μεταναστών στη στεριά, μέλος της Υπηρεσίας Αλλοδαπών και Μετανάστευσης πήρε συνέντευξη από τον καθένα ξεχωριστά και σύμφωνα με τα όσα δήλωσαν, επρόκειτο για Σύρους υπηκόους με εξαίρεση τον Λιβάνιο Κατηγορούμενο. Ουδείς, συμπεριλαμβανομένου του Κατηγορούμενου, είχε στην κατοχή του διαβατήριο και δη θεωρημένο από τις Αρχές της Δημοκρατίας, ούτε και άδεια μετανάστευσης χορηγούμενη από τις Αρχές της Δημοκρατίας, και ως εκ τούτου, σύμφωνα με το Νόμο, επρόκειτο στο σύνολό τους για απαγορευμένους μετανάστες. Σύμφωνα με μαρτυρία που περισυνελέγη από τους επιβαίνοντες, το βράδυ της 11.03.2024 αναχώρησαν από παραθαλάσσια περιοχή της Συρίας με προορισμό την Κύπρο, προς αναζήτηση καλύτερων συνθηκών ζωής. Για να τους επιτραπεί να ταξιδέψουν, κατέβαλαν έκαστος σε λαθρέμπορους μεταναστών στη Συρία ποσά κυμαινόμενα από 2500 μέχρι 3000 δολάρια. Υπέδειξαν δε τον Κατηγορούμενο, ως το μοναδικό άτομο το οποίο πλοήγησε το σκάφος από τον Λίβανο προς την Κύπρο. Ο Κατηγορούμενος συνελήφθη στις 12.03.24, προφυλακίστηκε για περίοδο οκτώ ημερών και έκτοτε βρίσκεται υπό κράτηση. Από τις αστυνομικές εξετάσεις που ακολούθησαν προέκυψε περαιτέρω ότι ο Κατηγορούμενος κατάγεται από τον Λίβανο και είναι γεωργός. Θέλησε να έρθει στην Κύπρο προς αναζήτηση καλύτερων συνθηκών ζωής και αυτή ήταν η πρώτη φορά που επιχείρησε να ταξιδέψει εκτός Λιβάνου. Για τον σκοπό αυτό κατέβαλε στους διακινητές το ποσό των 3000 δολαρίων. Κάθισε στο πηδάλιο του σκάφους από το σημείο εκκίνησης μέχρι και την Κύπρο, αναλαμβάνοντας αποκλειστικά το ρόλο του καπετάνιου της επίδικης βάρκας, για λόγους που δεν θέλησε ανακρινόμενος να αποκαλύψει στην αστυνομία. Από το σύνολο της μαρτυρίας που εξασφαλίστηκε κατά την διερεύνηση της υπόθεσης, προέκυψε ότι το ταξίδι διοργανώθηκε από διαρθρωμένη ομάδα λαθρεμπόρων μεταναστών η οποία δρα στη Συρία, στο Λίβανο και στην Κύπρο. Πρόκειται, σύμφωνα με τον Νόμο, για εγκληματική οργάνωση που δραστηριοποιείται στο λαθρεμπόριο μεταναστών. Έκαστος μετανάστης, συμπεριλαμβανομένου και του Κατηγορουμένου, κατέβαλε στην εγκληματική οργάνωση ποσά κυμαινόμενα από 2500-3000 δολάρια, ως αντίτιμο για το ταξίδι. Ο Κατηγορούμενος είναι πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου. Β. Αγόρευση Μετριασμού Η συνήγορος του Κατηγορούμενου, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη το λευκό του ποινικό μητρώο, τον πολυετή πρότερο έντιμο βίο του, το μεμονωμένο των πράξεων του, την παραδοχή, απολογία και μεταμέλεια του, αλλά και τις προσωπικές του περιστάσεις, εστιάζοντας στο ότι πρόκειται για αιτητή ασύλου, ηλικίας 42 ετών, έγγαμο και πατέρα τριών ανήλικων παιδιών, με προβλήματα υγείας και πολύ δύσκολες οικονομικές περιστάσεις. Περιστάσεις οι οποίες αποτέλεσαν και το κίνητρο του Κατηγορούμενου για τη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων, προκειμένου να εξεύρει καλύτερη εργασία και να μπορέσει έτσι να υποστηρίξει την οικογένεια του. Πέραν των πιο πάνω κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη και τις συνθήκες διάπραξης, με ιδιαίτερη έμφαση στην απουσία προσχεδιασμού, στο γεγονός ότι και ο ίδιος κατέβαλε κόμιστρο για να ταξιδέψει ενώ δεν έλαβε οποιοδήποτε χρηματικό ή άλλο αντάλλαγμα για την πλοήγηση της βάρκας, στο ότι ο ρόλος του, συγκριτικά με τον διοργανωτή του ταξιδιού, ήταν δευτερεύων αφού δεν είναι ο ίδιος που αποφάσισε τη διοργάνωση του ταξιδιού, ως επίσης δεν εισέπραξε οποιοδήποτε κόμιστρο από τους επιβάτες, δεν ήταν ο ιδιοκτήτης της βάρκας, ούτε ήταν αυτός που καθόρισε τον αριθμό των επιβαινόντων, ούτε όμως και είναι μέλος οποιασδήποτε εγκληματικής οργάνωσης. Επικαλέστηκε επίσης τη μη δίωξη των ιθυνόντων/διοργανωτών του ταξιδιού, για να εισηγηθεί ότι παραβιάστηκε, εν προκειμένω, η αρχή της ίσης μεταχείρισης παραβατών, πράγμα το οποίο θα πρέπει, να λειτουργήσει μετριαστικά για τον Κατηγορούμενο. Υπό το φως δε των ανωτέρω αλλά και του ότι κατά την εισήγηση της εξέλιπε πλέον η ανάγκη για αποτροπή, ένεκα μείωσης των μεταναστευτικών ροών το τελευταίο διάστημα, λόγω συμφωνίας που επετεύχθη με το Λίβανο, κάλεσε το Δικαστήριο όπως θεωρήσει ότι δεν καθίσταται επιβεβλημένη η αντιμετώπιση των επίδικων αδικημάτων, ως αδικήματα τα οποία παρουσιάζουν έξαρση και όπως επιδείξει στον Κατηγορούμενο κάθε δυνατή επιείκεια. Γ. Νομική Πτυχή Αμφότερα τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, τιμωρούνται, με ποινή φυλάκισης μέχρι 10 έτη ή πρόστιμο μέχρι €50.000 ή και με τις δύο αυτές ποινές[1]. Όπως έχει νομολογηθεί, η σοβαρότητα η οποία προσδίδεται σε κάποιο αδίκημα από τον Νομοθέτη, όπως αυτή προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά έναν από τους παράγοντες οι οποίοι συνθέτουν τη σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό είναι σημαντικό και τα Δικαστήρια οφείλουν να το λαμβάνουν υπόψιν κατά την επιμέτρηση συνεκτιμώντας το με τα γεγονότα της υπόθεσης (Βραχίμης ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Δημοκρατία ν. Λαζαρή, Ποιν. Έφ. Αρ. 25/2021, ημερ. 8.3.2022), ECLI:CY:AD:2022:D89. Αξίζει να σημειωθεί στο σημείο αυτό, ότι οι προβλεπόμενες ποινές σε ό,τι αφορά και τις δύο κατηγορίες που παραδέχθηκε ο Κατηγορούμενος εισήχθησαν με τον τροποποιητικό Ν.46(Ι)/2021, ο οποίος τέθηκε σ' εφαρμογή από 9.4.21 και με αυτόν οι ποινές που αρχικώς προβλέπονταν από το Κεφ.105 για τα συγκεκριμένα αδικήματα, αυξήθηκαν σημαντικά. Πιο συγκεκριμένα εν σχέσει μ' αυτά, πριν τις 9.4.2021, προνοείτο ποινή φυλάκισης μέχρι 3 έτη ή χρηματική ποινή μέχρι Λ.Κ.5.000 ή και οι δύο αυτές ποινές. Η αύξηση αυτή στις ποινές, η οποία ξεπερνά το τριπλάσιο καθ' όσον αφορά την ποινή φυλάκισης και το πενταπλάσιο καθ' όσον αφορά τη χρηματική ποινή, υποδηλώνει, αφενός την αυξανόμενη ανησυχία του νομοθέτη καθώς και της κοινωνίας εν σχέσει με τα αδικήματα αυτά και αφετέρου καταδεικνύει την ανάγκη για αυστηρότερη μεταχείριση των αδικοπραγούντων με σκοπό την πάταξη των εν λόγω αδικημάτων. Ανάγκη η οποία επιβάλλεται ενόψει και της ανησυχητικής συχνότητας με την οποία διαπράττονται τα αδικήματα αυτά, ζήτημα σε σχέση με το οποίο αντλούμε δικαστική γνώση από τον αριθμό υποθέσεων αυτής της φύσεως που άγονται ενώπιον μας. Επί τούτου οφείλουμε να σημειώσουμε πως, δεν αποτελεί καθόλου υπερβολή να λεχθεί ότι το παρόν Δικαστήριο, επιλαμβάνεται τέτοιων υποθέσεων επί εβδομαδιαίας βάσης. Αξίζει δε να σημειώσουμε παρενθετικά, ότι σήμερα το Δικαστήριο θα επιβάλει ποινή σε τρεις υποθέσεις αυτής της φύσεως, ενώ τέταρτη εκκρεμεί για ακρόαση. Αυτή ακριβώς η παράμετρος, της συχνότητας δηλαδή με την οποία διαπράττονται αυτής της φύσεως αδικήματα καθώς επίσης και η εγγενής σοβαρότητα που ενέχουν, ένεκα της φύσης τους αλλά και των σοβαρών προεκτάσεων και επιπτώσεων που προκαλεί η επαναλαμβανόμενη διάπραξη τους, αναδείχθηκαν πολύ πρόσφατα στην Γενικός Εισαγγελέας v Ali Terzelaki, κ.α, Ποιν. Εφ.6/23 κ.α., ημερ.4.6.24, όπου με αναφορά και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Khabeer Khan, Ποιν. Έφεση 123/2023, ημερ. 15.9.23, τονίστηκε για άλλη μια φορά, ότι αδικήματα που σχετίζονται με παράνομη είσοδο, διέλευση και παραμονή στη Δημοκρατία παρουσιάζουν αύξηση, γεγονός που επιβάλλει την αυστηρή αντιμετώπιση τους. Επίσης με αναφορά στην El Feky v Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 166 και στην Γενικός Εισαγγελέας v Ευαγόρου
(2001)2 ΑΑΔ 285, υπογραμμίστηκε ότι λόγω του μεγέθους του προβλήματος, καθοριστικός παράγοντας στην επιμέτρηση της ποινής είναι η αποτροπή και παράλληλα επισημάνθηκαν και οι σοβαρές συνέπειες που προκαλούνται στην αγορά εργασίας και την κοινωνική και οικονομική ζωή του τόπου από αδικήματα που σχετίζονται με παράνομη μετανάστευση. Μάλιστα έγινε ιδιαίτερη μνεία και στην Οδηγία του Συμβουλίου της Ευρώπης Αρ. EC2002/90, ημερ. 28.11.02, για τον ορισμό της υποβοήθησης της παράνομης εισόδου διέλευσης και παραμονής, όπου αναφέρεται πως: «Ένας από τους στόχους της Ευρωπαικής Ένωσης είναι η προοδευτική εγκαθίδρυση ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, η οποία συνεπάγεται ιδίως την καταπολέμηση της παράνομης μετανάστευσης». Σε σχέση με το ζήτημα της συχνότητας με την οποία διαπράττονται αυτής της φύσεως αδικήματα και της εγγενούς σοβαρότητας που αυτά ενέχουν, αλλά και για την ανάγκη αυστηρής αντιμετώπισης τους, στην πρόσφατη υπόθεση Khabeer Khan (ανωτέρω), λέχθηκαν συγκεκριμένα και τα εξής: «Τα αδικήματα τα οποία έχει παραδεχθεί ο Εφεσίβλητος αναμφίβολα εντάσσονται στη γενικότερη κατηγορία αδικημάτων τα οποία σχετίζονται με την παράνομη είσοδο, παράνομη διέλευση και παράνομη παραμονή στη Δημοκρατία. Ασφαλώς και λαμβάνεται δικαστική γνώση για τη διαρκώς αυξανόμενη συχνότητα με την οποία τέτοιου είδους υποθέσεις παρουσιάζονται ενώπιον των δικαστηρίων, στοιχείο το οποίο επιβάλλει την αυστηρή αντιμετώπισή τους με στόχευση την ειδική (σε κατάλληλες περιπτώσεις) αλλά και πρωτίστως τη γενική πρόληψη και αποτροπή διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων από μελλοντικούς επίδοξους παραβάτες. Ήταν ακριβώς εντός αυτών των παραμέτρων που από το 2004 το Εφετείο, δίδοντας τις κατευθυντήριες γραμμές υιοθέτησε στην υπόθεση Tabrizi v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 421 την πιο κάτω προσέγγιση: «Αδικήματα που αφορούν την παράνομη είσοδο και παραμονή αλλοδαπών στην Κύπρο ή που σχετίζονται με τέτοια αδικήματα αντιμετωπίζονται ως σοβαρά. Έχει επισημανθεί στην σχετική νομολογία ότι τόσο η παράνομη είσοδος στο έδαφος της Δημοκρατίας όσο και η παράνομη παραμονή προσώπων που εισήλθαν αρχικά νόμιμα έχει φθάσει σε τέτοια επίπεδα που δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα κοινωνικής και οικονομικής φύσεως αλλά και προβλήματα αστυνόμευσης. Ακόμα ότι η Κύπρος είναι φιλόξενη χώρα αλλά ο καθένας που επιθυμεί να ζήσει εδώ οφείλει να συμμορφώνεται με τους Νόμους και τους Κανονισμούς της χώρας αυτής. Όπου ένα αδίκημα είναι από τη φύση του σοβαρό ή όπου διαπράττεται με μεγάλη συχνότητα δικαιολογείται η αντιμετώπιση του με ποινές αποτρεπτικού χαρακτήρα έτσι που πέραν από την τιμωρία του κατηγορουμένου να εξυπηρετείται και ο στόχος της αποτροπής διάπραξης παρόμοιων αδικημάτων στο μέλλον είτε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο είτε από άλλα πρόσωπα.» » Επομένως ό,τι προκύπτει από τα ανωτέρω είναι κατ' αρχάς, ότι από παλαιά τα δικαστήρια υπέδειξαν την ανάγκη αντιμετώπισης με αυστηρότητα των αδικημάτων που σχετίζονται με παράνομη είσοδο και παραμονή αλλοδαπών. Οι παραπάνω διαπιστώσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Tabrizi (ανωτέρω), οι οποίες υιοθετήθηκαν από το Εφετείο στην Khabeer Khan (ανωτέρω) αλλά και στην ακόμα πιο πρόσφατη απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ali Terzelaki (ανωτέρω), επιβεβαιώνουν το γεγονός ότι παρά την παρέλευση 20 ετών από τον χρόνο που αποφασίστηκε η Tabrizi (ανωτέρω), συνεχίζουν δυστυχώς, να είναι επίκαιρες ακόμα και σήμερα. Ίσως και περισσότερο, θα λέγαμε, δεδομένου του ότι η Δημοκρατία, ως μέλος (πλέον) της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καλείται να επωμιστεί, λόγω των μεγάλων μεταναστευτικών ροών που παρατηρούνται, ένα δυσβάστακτο κοινωνικοοικονομικό βάρος, αν αναλογιστεί κανείς το μέγεθος της χώρας μας, σε συνάρτηση με τον όγκο των μεταναστών που δέχεται. Οι κίνδυνοι επομένως που ελλοχεύουν σε πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο, από τη διάπραξη αδικημάτων που σχετίζονται με την παράνομη μετανάστευση, είναι στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο, ώστε η ποινή που θα επιβληθεί τελικώς, ν' αντικατοπτρίζει επαρκώς τη σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων, αλλά και να στέλνει τα ανάλογα μηνύματα σε μια προσπάθεια αποτροπής νέων επίδοξων παραβατών (βλ. και Deveci ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ 80). Δεν μας διαφεύγει βέβαια ότι αποτέλεσε εισήγηση της υπεράσπισης ότι έχει εκλείψει σήμερα η ανάγκη για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών ενόψει της αλλαγής δεδομένων, κατ' επίκλησιν συμφωνίας που επήλθε μεταξύ Κύπρου και Λιβάνου αλλά και του ότι αποτελεί δικαστική γνώση, ως ήταν η εισήγηση της, ότι δεν καταχωρούνται πλέον νέες υποθέσεις για αυτού του είδους τα αδικήματα. Επί τούτου πρέπει κατ' αρχάς να σημειωθεί πως δεν έχουν δοθεί οποιεσδήποτε λεπτομέρειες της επικαλούμενης συμφωνίας, οι οποίες να είναι ικανές να εντάξουν το ζήτημα στη σφαίρα της δικαστικής γνώσης, από τη στιγμή μάλιστα που η σχετική εισήγηση δεν ήταν αποδεκτή από την κατηγορούσα αρχή. Πέραν τούτου και εις απάντηση της σχετικής εισήγησης παραπέμπουμε και στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Ποινικού Εφετείου της χώρας μας στην υπόθεση Terzelaki (ανωτέρω), ημερ. 4.6.24, όπου ως υποδείξαμε, επαναλήφθηκε με εμφαντικό τρόπο η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε αυτής της φύσεως αδικήματα, ένεκα ακριβώς της έξαρσης που παρατηρείται στη διάπραξη τους. Εξ ου και στην εν λόγω υπόθεση το Εφετείο προχώρησε σε σημαντική αύξηση των πρωτοδίκως επιβληθεισών ποινών. Ανασκόπηση της νομολογίας εν σχέσει με υποθέσεις που σχετίζονται με την υποβοήθηση της παράνομης μετανάστευσης, την παράνομη είσοδο, διέλευση και παράνομη παραμονή στο έδαφος της Δημοκρατίας, επιβεβαιώνει την αυξανόμενη αυστηρότητα με την οποία αντιμετωπίζονται αδικήματα αυτής της φύσεως, σε μια προσπάθεια αναχαίτισης του σοβαρού αυτού φαινομένου που, δυστυχώς, παρουσιάζει συνεχώς αυξητική τάση. Στην υπόθεση Deveci (ανωτέρω), μετά από άμεση παραδοχή, ο Κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν νεαρό πρόσωπο (20 ετών) με λευκό ποινικό μητρώο, καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 2 ετών, για το αδίκημα της υποβοήθησης διέλευσης υπηκόων τρίτης χώρας από το έδαφος της Δημοκρατίας, έναντι αμοιβής, κατά παράβαση του άρθρου 19A του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105. Τότε, με τον τροποποιητικό Νόμο 8(I)/2007, προβλεπόταν ποινή φυλάκισης μέχρι 8 έτη ή χρηματική ποινή μέχρι €34.172 ή και οι δύο αυτές ποινές. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε μεν αυστηρή την επιβληθείσα ποινή, όχι όμως υπερβολική, ενόψει της προεξάρχουσας ανάγκης για αποτροπή αδικημάτων, της φύσης που αντιμετώπιζε ο Κατηγορούμενος και που σχετίζονταν με την ευρύτερη κατηγορία αδικημάτων που αφορούν παράνοµη είσοδο, παράνοµη διέλευση και παράνοµη παραµονή στη Δηµοκρατία. Στην υπόθεση Rasit Henver κ.α. ν. Αστυνοµίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 515, ο κατηγορούμενος 1 κατ΄ εντολήν του κατηγορούμενου 2 παρέλαβε τέσσερις Ιρακινούς από την κατεχόμενη Αμμόχωστο για να τους μεταφέρει στη Λάρνακα, έναντι οικονομικού οφέλους και για τους δύο εμπλεκόμενους, από την όλη συναλλαγή. Μετά από ακρόαση επιβλήθηκαν στον μεν πρώτο συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 12 μηνών σε κάθε μια από τις κατηγορίες του λαθρεμπορίου μεταναστών και της υποβοήθησης υπηκόων τρίτης χώρας να παραμείνουν στη Δημοκρατία με σκοπό την αποκόμιση κέρδους και 6 μηνών στην κατηγορία της απόπειρας παροχής βοήθειας σε υπηκόους τρίτης χώρας να παραμείνουν στη Δημοκρατία ενώ στον δεύτερο συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 18 μηνών και 12 μηνών στις αντίστοιχες κατηγορίες. Το Εφετείο επικύρωσε τις ποινές ως ορθές και δίκαιες, τονίζοντας την προβλεπόμενη, τότε, 8ετή ποινή φυλάκιση. Στην υπόθεση Ghouneym v. Αστυνοµίας
(2016)2 Α.Α.Δ. 576, είχε επιβληθεί στον Κατηγορούμενο, ποινή φυλάκισης 9 μηνών, για το αδίκημα της, (χωρίς όφελος) υποβοήθησης διέλευσης αλλοδαπής προς την Αγγλία. Το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε, πως παρά το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου, την άμεση παραδοχή του αλλά και το γεγονός ότι δεν είχε οποιοδήποτε οικονομικό όφελος από τη διάπραξη των αδικημάτων που αντιμετώπιζε, η ποινή ήταν ορθή και ισορροπημένη, ενόψει των εγγενών κινδύνων που προκύπτουν σε σχέση µε την κοινωνική και οικονομική ευημερία του τόπου. Συγκεκριμένα, το Ανώτατο Δικαστήριο, τόνισε τα εξής τα οποία έχουν, κατ' αναλογία, εφαρμογή και στην παρούσα: «Η απαξίωση ενέργειας που αφορά υποβοήθηση τρίτων προσώπων για διέλευση από το έδαφος της Δηµοκρατίας άµεσα σχετίζεται µε την ανάγκη διαφύλαξης της δηµόσιας ασφάλειας, ενός αγαθού ιδιαίτερα πολύτιµου που εν πολλοίς συναρτάται µε την ίδια την ύπαρξη του κράτους, εξ ου και η αυστηρή προνοούµενη ποινή των 8 ετών φυλάκισης». Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Khabeer Khan, (ανωτέρω), το Εφετείο αποδεχόμενο την έφεση που ασκήθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα, αύξησε την ποινή φυλάκισης που είχε επιβληθεί στον Κατηγορούμενο, στο αδίκημα της υποβοήθησης παράνομου αλλοδαπού να παραμείνει στο έδαφος της Δημοκρατίας έναντι αμοιβής, κατά παράβαση του άρθρου 19Α
(2)του Κεφ. 105, από 18 μήνες σε 3 έτη, εστιάζοντας στη συχνότητα διάπραξης των αδικημάτων αυτής της φύσεως, στην εγγενή σοβαρότητα τους και ιδιαίτερα στο γεγονός πως για τα εν λόγω αδικήματα η προβλεπόμενη ποινή, κατόπιν εκ νέου θεώρησης (αύξησης) της ήταν φυλάκιση μέχρι 15 χρόνια ή χρηματική ποινή μέχρι €150.000 ή και οι δύο αυτές ποινές, στοιχείο που συνηγορούσε στην πρόσδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στις επιβληθείσες ποινές. Παράλληλα συνεκτίμησε πως παρόλο που δεν υπήρξε «εγκληματική οργάνωση» εν τη εννοία που έχει ο σχετικός όρος στο εδάφιο
(3)του Άρθρου 19Α, εντούτοις υπήρξε μια τριμελής συνωμοτική ομάδα η οποία, ως προέκυπτε από τα γεγονότα, έδρασε βάσει σχεδίου, προγραμματισμού, συνεννόησης και έναντι αμοιβής όχι σε μια αλλά σε δυο περιπτώσεις για την υποβοήθηση, πέντε συνολικά αλλοδαπών. Σημειώνεται δε πως ο Κατηγορούμενος ήταν νεαρό πρόσωπο ηλικίας (23 ετών), με λευκό ποινικό µητρώο του, και παραδέχθηκε τις κατηγορίες ενώ επιπρόσθετα πιστώθηκαν στον Κατηγορούμενο τόσο οι δύσκολες προσωπικές του περιστάσεις όσο και το ότι ήταν ο µόνος ο οποίος εν τέλει τιµωρήθηκε, αφού τα άλλα δυο µέλη της συνωµοτικής οµάδας δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστούν (χωρίς ευθύνη των διωκτικών αρχών). Στη δε πολύ πρόσφατη απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ali Terzelaki (ανωτέρω), το Εφετείο τονίζοντας τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν σε σχέση με τη σοβαρότητα αδικημάτων αυτής της φύσεως, αύξησε τις πρωτοδίκως επιβληθείσες ποινές φυλάκισης 2,5 και 3,5 ετών, στις κατηγορίες απαγορευμένου μετανάστη[2] και μεταφοράς προσώπων δια της υδάτινης οδού με υπερφορτωμένο σκάφος[3], σε 4 και 5 έτη αντίστοιχα. Οι εφεσίβλητοι ήταν λευκού ποινικού μητρώου και το Εφετείο έλαβε υπόψιν το γεγονός ότι από τις ενέργειες των Κατηγορούμενων, διακινδύνεψε η ζωή άλλων 56 ατόμων (πέραν των ίδιων των Κατηγορούμενων) από το εγχείρημα να τους μεταφέρουν με ένα άκρως επικίνδυνο σκάφος, το οποίο εν τέλει βυθίστηκε, υιοθετώντας την προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι από τα γεγονότα αναδυόταν, το στοιχείο της οργανωμένης δράσης, παράγοντας που συνυπολογίστηκε ως επιβαρυντικός, μεταξύ άλλων. Έχοντας αναφερθεί στην ανωτέρω νομολογία, τονίζουμε βεβαίως ότι έχουμε κατά νου, κατ' αρχάς, πως στις υποθέσεις Deveci και Ghouneym, οι οποίες αφορούσαν αμφότερες, μεταξύ άλλων, το αδίκημα της υποβοήθησης διέλευσης υπηκόων τρίτης χώρας από το έδαφος της Δημοκρατίας, κατά παράβαση του άρθρου 19Α
(1)του Κεφ.105, το στοιχείο της αποκόμισης κέρδους δεν αποτελούσε συστατικό στοιχείο του αδικήματος[4], όπως δεν αποτελεί ούτε εν προκειμένω. Όμως σημειώνουμε πως στην πρώτη υπόθεση, λήφθηκε υπόψη το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είχε αναλάβει το παράνομο εγχείρημα έναντι αμοιβής, στο πλαίσιο των περιστάσεων διάπραξης των αδικημάτων και ανεξαρτήτως του ότι δεν αποτελούσε συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Οι δε υποθέσεις Rasit και Khabeer Khan, αφορούσαν το αδίκημα της υποβοήθησης υπηκόων τρίτης χώρας να παραμείνουν στη Δημοκρατία, κατά παράβαση του άρθρου 19Α
(2)του Κεφ.105, το οποίο δεν αποτελεί βεβαίως αδίκημα ίδιας εμβέλειας και σοβαρότητας με αυτό του άρθρου 19
(1)(ζ) που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος στην παρούσα από απόψεως προβλεπόμενης ποινής. Περαιτέρω συστατικό στοιχείο του εν λόγω αδικήματος αποτελεί «ο σκοπός της αποκόμισης κέρδους», κάτι που ελλείπει από το αδίκημα της κατηγορίας 8 εν προκειμένω. Επίσης έχουμε κατά νου, και το νομοθετικό πλαίσιο που ίσχυε σε σχέση με την (τότε) προβλεπόμενη ποινή στην κάθε περίπτωση, η οποία δια του τροποποιητικού Ν.46(Ι)/21, έχει αυξηθεί, για αμφότερα τα αδικήματα των άρθρων 19
(2)και 19
(1)(ζ), ως ανωτέρω έχει αναφερθεί. Επισημαίνουμε ακόμη ότι στην Terzelaki (ανωτέρω), οι εφεσίβλητοι αντιμετώπιζαν και την κατηγορία της μεταφοράς προσώπων με υπερφορτωμένο σκάφος, αδίκημα το οποίο σαφώς δεν αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος στην παρούσα παρόλο που ως μέρος των γεγονότων, ήταν αποδεκτό πως το σκάφος ήταν, εν προκειμένω, επικίνδυνα υπερφορτωμένο. Στρεφόμενοι στην παρούσα, σημειώνουμε πως ό,τι αναδύεται από τα εκτεθέντα γεγονότα, είναι κατ' αρχάς η επιλογή του Κατηγορούμενου να συνδράμει στην επίτευξη του σκοπού μιας εγκληματικής οργάνωσης, τα μέλη της οποίας αντιλαμβανόταν πολύ καλά, ότι παράνομα βοηθούσαν τους μετανάστες να εισέλθουν στην Κύπρο από τον Λίβανο, έναντι αδρού οικονομικού οφέλους, το οποίο τα μέλη της εν λόγω οργάνωσης λάμβαναν από έκαστο (μετανάστη), υπό μορφή κομίστρου πριν την επιβίβαση, ύψους 2.500-3.000 περίπου δολαρίων. Κόμιστρο το οποίο άλλωστε κατέβαλε και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος. Δεν διαλανθάνει βέβαια την προσοχή μας το γεγονός ότι δεν υπάρχει καμμιά ένδειξη ότι ο Κατηγορούμενος έλαβε έστω μέρος των χρημάτων που πλήρωσαν οι επιβαίνοντες, ούτε όμως και οποιαδήποτε άλλη αμοιβή για την πλοήγηση της βάρκας. Τουναντίον ως ήδη λέχθηκε κατέβαλε και ο ίδιος το σχετικό κόμιστρο ενώ επίσης αδιαμφισβήτητη παρέμεινε και η θέση της υπεράσπισης πως ο ίδιος δεν αποτελεί μέλος εγκληματικής οργάνωσης, ούτε του ανήκε η βάρκα, ούτε ήταν ο ίδιος που καθόρισε τον αριθμό των επιβαινόντων. Τα πιο πάνω παρότι σίγουρα λαμβάνονται υπόψη, εντούτοις δε δύνανται να μεταβάλουν το γεγονός πως οι ενέργειες του Κατηγορούμενου και εν γένει ο ρόλος του ήταν ουσιαστικότατα για την επίτευξη του παράνομου ταξιδιού, αφού χωρίς τη δική του συμμετοχή ως πλοηγός της βάρκας, δεν θα ήταν δυνατή η ολοκλήρωση του εν λόγω ταξιδιού. Συναφώς, ο ρόλος του δεν μπορεί να θεωρηθεί δευτερεύων, παρά μόνον ίσως εν συγκρίσει με τους διοργανωτές, ως ήταν εξάλλου και η εισήγηση της συνηγόρου του, αφου κατά τα λοιπά, ως ανωτέρω επεξηγήθηκε, ο ρόλος του ήταν καθοριστικός για την αποπεράτωση του όλου εγχειρήματος. Στα πιο πάνω θα πρέπει αναμφίβολα να προστεθεί το γεγονός ότι μετέφερε έναν πρωτοφανή αριθμό προσώπων, 282 στο σύνολο, και μάλιστα σε μια βάρκα μήκους 13 περίπου μέτρων, της οποίας τα τεχνικά χαρακτηριστικά ήταν τέτοια, που δεν επέτρεπαν την ασφαλή επιβίβαση περισσότερων από 15 ενηλίκων. Αντ' αυτού, επέβαιναν 18 και πλέον φορές, περισσότερα άτομα, εξ ου και ως τέθηκε μέσω των γεγονότων η βάρκα ήταν επικίνδυνα υπερφορτωμένη. Δεν θα ήταν μάλιστα καθόλου υπερβολή να λεχθεί πως από τύχη και μόνο τα 283 αυτά άτομα, (συμπεριλαμβανομένου του Κατηγορούμενου), απέφυγαν τα χειρότερα. Εξ αυτών μάλιστα των 282 προσώπων που μεταφέρθηκαν, τα 94 ήταν παιδιά, διανύοντας μαζί με τους υπόλοιπους, ένα ακραίου ρίσκου ταξίδι και καθ' όλα επικίνδυνο, όπως και το ίδιο το ΚΣΕΔ ορθώς εκτίμησε, κρίνοντας αναγκαία και τη μετεπιβίβαση τους σε αστυνομική άκατο της λιμενικής αστυνομίας. Ως προς την εισήγηση ότι δεν συντρέχουν επιβαρυντικοί παράγοντες, σημειώνουμε ότι στην πρόσφατη απόφαση Ali Terzelaki (ανωτέρω), αναφέρθηκαν τα εξής: «Χρήσιμα είναι τα όσα καταγράφονται στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice του 2024 στο Μέρος Β, Ενότητα Β22.51 με τίτλο «Modern Slavery, Trafficking and Immigration Offences, Facilitating Unlawful Immigration» αναφορικά με το τι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ως επιβαρυντικό κατά την επιμέτρηση ποινής σε τέτοιας φύσης αδικήματα: «Le and Stark [1999] 1 Cr App R (S) 422 provides an important guideline judgment in relation to the previous s. 25
(1)(
- a)offence of 'assisting illegal entry' into the UK. At that stage, the maximum sentence was one of seven years. Lord Bingham CJ stated (at p. 425): 'The offence is one which calls very often for deterrent sentences and as the statistics make plain, the problem of illegal entry is on the increase.' The Court of Appeal indicated that the appropriate penalty for all but the most minor offences would be one of immediate custody. The offence would be aggravated where: · (
- a)the offence had been repeated, · (
- b)it was committed for financial gain, · (
- c)the illegal entry was facilitated for strangers as opposed to a spouse or a close family member, · (
- d)in cases of conspiracy, the offence had been committed over a period, · (
- e)there had been a high degree of planning, organisation and sophistication, · (
- f)D had played a prominent role or · (
- g)the offence was committed in relation to a large number of illegal entrants». » (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου) Ως εκ των ανωτέρω, σε αντίθεση με την εισήγηση της υπεράσπισης ότι εν προκειμένω δεν συντρέχουν επιβαρυντικοί παράγοντες, σημειώνουμε ότι σε σχέση με το αδίκημα της παροχής συνδρομής σε απαγορευμένους μετανάστες να εισέλθουν στη Δημοκρατία (κατηγορία 8), είναι κατά την κρίση μας σαφές ότι εντοπίζονται κάποια επιβαρυντικά στοιχεία. Κατ' αρχάς, το αδίκημα, αφορούσε στη μεταφορά ενός τεράστιου αριθμού (συγκεκριμένα 282) αγνώστων προς τον Κατηγορούμενο, προσώπων. Πρόκειται για το μεγαλύτερο αριθμό μεταναστών που τέθηκε ενώπιον μας μέχρι σήμερα. Επίσης, ο Κατηγορούμενος ενήργησε ως πηδαλιούχος της βάρκας, σε όλη την διαδρομή από τον Λίβανο προς την Κύπρο, ρόλος ο οποίος θεωρήθηκε ουσιαστικός, προσμετρώντας επιβαρυντικά και στην Ali Terzelaki (ανωτέρω). Ό,τι άλλο πρέπει να σημειώσουμε είναι πως εκλαμβάνουμε ως περαιτέρω επιβαρυντικό το γεγονός πως η βάρκα που πλοήγησε ο Κατηγορούμενος ήταν επικίνδυνα υπερφορτωμένη, αφού μετέφερε 18 περίπου φορές περισσότερους επιβαίνοντες απ' ότι είχε τη δυνατότητα να μεταφέρει, με όλους τους εγγενείς κινδύνους που το εγχείρημα τούτο εγκυμονούσε, δεδομένου και του ότι προέβαινε σε διεθνή πλου, κάτι που με βάση τα τεχνικά της χαρακτηριστικά ήταν επίσης εκτός των δυνατοτήτων της. Ως προς την εισήγηση τώρα ότι δεν μπορεί να προσμετρήσει επιβαρυντικά το γεγονός της υπερφόρτωσης επειδή, αφενός δεν αντιμετωπίζει σχετική κατηγορία, και αφετέρου επειδή οι επιβαίνοντες έφτασαν εν τέλει στη Μαρίνα με ασφάλεια σημειώνουμε τα εξής. Kατ' αρχάς είναι γεγονός πως πράγματι ο Κατηγορούμενος δεν αντιμετωπίζει κατηγορία που να αφορά υπερφορτωμένο σκάφος. Από την άλλη όμως, η συνήγορος του αποδέχθηκε ως μέρος των γεγονότων, ότι πράγματι η βάρκα ήταν υπερφορτωμένη, κάτι που επιβεβαίωσε ρητώς και κατά το στάδιο των αγορεύσεων. Επομένως και υπό αυτές τις περιστάσεις το γεγονός ότι δεν αντιμετωπίζει σχετική κατηγορία, δεν θεωρούμε πως συνιστά κώλυμα στο να ληφθεί το γεγονός αυτό υπόψη[5]. Ως προς το γεγονός τώρα, ότι όλοι οι επιβαίνοντες έφτασαν με ασφάλεια εν τέλει στη Μαρίνα τούτο επίσης είναι ορθό αλλά και πάλιν δεν μεταβάλλει επ' ουδενί το γεγονός της υπερφόρτωσης, καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού με όλους τους εγγενείς κινδύνους που μια τέτοια κατάσταση εγκυμονούσε. Εξ ου και στην προκειμένη περίπτωση κρίθηκε αναγκαία η μετεπιβίβαση των επιβαινόντων σε αστυνομική άκατο για σκοπούς μεταφοράς τους στην Μαρίνα, ενέργεια ενδεικτική της επικίνδυνης κατάστασης που εντόπισε το πλήρωμα της λιμενικής αστυνομίας. Επομένως λαμβάνουμε υπόψη το στοιχείο αυτό ως επιβαρυντικό παράγοντα υπό τις περιστάσεις, χωρίς βεβαίως να παραβλέπουμε πως η εν λόγω βάρκα δεν του ανήκε και δεν επέλεξε ο ίδιος τον αριθμό ατόμων που θα επέβαιναν σε αυτήν. Δεν μας διαφεύγει βεβαίως το γεγονός ότι, ως η θέση της συνηγόρου του Κατηγορούμενου, το κίνητρο του για τη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων ήταν η αναζήτηση καλύτερων συνθηκών διαβίωσης, ένεκα της δεινής οικονομικής κατάστασης του ίδιου και της οικογένειας του, η οποία ζει σε οικία με άλλους συγγενείς, κάτω από άθλιες συνθήκες. Παρόλη όμως την κατανόηση του Δικαστηρίου στις δυσκολίες αλλά και τα κοινωνικοοικονομικά προβλήματα που δυστυχώς ο Κατηγορούμενος και η οικογένεια του αντιμετώπισαν και συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν, οφείλουμε να σημειώσουμε πως τούτα δεν δύνανται να μειώσουν τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε, αφού ως έχει καλώς νομολογηθεί αν τα οικονομικά προβλήματα, συνδεόμενα και με άλλα προβλήματα ευρύτερα, οικογενειακά ή άλλα, μπορούσαν να δικαιολογήσουν την παρανομία, αυτό θα ήταν η οριστική κατάρρευση κάθε ηθικής αρχής αλλά και κάθε αρχής τάξης και δικαίου[6]. Παρά τα πιο πάνω και παρά την προηγουμένως διαπιστωθείσα σοβαρότητα των αδικημάτων και την παράλληλη ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση των παραβατών, δεν μεταβάλλεται επ' ουδενί, το καθήκον του Δικαστηρίου, προς εξατομίκευση της ποινής, κατά τρόπο που τελικώς να αρμόζει στις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και στις περιστάσεις του ίδιου του Κατηγορούμενου, έτσι που να μην συνιστά για αυτόν απλώς μια τιμωρία. Στο πλαίσιο αυτό λαμβάνουμε υπόψη ως ελαφρυντικά τα εξής: - Tο λευκό του ποινικό μητρώο καθώς και τον πρότερο έντιμο βίο του, τα οποία μας επιτρέπουν να αποδεχθούμε την εισήγηση, ότι η συμπεριφορά που επέδειξε, παρά τη σοβαρότητα της, ήταν μεμονωμένη και όχι συστηματική. - Την παραδοχή του στις κατηγορίες που κρίθηκε ένοχος, η οποία παρότι δεν ήταν άμεση, εντούτοις επήλθε προτού αρχίσει η ακροαματική διαδικασία περισώζοντας έτσι πολύτιμο δικαστικό χρόνο. Επομένως λαμβάνεται υπόψη στο δέοντα βαθμό κατά τρόπο που δικαιολογεί έκπτωση στην ποινή που θα του επιβληθεί (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ.28). - Τη μεταμέλεια του, ως εμφαίνεται μέσα από την παραδοχή του στο Δικαστήριο, καθώς και από την απολογία του, ως αυτή εκφράστηκε δια μέσου της συνηγόρου του. - Όσον αφορά στις περιστάσεις διάπραξης σημειώνουμε την απουσία προσχεδιασμού, αφού ως η θέση της συνηγόρου του η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη, ανέλαβε να πλοηγήσει τη βάρκα «την τελευταία στιγμή» ενεργώντας επιπόλαια και απερίσκεπτα, καθοδηγούμενος από το κίνητρο του να στηρίξει οικονομικά την οικογένεια του, κίνητρο στο οποίο αναφορά έχει ήδη γίνει πιο πάνω, όπως επίσης και στο γεγονός δεν ήταν εκ των διοργανωτών του ταξιδιού, ούτε μέλος της εγκληματικής οργάνωσης που διοργάνωσε το επίδικο ταξίδι, αλλά ούτε και ιδιοκτήτης της επίδικης βάρκας. - Πέραν των πιο πάνω, λαμβάνουμε υπόψη και τις προσωπικές του περιστάσεις, όπως αυτές αναλύθηκαν από τη συνήγορο του, με αναφορά στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, την οποία η συνήγορος υπεράσπισης του υιοθέτησε. Συγκεκριμένα λαμβάνουμε υπόψη, ότι πρόκειται για άτομο 42 ετών, έγγαμο και πατέρα τριών ανήλικων παιδιών, προερχόμενο από πολυμελή, φτωχή οικογένεια, χαμηλού μορφωτικού επιπέδου η οποία διαμένει στο Λίβανο. Οι γονείς του, αντιμετωπίζουν αμφότεροι προβλήματα υγείας ως αναφέρεται στα πιστοποιητικά που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση και ουδείς εξ αυτών εργάζεται. Ο ίδιος, φοίτησε για επτά χρόνια σε σχολείο στον Λίβανο, δεν γνωρίζει ωστόσο ούτε γραφή, ούτε ανάγνωση και από πολύ μικρή ηλικία, άρχισε να εργάζεται στα χωράφια με τον πατέρα του. Εξέτισε μονοετή, στρατιωτική θητεία στη χώρα του και πριν από 17 περίπου χρόνια, τέλεσε γάμο με ομοεθνή του, με την οποία απέκτησε τα τρία προαναφερθέντα παιδιά του, τα οποία είναι ηλικίας 15, 13, και 7 ετών. Η σύζυγος του δεν εργάζεται αφού φροντίζει τα ανήλικα τέκνα του ζεύγους και διαμένουν ως ήδη λέχθηκε σε οικία με άλλους συγγενείς τους, υπό άθλιες συνθήκες. Ο ίδιος εγκατέλειψε τον Λίβανο προς αναζήτηση καλύτερων συνθηκών εργασίας, ώστε να μπορεί να συντηρεί την οικογένεια του. Εξακολουθεί, μέχρι σήματα, δια μέσου των φυλακών, να έχει επικοινωνία με την οικογένεια του, μέσω ''skype'' και έχει επιπροσθέτως προβεί σε καταχώρηση αίτησης παραχώρησης ασύλου, με σκοπό να παραμείνει στην Κύπρο μετά την αποφυλάκιση του. Λαμβάνουμε επίσης υπόψη ότι η γυναίκα του η οποία κατά το χρόνο σύλληψης του Κατηγορούμενου κυοφορούσε, απέβαλε όταν πληροφορήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος συνελήφθη, και έκτοτε παρουσιάζει σοβαρά προβλήματα υγείας. Υπόψη μας είναι επίσης ότι και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος, αντιμετωπίζει καρδιολογικά προβλήματα για τα οποία έχει υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση. Συγκεκριμένα είχε τραυματιστεί με κυνηγετικό όπλο στο θώρακα και από εξετάσεις στις οποίες είχε υποβληθεί τότε, διαπιστώθηκε και η ύπαρξη καρδιομεγαλίας[7], η οποία του προκαλεί πόνο, τον οποίο ρύθμιζε στη χώρα του με τη λήψη φαρμακευτικής αγωγής. Στην Κύπρο εξετάστηκε από ιατρό και δεν κρίθηκε αναγκαία η χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής, πλην όμως ως διευκρινίστηκε εφόσον κριθεί αναγκαίο μπορεί να επανεξεταστεί και να λαμβάνει τη φαρμακευτική αγωγή εντός των φυλακών. Επομένως και χωρίς να παραβλέπουμε τη θέση του ότι εξακολουθεί να αισθάνεται κάποιο πόνο και να υφίσταται ενδεχομένως κάποιου είδους επιπρόσθετη ταλαιπωρία που δεν θα υφίστατο ένας καθ' όλα υγιής κρατούμενος, πράγμα το οποίο σαφώς και λαμβάνουμε υπόψη, εντούτοις ό,τι προκύπτει από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μας, είναι ότι τα όποια προβλήματα υγείας του, είναι τέτοια που μπορούν να τύχουν διαχείρισης από το ιατρικό προσωπικό του σωφρονιστικού ιδρύματος και πάντως δεν προκύπτει χειροτέρευση της κατάστασης της υγείας του, λόγω της κράτησης του και μάλιστα κατά τρόπο που να επιβάλλει την αποφυγή επιβολής ποινής στερητικής της ελευθερίας του. Εξάλλου ως είναι καλώς νομολογημένο, τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ένας κατηγορούμενος δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο για την αποφυγή επιβολής ποινής φυλάκισης, όταν ο Νόμος και οι περιστάσεις διάπραξης ενός αδικήματος καθιστούν επιβεβλημένη την επιλογή αυτή (βλ. Attorney-General v. Mavrokefalos
(1966)2 C.L.R. 93, Asoltanei v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 742, Κυπριανού ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 28/2014, ημερ. 24.2.2014 και R. v. Hall
(2013)Crim. L.R. 426, CA). Περιπλέον, λαμβάνουμε επίσης υπόψη και τις επιπτώσεις από την τυχόν επιβολή ποινή φυλάκισης στην οικογένεια του και ιδιαίτερα στη σύζυγο και τα τέκνα του οι οποίοι εξαρτώνται οικονομικά από τον ίδιο και στους οποίους η σύλληψη και κράτηση του επιφέρει και έντονη ψυχολογική αναστάτωση και ιδιαίτερα στη σύζυγο του, η οποία ως ήδη λέχθηκε απέβαλε το τέταρτο τους παιδί, στο άκουσμα της σύλληψης του. Επιπρόσθετα αυτού, συνεκτιμούμε και το διάστημα κατά το οποίο τελεί υπό κράτηση, όπως και τη γενικότερη αγωνία που βιώνει τόσο αυτός όσο και η οικογένεια του αναμένοντας την ολοκλήρωση της παρούσας διαδικασίας. Τούτων λεχθέντων, σημειώνουμε βέβαια πως οι πιο πάνω παράγοντες παρότι λαμβάνονται υπόψη, αφού αποτελούν επίσης μετριαστικούς παράγοντες, εντούτοις δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό του είδους της ποινής, ιδίως όπου τα αδικήματα είναι ιδιάζουσας σοβαρότητας όπως στην προκειμένη περίπτωση (βλ. Domotov κ.α. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ.32 και Αναστασίου ν. Γενικός Εισαγγελέας
(2005)2 Α.Α.Δ.492, 513). Ως προς την εισήγηση τώρα, ότι έχει παραβιαστεί η αρχή της ίσης μεταχείρισης αδικοπραγούντων ένεκα της μη δίωξης των ιθυνόντων/διακινητών που διοργάνωσαν το όλο εγχείρημα, σημειώνουμε τα εξής. Θέση της κατηγορούσας αρχής ήταν πως δεν δόθηκαν επαρκείς λεπτομέρειες που να επιτρέπουν να εντοπιστούν άλλα πρόσωπα και να κινηθούν οι νενομισμένες διαδικασίες. Η θέση αυτή παρέμεινε ουσιαστικά αναντίλεκτη αφού δεν προωθήθηκε η θέση από πλευράς υπεράσπισης πως δόθηκαν συγκεκριμένες πληροφορίες, τις οποίες οι αρχές επέλεξαν να αγνοήσουν. Εάν βεβαίως δεν υπήρχε τρόπος ταυτοποίησης και εντοπισμού των λοιπών εμπλεκομένων ένεκα έλλειψης επαρκών στοιχείων, αδυνατούμε να δούμε πως στην προκειμένη περίπτωση η μη δίωξη τους συνιστά παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης αδικοπραγούντων. Προς επίρρωση της ως άνω τοποθέτησης μας παραπέμπουμε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Σατανά
(1996)2 A.A.Δ. 257 η οποία από παλαιά ξεκαθάρισε το ζήτημα με αναφορά και σε προϋπάρχουσα νομολογία: «Η μη τιμωρία τρίτου προσώπου αναμεμειγμένου σε εγκληματική δράση δεν συνιστά αφ' εαυτής παράγοντα μετριαστικό της ποινής. Μόνον όπου αυτή οφείλεται σε ευνοϊκή μεταχείριση του παραβάτη από την κατηγορούσα αρχή μπορεί να προσμετρήσει ως μετριαστικό στοιχείο στο πλαίσιο της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης των παραβατών. (Βλέπε Georghiou and Others v. The Republic
(1986)2 C.L.R. 109, Παναγή ν. Δημοκρατίας
(1991)2 A.A.Δ. 115. Κάττου & Της ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 498, της οποίες αναφέρθηκε ο δικηγόρος της Δημοκρατίας.)». Ακόμα δε πιο πρόσφατα στην Γεωργίου κ.α. v. Δημοκρατίας, Ποιν Εφ. 38/19 κ.α., ημερ. 20.1.22, λέχθηκαν τα εξής με αναφορά στη Σατανά (ανωτέρω): «Σε ό,τι αφορά το έτερο ζήτημα που ηγέρθη, είναι γεγονός ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του της όφελος του Εφεσίβλητου ότι ο ιθύνων νους δεν κατονομάστηκε και δεν διώχθηκε. Και τούτο παρά το ότι τα στοιχεία αυτού του προσώπου ήταν άγνωστα στην Κατηγορούσα Αρχή, λησμονώντας με αυτό τον τρόπο την πάγια νομολογία ότι η μη τιμωρία συνεργού δεν συνιστά αφ' εαυτής παράγοντα μετριαστικό της ποινής, παρά μόνο εκεί όπου αυτή οφείλεται σε ευνοϊκή μεταχείριση του παραβάτη από την Κατηγορούσα Αρχή που, προφανώς, δεν ήταν εν προκειμένω η περίπτωση». (έμφαση δοθείσα) Τα ίδια ισχύουν και εδώ καθιστώντας τη σχετική εισήγηση ανεδαφική και απορριπτέα. Συνεκτιμώντας αφενός τη σοβαρότητα και την ανάγκη για αποτροπή και αφετέρου όλα τα προαναφερθέντα ελαφρυντικά στοιχεία, κρίνουμε οποιαδήποτε άλλη ποινή εκτός από την ποινή της φυλάκισης ως ανεπαρκή και ακατάλληλη για την παρούσα περίπτωση. Θεωρούμε ως αρμόζουσες και επιβάλλουμε στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: Στην 1η κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 3 ετών, ενώ στην 8η κατηγορία επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 4,5 ετών. Επομένως οι ποινές φυλάκισης που έχουν επιβληθεί θα είναι άμεσες και θα συντρέχουν. Κατ' εφαρμογή δε του άρθρου 117 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, οι ποινές να μειωθούν κατά το χρονικό διάστημα που ο Κατηγορούμενος τελεί σε προφυλάκιση, ήτοι από τις 20.3.2024. (Υπ.) ............. Ν. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............. Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Ε. Μιντή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Άρθρο 19
(2)και 19
(1)(ζ) του Κεφ. 105, αντιστοίχως προς τις κατηγορίες 1 και 8. [2] Κατά παράβαση του άρθρου 19
(2)του Κεφ.105. [3] Κατά παράβαση του άρθρου 240 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 [4]Το συστατικό στοιχείο της αποκόμισης κέρδους, προστέθηκε στο άρθρο 19Α
(1)με το Ν.46(Ι)/2021. [5] Βλέπε κατ' αναλογίαν την υπόθεση Deveci ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ 80, όπου λήφθηκε υπόψη ότι ο Κατηγορούμενος είχε αναλάβει το παράνομο εγχείρημα έναντι αμοιβής στο πλαίσιο των περιστάσεων διάπραξης των αδικημάτων και όχι επειδή αποτελούσε συστατικό στοιχείο του αδικήματος. [6] Παναγιώτη Μακρή ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ.15. [7] Σημειώνεται ότι ως διευκρινίστηκε, δεν προέκυψε εκ του προαναφερθέντος τραυματισμού του. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο